Browse By

Percy Bysshe Shelley: Οζυμανδίας

Γνώρισα ἕναν ταξιδευτή ἀπὸ πανάρχαια χώρα
Νὰ λέει: Δυὸ πόδια πέτρινα πελώρια ἀπ’ ἄκρα χήρα
στέκουν στὴν ἔρημο. Σιμά σαὐτὰ μισοχωμένο,
πὰ στην ἄμμο, ἕνα πρόσωπο κεῖται σκόρπιο, τὰ χείλια
ζαρωμένα μορφάζοντα κι ἡ ἐντολὴ ποὺ σαρκάζει,
λὲν ὅτ’ ὁ γλύπτης διάβασε καλῶς τὰ πάθη ἐκεῖνα
π’ἀκόμη ἐπιβιοῦν στἄψυχα πράγματα τυπωμένα:
τὸ χέρι ποὺ τὰ περιγέλασε, καὶ τὴν καρδιὰ ποὺ θρέψαν•
κ’ἐπὶ τοῦ βάθρου αὐτές οἱ λέξεις μόνο ἐμφαίνου’:
«Τοὔνομά μου εἶν’ Ὀζυμανδίας, βασιλέων βασιλιάς
δέρξασθε Παντοδύναμοι τα ἔργα μου κ’ἀπελπίσασθε!»
Δὲν ἀπομένει τίποτε. Τριγύρω ἀπ’τὴν φθορά
αὐτοῦ τοῦ κολοσσιαίου ἐρειπίου γυμνὲς κ’ἀφωρισμένες
οἱ ἄμμοι ἔρημοι κ’ἐπίπεδοι ἐκτείνονται μακριά.

[απόδοση: Γ.Α.Σιβρίδης]

 

Σχόλια

σχόλια