Browse By

Saint-John Perse: Σημαφόροι [Amers]: Στροφή

[Ι]

Ὀχυρωματικὴ ἀρχιτεκτονική. Ἀνάμεικτες ἐργασίες τῶν λιμένων. …Σᾶς παρακαλοῦμε, Μεσοθάλασσα καὶ σᾶς Γῆ τοῦ Ἄβελ! Οἱ παροχές ἐνεκρίθησαν, οἱ ὑπηρεσίες ἁντηλλάγησαν. Πρὸς ἀγγαρεία ἡ γῆ στὴν κρίση τῆς πέτρας.
Ἡ θάλασσα ἀξιέπαινη ἄνοιγε τοὺς πάγους της ἀπὸ πράσινο ἴασπη. Τὰ μαλακὰ ὕδατα ἔπλεναν τὶς σιωπηλὲς βάσεις.
«Βρὲς τὸ χρυσό σου Ποιητὴ γιὰ τὸ δακτυλίδι τῶν ὰρραβώνων—καὶ τἀμαλγάματα γιὰ τοὺς κώδωνες, στὶς ὁδοὺς τῆς πλοήγησης.
Εἶναι θαλάσσια αὔρα σ’ὅλες τὶς πύλες καὶ θάλασσα στὴν ἄκρη ὅλων τῶν δρόμων, εἶναι θαλάσσια αὔρα μέσα στὰ ἀξιώματά μας καὶ τὴ γένεση τῶν νόμων μας.
Κανών δοσμένος μὲ τὴν πιὸ ὑψηλή πολυτέλεια: ἕνα σῶμα γυναικεῖο –χρυσοῦς κανών! –καὶ γιὰ τὴν Πόλη χωρίς ἐλεφαντοστᾶ, τὸ γυναίκειο σου ὄνομα, Πατρικία!»
Γιατί κρατοῦμε τὰ πάντα ἐν μισθώσει, κ’εἶν’ἀρκετὸ γιὰ νὰ ἐφυαλώσουμε τὴν ὥρα στὶς κίτρινες ἁλύσους τῶν νεωρίων μας.
Ἡ θάλασσα στοὺς σπασμοὺς τῆς μέδουσας ὡδήγαε, ὡδήγαε τὶς χρυσές ἀντιφωνίες, μὲ μεγάλες φράσεις φεγγοβολοῦσες καὶ μεγάλες ἀγωνίες πράσινου πυρός.
[ . . . ]

[ΙΙΙ]

Αἱ Τραγωδοὶ κατέφθασαν, κατηφορίζοντας τὰ καλντιρίμια. Ἀνεμίχθησαν μὲ τοὺς ἄνδρες τοῦ λιμανιοῦ μὲ τὰ ρούχα τῆς σκηνῆς. Διήνοιξαν τὸ δρόμο τους μέχρι τὸ θαλάσσιο κράσπεδο. Καὶ μὲς στὸ πλῆθος ἔσιαξαν τοὺς πελώριους ἀγροτικούς γοφούς τους. «Ἰδοὺ οἱ βραχίονές μας, ἰδοὺ τὰ χέρια μας! Οἱ παλάμες μας βαμμένες σὰν τὰ στόματα, καὶ τὶς προσποιητὲς πληγές μας γιὰ τὸ δράμα!»
Ὰνεμείγνυαν στὰ συμβάντα τῆς ἡμέρας τὶς πελώριες τους διεσταλμένες κόρες και τα φανταστικά τους σαϊτόμορφα βλέφαρα. Στὴ διχάλα τῶν δακτύλων ἡ ἄδεια κόγχη τοῦ πολύ μεγάλου προσωπείου τους διάτρητη ἀπὸ ἥσκιους σὰν τὸ πλέγμα τοῦ κρυπτογράφου. «Ἄ! Εἴχαμε παραπιστέψει στο προσωπείο και το κείμενο!»
Κατηφόρισαν, καὶ οἱ ἀρσενικὲς φωνές τους, τὶς ἠχηρές κλίμακες τοῦ λιμανιοῦ. Ὁδηγώντας μέχρι τὸ θαλάσσιο κράσπεδο τὶς ἀνακλάσεις τους τῶν μεγάλων τοίχων καὶ τὰ λευκά τους τοῦ ψιμυθίου. Καὶ νὰ πατήσουν τὸν αἰόλο λίθο ἀπ’ἀστέρια τῶν κεκλιμένων ἐπιπέδων καὶ τῶν κυματοθραυστῶν, ἰδοὺ ποὺ ξανάβρισκαν τὸ βηματισμὸ τῶν γέρικων λεαινῶν μὲ τὴν κυρτὴ ράχη στὴν ἔξοδο τῶν φωλιῶν…
«Ἄ! Εἴχαμε καλῶς προοιωνίσει τὸν ἄνθρωπο πάνω στὴν πέτρα. Καὶ βαδίζουμε ἐπιτέλους πρὸς σὲ, Θάλασσα θρυλικὴ τῶν πατέρων μας! Ἰδοὺ τὰ σώματά μας, ἰδοὺ τὰ στόματά μας! Τὰ μεγάλα μας μέτωπα μὲ τὸ διπλοῦν λοβὸ τῶν δαμαλιῶν, καὶ τὰ γόνατά μας ὲκμεμαγμένα σὲ σχήμα μεταλλίου πολὺ μεγάλου μεγέθους. Θὰ ὰποδεχθῆς, Θάλασσα παραδειγματικὴ, τὰ νεφρὰ μας σημαδεμένα ἀπὸ ραγάδες γιὰ τὶς ὡριμάνσεις τοῦ δράματος; Ἰδοὺ τὰ Γοργόνεια στήθη μας, οἱ καρδιὲς μας λύκαινας κάτ’ἀπὸ τὸ χιτῶνα, καὶ οἱ μαύροι μας τιτθοί γιὰ τὸ πλῆθος, τροφοὶ ἑνὸς λαοῦ παιδοβασιλέων. Ἔπρεπε ἑμεῖς, ὑψώνοντας τὸν θεατρικὸ χιτῶνα, στὴν ἱερὴ ἀσπίδα τῆς κοιλιᾶς νὰ ἐμφανίσουμε τὸ μαλλιαρὸ προσωπεῖο τοῦ φύλου,
Ὅπως στὴ πυγμὴ τοῦ ἥρωα, μὲ τὴ δέσμη του ἀπὸ μαῦρα κρίνα ἔναντι τοῦ ἐξαγριωμένου ξίφους, τὴν κομμένη κεφαλὴ τῆς Ξένης ἤ τῆς Μάγισσας;
[ . . . ]

[IV]

Οἱ Πατρικίες ἐπίσης ἤσανε στὰ δώματα, οἱ ἀγκαλιὲς φορτωμένες μαῦρα καλάμια :

« ..Τὰ διαβασμένα χείλη μας, τα κλειστά μας ὀνείρατα, δὲν ἦσαν παρά αὐτὸ ; Ποῦ λοιπόν ἡ τύχη, ποῦ λοιπόν ἡ ἔξοδος ; Ποῦ ἦρθε τὸ πράγμα γιὰ νὰ τὸ χάσουμε, καὶ τὸ κατῶφλι ποιό εἶναι ποὺ πατήσαμε ;
Εὐγενεῖς, εἴπατε ψέμματα. Καταγωγὴ, προδώσατε! Ὦ γέλιο, χρυσὲ γυπαετὲ ὑπεράνω ἀπὸ τους κεκαυμένους κήπους!.. ὁ ἄνεμος ἀνυψώνει στὰ κυνηγετικὰ Ἄλση τὸ νεκρὸ φτερὸ ἑνὸς μεγάλου ὀνόματος.
Τὸ ρόδο, ἕνα βράδυ, ἦταν δίχως ἄρωμα, ὁ εὐανάγνωστος τροχός στὶς δροσερὲς ρωγμὲς τῆς πέτρας, καὶ ἡ θλίψη ἄνοιξε τὸ στόμα της μέσα στὸ στόμα τῶν μαρμάρων. (Τελευταίος ᾄδων στὰ χρυσᾶ καφασωτά μας, τὸ Μαῦρο ποὺ ματώνει τοὺς λεοντιδεῖς μας καὶ θὰ δώση αὐτὸ τὸ βράδυ τὸ πέταγμα στὰ κλωσήματα τῆς Ἀσίας.)
[ . . . ]
«Μὲ τὶς σπιθοβολοῦσες πέτρες μας καὶ τὰ νυχτερινά μας κοσμήματα, μόνες κ’ἡμίγυμνες μὲς στὰ γιορτινά μας ἐνδύματα, προχωρήσαμε μέχρι τοὺς λευκοὺς κρημνοὺς ἐπὶ τῆς θαλάσσης. Ἐκεῖ γήινες, τραβώντας
Τὴν ἔσχατη ἄμπελο τῶν ὀνείρων μας μέχρι αὐτὸ τὸ αἰσθητὸ σημεῖο τῆς κοπῆς, στηριζόμασταν μὲ τοὺς ἀγκώνες στὸ σύσκιο μάρμαρο τῆς θάλασσας, ὅπως στὶς τράπεζες αὐτὲς ἀπὸ χαλκήρη μαύρη λάβα ὅπου προσανατολίζονται τὰ σήματα.
Στὸ κατῶφλι μιᾶς τόσο μεγάλης Τάξης ὅπου ὁ Τυφλὸς ἱερουργεῖ, καλύψαμε τὴν ὅψη τῶν ὀνείρων τῶν πατέρων μας. Κι ὅπως ἀπὸ μια χώρα μελλοντικὴ μπορεῖ κανείς νὰ θυμηθῆ,
Μᾶς θύμισε τὸ γονικό μας τόπο ποὺ δὲν λάβαμε γέννηση, μᾶς θύμισε τὸ βασιλικὸ τόπο ποὺ δὲν λάβαμε τὴν ἀρχὴ,
Κ’εἶν’ ὰπὸ κεῖνον τὸν καιρὸ ποὺ πάμε στὶς γιορτές, τὸ μέτωπο ὡσὰν ἐστεμμένο ’πὸ μαῦρα κουκουνάρια.»

[VI]

«Πεινῶ, πεινῶ γιὰ σᾶς πράγματα ἀπόξενα» : ἔκραξε τὸ θαλασσοπούλι στὸ πιὸ ὑψηλό του ζευγάρωμα! Καὶ τὰ πράγματα ἔχουν πλειότερο νόημα ἐπὶ τῆς δασώδους γαίας… Γιὰ μᾶς ἡ θαλάσσια Ἤπειρος, διόλου ἡ ὑμεναία γῆ καὶ τὸ ἄρωμά της ἀπὸ φάβα· γιὰ μᾶς ὁ ἐλεύθερος θαλάσσιος τόπος, ὄχι αὺτὴ ἡ πλαγιὰ τοῦ συνήθους ἀνθρώπου τυφλωμένου ἀπὸ ἐνέστια ἄστρα.
Καὶ ἀξιέπαινες Ἐκεῖνες μαζί μας ποὺ, πάνω στὶς ἀμμουδιὲς ἀμαυρωμένες ὰπὸ φύκη ὅπως τὰ ἔρημα λασποκάλυβα, καὶ μὲς στὴν ἱερὰ ἀποφορὰ π’ἀνεβαίνει ἀπὸ ὰπέραντα νερὰ —ὅταν ἡ ἰπομοία τῶν ἄμμων γυρίζει στὸ κόκκινο τοῦ ὑακίνθου—καὶ ἡ θάλασσα ἐπανενδύεται τὸ χρώμα τῆς τοῦ ὁλοκαυτώματος—θἄχουν μάθει νὰ τεντώνονται στὶς πιὸ ψηλὲς κεραίες!…»

 [απόδοση: Γ.Α.Σιβρίδης]

Γλωσσάρι

ἐφυαλώσουμε: επισμαλτώσουμε
ἴασπη: ορυκτός ημιπολύτιμος λίθος

Αἱ= είναι θηλυκές οι Τραγωδοί (Tragédiennes) και ο μόνος να το δείξω ήταν η χρήση του αρχαίου άρθρου.
ψιμυθίου: λευκό του μολύβδου (Céruse) με το οποίο έβαφαν τα πρόσωπά.
ὲκμεμαγμένα: πλασμένα
τιτθοί: ρώγες του στήθους

ᾄδων: εκείνος που τραγουδά
χαλκήρη: χαλκόδετη

ὑμεναία: νυφική
φάβα: η γνωστή μας φάβα έχει πολύ αρωματικά άνθη
ἰπομοία: είδος λουλουδιού

Σχόλια

σχόλια