Browse By

Frédéric Bastiat: Δύο ηθικές (Οικονομικά σοφίσματα σειρά Β’, ΙΙ)

 Φθάνοντας, αν φθάσει ποτέ, ο αναγνώστης στο τέλος του προηγούμενου κεφαλαίου, νομίζω ότι τον ακούω να στριγγίζει : «Ε καλά! Μην είναι άδικα που μέμφεται κανείς τους οικονομιστές ότι είναι στεγνοί και ψυχροί; Οποία εικονογράφηση της ανθρωπότητας! Τι άλλο! Η Υφαρπαγή (spoliation) θα ήταν μια μοιραία δύναμη, σχεδόν φυσιολογική, που παίρνει πάσα μορφή, που ασκείται υπό πάσα αφορμή, έξω από τον νόμο και με το νόμο, που καταχράται τα πιο ιερά πράγματα, που εκμεταλλεύεται εναλλάξ την αδυναμία και την ευπιστία, και που προοδεύει σε αναλογία με την αφθονία αυτής της διπλής τροφής τριγύρω της! Μπορεί κανείς να φτιάξει για τον κόσμο πιο θλιβερή ζωγραφιά;»

Το ερώτημα δεν είναι να γνωρίζεις εάν είναι θλιβερή, αλλά εάν είναι αληθής. Η ιστορία είναι δω για να το πει.

Είναι αρκετά ιδιόμορφο ότι εκείνοι που ξεφωνίζουν την πολιτική οικονομία (ή τον οικονομισμό, όπως τους ευχαριστεί να ονοματίζουν τούτη την επιστήμη) επειδή μελετά τον άνθρωπο και τον κόσμο όπως είναι, ωθούν πορρωτέρω αυτής την απαισιοδοξία, τουλάχιστον ως προς το παρελθόν και το παρόν. Ανοίξτε τα βιβλία και τις εφημερίδες τους. Τι βλέπετε σ’ αυτά; Την επιθετικότητα, το μίσος έναντι της κοινωνίας· μέχρι εκεί που η ίδια η λέξη «πολιτισμός» είναι γι’ αυτούς συνώνυμη αδικίας, αταξίας και αναρχίας. Ήλθαν για να καταραστούν την ελευθερία, τόσο λίγη εμπιστοσύνη έχουν στην ανάπτυξη της ανθρώπινης φυλής, αποτέλεσμα της φυσικής της οργάνωσης. Η ελευθερία! Είναι αυτή, σύμφωνα με εκείνους, που μας ωθεί όλο και πλέον προς την άβυσσο.

Είναι αλήθεια πως είναι αισιόδοξοι για το μέλλον. Γιατί εάν η ανθρωπότης, ανίκανη από μόνη της, πηγαίνει τον λάθος δρόμο εδώ και έξι χιλιάδες χρόνια, ένας μύστης ήλθε, στον οποίο εσημάνθη η οδός της Σωτηρίας και, αρκεί λίγο το ποίμνιο να είναι υπάκουο στη ράβδο του ποιμένος, θα οδηγηθή σε εκείνη την γη της επαγγελίας όπου το ευ ζείν πραγματοποιείται δίχως κόπο, όπου η τάξη, η ασφάλεια και η αρμονία είναι το εύκολο τίμημα της απροβλεψίας.

Δεν χρειάζεται για την ανθρωπότητα παρά να συναινέσει σε αυτό που οι μεταρρυθμιστές αλλάζουν, την, όπως λέγει ο Rousseau, φυσική και ηθική της σύσταση.

Η οικονομία εξ ουδενός έλαβε ως αποστολή να αναζητήσει αυτό που θα ήταν η κοινωνία εάν ο Θεός είχε φτιάξει τον άνθρωπο διαφορετικά από ό, τι τον ευχαρίστησε να τον φτιάξει. Ίσως να δίδει στα νεύρα που η Πρόνοια είχε λησμονήσει να καλέσει στη Γένεση, μες τις συμβουλές τους, κάποιους από τους συγχρόνους μας οργανωτές. Και πώς η ουράνια μηχανική θα ήταν όλως διαφορετική εάν ο Κτίστης είχε συμβουλευτή τον Αλφόνσο τον Σοφό· ομοίως, εάν δεν είχε αμελήσει τις απόψεις του Fourier, η κοινωνική οργάνωση δεν θα έμοιαζε σε τίποτε εκείνης όπου είμαστε αναγκασμένοι να αναπνέουμε, να ζούμε και να συγκινούμαστε. Αλλά εφόσον είμαστε σε αυτήν, εφόσον in eo vivimus, movemur et sumus, δεν μας απομένει παρά να μελετήσουμε τους νόμους, κυρίως αν η βελτίωσή της εξαρτάται ουσιωδώς απ’ αυτή τη γνώση.

Δεν μπορούμε να εμποδίσουμε η καρδιά τ’ ανθρώπου να είναι μια εστία ακόρεστων επιθυμιών.

Δεν μπορούμε να κάνουμε τις επιθυμίες, για να ικανοποιηθούν, να μην απαιτούν εργασία.

Δεν μπορούμε να αποφύγουμε ο άνθρωπος να μην έχει τόσο αποστροφή προς την εργασία όσο και έλξη προς την ικανοποίηση.

Δεν μπορούμε να εμποδίσουμε, από αυτήν την οργάνωση, να μην απορρέει ένας αιώνιος αγώνας μεταξύ των ανθρώπων για να αυξάνουν τα μέρη της ευτυχίας, απορρίπτοντας, με την ισχύ και τη μήτιν, των μεν προς τους δε, τον φόρτο του πόνου.

Δεν εξαρτάται εξ ημών να εξαφανίσουμε την Παγκόσμιο Ιστορία, να πνίξουμε τη φωνή του παρελθόντος που μαρτυρεί ότι τα πράγματα συνέβηκαν έτσι εξ αρχής. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι ο πόλεμος, η δουλεία, η υποτέλεια, η θεοκρατία, η κατάχρηση εξουσίας, οι προνομίες, οι απάτες πάσης φύσεως και τα μονοπώλια, δεν ήσαν οι αδιαμφισβήτητες και τρομερές εκδηλώσεις ετούτων των δυο συναισθημάτων μες στην καρδία τ’ ανθρώπου: έλξη προς τις ηδονές· αποστροφή προς τον κάματο.      

«Ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου.» Αλλά καθείς θέλει περισσότερο άρτο και λιγότερο ιδρώτα το δυνατόν. Είναι το συμπέρασμα της Ιστορίας.

            Χάρις τῷ Θεῷ, η Ιστορία δεικνύει επίσης ότι η διαμοίραση των ηδονών και των πόνων τείνει να γίνεται με έναν τρόπο ολοένα και πλέον ισομερή μεταξύ των ανθρώπων.

            Εκτός αν αρνηθούμε τη λάμψη του ηλίου, πρέπει να παραδεχθούμε ότι η κοινωνία έκανε, υπό αυτήν τη σχέση, μια κάποια πρόοδο.

            Εάν έχει ούτως, υπήρξε μια φυσική και προνοητική δύναμη, ένας νόμος που έκανε την αρχή της αδικίας να υποχωρεί ολοένα και περισσότερο και να πραγματώνει την αρχή της δικαιοσύνης ολοένα και περισσότερο.

            Λέγουμε ότι αυτή η δύναμη είναι μες στην κοινωνία και ότι ο Θεός την τοποθέτησε σε αυτήν. Εάν δεν ήταν σε αυτήν, θα καταντούσαμε, όπως οι ουτοπιστές, να την ερευνήσουμε μες στα τεχνητά μέσα, μες στις ανακατατάξεις που απαιτούν την εκ των προτέρων αλλοίωση της φυσικής και ηθικής σύστασης τ’ανθρώπου, ή καλύτερα θα θεωρούσαμε αυτήν την έρευνα άχρηστη και μάταια, επειδή δεν μπορούμε να αντιληφθούμε την δράση ενός μοχλού δίχως σημείο στήριξης.

            Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να σημάνουμε την ευποιητική δύναμη που τείνει προοδευτικά να υπερκεράσει την κακοποιό δύναμη, στην οποία δώσαμε το όνομα της υφαρπαγής, και της οποίας την παρουσία έχει κατά πολύ εξηγήσει ο λογισμός και καταμαρτυρήσει η εμπειρία.

            Πάσα κακοποιός πράξη έχει αναγκαίως δύο όρους: το σημείο όθεν ορμάται και το σημείο όπου καταλήγει· τον άνθρωπο που ασκεί την πράξη, και τον άνθρωπο επί του οποίου ασκείται η πράξη· ή, όπως λέγει το σχολείο, τον ποιούντα και τον πάσχοντα.

            Υπάρχουν λοιπόν δύο περιπτώσεις για να καταργηθή η κακοποιός πράξη: η εκούσια αποχή του ποιούντος όντος, και η αντίσταση του πάσχοντος όντος. 

            Ένθεν δύο ηθικές που, πόρρω απέχουν για να αντιμάχονται, συνδράμουν: η θρησκευτική ή φιλοσοφική ηθική, και η ηθική που θα επιτρέψω εμαυτόν να ονομάσει οικονομική.

            Η θρησκευτική ηθική, για να φθάσει στην κατάργηση της κακοποιού πράξης, απευθύνεται στον δημιουργό, στον άνθρωπο ως ποιούντα. Λέγει σε αυτόν: «Διορθώσου· εξαγνίσου· σταμάτα να κάνεις το κακό· κάνε το καλό, δάμασε τα πάθη σου· θυσίασε τα συμφέροντά σου· μην καταπιέζεις τον πλησίον σου καθώς χρέος σου είναι να αγαπάς και να ανακουφίζεις·  να είσαι δίκαιος κατ’ αρχάς, και ελεήμων κατόπιν.»  Αυτή η ηθική θα είναι αϊδίως η πλέον όμορφη, η πλέον ευαίσθητη, εκείνη που θα καταδείξει την ανθρώπινη φυλή μες σ’ όλην την υψηλότητά της· που προσφέρει πλείστα στις κινήσεις της ευγλωττίας και διεγείρει πλείστα τον θαυμασμό και τη συμπάθεια των ανθρώπων.

            Η οικονομική ηθική φιλοδοξεί στο ίδιο αποτέλεσμα, αλλά απευθύνεται κυρίως στον άνθρωπο ως πάσχοντα. Καταδεικνύει σε αυτόν τα αποτελέσματα των ανθρωπίνων δράσεων, και, με αυτήν την απλή έκθεση, του δίδει το ερέθισμα να αντιδρά έναντι εκείνων που τον πληγώνουν, να τιμά εκείνες που του είναι ωφέλιμες. Πασχίζει να χύσει αρκετή λογική, φως, και δίκαια πρόκληση μες στην καταπιεζόμενη μάζα για να κάνει όλο και πλέον την καταπίεση δύσκολη και επικίνδυνη.

            Πρέπει να σημειώσω ότι η οικονομική ηθική επίσης, δεν αφήνει να δρας έναντι του καταπιεστή.  Μια κακοποιός πράξη παράγει αγαθά και δεινά· δεινά για εκείνον που τα υποφέρει, και αγαθά για εκείνον που τα ασκεί, δίχως τον οποίο δεν θα παράγονταν. Αλλά τους χρειάζονται πολλά για να υπάρξει αντιστάθμιση. Το σύνολο των δεινών το μεταφέρει πάντοτε, και αναγκαστικά, επάνω σε εκείνο των αγαθών, επειδή η ίδια η άσκηση της καταπίεσης επισύρει την απώλεια δυνάμεων, δημιουργεί κινδύνους, προκαλεί αντίποινα, απαιτεί δαπανηρές προφυλάξεις. Η απλή έκθεση των αποτελεσμάτων δεν περιορίζεται στο να προκαλέσει την αντίδραση των καταπιεζομένων, θέτει από την πλευρά της δικαιοσύνης όλους εκείνους των οποίων η καρδιά δεν έχει διαστραφή, και συγχέει τους ίδιους τους καταπιεστές.

            Αλλά μπορούμε άνετα να συλλάβουμε ότι αυτή η ηθική, πλειότερο δυνητική παρά ρητή, αυτή δεν είναι εν τέλει παρά μια επιστημονική απόδειξη·  αυτή-δω θα έχανε ακόμη και την ίδια της την αποτελεσματικότητα, αν άλλαζε χαρακτήρα· αυτή-δω δεν απευθύνεται στην καρδία, αλλά στη διάνοια· αυτή-δω δεν επιζητεί να πείσει, αλλά να βεβαιώσει· αυτή-δω δεν δίδει συμβουλές, αλλά αποδείξεις· αυτής-δω η αποστολή δεν είναι να συγκινήσει αλλά να διαφωτίσει, και αυτή-δω δεν κερδίζει επί της φαυλότητας άλλη νίκη από το να της στερεί τις προμήθειες : μπορούμε άνετα να συλλάβουμε, λέγω, ότι αυτή η οικονομική ηθική κατηγορήθηκε για ψυχρότητα και πεζότητα.

            Η μομφή είναι αληθινή δίχως να είναι δίκαια. Επανέρχομαι να πω ότι η πολιτική οικονομία δεν λέγει τα πάντα, δεν αγκαλιάζει τα πάντα, δεν είναι η παγκόσμια επιστήμη. Αλλά ποιος λοιπόν έχει ποτέ επιδείξει, στο όνομά της, μια διεκδίκηση τόσο εξωφρενική;

            Η κατηγορία δεν θα ήταν θεμελιωμένη παρά μόνο όσο η πολιτική οικονομία θα παρουσίαζε τις μεθόδους της ως αποκλειστικούς, θα είχε την έπαρση, όπως λέμε, να απαγορεύει στην φιλοσοφία και την θρησκεία όλα τα κατάλληλα και άμεσα μέσα να δουλεύουν για την τελειοποίηση του ανθρώπου.

            Ας παραδεχθούμε λοιπόν την ταυτόχρονη δράση της επακριβώς ειπωμένης ηθικής, και της πολιτικής οικονομίας, η μία που μαραίνει την κακοποιό πράξη στο κίνητρό της, με την όψη της ασχήμιάς της, η άλλη που αφαιρεί την κύρωσή της στις πεποιθήσεις μας με τον πίνακα των αποτελεσμάτων της.

            Ας ομολογήσουμε ακόμη ότι ο θρίαμβος του θρησκευτικού ηθικιστή όταν πραγματώνεται, είναι πιο όμορφος, πιο παρηγορητικός και πιο ριζοσπαστικός. Όμως είναι δύσκολο να μην αναγνωρίσουμε ότι εκείνη της οικονομικής επιστήμης δεν είναι πιο εύκολη και βέβαιη.

            Μέσα σε λίγες αράδες που αξίζουν πλειότερο από πολλές παχέων τόμων, ο Jean-Baptiste Say είχε ήδη παρατηρήσει ότι, για να σταματήσουμε την αταξία που εισηχθή από την υποκρισία μες στην έντιμη οικογένεια, υπήρχαν δύο μέσα: να διορθώσεις τον Tartuffe, ή να αφυπνίσεις τον Orgon. Ο Molière, αυτός ο μέγας ζωγράφος της ανθρώπινης καρδιάς, φαίνεται να είχε συνεχώς υπ’ όψιν την δεύτερη μέθοδο ως την πλέον αποτελεσματική.

            Ούτως έχει και επάνω στο θέατρο του κόσμου.        

            Πείτε μου τι έκανε ο Καίσαρ, και θα σας πω αυτό που ήταν οι Ρωμαίοι του καιρού του.

            Πείτε μου τι επιτυγχάνει η σύγχρονη διπλωματία, και θα σας πω την ηθική κατάσταση των εθνών.

            Δεν θα πληρώναμε κοντά στα δύο δισεκατομμύρια φόρων, αν δεν δίδαμε αποστολή να τους ψηφίσουν σε αυτούς που τους τρώνε.

            Δεν θα είχαμε όλες τις δυσκολίες και όλες τις κατηγορίες του αφρικανικού ζητήματος, αν ήμασταν καλά πεπεισμένοι ότι δύο και δύο κάνουν τέσσερα στην πολιτική οικονομία όπως στη αριθμητική.  

            Ο κ. Guizot δεν θα είχε την ευκαιρία να πει: Η Γαλλία είναι αρκετά πλούσια για να πληρώσει τη δόξα της, εάν η Γαλλία δεν ήταν ερωτευμένη με την ψευδή της δόξα. 

            Ο ίδιος Κρατικός άνδρας ουδέποτε θα είχε πει: Η ελευθερία είναι αρκετά ακριβή ώστε η Γαλλία να μην εμπορεύεται, εάν η Γαλλία καταλάβαινε καλά ότι βαρύς προϋπολογισμός και ελευθερία είναι πράγματα ασυμβίβαστα.

            Δεν είναι, όπως κανείς νομίζει, οι μονοπωλητές, αλλά οι μονοπωλούμενοι εκείνοι που συντηρούν τα μονοπώλια.

            Και, όσον αφορά τις εκλογές, δεν είναι επειδή υπάρχουν διαφθορείς που υπάρχουν διεφθαρμένοι, αλλά το ανάποδο· και η απόδειξη είναι ότι οι διεφθαρμένοι πληρώνουν όλα τα έξοδα της διαφθοράς. Δεν θα ήταν διόλου σε αυτούς να τη σταματήσουν;

            Η θρησκευτική ηθική να αγγίζει λοιπόν την καρδιά, αν το μπορεί, των Tartuffes, των Καισάρων, των αποικιοκρατών, των αργόμισθων, των μονοπωλητών, κτλ. Το χρέος της πολιτικής οικονομίας είναι να διαυγάζει τα θύματά τους.

            Εκ των δύο μεθόδων, ποια είναι εκείνη που δουλεύει πιο αποτελεσματικά στην κοινωνική πρόοδο; Πρέπει να το πω; Νομίζω ότι είναι η δεύτερη. Νομίζω ότι η ανθρωπότης δεν μπορεί πλέον να διαφύγει από την ανάγκη να μάθει κατ’ αρχάς την αμυντική ηθική.

            Έχω καλώς κοιτάξει, διαβάσει, παρατηρήσει, ρωτήσει, δεν βλέπω καμία κατάχρηση που να ασκείται υπό μια κλίμακα πιο ευρεία, που να έχει αφανισθή από την εκούσια αποκήρυξη εκείνων που ωφελούνται.

            Βλέπω πολλούς, αντιθέτως, οι οποίοι υποχωρούν στην ανδρεία αντίσταση εκείνων που υποφέρουν.

            Να περιγράψεις τις συνέπειες των καταχρήσεων, είναι λοιπόν το μέσο το πλέον αποτελεσματικό για να τις καταστρέψεις. Και κατά πόσο αυτό είναι αληθές, κυρίως όταν πρόκειται περί καταχρήσεων που, όπως το καθεστώς της απαγόρευσης, επιβάλλοντας πραγματικά δεινά στις μάζες, δεν περιέχουν, για κείνους που νομίζουν ότι ωφελούνται, παρά ψευδαίσθηση και εξαπάτηση!

            Κατόπιν αυτού, το είδος αυτό της εξηθίκευσης θα πραγματώσει μονάχο του όλη την κοινωνική τελείωση στην οποία η συμπαθητική φύση της ανθρώπινης ψυχής και των πιο ευγενών της ιδιοτήτων ελπίζουν και προβλέπουν; Πόρρω απέχω από το να το ισχυριστώ. Ας αποδεχθούμε την πλήρη διάδοση της αμυντικής ηθικής, της ιδέας εν τέλει, η γνώση των ευνόητων συμφερόντων να είναι πάντοτε σε συμφωνία με την γενική ωφελιμότητα και τη δικαιοσύνη.  Αυτή η κοινωνία, μολονότι θα μπορούσε να ήταν βεβαίως πολύ λίγο ελκυστική ως εύτακτη, σε αυτή δεν θα υπήρχαν πλέον κατεργάρηδες, μόνο και μόνο επειδή δεν θα υπήρχαν κορόιδα·  σε αυτή η φαυλότης, πάντοτε λανθάνουσα και ούτως ειπείν, μουδιασμένη από την πείνα, θα είχε την ανάγκη μονάχα κάποιου τροφίμου για να ξαναζήσει· σε αυτή, την φρόνηση του καθενός θα διέτασσε η επαγρύπνηση όλων, και σε αυτή, τέλος, η μεταρρύθμιση που διακανονίζει τις εξωτερικές πράξεις αλλά σταματά στην επιδερμίδα, δεν θα είχε διατρυπήσει τις συνειδήσεις μέχρι βάθους. Μια τέτοια κοινωνία μας φαίνεται κάποτε υπό την  φυσιογνωμία ενός από τους ακριβείς, αυστηρούς, δικαίους της ανθρώπους, έτοιμους να απωθήσουν και τον πιο ελαφρύ σφετερισμό των δικαιωμάτων τους, ικανούς να μην αφήσουν καμία πλευρά να τους θίξει. Τον εκτιμάτε· τον θαυμάζεται ίσως· θα τον κάνατε βουλευτή σας, δεν θα τον κάνατε φίλο σας.

             Οι δύο ηθικές, αντί να αποδοκιμάζονται άμφω, να δουλεύουν λοιπόν σε συμφωνία, επιτιθέμενες στην φαυλότητα από δύο πόλους. Ενόσῳ οι οικονομιστές ποιούν το έργο τους,  ανοίγουν τα μάτια των Orgons, εκριζούν τις προκαταλήψεις, μελετούν και εκθέτουν την αληθινή φύση των πραγμάτων και των δράσεων, ο θρησκευτικός ηθικολόγος θα πραγματοποιεί, απ’ την πλευρά του, τις πιο ελκυστικές αλλά πιο δύσκολες εργασίες του. Να επιτίθεται στην αδικία, σώμα με σώμα· να την ακολουθεί μες στις ίνες τις πλέον λυμένες της καρδίας· να ζωγραφίζει τις χάρες τις ευεργεσίας, της αυταπάρνησης, της αφοσίωσης· να ανοίγει τη πηγή των αρετών εκεί όπου δεν μπορούμε παρά να εξαντλήσουμε την πηγή των ελαττωμάτων, είναι το χρέος της, είναι ευγενές και όμορφο. Όμως γιατί θα κατήγγειλε την ωφελιμότητα του χρέους που μας έχει ανατεθεί;

            Μέσα σε μια κοινωνία όποιος, δίχως να είναι ενδόμυχα ενάρετος, θα ήταν εν τούτοις εύτακτος από τη δράση της οικονομικής ηθικής (που είναι η γνώση της οικονομίας του κοινωνικού σώματος), οι τύχες της προόδου δεν θα ανοίγονταν εμπρός στην θρησκευτική ηθική;

            Η έξις, λέγεται, είναι μια δευτέρα φύσις.

            Μια χώρα, όπου το μακρύ χέρι του καθενός δεν θα είχε συνηθίσει την έλλειψη δικαιοσύνης από τη απλή αντίσταση ενός φωτισμένου κοινού, θα μπορούσε να είναι ακόμη θλιβερή. Όμως θα ήταν έτοιμη να αποδεχθή μια διδασκαλία πιο εξυψωμένη και πιο αγνή. Είναι μια μεγάλη διαδρομή προς το αγαθό από εκεί που έχει ξεσυνηθίσει το κακό. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να μένουν στατικοί. Αποσπώντας εαυτούς από την οδό της φαυλότητας, καθώς δεν θα οδηγούσε πλέον παρά στην αισχρότητα, θα αισθάνονταν όλο και περισσότερο την έλξη της αρετής.

            Η κοινωνία οφείλει ίσως να περάσει από αυτή την πεζή κατάσταση όπου οι άνθρωποι θα εξασκούσαν την αρετή με τον υπολογισμό, για να εξυψωθούν σε εκείνη την περιοχή την πλέον ποιητική, όπου δεν θα είχε πλέον την ανάγκη αυτού του κινήτρου.

(απόδοση από τα γαλλικά, Γ.Α.Σιβρίδης)

 

 

 

 

 

 

 

Σχόλια

σχόλια