Browse By

Η έννοια του Θαύματος κατά τον Μεσαίωνα

    Για να κατανοήσουμε την έννοια του θαύματος στην μεσαιωνική κοινωνία θα πρέπει να εστιάσουμε πρώτα στη μεσαιωνική νοοτροπία την οποία όρισε ο γάλλος ιστορικός Jacques le Goff ως «την αδυναμία έκφρασης έξω από θρησκευτικές αναφορές». Η ανάγνωση του κόσμου ήταν θρησκευτική στην οποία εντάσσονταν ακόμα και τα επαναστατικά κινήματα της ύστερης μεσαιωνικής περιόδου. Το κυρίαρχο σύνθημα των εξεγέρσεων του όψιμου Μεσαίωνα ήταν βασισμένο πάνω στο θρησκευτικό κοσμοείδωλο: «Όταν έσκαβε ο Αδάμ και έγνεθε η Εύα, ποιος ήταν τότε ο αριστοκράτης;». Οι γραφές χρησιμοποιήθηκαν για την κοινωνική χειραφέτηση και την ισοπολιτεία στο προπαγανδιστικό φυλλάδιο με τίτλο «Η Μεταρρύθμιση του Σιγισμούνδου», το οποίο διεκδικούσε μια καινούργια οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα για «όλα τα παιδιά του Θεού». Ακόμα και ο ίδιος ο χρόνος δεν άνηκε στον άνθρωπο̇  ο άνθρωπος δανείζεται τον χρόνο από τον Θεό. Στο «χρόνο του Θεού και του ανθρώπου» ο έμπορος διερωτάται αν είναι σωστό να ζητήσει τόκο για τα χρήματα που δανείζει, μιας και αν το πράξει πουλά το χρόνο που δεν ανήκει στον ίδιο αλλά στο Θεό: Οι έμποροι «έκαναν τον χρόνο δικό τους» χρηματοδοτώντας τα κοινοτικά ρολόγια.

    Έχοντας κατά νου τα παραπάνω μπορούμε να εξετάσουμε το μεσαιωνικό θαύμα. Το έργο των Daston και Park του 1998 πραγματεύεται το θαύμα ως αντικείμενο της φυσικής τάξης σε μια ιστορική περίοδο από το 1150 έως το 1750. Σύμφωνα με τους δυο ερευνητές του Μεσαίωνα το «θαύμα υπήρξε ξεχωριστό από την περιέργεια». Ο φόβος του θανάτου και η ευχαρίστηση ήταν δεμένα με το θαύμα, ενώ αυτό θα συσχετιστεί με την περιέργεια μόνο κατά τον 16ο – 17ο αιώνα. Η σύγχρονη έννοια για το θαύμα θα γεννηθεί στα χρόνια του Διαφωτισμού, όπου στην αντίληψή του για την ορθολογικότητα θα πάρει μέρος η διάκριση μεταξύ υποκειμενικού και φανταστικού. Η ιστορία της αντικειμενικής φυσικής τάξης και η αναπτυσσόμενη συλλογική ευαισθησία των φυσιογνωστών αποτελούσαν ταυτόχρονα και την ιστορία του θαύματος τον Μεσαίωνα ως ένα πάθος φυσικής αναζήτησης Το θαύμα ως υπερφυσικό μελετάται από το 12ο αιώνα με την ανάπτυξη των βασιλικών αυλών, και αργότερα στις σχολές και τα πανεπιστήμια δημιουργούνται ακροατήρια για την παρακολούθηση θαυμάτων.

    Με τα θαύματα είχε συνδεθεί κυρίως η κουλτούρα των ανώτερων στρωμάτων του Μεσαίωνα. Το αυγό της στρουθοκαμήλου – φυσικό θαύμα – τα ρουμπίνια και οι μαγνήτες στα χέρια των πριγκίπων και των ηγουμένων ταυτίζονταν με την ισχύ και τον πλούτο των ιδιοκτητών τους απέναντι στη φύση και στους ανθρώπους. Η σχέση που διατηρούσαν με το υπερφυσικό – θαύμα – διαχώριζε αυτές τις ομάδες από το πλήθος̇ η εποχή των θαυμάτων «τελείωσε» όταν αυτά έγιναν προσιτά σε όλους.

    Κατά τον Marc Bloch ο «μακρός Μεσαίωνας» ανήκει στον χριστιανισμό που φανερώνεται μέσα του και σαν θρησκεία και σαν ιδεολογία. Κυριαρχείται δε από την πάλη δυο δυνάμεων, του Θεού και του Σατανά. «Ο Σατανάς γεννιέται και πεθαίνει στα δυο άκρα της περιόδου».

Ι. Δραγάτης

Βιβλιογραφία
Daston Lorraine – Park Katharine, Wonders and the Order of Nature: 1150-1750, Zone Books, 1998.

 

egg2

προϊστορικό αυγό στρουθοκαμήλου από την Νουβία

egg1

αυγό στρουθοκαμήλου του 7ου π.Χ. αι. μάλλον φοινικικό

 

 

 

Σχόλια

σχόλια