Browse By

Georg Simmel: Η αξία και το χρήμα [Φιλοσοφία του χρήματος, Philosophie des Geldes, 1900],

[σύνοψη]

Το γεγονός ότι τα πράγματα υπεισέρχονται ως φυσικές πραγματικότητες βασίζεται σε ένα αξίωμα: ότι η ποικιλία των ποιοτήτων τους φέρεται από την ενότητα μιας ουσίας (πχ η ισότης έναντι των νόμων της φύσεως, η διατήρηση της ύλης και της ενεργείας, τα ίσα δικαιώματα κτλ). Εν τούτοις, αυτή η γενική ισότης θραύεται όταν τα πράγματα ιεραρχούνται σύμφωνα με αξίες. Αυτή η ιεράρχηση δεν έχει καμία σχέση με τα φυσικά περιεχόμενα των πραγμάτων. Η φύσις μας δίδει τα αντικείμενα των εκτιμήσεων μας με την ίδια αδιαφορία που μπορεί να μας τα αρνηθή. Π.χ. το γεγονός της γέννησης ή του θανάτου της αγαπημένης μου, είναι άσχετο με το γεγονός ότι την ερώ, ότι δηλαδή την έθεσα πιο ψηλά από τις υπόλοιπες γυναίκες. Από αυτό αντιλαμβάνομαι πως υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στο υποκείμενο που αξιοποιεί και αξιολογεί και το αντικείμενο που ανήκει στην φύση. Είναι η γνωστή διαφορά πνεύματος-ύλης. Εδώ ο Simmel δεν βασίζεται μόνο στον Kant, αλλά και στον Carl Menger, πατριάρχη των αυστριακών οικονομικών και της ‘υποκειμενικής θεωρίας της αξίας’, που φυσικά έρχεται σε αντιπαράθεση με τον Hegel και τον Marx.

Η αξία είναι κάτι σαν συμμετρικό του είναι. Το γεγονός ότι θέτω ένα πράγμα με συγκεκριμένες ποιότητες ως αντικείμενο της σκέψης μου και λέω ότι υπάρχει, ή ότι είναι πολύτιμο, δεν επιπροσθέτω τίποτε καινούργιο στις ποιότητές του. Μολονότι η αξία όπως και το είναι δανείζονται το υλικό τους από τον αντικειμενικό κόσμο των καθαρών περιεχομένων, τα ίδια έχουν ένα θεμελιώδη χαρακτήρα: πρώτον, ότι δεν μπορεί το ένα να αναχθή στο άλλο, ούτε σε πιο απλά στοιχεία. Αισθανόμαστε, ζούμε και πιστεύουμε αλλά δεν μπορούμε να αποδείξουμε λογικά σε κάποιον άλλο αυτή την πρωταρχική δραστηριότητα της αναπαράστασης. Το ίδιο συμβαίνει με την αξία. Μπορούμε σίγουρα να δικαιολογήσουμε γιατί υπάρχει ένα πράγμα για εμάς ή γιατί μας είναι πολύτιμο, συσχετίζοντας λογικά αυτό με άλλα πράγματα, αλλά δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι τέτοιο αν δεν είχαμε αποδώσει κατ’ αρχάς στο συγκεκριμένο πράγμα ύπαρξη ή αξία. Τόσο το Είναι όσο και η Αξία εκφράζουν το ίδιο πράγμα, την απόλυτη substantia χωρίς τα δύο τους να συσχετίζονται, καθώς εξυπηρετούν διαφορετικούς στόχους, μιλούν δύο διαφορετικές γλώσσες.  Κάτω από την αξία και την πραγματικότητα υπάρχει ό, τι είναι κοινό για τις δύο, τα περιεχόμενα που ο Πλάτων ονομάζει «ιδέες» που η ψυχή μπορεί να εκφράσει στις δύο αυτές γλώσσες.  Η ικανότητα της αξιολόγησης και εκείνη της γνώσης βρίσκονται ηνωμένες επιπροσθέτως σε μια μεταφυσική ενότητα για την οποία η γλώσσα δεν έχει λέξη εκτός από θρησκευτικά σύμβολα.

Γιατί ο Simmel επιμένει σε αυτή την παράλληλη ύπαρξη και αντίθεση μεταξύ είναι-αξίας; Για να μάς πει ότι η αξία, αντιτιθέμενη στο είναι εκφράζει την υποκειμενικότητα. Η διαφοροποίηση υποκειμένου-αντικειμένου δεν υφίσταται όταν το περιεχόμενο της αναπαράστασης μπορεί να πληρώσει την συνείδηση με τρόπο απλό, όπως συμβαίνει στα παιδιά και τους πρωτόγονους. Η ανθρώπινη εξέλιξη προχωρεί προς την ανάδειξη των εννοιών του εγώ και του αντικειμένου όπως και εκείνης της ελευθερίας. Το υποκείμενο και το αντικείμενο γεννώνται από μία και μόνη πράξη κατά την οποία δημιουργείται μια απόσταση μεταξύ αυτών που επιτρέπει στο εγώ να δημιουργήσει μια αναπαράσταση της πραγματικότητας και ταυτόχρονα να διαχωρίσει ένα πράγμα από τα άλλα ως αντικείμενο επιθυμίας, δηλαδή ως κάτι έχον αξία. Στην πρωτόγονη κατάσταση το ορμέμφυτο κατευθύνει τον άνθρωπο ώστε να αναζητήσει ικανοποίηση από κάθε πράγμα. Αντίθετα, όταν δεν είναι δυνατή η άμεσος ικανοποίηση, και επιθυμώ αυτό που δεν κατέχω και δεν καταναλώνω ακόμη, τότε το περιεχόμενο του πράγματος αντιτίθεται σε εμέ, αποκτά μια μορφή. Λέμε συνήθως ότι η ιδέα μας περί αντικειμενικής πραγματικότητας ξεκινά από την αντίσταση που δοκιμάζουμε εκ μέρους των πραγμάτων, κυρίως χάριν της αφής. Το περιεχόμενο γίνεται αντικείμενο από την στιγμή που αντιτίθεται σε εμάς όχι μόνο από το συναίσθημα της αδιαπερατότητας αλλά και από την απόσταση που έχουμε από την ικανοποίηση, η οποία από την πλευρά του υποκειμένου είναι η επιθυμία. Αν ο κόσμος του είναι, είναι η αναπαράστασή μου, ο κόσμος της αξίας είναι η επιθυμία μου. Το αντικείμενο λοιπόν δημιουργείται από την απόσταση που λαμβάνει το υποκείμενο από αυτό και που η επιθυμία του τελευταίου αναζητεί  να γεφυρώσει και τότε το πρώτο έχει για μάς κάποια αξία. Τη στιγμή της ικανοποίησης απεναντίας, υποκείμενο και αντικείμενο σβήνουν την αντίθεσή τους και η αξία αναλώνεται. Είναι κοινώς γνωστό ότι εκτιμάμε κάτι αφού το έχουμε χάσει. Η επιθυμία δεν δημιουργείται από την στιγμή της ενότητας της ικανοποίησης αλλά άπαξ το περιεχόμενο αυτής γίνεται αντικείμενο, αποκόβεται από το υποκείμενο και εμφανίζεται εμπρός του ως κάτι επιθυμητό, του οποίου η απόκτηση απαιτεί από το υποκείμενο να ξεπεράσει τις αποστάσεις, τα εμπόδια και τις δυσκολίες. Δεν είναι λοιπόν ότι είναι δύσκολο να αποκτήσουμε αντικείμενα επειδή είναι πολύτιμα αλλά ότι είναι πολύτιμα κάποια αντικείμενα επειδή είναι δύσκολο να τα αποκτήσουμε.

Η αξία υφίσταται στα αντικείμενα πριν ακόμη συμφωνήσουμε στην τιμή αυτών, ακόμη και όταν το αντικείμενο δεν είναι ακόμη επιθυμητό. Η θεμελιώδης ικανότης του πνεύματος είναι να αντιτίθεται στα περιεχόμενα που αναπαριστά, τα αναπαριστά σαν να ήταν ανεξάρτητα από την αναπαράστασή αυτών. Κατά κάποιον τρόπο, η περίφημη διαμάχη μεταξύ υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας της αξίας δεν υφίσταται. Πρόκειται για έναν τρίτο παράγοντα που ενσωματώνεται σε αυτόν τον δυϊσμό δίχως να τον λύει. Μια αξία συμφυής σε ένα πράγμα, πρόσωπο, σχέση, απαιτεί να αναγνωρισθή από ένα υποκείμενο. Εν τούτοις η αξία καθ’ εαυτήν δεν ανήκει ούτε στο εκτιμών υποκείμενο ούτε στο εκτιμώμενο αντικείμενο, αλλά σε έναν ιδεατό κόσμο, είναι μια μεταφυσική κατηγορία, ανεξάρτητη από την αναγνώριση της. Είναι εκείθεν του δυϊσμού υποκειμένου-αντικειμένου, όπως η άμεσος ικανοποίηση είναι ένθεν αυτού.     

Αυτή η ιδεατή αξία όμως δεν υπάρχει στην καθημερινότητά μας. Απλά αποτελεί μια συνείδηση μέσα στο υποκείμενο και εμφαίνεται μέσα στην διεργασία αξιοποίησης σε αντιπαροχή. Η πρακτική συνείδηση η εντελώς υποκειμενική του πρωτόγονου (ή του παιδιού) είναι εντελώς απορροφημένη από την κατάσταση του υποκειμένου: αναζητεί να ικανοποιήθη από την πρώτη γυναίκα που συναντά δίχως να την επιλέξει, τρώει ό, τι μπορεί να χωνέψει. Απεναντίας, όταν αυτή η συνείδηση έχει εξελιχθή έχει αποκτήσει εσωτερικότητα και αναζητεί την αποτελεσματικότητα, μάς παρουσιάζει το αντικείμενο ως πολύτιμο, και επομένως εκείνο που μας κινεί δεν είναι το ίδιο με την αντικειμενική του σημασία, αλλά η υποκειμενική ικανοποίηση που θα μας προκαλέσει. Αυτός ο περιορισμός των αντικειμένων προς ικανοποίηση θέτει σε αντιπαράθεση τα αντικείμενα της επιθυμίας από τα υπόλοιπα. Αυτή η τακτοποίηση του κόσμου που κάνει την συνείδησή μας πλήρη από το αντικείμενο, μάς ηρεμεί εν σχέσει με εκείνον που σύρεται από τα ορμέμφυτά του και για τον οποίο ο κόσμος είναι μια άμορφη, αδιαφοροποίητη μάζα. Το ότι ψάχνουμε ένα πολύ συγκεκριμένο αντικείμενο, μοναδικό του είδους του, αυτό είναι που κάνει να αποκτούμε γενικότερα μια ζωντανή συνείδηση της ιδέας του αντικειμένου. Αντίθετα η περίπτωση της solipsiste ανάγκης του πρωτόγονου, είναι χήρα ενός quantum ενεργείας, που θα ονομάσουμε «κόστος».  Στην ουσία όσο υποχωρεί η στοιχειώδης βία της βούλησης και της αίσθησης, τόσο ευνοείται η συνειδητοποίηση του εγώ. Είμαι πιο «εγώ» όταν ερώ, από ότι όταν συνουσιάζομαι, όπου ξεχνιέμαι, εγκαταλείπομαι μες στην στιγμιαία μέθεξη. Ό, τι λοιπόν υπεισέρχεται μεταξύ του εγώ και της ικανοποίησής του, ορίζει το αντικείμενο και την αξία σπάνεως του που είναι ανάλογη έτσι προς την προκληθείσα επιθυμία. Η αξία ενός αντικειμένου, για τον Simmel όπως και για τον Menger και τον Ehrenfels, κείται στην επιθυμία που δοκιμάζει κανείς, μία επιθυμία που έχει απολέσει τον ενστικτώδη της χαρακτήρα. Φυσικά η απόσταση μεταξύ του εγώ και του αντικειμένου της επιθυμίας του μπορεί να γίνει τόσο μεγάλη, ώστε να σβήσει την επιθυμία ή να την υποβιβάσει στον ήσκιο μιας ευχής. Η απόσταση αυτή λοιπόν ενέχει ένα κάτω όριο, την αφθονία, και ένα άνω όριο, που αφορά την πραγματική διαθεσιμότητα του αντικειμένου, τουλάχιστον κατά την οικονομική έννοια. Ο σίδηρος ή ακόμη περισσότερο ο χρυσός, δεν θα είχε πράγματι οικονομική αξία αν μπορούσαμε να τον αποκτήσουμε με τη ίδια ευκολία με τον αέρα που αναπνέουμε. Όμως σε χώρες με χάρτινο νόμισμα, ο λαός δύσκολα αποδέχεται τον χρυσό, καίτοι σπάνιο. Αν η σπάνις ενός αγαθού είναι τόσο μεγάλη ώστε να μην μπορεί να καλύψει την ανάγκη —εδώ του χρήματος— το αγαθό δεν έχει αξία. Άρα, από τη μία η αξία των πραγμάτων αποκτά μια σπάνιν, από την άλλη μίαν ευρύτητα, μια ικανή συχνότητα και διάρκεια.    

Εκείνο που δημιουργεί την αισθητική ευχαρίστηση και που την διαφοροποιεί από την αισθητηριακή, δηλαδή το ωραίο, είναι ακριβώς ότι στην πρώτη εμείς διδόμαστε στο αντικείμενο, στη δεύτερη, εκείνο σε εμάς. Όταν η εκτίμηση του αντικειμένου ξεπερνά την σημασία του μέσου προς επίτευξη πρακτικών και ευδαιμονικών στόχων, η διαισθητική του εικών μάς προκαλεί ευχαρίστηση, όντες εμπρός του πιο απομεμακρυσμένοι, δίχως να το αγγίζουμε. Το συναίσθημα της ευχαρίστησης, αποκεκομμένο από την πραγματικότητα γίνεται μια μορφή της συνείδησής μας. Αυτή είναι η υπεραισθητή μεταμόρφωση του ωραίου. Αυτό που ονομάζει αισθητική αδιαφορία ο Kant, δεν είναι άλλο από την αδιαφορία εμπρός στην πραγματική ύπαρξη του αντικειμένου. Επομένως η εξέλιξη της αξίας από ωφελιμιστική σε αισθητική είναι μια διαδικασία εξαντικειμενίκευσης, όπου αντί να βλέπουμε τα αντικείμενα ως διαθέσιμα μέσα προς ικανοποίηση τα βλέπουμε ως έχοντα μιαν αυτόνομη αξία.

Η σημασία της απόστασης για την δημιουργία της αξίας εκφράζεται με την έννοια της στέρησης ή θυσίας ή εξόδου. Ο Πλάτων λέει ότι ο έρως είναι παιδί του πόρου και της πενίας, ανάμεσα στο έχειν και το μη-έχειν. Η θυσία, η εμπειρία ότι η επιθυμία δεν καταλαγιάζει ανέξοδα, διπλασιάζει αυτή την κατάσταση. Μάς δίδει την πιο πιεστική συνείδηση της απόστασης μεταξύ του τωρινού εγώ μας και της μελλούσης ικανοποίησης από τα πράγματα, και ταυτόχρονα τον τρόπο για να την υπερπηδήσουμε. Στην ουσία, θα έλεγα, όσο ξοδεύουμε ενέργεια και αγαθά για να πλησιάσουμε τον στόχο μας τόσο πιο πραγματικός παρουσιάζεται αυτός στη συνείδησή μας. Τα υποκειμενικά φαινόμενα της παρόρμησης και της ικανοποίησης εξαντικειμενικεύονται μέσα στην αξία. Ο Ludwig von Mises θα μιλήσει κάποια χρόνια αργότερα περί εκλογίκευσης αυτών στα μέσα της δράσης, τα οποία λαμβάνουν την αξία του σκοπού.  Εκείνο που εξαντικειμενικεύει την παρόρμηση και την ικανοποίηση της είναι η αντικειμενική απόσταση που υφίσταται μεταξύ αυτών, ενώ η ενέργεια που ξοδεύουμε για την καλύψουμε εξυποκειμενικεύει αυτή την απόσταση. Η αναπαράσταση του ερωμένου προσώπου  δεν είναι το ίδιο πράγμα με εκείνο που ερώμε. Το ερωμένο πρόσωπο γίνεται πραγματικό μέσα από την ενέργεια που καταβάλουμε για να το πλησιάσουμε και να το κάνουμε δικό μας.

Στην οικονομία τώρα, αυτό που βρίσκεται ανάμεσα στον άνθρωπο και το αντικείμενο της επιθυμίας του είναι ταυτόχρονα αντικείμενο επιθυμίας ενός άλλου. Ο πρώτος πρέπει να στερηθή την κατοχή ή την ικανοποίηση που επιθυμεί ο δεύτερος, έτσι ώστε να τον αναγκάσει να στερηθή επίσης εκείνο που κατέχει και που ο πρώτος επιθυμεί. Αυτό ονομάζουμε ανταλλαγή. Έτσι τα πράγματα ανταλλασσόμενα το ένα έναντι του άλλου, είναι εκείνα που καθορίζουν την αξία μεταξύ αυτών. Έτσι έχουμε την πιο καθαρή οικονομική αντικειμενικότητα αποδεσμευμένη από την προσωπικότητα. Μέσα στην ανταλλαγή, η αξία γίνεται υπερυποκειμενική και υπερατομική, αλλά όχι ως ποιότης ή πραγματικότης συμφυής στο πράγμα: η αξία που παρουσιάζεται περισσότερο ως αξίωση του πράγματος, που ξεπερνά την πραγματικότητα του, δεν λαμβάνεται παρά έναντι μιας αντίστοιχης αντι-αξίας. Το εγώ μολονότι πρωταρχική πηγή των αξιών, υποχωρεί μακριά από τις κατασκευές του οι οποίες μπορούν να μετρήσουν εφ’εξής την σημασία τους οι μεν προς τις δε χωρίς να αναφέρονται στο ίδιο.

Σχόλια

σχόλια