Browse By

William Shakespeare: Sonnets

XXXI

Ὁ κόλπος σου ἀκρίβυνε μὅλες τις καρδιές,
π’ἀπ’τὴν ἀπώλεια  ἔχω εἰκάσει πεθαμένες·
κ’ἄρχει ὁ Ἔρως κεῖ, κι ὅλες Του οἱ ἀγαπητὲς μεριές
κ’ὅλες ’κεῖνες οἱ φίλες ποὺ ἐγὼ νόμιζα θαμμένες.
Πόσα πιὰ δάκρυα ὑποταγῆς ἱερὰ ἡ ἀκριβή
θρησκευτικὴ ἀγάπη ἔκλεψε ἀπ’τὸ μάτι μου,
ὀβολὸ τῶν νεκρῶν, ποὺ τώρα μόνο θὰ φανῇ
ὅ,τι ἔφυγε καὶ μὲσα σου κρυμμένο κεῖται!
Εἶσαι σὺ ὁ τάφος που ἡ θαμμένη ἀγάπη ζεῖ
μ’ἀνηρτημένα τρόπαια χαμένων μου ἐρωμένων
ποὺ ὅλα τὰ μέρη των τὰ παρέλαβες σύ,
ποὺ χρέος πολλῶν εἶν’νῦν δικό σου μόνο:
    Εἰκόνες των π’ἀγάπησα,  θωρῶ σὲ σέ,
        καὶ σὺ (αὐτές) ἔχεις ὅλο τοὕλον ἀπ’ἐμέ.

XCVI

Ἄλλοι ἀμαρτία σου εἶν’ἡ νιότης λέουν, ἄλλοι, ἡ ἀκρασία·
ἄλλοι ὅτι χάρις σου εἶν’ἡ νιότης λέουν, παιγνία εὐγενής·
ἄριστοι καὶ μικροί ἀγαποῦν χάριν κ’ ἀμαρτία ἴσα:
τὶς ἀμαρτίες ποὺ κατέφυγες σὲ χάριτες ποιεῖς.
Ὅπως σὲ δάχτυλο βασίλισσας ἐνθρόνου
Τὸ πιὸ ταπεινό τὸ κόσμημα καλὸν θὰ ἐκτιμηθῇ
Ἔτσι καὶ ἐκεῖνα τὰ σφάλματα ποὺ εἰς σὲ ἐμφαίνου’
σἀλήθειες τρέπονται, περνοῦν για πράγματ’ ἀληθή.
Πόσους ἀμνοὺς θὰ’δύνατο ὁ λύκος νὰ γελάσῃ,
ἄν τὴν τραχειά μπορούσεν ὅψη του νὰ τρέψῃ!
Πόσους θεατές θὰ’δύνασο νἀποπλανήσεις,
ἄν χρεία τῆς ἰσχύος ἔκανες ὅλης σου τῆς θέσης!
    Μὰ μὴν κάνῃς αὐτό: Σὲ ἐρῶ με τέτοιο τρόπο
        Ποὺ, σὺ δική μου, δικός μου ὁ ἐπαινός σου.

CXIII

Ἀφ’ἧς σᾶς ἄφησα, τὸ μάτι μου εἶναι μὲς στὸ μυαλό·
κ’αὐτὸ ποὺ διοικεῖ ἐμέ γιὰ νὰ περιάγομαι,
μερίζει τοὔργο του κ’εἶν’ μερικῶς τυφλό,
φαίνεται νὰ θωρῇ, μὰ πράγματικὰ εἶν’ ἔξωθε·
διατὶ οὐδεμιὰ μορφή στὴν καρδιὰ παραδίδει
ἄνθους, πτηνοῦ ἤ ὅποιο σχῆμα κεῖνο λάζεται:
Ὁ νοῦς ’ς τἀντικείμενα τῆς στιγμῆς δὲν μετέχει
μηδ’ ἡ ἴδια του ἡ ὅραση κρατεῖ ὅ, τι κεῖνο δράττεται·
διατὶ ἂν ἰδῇ τὴν πιὸ τραχειὰ ἤ εὐγενική θέα
τὸ γλυκύτερο θέλγητρο ἤ πιὸ δυσμόρφο πλάσμα
τὸ βουνὸν ἢ τὴ θάλασσα, τὴν ἡμέρα ἤ τὴ νύχτα
κοράκι ἢ περιστέρι, αὐτὸ τὰ πλάθει στὸ δικό σας φάσμα.
    Ἀνίκανος γιὰ κάτι πλέον, κορεσμένος μὲ σᾶς
        ὁ πλειὸ ἀληθής μου νοῦς, κάνει τὸ μάτι ἀναληθές.

τοὔργο=το έργο
λάζεται=παίρνει, αρπάζει.

CXVII

Κατηγορήσ’τε μὲ ὡς ἑξῆς: πὼς τἄχω ὅλα χαλάσει,
κεῖ ποὺ νἀνταμείβω ὤφειλα τὴ μεγάλη σας ἀξιοσύνη,
ξέχασα τὴ δεξίωση τῆς σπάνιας σας ἀγάπης
ὅπου καθημερινῶς μὲ δένουν ὅλοι οἱ ὅρκοι·
Ὅτι ἤμουν συχνὰ μἄγνωστα μυαλά, καὶ δώρισα
στὸ χρόνο τὸ ἴδιο σας ἀκριβαγόραστο δικαίωμα·
ὅτι σὅλους τους ἄνεμους πανί κατήρτησα
οἱ ὁποῖοι θὰ μὲ μετέφεραν ἀπ’τὴν θέα σας μακριά.
Καταγράψ’τε τὸ πείσμα μου καὶ τἀμαρτήματά μου
κ’ἐπὶ στοιχείων ἀδιάσειστων κάν’τε σωρό εἰκασιῶν·
φέρ’τε με μὲς στὴ σκόπευση τῶν μορφασμῶν σας
μὰ μὴ βάλητε κατ’ἐμοῦ μὲ μίσος ξυπνητό·
    Ἀφοῦ ἡ ἔφεσίς μου λέει ὅτι νὰ δοκιμάσω πάλεψα
        τὴ σταθερότητα καὶ τὴν ἀρετή της ἀγάπης σας.

CXX

Τ’ὅτι ἤσασταν τότε ἀγενής μὲ κάνει τώρα φίλο
καὶ ἀπ’ ἐκείνη τὴ θλίψη ποὺ τότε ἔνιωσα,
ἀνάγκη ὑπὸ τῆς ὕβρεως μου τὸ βάρος εἶν’να σκύψω
ἀφοῦ δὲν εἶν’ τὰ νεύρα μου ὀρείχαλκα ἤ σφυρήλατα.
Γιατὶ ἄν ἀπ’την ἀγένεια μου ἔχετε κλονιστῆ ὅπως
ἀπ’τη δική σας, γὼ, διήγατε κόλαση· δὲν ἔλαβα
ἀργία, ὁ τύραννος ἐγώ, για νὰ ζυγίσω
πόσο κάποτε ὑπέφερα ἀπ’τὸ δικό σας ἔγκλημα.
Τὴν νύχτα μας τῆς οἰμωγῆς αὐτή, ὦ! ἂς θυμηθῆ
ἡ πλειὸ βαθειά αἴσθηση, πῶς σκληρά ἡ ἀληθινή θλίψη κτυπάει,
καὶ σύντομα σὲ σᾶς, ὅπως σ’ἐμέ,τότ’ ἂς δοθῆ
τὸ ἵαμα της ταπεινότητας, ποὺ σὲ πληγμένα στήθη πάει!
    Ἀλλὰ κείνη σας ἡ παράβαση γίνεται τώρ’ ἀντίτιμο·
        ἡ δική μου, τὴν δική σας λυτροῖ, κ’ἡ δική σας, ὀφείλει, ἐμένα.

οἰμωγή=θρήνος
ἵαμα=γιατρικό
λυτροῖ=λυτρώνει, εξαγοράζει με λύτρα

CXXΧ

Τὰ μάτια τῆς ἀφέντρας μου δὲν εἶναι σὰν τὸν ἥλιο·
στὸ κοράλλι ἔχ’πιὸ κόκκινο ἀπ’τὰ δικά της χείλη:
Ἂν λευκό, τὸ χιόνι, ψαρό εἶν’τὸ δικὸ της στῆθος·
Ἄν χορδές, ἡ κόμη, χορδές μαῦρες τὸ κεφάλι της φύει.
Εἶδα ρόδα δαμασκηνά, ρόδινα καὶ λευκά,
Ἀλλὰ ρόδα δὲν ἔχω δεῖ τέτοια στὰ μάγουλά της·
Καὶ σ’ὡρισμέν’ ἀρώματα ὑπάρχει πιὸ χαρά
ἀπ’ὅ,τι στὴν πνόη π’ἀπ’τὴν ἀφέντρα μου ὄζει.
Ἀγαπῶ νὰ τὴν ἀκούω νὰ ὁμιλῇ, ὅμως ξέρω καλά
ὅτι πολύ πιὸ ἡδονικά ἡ μουσικὴ ἠχεῖ:
Δίδω ἐγγυή ὅτ’εἶδα οὐδέποτε κάποια θεὰ νὰ περνᾷ,
ὅταν βαδίζει ἡ ἀφέντρα μου, βηματίζει στὴ γῆ:
    Κι ὅμως, μὰ τῷ Θεῷ, θεωρῶ τὸν ἔρωτά μου σπάνιο,
        ὅποια χαλκευμένη μὲ ψέματα κ’ἂς παραβάλω.

δίδω ἐγγύη=βεβαιώνω

CXL

Νἆσαι σοφή ὅσο εἶσαι ἀνηλεής· μὴν πιέζεις
τὴν γλωσσόδετή μου ὑπομονή μὲ τόση καταφρόνια·
μήπως ἡ θλίψη δανείσῃ σ’ἐμὲ λέξεις, κ’οἱ λέξεις
δηλώσουν πῶς ποθεῖ ἔλεος ἡ δική μου γραφίδα.
Νὰ σ’ἐδίδαχνα πνεῦμα, ἄν δύναμουν, θἆταν καλό,
παρότι δὲν μ’ἀγαπᾶς, ἀγαπᾶς νὰ μὲ τὸ λές ὅμως·
ὅπως οἱ δύστροποι οἱ ὁποῖοι σιμά στὸ θάνατο,
μόνο νέα ὑγείας ἀπ’τους γιατρούς των ξέρουν·
γιατί, ἄν πρέπει να ἀπελπιστῶ, πρέπει νὰ τρελαθῶ,
καὶ μὲς στὴν τρέλα μπορεῖ νὰ σὲ κακολογήσω·
τώρα αὐτὸς ὁ κακόκλωστος κόσμος ἔγινε κακός,
ὅπου συκοφάντες τρελοί μὲ τρελά ἀφτιὰ πιστεύουν.
    Γιὰ νὰ μὴν ἔτσι γίνω, μήτε σὺ νὰ ψευδολογηθῇς, τὰ μάτια
        ἵσιωσε, μόνο ἀστόχησε τὴν φαντασμένη σου καρδιά.

CXLVII

Ὁ ἔρως μου εἶναι σὰν πυρετός ποὺ σταθερῶς ποθῶ
γιὰ τοῦτο ποὺ ἐκτενέστερα τὴν ἀσθένεια φροντίζει·
τρεφόμενος μ’αὐτό ποὺ συντηρεῖ τὸ δεινό
τὴν ἀβέβαιη ἄρρωστη ὄρεξη νὰ εὐχαριστήσῃ.
Ὁ Λόγος μου, ὁ γιατρός στὸν ἔρωτά μου
ὠργισμένος ποὺ τὶς συνταγές αὐτοῦ δὲν τήρησα,
μἄφησε, κἀγὼ ἀπέλπιδος ἐγκρίνω τώρα:
ὁ πόθος εἶναι θάνατος ποὺ φεύγεται με ἵαμα.
Εἶμαι πέραν τῆς ἱάσεως, κι ὁ Λόγος τῆς φροντίδας
εἶναι νῦν καὶ φρενομανής μἀδημονία αἰώνια·
ἡ ὁμίλια, οἱ σκέψεις μου σὰν του τρελοῦ εἶναι
ἀπ’την ἀλήθεια μάταια ἐκφράζονται κ’ἀφρόντιστα.
    Γιατί ὠρκίστηκα εἰς σέ, καλή, σὲ νόμιζα λαμπρή,
        ποὖσαι μαύρη ὅσο ἡ κόλαση, σὰ νύχτα σκοτεινή.

φρενομανής=τρελός

(απόδοση: Γ.Α.Σιβρίδης)

Σχόλια

σχόλια