Browse By

Η εποχή της μηχανής & η αισθητική κοινωνία

                                        Ο αληθινός θρίαμβος της baroque σημαντικής,
                                        της οποίας η νεκροκεφαλή αποτελεί το πιο
                                        σημαντικό κομμάτι, συνίστατο στο να ενσωματώσει
                                        τον ίδιο τον άνθρωπο μέσα στην διαδικασία.

Walter Benjamin

 

Μηχανές υπήρχαν από την αρχαιότητα, ανυψωτικές, βαλλιστικές κτλ. όμως το μηχανιστικό κοσμοείδωλο εισάγεται κατά την Αναγέννηση, όταν η ηθική, θα λέγαμε, εκκοσμικεύεται. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι αρετές και ελαττώματα παύουν να είναι δοθείσες σταθερές λίγο-πολύ εκτός κόσμου, και ανάγονται στην βούληση του ανθρώπου.  Η επιστροφή στο αρχαίο ηθικό σύστημα έπρεπε, για λόγους πολεμικής, να δικαιολογηθή και οι παγανιστικές αρετές να αιτιολογηθούν. Έτσι, ενώ η αρχαία/παγανιστική και η μεσαιωνική/χριστιανική υπάκουαν στο ίδιο στατικό ηθικό σύστημα, ξαφνικά η αντιπαράθεση των δύο γεννά ένα δυναμικό σύστημα που δεν είναι οι αρετές οι ίδιες το θέμα, αλλά ο τρόπος παραγωγής αυτών από ένα θεμέλιο που δεν είναι θρησκευτικό/εκτός κόσμου αλλά εντός αυτού. Φυσικά η ανθρώπινη βούληση εξυψούται επειδή αυτός ο άνθρωπος έχει εξυψωθή ήδη από τον χριστιανισμό, οπότε μιλούμε περισσότερο για χειραφέτηση του ανθρώπου παρά για απόρριψη της θεότητας. Νεοπλατωνικοί άλλωστε έβλεπαν το παιχνίδι ενός κοσμικού έρωτα πίσω από αυτό (Marcilio Ficino, Charles de Bovelles). Με πολιτικούς όρους θα λέγαμε, ότι οι κύριοι της Αναγέννησης αποζητούν περισσότερο ελευθερία να κινηθούν σε σχέση προς την ρωμαιοκαθολική εκκλησία, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου του Πάπα! Ο όποιος λοιπόν αμοραλισμός παρατηρείται στο Machiavelli, λέει ο Alexandre Koyré, δεν είναι άλλο εξόν η εφαρμογή της λογικής στα κοινωνικά θέματα, όπου η θρησκεία και η ηθική δεν είναι παρά γεγονότα συμβεβηκότα τα οποία πρέπει να αντιμετωπισθούν ως τέτοια. Εν τούτοις πίσω από την εφαρμογή της λογικής κρύβεται μία ηθική απόφαση και αυτό είναι η ανάγκη της ανθρώπινης βούλησης για ένα σταθερό οικοδόμημα: η ζωική δύναμις έχει ένα τέλος, και αυτό είναι η ύψωση ενός οικείου κόσμου, η μεταμόρφωση του κόσμου σε κάτι φιλικό προς τον άνθρωπο. Αυτό οφείλει να πράξει ο ηγεμών, να «συντηρήσει την θέση του» ή στην γλώσσα της εποχής, να αξιώσει virtù. Αυτό σημαίνει όχι μόνον ως vir virtutis να παίξει με τους όρους της θήλειας θεάς Fortuna (διάβαζε: κόσμος των γεγονότων) αλλά και να της επιβάλλει μία μορφή. Ο άνθρωπος της δράσης ―της vita activa― δανείζεται τα μέσα της διανοίας ―της vita contemplativaπου κατά τον δυτικό μεσαίωνα αφορούσαν τους ενοίκους των μοναστηριών. Έτσι δεν είναι μόνον οι καλλιτέχνες που στρατολογούνται να απαθανατίσουν τις νίκες των condottieri και των κύρηδων των πόλεων, αλλά και η ίδια η πολιτεία που πρέπει να είναι ένα έργο τέχνης δηλαδή ένα ΤΕΧΝΗΜΑ. Η inventio είναι η κατασκευή της μορφής που δεν είναι άλλη από τις μαθηματικές-λογικές αρχές που κάνουν δυνατή την μέτρηση του φυσικού κόσμου: κάθε γνώση είναι μέτρο και «κάθε έρευνα είναι συγκριτική άπαξ χρησιμοποιεί την αναλογία» (Nicolas de Cues, De docta ignoratia I,1). Το τέχνημα εκφράζει την ίδια την αρμονία του φυσικού κόσμου, την concinnitas, «σύντροφο τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ λόγου» η οποία και «ἀγκαλιάζει σύνολον τὸν ἀνθρώπινον βίον καὶ τοὺς νόμους του» και «προάρχει ἐπί τῆς συνόλου φύσεως» και την οποία αντιλαμβανόμαστε «ἐνστικτωδῶς» λέει ο L.B.Alberti στο De re aedificatoria (lib.XI, c.V, p.814-5).    

Ο τύπος αυτού του ανθρώπου για τον οποίον vita si moriendi virtus abest, servitus est αξιώνει την virtù μέσα από έναν αναπόδραστο αγώνα μέχρι θανάτου δηλαδή μέσα από μία ζωτική αντίθεση προς την φύση. Τα μέσα όμως του αγώνα είναι και αυτά που τον συσχετίζουν με την φύση, τον νυμφεύουν, θα λέγαμε, και αξιώνουν την ίδια την κυριαρχία του επ’αυτής. Για τον νέο Προμηθέα, τον προικισμένο με τον λόγο και τα όπλα του, virtus και arte factum είναι το αυτό, εκφράζοντας την ίδια την τάξη και την δομή της φύσης. Αυτό όμως ακριβώς το αμάλγαμα λογικού και φυσικού, υποστηρίζει ο Ernst Cassirer στο Individuum und Kosmos in der Philosophie der Renaissance, δημιουργεί την έννοια της μηχανής, που πέρα από ιατρικό, μέσο σωτηρίας και δόλου, εκφράζει μίαν κινηματική σύλληψη του κόσμου, μία σύλληψη του κόσμου ως διαδικασία. Οι μηχανές του baroque, το άπειρο σύμπαν γεμάτο από Θεό του Henry More (βλ. Alexander Koyré, From the Closed World to the Infinite Universe) και η ανθρώπινη ιστορία ως διαδικασία κατά  Giambattista Vico (Scienza Nuova, 1725) μοιράζονται την ίδια θέση του ανθρώπου ως προς τον κόσμο.

Στην πολιτική, αυτήν την μηχανιστική σύλληψη εκφράζει ο Leviathan του Hobbes, όπου ο φόβος του δούλου γίνεται το κυρίαρχο κίνητρο δράσης έναντι της αριστοκρατικής τιμής∙ στην ανθρωπολογία, ο homme-machine του La Mettrie. Και είναι η στιγμή αυτή, όπου ο άνθρωπος από δημιουργός-homo faber, παγιδεύεται, ας πούμε, μέσα στην ίδια την μηχανή που ο ίδιος δημιούργησε. Η ίδια η προοπτική που στο baroque γίνεται από μέσο αληθούς απεικόνισης της φύσης, μέσο παιγνιώδους εξαπάτησης, βάζει τον παρατηρητή μέσα στην εικόνα, αφού μας φανερώνει την θέση του. Οι περιώνυμες χαλκογραφίες του Giambattista Piranesi, με την ονομασία Carceri d’Invenzione, φανταστικές φυλακές, είναι εικόνες ενός χώρου ταυτόχρονα «αδύνατου και πραγματικού» (Henri Focillon, Giovanni-Battista Piranesi, Paris 1918, p. 190) ενός λαβυρίνθου όπου από την επαλληλία μιας πληθώρας μορφών, οι συμβολισμοί των μορφών εκμηδενίζονται, προβάλλοντας το σύνολο ως καθαρό τέχνημα. Κάθε έννοια λόγου ακυρώνεται μέσα από τον παροξυσμό του λόγου, δημιουργώντας ένα βασανιστικό περιβάλλον.

Η φιλοσοφική βιβλιογραφία έχει να μάς επιδείξει πολλές αναφορές πάνω στο παραπάνω: την αλλοτρίωση του ανθρώπου και την πραγμοποίηση του αντικειμένου από τους εγελομαρξιστές, την διαδικασία της Rationaliserung και τον «χαλύβδινο κλωβό» από τον Weber, τον homo faber και τις περιπέτειες του από την Arendt, το μηχανιστικό νομικό σύστημα που θεμελιώνει ο Hobbes από τον Schmitt, την εργασία κατά Locke ως άρνηση της φύσης (ή την ελευθερία ως αρνητικότητα) από τον Strauss κτλ.

Αυτό που όμως που έχει επιπλέον ενδιαφέρον να υποστηρίξουμε μαζί με τον Georg Simmel είναι ότι το μηχανιστικό κοσμοείδωλο οδηγεί σε μία αισθητικοποίηση του κοινωνικού. Ήδη ο Adam Smith μιλεί για την «αισθητική ικανοποίηση» που προκαλεί ένα φιλοσοφικό σύστημα, ενώ ο Kierkegaard κατηγορεί τον Hegel και το σύστημα του για αισθητισμό. Αφενός το τέχνημα αποκτά δική του ζωή, αφετέρου ο άνθρωπος λαμβάνει μία παθητική στάση έναντι αυτού. Η κυριαρχία της κατανάλωσης (και του δημοσίου χρέους) πάνω στην παραγωγή είναι ένα σύγχρονο δείγμα αυτού, αλλά και γενικότερα το γεγονός ότι κάθε κρίση είναι πρωτίστως αισθητική. Τα πάντα μετατρέπονται σε εικόνα χωρίς σάρκα άρα και χωρίς συνέπειες. Ο αισθητικός δεν ενέχεται. Η ίδια η σκέψη είναι αυτοαναφορική, δεν ασχολείται με το ίδιο το αντικείμενο της που έπρεπε να είναι τα πραγματικά προβλήματα. Όταν ενσκήπτει τελικά ένα πρόβλημα, ή μία διάψευση προσδοκιών ο αισθητικός δεν έχει άλλη διέξοδο από την μελαγχολία. Το τραγικό κάνει την εμφάνιση του όντας πλήρως μη αναγνωρισμένο. Οι πόλεμοι της εποχής της μηχανής είναι καταστροφικοί επειδή είναι πόλεμοι αισθητικοί. Όσο περισσότερο καυχάται κανείς για τον υπολογισμό του, τόσο περισσότερο αυτός ο υπολογισμός πέφτει έξω.

Ορθολογισμός και αισθητική μοιράζονται ένα κοινό χαρακτηριστικό που είναι η απόσταση από το αντικείμενο αναφοράς, προκειμένου αυτό να εποπτευθή. Επομένως πολύ εύκολα η απομάκρυνση του υπολογισμού από τα περιεχόμενα της πραγματικότητας (δράσης ή γνώσης) αφήνει πίσω του μόνον συναισθήματα αποδοχής ή απόρριψης. Αισθητισμός σημαίνει αντικατάσταση τόσο της αισθητηριακής αμεσότητας όσο και της ηθικής κρίσης από συναισθήματα. Ξεκίνησα την παρουσίασή μου από την αναγέννηση επειδή ακριβώς εκεί φαίνεται το ζωτικό στοιχείο μέσα στο τέχνημα.

Ουσιαστικά, υπάρχει τραγικό άπαξ θεωρήσει κανείς ότι η ανθρώπινη βούληση είναι θεμελιωμένη στο άπειρο interesse της αιωνιότητας, στην οποία φιλοδοξεί με την διάρκεια, την ακινησία και την αδράνεια του τεχνήματος που κατασκευάζει η ίδια αυτή βούληση κατά αρνητικό τρόπο: γιατί η διάρκεια, η ακινησία και η αδράνεια, είναι ό, τι αποστρέφεται η ίδια η ζωτικότης. Στον Nietzsche η εμμονή της προσωπικής αθανασίας συγχέεται, με μίαν αντιστροφή, με τον εκμηδενισμό του εαυτού (Karl Löwith, Nietzsche). Κατά τον Kierkegaard (στην έννοια της αγωνίας), η δαιμονική ιδιοφυΐα ωθείται σε δράση από φόβο εμπρός στην αιωνιότητα επειδή «αιωνιότης» σημαίνει ακριβώς απώλεια του βουλομένου εαυτού. Αλλά αυτός ο «φόβος» όπως ο φόβος του θανάτου, συνίσταται στην αδυναμία σύλληψης (impénétrabilité) της αιωνιότητας, μεταφορά της αδυναμίας του πνεύματος να αναπαραστήσει την κίνησή του που είναι η βούληση. Κατά αυτόν τον τρόπο, το «αποτύπωμα» του ανθρώπου πάνω στο αντικείμενο τέχνημα όπως ο ίδιος ο άνθρωπος μπορεί να το αδράξει χωρικά, είναι ο αισθησιασμός ως ατέλεια ως προς την τελειότητα της λογικής αντικειμενικότητας  που αποτελεί το τέλος του αντικειμένου. Χρονικά, είναι το παρόν ως αιωνία στιγμή απέναντι στην πρόβλεψη του μέλλοντος που αποτελεί επίσης τέλος του αντικειμένου. Μέσα σε αυτήν την προοπτική, το τέχνημα ως αντικείμενο του ανθρώπου, που βουλόμενος, «εξορκίζει τον θάνατό του» μες στην αιωνιότητα μέσω αυτού, πραγματώνει αυτήν την αντιμαχία: η μορφή του, ως προς την τάξη που προϋποθέτει ως προϊόν του λόγου, του υπολογισμού και της τεχνικής είναι γενικότης, άρα «αιωνιότης»∙ ως προς την φυσιογνωμία ως αισθησιακό και εκφραστικό αποτέλεσμα, ατομικότης, άρα «βούληση». Το ότι το τέχνημα ερμηνεύθηκε κατά τους νέους χρόνους αποκλειστικά ως αφηρημένη αντικειμενικότητα και πρόβλεψη του μέλλοντος ή blueprint, οφείλεται στο ότι ο βουλόμενος εαυτός και η πολεμική και τραγική του ετερότητα πετάχθηκαν στην άκρη.

Σχόλια

σχόλια