Browse By

Εμπόριο, εμποροκρατία και σύγχρονο κράτος, Α΄ : η θεωρία του πολέμου και του εμπορίου

1. Ο κ. Constant και η επινόηση του φιλελευθερισμού

Τον καιρό που ο Ναπολέων Βοναπάρτης ευρίσκεται παγιδευμένος στην χειμερινή Ρωσία και έχει αρχίσει ν’απολλύει τον έλεγχο πίσω στην Γαλλία, ο Henri-Benjamin Constant de Rebecque  γράφει και δημοσιεύει αμέσως κατόπιν, στις αρχές του 1813, το κείμενο με τίτλο Περὶ τοῦ κατακτητικοῦ πνεύματος καὶ περὶ τοῦ σφετερισμοῦ ἐν ταῖς σχέσεσιν αὐτῶν μετὰ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦDe l’esprit de conquête et de l’usurpation dans leurs rapports avec la civilisation européenne. Όπως και στο κείμενο του 1818-9 με τίτλο, Περὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν Ἀρχαίων συγκρινομένης ἐκείνῃ τῶν ΣυγχρόνωνDe la liberté des Anciens comparée à celle des Modernes, βασίζεται σε μία εξελικτική, να πούμε, κοινωνιολογία, με την διαφορά για παράδειγμα, από τον Adam Ferguson και τον Adam Smith, ότι δεν υπάρχει κάποια μελαγχολία για την σύγχρονη κατάσταση, αν όχι μία αισιοδοξία. Θα λέγαμε ότι είναι μία μεταφορά της κοσμοαντίληψης των Βρεταννών Whigs στην Γαλλία εναντίον του Ναπολέοντος από έναν πρώην Ρεπουμπλικάνο και την δημιουργία έτσι της θεωρίας του liberalisme ή όπως μεταφράζεται στην ελληνική γλώσσα στην εφημερίδα Ακρόπολις το 1893, του φιλελευθερισμού.  Ο Λόρδος Acton (John Emerich Edward Dalberg-Acton, 1st Baron Acton) με την σειρά του λαμβάνει την έννοια αυτή από τους Γάλλους (συγκεκριμένα αναφέρει τον Chateaubriand ως επινοητή του όρου το 1807) και γράφει ότι ο Ουίγος ξεκινά από την πράξη αναζητώντας θεωρία ενώ ο Φιλελεύθερος, από την θεωρία αναζητώντας πολιτική[1]. Οι Γάλλοι ουσιαστικά φτειάχνουν μία θεωρία απ’τους Ουίγους και ως αντιδάνειο την παίρνουν πίσω οι Βρεταννοί. Ουσιαστικά ο Constant διαπραγματεύεται την μεταφύτευση στην Γαλλία της ιδέας της συνταγματικής μοναρχίας των Ουίγων για να διορθώσει την επαναστατική υπερβολή του ναπολεοντείου καισαρισμού με την κληρονομική μοναρχία χωρίς ν’απαρνηθή εντελώς την ρεπουμπλικανική επανάσταση του 1789. Στο δεύτερο κείμενο αντιπαραβάλλει την άμεσο δημοκρατία της αρχαίας πολιτείας με την σύγχρονη αντιπροσωπευτική ―ξεπερνώντας το γεγονός ότι είναι περισσότερο ένας εκδημοκρατισμός του αγγλικού αριστοκρατικού παρλαμενταρισμού, σχετιζομένου με την φεουδαρχία― αποδίδοντάς την αναγκαιότητα της δεύτερης στην εξέλιξη της έννοιας της ελευθερίας από συλλογική ―ήτοι ως ανεξαρτησία της πολιτείας, σε ατομική, οφειλομένη στην ανάπτυξη του εμπόριου:

[…]ἡ ἀτομικὴ ὕπαρξις εἶναι ὁλιγώτερο ἐγκλωβισμένη μέσα στὴν πολιτικὴ ὕπαρξι. Τὰ ἄτομα μεταφυτεύουν σὲ μακρινοὺς τόπους τοὺς θησαυρούς των· φέρουν μαζί των ὅλες τὶς ἀπολαύσεις τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου· τὸ ἐμπόριο ἔχει προσεγγίσει τὰ ἔθνη, καὶ τἄχει δώσει ἤθη καὶ συνήθειες σχεδὸν παρόμοιες· οἱ ἀρχηγοὶ δύνανται νἆναι ἐχθροί· οἰ λαοὶ εἶναι συμπατριώτες. [[…] l’existence individuelle est moins englobée dans l’existence politique. Les individus transplantent au loin leurs trésors ; ils portent avec eux toutes les jouissances de la vie privée ; le commerce a rapproché les nations, et leur a donné des mœurs et des habitudes à peu près pareilles ; les chefs peuvent être ennemis ; les peuples sont compatriotes.]  

Στο πρώτο βιβλίο, ο Constant κάνει την ίδια αντιπαράθεση μεταξύ πολέμου και εμπορίου ως δυο διαφορετικούς τρόπους για ν’αποκτήσεις κάτι (κεφ.ΙΙ). Δεν υποτιμά το πολεμικό πνεύμα που έδιδε την ανεξαρτησία στην αρχαία πολιτεία, αντίθετα απαριθμεί τα πλεονεκτήματά του κατά τον ρεπουμπλικανικό τρόπο: σχηματίζει στον άνθρωπο την μεγαλοψυχία, το θάρρος, την περιφρόνηση του θανάτου, θέτοντας τις βάσεις της ηθικής ύπαρξης. Η απλότης των ηθών, η αδιαφορία για την χλιδή, η γενναιοδωρία, η αφοσιώση, η πίστη στις δεσμεύσεις, ο σεβασμός προς τον θαρραλέο πολέμιο, η συμπόνια ακόμη κι η διαχείριση του ηττημένου, όλα θεμελιώνονται στον πόλεμο. Όμως οι καινούργιοι τρόποι του πολέμου, τα καινούργια όπλα, το πυροβολικό, απογύμνωσαν τον πόλεμο απ’την γοητεία του. Δεν υπάρχει πλέον το παιχνίδι του κινδύνου αλλά μόνο ειμαρμένη καθώς ο θάνατος είναι βέβαιος. Δεν γεύεται κανείς την απόλαυση της θέλησης και της δράσης, την ανάπτυξη των φυσικών δυνάμεων και των ηθικών ικανοτήτων που αγαπά κανείς στους αρχαίους ήρωες και τους μεσαιωνικούς ιππότες. Όταν οι πολεμηδόκοι λαοί, συνεχίζει ο Constant, είχαν πιο ευγενή, θρησκευτικά να πούμε, κίνητρα απ’τα πραγματικά κέρδη του πολέμου, όπως την υστεροφημία που κείται στην αιωνιότητα, πέρα από τις εφήμερες, υλικές απολαύσεις, τι θα γινόταν σήμερα όταν ένας τέτοιος λαός δεν θά’ταν αδαής της χλιδής; Η υπερβολή της βίας θα ηνώνετο με τον δόλο της απληστίας. Πιστός στο ρεπουμπλικανικό λόγο συνδέει έτσι τον σύγχρονο πόλεμο από συμφέρον (χρηματικά κίνητρα) με την διαφθορά [corruption] και τα ηθικά ελαττώματα [vices] (κεφ.VI). Είναι ανήθικος, αν μάλιστα, σημειώνει, πούμε ότι ο πολεμιστής είναι ένας παίκτης με διακύβευμα την ζωή του, που τού αφαιρεί κάθε ιδέα μέλλοντος (κεφ.V) και η ηθική σχετίζεται με τα μέλλον όπου κείνται οι αποζημιώσεις των πράξεων μας. Άλλο είναι να μάχεσαι για την μελλοντική ανάπαυλα, την ελευθερία, την δόξα και άλλο σκοπεύοντας στον έναν πόλεμο μετά τον άλλο να γίνεσαι άθυρμα της τύχης σαν ρίξιμο του ζαριού[2]. Η εξουσία που θέλει ν’αποστείλει τις λεγεώνες της απ’τον έναν πόλο στον άλλο παρουσιάζει δημαγωγικά τ’άλλα έθνη ως απειλές για την ανεξαρτησία της και το έργο της κατάκτησης ως άμυνα των εστιών της. «Θἄλεγε κανεὶς ὅτι ἀποκαλοῦν ἑστίες ὅλους τοὺς τόπους πὤχουν ἀνάψει φωτιά» ολοκληρώνει δηκτικά ο Constant το δέκατο κεφάλαιο. Ένα τελευταίο χαρακτηριστικό του συγχρόνου κατακτητή σε αντίθεση προς τον παλαιό, είναι η ανάγκη για ομοιογένεια όπως αυτή εμφανίζεται στις επαναστατικές διακηρύξεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των ανθρώπων (κεφ.ΧΙΙΙ) κι όπου θεμελιώνεται η βίαιη αλλαγή του τρόπου ζωής των κατεκτημένων εθνών (κεφ.ΧΙΙ).

Τα επιχειρήματα του Constant είναι αριστοτεχνικά και σοφά. Τόσο που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον των σύγχρονων φιλελεύθερων κρατών. Θα έλεγα ότι πλειότερο θέλει να υποδείξει μία δέουσα συμπεριφορά καθώς απευθύνεται στην πολιτική της Γαλλίας παρά να περιγράψει την πραγματικότητα των εμπορικών κρατών.

2. Ленин, Marx, Engels και Schumpeter περί ιμπεριαλισμού, ελευθέρου εμπορίου και προστατευτισμού

Αν ο Constant λέει ουσιαστικά ότι ο πόλεμος γίνεται μάταιος κατά την σύγχρονη εποχή των οικονομικών κινήτρων και δεν πρέπει να τον κάμουμε, ο Λένιν στο πόνημά του σε μορφή επιφυλλίδας, γραμμένο έναν αιώνα αργότερα, το 1916, με τίτλο Ἰμπεριαλισμός, τὸ τελευταίο στάδιο τοῦ κεφαλαιοκρατισμοῦ, Империализм как высшая стадия капитализма, Imperialism, the Highest Stage of Capitalism σκέπτεται ότι αφού ο πόλεμος γίνεται, φταίνε τα ίδια τα οικονομικά κίνητρα της εποχής. Ξεκινά το επιχείρημά του από το δεδομένο της συγκέντρωσης κεφαλαίου από κάποιες τράπεζες που εξοντώνουν τις μικρότερες και δημιουργούν μία χρηματοπιστωτική ολιγαρχία η οποία σταδιακά ελέγχει την παραγωγή και τις αξίες της γης (κεφ. ΙΙ). Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο διαχωρίζεται  απ’το παραγωγικό και αυτονομείται σημαίνοντας το πρωτείο του ραντιέρη (του εισοδηματία από χρηματοπιστωτικά προϊόντα-επενδυτή) και της χρηματοπιστωτικής ολιγαρχίας (κεφ. ΙΙΙ). Πλέον, αντί όπως παλαίτερον να εξάγονται αγαθά, εξάγεται κεφάλαιο υπό την μορφή δανεισμού. Το ελεύθερο εμπόριο πλέον γίνεται όχημα των χρηματοπιστωτικών μονοπωλίων. Μπορεί η ανάπτυξη να μειώνεται στις χώρες εξαγωγής αλλά το σύστημα απλώνεται παντού. Σταδιακά ο κόσμος διαχωρίζεται (κεφ.IV). Οι εξαγωγείς χρήματος κερδίζουν από τους τόκους ενώ οι χώρες εισαγωγής εξαρτώνται όλο και περισσότερο από τους πρώτους και «στραγγαλίζονται» ως αποικίες χρέους. Το χρηματοπιστωτικό παιχνίδι γίνεται παιχνίδι εξωτερικής πολιτικής με τα υποκαταστήματα των χρηματοπιστωτικών φιρμών να αποικίζουν τον κόσμο. Όμως καθώς η τόλμη τέτοιων επενδύσεων βασίζεται στην αδυναμία ολικής εικόνας από τον μεμονωμένο μέτοχο του συνόλου των υποκαταστημάτων ανά τον κόσμο, το ίδιο το κράτος της μητρόπολης καλύπτει οποιανδήποτε αποτυχία. Έτσι η αντιπαλότητα μεταξύ των χρηματοπιστωτικών μονοπωλίων τρέπεται σε αντιπαλότητα μεταξύ κρατών, έναν πόλεμο για «σφαίρες επιρροής» ανά τον κόσμο (κεφ.V). Ουσιαστικά αυτό που υποστηρίζει ο Λένιν είναι ότι η αρχική συγκέντρωση των πλουτοπαραγωγικών πηγών από ιδιωτικές φίρμες περνά μέσω του ελευθέρου εμπορίου στην διεκδίκηση των ίδιων πηγών σε ολόκληρη την γη όπου πλέον γίνεται υπόθεση των ίδιων των κρατών με πολεμικές συγκρούσεις (κεφ.VI,VII).

Η αλήθεια είναι ότι αυτή η θεωρία του ιμπεριαλισμού του Λένιν δεν είναι ακριβώς μαρξιστική. O Karl Marx έχει δώσει μίαν ομιλία Περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου στις Βρυξέλλες την 9η Ιανουαρίου 1848 με αφορμή την άρση των τελωνιακών δασμών επί των δημητριακών, των περιωνύμων Corn Laws, από την Μεγάλη Βρεταννία. Η ιδέα του που μάλιστα διαπερνά και τα κείμενα του Περί ἀποικιοκρατίας είναι ότι το ελεύθερο εμπόριο δεν λειτουργεί όπως το θέλει η τυπική θέση των ελευθεραγοριστών κάθε χώρα ν’ανταλλάσσει αυτό που παράγει σύμφωνα με τα ιδιαίτερα φυσικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά της. Άπαξ βασιλεύουν πλέον τα μονοπώλια εκείνο που απελευθερούται λόγω της απελευθέρωσης των δασμών είναι το κεφάλαιο, που αλλοτριώνει την τοπική παραγωγή τρέποντας τις μη βιομηχανικές χώρες απλώς σε τόπους φθηνής παραγωγής. Όπως ο ατμός κατέστρεψε τις υφάντρες της Βρεταννίας θα καταστρέψει την ινδική εριουργία που εξήγαγε άλλοτε υφάσματα στην ίδια την Βρεταννία. Αντίθετα ο προστατευτισμός ευνοεί την ανάπτυξη της βιομηχανίας. Όπως λέει o Friedrich Engels στην εισαγωγή του πάνω στην έκδοση της ομιλίας του Marx, ήταν ο προστατευτισμός που δημιούργησε την βιομηχανία καταστρέφοντας εσωτερικά τις παλαιές μεθόδους παραγωγής ενώ οι πολέμαρχοι εκμηδένισαν τον εξωτερικό εμπορικό ανταγωνισμό δημιουργώντας αποικίες ως καταναλωτές για προϊόντα που δημιουργούσε η μαζική βιομηχανική παραγωγή, καταστρέφοντας έτσι την τοπική παραδοσιακή παραγωγή. Μετά το 1815 η χώρα του John Bull δεν είχε ανάγκη τον προστατευτισμό που πλέον προστάτευε μόνο την αγροτική παραγωγή, ενώ ήταν εμπόδιο για την βιομηχανία που είχε καταστή πλέον ασυναγώνιστη. Άλλες χώρες όπως η Γερμανία άνοιξε τα σύνορά της στα φθηνά αγγλικά βιομηχανικώς παραχθέντα προϊόντα για να καταστρέψει την παρωχημένη παραγωγή της και μετά την κρίση του 1873 υιοθέτησε τον προστατευτισμό για να ενισχύσει την βιομηχανία. Για τους Αμερικανούς λέει ότι αρχικά θεωρούσε ότι ό, τι το ελεύθερο εμπόριο θα πετύχαινε σε μία διάρκεια πολλών ετών ο προστατευτισμός τους βοήθησε να το πετύχουν σύντομα, όμως αργότερα συνειδητοποίησε ότι το πρόβλημα του προστατευτισμού είναι ότι από ένα σημείο και μετά λειτουργεί εναντίον της διανομής των προϊόντων. Ο ίδιος ο Marx θεωρεί ότι η αστική τάξη θέλει τον προστατευτισμό γιατί ευνοεί τον εσωτερικό ανταγωνισμό και το ελεύθερο εμπόδιο εντός της χώρας καταστρέφοντας την φεουδαρχική τάξη και την απόλυτη εξουσία, όμως εν γένει καθώς στις μέρες του ο προστατευτισμός είναι συντηρητικός επιλέγει το ελεύθερο εμπόριο επειδή «εἶναι καταστροφικό: διαλύει ἐθνικότητες, ὠθεῖ τὸν ἀνταγωνισμὸ τοῦ προλεταριάτου καὶ τῆς μπουρζουαζίας στ’ἄκρα. Κοντολογὶς ὲπιταχύνει τὴν κοινωνικὴ ἐπανάσταση. Κατ’αὐτήν τὴν ἐπαναστατικὴ ἔννοια κύριοι ψηφίζω ὑπέρ τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου.»

Βλέπουμε ότι ο Marx και ο Engels δεν κάνουν λόγο για imperialism. O Λένιν έχει πάρει την θεωρία του ιμπεριαλισμού μέσω του μαρξιστή Karl Kautsky από έναν Βρεταννό, τον John A. Hobson και το βιβλίο του Imperialism: A Study (1902). Πράγματι, όρος του ιμπεριαλισμού επινοείται στην Αγγλία ως πολιτικό σλόγκαν. Έτσι ξεκινά την αναφορά του στο θέμα ο Joseph Alois Schumpeter στο έργο του Περὶ τῆς κοινωνιολογίας τῶν ἰμπεριαλισμῶν, Zur Soziologie der Imperialismen, το 1919 (περιλαμβάνεται στο Imperialism & Social Classes, 1951) δύο χρόνια δηλαδή κατόπιν του αντιστοίχου πονήματος του Λένιν. Η άρση των τελωνειακών δασμών επί των δημητριακών Corn Laws, το 1846 από τον Συντηρητικό Robert Peel, οι οποίοι είχαν επανενεργοποιηθή από τον Tory Λόρδο Liverpool με το τέλος των ναπολεοντείων πολέμων και την πτώση της τιμής των δημητριακών και συντηρηθή εν τούτοις απ’τις κυβερνήσεις των Whigs, άφησε το συντηρητικό κόμμα χωρίς πρωτότυπη πρόταση. Το ελεύθερο εμπόριο είχε αγκαλιασθή κι από τις δύο παρατάξεις και με τα οικονομικά ν’ανθίζουν τα πολιτικά σλόγκαν είχαν φθαρή και καμία απ’τις δυο δεν πρωτοτυπούσε. Το 1872 ο Benjamin Disraeli, παλιός εσωτερικός αντίπαλός του Peel στο θέμα των δασμών, και αντίπαλος πλέον του Φιλελεύθερου William Gladstone σε μία ομιλία στο Crystal Palace ενεφάνισε την έννοια του αυτοκρατορισμού υπό την σύλληψη της αυτοκρατορικής συνομοσπονδίας―Imperial Federation:

Αὐτὲς οἱ ἐξώλες ἀποικίες θἆναι ἀνεξάρτητες, ἐπίσης, σὲ μερικὰ χρόνια, καὶ εἶναι μυλόπετρες γύρω ἀπ’τὸν λαιμό μας. Ποιά χρήσις τούτων τῶν ἀποικιακῶν βαριδιῶν ποὺ δὲν κυβερνοῦμε;  [These wretched colonies will be independent, too, in a few years, and are a millstone around our necks. What is the use of these colonial dead-weights which we do not govern?]

Ήταν διάχυτη η άποψη ότι όλες οι αποικίες θα γίνονταν ανεξάρτητες στο μέλλον και πάνω σε αυτό, την home rule, έπαιζαν οι Φιλελεύθεροι. Όμως και οι δύο παρατάξεις μίλαγαν: οι Συντηρητικοί κέρδισαν τα λαϊκά στρώματα της Βρεταννίας με την ιδέα μιας αυτοκρατορίας εθνών με κοινοβούλιο, οικονομικά σύνορα, κοινή πολεμική πολιτική και θαλάσσια αστυνόμευση αλλά δεν έπρατταν κατακτητικά εκμεταλλευόμενοι ουσιαστικά τις πράξεις των Ουίγων και του διαδόχου κόμματος των Φιλελευθέρων. Η διπλωματία των κανονιοφόρων, η κατάπνιξη εξεγέρσεων, η επέμβαση σε ξένες χώρες, η δημιουργία ναυτικών βάσεων για την προστασία του βρεταννικού εμπορίου ήταν δική τους πολιτική. Αντίθετα, ο ειρηνισμός που προέβαλε ο κοσμοπολιτισμός του Gladstone ήταν συντηρητική πρακτική: της παράταξης των Τόρυδων, των κληρικών, των μικροϊδιοκτητών και των γαιοκτημόνων. Το μόνο που επιθυμούσαν ήταν να ιππεύουν, να κυνηγούν και να δουλεύουν τη γη θεωρώντας κάθε πόλεμο ως διαβολική επινόηση των Ουίγων. Απλώς με την αρχή του 19ου αι. και τον ναπολεόντειο καισαρισμό και την συνεννόηση με την Ιερά Συμμαχία (που ήταν αντιμπεριαλιστική), την συνηγορία υπέρ του ελεύθερου εμπορίου και την κατάργηση της δουλείας αυτή η πολιτική γίνεται, τουλάχιστον στα λόγια, κτήμα των Φιλελευθέρων. Γι’αυτό και κάθε πολεμική επέμβαση πρέπει να δικαιολογείται ηθικώς όπως έκανε ο Λόρδος Palmerston ή ο Gladstone.  Και πράγματι ο Disraeli έμεινε πιστός στην αγγλική εξωτερική πολιτική που ήταν φιλοθωμανική και πλέον φιλαυστριακή ενὠ ταυτόχρονα απέφυγε την σύγκρουση με την Ρωσία.

Ο Schumpeter μετά την έκθεσην αυτήν του όρου, περνά να καταδείξει όπως και ο Constant, ότι ο ιμπεριαλισμός φωλιάζει στο ανθρώπινο ένστικτο και δεν είναι αιτιατό, αποτέλεσμα του καπιταλισμού. Αρχαία κράτη όπως η Αίγυπτος ιδρύθηκαν με πόλεμο. Μάλιστα τον αποσυνδέει από την θρησκεία, γι’ αυτό και η ανοχή και η αδιαφορία των Περσών και άλλων κατακτητών απέναντι στις τοπικές θρησκείες. Ακόμη και το Ισλάμ που έκαμε ιερό πόλεμο δεν προωθούσε τόσο τον μαζικό προσηλυτισμό και δεν εξόντωνε τους κατεκτημένους, αντιθέτως έτσι εξησφάλιζε την ύπαρξη μιας εργασιακής κάστας προς μίαν πολεμική. Η έννοια του dhimmi (προστατευομένου) το δείχνει αυτό. Είναι περισσότερο ένας  λαϊκός ιμπεριαλισμός μας λέει ο Schumpeter ο οποίος χαρακτηρίζει και τους γερμανικούς λαούς που ήσαν πολεμικοί για λόγους επιβίωσης και έγιναν πολεμηδόκοι με τις μεταναστεύσεις όπου διάφορες φυλές εισηγέρθησαν από κάποιον φύλαρχο. Η διαφορά από τους Άραβες είναι ότι συσχετίζονται με τους κατεκτημένους και απομακρύνονται αν δεν αντιτίθενται κιόλας στην κεντρική εξουσία―αυτό που ονομάζουμε φεουδαρχία, και δεν ενώνονται παρά μόνον εμπρός σε έναν κοινό κίνδυνο, όπως ξεπηδά η καρολίγγειος αυτοκρατορία ως αντίσταση στην μαυριτανική κατάκτηση. Ο ιμπεριαλισμός του Μεγάλου Αλεξάνδρου από την άλλη, είναι περισσότερο προσωπικός και δεν έχει διαφορά από την εξέγερση ενός σατράπη και τον σφετερισμό του θρόνου και την εγκαθίδρυση μιας καινούργιας δυναστείας. Η περίπτωση της Ρώμης είναι πιο πολύπλοκη. Ως αυτοκρατορία δεν χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη επιθετικότητα, περισσότερο από άμυνα. Η περίοδος της επέκτασης είναι της αγροτικής πολιτείας (rem publicum). Οι στρατιώτες δεν ανήκουν σε κάποια πολεμική νομαδική φυλή και αυτό που ονειρεύονται κατά την συνταξιοδότηση είναι ένα χωράφι ν’αποσυρθούν πίσω στην πατρίδα παρά στα σύνορα (παρότι η επέκταση έκανε την ρωμαϊκή αγροτική παραγωγή λιγότερο ανταγωνιστική). Εκείνος που ωφελείτο από την ιμπεριαλιστική πρακτική ήταν πλειότερο ο λαός της Ρώμης, που άγονταν και φέρονταν από την δημαγωγία. Ακριβώς εδώ, υποστηρίζει ο Schumpeter ευρίσκεται το πραγματικό αίτιο του ρωμαϊκού ιμπεριαλισμού: η κατοχή του κοινού αγρούagri publicum, της δημοσίας γής και η απαλλοτρίωση των αγροτών δημιουργούσε τις συνθήκες για την σύνταξη ενός συστήματος λατιφουντίων όπου μεγάλες εκτάσεις  καλλιεργούνταν από δούλους. Οι αγρότες που έμεναν χωρίς ιδιοκτησία επλήρουν την Ρώμη και οι στρατιώτες έμεναν χωρίς γαίες. Ήσαν λοιπόν οι μεγάλοι γαιοκτήμονες οι οποίοι ήσαν και γερουσιαστές που είχαν συμφέρον για την συνέχιση του πολέμου ο οποίος επιπλέον τους έφερνε και δούλους για τα χωράφια. Τελικά, καθώς ο πόλεμος έπρεπε να ενδυθή τις ιδέες της τιμής της πατρίδος, οι ύπατοι που έπαιρναν στα μάτια του λαού όλην την δόξα, έγιναν αυτοκράτορες.

Ο ιμπεριαλισμός της νεωτερικής απολυταρχίας γεννάται ως ένα αντίβαρο στην φεουδαρχία. Οι εξωτερικοί πόλεμοι, σταυροφορίες, δυναστικές αντιπαλότητες (όπως ο εκατονταετής πόλεμος) κράταγαν απασχολημένη την πολεμική αριστοκρατία, μακριά από ενδοκρατικές συγκρούσεις. Και έτσι έμεινε ο μονάρχης ως αρχηγός των όπλων. Στην Ρωσία που χαρακτηριζόταν από αγροτικές δημοκρατίες που καμία γραφειοκρατία δεν θα μπορούσε να ελέγξει, ο ιμπεριαλισμός δεν έγινε δυνατός παρά μόνον μετά την ανάρρηση στον θρόνο του Μεγάλου Πέτρου ως απόλυτου μονάρχη. Εν γένει ο πόλεμος είναι ο λόγος ύπαρξης της κυρίαρχης γραφειοκρατικής και στρατιωτικής τάξης. Οι διάφοροι λόγοι που συνήθως επικαλείται κανείς είναι εκ των υστέρων, είτε είναι η ένωση των Σλάβων, η προστασία των χριστιανών και η απελευθέρωσή αυτών από τον μωαμεθανικό ζυγό ή ακόμη η μυστικιστική σχέση του ρωσικού λαού με την Κωνσταντινούπολη. Ο πόλεμος γίνεται για το γόητρο του θρόνου.

O Schumpeter θα λέγαμε ότι ακολουθεί τον Constant απλώς εμπλουτίζει την επιχειρηματολογία του με ιστορικά και οικονομικά στοιχεία ώστε να απαντήσει στον Λένιν. Έτσι πριν να προχωρήσει στην επίμαχη περίοδο που εξετάζει ο τελευταίος, μας παρουσιάζει τι σημαίνει ελεύθερο εμπόριο ως καθαρή μορφή του κεφαλαιοκρατισμού. Φτειάχνει δηλαδή  έναν φαινομενικό τύπο ή ιδεότυπο έχοντας ήδη κάνει το ίδιο όπως είδαμε για τον ιμπεριαλισμό, το πνεύμα της κατάκτησης. Ξεκινά παρουσιάζοντας μίαν αφήγηση της κοινωνικής εξέλιξης στην Ευρώπη των νεωτέρων χρόνων, και κατόπιν  φτειάχνει τον ιδεότυπο της κεφαλαιοκρατίας και τον επανασυνδέει με την ιστορία. Η άνοδος της αστικής τάξης (έμποροι και τεχνίτες) παρήγαγε νέες κοινωνικές συμπεριφορές δίδοντας καινούργιο πλαίσιο για τους υφιστάμενους κοινωνικούς ρόλους. Η εργασία και δη η δουλειά της εργατικής κάστας δίδει το πρότυπο που θα αναπτυχθούν οι ομάδες των διανοουμενών[3]. Από εκεί που ήσαν συγκεκριμένα επαγγέλματα, εκείνα του θεωρητικού βίου (ιατροί, νομικοί, γραφειοκράτες) η κεφαλαιοκρατική επανάσταση ανοίγει νέες προοπτικές όπως του βιομηχανικού γραφειοκράτη ή χρηματιστή, του δημοσιολόγου κ.α. μέχρι του ραντιέρη που ζει από τις επενδύσεις του κεφαλαίου. Ουσιαστικά ο βίος γίνεται λιγώτερο πρακτικός και περισσότερο θεωρητικός: είναι το φαινόμενο της Rationalisierung του Max Weber. Η κοινωνική κινητικότης του κεφαλαιοκρατισμού χαλώντας τις κοινωνικές ιεραρχίες και τα προγονικά προνόμια δημιουργεί ένα δημοκρατικό πνεύμα και εξατομικεύει τον άνθρωπο που ξεριζωμένος καθώς είναι από την παράδοση των εθίμων ευρίσκεται αναγκασμένος να πάρει ορθολογικές αποφάσεις για να επιζήσει: o οικονομικός ορθολογισμός εξορθολογίζει όλο και περισσότερες σφαίρες του βίου. Κυρίως λόγω της εντατικοποίησης της εργασίας δεν περισσεύει ενέργεια να ξοδευθή στο πεδίο της μάχης. Οι ριζοσπάστες διανοούμενοι των κεφαλαιοκρατικών χωρών δίδουν ένα πιο ωφελιμιστικό νόημα στην έννοια του ειρηνισμού που υπήρχε στις θρησκευτικές ουτοπίες. Πλέον ο ίδιος ο πόλεμος δεν δικαιολογείται προς χάρη του ίδιου του πολέμου αλλά, προς χάρη λόγων συμφέροντος και ηθικής, όσο και υποκριτικοί κι αν είναι αυτοί οι τελευταίοι. Η ίδια η κάστα των βιομηχανικών εργατών λίγο ενδιαφέρεται για την υπεράσπιση των εστιών και πάνω σ’αυτό βασίζεται και η ίδια η σοσιαλιστική ιδεολογία που κάνει την εμφάνισή της. Η ίδια φιλειρηνική αντίληψη εμφανίζεται στις διεθνείς σχέσεις με την δημιουργία διεθνών οργανισμών, που όσο και να καταλήγουν σε φάρσα δείχνουν μία γενική τάση. Μάλιστα παρατηρεί το γεγονός ότι πρωτοστατούν στην ίδρυση αυτών οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής που είναι το λιγώτερο ιμπεριαλιστικό έθνος επειδή είναι κεφαλαιοκρατικό (σημειώνουμε ότι τα γράφει αυτά μόλις είχε ιδρυθή η Κοινωνία των Εθνών) και όποιο πολεμοκέλαδο ένστικτο οφείλεται στην ευρωπαϊκή (ήτοι, φεουδαρχική) καταγωγή των μεταναστών που το αποτελούν. Ο ιμπεριαλισμός λοιπόν εξυπηρετεί κυρίως την πολιτική τάξη. Αν ο οικονομικός ιμπεριαλισμός της Βενετίας ήταν αναπόφευκτα και πολεμικός, οφείλεται, γράφει ο Schumpeter στο περιβάλλον της εποχής (στρατιωτική κάλυψη των εμπόρων). Εν γένει ο πόλεμος κάνει κακό στην οικονομία. Αυξάνει τις ονομαστικές τιμές των εισοδημάτων αλλά ρίχνει την αγοραστική ισχύ, δηλαδή δημιουργεί πληθωρισμό. Όποια οικονομικά κέρδη φέρει ο πόλεμος υπερκεράζονται από τις ζημίες. Το ότι κάποιοι κεφαλαιοκράτες μπορούν να έχουν κέρδη δεν δικαιολογεί τον προσανατολισμό μιας κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας προς τον πόλεμο όπως υποστηρίζει ο Λένιν.

Καταρχήν λοιπόν υπό το καθεστώς του ελευθέρου εμπορίου καμία κοινωνική τάξη δεν ενδιαφέρεται για στρατιωτική εξάπλωση. Υπό καθεστώς ελευθέρου εμπορίου κάθε πρώτη ύλη, τρόφιμα κτλ. που έρχονται από το εξωτερικό είναι εξίσου προσιτά σαν να προέρχονταν από την ίδια την γη της χώρας. Δεν έχει σημασία αν είναι η αποικιοκρατία που το επιτυγχάνει αυτό. Η ίδια η κυριαρχία των θαλασσών δεν είναι κάτι περισσότερο από αστυνόμευση των θαλασσίων οδών. Ένας σιδηρόδρομος σε καιρό ειρήνης μπορεί να ευεργετήσει εξίσου ανθρώπους διαφορετικής εθνικότητας με τους συμπολίτες του κατασκευαστή. Αντίθετα σε καιρό πολέμου θα ευεργετεί εκείνον που την ελέγχει στρατιωτικά ανεξαρτήτως αν τον έχει κατασκευάσει ο ίδιος ή όχι. Τα κέρδη και οι μισθοί μπορεί να επιστρέφουν στην χώρα κατασκευής του αλλά είναι σπάνιο να εύρει όλο το κεφάλαιο και τα εργατικά χέρια στην δική του με αποτέλεσμα τα κέρδη να κατανέμονται. Υπό καθεστώς ελευθέρου εμπορίου το κέρδος βασίζεται στην αύξηση της προσφοράς των εμπορευμάτων χάρη στο καταμερισμό εργασίας που πραγματοποιείται μεταξύ των εθνών. Υπό το αυτό καθεστώς τα μονοπωλιακά συμφέροντα δεν ευρίσκουν κέρδη αφού μόνον διεθνή cartels είναι εφικτά, καθώς οι οικονομικοί ανταγωνισμοί δεν κείνται ανάμεσα σε έθνη μήτε σε ομόλογες κάστες μεταξύ εθνών. Υπό το καθεστώς του προστατευτισμού αντίθετα, τα οικονομικά συμφέροντα μπαίνουν στο οπλοστάσιο της πολιτικής και επομένως του ιμπεριαλισμού. Ο λόγος που οι επιχειρηματίες προτιμούν τον προστατευτισμό έγκειται στα βραχυπρόθεσμα οφέλη που αποκομίζουν. Η αιτία ωστόσο, έγκειται στο ότι φέρεται από ομάδες που σχετίζονται με μη-εμπορικά στοιχεία της κοινωνίας δηλαδή την φεουδαρχία, παρότι επηρεάζει και τους υπόλοιπους επιχειρηματίες και την εργατική τάξη. Ο προστατευτισμός ευνοεί την δημιουργία cartels και trusts. Ο επιχειρηματίας έχει μία σειρά πλεονεκτημάτων εντός των  cartels και των trusts όπως η απομείωση του κόστους παραγωγής ή την βελτίωση της θέσης ισχύος σε σχέση προς τις διεκδικήσεις των εργατών· το κύριο πλεονέκτημα όμως είναι το μονοπώλιο των τιμών. Στο εσωτερικό θέτει τις τιμές που τον συμφέρουν χωρίς ανταγωνισμό καθώς προστατεύεται από τους δασμούς πάνω στα ξένα προϊόντα, και έχει το περιθώριο στο εξωτερικό να ρίξει τις τιμές (dumping) ακόμη και κάτω του κόστους ώστε να καταστή εκείσε ανταγωνιστικός. Όλο αυτό συντηρεί έναν εθνικό επιθετικό ανταγωνισμό που δεν έχει πολύ σχέση με την φύση της οικονομικής δραστηριότητας.  Και ελλείψει cartel το οργανωμένο κεφάλαιο ανακαλύπτει ότι μπορεί να δανείζεται σε επιτόκιο κάτω από εκείνο της αγοράς όταν στέλνει το υπερπροϊόν της στο εξωτερικό (οπότε το συνάλλαγμα που εισέρχεται στην χώρα καλύπτει το «ακάλυπτο» πιστωτικό χρήμα της αυξημένης ρευστότητας) όποτε και όποιο ξένο κεφάλαιο εισέρχεται στην χώρα μπορεί να κατευθυνθή σ’επενδύσεις στο εξωτερικό. Αυτό παραδίδει την ισχύ στις μεγάλες τράπεζες που παίρνουν την θέση του trust. Ενώ γίνεται αδύνατον να δημιουργηθούν νέες επιχειρήσεις στο εσωτερικό, κεφάλαια οδηγούνται στο εξωτερικό σε νέες χώρες όπου γίνονται τόπος ενός άγριου ανταγωνισμού μεταξύ των εξαγωγικών χωρών και έτσι η πολιτική και η διπλωματία αναλαμβάνουν δράση ―το φαινόμενο που περιγράφει ο Λένιν. Εκεί που διαφοροποιείται ο Schumpeter είναι στο γεγονός του αιτίου. Η κεφαλαιοκρατική ανάπτυξη δημιουργεί επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακος αλλά με λίγες εξαιρέσεις δεν οδηγεί σε μία δίχως όρια συγκέντρωση που καταστρέφει τις υπόλοιπες. Η εξαγωγική μονοπωλιακή οικονομία δεν φύεται από έμφυτους στην κεφαλαιοκρατική ανάπτυξη νόμους. Το αίτιο λοιπόν είναι οι προστατευτικοί δασμοί και επομένως η πολιτική δράση που φυσικά αντανακλά τ’αντικειμενικά συμφέροντα των ενδιαφερομένων αλλά όμως παύει να λειτουργεί άπαξ οι ενδιαφερόμενοι αντιληφθούν το πραγματικό τους συμφέρον. Απαντώντας στον Λένιν, λέει ότι είναι πλάνη να θεωρεί κανείς τον ιμπεριαλισμό απαραίτητη φάση του κεφαλαιοκρατισμού ή αποτέλεσμά του. Ο Schumpeter αποδίδει την ύπαρξη των δασμών στα οικονομικά συμφέροντα της μοναρχίας. Ήσαν ένα είδος φορολόγησης των εμπόρων που αντιστοιχούσαν σε εμπορικά προνόμια και διατάγματα ασφαλούς διακίνησης. Η αστική τάξη που σχηματίστηκε συνέχισε να θεωρεί ευεργετική αυτή την σχέση με την μοναρχική αρχή. Από τον κανόνα δεν ξεφεύγουν οι εμποροκρατικές πολιτείες όπως η Βενετία και η Χανσεατική ένωση που είναι στρατιωτικές δυνάμεις συντεχνιακού χαρακτήρα. Το εμπόριο και η βιομηχανία θ’αναπτυχθούν μπολιασμένες από προ-κεφαλαιοκρατικές νοοτροπίες, για τον Schumpeter, ένα υπόλειμμα της φεουδαρχίας που υπάρχει ακόμη στο υπόστρωμα της Ευρώπης. Ο πνευματικός ποιμήν που ταιριάζει κανονικά στον αστό, τον bourgeois, είναι ο «ξεριζωμένος» διανοούμενος, μία φιγούρα ιδεολογικά ταλαντευομένη και συναισθηματικώς ασταθής. Απεναντίας τα φεουδαρχικά στοιχεία, ριζωμένα στη γη όπως ο παλαιός βίος, προσφέρουν έναν σταθερό προσανατολισμό. Ο καθορισμένος χαρακτήρ αυτών επιτρέπει σ’αυτά να ενσωματώσουν νέα στοιχεία, κάνει τους άλλους να τα υπηρετούν, τους δίδει με μία λέξη, γόητρο, κι είναι αυτό που αναζητεί ο αστός για να προσανατολισθή μέσα σε ένα μεταβαλλόμενο σύμπαν όπως το δικό του. Για αυτό και ο μονάρχης αφού πειθάρχησε την αριστοκρατία επέζησε της βιομηχανικής επανάστασης και της πολιτικής. Η bourgeoisie δεν κατάφερε να τον αντικαταστήσει, αν και δεν τον έκαμε αρχηγό της όπως η αριστοκρατία: ηρκέσθη να τού αφαιρέσει μέρος της εξουσίας του αλλά υπετάχθη σ’αυτόν. Είναι στο κράτος εκεί όπου η bourgeoisie αναζητεί καταφύγιο, προστασία εναντίον εξωτερικών ακόμη και εσωτερικών εχθρών. Η bourgeoisie επιζητεί την εύνοια του κράτους και έναντι υπηρετεί το κράτος ακόμη και αν αυτά διαφέρουν από τα δικά της. Κατά τον Schumpeter, o αστός είναι υπέρμαχος της αύξησης του πληθυσμού, επειδή χρειάζεται στρατιώτες ο μονάρχης· διψά για εθνική δόξα, επειδή ο μονάρχης χρειαζόταν κατακτήσεις για νά’ναι ένας νικηφόρος πολέμαρχος· δεν μπορεί να ξεφύγει απ’την προκατάληψη του χρυσού επειδή ο μονάρχης ήθελε νά’χει ποσότητες ως απόθεμα για τους πολέμους του. Επειδή το απολυταρχικό κράτος έδιδε σημασία στον έμπορο και τον βιομήχανο επειδή ήσαν πηγή φόρων και πίστωσης, σήμερα ακόμη και ο διανοούμενος που δεν έχει ίχνος ιδιοκτησίας θεωρεί το διεθνές εμπόριο όχι από την μεριά του καταναλωτή αλλά του εμπόρου και του εξαγωγέα. Επειδή ο μονάρχης ζούσε μέσα στον φόβο κάποιας εισβολής, ο σύγχρονος αστός αποδίδει επιθετικά σχέδια τους γειτονικούς λαούς. Η μοναρχία εκμάσσει τον αστό και αυτή η αναντιστοιχία μεταξύ της μορφής του και της πρακτικής του είναι που τον κάμει αδύναμο στην πολιτική, την τέχνη και το ύφος του βίου. Παρότι ο ίδιος απτόλεμος συνεργάζεται με την στρατοκρατία προμηθεύοντάς την με μέσα και η μείξη αυτή κεφαλαιοκρατίας και στρατοκρατίας δίδει τον ιμπεριαλισμό. Αυτά λέει ο Schumpeter, ο οποίος το 1942 στο Capitalism, Socialism & Democracy θα μεταβάλει λίγο την γενεαλογία του: η κεφαλαιοκρατία δημιουργείται από τον entrepreneur και συγκεκριμένα απ’την οικογενειακή επιχείρηση που αξιώνει να γίνει οίκος σύμφωνα με τα παλαιά, αριστοκρατικά πρότυπα. Η απομάκρυνση απ’αυτήν με τον σχηματισμό της απρόσωπης φίρμας οδηγεί σε μίαν πλειότερο σοσιαλιστική μορφή του κεφαλαιοκρατισμού όπου ο manager δηλαδή ο γραφειοκράτης παίρνει το πρωτείο. Το ίδιο το βήμα προς τον σοσιαλισμό έγινε απ’τους μεγάλους βιομηχάνους και τους διανοουμένους που δημιούργησε η κεφαλαιοκρατία.

Ο Schumpeter στο κείμενο του 1919 πατεί πάνω στο επιχείρημα του Constant και αντιτίθεται στον Λένιν και τον Μαρξ, όχι ως προς την εμπειρική πραγματικότητα―στην οποία συμφωνεί, αλλά στην μεθοδολογία: ο λόγος που μάς φαίνονται πιο πειστικοί οι μαρξιστές συνήθως είναι επειδή ξεκινούν με την εμπειρία―εκ των υστέρων, και σχηματίζουν έννοιες (concepts, Begriffe) από αυτήν. Αυτό έχει να κάνει με την διδασκαλία του Hegel σύμφωνα με την οποία η ιδέα του τραπεζιού ευρίσκεται εν δυνάμει μέσα στο δένδρο, λες και το δένδρο δεν μπορούσε να γίνει κάτι άλλο. Η χρήση της εμπειρίας γίνεται για ν’αμφισβητήσει κανείς κάποιες κανονιστικές αντιλήψεις όπως κάνει ο David Hume ή ο αρχαίος του πρόγονος, ο Σέξτος ο Εμπειρικός, οι οποίοι είναι σκεπτικιστές και δεν σχηματίζουν έννοιες. Γι’αυτό και δεν υπάρχει  λόγος ν’αμφισβητήσει κανείς τον Μαρξ στο σκεπτικιστικό κομμάτι του. Αντίθετα ο Schumpeter (όπως και ο Constant) φτειάχνει τις έννοιες του εκ των προτέρων (ιμπεριαλισμός, κεφαλαιοκρατισμός) και ερμηνεύει τα εμπειρικά δεδομένά βάσει αυτών. Παρότι ο ίδιος ο Schumpeter θυμίζει πάντοτε ότι περιγράφει μίαν τάση ώστε να προφυλάξει τον μεθοδολογία του, υπάρχει κίνδυνος να εκληφθή η μεθοδολογία ως πραγματικότητα όπως και γίνεται. Όπως η εμπειρική πραγματικότης δεν γεννά έννοιες έτσι και οι έννοιες δεν γεννούν την εμπειρική πραγματικότητα. Άλλωστε αυτή είναι η βασική κατηγορία που σύρει εναντίον της αστικοφιλελεύθερης σκέψης ο György Lukács στην αρχή του βιβλίου του με τίτλο ιστορία και συνείδηση της τάξης. Το ότι μόλις υποχωρήσει το κράτος και οι μονάρχες θά’ρθει ο «καθαρός καπιταλισμός» όπως λίγο-πολύ αφήνει να εννοηθή ο Schumpeter όχι μόνο δεν το είδαμε αλλά είδαμε περισσότερο αυτό που λέει ο ίδιος στο κείμενο του 1942, τον εκσοσιαλισμό του κεφαλαιοκρατισμού, συμφωνώντας πλειότερο με τον Μαρξ, και υποστηρίζοντας ότι ο κεφαλαιοκρατισμός βασίστηκε εν πολλοίς σε αξίες που προϋπήρχαν. Όπως και νά’χει, υπάρχει ένα φιλοσοφικό μυστικό: οι φιλοσοφικές έννοιες, οι ιδέες, δεν υπάρχουν· πολλώ μάλλον δεν θα φύγουν οι «κακές» για ν’αφήσουν τόπο στις «καλές» όπως πιστεύουν οι προοδευτικοί κάθε είδους. Οι έννοιες είναι εργαλεία περιγραφής και όχι κατασκευής που δεν εξαντλούν την ίδια την πραγματικότητα. Αν μάλιστα τις ταυτίσει κανείς με την πραγματικότητα πλειότερο την διαστρεβλώνει παρά την διακρίνει.

3. Taylor και Schmitt και το εμμενές του πολιτικού πράγματος 

Ο A.J.P. Taylor, συγγραφεύς του βιβλίου The Struggle for Mastery in Europe 1848-1918 έχει ένα μικρό κείμενο δημοσιευμένο το 1952 σχετικά με τον Οἰκονομικὸ ἰμπεριαλισμό, Economic Imperialism. Αμφισβητεί όπως ο Schumpeter την λενινιστική θέση ότι αίτιο του ιμπεριαλισμού είναι το οικονομικό κέρδος των επιχειρηματιών, χωρίς όμως να προσχωρήσει στο αντίθετο, ήτοι ότι η βασιλεία της οικονομίας θα τον καταστήσει παρωχημένο και άχρηστο κατά την φιλελεύθερη ή την μαρξιστική άποψη. Η κριτική του ή καλύτερα ο σκεπτικισμός του κατευθύνεται προς τον Hobson από τον οποίο άρπαξε ο Λένιν την ιδέα αυτή που είναι τόσο δημοφιλής σήμερα. Τόσο ο Hobson όσο και ο Λένιν είναι «μετά Χριστόν προφήτες». Όπως ο τελευταίος δημοσιεύει το δικό του πόνημα μετά το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου, ο πρώτος λαμβάνει ως αφορμή την περίπτωση του Cecil Rhodes του οποίου την εκμετάλλευση των διαμαντιών στο Transvaal ακολουθήσε με δική του προβοκάτσια ο πόλεμος των Boers. Στο ίδιο πνεύμα αλλά εμβριθέστερο είναι το βιβλίο του  H. N. Brailsford, The War of Steel and Gold: A Study of the Armed Peace (1914). Και οι δύο συγγραφείς υποστηρίζουν ότι ο ιμπεριαλισμός δεν ξεπλήρωσε το έθνος, αλλά τους επιχειρηματίες. Ο Taylor θεωρεί ότι μάλλον το αντίθετο έγινε. Οι Hobson/Brailsford/Λένιν επειδή βλέπουν από την μία την μεγάλη επέκταση της βρεταννικής αυτοκρατορίας κι από την άλλη μία μεγάλη εξαγωγή κεφαλαίου θεωρούν το δεύτερο γεγονός αίτιο του πρώτου. Όμως, κλέβουν: η επενδυτική δραστηριότητα εμφανίζεται πριν και μετά την επέκταση. Και σε καμία ομιλία, σε καμία επιστολή δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Ο κανών των Βρεταννών ήταν η ισχύς κι όχι το κέρδος. Το κεφάλαιο ήταν το εργαλείο για την υποστήριξη της αρχής αυτών εκείθεν των θαλασσών.

Όσοι εξήγησαν τον ιμπεριαλισμό με οικονομικούς όσους ήσαν οι ίδιοι ορθολογιστές, λέει ο Taylor, και έτσι αναζήτησαν μίαν ορθολογική ερμηνεία για την συμπεριφορά των άλλων. Αν ήσαν κεφαλαιοκράτες και πολιτικοί τόσο ορθολογικοί όσο αυτοί έτσι θα συμπεριφέρονταν. Κάποιοι μπορεί να τώχουν κάνει, νά’χουν πάρει τα κέρδη, συμφωνήσει με τον εχθρό και πεθάνει ήσυχοι στο κρεβάτι. Αλλά δεν έθεσαν το μοτίβο των γεγονότων. Μήτε ο Hobson μήτε ο Brailsford επιβεβαιώθηκαν από τα γεγονότα. Δεν περίμενε κανείς απ’τους δύο τον πόλεμο στην Ευρώπη. Ο ένας τον φανταζόταν στην Κίνα, ενώ για τον άλλο ήταν αδιανόητο οι ευρωπαίοι εργάτες ν’αλληλοσφαχθούν. Εκείνος που επιβεβαιώθηκε ήταν ο λιγώτερο μορφωμένος άλλα δημοφιλής επιφυλλιδογράφος Robert Blatchford. Όσο για τον Λένιν, αν και ορθολογιστής παρήτησε τον ορθολογισμό του για την εξουσία.«Αὐτὴ εἶναι τὸ ἀμάρτημα κι ὄχι ὁ ἰμπεριαλισμός. Εἶναι τελικὰ οἱ ὑψηλόνοες ἱεραπόστολοι ποὺ προκαλοῦν τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα, ὄχι οι κεφαλαιοκράτες. Καὶ πλειότερο οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐξουσίας ποὺ εἶναι καὶ ἱεραπόστολοι.»

Εκείνος που βλέπει επίσης το εμμενές του πολιτικού πράγματος στον ιμπεριαλισμό είναι ο Carl Schmitt. Στο ν τῷ ἐθνικῷ νόμῳ [διεθνῇ δικαίῳ][4] μορφές τοῦ συγχρόνου ἰμπεριαλισμοῦlkerrechtliche Formen des modernen Imperialismus  του 1932, λαμβάνει αφορμή από το κείμενο του Schumpeter περί ιμπεριαλισμού όπου ο τελευταίος θεωρεί ότι ο οικονομικός ιμπεριαλισμός των Αγγλοσαξώνων δεν είναι ιμπεριαλισμός, αλλά μία ειρηνική εξάπλωση, για να καταδείξει ότι αυτό είναι απλώς μία καινούργια μορφή ιμπεριαλισμού. Εστιάζει πάνω στο περίφημο δόγμα Monroe που από μία ρήτρα μη-παρεμβατισμού και απομονωτισμού των Η.Π.Α. έγινε εργαλείο παρέμβασης αν όχι και αποικιοκρατίας, και από μία μονομερή δήλωση του προέδρου των Η.Π.Α. το 1823 και μέρος του αμερικανικού πολιτικού νόμου  πέρασε στην Κοινωνία των Εθνών εκατό χρόνια αργότερα το 1919, ως μία συνεννόηση (entente) αρκετά ασαφής, η ερμηνεία της οποίας αφίεται στις ίδιες τις Η.Π.Α. Καταρχάς η αντίθεση πολιτικής και οικονομίας ερμηνεύτηκε ωσάν η οικονομική επέκταση είναι κάτι «απολιτικό» και ως εκ τούτου, «ειρηνικό». Αυτό όμως σημαίνει ότι αυτή προικίζεται με ένα στοιχείο νομιμοποιητικό. Μα αυτό, μας λέει ο Schmitt, είναι η ουσία του ιμπεριαλισμού. Αν το δούμε και εμπειρικά, λέει σ’ένα άλλο κείμενο, ννοια τοῦ πολιτικοῦder Begriff des Politischen, το εμπάργκο, ο εμπορικός ή πιστωτικός αποκλεισμός, οι κυρώσεις, οι «ειρηνιστικές» επεμβάσεις κ.α., δεν είναι αξιώσεις ισχύος; Αυτό που συνέβη είναι απλώς μία αλλαγή της μορφής του ιμπεριαλισμού. Το ευρωπαϊκό διεθνές δίκαιο μέχρι τουλάχιστον την σύσκεψη των Παρισίων  το 1856 για το τέλος του κριμαϊκού πολέμου οπότε και η οθωμανική αυτοκρατορία έγινε δεκτή στην «οικογένεια των εθνών» διέκρινε τον κόσμο σε χριστιανικά και μη κράτη. Από κει και πέρα λόγω της εξάπλωσης των ευρωπαϊκών κρατών σε «εξωτικές» χώρες η διάκριση αυτή εκκοσμικεύεται σε διάκριση ανάμεσα σε χώρες πολιτισμένες, μη πολιτισμένες και ημιπολιτισμένες. Αλλά αυτή η διάκριση δεν ήταν άλλο εξόν η μορφοποίηση του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού της εποχής: στις «ημιπολιτισμένες» χώρες η ιμπεριαλιστική αρχή ησκείτο υπό την μορφή του προτεκτοράτου· ενώ οι «απολίτιστες», ετύγχαναν μεταχείρισης αποικίας. Είναι οι Η.Π.Α. που αλλάζουν την μορφή του διεθνούς δικαίου στην διάκριση μεταξύ πιστωτών και χρεωστών. Οι ίδιες οι Η.Π.Α. πρώην αποικίες ξεκίνησαν ως χρεωμένη χώρα και όταν άλλαξε η θέση της όρισε και την καινούργια διάκριση. Το δόγμα Μονρώ λοιπόν, που συνέταξε ο τότε υπουργός εξωτερικών και μελλοντικός πρόεδρος  John Quincy Adams επί προεδρίας James Monroe, σε μία εποχή επαναστάσεων και ίδρυσης εθνικών κρατών στην λατινική Αμερική διεκήρυττε προς την Ευρώπη και την «Κοινωνία των Εθνών» της εποχής, την Ιερά Συμμαχία, μιλώντας εκ μέρους όλων των χωρών της αμερικανικής ηπείρου, ότι πλέον η ήπειρος δεν θα ήταν υποκείμενο αποικιοκρατίας από οποιαδήποτε ευρωπαϊκή δύναμη. Καμία επέμβαση δεν θα επιχειρούσαν στις υφιστάμενες κτήσεις των ευρωπαϊκών χωρών (όσες είχαν απομείνει) αλλά θα υπερασπίζονταν σαν να είναι έδαφος των ΗΠΑ, όσες ανεξάρτητες χώρες οι ίδιες οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν σ’αυτές την ανεξαρτησία «βάσει μεγάλης περισκέψεως και δικαίων αρχών». Εκείνη την εποχή ακουγόταν αστεία μία τέτοια διακήρυξη όταν οι ΗΠΑ δεν είχαν ούτε τον στρατό, ούτε το ναυτικό για να υποστηρίξουν κάτι τέτοιο. Ήταν η Μεγάλη Βρεταννία που το πήρε στα σοβαρά και έθεσε το ναυτικό της στην υπηρεσία του δόγματος, για να αντιτεθή στην Ιερά Συμμαχία (να θυμίσουμε εδώ ότι η Ρωσία, μέλος της συμμαχίας, είχε κτήσεις από την Αλάσκα μέχρι την Άνω Καλιφόρνια).  Αυτό που πέτυχε το δόγμα Μονρώ ήταν να θέσει την λατινική Αμερική υπό την ηγεμονία των Η.Π.Α. οι οποίες επινόησαν μίαν καινούργια δικαϊκή μορφή: «το σύμφωνο επέμβασης». Η εξαρτημένη χώρα μένει επίσημα κυρίαρχος, αλλά είναι υπό τον έλεγχο των Η.Π.Α. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η συνθήκη που υπέγραψε η Κούβα για την χειραφέτησή της από την αιγίδα της Ισπανίας. Το 1898 οι Η.Π.Α. κήρυξαν πόλεμο στην Ισπανία για ν’απελευθερώσουν την Κούβα και να σχηματίσουν έτσι ένα κυρίαρχο, ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος, και όλος ο κόσμος θαύμασε αυτό το μεγαλείο ψυχής των Αμερικανών. Η Κούβα ωστόσο θα αναγνώριζε το δικαίωμα των Η.Π.Α. να επεμβαίνουν, για να προφυλάσσουν την ανεξαρτησία και την τάξη στο νησί αλλά επίσης και να εγγυηθούν κάποιες πιστώσεις όπως επίσης να συντηρούν εκεί ναυτικές βάσεις. Έκτοτε οι Η.Π.Α. αποβιβάζονταν όποτε ήθελαν στο νησί, ακόμη για να εγγυηθούν τις εκλογές. Αυτό που παρατηρεί ο Schmitt είναι ότι οι Η.Π.Α. υποχρέωσαν κοινοβούλιο και κυβέρνηση, να περάσει το «δικαίωμα επέμβασης» στο Σύνταγμα της Κούβας, δηλαδή ήταν ταυτόχρονα κομμάτι του διεθνούς δικαίου και του εσωτερικού συνταγματικού δικαίου! Ο προστάτης της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας είναι ο ίδιος που τις καταργεί. Στον Παναμά οι Η.Π.Α. έφτειαξαν εκ του μηδενός κράτος για ελέγχουν την διώρυγα πολιτικώς. Αν οι Η.Π.Α. συμμετείχαν σε πόλεμο σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη, η Πολιτεία του Παναμά θα τις ακολούθαε ασχέτως αν είχε δεχθή επίθεση η ίδια ή όχι.

Αυτό που μας λέει ο Schmitt είναι ότι ουσιαστικά οι Η.Π.Α. μεταφέρουν στο διεθνές δίκαιο το πολιτικό: όπως το κράτος, ως δικαστής, προστατεύει την ιδιοκτησία έτσι και οι Η.Π.Α. προστατεύουν άλλες χώρες. Αυτό όμως, δηλαδή το να πάρει ένα κράτος την θέση του δικαστή ως διαιτητή (arbitrator) όσο και αντιμπεριαλιστικό κι αν φαίνεται, είναι αξίωση ισχύος. (Θα θυμίσω ότι πάνω στην αρχή της διαιτησίας θεμελιώνεται ο λόγος του κράτους: από τον αρχηγό της φυλής μέχρι τον podestà, τον μάγιστρο των ιταλικών πόλεων-κρατών.) Τόσο κεκαλυμμένη όμως που μάλιστα από ένα σημείο και μετά σε προσκαλούν! Όπως συνέβη κατά τον Μέγα Πόλεμο στην Ευρώπη―που ωνομάσθη από τους Αμερικανούς «Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος». Χαρακτηριστικό είναι ότι η Κοινωνία των Εθνών―Société des Nations, League of Nations, ιδρύθηκε, κατόπιν πρόσκλησης της Γαλλίας, από τις Η.Π.Α. του Woodrow Wilson οι όποιες όμως αφ’ενός επέμειναν να μπει στο άρθρο 21 ο σεβασμός προς το δόγμα Μονρώ[5], αφ’ ετέρου δεν μπήκαν τελικά οι ίδιες στον οργανισμό, με άρνηση του κοινοβουλίου των Η.Π.Α.. Δηλαδή οι Η.Π.Α. δεν λογοδοτούσαν στον οργανισμό και διατηρούσαν την θέση να αποφασίζουν για το διεθνές δίκαιο καθώς παρέμεναν έξω από το σύνολο των υπολοίπων[6]. Μάλιστα το σύμφωνο Kellogg-Briand απεκήρυσσε τον πόλεμο ως μέσο εθνικής πολιτικής. Δηλαδή μία επέμβαση αν ονομασθή «διεθνής» παύει να θεωρείται πόλεμος. Caesar dominus et supra grammaticam: ο Καίσαρ δεσπόζει και επί της γραμματικής. Δεν είναι απλός μακιαβελλισμός, λέει ο Schmitt: τέτοια αβρότης, τέτοια δεξιοτεχνία ταχυδακτυλουργίας με «ανοιχτές» έννοιες και να επιβάλλεις τον σεβασμό στους υπολοίπους λαούς, αποτελούν ένα ιστορικό φαινόμενο.

Το φαινόμενο αυτό θίγει ο Schmitt και στο κείμενο Μείζων περιοχὴ ἐναντίον καθολικότητος· Ἡ διεθνοδικαϊκή διαμάχη ἐπὶ τοῦ δόγματος ΜονρῶGroßraum gegen Universalismus. Der völkerrechtliche Kampf um die Monroedoktrin (1939) και μέσα στο βιβλίο του με τίτλο Ὁ νόμος τῆς γῆς ἐν τῷ ἐθνικῷ νόμῳ [διεθνῇ δικαίῳ] τοῦ δημοσίου νόμου τῆς ΕὐρωπῆςDer Nomos der Erde im lkerrecht des Jus Publicum Europaeum (1950), The Nomos of the Earth in the international law of Jus Publicum Europaeum. Για τον Schmitt ο χώρος συνδέεται με τον νόμο, την ενότητα της τάξης και του προσανατολισμού (εκ του νέμειν όθεν παίρνουμε τον νομάδα και τον νομό). Η ίδια η γή είναι θεμέλιο του νόμου ο οποίος επιπλέον την οργανώνει. Η θάλασσα αντιθέτως είναι ελεύθερη, άνομη, χώρος των πειρατών και οργανώνεται από την πλευρά της γής από τις θαλασσοκρατορίες τρέποντάς την σε περιοχή. Όταν «χαράσσουμε γραμμές» πάνω στους θαλάσσιους χάρτες  ή μιλούμε για «θαλάσσιους δρόμους» χρησιμοποιούμε ένα λεξιλόγιο της στερεάς γής. Ο σύνολος οργανωμένος χώρος αποτελεί μία μείζω περιοχήGroßraum. Το αυθεντικό δόγμα Μονρώ είχε τον χαρακτήρα ενός τέτοιου δικαίου σε σχέση με την μείζω περιοχή της αμερικανικής ηπείρου. Ήταν ο Πρόεδρος των Η.Π.Α. Theodore Roosevelt εκείνος που το απέσπασε από τον χώρο του και το σκοπό του όταν πρότεινε στον Ιάπωνα Βαρόνο Κανέκο Κεντάρω [金子 堅太郎] να προεκτείνει το δόγμα Μονρώ στην Άπω Ανατολή με σκοπό να ανοίξει τις θύρες της Κίνας στην είσοδο του αγγλοσαξωνικού κεφαλαίου. Κατά την τελευταία αυτή μεταμόρφωση του διεθνούς δικαίου η χωροδεσποτεία μένει ένα κενό δοχείο για τις κοινωνικοοικονομικές διεργασίες. Εγγύηση υπάρχει μόνον για τα εξωτερικά γεωγραφικά όρια της χωρικής μορφής όχι για το περιεχόμενό της, ήτοι την κοινωνικοοικονομική της υπόσταση. Αυτός ο χωρισμός πολιτικής και οικονομίας φαίνεται να εκφράζει το παραδοσιακό, γνωστό φθέγμα: «όσο το δυνατόν πιο πολύ εμπόριο, όσο το δυνατόν πιο λίγη πολιτική». Εσωτερικά σήμαινε την κυριαρχία μιας οικονομίας και μιας κοινωνίας ελευθέρων από το κράτος. Εξωτερικά δεν σήμαινε όμως μίαν κατάργηση του προστατευτισμού. Πλειότερο συνιστούσε μίαν έμμεσο εξάσκηση πολιτικής επιρροής. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα ελεύθερο εμπόριο του κράτους που χρησιμοποιεί στρατηγήματα όπως της «ανοιχτής πόρτας» και του «πιο αγαπημένου έθνους». Η συνθήκη των Βερσαλλιών μας δεικνύει ότι η πολιτική εμπορευματοποιείται αν δούμε το θέμα των πολεμικών αποζημιώσεων (μάλιστα σε συνάλλαγμα) και ηθικοποιείται αν δούμε την κατάργηση της έννοιας της αμνηστίας προς χάρη της τιμωρίας του ηττημένου. Η βασική αρχή του μέχρι τώρα ευρωπαϊκού διεθνούς δικαίου, που ήταν ο justus hostis―δίκαιος πολέμιος υποχωρεί έναντι του rogue stateαδεσπότου, αλιτηρίου κράτους. Για τον Schmitt η έννοια του νόμου ως χωρικής οργάνωσης χάνεται προς χάρη δικανικών και ηθικολογικών επιχειρημάτων όπως επίσης η πολιτική διάκριση μεταξύ πολέμου και ειρήνης που υποκαθίσταται από τον συνεχή (οικονομικοπολιτικό) ανταγωνισμό.  Ο Schmitt θεωρεί όπως και ο Constant ότι είναι με τον καισαρισμό του Βοναπάρτη  που τελειώνει η εποχή του περιωρισμένου πολέμου που χαρακτήριζε τον jus publicum europaeum (το νεώτερο ευρωπαϊκό διεθνές δίκαιο) καθώς συμπλέκεται ο πόλεμος με το ατομικό (εθνικιστικό) συναίσθημα, όμως δεν συμφωνεί ότι ατομοκεντρική εξέλιξη πηγαίνει προς την ειρήνη και αποδεικνύει ότι μάλλον μέσα στην φιλελεύθερη τάξη που ονειρεύεται ο Constant, πραγματώνονται οι χειρότεροι εφιάλτες του.

Έχοντας παρουσιάσει κάποιες βασικές θεωρητικές θέσεις πάνω στην σχέση πολέμου και εμπορίου, στη συνέχεια θα δούμε την πρακτική τους σχέση μέσα από τις κοινωνικοπολιτικές δομές ώστε να δείξουμε ότι το εμπόριο πλησιάζει τον ιδεότυπό του εκεί που συνυπάρχει με την πολιτική κατά διακριτό τρόπο ενώ η κυριαρχία του οδηγεί στο αντίθετο αποτέλεσμα.  

Γ. Α. Σιβρίδης

[1]Add.Mss.4950, p.280

[2] Η λέξη hasard της οποίας κάνει χρήση προέρχεται από την αραβική αζ-ζάρ (όπως και η λέξη ζάρι για τον κύβο) εν αντιθέσει προς την λέξη fortune που σημαίνει και περιουσία και που περιγράφει την τύχη με αναφορά στο μέλλον, ως προσδοκία.

[3] Είναι αυτό που μπορεί να εκφρασθή εγελομαρξιστικά, ότι ο Κύριος που διακινδυνεύει την ζωή του για το γόητρο χάνει τον λόγο ύπαρξής του και ο Δούλος, εκείνος που ζούσε τον κύριο με την δουλειά του, χειραφετείται.

[4]Η λέξη στα γερμανικά lkerrecht αντιστοιχεί στην αυθεντική λέξη του ρωμαϊκού δικαίου εθνικός νόμος ή ius gentium (νόμος των εθνών) για να περιγράψει αυτό που ονομάζουμε διεθνές δίκαιο.

[5]‘Nothing in this Covenant shall be deemed to affect the validity of international engagements, such as treaties of arbitration or regional understandings like the Monroe doctrine, for securing the maintenance of peace.’

[6]αυτό αρκεί για ν’αντιληφθούμε γιατί σήμερα οι Η.Π.Α. με τον Donald Trump θέλουν να βγούν από τους διεθνείς οργανισμούς που οι ίδιες ίδρυσαν

 

Σχόλια

σχόλια