Browse By

Saint-John Perse: Σημαφόροι [Amers]

[ΙΧ]

Ἐραστές, φτασμένοι ὰργὰ ἀνάμεσα στὰ μάρμαρα καὶ τοὺς κασσίτερους, μὲς στὴν παράταση τῶν πρώτων πυρῶν τἀπόβραδου,
Ἐραστὲς ποὺ σωπαίνατε στὸν κόρφο ξένων ὄχλων,
Θὰ δώσετε κἐσεῖς μαρτυρία τὸ βράδυ αὐτὸ πρὸς τιμὴν τῆς Θαλάσσης.

…Στενά εἰναι τὰ σκάφη, στενὴ ἡ κλίνη μας.
Ἀπέραντη ἡ ἔκταση τῶν ὑδάτων, πιὸ πελώρια ἡ δεσποτεία μας
Στὰ κλειστὰ δώματα τοῦ πόθου.

[…]  

Ἀγαπᾶτε, ζεύγη, τὰ σκάφη· καὶ τὴν ἀνοιχτὴ θάλασσα μὲς στὰ δώματα!
               γῆ ἕνα βράδυ κλαίει τοὺς θεούς της, καὶ ἄνθρωπος ἀγρεύει κόκκινα κτήνη· οἱ πόλεις φθείρονται, οἱ γυναῖκες συλλογίζονταιἈς ὑπάρχη πάντοτε στὴν πύλη μας
               Αὐτὴ ἠὼς ποὺ καλεῖται θάλασσα  —ἐκλογὴ φτερούγων κἀνάταση ὄπλων, ἔρως καὶ θάλασσα ὁμοκρέβατοι, ἔρως καὶ θάλασσα στὸ ἴδιο κρεβάτι
               Κ’ αὐτὸς ὁ διάλογος ἀκόμη μέσα στὰ δώματα:
                «Ἔρωτα, ἔρωτα, ποὺ κρατεῖς τόσο ψηλὰ τὴν κραυγὴ τῆς γέννησής μου, ποὖναι ἀπὸ θάλασσα καθὁδὸν πρὸς τὴν Ἐρωμένη! Ἄμπελος λαχπατημένη πάνω σὅλες τὶς ἀμμουδιὲς, ἀγαθοεργία τοῦ ἀφροῦ σὲ κάθε σάρκα, καὶ ᾠδὴ φυσαλίδων ἐπὰ στὶς ψαμάθουςΣέβας, σέβας στὴ θεία Ζωτικότητα!
               Σὐ, ἄνδρα ἄπληστε, μὲ ξεντύνεις: αὐθέντη πιὸ ἤρεμε ἀπ,τι στὰ ἔξαλά του αὐθέντης τοῦ καραβιοῦ. Καὶ τόσο ὕφασμα μαϊνάρεται, ποὺ δὲν εἶναι πιὰ γυναῖκα παρὰ ἀποδέχουσα. Ἀνοίγεται τὸ Θέρος, ποὺ ζεῖ ἀπὸ θάλασσα. Κι ἡ καρδιά μου ἀνοίγει γυναῖκα πιὸ δροσερὴ ἀπὸ τὸ πράσινο νερό: γλυκύτητας σπόρος και ὀπὸς, τὸ ὀξὺ μὲ τὸ γάλα ἀναμεμειγμένο, τὸ ἁλάτι μὲ τὸ πολὺ ζωηρὸ αἷμα, κι ὁ χρυσὸς μὲ τὸ ἰώδιο, κι ἡ γεύση ἐπίσης τοῦ χαλκοῦ κι ἡ ἀρχὴ τῆς πικρότητας—ὅλη ἡ θάλασσα σ’ἐμὲ  νὰ φέρεται ὅπως μὲς σὲ μιὰ μητρικὴ ὑδρία…
               Καὶ πάνω στὴν ἀμμουδιὰ τοῦ σώματός μου ὁ ἄνδρας ὁ θαλασσογένης εἶναι ξαπλωμένος. Ἄς δροσίζη τὸ πρόσωπό του στὴν ἴδια πηγή κάτ’ἀπὸ τὶς ψάμμους· καὶ νὰ χαίρεται στ’ ἁλώνι μου, ὅπως ὁ θεὸς ὁ δερματόστικτος ἀπ’ ἀρσενικὴ φτέρη… Ἔρωτά μου, διψᾷς; Εἶμαι γυναῖκα στὰ χείλη σου πιὸ νέα ἀπὸ τὴ δίψα. Καὶ τὸ πρόσωπό μου ἀνάμεσα στὰ χέρια σου ὅπως στὰ δροσερὰ χέρια τοῦ ναυαγίου, ἄ! ἄς σ’εἶναι μέσα στὴ ζεστὴ νύχτα δροσιὰ ὰμυγδάλου καὶ γεύση αὐγῆς, καὶ πρώτη γνώση τοῦ καρποῦ πάνω σὲ ξένην ὄχθη.

[…]

               « Στὴν καρδιὰ τἀνδρός, μοναξιὰ. Ἀπόξενος ἄνδρας, δίχως ὄχθη, δίπλα στὴ γυναῖκα, παρόχθια.

[…]

Στενά εἶναι τὰ σκάφη, στενός ἀρραβώνας · καὶ πιὸ στενὸ τὸ μέτρο σου, πιστὸ σῶμα τῆς ἘρωμένηςΚαὶ τὶ εἶναὐτὸ τὸ σῶμα τὸ ἴδιο, παρὰ εἰκῶν καὶ μορφὴ τοῦ καραβιοῦ; Κάλαθος κὁλκάς, ναῦς ἀναθηματικὴ, μέχρι τὸ διάμεσο ἀνοιγμά του; Νουθετημένο σὲ μορφὴ κύτους , κατηργασμένο πάνω στὶς καμπύλες του, διπλώνοντας τὸ διπλοῦν ἐλεφάντινο τόξο στὴν ἐπαγγελία τῶν θαλασσογενῶν καμπύλων…

[…]

Δὲν ὑπάρχει ὑψηλότερος σφετερισμός ἀπ’ὅ,τι στὰ σκάφη τοῦ ἔρωτα.»

[…]

« … τὰ δόντια μου εἶναι καθάρια κάτω ἀπὸ τὴ γλῶσσα σου. Βαρύνεις πάνω στὴν καρδιά μου καὶ κυβερνᾶς τὰ μέλη μου. Αὐθέντη τοῦ κρεβατιοῦ, ὦ ἔρωτά μου, ὅπως ὁ Αὐθέντης τοῦ καραβιοῦ. Γλυκὸ τὸ δοιάκι στὴν πίεση τοῦ αὐθέντη, γλυκό τὸ κῦμα στὴν ἰσχύ του.
! Ἄς μὴν μεἶστε ἕνας σκληρὸς αὐθέντης μὲ τὴ σιωπὴ καὶ τὴν ἀπουσία: πολύτεχνε πλοηγέ, πολυμέριμνε ἐραστή! Ἔχετέ με πλειότερο ἀπὸ δώρημα στὸν ἑαυτό σας. Ἐρώντας, δὲν ἀγαπᾶτε ἐξίσου νἆστε ἀγαπημένος;…Φοβοῦμαι, κι ἀνησυχία κατοικεῖ κάτἀπτὸν κόρφο μου. Κάποτε, καρδιὰ τοῦ ἀνδρὸς μακριὰ σταθμεύει καὶ κάτἀπὸ τὸ τόξο τοῦ ματιοῦ του ὑπάρχει, ὅπως στὰ μεγάλα μοναχικὰ τόξα, αὐτὴ μεγάλη παρειὰ Θαλάσσης, ὁλόρθη στις πύλες τὶς Ἐρήμου
       Ὦ σὺ στοιχειωμένε, ὅπως ἡ θάλασσα, ἀπὸ πράγματα μακρινὰ καὶ μεγάλα, εἶδα τα σφαλιστά σου βλέφαρά νὰ τανύονται πιὸ μακριὰ ἀπὸ γυναῖκα. Ἡ νὺξ ὅπου ναυσιπλοεῖς δὲν θἆταν διόλου τὸ νησί σου, ἡ ὄχθη σου; Ποιὀς λοιπὸν μέσ’ εἰς σὲ  πάντα σἀποξενώνει καὶ σἀρνεῖται; 

[…]

Εἶσαι ἐκεῖ, ἐρωτά μου, καὶ δὲν ἔχω τόπο παρά σ’ἐσέ. Θὰ ὑψώσω πρὸς σὲ τὴν πηγὴ τῆς ὑπαρξῆς μου, καὶ θὰ σἀνοίξω τὴ γυναικεῖα μου νύχτα, πιὸ διαυγὴ ἀπ’τὴ νύχτα σου τὴν ἀνδρική. Καὶ τὸ μεγαλεῖο σἐμὲ νἀγαπῶ θὰ σὲ διδάξει ἴσως τὴ χάρη νἀγαπηθῆς. Ἔκλυση τότε στὰ παίγματα του σώματος! Πρόσφορο, πρόσφορο, κ’εὔνοια τοῦ νὰ ὑπάρχης! Ἡ νὺξ σ’ἀνοίγει μία γυναῖκα: τὸ σῶμα της, τὰ λιμάνια της, τὶς ὄχθες της. Καὶ τὴν τετελεσμένη νύχτα ὅπου κεῖται κάθε μνήμη. Ὁ ἔρως φτειάχνει τὸ καταφύγιο του!

[…]

Ἔρωτα, ἔρωτα, ἀπόξενο πρόσωπο! Ποιός σ’ἀνοίγει σ’ἑμᾶς τοὺς θαλάσσιους δρόμους σου; Ποιός παίρνει τὸ δοιάκι, κι ἀπὸ ποιά χέρια;… δράμετε στὰ προσωπεῖα, ἐπισφαλεῖς θεοὶ! Καλύψατε τὴν ἔξοδο τῶν μεγάλων μύθων! Τὸ Θέρος συσταυρωτὰ μὲ τὸ φθινόπωρο, σπᾷ μὲς στὶς παραζεσταμένες ψάμμους τἀβγά της ἀπὸ κασσίτερο μὲ τὰ χρυσαφιὰ νερὰ ὅπου ἀναπτύσσονται τὰ τέρατα, οἱ ἥρωες. Κι ἡ θάλασσα ’πὸ μακριὰ μυρίζει τὸ χαλκὸ καὶ τὴν ὀσμή τἀρσενικοῦ κορμιοῦ… Θαλάσσιος ἀρραβώνας εἶν’ ὁ ἔρωτάς μας που ὑψώνεται στὶς Πύλες ἀπὸ Φοινίκεο Ἄλας» 

«Ἐραστή, δὲν θὰ ὑψώσω στέγαστρο γιὰ τὴν Ἐρωμένη. Τὸ Θέρος κυνηγᾶ μὲ τὴ λόγχη πάνω στὰ θαλάσσια ὀργώματα. Ὁ πόθος σφυρίζει στὴν ἐπιφάνειά της. Κἀγὼ, σὰν τὸ γεράκι τῶν ἀμμουδιῶν ποὺ βασιλεύει στὴν πλώρη, καλύπτω μὲ τὸν ἥσκιο μου κάθε λαμπύρισμα του σώματός σου. Διάταγμα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τόδε μᾶς δεσμεύει! Κι ἡ ὥρα δὲν εἶναι πλέον, ὦ σῶμα δωρισμένο, νὰ σηκώσω μέσα στὰ χέρια μου τὸ πρόσφορο τῶν μαστῶν σου. Ἕνας τόπος κεραυνοῦ καὶ χρυσοῦ μᾶς φορτώνει μὲ τὴ δόξα του! Ἀμοιβὴ ἀπὸ κάρβουνα, ὄχι ἀπὸ ρόδα… Καὶ καμία παράλια ἐπαρχία εἶχε, κάτ’ἀπό τα ρόδα, πιὸ γνωστικὰ λαφυραγωγηθῆ;

[…]

Μεθυσμένη, πολύ μεθυσμένη, βασιλικὴ καρδιὰ! Νὰ φιλοξενήσης τόση φουσκοθαλασσιὰ, κι σάρκα πιὸ εὐαίσθητη ἀπὸ τοὺς χιτῶνες τοῦ ματιοῦἈκολουθεῖς τὴ θάλασσα ἀναπόφευκτη κἰσχυρὴ μὲς στὸ ἔργο της. Καὶ διαισθάνεσαι τὸν ἀσυγκράτητο κλοιὸ, κἀνοίγεσαιἐλεύθερη, ἀνελεύθερηστὴ διαστολὴ τῶν ὑδάτων· κι συσταλτὴ θάλασσα ἀσκεῖ μέσεἰς σὲ τοὺς σφικτήρες της, τὶς κόρες ,τι μέρα στενεύη, κι νύχτα μεγαλώνη, αὐτὸν τὸν τεράστιον ὀφθαλμό ποὺ σὲ καταλαμβάνειΣέβας ! σέβας στὴν πληρότητα τῶν ὑδάτων. Οὐδεμία ὑπάρχει σαὐτό προσβολή γιὰ τὴν ψυχή σου! Πῶς τὸ βίαιο πνεῦμα τοῦ θεοῦ ποὺ ἀδράχνεται ἀπ’τὸν ἄνδρα νὰ γεννᾶται μέσα στὴ γυναῖκα, καὶ γεμίζει τὴ γυναῖκα μὲς στὰ λινούδιά της καὶ τὶς μοιρασμένες μεμβράνες της, ἄ! Ὅπως ἡ ἴδια ἡ θάλασσα ποὺ θρέφεται ἀπὸ φύκη κ’ἔμβρυα, κι ὁποία ὰπορρίπτει στὸ Κοινὸ τῶν Κριτῶν καὶ τῶν Μητέρων τὶς μεγάλες της πλακούντιες ὑποδοχὲς καὶ τὰ μεγάλα λεπιδωτά της φύκη, τὶς πολύ μεγάλες δερμάτινες ποδιὲς γιὰ Μαῖες καὶ Θυσιαστές, νὰ εὐχαριστῆ τὴν ἰερὰ ἡδονὴ νὰ σμίξη τὸ θύμα της, καὶ ἡ Ἐρωμένη ἀνεστραμμένη μέσα στὸ ἄνθινὸ της περίβλημα νὰ ἐλευθερώνη στὴ θαλάσσια νύχτα τὴ σάρκα της συντεθλιμμένη ἀπὸ μεγάλο χειλανθὲς! Οὐδεμία ὑπάρχει σαὐτό προσβολή γιὰ τὴν ψυχή σου…

[…]

Εἶδα νὰ λάμπει ἀνάμεσα στα δόντια σου ἡ κόκκινη παπαρούνα της θεάς. Ὁ Ἔρως στὴ θάλασσα καίει τα σκάφη του. Καὶ σὺ, ἰκανοποιεῖσαι μὲς στὴν θεία ζωτικότητα, ὅπως κανεὶς βλέπει τους ὠκύθοους θεοὺς ὑπὸ τὰ διαυγὴ ὕδατα, ὅπου πάνε οἱ ἥσκιοι λύοντας τὶς ἐλαφρειὲς τους ζώνες…Σέβας, σέβας στὴ θεία ποικιλότητα! …Στενὸ τὸ μέτρο, στενή ἡ τομή, ποὺ σπᾷ στὸ μέσο του τὸ γυναικεῖο σῶμα ὅπως τὸ μέτρο τῶν ἀρχαίων …Θὰ μεγαλώσης, ἔκλυση! Ἡ λάγνα θάλασσα μᾶς παροτρύνει, καὶ ἡ ὀσμὴ τῶν κοιλωμάτων της πλανᾶται μέσα στὸ κρεβάτι μας…Κόκκινο τοῦ ἀχινοῦ τὰ δώματα τῆς ἡδονῆς.»  

[ΑΦΙΕΡΩΣΙΣ]

[…]

Μεσημβρία, κεραυνός της, οἱ οἰωνοί της· Μεσημβρία, οἱ φαύνοι της στὴν ἀγορὰ, κι κραυγή της τοῦ πυγάργου πάνω ἀπὸ τοὺς ἔρημους ὄρμους!…
Ἑμεῖς ποὺ θὰ ἀποθάνουμε ἴσως μιὰν ἡμέρα γιορτάσουμε τὸν ἀθάνατο ἄνθρωπο στὴν ἑστία τῆς στιγμῆς.
Ὁ Σφετεριστής σηκώνεται πάνω στο ἐλεφάντινο κάθισμά του. Ὁ ἐραστής πλύνεται ἀπὸ τὶς νύχτες του,
Κι ὁ ἄνδρας μὲ τὸ χρυσοῦν προσωπεῖο ἐκδύεται τὸν χρυσὀ του πρὸς τιμὴν τῆς Θαλάσσης.   

(απόδοση: Γ.Α.Σιβρίδης)

Σχόλια

σχόλια