All posts by Ομολογητής

Εμπόριο, εμποροκρατία και σύγχρονο κράτος, Γ΄: ο χρόνος και η πολιτεία (δ)

2.9. Γάλλοι Φυσιοκράτες: γεωργία και laissez faire [BOISGUILBERT] Λίγο πριν απ’τον Cantillon, o Pierre le Pesant, Sieur de Boisguillebert, ή απλώς Boisguilbert, συνέλαβε την σημασία της κατανάλωσης για το εθνικό εισόδημα· ακολουθώντας το έργο του στρατιωτικού αρχιτέκτονα και στρατηγού Sébastien Le Prestre, marquis de Vauban,

Arnaut Daniel: Πλουσία κουγκέστα

Εἶχ’ ὁ Ἔρως τέτοι’ ἁπλοχεριά    χαρὰ νὰ μὲ δωρίσῃ ὡς ἔχω ἐγὼ δι’ αὐτὴν καρδιά      ἐχέγγυο καὶ ἐλευθέριο διὰ τἀγαθὸ ποὺ ἀποζητῶ    κώλυμα νὰ μὴν εὕρω καθὼς ἐρῶ ψηλὰ ποὺ ἡ ἐλπίς   μ’ ἀνυψοῖ καὶ μ’ ἐπίσχει. Κ’ ὅτε τὸ δικό της θεωρῶ    ὕψος τῆς

John Donne: H αύξη του έρωτα

Μόλις πιστεύω ὅτι ὁ ἔρως μου ἄκρατος εἶναι ὅπως εἶχα νοήσει, ἐπειδή ὑφίσταται στὴν μεταβολή και τὴν ἐποχή ὅπως ἡ βοτάνη· δοκῶ, ἂν τὸν αὐξάνῃ ἡ ἄνοιξις, πὼς καθ’ ὅλο τὸ χεῖμα ψευδόμουν, ὅταν ὤμοσα  ὁ ἔρως ἄπειρος εἶναι. Ἀλλ’ ἂν ὁ ἔρως, τὸ φάρμακο 

John Donne: Άσμα

Ἄμε κ’  ἅρπαξε ἕνα πεφταστέρι, πιάσε παιδί μὲ ρίζα μανδραγόρου, πέ με πού εἰναι οἱ παλαίοι οἱ χρόνοι, ἢ ποιὸς ἔσχισε τὸ πόδι τοῦ διαβόλου, μάθε με νἀκούω τὶς Νηρηίδες νᾄδουν, ἢ νἀμύνω τὸν οἶστρο τοῦ φθόνου. Καὶ εὕρε ποία αὔρα εὐεργετεῖ μία δικαία διάνοια.

James Graham, 1st Marquess of Montrose: Ουκέτι θα σε φιλήσω πλέον

Μονάκριβή μου ἀγάπη, κάμω εὐχή τοῦτο τὸ μικρό σου σύμπαν νὰ μὴν τὸ διοικήσῃ ἄλλη ἀρχή ἐξὸν ἡ πιο ἄκρατος μοναρχία καθὼς ἂν συμμετέχῃ ἡ σύγχυσις (ποὺ οἱ ἐνάρετες ψυχὲς μισοῦν) καὶ στὴν καρδιά σου σύνοδο καλῇ οὐκέτι θὰ σὲ φιλήσω πλέον. Ὡς ὁ Ἀλέξανδρος

Seamus Heaney: Θεώμενος πράγματα

Ι Inishbofin ἕνα κυριακάτικο πρωινό ἡλιόφως, ἀτμὸς τύρφης, γλάροι, ταρσανὰς καὶ νάφθα. Ἕναν πρὸς ἕναν μᾶς πέρασαν σὲ μία λέμβο ποὺ βυθιζόταν καὶ ἀμφιταλαντευόταν τρομακτικὰ κάθε φορά. Καθίσαμε στριμωχτά σὲ στενοὺς θράνους, σὲ νευρικὲς δυάδες καὶ τριάδες, πειθαρχημένοι, οἰκείοι μόλις, οὐδεὶς νὰ μιλεῖ ἐξόν οἱ

Ben Jonson: Σκιά

  Ἀκολούθει μιὰ σκιά, κ’ὅμως σοῦ φεύγει· κάμε νὰ τῆς διαφύγῃς, θὰ ἕπεται: ἔτσι, μνηστεύεις μίαν ἐρωμένη, σὲ ἀρνεῖται· ἄφες τήν, θὰ μνηστεύῃ σέ. Οἱ γυναῖκες, δὲν χρηματίζουν, λοιπόν, ἀλλὰ σκιὲς ἡμῶν τῶν ἀνδρῶν; Σ’ ἠῶ κ’ἑσπέρα, οἱ σκιὲς εἶν’ οἱ μακρότερες· ἐπὶ τὴν μεσημβρία,

Thom Gunn: Στην κυνική ερωμένη του [1954]

Καὶ ὁ ἔρως δὲν εἶναι πλέον ἀλλὰ συμβιβασμός; Μία ἐφήμερη συνθήκη π’ ἀναμένει ὑπογραφή τῶν δύο ἐχθρῶν; ―Ἐνῷ τὸν δίκαιο καὶ τυφλό προσποιούμενος, ὁ λογιστής Ἔρως τὴν γράφει, εἰρήνη ἐγγυώμενος, ἄμφω οἱ ἡγεμόνες τὴν σφραγίζουν, μὰ γνώστες τῶν πιθηκισμῶν αὐτοῦ, κρυφὰ διπλοῦσι κατασκόπους. Σ’ἑκάτερη πλευρά

W.B.Yeats: Ο όρειος τύμβος [1914]

Σπονδὲς ἂς γίνουνε κρασιοῦ, χορὸς νὰ ξεκινήσῃ Τ᾿ Ἀνθρώπου ἡ ῥάτσα ἂν ἔχει ἀκόμα λίγη περηφάνεια, Φέρτε ῥόδα  ἀφοῦ τὸ Ῥόδο ἔχει ἀνθίσῃ· Ξαχνίζει στὴν βουνοπλαγιὰ  ὁ καταρράκτης, Πατέρα μας Ῥοδόσταυρε ποὺ ἐτάφης. Κλεῖστε τὰ βῆλα! Φέρτε σουραύλια καὶ βιολιά! Μὴ μείνει πόδι σιωπηλό στὴν

Andrew Marvell: Στην ναζιάρα κυρά του

Εἴθ’ εἴχομε ἀλλὰ κόσμο καὶ καιρόν ἀρκούντως οὐκ ἂν ἦταν ἀμαρτία, κυρά, ὁ ἀκκισμὸς τοῦτος. Ἐθάσσομε καὶ ἐβουλεύομε ἂν κατὰ ποῦ βαδίσομε ὥστε να διάγωμε τὴν μακρὰ ἐρωτική ἡμων ’μέρα. Σὺ ἔπρεπε στοῦ ἰνδικοῦ Γάγγη τὸ μέρος ναὑρίσκῃς ρουμπίνια· ἐγώ, ἀπὸ τῆς πλημμυρίδος τοῦ Ἄβου