Browse By

Αρθρογράφος: Ομολογητής

Robert Browning: Sordello [1840]

[βιβλίο πρώτο, εισαγωγή] Ὅποιος θέλει, ἀς ἀφουγκρασθῆ τὴν ἱστορία εἰρημένη τοῦ Σορδέλλο : Τὴν δική του; θὰ δῇ ὅποιος μὲ πιστέψει τὸν ἄνδρα αὐτὸν νὰ κυνηγᾷ τὴν τύχη του ὡς τὸ τέλος ὅπως ἐγώ∙ ἐπεὶ ὅπως κάποτε, ὁ ἀφίλων φίλος ἀπ’την κορ’φή του ἐβίγλησε, παρά

Υποκειμενική αξία, οριακή ωφέλεια και ανθρώπινη δράση – Τα θεμελιώδη της Αυστριακής σχολής και της ελεύθερης αγοράς.

Για να αποδώσουμε συγκεκριμένα τον μάλλον γενικευμένο ορισμό της υποκειμενικότητας, πρέπει να διευκρινίσουμε την έννοια του «χαρακτηριστικού του κόσμου» που ερευνούμε. Δεδομένου πως θα εξετάσουμε την θεωρία της αξίας, (η οποία στην οικονομία καθορίζει τις τιμές) θα περιοριστούμε στον ορισμό της υποκειμενικής αξίας. Ως αρχή

Ο John Duns Scotus (Potentia Absoluta – Potentia Ordinata) η Θεία Παντοδυναμία, και η ενδεχομενικότητα του κόσμου

    Μετά τις καταδίκες του 1277 εμφανίστηκαν σκεπτικιστικές τάσεις με κυρίαρχη την ικανότητα της φιλοσοφίας να αντιμετωπίζει θεολογικά ζητήματα. Ο Ockham και ο Scotus – via moderna – περιόρισαν την περιοχή επικάλυψης θεολογίας και φιλοσοφίας αποστερώντας από τη φιλοσοφία την ικανότητα να αντιμετωπίζει άρθρα της πίστης

Μεσαιωνικός γερμανικός φιλοσοφικός μυστικισμός. Meister Eckhart και Nicholaus Cusanus

                                                      1. Meister Eckhart      Κατά τον ύστερο Μεσαίωνα στις γερμανικές χώρες, κυρίως, αναπτύχθηκε η μυστική φιλοσοφία σαν απάντηση στις οκκαμικές θέσεις (i.e. του William of Ockham) της εποχής, γνωστές ως ονοματοκρατία – παντοδυναμία του Θεού – οι οποίες και υποστήριζαν ότι η θεολογία των Aquinas

Η έννοια του Θαύματος κατά τον Μεσαίωνα

    Για να κατανοήσουμε την έννοια του θαύματος στην μεσαιωνική κοινωνία θα πρέπει να εστιάσουμε πρώτα στη μεσαιωνική νοοτροπία την οποία όρισε ο γάλλος ιστορικός Jacques le Goff ως «την αδυναμία έκφρασης έξω από θρησκευτικές αναφορές». Η ανάγνωση του κόσμου ήταν θρησκευτική στην οποία εντάσσονταν ακόμα

Bertrand de Born: Be·m platz lo gais temps de pascor

[sirventes] Εὐφραίνει με ὁ λαρὸς καιρὸς τοῦ Πάσχα, ποὺ εὐτάει νὰ θάλουν, φύλλα καὶ ἀνθούς∙ καὶ εὐφραίνει με ὁπόταν ἀκούω τὸ χάρμα τῶν πετεινῶν ποὺ ἀχολογοῦν τὸ τραγούδι των στὸ δρυμό∙ καὶ εὐφραίνει με ὅταν βλέπω ’ς τοὺς λειμῶνες νἁστῶνται τέντες καὶ κατοῦνες∙ καὶ ποιῶ

Heinrich Heine: XXXIII

    Πόθησαν ἀλλήλους μὰ οὐδείς Θὰ τὁμολόγαγε στὸν ἄλλονα∙ Ἐθωροῦνταν μὲ τόσην ἔχθρα Μὰ θἄσβηναν ἐμπρός στὸν ἔρωτα.     Στὸ τέλος χώρισαν, μονάχα Μὲσ’σ’ὀνείρατα ἐνίοτε νὰ ἴδωνται ∙ Δὼ καὶ πολύν καιρὸ πεθάναν, Μὰ δύσκολο νὰ τὤμαθαν ποτέ. [απόδοση: Γ.Α.Σιβρίδης]

Charles Baudelaire: XXXIX. Σ’εκείνη που είναι πολύ χαρωπή

Ἡ κεφαλή σου, ὁ ἀέρας, ἡ χειρονομία, εἶν’ὄμορφα σὰν ἕνα τοπίο ὄμορφο· τὸ γέλιο παίζει στὸ δικό σου πρόσωπο σὰν δροσάνεμο μὲς σ’οὐράνια αἰθρία. Ἡ περαστικὴ θλίψις π’ἀκραγγίζεις ἀπὸ τὴν ὑγεία τυφλώνεται π’ἀπ’τοὺς ὤμους καὶ τοὺς βραχίονες ὅπως μία λάμψις ἀναβλύζει. Τὰ χρώματα, ἐκκωφαντικά, αἰόλα,

Guido Cavalcanti: Sonetto XXXV

Ἕν ὁμοίωμα τῆς κυρᾶς μου λατρεύουσι, Γουΐδων, στὸν Ὄρχο, στὸν ἅγιο Μιχαήλ, Ποὺ στὴν ὡραία κοψιά, εὐσεβὴ καὶ ἐνάρετη, Καταφεύγουν, παρηγοροῦνται οἱ ἀμαρτωλοί. Κι ὅσοι γονυπετοῦν μ’εὐλάβεια π’ὅσο Ἀσθενοῦν τόσο παρηγόρια οὐκ ἔχουν: Ἱῶνται ἀσθενείς, δαίμονες παίρνουν δρόμο Καὶ αὐτοὶ μὲ τὰ στραβὰ ὄμματα εὐθεία

Ζώντας με μνήμη θανάτου

…»Ὅλα, παιδιά, γίνονται γιά κάποιο λόγο. Κι ἐγώ αὐτά ἔλεγα. Γιατί νά συμβεῖ σε ἐμένα, ἔλεγα ἐγώ. Ποιός εἶσαι ἐσύ, ρέ μεγάλε; Εἶναι θέλημα Θεοῦ. Ἐγώ πιστεύω στήν Παναγία καί τον Χριστό. Εἶμαι ὀρθόδοξος. Τα πιστεύω πολύ αὐτά τα πράγματα. Ό,τι γίνεται στή ζωή μας