Δόμος, πόλις ϗ αγορά ―αρχιτεκτονική, πολιτική ϗ οικονομική VI: Ο νόμος του τοίχου (ϛ)

[Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΜΕ TRANSEPTUM (ΕΓΚΑΡΣΙΟ ΚΛΙΤΟΣ) ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ: ΡΩΜΑΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΓΟΤΘΙΚΟΣ ΡΥΘΜΟΣ] Στὶς χῶρες ποὺ κατέκτησαν Γότθοι καὶ Φράγκοι, καὶ μετὰ τὸν ἐκχριστιανισμό αὐτῶν, οἱ πρῶτες ἐκκλησίες δὲν διαφέρουν τῶν παλαιοχριστιανικῶν τύπων, ποὺ εἶναι κυρίως ἡ βασιλικὴ μὲ ἐγκάρσιο κλῖτος. Ὁ φράγκος Καρλομάγνος στεφόμενος αὐτοκράτωρ καὶ σφετεριζόμενος τὸν ῥωμαϊκὸ τίτλο κτίζει ῥωμαϊστί: τὸ μαυσωλεῖο τοῦ στὴν Aix-la-Chapelle (792-805) εἶναι ἀντίγραφο τοῦ Ἁγίου Βιταλίου τῆς Ῥαβέννας. Ἀπὸ τὸ ἀββαεῖο τοῦ Corvey (Corbei) ἐπὶ τοῦ Weser (873-85) σῴζεται ὁ ὑπόστυλος νάρθηξ, ἐνῷ τὸ καθολικó (Kirchenschiff) ἦταν στενόμακρο μὲ στενὰ πλάγια κλίτη καὶ τετράγωνο χόρο (choir) ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸν σολέα. Στὸν ὀθωνικῆς περιόδου Ἅγιο Κυριάκο (S. Cyriakus) στὸ ἀββαεῖο τοῦ Gernrode (959-963) εἰσάγεται τὸ triforium, ὑπερῷο σὲ μορφὴ διαδρόμου. Ἐπίσης τὸ δυτικὸ ἄκρο εἶναι ἁψιδωτὸ (ἐξέδρα) σὰν καὶ τοῦ ἱεροῦ, καθὼς περιέχει κρύπτη. Ὅπως θὰ ἴδωμε παρακάτω ἡ ἁψιδωτὴ πρόσοψη εἶναι ἴδιον τῶν γερμανικῶν ἐκκλησιῶν τῆς ἐποχῆς. Ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἀγίου Μιχαὴλ στὸ Hildesheim (1010-33) εἶναι τρίκλιτη μὲ δύο ἐγκάρσια κλίτη (transepti) μὲ πύργους στὶς διασταύρωσεις μὲ τὸ κύριο κλῖτος καὶ κωδωνοστάσια στὶς ἄκρες. Τὸ ἕνα εἶναι ὁ νάρθηξ μὲ τρεῖς ἐξέδρες (apses, ἁψῖδες) στὴν πρόσοψη καὶ τὸ ἄλλο ὁ χορὸς πέραν τοῦ ὁποίου εὑρίσκεται τὸ πρεσβυτέριο μὲ τὴν ἁγία τράπεζα ποὺ καταλήγει σὲ μεγάλη ἁψῖδα (ἐξέδρα). Ἔχομε παραλλαγὲς τοῦ τύπου: στὸ καθεδρικὸ της Speyer (1030-61) ὁ χορὸς τίθεται ἔμπροσθε τοῦ ἐγκαρσίου κλίτους· στὴν ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων τῆς Κολωνίας τὸ ἐγκάρσιο κλῖτος τοῦ πρεσβυτερίου μὲ τὴν ἐξέδρα τοῦ ἱεροῦ σχηματίζουν τρίκογχο, ἐνῷ ὁ ἔμπροσθε πύργος προεξέχει καὶ στὴν νοτία πλευρὰ ὑπήρχε περίστυλος αὐλή (cloister)· στὸν καθεδρικὸ τῆς Worms (Ἅγιος Πέτρος, 1018) καὶ τῆς Mainz (1009) τὸ δυτικὸ ἄκρο εἶναι ἁψιδωτό. Στὴν Mainz στὸ δυτικὸ ἐγκάρσιο κλῖτος κεῖται δευτέρα τράπεζα ἀφιερωμένη στὸν ἅγιο Μαρτῖνο ἑνῷ τῆς ἀνατολικῆς εἶναι ἀφιερωμένη στὸν ἅγιο Στέφανο. Πλέον οἱ παχεῖς ῥωμαϊκοὶ τοῖχοι ἀρθρώνονται μὲ παραστάδες καὶ ἡμικίονες καὶ ἡμικυκλικὰ τόξα, πάλιν βεβαίως ῥωμαϊκὲς μορφές, ὕφος ποὺ θὰ ὀνομασθῇ τὸν ιθ΄ αἰ. romanesque ἤτοι ρωμανοειδής, ρωμανικός ῥυθμός. Ἡ πρώιμος μάλιστα φάση του μὲ τὶς δανδελωτὲς τοξοστοιχίες ὠνομάσθη λομβαρδικός ῥυθμός. Ἅμα μὲ τὸν ῥωμανικὸ ῥυθμὸ οἱ δρομικοὶ θόλοι καὶ τὰ σταυρoθόλια ἀντικαθιστοῦν τὶς ξύλινες στέγες.

ἀββαεῖο τοῦ Corvey (Corbei) ἐπὶ τοῦ Weser

Ἅγιος Κυριάκος (S. Cyriakus), ἀββαεῖο τοῦ Gernrode

Ἅγιος Μιχαὴλ Hildesheim

Ἅγιος Πέτρος τῆς Worms

 

 

Mainz, ἁγίων Μαρτίνου καὶ Στεφάνου

Στὴν Ἰβηρία τῶν ἀρειανῶν Βησιγότθων ὁ San Juan de Baños de Cerrato (661) εἶναι  μία τρίκλιτη βασιλικὴ μὲ ἐξωτερικὸ περιστύλιο στὶς τρεῖς πλευρὲς ὡς ἐξωνάρθηκα ποὺ κλείνει σὲ ἐγκάρσιο κλῖτος (transeptum) μὲ θαλάμους στὰ ἄκρα. Τοῦτοι ὅπως καὶ τὸ ἱερὸ εἶναι θολωτὰ ὀρθογώνια.  Οἱ κιονοστοιχίες εἶναι κορινθιακοῦ ῥυθμοῦ μὲ πεταλοειδεῖς ἁψῖδες, ἵδιον τῶν βησιγοτθικῶν ναῶν. Τὸ βησιγοτθικὸ ὕφος συνεχίζεται  μετὰ τὴν ἰσλαμικὴ κατάκτηση στὶς Ἀστουρίες (Regnum Asturorum) ἀλλὰ καὶ στὴν τέχνη τῶν Μοζαράβων (dimmi τῆς Ἀνδαλουσίας) ποὺ ἐτήρουν τὸν βησιγοτθικὸ νόμο, πλέον ὡς ῥωμαιοκαθολικοί. Ὁ San Julián de los Prados (c.830) ποὺ ἔκτισε ὁ Alfonso II εἶναι τρίκλιτη βασιλικὴ μὲ ὑψερεφὲς ἐγκάρσιο κλῖτος καὶ τρίβηλον ὅπως στὶς βασιλικὲς τῆς Ἀφρικῆς, ἐνῷ στὸν San Miguel de la Escalada (913) στὴν Λεώνη  (León) ποὺ ἔκτισαν Μοζάραβες πρόσφυγες τῆς Κόρδοβα ἐγκάρσιο κλῖτος σχηματίζεται μόνον ἀπὸ τὴν τοξοστοιχία ὡς τέμπλο. Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ ια΄ αἰ. ἐμφανίζεται ὁ λομβαρδικὸς ῥυθμὸς στὴν Ἰβηρία: ἡ Santa Maria στὸ Ripoll (1020-32) τῶν καταλωνικῶν Πυρηναίων, εἶναι πεντάκλιτη μὲ ἐγκάρσιο κλῖτος καὶ ὁκταγωνικὸ πύργο στὸ πρεσβυτέριο καὶ ἑπτὰ ἁψῖδες (μία κυρία μεγάλη καὶ τρεῖς σὺν τρεῖς ἑκατέρωθε). Ἀργότερο προσετέθη παράπλευρο περίστυλο νοτίως. Ἡ ἐκκλησία τοῦ San Martin de Tours στὴν Frόmista (c. 1066) εἶναι κεῖνων ποὺ κτίζονται κατὰ μῆκος τοῦ προσκυνητικοῦ δρόμου. Μικρή, τρίκλιτη, μὲ ἐγκάρσιο κλῖτος καὶ ὁκταγωνικὸ πύργο στὸ πρεσβυτέριο, καὶ τρεῖς ἁψῖδες. Στὸ τέλος τοῦ δρόμου τῶν προσκυνητῶν εὑρίσκεται τὸ σημαντικώτερο προσκύνημα τῆς Ἑσπερίας, τὰ λείψανα τοῦ ἁγίου Ἰακώβου στὴν καθεδρικὴ βασιλικὴ τοῦ Σαντιάγο τῆς Κομποστέλα (Catedral Basilica de Santiago de Compostela) στὴν Γαλικία. Θεμελιώθη τὸ 1075 καὶ περατώθη τὸ 1122. Εἶναι μία γιγαντιαία τρίκλιτη σταυροειδὴς βασιλική, καθὼς τὸ κύριο κλῖτος (nave) καὶ τὰ πλευρικὰ (aisles) συνεχίζουν στὴν διεύθυνση τοῦ transepti ποὺ ἐκτείνεται βορείως καὶ νοτίως δίδοντας στὴν ἐκκλησία σχῆμα λατινικοῦ σταυροῦ. Ἡ ὀροφὴ τῶν πλευρικῶν χαμηλῶν κλιτῶν εἶναι σταυροθόλια ἐνῷ τοῦ κεντρικοῦ κλίτους δρομικός θόλος. Τὸ πρεσβυτέριο μὲ τὴν ἱερὰ τράπεζα διαμορφώνεται ὡς μεγάλη ἁψῖδα μὲ περίδρομο ―ambulatory (ὡς συνέχεια τοῦ πλευρικοῦ κλίτους) καὶ πέντε παρεκκλήσια (κόγχες) ἐνῷ ἀλλὰ τέσσερα κεῖνται στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τῶν πτερύγων τοῦ transepti ἀφιερωμένα σὲ διαφόρους ἁγίους. Ὁ χορὸς τίθεται ἐντὸς τοῦ κυρίου κλίτους ἐμπρὸς τοῦ transepti. Ὀ ἐξωνάρθηξ ἔχει ἑκατέρωθε δύο καμπαναριὰ ποὺ διεμορφώθησαν τὸν ιη΄ αἰ. κατὰ τὸν baroque ῥυθμό. Kαὶ αὐτοῦ, νοτίως, στὴν γωνία nave καὶ transepto σχηματίζεται περίστυλο (cloister).

San Juan de Baños de Cerrato

San Julián de los Prados

Santa Maria στὸ Ripoll

San Martin de Tours στὴν Frόmista

Ἡ καρδιὰ ὅμως τοῦ ῥωμανικοῦ ῥυθμοῦ εἶναι στὴν λομβαρδικὴ Ἰταλία, στὶς ἐλεύθερες πόλεις δηλαδὴ ὅσες εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ γερμανοῦ αὐτοκράτορα. Γνωστότατο δεῖγμα εἶναι ὁ καθεδρικὸς ναὸς τῆς Πίζας (1063-1118) μὲ βαπτιστήριο (1153-1265), κωδωνοστάσιο (campanile, 1174-1271) καὶ Campo Santo. Εἶναι σταυροειδὴς βασιλική τῆς ὁποίας τὸ καθολικὸ ἔχει ἀπὸ δύο κλίτη ἑκατέρωθε τοῦ κυρίου (navata) μὲ ὀροφὴ σταυροθολίων μὲ ὑπερῷα ὕπερθε. Τὸ ὑψερεφὲς κλῖτος στεγάζεται μὲ ξυλίνη στέγη ὅθεν ἀναρτᾶται φατνωματικὴ ὀροφή. Τὸ transeptum (ἰταλιστί, transetto) εἶναι τρίκλιτο καὶ τὸ κεντρικὸ κλῖτος ἀπολήγει σὲ ἔξεδρα. Στὴν τομὴ τοῦ κυρίου κλίτους καὶ τοῦ ἐγκαρσίου ὑψοῦται τροῦλλος ἐλλειψοειδοὺς ἴχνους ἐπὶ ἡμιχωνίων. Τὸ πρεσβυτέριο ἔχει τὸν χορὸ ἐμπρὸς καὶ τῆν ἁγία τράπεζα στὴν ἁψῖδα, κατὰ τὸ εὗρος τοῦ κυρίου κλίτους. Ὁ καθεδρικὸς τοῦ San Martino τῆς Lucca (1204) εἶναι τρίκλιτη βασιλικὴ μὲ transetto χωρὶς τροῦλλο στὸ πιζανὸ ὕφος. Ἄλλες ἐκκλησίες στὴν Τοσκάνη εἶναι τὸ Duomo di Pistoia ἢ Cattedrale di San Zeno (ιγ΄ αἰ.), ἁπλῆ δρομικὴ τρίκλιτη βασιλική. Ὡσαύτως ὁ San Miniato al monte τῆς Φλωρεντίας (1018-62), μὲ ὑψωμένο τὸ πρεσβυτέριο ὑπὲρ τὴν κρύπτη ὥστε αὐτὴ εἶναι ὁρατή. Παρομοίως εἶναι τὸ πρεσβυτέριο τοῦ San Pietro τῆς Agliate στὴν Λομβαρδία μὲ παράπλευρο βαπτιστήριο, τρίκλιτη βασιλικὴ μὲ τρεῖς ἁψῖδες, πρωίμου ῥωμανικοῦ ῥυθμοῦ. Ὁ ἰστορικὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἀμβροσίου τοῦ Μεδιόλανου (Basilica romana minore collegiata abbaziale prepositurale di Sant’Ambrogio), κτισθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀγίου Ἀμβροσίου καὶ ὅπου ἐβαπτίσθη ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος καὶ ἀφωρίσθη ὁ Θεοδόσιος, ἀνεσκευάσθη περὶ τὸ 850 καὶ πῆρε τὴν ῥωμανικὴ μορφὴ μεταξὺ 1080-1140. Καθὼς εἶναι κτισμένη ἐπὶ τῆς παλαιοχριστιανικῆς βασιλικῆς εἶναι ἡ μοναδικὴ λομβαρδικῆ ἐκκλησία μὲ περίστυλο αἴθριο στὸν νάρθηκα. Στὶς ἄκρες τοῦ νάρθηκα ὑψοῦνται δύο κωδωνοστάσια. Εἶναι τρίκλιτη μὲ trifolia (ὑπερῷα), σταυροθόλια καὶ ἑξαγωνικὸ τροῦλλο ἐγγεγραμμένο σὲ ἔλλειψη ὕπερθε τοῦ κιβωρίου τῆς ἱερᾶς τραπέζης. Κατόπιν αὐτῆς εἶναι ὁ χορὸς καὶ ἡ ἁψίς. Πλευρικῶς μεταξὺ τῶν πεσσῶν τῶν τοίχων σχηματίζονται παρεκκλήσια (capelle) διαφόρων ἁγίων. Ἡ ὀπτοπλινθίνη ὅψη ἐπὶ τοῦ αἰθρίου διαμορφώνεται μὲ ἀμφικλινὲς πρόπυλο ποὺ ἀποκρύπτει τὰ πλευρικὰ κλίτη. Παρόμοιο πρόπυλο ἀλλὰ λίθινο εἶναι τοῦ San Michele στὴν Πάδουα. Εἶναι τρίκλιτη βασιλικὴ μὲ τέσσερα μόνον ἁψιδώματα καὶ πλευρικὰ ὑπερῷα, μὲ ἐγκάρσιο κλῖτος καὶ ἑξαγωνικὸ τροῦλλο στὴν τομὴ τῶν κλιτῶν. Τὸ πρεσβυτέριο εἶναι καὶ αὐτοῦ ὑψωμένο ὑπὲρ τὴν κρύπτη. Παρομοίως εἶναι τὸ πρεσβυτέριο τῆς Basilica di San Zeno Maggiore στὴν Βερόνα (c.1123) ἡ ὁποία εἶναι τρίκλιτη βασιλικὴ χωρὶς triforium καὶ στὴν κατασκευσμένη μὲ τόφφα πρόσοψη παρουσιάζεται ὁ πρῶτος ῥόδαξ. Ἄλλο ἰταλικὸ ἴδιον εἶναι τὰ περίκεντρα βαπτιστήρια, κληρονομιὰ προφανῶς τῆς παλαιοχριστιανικῆς περιόδου. Ἐκτὸς τῆς Πίζας, ἀπαντῶμε στὸ Asti (1060), στὴν  Cremona (1167), στὴν Πάρμα (1196-1270). Ἐπίσης τὰ κωδωνοστάσια ―campanili, εἶναι συχνὰ ἀνεξάρτητοι πύργοι ποὺ ἔχουν χρήση δημοσίου μνημεῖου ἀλλὰ καὶ σκοπιᾶς, βίγλας.

καθεδρικὸς τοῦ Ἁγίου Μαρτίνου τῆς Λούκκας

 

Cattedrale di San Zeno, Pistoia

San Pietro, Agliate

Sant’ Ambrogio, Milano

San Zeno, Βερόνα

San Miniato al Monte, Φλωρεντία

Basilica di San Nicola τοῦ Bari

Στὴν νότιο Ἰταλία μετὰ τὴν νορμανδικὴ κατάκτηση τῶν ῥωμαϊκῶν (Ἀπουλία, Καλαβρία, Νεάπολη) καὶ σαρακηνικῶν περιοχῶν (φατιμιδικὸ ἐμιρᾶτο τῆς Σικελίας) ἐμφανίζεται ὁ ῥωμανικὸς ῥυθμὸς χωρὶς νὰ ἐξαφανισθοῦν ἐν τούτοις τὰ  βυζαντινὰ καὶ τὰ σαρακηνικὰ στοιχεῖα. Ἡ Basilica di San Nicola τοῦ Bari (1085-1132) εἶναι τρίκλιτη μὲ ὑπερῷα καὶ ἐγκάρσιο κλῖτος. Ὁ καθεδρικὸς τῆς Cefalù ἢ Cifalù (Κεφαλοίδιον, Cephaloedium, Gaflūdī) (1131-1240) ποὺ ἔκτισε ὁ Ῥογήρος B΄ συγχρόνως μὲ τὸ βυζαντινὸ παλατινὸ παρεκκλήσιο (Capella Palatina), εἶναι ὡσαύτως τρίκλιτη βασιλικὴ ἀλλὰ μὲ ἐξωνάρθηκα καὶ δίδυμα κωδωνοστάσια ἑκατέρωθε, ἐνῷ τὸ ἐγκάρσιο κλῖτος ὑπερβαίνει τὸ κύριο κλῖτος. Τὸ πρεσβυτέριο μὲ τὴν ἁψῖδα εἶναι ὑψερεφὲς καὶ τηρεῖ τὸ ὕψος τοῦ ἐγκαρσίου κλίτους, ἄμφω ἐπιστεμμένα ἀπὸ τοξοστοιχίες, ἐνῷ οἱ ἑκατέρωθε ἁψῖδες τὴς πρόθεσης καὶ τοῦ διακονικοῦ τηροῦν τὸ ὕψος τῶν πλευρικῶν κλιτῶν. Στὴν βορεία πλευρὰ ἔχει περίστυλο αὐλή. Ὁ καθεδρικὸς τοῦ Monreale στὸ Παλέρμο (Cattedrale di Santa Maria Nuova di Monreale, 1174-82) ἐκτίσθη ὕπο τοῦ Γυιλλιάμου B΄ κατόπιν ὀράματος τῆς Παναγίας ποὺ εἶχε. Κεῖται θαμμένος ὁμοῦ τοῦ πατρός του καὶ ἄλλων μελῶν τῆς οἰκογενείας του στὸ νότιο σκέλος τοὺ ἐγκαρσίου κλίτος ἐνῷ στὸ βόρειο ἐτάφη ὁ Λουδοβῖκος ὁ Ἅγιος τῆς Γαλλίας. Εἶναι τρίκλιτη βασιλικὴ χωρὶς ὑπερῷα μὲ δίδυμα κωδωνοστάσια στὸν νάρθηκα ὅπως τῆς Cefalù ἐνῷ καὶ σὲ τοῦτη τὸ ἐγκάρσιο κλῖτος καὶ τὸ ἱερὸ ὑπερβαίνουν τὸ καθολικό. Τὸ ἱερὸ εἶναι ὡσαύτως τριμερὲς ἀνατολικοῦ τύπου μὲ πρόθεση καὶ διακονικό. Βυζαντινὴ εἶναι ἐπίσης ὅλη ἡ ἱστόριση τοῦ ναοῦ μὲ ψηφιδωτά, ἐνῷ τὰ τόξα τῶν κορινθιακῶν κιονοστοιχιῶν ἀλλὰ καὶ τῶν ἔξω παρειῶν τῶν τοίχων εἶναι ὀξυκόρυφα, σαρακηνικά, μάλιστα ἔμπλεκτα. Τὰ ξύλα τῆς ὀροφῆς εἶναι γυμνὰ βαμμένα ποικιλόχρωμα σὲ ἰσλαμικὸ ἐπίσης ὕφος. Στὴν νότια πλευρὰ ἐκτίσθη περίστυλο ἀββαεῖο ἐνῷ πρέπει ἀρχικῶς νὰ ὑπήρχε αἴθριο προαύλιο στὸν νάρθηκα.

Cefalù

Στὴν Γαλλία ὁ ῥωμανικὸς ῥυθμὸς ἀναπτύσσεται ἀρχικῶς στὸν πλουσιώτερο σὲ ῥωμαϊκὰ κτήρια νότο. Τὸ ἀββαεῖο τοῦ Saint-Philibert de Tournus στὴν Βουργουνδία (c.950-1020) ἔχει μακρὸ νάρθηκα τρίκλιτο, τετράστυλο (σὰν τὴν βυζαντινὴ λιτή) ποὺ στηρίζει ὑπερῷο, τρίκλιτο καθολικό, ἐγκάρσιο κλῖτος (transept) καὶ πύργο στὴν τομὴ αὐτῶν, ἐνῷ ἡ ἁψὶς τοῦ ἱεροῦ κυκλοῦται παρὰ περιδρόμου (déambulatoire). Νέρθε τούτου εἶναι βεβαίως ἡ κρύπτη. Τὸ ἱερὸ ἔχει κατὰ ἀκτινωτὴ διάταξη τρία παρεκκλήσια καὶ δύο κλιμακοστάσια καθόδου πρὸς τὴν κρύπτη, ἐνῷ δύο ἐπιπλέον παρεκκλήσια σχηματίζονται στὶς ἄκρες τοῦ ἐγκαρσίου κλίτους. Τὸ κύριο κλῖτος στεγάζεται μὲ πέντε ἐγκαρσίους δρομικοὺς θόλους ποὺ στὰ τύμπανα αὐτῶν ἀνοίγουν οἱ φωταγωγοὶ (claire-voie) ἐφίστανται σὲ ἐγκάρσια ἁψιδώματα ποὺ ἀκολούθως στηρίζονται στοὺς κίονες τῶν κατὰ μήκος τοξοστοιχιῶν. Τὸ ἀββαεῖο τῆς Sainte Μarie Madeleine στὸ γειτονικὸ Vézelay ἔχει ἐπίσης μακρὸ νάρθηκα καὶ ἀκτινωτὰ παρεκκλήσια, χωρίς ὅμως πύργο. Ἡ Basilica de Sant Sarnin τῆς Τουλούζης (1077-1119) εἶναι σταυροειδὴς καὶ ἔχει ὁμοία νομὴ μὲ τὴν σύγχρονή του βασιλικὴ καὶ ἐπίσης προσκύνημα, Σαντιάγο τῆς Κομποστέλα: δύο πλευρικὰ κλίτη στὸ καθολικό (nef) ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἕνα συνεχίζει στὸ transept ποὺ εἶναι τρίκλιτο· στὴν τομὴ τῶν κλιτῶν ὑψοῦται πύργος ἐπὶ τεσσάρων ὁκταγωνικῶν πεσσῶν· ἡ ἁψὶς τοῦ ἱεροῦ ἔχει περίδρομο μὲ πέντε παρεκκλήσια σὲ ἀκτινωτὴ διάταξη ἐνῷ ἄλλα τέσσερα στοιχίζονται στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τῶν σκελῶν τοῦ transept. Τὰ κεντρικὰ κλίτη, κατὰ μήκος καὶ ἐγκάρσιο στεγάζονται μὲ δρομικὸ θόλο μὲ νευρώσεις. Τὰ ἐσωτερικὰ τόξα εἶναι ὅπως τοῦ Saint-Philibert μὲ ἐναλλάξ λιθοπλίνθους καὶ ὀπτοπλίνθους. Ὕπερ τὴν εἴσοδο ἔχει ῥόδακα.  Ὁ καθεδρικὸς τῆς Angoulême (Cathédrale Saint-Pierre d’Angoulême, 1105-1128) στὴν Ἀκυιτανία εἶναι σταυροειδὴς χωρίς πλάγια κλίτη, μὲ τέσσερα παρεκκλήσια στὴν ἁψῖδα τοῦ ἱεροῦ καὶ δύο ἐπιπλὲον στὸ ἐγκάρσιο κλῖτος. Τὴν ὀροφὴ τοῦ καθολικοῦ ἀποτελοῦν τρεῖς τυφλοὶ τροῦλλοι ἐπὶ λοφίων ποὺ καλύπτει ἀμφικλινὴς στέγη ἐνῷ στὴν τομὴ τῶν κλιτῶν ὑψοῦται τροῦλλος. Ἑκατέρωθε τῆς εἰσόδου δύο κωδωνοστάσια σχηματίζουν πυλῶνα ἐνῷ στὰ ἄκρα τοῦ ἐγκαρσίου κλίτους ὑψοῦντο πύργοι φωτισμοῦ τῶν ὁποίων σῴζεται ὁ βόρειος. Ἄλλοι ναοὶ τρίκλιτοι μὲ ἐγκάρσιο κλίτος, πύργο στὴν τομὴ τῶν κλιτῶν μὲ ἀκτινωτὰ παρεκκλήσια στὸ ἱερό, εἶναι ἡ Notre Dame du Port στὸ Clermont-Ferrant, ὁ Saint-Trophîme στὴν Arles (τὸ ἱερὸ εἶναι γοτθικὸ τοῦ ιε΄ αἰ.), ὁ πλησίων Saint-Gilles du Gard (c.1135-95), ἐνῷ ἡ Notre Dame La Grande στὸ Poitiers (c. 1130-45) μὲ τὴν γλυπτὴ πρόσοψη, ἔχει πύργο πρὶν τὸ ἱερὸ χωρὶς ἐγκαρσιο κλῖτος. Τῶν μακροτέρων ὅμως ῥωμανικῶν ναῶν εἶναι ἡ τρίτη φάση τοῦ ἀββαείου τοῦ Cluny στὴν Βουργουνδία (1088-1130): πυλὼν μὲ δίδυμα κωδωνοστάσια, τρίκλιτος νάρθηξ, πεντάκλιτο καθολικό, δὺο ἐξῆς ἐγκάρσια κλίτη μὲ πύργους καὶ παρεκκλήσια στὰ ἄκρα (ὅ τι ἀπομένει σήμερα), καὶ ἱερὸ μὲ ἀκτινωτὰ παρεκκλήσια. Ὁ πρῶτος ῥωμανικὸς ναὸς ποὺ ἐκτίσθη στὴν Νορμανδία εἶναι τὸ ἀββαεῖο τοῦ Bernay, τρίκλιτος μὲ ἐγκάρσιο κλῖτος μὲ παρεκκλήσια καὶ πύργο ὅπως καὶ καὶ ἡ Notre Dame τοῦ ἀββαείου τῆς Jumièges (1040-67). Οἱ γνωστότεροι ὅμως εἶναι στὴν Caen οἱ Saint Étienne τοῦ Abbaye aux Hommes καὶ Trinité τοῦ Abbaye aux Dames κτισθέντα ὑπὸ τοῦ Γυιλλιάμου τοῦ Νόθου καὶ τῆς συζύγου του Ματθίλδης στὸν ἵδιο τύπο.

Saint-Philibert de Tournus

Sainte Μarie Madeleine στὸ Vézelay

Notre Dame La Grande στὸ Poitiers

Ἀββαεῖο τοῦ Cluny

Saint Étienne τοῦ Abbaye aux Hommes

 

Trinité τοῦ Abbaye aux Dames

Στὴν Βρεταννία μετὰ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν Ἀγγλοσαξώνων ἀπαντῶμε ἁπλὲς ὁρθογωνικὲς ξυλοστεγεῖς ἐκκλησίες μὲ ὀρθογωνικὸ ἢ ἁψιδωτὸ ἱερὸ καὶ συχνὰ ἕναν περίδρομο ποὺ σχηματίζει νάρθηκα στὴν δυτικὴ πλευρὰ καὶ ταφικὰ παρεκκλήσια (porches) στὴν βορεία καὶ νοτία. Ὁ Fletcher διακρίνει τὴν σχολὴ τοῦ Κέντ καὶ τῆς Νορθμβουργίας. Ὁ S. Peter στὸ Bradwell-next-the-Sea στὸ Essex (c.660) εἶναι ἕνα μόνο ὀρθογωνικὸ οἰκοδόμημα μὲ ἀμφικλινὴ στέγη. Στὸ Reculver τοῦ Κέντ (669) ἡ ἐκκλησία εἶχε περίδρομο καὶ ἁψιδωτὸ ἰερὸ μὲ τρίβηλο ἀπὸ ῥωμαϊκὰ σπόλια. Ἐπίσης ἐπαναχρησιμοποιοῦνται πλίνθοι ῥωμαϊκῶν ἐρειπίων, ὅπως στὴν ἐκκλησία τοῦ Escomb στὸ Durham (τέλη ζ΄αί.) ἢ τοῦ Brixworth στὸ Northamptonshire (πρωΐμου θ΄ αἰ. ). Σὲ τοῦτη ὁ περίδρομος σχηματίζεται μὲ τέσσερα τόξα σὲ κάθε πλευρὰ ὥστε τρέπεται σὲ τρίκλιτη βασιλική. Τὸ πρεσβυτέριο χωρίζεται μὲ τρίβηλο καὶ ἀπολήγει σὲ ἁψῖδα. Βασιλικὴ εἶναι καὶ ἡ ἐκκλησία στὸ Wing του Backinghamshire (πρωΐμου θ΄ αἰ.). Στὸ Worth τοῦ Sussex τὰ δύο porches δημιουργοῦν σταυροειδὴ διάταξη. Στὸ Great Paxton τοῦ Campridgeshire ἡ Ἁγία Τριὰς εἶναι τρίκλιτη βασιλικὴ μὲ ἐγκάρσιο κλίτος καὶ ὀρθογωνικὸ πρεσβυτέριο. Περὶ τὸ 1380 προσετέθη τὸ κωδωνοστάσιο στὴν εἴσοδο καὶ ἕναν αἰῶνα ἀργότερο κατηργήθη τὸ ἐγκάρσιο κλῖτος.

Αγγλοσαξωνικὲς ἐκκλησίες (Fletcher)

Ἅμα μὲ τὴν νορμανδικὴ κατάκτηση ἐμφανίζονται τὰ μεγάλα καθολικὰ τῶν ἀββαείων. Στὸ μοναστήρι βενεδικτίνων τοῦ Canterbury ὁ ναὸς ἄρχισε νὰ κτίζηται τὸ 1070 κατ’ ἀπομίμηση τοῦ Saint Étienne ὡς τρίκλιτη βασιλικὴ μὲ ἐγκάρσιο κλῖτος ποὺ προεκτάθη ἐπὶ κρύπτης μὲ δεύτερο ἐγκάρσιο κλίτος μὲ τέσσερα παρεκκλήσια σύν τρία πέριξ τοῦ ἁψιδωτοῦ ἱεροῦ μὲ περίδρομο (1096-1126) ποὺ ἐπίσης προεκτάθη μὲ ἕνα κυκλικὸ παρεκκλήσιο τὴν κορώνα (1179-1226). Τὸ δυτικὸ μέρος ἐκτίσθη ὡς γοτθικὸ μετὰ τὰ μέσα τοῦ ιδ΄ αἰ. μὲ τὴν αὐλὴ στὴν βορεία πλευρά. Ἄλλο χαρακτηριστικὸ δεῖγμα μᾶλλον ἐντοπίου ὕφους εἶναι τὸ πρῶτο μοναστήρι Κιστερνιανῶν, τὸ ἀββαεῖο τοῦ Fountains στὸ Yorkshire (1137-c.1200) παρὰ τὸν ποταμὸ Skell. Ἡ πύλη κεῖται ἀπέναντι τοῦ ναοῦ ἔχοντας τοὺς ξενῶνες καὶ τὸ θεραπευτήριο τῶν λαϊκῶν ἀδελφῶν (lay brothers) στὰ δεξιά στὴν ἔξω αὐλή. Δεξιὰ τοῦ ναοῦ, δηλαδὴ νοτίως, καὶ καθέτως σὲ αὐτήν, ἁπλώνεται τὸ στενόμακρο cellarium (τροφοθῆκες) μὲ τοὺς κοιτῶνες τῶν λαϊκῶν ἀδελφῶν  στὸν ὄροφο καὶ ὁρίζει τὴν ἔσω αὐλή (cloister) μὲ τὸ μαγειρεῖο καὶ τὴν τράπεζα στὴν νότια πλευρὰ ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ καὶ τὸ chapter house (αἴθουσα συναγωγῆς) στὴν ἀνατολική. Ὄπισθε εἶναι ἡ αὐλὴ τῶν κελλιῶν τῶν μοναχῶν ὅθεν ἐκκινεῖ διάδρομος πρὸς τὸ θεραπευτήριο. Τὴν βορεία πλευρὰ φράσσει ὁ ναὸς τρίκλιτος μὲ ἐγκάρσιο κλῖτος στὸ ὁποῖο ἀργότερο θὰ προσαρτηθῇ ὁ πύργος τοῦ ἀββᾶ Habbot. Τὸ ἱερὸ ἀπολήγει σὲ ἐγκάρσιο περκκλήσιο τῶν ἐννέα ἁγίων τραπεζών (nine altars). Ἰδιάζων ναὸς εἶναι τὸ παρεκκλήσιο (chapel) τοῦ ρηγὸς Cormac ἐπὶ τοῦ βράχου Cashel ἔδρα τῶν ἀρχόντων τοῦ Munster στὴν Ἰρλανδία(1127-34). Καθολικὸ καὶ ἱερὸ εἶναι δύο ἐπάλληλα θολωτὰ ὀρθογώνια σὲ ῥωμανικὸ ῥυθμὸ καὶ ἔχουν ὕπερθε ἀμφικλινεῖς ξύλινες στέγες ποὺ σχηματίζουν σοφίτα στὴν ὁποία ἀνέρχεται τις διὰ κλίμακας ἐντὸς τοῦ ἑνὸς τῶν δύο πύργων μεταξὺ καθολικοῦ καὶ ἱεροῦ.

Ἀββαεῖο τοῦ Canterbury

Ἀββαεῖο Fountains

Γοτθικὸ ῥυθμὸ ὡνόμασε ὁ οὑμανιστὴς (ἤτοι λάτρης τοῦ ἑλληνορρωμαϊκοῦ ὕφους) Vasari, τὸ opus francigenum ἢ opus modernum ἢ novum, χάριν κακολογίας. Ὁ Wren ὁ ὁποῖος ὡς ἐπίσης κλασικιστὴς ἀρχιτέκτων τοῦ baroque δὲν τὸν ἀγάπαε, τὸν ἀποδίδει σὲ σαρακηνικὴ ἐπίδραση τῶν σταυροφοριῶν παρότι ἐθαύμαζε ὁ ἴδιος τὴν ἰσλαμικὴ θολοδομία. Κατὰ τὸν ιθ΄ αἰ. στὴν Εὐρώπη τοῦ ῥομαντισμοῦ καὶ τοῦ ἱστορισμοῦ πράγματι τίθεται ἀπὸ τὸν Pugin καὶ τὸν Ruskin στοὺς ἀντίποδες τοῦ ξένου πρὸς στὸν χριστιανισμὸ ὅπως τὸν ἔβλεπαν, νεοκλασικισμοῦ. Τὸ ὀξυκόρυφο τόξο εἶναι πράγματι ἰσλαμικό (ἢ ἀρμενικό) καὶ τὸ βλέπομε ἤδη σὲ ῥωμανικοὺς ναοὺς στὴν Ἰταλία καὶ τῆν Ἰσπανία. Ἡ ἀνατολικὴ ὅμως ἐπιρροὴ δὲν εἶναι τόσον τὸ ἴδιο τὸ σχῆμα τοῦ τόξου ἀλλὰ ἡ ὅλη προαίρεση δημιουργίας χλιδανῶν μορφῶν ἀναλόγων πρὸς κεῖνες ποὺ συνήντησαν οἱ σταυροφόροι στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν Παλαιστίνη: τὰ ποικιλόχρωμα ὑαλοστάσια (vitraux), ὁ χρυσὸς σὲ διάφορα σκεύη καὶ βέβαιως ἡ χρήση τοῦ φωτός. Ὁ Erwin Panofsky στὸ Abbot Suger on the Abbey Church of Saint Denis and its Art Tresures [1946] ἀναλογίζεται τὴν σχέση τοῦ ἀββᾶ Segur ποὺ ἀνασκεύασε τὸν ῥωμανικὸ ναὸ τοῦ Ἀγίου Διονυσίου στὰ περίχωρα τοῦ Παρισιοῦ, τόπου ταφῆς τῶν καπετιδῶν ρηγῶν, μὲ τὴν μεταφυσικὴ τοῦ φωτὸς ποὺ ὑπάρχει στὸ κείμενο τοῦ σύρου νεοπλατωνικοῦ συγγραφέως τοῦ βιβλίου περὶ θείας ἱεραρχίας, (Ψευδο)Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ἀντίτυπο τοῦ ὁποίου εἶχε δωρηθῆ στὸν ναὸ καὶ μεταφρασθῆ ἀπὸ τὸν  John Scotus Eriguena. Τὸ φῶς λοιπὸν ἔχει συμβολικὸ σχῆμα στὴν ἀποφατικὴ θεολογία τοῦ Ἀρεοπαγίτου, χωρὶς νὰ ἀμελοῦμε τὴν σπάνη τῆς ἡλιοφανείας σὲ τέτοια κλίματα. Ὅπως ἂν ἔχῃ, ἡ ἀνάλυση τοῦ τοίχου τοῦ ῥωμανικοῦ ῥυθμοῦ προχωράει περαιτέρω μὲ ἡμικιόνες στοὺς ἐσωτερικοὺς πεσσοὺς ἤδη στὰ νορμανδικὰ παραδείγματα ἐνῷ στὸ κύριο κλῖτος ἡ χρήση σταυροθολίων μὲ νευρώσεις (πάλιν στοὺς νορμανδικούς) δίδουν τὴν δυνατότητα πρὸς εὐρύτερα ἀνοίγματα στὰ τύμπανα του claire-voie/clerestory καθὼς ὅλα τὰ φορτία μεταφέρονται στοὺς πεσσούς. Στὶς ὀψιμότερες φάσεις (rayonant καὶ flamboyant στὴν Γαλλία, decorative καὶ perpendicular στὴν Ἀγγλία) οἱ θυρίδες πλέον διευρύνονται σὲ ὅλο τὸ μετακιόνιο. Ἔτσι λογικὸ εἶναι οἱ πεσσοὶ νὰ ἔχουν μορφὴ βλαστῶν καὶ νὰ ἐκφεύγουν τῶν κλασικῶν ἀναλογιῶν. Τὸ μεγαλώτερο ὕψος πετυχαίνεται ἀφενὸς μὲ τὸ ὀξυκόρυφο τόξο, ἀφετέρου μὲ τὶς βοηθητικὲς ἀντηρίδες, ἐπιτοίχιες (buttress, contrefort) καὶ ἐπίστεγες (flying buttress, arc boutant) ποὺ ἐπίσης ἦσαν γνωστές. Τέλος ὁ ῥόδαξ ἔχει ἤδη ἐμφανισθῆ στὴν ῥωμανικὴ ἀρχιτεκτονική. Ἐν βραχεῖ, οἱ λιθουργοὶ εἶχαν τὴν γνώση νὰ προχωρήσουν πρὸς τὸν νέο ῥυθμό. Τυπολογικῶς ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει, ἡ νομὴ τῆς γοτθικῆς ἐκκλησίας εἶναι μᾶλλον ὁμοιογενὴς πρὸς τὴν ῥωμανικὴ πού, ὥς δείξαμε μόλις παραπάνω, κατὰ τόπους διαφέρει. Κατανοοῦμε ἔτσι διατὶ ὁ Panofsky συνδέει τὴν γοτθικὴ ἀρχιτεκτονικὴ μὲ τὴν σχολαστικὴ θεολογία στὴν φερώνυμο διάλεξή του τοῦ 1946, Gothic Architecture and Scholasticism. Ὑποστηρίζει ὅτι ὅπως ἡ σχολαστικὴ θεολογία λύει τὶς ἀντιφάσεις τῶν ἱερῶν κειμένων καταφατικῶς διὰ τῆς διαλεκτικῆς, ἔτσι καὶ οἱ ἀρχιτέκτονες συνθέτουν ἀρμονικὰ διάφορες μορφές (τὴν ἐπινόηση τοῦ ῥόδακα, τὴν σχέση ἐγκρασίων κλιτῶν πρὸς τὸ δρομικό κτλ.). Βεβαίως σὲ τοῦτο τοὺς βοηθεῖ ἡ ἰσλαμοελληνικὴ γεωμετρία ποὺ εἶναι ὥς εἶδαμε στὸ (ΙΙ) ἀποφατική, ὅμως δὲν εἶναι ἀπίθανο ὅτι οἱ σχολαστικοὶ εἶδαν στὴν τεχνικὴ τελειότητα τοῦ γοτθικοῦ οἰκοδομήματος τὸ παράδειγμα ἵνα ἀντιστρέψουν τὴν ἀποφατικὴ θεολογία σὲ καταφατική. Ἂν εἶναι νὰ ἀναζητήσωμε κάποιο αἴτιο τοῦτης τῆς ὁμοιομορφίας εἶναι μᾶλλον τὰ περιπλανώμενα σινάφια.

Saint Denis

 

 

Δὲν εἶναι τυχαῖο ἔτσι ὅτι στὴν βρεταννικὴ νῆσο ὁ γοτθικὸς τύπος διαφέρει τῆς ἡπειρωτικῆς Εὐρῶπης. Στὸν γαλλικὸ τύπο τὸ transept ἤτοι τὰ ἐγκάρσια σκέλη, ἢκιστα ἐξέχουν ἀπὸ τὴν περίμετρο. Στὴν πεντάκλιτη Notre Dame τοῦ Παρισιοῦ (c.1163-1250) φθάνουν στὸ ὅριο τῶν ἀντηρίδων τὸ μεταξὺ τῶν ὁποίων γέμουν παρεκκλήσια. Ὀ πεντάκλιτος καθεδρικὸς τῆς Bourges (1190) καὶ ὁ μονόκλιτος καθεδρικὸς τοῦ Albi (1282-1390) δὲν ἔχουν, ἐνῷ στὴν Rouen (1185) τὸ transept ἐξέχει ὅσον νὰ λάβῃ δύο ἁψιδωτὰ παρεκκλήσια. Στὴν Chartres (1194-c.1220) καὶ στὴν Rheims (1211-c.1260) μετά τὸ transept προστίθεται ἕνα ἐπιπλέον κλῖτος στὸ ἱερό. Ἐν γένει στοὺς γαλλικοὺς καθεδρικοὺς τὸ transept εὑρίσκεται πλησίον τῆς μέσης καθὼς ὁ χορὸς κεῖται μετὰ αὐτοῦ ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ. Τὸ ἱερὸ σχηματίζει σχεδὸν πάντοτε ἁψῖδα (ποὺ βέβαια δὲν εἶναι πλέον οὔτε ἐξέδρα οὐδὲ σύνθρονο)  μὲ περίδρομο, ποὺ συνεχίζει τὸ πλευρικὸ κλῖτος, πχ. τὸ ἕνα στὴν Rouen ἢ τὰ δύο στὴν Notre Dame ἢ τὴν Bourges, ἢ τὸ ἕνα ἐπιπλέον στὴν Chartres καὶ τὴν Rheims. Μεταξὺ τῶν ἀντηρίδων τῆς ἀψῖδας τίθενται παρεκκλήσια στὴν λογικὴ τοῦ ἀκτινωτοῦ ῥωμανικοῦ ἱεροῦ μόνο ποὺ πλέον εἶναι μᾶλλον θέμα μορφῆς παρὰ ἀνάγκης. Στὴν τομὴ τῶν κλιτῶν ἑνίοτε ὑψοῦται μία σπείρα καὶ μᾶλλον σπανίως λαμβάνει μορφὴ πύργου φωτισμοῦ (lantern) ὅπως στὸν ἑπτάκλιτο καθεδρικὸ τῆς Notre Dame τῆς Ἀμβέρσας (1352). Στὴν Ἰσπανία τηρεῖται ὁ γαλλικὸς ἁψιδωτὸς τύπος ὅπως στὸν καθεδρικὸ τοῦ Burgos, τὴν Santa Maria del Mar τῆς Barcelona, τὸν καθεδρικὸ τῆς Barcelona, τοὺς καθεδρικοὺς τοῦ Toledo (πεντάκλιτος) καὶ τῆς Gerona (μονόκλιτος). Ἡ διαφορὰ τοῦ γαλλικοῦ εἶναι ὅτι ὁ χορὸς (coro) κεῖται στὸ καθολικό, στὸ κύριο κλῖτος. Ὀφείλομε νὰ σημειώσωμε ὅτι πολλοὶ τῶν γοτθικῶν ναῶν ἔμειναν ἡμιτελεῖς. Κτισμένοι ὑπὸ ἐπισκόπων ἢ ἀββάδων ὁ πορισμὸς δὲν ἦταν συνεχής.  Συνήθως περατοῦτο τὸ ἕνα τῶν δύο κωδωνοστασίων τοῦ πυλῶνα ὅπως στὸν καθεδρικό τῆς Troyes (1208-1429) ἢ τοῦ Στρασβούργου (1245-75).

 

Οἱ Ἄγγλοι λοιπὸν ἀνέπτυξαν τύπο γοτθικοῦ οἰκεῖο τοῖς ἰδίοις, μάλιστα ὅπως γράφει ὁ Fletcher, πέτυχαν σὲ τοῦτο τὸ ἐγχείρημα, ἐκεῖ ποὺ ἀπέτυχαν οἱ Ἰταλοι. Ἐνῷ περὶ τὸ 1200, γράφει ὁ Fletcher, ἦταν φυσικὸ κἀποιος τεχνίτης νὰ εἶναι στὴν δούλεψη κάποιου ἐκκλησιαστικοῦ ἱδρύματος καθ’ ὅλον τὸν βίο του, μετὰ τὸ 1300 ὑπάρχουν ἀρχιτέκτονες ποὺ δίδουν σκάριφα συγχρόνως σὲ διάφορα ἔργα καὶ ἐνεργοῦν ὡς σύμβουλοι. Περὶ τὸ 1400 συνάπτουν συμβόλαια ἀλλὰ συνάγονται σὲ ἄστεα καὶ κυρίως στὸ Λονδίνο ὅπου ὑπάρχουν περισσοὶ πάτρωνες. Τὸ θέμα εἶναι ὅτι ἀπὸ τὸ 1250 καὶ μετὰ οἱ Ἄγγλοι μένουν μόνοι τους. Καὶ ἴσως πράγματι πολλοὶ νὰ ἠγνόουν τὰ γαλλικὰ πράγματα ἀλλὰ ἀργότερο ποὺ ὑπήρχαν πάτρωνες ποὺ τὰ γνώριζαν, οἱ ἄγγλοι ἀρχιτέκτονες δὲν τὰ ἀντέγραψαν ἁπλῶς ἀλλὰ ἀνταγωνιζόμενοι τὸ ὕστερο γοτθικὸ γαλλικὸ rayonant καὶ flamboyant ὕφος μεγάλωσαν ἔτι τὰ ἀνοίγματα καὶ ἔκαμαν πιὸ νατουραλιστικὰ τὰ φυτόμορφα ἐπίκρανα (decorative) ἔτρεψαν τὰ σταυροθόλια σὲ μυκητοειδεῖς ἢ πλεκτὲς μορφὲς ἀραβουργηματος μὲ κρεμαστὰ κλειδιά (perpendicular), λεπτομέρεις ποὺ θὰ θίξωμε ἀλλοῦ. Ὥς ἄλλωστε εἴδαμε, μέχρι τὶς ἀρχὲς τοῦ ιϛ΄ τὰ μεγάλα ἀνοίγματα τῶν Τudor ἐπαύλεων εἶναι μία γοτθικὴ λύση. Ἡ Ἀγγλία δὲν εἶναι μόνο ἐκεῖ ποὺ κατηργήθη τὸ ἀργότερο, ἀλλὰ ὄχι τυχαίως κεῖ ποὺ ἐπανήλθε ὡς νεογοτθικὸ ὕφος μὲ τὰ γραπτὰ τοῦ Pugin  καὶ τοῦ Ruskin κατὰ τὸν ιθ΄ αἰ. Βεβαίως τὸ σύνηθες σὲ μία ἐνορία ἢ κώμη εἶναι ὁ διάδοχος τῆς ἀγγλοσαξωνικῆς ἐκκλησίας μὲ πυλῶνα κωδωνοστασίου καὶ ξύλινη στέγη μὲ ὁρατοὺς ἄλλα διακεκοσμημένους τένοντες καὶ ἀμείβοντες. Σὲ ἐνοριακὲς ἐκκλησίες καὶ σπίτια ἡ ξυλουργικὴ τέχνη ὑφίσταται παραλλήλως μὲ τὴν λιθουργία τῶν μεγάλων καθεδρικῶν. Ἀλλὰ ἂς ἐξετάσωμε τοὺς μεγάλους καθεδρικοὺς τῶν ἀββαεῖων καὶ τῶν ἐπισκοπῶν. Τὸ ἐγκάρσιο κλίτος (transept) συνήθως προεξέχει ὥστε μποροῦμε νὰ μιλοῦμε μᾶλλον περὶ σταυροειδοῦς τύπου. Σπανίως λείπει, ὅπως στὸν καθεδρικὸ τῆς Γλασκώβης ἢ τοῦ Llandaff. Συνήθως ὑψοῦται ὑψηλὸς πύργος ἢ lantern στὴν τομὴ τῶν κλιτῶν. Τὸ καθολικὸ εἶναι σχεδὸν πάντοτε τρίκλιτο. Τὸ transept δύναται νὰ εἶναι μονόκλιτο (viz. Norwich, Gloucester, Worcester, Rochester, St Albans, St Asaph, Chichester, Exeter, Southwell) ἢ τρίκλιτο (viz. Ely, York, Winchester, Wells) ἂν καὶ σύνηθες εἶναι τὸ δίκλιτο, ὅπου τὸ στενὸ εἶναι στὴν ἀνατολὴ ὡς χῶρος παρεκκλησίων (viz. Lincoln, Salisbury, Durham). Στὸ Chester τὸ transept εἶναι ἀσύμμετρο, μὲ μόνον νότιο σκέλος καθὼς στὴν βόρειο πλευρὰ σχηματίζεται τὸ chapter house καὶ ἡ αὐλή (cloister). Ἀπαντᾶται ἑνίοτε δεύτερο transept στὸ πρεσβυτέριο  (viz. Salisbury, Worcester, Hereford).  Ὁ χορὸς κεῖται ἔμπροσθε τοῦ πρεσβυτερίου συνήθως ἀπὸ τὴν τομὴ τῶν κλιτῶν καὶ ἀνατολᾶς, σπανίως ἐντὸς τοῦ καθολικοῦ (St Albans). Μὲτα τὸ πρεσβυτέριο κεῖται ἡ ἀγία τράπεζα καὶ ὄπισθε αὐτῆς δύναται νὰ λάβῃ χῶρο ὀπίσω χορὸς ―retroquire.  Τὸ ἱερὸ ἀπολήγει συνήθως στὸ παρεκκλήσιο τῆς Δεσποίνης Θεοτόκου ―Lady chapel καὶ σὲ κάποια πολυπληθή προσκυνήματα ὅπως τὸ Durham, στὸ νορμανδικὸ nine altars chapel. Ἀντιθετῶς πρὸς τὸν ἁψιδοειδὴ γαλλικὸ γοτθικό, ὁ ἀγγλικὸς γοτθικὸς ἔχει ὁρθογωνικὴ ἀπόληξη μὲ ἀέτωμα ―καὶ σπανίως ἡμιοκταγωνικὴ ἢ ἡμιεξαγωνικὴ ἀπόληξη παρεκκλησίου, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ὁ προρρωμανικὸς ἀγγλοσαξωνικὸς τύπος ἐκκλησίας. Ἐξαιρέσεις εἶναι τὸ Westminster, Norwich, Canterbury ποὺ εἶναι γαλλικοῦ τύπου. Ἐπίσης νὰ μνημονεύσωμε τὰ ἐξαίρετα ὁκταγωνικὰ charter houses (viz. Lincoln, York, Salisbury, Wells, Southwell) ἀλλὰ καὶ δεκαγωνικά (Worcester, Hereford).

 

 

 

Οἱ γοτθικοὶ καθεδρικοὶ στὶς γερμανικὲς χῶρες ὡς πρὸς τὴν νομή, συνήθως τηροῦν τὸν παραδοσιακὸ τύπο. Ὀ Ἁγιος Πέτρος τοῦ Regensbourg (ἐθεμελιώθη τὸ 1273) στὴν Βαυαρία εἶναι τρίκλιτη βασιλικἠ μὲ πυλῶνα διδύμων κωδωνοστασίων. Ἡ ἁγία τράπεζα κεῖται ἔμπροσθε τοῦ πρεσβυτερίου στὴν τομὴ τῶν κλιτῶν. Ἑκατέρωθε τοῦ πρεσβυτερίου εἶναι δύο κόγχες παρεκκλησίων ἑνῷ στὰ πλευρικὰ κλίτη στοιχίζονται τράπεζες παρεκκλησίων. Συνήθως πολλοὶ γοτθικοἰ ναοί δὲν ἦσαν ὁμοιογενεῖς πρὸς τὸ ὕφος ἀφοῦ εἴτε ἦσαν νεώτερισμοι καὶ συμπληρώματα σὲ ῥωμανικοὺς ναούς, εἴτε ἕνεκα μεγάλης διάρκειας περάτωσης κάθε νέο τμῆμα ἦταν σύγχρονο, ἀκόμη καὶ baroque. Καὶ τοῦτος εἶναι βασικὸς λόγος ἀπέχθειας τῶν κλασικιστῶν οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχαν ὑπόψει τὸ Ἡραῖο τῆς Ὀλυμπίας ἢ ἡμιτελεῖς ναοὺς τῆς ἀρχαιότητας. Ὁ καθεδρικὸς τῆς Κολωνίας εἶναι κατ’ ἐξαίρεση, γαλλικοῦ ὕφους, flamboyant μάλιστα, κατὰ προαίρεση τοῦ ἀρχιεπισκόπου:  πεντάκλιτος μὲ τρίκλιτο transept καὶ ἀκτινωτὸ ἁψιδωτὸ ἱερὸ μὲ περίδρομο. Εἶχε τὴν τύχη νὰ ὁλοκληρωθῇ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἐθνικισμοῦ καὶ ἱστορισμοῦ μεταξὺ 1842 καὶ 1880. Ἀπεναντίας, ὁ καθεδρικὸς τῆς Notre Dame τοῦ Στρασβούργου (ἀπὸ τοῦ 1262 ἐλευθέρα αὐτοκρατορικὴ πόλη) ἔχει τὸ ἱερό (ἁψῖδα καὶ ἑκατέρωθε παρεκκλήσια) καὶ τὸ ἐγκάρσιο κλῖτος ποὺ ἄρχισε ὡς ῥωμανικὸ (1190-1220) καὶ τελείωσε μὲ γοτθικὰ σταυροθόλια (1220-1235), ἐνῷ τὸ καθολικὸ ἐκτίσθη σὲ flamboyant γοτθικό (1236-75)· ὁ δυτικὸς πυλὼν μεταξὺ 1277 καὶ 1399 ἐνῷ τὸ βόρειο κωδωνοστάσιο ὁ κορμὸς περατώθη τὸ 1419 καὶ ἡ σπείρα (flèche), τὸ 1439. Ὁ ναὸς προφανῶς ἔπρεπε νὰ ἔχει καὶ νότιο κωδωνοστάσιο, ὅπως ἄλλωστε δεικνύουν τὰ σῳζόμενα σκάριφα (βλ. ΙΙ) ἀλλὰ ἔμεινε ἡμιτελὴς ὅπως τόσοι ἄλλοι. Ὁ μητροπολιτικὸς καθεδρικὸς τοῦ Ἁγίου Βίτου τῆς Πράγας ποῦ θεμελιώθη τὸ 1344 εἶναι γαλλικοῦ τύπου (τρίκλιτο καθολικό, βραχὺ ἐγκάρσιο κλῖτος καὶ ἁψιδωτὸ ἀκτινωτὸ ἱερό) καθὼς ὁ ἀρχιτέκτων ἦταν Γάλλος, ὁ Mathieu d’Arras.  Ὁ δεύτερος ἀρχιτέκτων τοῦ Ἁγίου Βίτου Michael Parler II, εἰργάσθη κατόπιν στὴν ἀνέγερση τοῦ Münster τῆς Ulm τὸ 1377 ποὺ σχεδίασε ὡς τρίκλιτο ἴσων κλιτῶν μὲ ἁπλῆ ἁψῖδα ἱεροῦ. Μετὰ ἀνέλαβε ὁ Heinrich Parler IIΙ. Τὸ 1391 ἀνέλαβε ὁ ἀρχιτέκτων τοῦ καθεδρικοῦ τοῦ Στρασβούργου Ulrich von Ensinger ὁ ὁποῖος σχεδίασε πυλώνα μονὸ κωδωνοστάσιο μὲ σπείρα, τὸν ὑψηλότερο ποτέ, καὶ διόρθωσε τὸ ὕψος τοῦ καθολικοῦ τῶν Parler ὥστε νὰ μὴν εἶναι δυσανάλογο. Ὁ ὑγιὸς τοῦ Matthäus καὶ κατόπιν ὁ ἐγγονός του Moritz περάτωσαν τὴν στέγαση τῆς βασιλικῆς μέχρι τὸ 1471. Ὁ Matthäus Böblinger ἐπανασχεδίασε τὸ 1477 τὸν πύργο καὶ ὁ Burkhard Eugelberg ἔτρεψε τὸ καθολικὸ σὲ πεντάκλιτο μοιράζοντας τὰ πλευρικὰ κλίτη ἵνα πάρουν τὸ ἐπιπλέον βάρος τοῦ νέου σχεδίου. Ἅμα μὲ τὴν μετατροπὴ τῆς ἐκκλησίας σὲ λουθηρανικὴ τὸ 1543 σταμάτησαν οἱ ἐργασίες καὶ ὁ πύργος ἔμεινε ἡμιτελὴς ἵνα συμπληρωθῆ τελικά μεταξῦ 1844 καὶ 1890 ὅπως τόσες ἄλλες γοτθικὲς ἐκκλησίες στὴν Γερμανία. Ὁ καθεδρικὸς τοῦ Ἁγίου Στεφάνου στὴν Βιέννη ἀρχικῶς ἦταν ῥωμανικὸς ναὸς ἐγκαινιασμένος κατὰ τὴν δευτέρα σταυροφορία ποὺ ἐπεκτάθη πρὸς δυσμὰς ὅθεν προέρχεται ἡ πρόσοψη του ναοῦ. Μετὰ τῆν ἄνοδο τῶν Ἀψβούργων ἀνασκευάσθη γοτθιστί, μὲ ἀρχὴ τὸ 1304. Ὁ ναὸς εἶναι μία τρίκλιτη βασιλικὴ μὲ ἴσα κλίτη μὲ ἡμιοκταγωνικὸ ἱερὸ καὶ ἑκατέρωθε παρεκκλήσια. Τὸ ἴδιον του ὅμως εἶναι τὸ ἐγκάρσιο κλῖτος στὶς προεξοχὲς τοῦ ὁποίου ἐκτὸς δύο παρεκκλησιῶν πρὸς ἀνατολάς, ὑψοῦνται δυὸ πύργοι κωδωνοστασίων ἀντὶ στὸν πυλῶνα. Ὁ νότιος περατώθη τὸ 1433 ἐνῷ ὁ βόρειος ἔμεινε ἡμιτελής. Τὸ κύριο κλῖτος δὲν ἔχει φωτιστικὲς θυρίδες (clerestory) καὶ τὸ σύνολο σκεπάζει ὑπερμεγέθης ξύλινη στέγη. Ἡ ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Ἐλισάβετ τοῦ Marburg ἐσχεδιάσθη ὡς μαρτύριο τῆς ἄρτι ἀγιοποιησθείσης Ἐλισαβετ τῆς Οὐγγαρίας (1235) εἶναι τρίκλιτη μὲ ἐγκάρσιο κλῖτος καὶ ἱερὸ νὰ σχηματίζουν τρίκογχο.

Καθεδρικός Κολωνίας

Καθεδρικὸς Στρασβούργου

S. Vitus

Στὴν Ἰταλία ὁ γοτθικὸς ῥυθμὸς ἦλθε ἀργὰ πράγμα ποὺ δικαιολογεῖ τὴν ἀργότερη ἀπέχθεια τῶν λεγομένων ἀρχαίων κατὰ τὸ cinquecento. Στὴν δὲ Ῥώμη δὲν ἀπαντῶμε παρὰ μία ἐκκλησία γοτθικοῦ ῥυθμοῦ (Santa Maria sopra Minerva) ἀλλὰ τοῦτο ἐπειδὴ δὲν ὑπήρχε ἀνάγκη νέων ναῶν καὶ ἡ παλαιοχριστιανικὴ βασιλικὴ παραμένει ὁ κυρίαρχος τύπος, γράφει ὁ Fletcher. Κατὰ τ’ ἄλλα ὁ γοτθικὸς εἶναι ἐπίσημος ῥυθμὸς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ῥώμης, τὴν πρώτη μορφὴ τοῦ ὁποίου εἰσήγαγαν οἱ κιστερκιανοὶ μοναχοί. Στὸν νότο γοτθικὸς ἔφθασε τὴν Νεάπολη ὄχι τόσον ἐπὶ Φρεδερίγου Β΄ Hohenstaufen ὅσον ἐπὶ Καρόλου d’ Anjou. Ὁ σημαντικότερος ναὸς εἶναι βέβαια ὁ καθεδρικὸς τοῦ Παλέρμο ποὺ θεμελιώθη ὑπὸ τοῦ Γυιλλιάμου τοῦ Ἀγαθοῦ  τὸ 1170 ἐπὶ ἐνὸς τζαμιοῦ. Σὲ νομὴ εἶναι ὅμοιος μὲ τῆς  Cefalù, ἐνῷ οἱ ἰσλαμικὲς μορφὲς συγχέονται μὲ τὶς γοτθικές. Ὁ τροῦλλος εἶναι νεοκλασικός (1781-1801). Κεῖ ποὺ ὅμως ποὺ κτίζονται κατεξοχὴν νέοι (γοτθικοί) ναοὶ εἶναι στὶς ἀνερχόμενες πολεῖς ἀπὸ ἐλεύθερες σὲ κράτη. Οἱ ἰταλοὶ λιθοξόοι ὅμως δὲν συμμερίζονται τοὺς τρόπους τῶν βορείων συναδέλφων. Προτιμοῦν τὶς λείες ἐπιφάνειες καὶ τὴν ἐναλλαγὴ χρωματιστῶν μαρμάρων καὶ ἀφίουν μεγαλώτερες ἐπιφάνειες τοίχων ἵνα ζωγραφισθοῦν ἔσω. Ἐξαίρεση εἶναι ὁ καθεδρικὸς τοῦ Μεδιολάνου (Domm de Milan) ποὺ ἄρχισε νὰ κτίζηται τὸ 1386 ὑπὸ τοῦ ἀρχιεπισκόπου Antonio da Saluzzo ἐπὶ Gian Galeazzo Visconti,  ὁ τροῦλλος ἐτέθη ἐπὶ Ludovico Sforza μεταξὺ 1500-1510, καὶ περατώθη ἐπὶ Ναπολέοντος ἐνῷ κάποιες λεπτομέρειες ὡλοκληρώθησαν τὸν κ΄ αἰ. Εἶναι τῶν μεγαλωτέρων ναῶν τοῦ κόσμου, πεντάκλιτος (τὰ πλευρικὰ κλίτη στὸ ἡμισυ τοῦ μεσαίου) μὲ τρίκλιτο transetto καὶ τροῦλλο στὴν τομή τῶν μεσαίων κλιτῶν, ἐνῷ τὸ ἱερὸ ἀπολήγει σὲ ἡμιοκταγωνικὴ ἁψῖδα μὲ περίδρομο. Ἡ Ποντιφικὴ Βασιλικὴ τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου τῆς Παδούης (Basilica Pontificia di Sant’Antonio di Padova, 1232-1307) εἶναι προσκύνημα μὲ ἑπτά τρούλλους (δύο στὸ καθολικὸ, δύο στὸ ἐγκάρσιο κλῖτος καὶ ἀλλους τρεῖς, στὴν τομὴ αὐτῶν, στὸ πρεσβυτέριο καὶ τὴν ἁψῖδα τοῦ ἱεροῦ) στὸ πρότυπο τοῦ Ἁγίου Μάρκου τῆς Βενετίας. Ἐξωτερικῶς εἶναι ῥωμανικὸς ἀλλὰ τὸ ἱερὸ εἶναι γοτθικὸ γαλλικοῦ τύπου μὲ περίδρομο καὶ ἀκτινωτὰ παρεκκλήσια. Ἡ Βασιλικὴ τοῦ Ἁγίου Φραγκίσκου τῆς Ἀσίζης εἶναι μαρτύριο τοῦ ἁγίου ποὺ πέθανε τὸ 1226 καὶ ἁγιοποιήθη τὸ 1228 καὶ μητρόπολη τοῦ τάγματος τῶν Φραγκισκανῶν. Περατώθη σχεδὸν τὸ 1239. Εἶναι μονόκλιτη βασιλικὴ μὲ ἐγκάρσιο κλίτος στὸ πρεσβυτέριο. Νέρθε ὑπάρχει ἐπισκέψιμη κτύπτη ὡς ὑπόγειος ναός. Ἡ Santa Maria Gloriosa dei Frari τῆς Βενετίας (1250-1338) εἶναι φραγκισκανικὴ ἐκκλησία,  τρίκλιτη βασιλικὴ μὲ προεξέχον ἐγκάρσιο κλῖτος καὶ παράπλευρη περίστυλο αὐλή. Ὁ χορὸς εἶναι στὴν τομὴ τῶν κλιτῶν ἐνῷ ἑκατέρωθε τοῦ πρεσβυτερίου σχηματίζονται ἐπὶ τοῦ ἐγκαρσίου κλίτους ἑξ παρεκκλήσια. Τὰ ἐφεξῆς παρεκκλήσια δικαιολογοῦν τῆν ἐμμονὴ τοῦ παλαιοχριστιανικοῦ τύπου βασιλικῆς μὲ τὸ ἐγκάρσιο κλῖτος ἐπὶ τοῦ πρεσβυτερίου, που ὅπως θὰ ἴδωμε παρακάτω εἶναι συνήθης στην Ἰταλία. Ἡ βασιλικὴ τῶν Ἁγίων Ἱωάννη καὶ Παύλου στὴν αὐτὴ πόλη (1260-1385), εἶναι ἐπίσης τρίκλιτη βασιλικὴ μὲ ἐγκάρσιο κλῖτος καὶ στεγάζει τοὺς τάφους τῶν δόγηδων. Ἀμφότερες εἶναι ἐξωτερικῶς μὲ ὀπτοπλίνθους καὶ λομβαρδικὰ τόξα στὸ γεῖσο. Τὸ κωδωνοστάσιο δὲν εἶναι ἐμπρὸς ἀλλὰ πλευρικῶς, στὸ σκέλος τοῦ ἐγκαρσίου κλίτους. Ὁ καθεδρικὸς τῆς Σίενα (Duomo di Siena) περατώθη μετὰ τὸ 1260 ἐνῷ  ὁ Giovanni Pisano ἄρχισε νὰ γλύπτῃ τὰ ἀγάλματα τῆς πρόσοψης τὸ 1280. Ἡ πρόσοψη εἶναι σὲ γοτθικὸ rayonant ἐνῷ οἱ ὑπόλοιπες ὄψεις ἐπενδεδυμένες μὲ μαρμάρο ἐναλλὰξ σὲ δύο χρώματα. Ἔχει τρίκλιτο καθολικό, τρίκλιτο transetto καὶ τροῦλλο ἐπὶ ἐξαγώνου, ἐνῷ τὸ τρίκλιτο πρεσβυτέριο εἶναι ὀρθογωνικό, μὲ ἀβαθὴ κόγχη στὸ ἱερὸ σὰν μιχρᾶβ. Τὸ campanile ὑψοῦται στὴν νοτιοδυτικὴ γωνία μεταξὺ καθολικοῦ καὶ ἐγκαρσίου κλίτους. Κατὰ τὸ trecento ἄρχισε ἡ προέκταση πρὸς νότο τοῦ transetto ὡς νέο καθολικό, ἀλλὰ ἔμεινε ἡμιτελές. Ἡ Santa Maria Novella τῆς Φλωρεντίας εἶναι γνωστὴ στὰ βιβλία τῆς ἱστορίας περὶ τῆς πρόσοψης τοῦ Alberti, ὅμως ἐκτίσθη ὑπὸ δομινικανῶν μοναχῶν μετὰ τὸ 1276 καὶ  εἶναι τυπικὸ δεῖγμα λομβαρδογοτθικοῦ ὕφους: στενόμακρο καθολικὸ μὲ transetto στὸ βἀθος , τετράγωνο ἱερὸ καὶ τέσσερα ἁψιδωτὰ παρεκκλήσια ἐπὶ τοῦ transetto. Ἡ αὐλὴ κεῖται βορείως μὲ τὸ campanile. Σύγχρονο εἶναι τὸ Duomo d’ Arezzo (θεμελιώθη τὸ 1277), τρίκλιτη βασιλικῆ μὲ στενόμακρο ἐπίσης καθολικὸ ἀλλὰ δίχως ἐγκάρσιο κλῖτος. Τὸ ἐξωτερικὸ εἶναι λίθινο μὲ λομβαρδικὰ τόξα στὰ γεῖσα. Ἡ Santa Croce τῆς Φλωρεντίας (1294-1442) τηρεῖ τὴν νομὴ σχήματος ταῦ ὡς τρίκλιτη βασιλικῆ μὲ στενόμακρο καθολικὸ καὶ ἐγκάρσιο κλῖτος στὸ βάθος ὅπως ἡ Santa Maria Novella, μόνο ποὺ στὸ ἐγκάρσιο κλῖτος παρατάσσονται ἐκτὸς τοῦ ἡμιοκταγωνικοῦ ἱεροῦ δέκα παρεκκλήσια. Ἡ Certosa τῆς Παβίας (1396-1497), καθολικὸ τοῦ καρθεσιανοῦ μοναστηριοῦ ποὺ θεμελίωσε ὁ Giovanni Galeazzo Visconti ἔχει νομὴ λατινικοῦ σταυροῦ μὲ τρίκογχες ἄκρες μὲ παρεκκλήσια στὰ σκέλη (ἐγκάρσιο κλίτος καὶ πρεσβυτέριο) καὶ κεντρικὸ πύργο. Τὸ μοναστήρι μὲ τὶς αὐλὲς κεῖται κατὰ τὴν νοτία πλευρά. Τέλος, τὸ Duomo  τῆς  Φλωρεντίας, ἡ Santa Maria del Fiore (1296-1462) εἶναι γνωστὴ ἐξαιτίας τοῦ τρούλλου τοῦ Brunelleschi, ὄμως εἶναι γοτθικὴ βασιλικὴ μὲ ἐξωτερικὲς μαρμάρινες ὁρθομαρμαρώσεις. Τὸ ἴδιον τοῦ ναοῦ εἶναι ἡ άνατολικὴ ἀπόληξη ποὺ θυμίζει μαρτύριο καθὼς πρεσβυτέριο καὶ transetto σχηματίζουν τρίκογχο στὶς τρεῖς πλευρὲς τοῦ ὁκταγώνου τοῦ τρούλλου. Κάθε κόγχη σχηματίζει πέντε ἀκτινωτὰ παρεκκλησία. Τὸ campanile (1334-56) ὑψοῦται στὴν νοτιοδυτικῆ γωνία.

Καθεδρικὸς τοῦ Παλέρμο

Domm de Milan

Basilica Pontificia di Sant’Antonio di Padova

Ἅγιος Φραγκῖσκος τῆς Ἀσίζης

Santa Maria Gloriosa dei Frari

Santi Giovanni e Paolo (San Zanipolo)

Duomo di Siena

Santa Maria Novella

Santa Croce (IV: παρεκκλήσιο τῶν Pazzi)

 

 

Santa Maria del Fiore

[ΤΟ ΙΕΡΟ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΟΥΜΑΝΙΣΜΟΥ: Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΕΝΤΡΟΥ ΚΑΙ Η ΕΜΜΟΝΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ] Κατὰ τὸν ιε΄ αἰ. στὴν Ἰταλία ἢ quattrocento, εἰσβάλλει καὶ στὴν ἀρχιτεκτονικὴ ὁ οὑμανισμός, ἡ μελέτη τῶν ἀρχαίων γραμμάτων, ποὺ γίνεται μελέτη τῶν ῥωμαϊκῶν ἐρειπίων. Ἤδη στὴν γοτθικὴ καινοτομία ὑπάρχει μία γραμματικὴ ἔμπνευση (ὁ οὑμανισμὸς ἐκκινεῖ ἥκιστα μετὰ τὸν σχολαστικισμὸ περὶ τὰ τέλη τοῦ ιγ΄ αἰ.). Βεβαίως ὥς εἴδαμε οὐδέποτε ἀλλοτριώθη ἐντελῶς τῆς ῥωμαϊκῆς ἀρχιτεκτονικῆς καὶ κράτησε ἐπαφὴ μὲ βυζαντινοϊσλαμικοὺς τρόπους ὅπως ὁ τροῦλλος ἢ τὰ μιναροειδὴ campanili. Τὸν Brunelleschi, γράφει ὁ Manfredo Tafuri στὸ Architettura dell’Umanesismo  [1969], χαρακτηρίζουν τρεῖς παράμετροι: ἀνακαίνωση τῆς ἀρχαιότητας (διὰ τῆς μελέτης τῶν ἀρχαίων μνημείων), τεχνικὴ καινοτομία (ποὺ εἶναι ἐν ἔργῳ ἅμα μὲ τὸν γοτθικὸ ῥυθμό) καὶ τὴν προοπτικὴ ὡς τρόπο ἀναπαράστασης τοῦ χώρου καὶ παρέμβασης στὸ θέατρο τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Τὸ τελευταῖο τοῦτο μᾶς ἐνδιαφέρει ἐπειδὴ ἡ προοπτικὴ ὡς σχεδιασμὸς τοῦ ἐσωτερικοῦ καταρχὰς τονίζει τὶς ὑφιστάμενες μορφές ἀλλὰ δύναται νὰ ὑποκαθιστάῃ τὸ συμβολικό. Συγχρόνως ἡ ἀναγωγὴ στὴν ἀρχαιότητα ἐπαναφέρει συμβολικὲς μορφὲς ὅπως τὸ περίκεντρο κτήριο, ποὺ μὲν χάρις στὰ βαπτιστήρια δὲν χάθηκε, νῦν δε περνάει στοὺς μεγάλους καθεδρικοὺς ὅπως ὁ Ἅγιος Πέτρος τοῦ Bramante καὶ στὶς βίλλες τοῦ Palladio. Ἡ νέα βασιλικὴ τοῦ San Lorenzo στὴν θέση τοῦ παλαιτέρου ναοῦ τῆς Φλωρεντίας  ἦταν ἀκριβῶς ἡ παραδοσιακὴ μορφὴ ποὺ ἐφάρμοσε τὸ 1419 τὴν προοπτικὴ ὁ Filippo Brunelleschi ἀλλὰ καὶ κλασικὲς ἀναλογίες. Εἶναι τρίκλιτη μὲ κορινθιακοῦς κίονες καὶ ῥωμαϊκὰ τόξα (σταυροθόλια στὰ πλευρικᾶ κλίτη καὶ φατνωματικὴ ὀροφὴ στὸ μεσαῖο) μὲ ἐγκάρσιο κλῖτος ὅπου στοιχίζονται τετράγωνο πρεσβυτέριο καὶ τέσσερα παρακλήσια. Στὴ τομὴ τῶν κλιτῶν σχηματίζεται τυφλός τροῦλλος.  Στὰ ἄκρα κεῖνται τὸ σκευοφυλάκιο (sagrestia) τοῦ Brunelleschi καὶ τὸ νέο ποὺ σχεδίασε ὁ Μιχαηλάγγελος τὸ 1520 ὡς ταφικὸ μαυσωλεῖο τῶν Μεδίκων. Tὸ 1603-4 προσετέθη ὄπισθε τοῦ ἱεροὺ τρουλλωτὸ ὀκτάγωνο, τὸ παρεκκλήσιο τῶν Μεδίκων. Ἄλλο ἔργο τοῦ Brunelleschi στὴν Φλωρεντία εἶναι ἡ ἐκκλησία τοῦ San Spirito (1436) σὲ σχῆμα λατινικοῦ σταυροῦ μὲ τροῦλλο στὴν τομὴ τῶν σκελῶν. Τὸ πλευρικὸ κλῖτος στὸ μισὸ εὖρος τοῦ κυρίου γίνεται περίδρομος ποὺ τηρεῖ τὸ σχῆμα καὶ τοῦτο τὸ εὖρος εἶναι τὸ μεταξόνιο τῶν κιόνων. Εἶναι ἡ προσκόληση στὸ μέτρο ποὺ σχηματίζει ἀντίστοιχες κόγχες στὸν σηκὸ ὥστε στὸ πρεσβυτέριο νὰ σχηματίζωνται τέσσαρες τέτοιες χωρὶς νὰ κυριαρχῇ μία κόγχη ἱεροῦ στὸ μέσον ὡς εἴθισται. Πλευρικῶς στὴν Santa Croce καὶ ἀπεπταμένο ἐπὶ τῆς πρώτης αὐλῆς (chiostro) σχεδίασε τὸ παρεκκλήσιο τῶν Pazzi (1426-61) ὅπου τὸ τετράγωνο τοῦ παλαιοῦ σκευοφυλακίου προεκτείνεται μὲ δύο δρομικοῦς θόλους ἑκατέρωθε κεντρικοῦ τρούλλου, ἐνῷ κατέναντι τῆς εἰσόδου κεῖται  ἡ τράπεζα ἐντὸς τετραγωνικῆς τρουλλωτῆς κόγχης. Τὸ εὐκτήριο τῆς  Santa Maria degli Angeli σχεδίασε ὁ Brunelleschi τὸ 1434 ὡς ὁκτάγωνη rotunda μὲ περιμετρικὲς κόγχες. Ἔμεινε ἡμιτελές μέχρι τὸ 1930.  Ὁ ἕτερος οὑμανιστὴς Leon Battista Alberti ἔχει δώσει δύο βασιλικές, τὸ ἡμιτελές Tempio Malatestiano στὸ Ῥίμινι μία μονόκλιτη βασιλικὴ μὲ πλευρικὰ παρεκκλήσια ποὺ θὰ κατέληγε σὲ rotunda, καὶ τὸν Ἅγιο Ἀνδρέα τῆς Μάντουα (1470-) σταυροειδὴ μονόκλιτο μὲ πλευρικὰ παρεκκλήσια καὶ τροῦλλο στὴν τομὴ τῶν κλιτῶν. Στὴν Μάντουα ἐπίσης σχεδίασε τὸν San Sebastiano ἕνα τετράγωνο κτήριο μὲ τρεῖς κόγχες στὶς πλευρὲς καὶ προθάλαμο. Προαναγγέλει κατὰ τὸν Rudolf  Wittkower στὸ Architectural Principles in the Age of Humanism [1949], τὴν μορφὴ τοῦ ἑλληνικοῦ σταυροῦ ποὺ θὰ ἐμφανισθῇ ἀργότερο. Ἐπίσης εἶναι ὑπερυψωμένο καὶ ἡ εἴσοδος γίνεται μὲ ἀναβαθμούς, ἕνα ἀρχαῖο στοιχεῖο ποὺ θὰ γίνῃ ἴδιον τοῦ κλασικισμοῦ. Ὁ Alberti ἀνέλαβε νὰ ὁλόκληρώσῃ τὴν βασιλικὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ (Basilica della Santissima Annunziata, 1444-) τῆς Φλωρεντίας ποὺ εἶχε σχεδιάσει ὁ Michelozzo, ὁ ἀρχιτέκτων τοῦ palazzo τῶν Μεδίκων. Τὸ ἴδιον τῆς βασιλικῆς εἶναι τὸ ἱερὸ βῆμα σὲ σχῆμα rotunda μὲ ὁκτὼ κόγχες παρεκκλησίων καὶ τοῦ ἱεροῦ ἐγγεγραμμένα σὲ δεκάγωνο. Ὁ Guiliano da Sangallo ἀνέλαβε μὲ πρόταση τοῦ Lorenzo de’Medici τὴν basilica di Santa Maria delle Carceri τοῦ Prato (1486-97) ποὺ δὲν εἶναι βασιλικὴ ἀλλὰ περίκεντρος σταυροειδὴς ναὸς ποὺ σχηματίζουν τέσσερις θολωτές ὁρθογωνικὲς κόγχες πέριξ τρουλλωτῆς τετραγωνικῆς αἰθούσης. Προφανὼς στὴν ἀνατολικὴ κόγχη κεῖται ἡ τράπεζα καὶ στὶς ὑπόλοιπες ἀνοίγονται εἴσοδοι. Ὁ ἴδιος σχεδίασε τὴν chiesa di Santa Maria Maddalena dei Pazzi (1491), μονόκλιτη βασιλικὴ μὲ πλευρικὰ παρεκκλήσια καὶ τετράγωνο ἱερό. Ὁ Francesco di Giorgio Martini σχεδίασε τὸ 1484 τὴν ἐκκλησία τῆς Santa Maria delle Grazie al Calcinaio στὸν τόπο ἕνος θαύματος στὴν Cortona, μονόκλιτη σταυροειδὴ μὲ τροῦλλο.  Στὴν Βενετία ἀπαντῶμε ἄλλη ἐκκλησία θαυματουργῆς εἰκόνας, τὴν Santa Maria dei Miracoli (1481-9) τοῦ Pietro Lombardo, μονόκλιτη βασιλικὴ μὲ δρομικὸ ξύλινο θόλο καὶ τροῦλλο ὕπερθε τοῦ τετραγωνικοῦ ἱεροῦ ἐνῷ ὅλο τὸ ἱερὸ βῆμα εἶναι ὑπερυψωμένο. Ὁ San Giorgio dei Greci εἶναι ὀρθοδόξου τύπου: νάρθηξ μὲ ὑπερῷο, μονόκλιτη βασιλικὴ μετὰ τρούλλου στὸ μέσο καὶ τριμερὲς ἱερὸ μὲ κόγχες πρόθεσης καὶ διακονικοῦ. Ὁ San Michele τοῦ  Mauro Coducci, καθολικὸ μοναστηρίου στὴν νησίδα Isola ποῦ περατώθη τὸ 1478, εἶναι βασιλικὴ μὲ ἁψιδωτῆ κόγχη καὶ ἑκατέρωθε παρεκκλήσια βυζαντινιστί, ἐνῷ ἔχει γαλλαρία στὸν νάρθηκα μὲ ὑπερῷο χοροῦ. Τὸ ἑξάγωνο παρεκκλήσιο στὸν νάρθηκα ἐκτίσθη σὲ σχέδια Gugliemo dei Grigi μεταξὺ 1527 καὶ 1543. Πράγματι βυζαντινοειδὴς εἶναι τοῦ Coducci ἡ μικρὴ ἐκκλησία τοῦ San Giovanni Grisostomo (1497-1504) σὲ τύπο σταυροειδοῦς ἐγγεγραμμένου. Tὸν San Zaccaria ἄρχισε ὁ Antonio Gambello μεταξὺ 1444 καὶ 1465 καὶ περάτωσε ὁ Coducci μεταξὺ 1483 καὶ 1504. Ἔτσι ἐνῷ τὸ ἱερὸ εἶναι γοτθικὸ μὲ ἁψιδωτὸ περίδρομο καὶ ἀκτινωτὰ παρεκκλήσια, τὸ καθολικὸ εἶναι βυζαντινὸ σὲ σταυροειδὴ ἐγγεγραμμένο τύπο πού, ὥς φαίνεται, ἔστεργε ὁ Coducci.

San Lorenzo (A: sagrestia τοῦ Brunelleschi, B: sagrestia τοῦ Michelangelo, D: παρεκκλήσιο τῶν Μεδίκων

Santo Spirito. Ἀριστερά, ἀρχικὸ σχέδιο Brunelleschi, δεξιά, πραγματοποιημένο.

παρεκκλήσιο τῶν Pazzi

Santa Maria degli Angeli

Tempio Malatestiano

 

Tempio Malatestiano, ἀξονομετρικὴ άναπαράσταση τῆς πρότασης τοῦ Alberti (P.Donati)

San’Andrea, Mantua

San Sebastiano, Mantua

 

Santa Maria delle Carceri, Prato

chiesa di Santa Maria Maddalena dei Pazzi

 

San Michele in Isola, Βενετία

San Giovanni Grisostomo, Βενετία

San Zaccaria, Βενετία

Ἡ οὑμανιστικὴ ναοδομία στὴν Ῥώμη συνδεέται μὲ τοὔνομα τοῦ Donato Bramante ὁ ὁποῖος στὸ Μιλάνο εἶχε πιθανότατα σχεδιάσει τὸ τρουλλωτὸ τρίκογχο ἱερὸ βῆμα τῆς Santa Maria delle Grazie. Στὴν Santa Maria della Pace (1476-83) κτισθείσα ὑπὸ τοῦ Sixtus IV ἔχει σχεδιάσει τὸ περίστυλο. Ἡ ἴδια ἡ ἐκκλησία ποὺ ἀνακαίνισε σὲ barocco ῥυθμὸ ὁ Pietro da Cortona ἔχει ὁκταγωνικὸ βῆμα μὲ κόγχες παρεκκλησίων στὸ πάχος τοῦ τοίχου. Ἡ ἐπαναναφορὰ τοῦ περίκεντρου κτηρίου εἶναι ἕνα βασικὸ χαρακτηριστικὸ τῆς ἀρχιτεκτονικῆς τοῦ οὑμανισμοῦ ὅπως ἐκθέτει ὁ Wittkower. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ κυκλικὴ ἐκκλησία τῆς Santa Maria della Croce (1493-) τοῦ G. Battagio στὴν Crema τῆς Λομβαρδίας. Στὴν Ῥὠμη τὸ Tempietto ἐντὸς τοῦ περιστύλου τοῦ San Pietro in Montorio (1502) εἶναι ἔργο τοῦ Bramante καὶ θυμίζει ἀρχαία θόλο, ἀλλὰ τρουλλωτή. Ὡς παρεκκλήσιο εἶναι ἄλλωστε μαρτύριο, καθὼς σκεπάζει τὸν τόπο μαρτυρίου τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ὅμως τὸ ὕφος του εἶναι ἐντελῶς ἀρχαῖο καὶ εἶναι ἔκτοτε ἡ κλασικὴ ἐξωτερικῆ μορφὴ τῶν τρούλλων μέχρι καὶ τὸν νεοκλασικισμὸ μὲ τὴν περιμετρικὴ κιονοστοιχία στὸ τύμπανο. Τὸ 1506 ὁ Ἰούλιος Β΄ ἀποφάσισε νὰ γκρεμίσῃ τὴν παλαιοχριστιανικὴ κωνσταντίνειο βασιλικὴ τοῦ Ἁγίου Πέτρου ποὺ εἶχε παραμεληθῆ  καὶ ἐρειπωθῆ (μὲ τὶς περιπέτειες τῆς παποσύνης στὴν Avignon), καὶ νὰ κτίσῃ νέο ναό. Στὸν διαγωνισμὸ ποὺ ἐξεκηρύχθη κέρδησε τὸ σχέδιο τοῦ Bramante τὸ ὁποῖο ἦταν περίκεντρο ἢ μᾶλλον πολύκεντρο καθὼς πέριξ κεντρικοῦ τρουλλαίου τετραγώνου μὲ τῆν ἁγία τράπεζα σχημάτιζε ἰσοσκελή (ἑλληνικό) σταυρὸ μὲ ἁψιδωτὲς ἀπολήξεις καὶ μικροτέρους τροῦλλους στὰ τεταρτημόρια. Εἶναι ἕνα σχῆμα προσήκον σὲ μαρτύριο ὡς τάφο τοῦ ἀποστόλου, ἀλλὰ ἐπιπλέον ἀφοράει πρὸς τὶς γεωμετρικὲς ἀναζητήσεις τοῦ οὑμανισμοῦ. Πρότυπο ἀπετέλεσε ἡ ἐκκλησία τῆς Madonna καὶ τοῦ San Bagio στὸ Montepulciano (1518-40) τοῦ Antonio da Sangalo τοῦ  σὲ σχῆμα ἑλληνικοῦ σταυροῦ. Ἅμα μὲ τὸν θάνατο τοῦ πάππου Ἰουλίου ὁ Bramante ἀντικατεστάθη ὑπὸ τοῦ Sangalo ὁ ὁποῖος πέθανε σύντομα καὶ τὸν ἀντικατέστησε ὁ Raffaello ὁ ὁποῖος μήκυνε τὸ ἀνατολικὸ σκέλος (τὸ ἱερὸ στοὺς παλαιοχριστιανικοὺς τῆς Ῥώμης κεῖται δυσμᾶς) καὶ ἔτρεψε αὐτὴν σὲ βασιλικὴ μὲ ἐγκάρσιο κλῖτος ἀφοῦ διετήρησε τὸ τρίκογχο, ἀλλὰ πέθανε καὶ αὐτός σὲ νεαρὴ ἡλικία τὸ 1520 καὶ τὸν διαδέχθη ὁ Peruzzi ὁ ὁποῖος πέθανε τὸ 1536 καὶ ἄφησε μόνον του τὸν ἀνεψιὸ τοῦ Sangalo, Antonio τὸν νεώτερο. Αὐτὸς συνεδύασε τὶς προηγούμενες προτάσεις καὶ διεμόρφωσε τὸ ἀρχικὸ περίκεντρο  μὲ προπύλαιο νάρθηκα ποὺ τὸ ἔτρεπε σὲ τρίκογχη βασιλική. Κράτησε τοῦ σχεδίου τοῦ Raffaello τὸν περίδρομο στὶς ἁψῖδες ὥστε τὰ σκέλη νὰ ἀντιστοιχοῦν στὶς πλευρὲς τοῦ ὀκταγώνου τοῦ τρούλλου. Τὸ σχέδιο στὸ ὁποῖο τέλος ἐκτίσθη ὁ ναὸς εἶναι τοῦ  Michelangelo Buonarroti ὁ ὁποῖος ἐστράφη πίσω στὸ περίκεντρο σχῆμα ἰσοσκελοὺς σταυροῦ μὲ τοὺς γωνιακοὺς τρούλλους, αλλὰ μὲ τὴν προσθήκη προπυλαίου νάρθηκα καὶ κλίτους τοῦ Carlo Maderno. Τέλος ὁ Bernini σχεδίασε τὴν πλατεία ἔμπροσθε στὴν λογικὴ τοῦ baroque. Οἱ πλάγιες στοὲς ἀναδεικνύουν τὸ κτήριο μάλιστα σχεδιασμένες μὲ κλίση ποὺ διορθώνει τὴν προοπτικὴ παραμόρφωση ὥστε τὸ κάμουν νὰ πλησιάζῃ τὸν θεατή.

Santa Maria della Croce

Madonna καὶ San Bagio στὸ Montepulciano

Ἅγιος Πέτρος, σχέδια (ἀπὸ ἀριστερά): Bramante, Sangalo&Raffaelo, Michelangelo

 

 

 

Ἅγιος Πέτρος, τὸ ἐφηρμοσμένο σχἐδιο

 

Ἡ ἀνέγερση τοῦ ναοῦ τοῦ Βατικανοῦ ἐπορίσθη μὲ τὰ συγχωροχάρτια―indulgentia, ποὺ προκάλεσαν τὴν εἰκονομαχικὴ Διαμαρτύρηση (Protestantismus). Οἱ Παπικοὶ ἵνα κρατήσουν τὴν λαϊκὴ εὔνοια ἐστράφησαν σὲ μία πλέον εἰκονοπλαστικὴ ἀρχιτεκτονική ―καθὼς ἅμα μὲ τὴν ἐγκατάλειψη τοῦ γοτθικοῦ ἡ εἰκόνα περιωρίσθη στὴν ζωγραφική― τὸ barocco: ἀγάλματα, ἐπαλληλία ῥυθμῶν, ἀετώματα μὲ διπλὲς ἕλικες, κοῖλες ἢ κυρτές προσόψεις. Παρ’ ὅλο τὸν γλυπτὸ διάκοσμο τῆς πρόσοψης ἡ ἐκκλησία τοῦ Gesù στὴν Ῥώμη (1568-84) τῶν Giacomo Barozzi da Vignola καὶ Giacomo della Porta, μητρόπολη τοῦ τάγματος τῶν Ἰησουιτῶν εἶναι βασιλική, μονόκλιτη μὲ πλευρικὰ παρεκκλήσια στὴ θέση τῶν πλευρικῶν κλιτῶν (μιὰ καινοτομία τῆς Ἀναγέννησης) μὲ ἐγκάρσιο κλίτος καὶ τροῦλλο. Τὸ συχνότερο, ἀνασκευάζονται κατὰ τὸν νέο ῥυθμὸ ὑφιστάμενες ἐκκλησίες ὅπως ἡ Ἁγία Σωσάννα τοῦ Maderno (1597-1603) ἢ περατοῦνται ὡς τέτοιες ὅπως ὁ San Marcello al Corso (1682-3) τοῦ Fontana. Ἐκεῖ ὅμως ποὺ τὸ barocco εἶναι στὸ κλίμα του, εἶναι στὰ περίκεντρα κτήρια, ὅπως τὸ πανεπιστημιακὸ εὐκτήριο Sant’Ivo della Sapienza (1642-50) τῶν Pirro Ligorio καὶ Giacomo della Porta, μὲ τὸ πεταλοειδὲς περίστυλο τῆς σχολῆς ἔμπροσθε. Ἡ Santa Maria Assunta τῆς Ariccia (1662-64) τοῦ Bernini εἶναι κυκλικὴ μὲ κόγχες ἑξ παρεκκλησίων καὶ ἱεροῦ καὶ πρόπυλο.  Ἡ παραλλαγὴ τοῦ barocco ὅμως καὶ σχεδὸν ἵδιον του εἶναι οἱ ἐλλειψοειδεῖς χῶροι ὅπως ὁ San Carlo alle Quattro Fontane (1634-82) τοῦ τάγματος τῆς Τριάδος τοῦ Borromini ἢ ὁ San Andrea al Quirinale (1658-70) τοῦ Bernini. Στὸ Τορίνο τέτοιοι περίκεντροι ναοὶ μὲ ἐντυπωσιακὰ ἐσωτερικὰ εἶναι τοῦ Guarini, ἡ Cappella della Santa Sindone (1667-90) καὶ ὁ San Lorenzo (1668-87).

Gesù

Sant’Ivo della Sapienza

San Carlo alle Quattro Fontane

San Andrea al Quirinale

Cappella della Santa Sindone

Τὸ πρότυπο ὅμως τῶν barocco ἀρχιτεκτόνων τοῦ περίκεντρου κτηρίου πρέπει νὰ ἀναζητηθῇ στὸν Andrea Palladio. Ὁ ἴδιος πρὸς τὴν ναοδομία σχεδίασε στὴν Βενετία τὸν San Giorgio Maggiore τῶν Βενεδικτίνων (1565-) τρίκλιτη βασιλικὴ μὲ ἐγκάρσιο ἁψιδωτὸ κλῖτος μὲ τροῦλλο στὴν τομὴ τῶν κλιτῶν, τετράγωνο ἱερὸ καὶ ἁψιδωτὸ retroquire ὄπισθέ του, καὶ τὴν ἐκκλησία τοῦ Λυτρωτοῦ ―il Redentore (1577-) μονόκλιτη βασιλικὴ μὲ πλευρικὰ παρεκκλήσια, τροῦλλο, ἐνῷ τὸ ἐγκάρσιο κλῖτος δὲν σημαίνεται παρὰ ἕνεκα τῶν πλευρικῶν ἁψίδων ποὺ σχηματίζουν τρίκογχο μὲ τὸ ἱερό. Ἡ κόγχη τούτη τοῦ ἱεροῦ σχηματίζεται μὲ κίονες ποὺ τὸ χωρίζουν τοῦ retroquire. Τοῦτο, ποὺ τὸ γνωρίσαμε στοὺς ἀγγλικοὺς γοτθικοὺς ἦταν σύνηθες τότε στὴν Βενετία. Ὁ Palladio μεταχειρίζεται τὸ περίκεντρο σχέδιο κυρίως στὶς βίλλες του ὅμως σχεδίασε σὲ μία τέτοια βίλλα τὸ 1580 εὐκτήριο κυκλικὸ τρίκογχο εὐκτήριο, βεβαίως μὲ κλασικὸ πρόπυλο καὶ δίδυμα κωδωνοστάσια,  τὸ Tempieto (ναΐδριο) di Barbaro στὴν φερώνυμο ἔπαυλη. Πόρρω τῆς κλασικῆς παλλαδιανῆς αὐστηρότητα ἡ barocco ἐκκλησία τῆς Santa Maria della Salute τῆς Βενετίας ἐκτίσθη ὡς σὲ εὐχαριστία ἀντὶ τοῦ τέλους τῆς πανώλης ὅπως il Redentore τοῦ Palladio. Ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο περίκεντρα, ἕνα μεγάλο τρουλλωτὸ ὁκτάγωνο μὲ ἐσωτερικὸ περιστύλιο (ἢ ἀλλιῶς, μὲ περίδρομο) καὶ ἑξ παρεκκλήσια στὶς πλευρές, καὶ ἕνα μικρότερο τρουλλωτὸ πρεσβυτέριο μὲ πλευρικὲς ἁψῖδες καὶ ὀρθογωνικὸ retroquire ἑκατέρωθε τοῦ ὁποίου ὑψώνονται τὰ κωδωνοστάσια. Τὸ πρόπυλο εἶναι σὲ παλλαδιανὸ ὕφος ὡς θριαμβικὴ ἁψῖδα.

 

Santa Maria della Salute, Βενετία

Τὸ ἐλαφρὸ barocco ἢ rococco στέργει τὴν ἐλλειπτικῆ μορφὴ ὅπως στὴν Madonna di San Luca τῆς Bologna (1723-57) τοῦ Francesco Dotti. Τοῦτο, ὅπως καὶ τὸ ὄψιμο baroque διεδόθη στὶς προτεσταντικὲς χῶρες κατὰ τὸν ιη΄ αἰ. παρότι καθόλον τὸν ιζ΄ αἰ. ὅλος ὁ ῥωμαιοκαθολικὸς κόσμος κτίζει baroque ἀκόμη καὶ σὲ λαϊκότροπη ἔκφανση. Γίνεται δηλαδὴ ὕφος καθόσῳ μάλιστα ὁ προτεσταντισμὸς χάνει τὴν ἀρχικὴ πολεμική του. Ἀλλὰ πρῶτα ἂς ἵδωμε τὶς ῥωμαΐκαθολικὲς χῶρες.

Madonna di San Luca

Στὴν Ἰσπανία ὁ κλασικισμὸς συναντάει τὸ plateresque ὕφος, ἕνα ὑπερδιακοσμητικὸ ὕφος ἀνάλογο τοῦ flamboyant, καὶ δίδει μία σύνθεση ἀντίστοιχη τοῦ tudor στὴν Ἀγγλία. Ἔτσι ὁ καθεδρικὸς τῆς Γρανάδας (1528-63) τοῦ Diego de Siloe ἔχει τυπικὴ γοτθικὴ νομὴ ὡς πεντάκλιτη βασιλικὴ μὲ ἁψιδωτὸ ἱερό μὲ περίδρομο καὶ ἀκτινωτὰ παρεκκλήσια. Πλὴν τῶν γοτθικῶν σταυροθολίων, οἱ λοιπὲς μορφὲς εἶναι κλασικές. Ἀπεναντίας, ὅταν ἐμφανίζεται τὸ baroque στὴν Ἰταλία, στὴν Ἰσπανία ἄρχει ὁ λιτὸς κλασικισμὸς τοῦ Juan de Herrera ἔργα τοῦ ὁποίου εἶναι τὸ μοναστήρι καὶ παλάτι τοῦ Escorial (1562-82) καὶ ὁ καθεδρικὸς τοῦ Valladolid (1582). Τὸ καθολικὸ τοῦ Escorial εἶναι σταυροειδὲς ἐγγεγραμμένο σὲ τετράγωνο μὲ τροῦλλο, μὲ στενὸ περίδρομο πλευρικῶς καὶ ὀρθογωνιο ἱερό. Ὁ δεύτερος εἶναι πάλιν σταυροειδὴς ἀλλὰ ἐγγεγραμμένος σὲ ὀρθογώνιο, μία τρίκλιτη βασιλικὴ δηλαδὴ μὲ ἐγκάρσιο κλίτος στὴν μέση. Τὸ ἱερὸ ἐπίσης εἶναι ὀρθογωνικὸ ἐνῷ τὶς πλευρὲς καταλαμβάνουν παρεκκλήσια. Στὶς γωνίες ὑψοῦνται κωδωνοστάσια. Ἔτσι καὶ τὸ ἰσπανικὸ baroque τηρεῖ τὴν αὐστηρότητα τοῦ Herrera. Ὁ καθεδρικὸς del Nuestra Sinora del Pilal τῆς Σαραγόσας (1675-1766) τοῦ Felepe Sánchez καὶ τοῦ Francisco de Herrera τοῦ νεώτερου, εἶναι μιὰ ὁρθογωνικὴ βασιλικὴ μὲ εἰσόδους στὶς μακρὲς πλευρὲς, μὲ τρία ἐγκάρσια κλίτη ἢ ἀλλιῶς, ποὺ προκύπτει ὡς ἔνωση τριῶν σταυροειδῶν ἐγγεγραμμένων. Δηλαδὴ εἶναι ἕνα κεντρικὸ τετράστυλο μὲ τὸν ψηλότερο τροῦλλο καὶ δύο ἑκατέρωθε μὲ χαμηλότερους. Ἕξ ἀκόμη μικρότεροι τροῦλοι στεγάζουν τὰ τεταρτημόρια. Στὸ  κεντρικὸ τετράστυλο εἶναι ἡ κυρία ἁγία τράπεζα, στὸ τετράστυλο ἀνατολάς του τὸ παρεκκλήσιο τῆς Παρθένου Μαρίας καὶ στὸ δυσμάς του ὁ χορός. Οἱ τοίχοι καθόλην τὴν περίμετρο ἔχουν παρεκκλήσια στὸ πάχος τοῦ τοίχου. Στὶς γωνίες ὑψοῦνται κωδωνοστάσια. Τὸ rococo στὴν ἰβηρικὴ ἐμφανίζεται ὡς ἀνακαίνωση τοῦ plateresque. Ἡ Πορτογαλία δείχνει ἔφεση στὸ διακοσμητικὸ ὕφος καὶ τὴν ὑπερβολή. Ἡ ἐκκλησία τοῦ San Pedro dos Clérigos τοῦ Πόρτο (1732-1750) σχεδιασμένη ὑπὸ τοῦ τοσκανοῦ ἀρχιτέκτονα Niccolo Nasoni, ἔχει ἐλλειπτικό σχῆμα.

El Escorial

 

 

del Nuestra Sinora del Pilal

San Pedro dos Clérigos

Στὴν Γάλλια μὲ τὸν ἐρχομὸ τοῦ κλασικισμοῦ δὲν ὑποχωρεῖ ἀμέσως ὁ γοτθικὸς τύπος. Παράδειγμα ὁ Saint Eustache τοῦ Παρισιοῦ (1532-1640). Ὁ ναὸς  τῶν Saint Gervais & Saint Protais εἶναι γοτθικὸς ποὺ ἐνδύθη baroque πρόσοψη μεταξὺ 1616 καὶ 1621. Ἐκεῖνος ποὺ δημιουργεῖ τὴν γαλλικὴ ἐκφανση τοῦ κλασικισμοῦ εἶναι ὁ François Mansart. Ἡ Val-de-Grâce (1645-67) ἕνα τάμα τῆς Ἄννας τῆς Αὐστρίας, ἔχει ἕνα κλῖτος μὲ πλευρικὰ παρεκκλήσια ποὺ καταλήγει σὲ τρουλλωτὸ τρίκογχο. Στὴν ἀριστερὴ κόγχη προσκολλᾶται τὸ παρεκκλήσιο τῆς βασιλίσσης ἐνῷ στὴ δεξιὰ τὸ κλῖτος τῶν πιστῶν. Ὁ μικρανεψιός του Jules Hardouin Mansart  εἰσηγητὴς τοῦ baroque στὴν Γαλλία, σχεδίασε τὸ 1680 τὸν Dôme des Invalides. τὸ παρεκκλήσιο τοῦ θεραπευτηρίου τῶν ἀναπήρων πολέμου ποὺ ἔκτισε ὁ Λουδοβῖκος ΙΔ΄. Εἶναι ἕνα περίκεντρο κτήριο ποὺ θυμίζει ὡς διάταξη τὸν Ἅγιο Πέτρο (μᾶλλον τὸ Taj Mahal, χωρὶς νὰ ὑπάρχει κάποια σχέση), ὅπου σχηματίζεται ἑλληνικὸς σταυρὸς με τέσσερις ὁκταγωνικοὺς θαλάμους στὶς γωνίες ποὺ κοινωνοῦν μὲ τὸν κεντρικὸ τρουλλαῖο θάλαμο καὶ μὲ τὰ σκέλη τοῦ σταυροῦ. Ἀπέναντι τῆς εἰσόδοῦ κεῖται βεβαίως τὸ ἱερὸ ἕνας κυκλικὸς τρουλλωτὸς θάλαμος μὲ κόγχη.

Val-de-Grâce

Dome des Invalides

Στὴν κεντρικὴ Εὐρώπη, μία τῶν σημαντικοτέρων ἐκκλησιῶν τοῦ baroque εἶναι ὁ ἰησουϊτικὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὴν περιοχὴ Lesser τῆς Πράγας (1703-52) ποῦ σχεδίασε ὁ Giovanni Domenico Orsi, στὴν θέση παλαιτέρου γοτθικοῦ. Ἡ Πράγα ἦταν μὲν μέρος τῆς ἀψβουργικῆς Αὐστρίας ἀλλὰ καὶ τόπος ποὺ ἐκκίνησε ἡ Διαμαρτύρηση. Ἔχει κλῖτος μὲ παρεκκλήσια καὶ καταλήγει σὲ τρίκογχο ἱερὸ βῆμα μὲ τροῦλλο. Ἑκατέρωθε τῆς κόγχης τοῦ ἱεροῦ ἐνὶ ἐλλειψοειδὴς θάλαμος σκευοθήκης καὶ κωδωνοστάσιο. Ἡ Karlskirche τῆς Βιέννης (1716-) συντάσσεται σταυροειδῶς μὲ κέντρο ἐλλειψοειδὲς καθολικὸ μὲ τροῦλλο: κατὰ μῆκος, τὴν μακρὰ διάμετρο τῆς ἐλλειψης συντάσσεται ἡ εἴσοδος μὲ πρόπυλο καὶ ἐγκάρσιο στενόμακρο νάρθηκα, καὶ βαθὺ ἱερὸ βῆμα μὲ ἁψῖδα καὶ retroquire ὄπισθέ του. Ἐγκαρσίως, κατὰ τὴν μικρὰ διάμετρο τῆς ἔλλειψης διατάσσονται δύο παρεκκλήσια. Ἄλλα τέσσερα μικρότερα κεῖνται στὴν περίμετρο τῆς ἔλλειψης. Κατὰ βορρᾶ, στὴν προτεσταντικὴ Δρέσδη ἐκτίσθη μεταξὺ 1725 καὶ 1742 ἡ λουθηρανικὴ baroque Frauenkirche σὲ σχέδιο τοῦ ἀρχικῶς ξυλουργοῦ George Bähr. Συμβόλιζε τὴν συμφιλίωση μὲ τὸ ῥωμαϊκὸ δόγμα ἀλλὰ καὶ τὴν ἐμμονὴ τῶν δρεσδιτῶν στὸ λουθηρανικό δόγμα. Περίκεντρη τρουλλωτὴ ἐκκλησία (τῶν μεγαλωτέρων τρούλλων στὴν Εὐρώπη) ὅπου σταυροειδῶς συντάσσονται κατὰ μῆκος πρόπυλο καὶ ἱερὸ καὶ ἐγκαρσίως κλιμακοστάσια πρὸς τρεῖς ὀρόφους ὑπερῴων.Ἔτσι ὁ ἀρχιτέκτων ἔδιδε τὴν δυνατότητα ἴσης συμμετοχῆς τοῦ πιστοῦ στὴν λειτουργία ἔστω κι ἂν αὐτὴ εἶναι ὡς θεατοῦ.

Karlskirche, Wien

Frauenkirche, Dresden

Καὶ στὶς καλβινιστικὲς Κάτω Χῶρες υἱοθετεῖται ἐπίσης τὸ baroque ἀλλὰ μᾶλλον ὡς ἐξέλιξη τοῦ μανιερισμοῦ τῶν φλαμανδικῶν πόλεων. Μᾶλλον ὡς οἰκιστικὴ ἀρχιτεκτονικὴ παρὰ ὡς μνημειακή. Οἱ ἐκκλησίες εἶναι συνήθως μὲ ὀπτοπλινθίνους τοίχους, λίθινους κίονες καὶ παραστάδες καὶ ξύλινες στέγες. Παρουσιάζουν ποικιλία τύπων. Στὸ Ἀμστελόδαμον (Amsterdam) ἡ Noorderkerk (1620-23) τοῦ Hendrick de Keyser ἔχει σταυροειδὲς σχῆμα ἐγγεγραμμένο σὲ ὀκτάγωνο μὲ εἴσοδο στὴν γωνία τῶν κλιτῶν. Ἡ Westerkerk  (1620-1631) τοῦ ἰδίου ἔχει δύο ἐγκάρσια κλίτη. Ἡ λουθηρανικὴ ἐκκλησία τοῦ Adriaan Dortsman εἶναι κυκλικὴ μὲ τροῦλλο (Ronde Lutherse Kerk 1636-1682). Ἡ Oostkerk τοῦ Middelburg τῶν Bartholomeus Drijfhout καὶ Pieter Post (1648-1667) εἶναι ὁκταγωνικὴ μὲ ὁκταγωνικὸ τροῦλλο. Ἡ Nieue Kirk τοῦ Haarlem (1645-49) τοῦ Jacob van Campen ἔχει μορφὴ σταυροειδοὺς ἐγγεγραμμένου σὲ τετράγωνο μὲ ξύλινα σταυροθόλια καὶ πύργο κωδωνοστασίου στὴν εἴσοδο. Ἡ Nieue Kirk τῆς Χάγης (1649-56) τοῦ Peter Noorwits ὅπου εἶναι θαμμένοι οἱ ἀδελφοὶ de Witt καὶ ὁ Spinoza εἶναι δύο τρίκογχα. Τέλος ἀξίζει νὰ μνημονεύσωμε τὴν πορτογαλικὴ ἰουδαϊκὴ συναγωγή ―Esnoga, ποὺ περατώθη τὸ 1675. Εἶναι ὀρθογωνικὴ μὲ ἀξονικὸ κλῖτος μὲ ξύλινο δρομικὸ θόλο. Οἱ ἔδρες εἶναι παραταγμένες πλευρικῶς στραμμένες πρὸς τὸ κέντρο. Ἡ ἐλευθερία τῶν μορφῶν σὲ τοῦτες προτεσταντικὲς ἐκκλησίες ὀφείλεται καταρχᾶς στὸ εὔχρηστο τῶν ὑλικῶν ἀλλὰ ἐν πολλοῖς στὸ ὅτι εἶναι συναγωγὲς χωρὶς τράπεζα καὶ τελετουργία μὲ κεντρικὰ στοιχεῖα τὸν ἄμβωνα καὶ τὸ ὄργανο.

Noorderkirk, Amsterdam

 

 

 

Westerkirk, Amsterdam

Oostkerk τοῦ Middelburg

Nieue Kirk τοῦ Haarlem

Nieue Kirk, Haage

Esnoga

Covent Garden Market 1737 Balthazar Nebot active 1730-1765 Purchased 1895 http://www.tate.org.uk/art/work/N01453

Στὴν Ἀγγλία μετὰ τὴν ἵδρυση τῆς ἀγγλικανικῆς Ἐκκλησίας οἱ γοτθικὲς ἐκκλησίες μετετράπησαν ἀπὸ ῥωμαιοκαθολικὲς σὲ ἀγγλικανικές ἀλλὰ νέο ὕφος στὴν ναοδομία ἦλθε τὸ 1630 ἅμα μὲ τὴν διαμόρφωση τῆς πλατείας τοῦ Covent Garden, ὅποτε ὁ Inigo Jones ἐσχεδίασε  χάριν του πάτρωνά του Earl of Bedford, τὸν Ἅγιο Παῦλο, τὸν ὀμορφότερο ἀχυρῶνα στὴν Ἀγγλία, τὸν πρῶτο ναὸ ἵνα στεγάσῃ προτεσταντικὴ λειτουργία. Εἶναι ἕνα ὀρθογώνιο μὲ ἀμφικλινὴ στέγη καὶ προστάδα ἢ ψευδοπρόπυλο ὄπισθε τῆς ἱερᾶς τραπέζης καθὼς θέλει νὰ δώσῃ πρόσοψη στὴν πλατεία ποῦ κεῖται ἀνατολάς. Ὁμοιάζει ἐξωτερικῶς μὲ τοσκανικὸ ἢ ῥωμαϊκὸ ναὸ τοῦ Βιτρουβίου καὶ ἔχει μεταχειρισθῆ τοσκανικὸ ῥυθμὸ ὥστε νὰ ἐπιδεικνύῃ αὐστηρὸ ὕφος. Ἔσω σχηματίζει κατὰ μῆκος κλῖτος ἵνα δημιουργεῖ ἑκατέρωθε θεατρικὰ ὑπερῷα κάτι σύνηθες ἔκτοτε στοὺς ἀγγλικανικοὺς ναούς. Ὅμως ἡ πυρκαγιὰ τοῦ Λονδίνου τὸ 1666 κατὰ τὴν ὁποία κατεστράφησαν ἐκκλησίες καὶ κυρίως ὁ καθεδρικὸς γοτθικὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Παῦλου, ἔγινε ἀφορμὴ ἀνανέωσης τῶν ναῶν ἀλλὰ καὶ εὐκαιρία τοῦ παλινωρθωμένου καθεστῶτος τῆς μοναρχίας τῶν Stuart νὰ δώσῃ τὸ ἐθνικό του ὕφος. Τὸ ἔργο ἀνοικοδόμησης τοῦ καθεδρικοῦ καὶ 55 μικροτέρων ἐνοριακῶν ἐκκλησιῶν ἀνέλαβε ὁ Sir Christopher Wren. Ἀφοῦ ἐγκατελείφθη ἡ ἰδέα ἀναστύλωσης τοῦ παλαιοῦ στὸν ὁποῖο ὁ Inigo Jones εἶχε δώσει μία μανιεριστικὴ δυτικὴ πρόσοψη τὸ 1630, ἔγιναν ὑπὸ τοῦ Wren περὶ τὶς τέσσερις διαφορετικὲς λύσεις. Σὲ πρῶτο σκάριφο φαίνεται βασιλική· μετὰ ὁ Wren σχεδίασε τὸν ναὸ σὲ διάταξη ἑλληνικοῦ σταυροῦ μὲ τροῦλλο, ποὺ δὲν ἀπεδέχθη ἡ ἐπιτροπὴ τῶν κληρικῶν καθὼς θύμιζε τὸν παπικὸ Ἅγιο Πέτρο καὶ ἀπεμακρύνετο τῆς γοτθικῆς παράδοσης τῆς βασιλικῆς (ποὺ ἀγγλιστι, ἦταν ἀρκοῦντος στενόμακρη). Ἔτσι σχεδίασε ἄλλο σκάριφο ὅπου ἐτήρει τὸν λατινικὸ σταυρὸ τοῦ γοτθικοῦ, ἀλλὰ στὴν θέση τοῦ πύργου μὲ τὴν σπείρα στὴν τομὴ τῶν κλιτῶν ἔθετε χαμηλὸ τροῦλλο μὲ lantern καὶ σπείρα σὰν στούπα. Τὸ (τρίκλιτο) transept χωρίζει τὸ (τρίκλιτο) καθολικὸ ἀπὸ τὸν χορὸ καὶ τὸ πρεσβυτέριο σχεδὸν στὴν μέση τοῦ κτηρίου. Δυσμὰς ἔνι προπυλαίος νάρθηξ ὡς πυλὼν μὲ δίδυμα κωδωνοστάσια καὶ ἀνατολὰς τὸ ἱερὸ καταλήγει σὲ ἁπλῆ ἁψὶδα.  Ἄφου ἔλαβε ἔγκριση τὸ 1675 (ὅθεν καὶ ἡ óνομασία τοῦ σκάριφου warrant) ἄρχισε τὴν ἀνέγερση, ὅμως κάμοντας κατὰ τὴν διάρκειά της κάποιες ἀλλαγὲς κατὰ τὴν κρίση του.Ἔτσι ἔφτειαξε τὸν τροῦλλο στὴν τομὴ τῶν κλιτῶν νὰ ὁμοιάζῃ τελικῶς στοῦ Ἁγίου Πέτρου. Μόνο ποὺ τοῦτος εἶναι τρικελυφωτός: μετὰ τὸν ἐσωτερικό, ὁ Wren ὕψωσε ἕναν κῶνο ὥστε ἀφενὸς νὰ στηρίξῃ τὸν ξύλινο σκελετὸ τοῦ μολύβδυνου ἐξωτερικοῦ, ἀφετέρου νὰ μεταφέρῃ τὰ φορτία τῆς lantern στὴν κορυφὴ ποὺ φωτίζει ὡς oculus τὸ ἐσωτερικό. Περιέζωσε ἐπίσης τὴν βάση τῆς ἔνωσης κῶνου καὶ τρούλλου μὲ σιδηροῦν ἔλασμα ὥστε νὰ μὴν ἀνοίξει ἀπὸ τὶς ὠθήσεις. Πλευρικῶς ὕψωσε τοὺς τοίχους ὡς σκηνικὴ ὄψη ἵνα κρύψῃ τὶς ἐπίστεγες ἀντηρίδες τοῦ μεσαίου κλίτους. Πάντα τὰ κλίτη στεγάζονται μὲ τρουλίσκους ἀντὶ σταυροθολίων ἰδέα ποὺ πῆρε ἀπὸ τὴν Val-de-Grâce ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος ἐπισκεφθῆ. Ὁ ναὸς καθιερώθη τὸ 1697 καὶ περατώθη τὸ 1710. Στοὺς λοιποὺς ναοὺς ποὺ ἀνέλαβε ὁ Wren χρησιμοποίησε τὰ ὑπάρχοντα θεμέλια ὡστόσο ἔδωσε ποικιλία σχεδίων. Ὁ S. Stephen στὸ Walbrook (1672-87), ἐνῷ εἶναι ὀρθογωνικός, ὁ Wren τὸν χειρίζεται ὠς περίκεντρο καθὼς ἐγγράφει τροῦλο σὲ κάναβο 16 κορινθιακῶν κιόνων. Προσθέτει δηλαδὴ μία κιονοστοιχία πρὸς στὴν εἴσοδο καὶ δημιουργεῖ βραχέα κλίτη. Στὴν εἴσοδο ὑψοῦται πύργος κωδωνοστασίου κατὰ τὴν ἐντόπια παράδοση. Ὁ ἴδιος resolved it ought to be Gothick to agree with the Founder’s work. Yet I have not continued so busy as he began[i]. Πάντες οἱ βρεταννικοὶ ναοὶ τοῦτοι τοῦ Wren καὶ ἔκτοτε ἔχουν πύργο κωδωνοστασίου ὡς πυλῶνα κατὰ τὸν γοτθικὸ τρόπο καὶ τράπεζα προσκεκολλημένη στὸν ἀνατολικὸ τοίχο, ὡς προτεσταντικοί. Ὁ S. James στὸ Piccadily (1679-84) ἀποτελεῖ τὸ πρότυπο τοῦ ἀγγλικανικοῦ ναοῦ ἀσχέτως τῶν ῥυθμῶν ποὺ θὰ ἐνδυέται κατὰ τὸν ιθ΄ αἰ. Εἶναι μία τρίκλιτη βασιλικὴ ποὺ τὰ πλευρικὰ κλίτη χρησιμεύουν ὡς ὑπερῷες γαλλαρίες μὲ βαθμιδωτές ἔδρες. Τὸ μεσαῖο κλῖτος καταλαμβάνεται παρὰ στοιχῶν ἐδρῶν ποὺ ὀνομάζονται pews. Τοῦτα ἔχουν μεταξὺ αὐτῶν χωρίσματα καὶ ἑνίοτε ψηλὰ ὥστε διεμορφώνοντο σὰν δωμάτια ποὺ νοίκιαζαν οἱκογένειες. Τούτη ἡ μορφὴ κατεργήθη κατὰ τὴν βικτωριανὴ περίοδο. Ὁμοῖα συντάσσονται οἱ  S. Bride στὴν Fleet Sᵗ (1671-8), Christ Church στὴν Newgate Street, S. Magnus the Martyr στὴν London Bridge, ἐνῷ μὲ μονόπλευρη ὑπερῴα γαλλαρία εἶναι ὁ S. Laurence στὸ Jewry. Ἔχει ὅμως καὶ περίκεντρα δεῖγματα: S. Mary Abchurch καὶ S.Swithin Cannon Sᵗ εἶναι τετράγωνοι μὲ ὁκταγωνικὸ τροῦλλο, S. Martin Ludgate, S. Anne & S. Agnes, S. Mary at Hill, ἐγγεγραμμένοι σταυροειδεῖς σὲ τετράγωνο, ἐνῷ
ὁ S. Benet Fink ἐλλειψοειδὴς μὲ τροῦλλο. Tὸ baroque τοῦ Wren εἶχε διαδόχους κατὰ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ ιη΄ αἰ. :  Ὁ Thomas Archer σχεδίασε τὸν borrominesque S. Philip τοῦ Birmingham (1709-15), τρίκλιτη βασιλικὴ μὲ ἁψῖδα ἱεροῦ, καὶ δύο ἀκόμη τῶν ἐκκλησιῶν τοῦ Λονδίνου. Ὁ βοηθὸς τοῦ Wren, Nicholas Hawksmoor σχεδίασε στὸ Λονδίνο τοὺς S. George-in-the-East (1714-34) καὶ Christ Church στὸ Spitalfields (1714-29) ὡς ὁρθογωνικοὺς μὲ περίκεντρο ἐσωτερικό, ἐνῷ τὴν S. Mary Woolnoth (1716-27) ὡς περίκεντρο. Στὸν S. George τοῦ Bloomsbury τηρεῖ τὴν λογικὴ τοῦ ἔσω περικέντρου, ὅμως ἡ κόγχη τοῦ ἱεροῦ καὶ ὁ πυλὼν τοῦ κωδωνοστασίου (μὲ μάλιστα βαθμίδωτη κορυφὴ σὰν τὸ μαυσωλεῖο τῆς Ἀλικαρνασσοῦ) εὑρίσκονται στὶς μακρὲς πλευρές. Στὴν στενὴ νότιο πλευρὰ σχηματίζεται πρόστυλο ῥωμαϊκοῦ ναοῦ. Ὁ James Gibbs ἀρχικῶς σχεδίασε διὰ τὸν S. Martin-in-the-Fields (1721-6) κυκλικὸ ναὸ μὲ πυλῶνα καὶ πρόστυλο ἀλλὰ ἀπερρίφθη ἕνεκα μεγάλης δαπάνης. Ἔτσι ἀκολοῦθησε τὸ τρίκλιτο βασιλικὸ τύπο ποὺ ἐτήρει ὁ προηγούμενος ναός. Στὸν ἀνατολικὸ τοίχο στὰ νῶτα τῆς ἱερᾶς τραπέζης ἀνοίγεται ἕνα παλλαδιανὸ τρίλοβο παράθυρο ἐνῷ  Ἔμπροσθε τοῦ πυλῶνα τοῦ κωδωνοστασίου σχηματίζεται πρόστυλο ῥωμαϊκοῦ ναοῦ. Ὁ νεοκλασικισμὸς στὴν Ἀγγλία τηρεῖ τὸν ἵδιο τύπο τρικλίτου βασιλικῆς μὲ κωδωνοστάσιο στὴν εἴσοδο καὶ κλασικὸ πρόπυλο ὅπως οἱ ἐκκλησίες τοῦ John Soane στὸ Λονδῖνο:  S. Peter  στὸ Walworth, Liverpool Grove καὶ Trafalgar Sᵗ  (1823-4), S. Trinity  στὸ Marylebone,  S. John’s στὸ Bethnal Green (1826) .

 

S. Paul, Covent Garden

ὁ γοτθικὸς Ἅγιος Παῦλος μὲ τὴν πρόσοψη τοῦ Inigo Jones

S. Paul’s cathedral, πρόταση σχήματος ἑλληνικοῦ σταυροῦ

σχέδιο Warrant

 

S. Paul

 

 

 

S. Stephen, Walbrook

S. Philip, Birmingham

S. George in the East

S. George, Bloomsbury

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Christ Church, Spitalfields

S. Mary Woolnoth

S. Martin in the Fields

S. Trinity Marylebone

S. John, Bethnal Green

Στὴν Γαλλία ὁ νεοκλασικισμὸς ἀρχικῶς ἔχει ἐπιρροὲς ἀπὸ τὸ ἀγγλικὸ κλασικισμό. Ὁ Saint Sulpice εἶναι ναὸς μὲ τυπικὴ γοτθικὴ διάταξη ἀλλὰ μὲ κορινθιακοὺς πεσσούς ποὺ ἐκτίσθη ἐπὶ τοῦ παλαιτέρου μετὰ τὸ 1646 σὲ σχέδιο τοῦ Christophe Gamard ποὺ ἀνασκεύασε ὁ Daniel Gittard μεταξὺ 1670 καὶ 1678 καὶ τέλος περατώθη ὑπὸ τῶν Gilles-Marie Oppenord and Giovanni Servandoni μεταξὺ 1719 καὶ 1745. Ἡ πρόσοψη ποὺ σχεδίασε ὁ τελευταῖος βασίζεται ἐν πολλοῖς στὴν πρόσοψη τοῦ Ἁγίου Παύλου τοῦ Wren. Ἡ Sainte Geneviève τοῦ Jacques-Germain Soufflot εἶναι σταυροειδὴς μὲ κεντρικὸ τροῦλλο καὶ χαμηλοὺς τυφλοὺς τρούλλους στὰ σκέλη. Βασισμένος στὸν Bramante, ὁ Soufflot ἀνασκεύασε μάλιστα τὸν τροῦλλο στὴν μορφὴ τοῦ Tempietto ὅπως ὁ Wren στὸν Ἅγιο Παῦλο. Τρικελυφωτὸς ἐπίσης, ὅπως εἶναι τῶν Invalides. Τάμα τοῦ Λουδοβίκου ΙΕ΄ ἵνα ἀντικαταστήσῃ τὸ παλαιὸ ἀββαεῖο ἐπὶ τοῦ λόφου ἀφιερωμένου στὴν ἁγία, ἕνεκα οἰκονομικῶν κωλυμάτων περατώθη δέκα χρόνια μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Soufflot τὸν δεύτερο χρόνο τῆς γαλλικῆς ἐπανάστασης ὁπότε καὶ μετωνομάσθη σὲ Panthéon ὡς ναός τοῦ ἐθνοῦς ποὺ ὡς τάφος μεγάλων ἀνδρῶν εἶναι βωμὸς τῆς ἐλευθερίας καὶ κτίσθησαν ὅλα τὰ παράθυρα ὥστε νὰ συσκίασῃ τὸ ἐσωτερικό. Κατὰ τὴν περίοδο τῆς Empire ὁ Ναπολέων ἐκέλευσε νὰ ἀνεγερθῇ μνημεῖο ἀφιερωμένος στὸ κλέος τοῦ στρατοῦ στὴν θέση ποὺ στὰ 1764 καταμεσὴς τῆς Rue Royale ὁ Pierre Contant d’Ivry εἶχε σχεδιάσει τὴν ἐκκλησία τῆς Madeleine. Ἐκείνη ἠ ἐκκλησία εἶχε σχῆμα λατινικοῦ σταυροῦ. Τελικῶς ὁ Ναπόλεων ἀποφάσισε νὰ κτίσῃ ἐκκλησία καθὼς εἶχε μόλις ἐπαναφέρει τὸν καθολικισμό. Παρότι τὸν διαγωνισμὸ κέρδησε ὁ Stephen Beaumont, ὁ Ναπολέων ἐνέκρινε το σχέδιο τοῦ Pierre Alexandre Vignon μαθητοῦ τοῦ Claude Nicolas Ledoux, ἐπειδὴ ἔφερνε στὸ μνημεῖο ποὺ εἶχε ὁραματισθῆ, δηλαδὴ ἕναν ἑλληνορρωμαϊκο ναό! Ἔτσι δεκαπέντε αἰῶνες μὲτα τὴν ἀποφυγὴ τῶν χριστιανῶν νὰ κτίσουν τὶς ἐκκλησίες ὑπὸ τῇ μορφῇ ῥωμαϊκοῦ ναοῦ, τελικῶς ἔγινε, ἂν καὶ ἤδη ἑλληνικοὶ καὶ ῥωμαϊκοὶ ναοὶ εἶχαν τραπῆ σὲ ἐκκλησίες, ὅπως στὴν Ἀθήνα, ὁ Παρθενὼν (Παναγία ἡ Ἀθηνιώτισσα) καὶ τὸ Ἡφαιστεῖο (Ἅγιος Γεώργιος), στὴν Ῥώμη, τὸ Πάνθεον (Santa Maria Rotonda) καὶ ἄλλες ποὺ συμπεριέλαβαν τμήματα ἀρχαῖων ναῶν, καὶ βεβαίως στὴν Nîmes, ἡ Maison Carré ποὺ ἐνέπνευσε τὸ σχέδιο τοῦ Vignon. Ἄφου κατεδαφίσθη ὅ τι εἶχε κτισθῆ μέχρι τότε, οἱ ἐργασίες ἐκκίνησαν τὸ 1811. Μετὰ τὴν ἧττα τοῦ Empereur τὸ ἔργο υἱοθέτησαν ἡ παλινωρθωμένοι ῥωμαιοκαθολικοὶ Βουρβῶνοι. Ἐν τέλει περατώθη τὸ 1842 καὶ καθιερώθη τὸ 1845. Ἔξω εἶναι ἕνας περίπτερος ὁκτάστυλος ψευδοπρόστυλος ναός, κορινθιακοῦ ῥυθμοῦ, βεβαίως ἐπὶ ἀνδήρου μὲ ἀναβαθμοὺς ἐμπρὸς καὶ ὀπίσω· ἔσω, κατόπι ἑνὸς νάρθηκα τρεῖς καθεξῆς τροῦλλοι ἐπὶ λοφίων στεγάζουν τὸν στενόμακρο χῶρο ποὺ φωτίζεται διὰ τῶν oculus (φωταγωγῶν) αὐτῶν. Στὸ βάθος σχηματίζεται ἡ ἁψὶς τοῦ ἱεροῦ ποὺ χωνεύεται στὸν ὀπίσω τοίχο. Στὶς ἔσω παρειὲς τῶν πλευρικῶν τοίχων τίθενται παρεκκλήσια, ἕνα ζεῦγος ὑπὸ κάθε τροῦλο καὶ δίδουν baroque χαρακτῆρα ποὺ ἐνισχύουν τὰ ἀγάλματα, οἱ πίνακες καὶ τὰ μωσαϊκά. Στὸ ἀρχικὸ σχέδιο ὑπήρχαν μόνον κιονοστοιχίες, ὅπως καὶ ἔλειπε ὁ νάρθηξ, ἦταν δηλαδὴ στὴν σύλληψή του πράγματι ῥωμαϊκὸς ναός.

Sainte Geneviève

Sainte Geneviève (Pantéon), πρόσοψη

πρώτη Madeleine τοῦ D’Ivry

Madeleine, τὸ σχέδιο τοῦ Vignon

Madeleine

Στὴν ἀλλοτρίωση καὶ τὴν ἀπώλεια τοῦ ἱεροῦ στὴν Εὐρώπη ποὺ λέξει δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδοθῇ παρὰ διὰ νεολογισμῶν ὅπως sécularisation (ἐκκοσμίκευση), désacralisation, deconsecration ἢ μὲ σημασίες ποὺ ἔχουν κακὴ σημασία ὅπως exécration (θεία κατάρα), συμφέρονται διάφοροι ἀλληλεμπλεκόμενοι παράγοντες: ἡ ἀντικατάσταση τῆς θείας μάγευσης μὲ τὴν χρηματιστική (τοῦ stock-exchange)·  ἡ ἄνοδος στὴν ἐξουσία τῆς bourgeoisie (ἤτοι τῆς κεφαλαιοκρατίας) ποὺ δὲν ἔχει γῆ ἄρα καὶ ἱερό καὶ ἡ ἐξ αὐτης ἐκπορευομένη ἐκμηχάνιση τῆς κοινωνίας· ἡ Διαμαρτύρηση ποὺ τρέπεται στὶς ἀγγλοσαξωνικὲς περιοχές ἔτι μᾶλλον σὲ εὐαγγελιστική (δὲν θὰ τὴν ἐθέωρων ἄσχετη πρὸς τὴν ἀγοραία λογικὴ τοῦ stock-exchange) διὰ τῶν dissenters. Γινομένη μοραλιστικὴ καὶ ἐν τέλει ὡφελιμιστικὴ ἡ θρησκεία ἀπολλύει τὸ ἱερό. Δικαιοῦται τις νὰ ἑρωτήσῃ διατὶ ὁ ἰουδαϊσμὸς καὶ τὸ ἰσλάμ ποὺ εἶναι ἐν πολλοῖς ἠθικοπρακτικὰ δόγματα δὲν εἶχαν τέτοια ἐξέλιξη καὶ ὑπάρχει μόνον ὁ ὄρος εὐρωπαϊκὸς μηδενισμός; Ἐπειδὴ τούτη ἡ ἀλλαγὴ ἔγινε διὰ τῆς μεταφυσικῆς. Ἐνῷ στοὺς Ἕλληνες, τὸ ἰσλὰμ καὶ τὸν ἰουδαϊσμό (ἐντὸς τοῦ ἰσλάμ) ἡ φιλοσοφία μένει μακρὰν τοῦ δημοσίου χώρου ὅπου ἄρχει ὁ νόμος ποὺ εἶναι ἰερός, ὁ σχολαστικισμὸς συνέδεσε τὴν φιλοσοφία μὲ τὸν θείο νόμο, δηλαδὴ τὸν ἐκλογίκευε  καὶ φύτευσε ἔτσι ἀέκων τὸ σπέρμα τὴς ἀλλαγῆς του. Ὁπότε ἀργότερο τὸ ἀγοραῖο καὶ ἡ κοινωνικὴ ἐκμηχάνιση θὰ ἐδύνατο νὰ περάσουν ὡς νόμος διὰ τῆς Διαμαρτύρησης. Σὲ τούτη τὴν ἀπώλεια τοῦ ἐσωτερικοῦ (ἀποφατικοῦ) χαρακτῆρα τῆς φιλοσοφίας ἀναφέρεται ὁ Leo Strauss στὸ πόνημα τοῦ Persecution and the Art of Writing καὶ βεβαίως εἶναι πολιτικὸ θέμα καὶ ὄχι θεολογικό. Ἀρκεῖ νὰ θυμίσωμε τὴν θέση τοῦ Rousseau πρὸς τὴν ἀνάγκη κρατικῆς θρησκείας ἵνα ὑπάρξει πολιτεία καὶ τὸν κίνδυνο τῶν ἐκλαϊκευτῶν διανοουμένων. Ἄλλωστε ὁ μηδενισμὸς εἶναι ἀφαίρεση τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου διὰ τοῦ ὑπολογισμοῦ κάποιας ὑποτιθεμένης κοινῆς εὐδαιμονίας καὶ ἡ μετατροπὴ τῶν εἰκονικῶν πραγμάτων σὲ ψυχολογικὰ ἀντικείμενα ἐπιθυμίας, ἄρα τὸ ἀντίθετο τοῦ ἱεροῦ ποὺ καθιερώνει τόπο. Ἡ τελευταία ἀναλαμπὴ λοιπόν, τῶν ἱερῶν κτηρίων στὴν Εὐρώπη καὶ τὸν εὐρύτερο χῶρο ἡγεμονίας τῶν κρατῶν της, εἶναι ἡ ἀντίδραση στὸν εὐαγγελισμὸ ἀλλὰ καὶ τὴν κεφαλαιοκρατικὴ ἐκμηχάνιση. Περὶ τὸ 1830 τὸ κίνημα τῆς Ὀξφόρδης ἀνακαινώνει τὴν λειτουργικὴ πρακτικὴ πρὸς τὸ τελετουργικώτερο, μακρὰν τῶν ἁπλῶν συνάξεων τοῦ προτεσταντισμοῦ. Ἔτσι συνεπαναφέρονται οἱ εἰκόνες καὶ τὸ γοτθικὸ ὕφος ποὺ εὑρίσκει νέες ἐκφράσεις ὅπως εἶναι τὸ μὲ ὀπτόπλινθο. Οἱ Pugin, Ruskin, Carlyle, Προρραφαηλίτες, τὸ Arts & Crafts καὶ ἐν γένει ὁ traditionalism (παραδοσιοκρατία, ποὺ ἐπεκτείνεται στὴν μελέτη ἀνατολικῶν θρησκειῶν ἢ ἱκάνει μέχρι λόγιοι του νὰ ἀσπασθοῦν τέτοιες, ὅπως ὁ Guénon, τὸ ἰσλάμ) ἐκφράζουν τούτην τὴν στροφή, ποὺ περνάει τὸ κανάλι καὶ  εὑρίσκει ἀνταπόκριση σὲ ἄλλους στόχους: στὴν Γαλλία τῆς μοναρχικῆς παλινόρθωσης προκειμένου νὰ ἀποκατασταθοῦν οἱ ζημίες τῶν Enragés τῆς ἐπανάστασης στοὺς καθεδρικοὺς ἀναπτύσσεται ἡ μελέτη καὶ ἡ ταξινόμηση τῶν μεσαιωνικῶν ῥυθμῶν μὲ προεξάρχων τὸν  Eugène Viollet-le-Duc. Στὴν Γερμανία τῆς ἐθνικῆς ἀναζήτησης περατοῦνται ἡμιτελεῖς καθεδρικοί, ἐνῷ τὸ γοτθικὸ ὕφος θὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀπὸ Ἀγγλίας μέχρι Αὐστροουγγαρίας σὲ πολιτικὰ κτήρια τοῦ παρλαμενταρισμοῦ καὶ τῆς ἀστικῆς δημοκρατίας ἔναντι τοῦ κλασικισμοῦ τοῦ ῥεπουβλικανισμοῦ, ἀλλὰ τοῦτο θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ παρακάτω. Στὴν ὀρθόδοξη Ῥωσία ἀπεναντίας, ἤδη ἀπὸ ἐποχῆς  ἐκσυγχρονισμοῦ τοῦ Πέτρου καὶ τῆς Αἰκατερίνης Β΄  οἱ ναοὶ ἀποκτοῦν βαθμηδὸν κλασικὲς μορφές. Στὸν περίφημο καθεδρικὸ τοῦ Ἁγίου Ἰσαὰκ τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως τοῦ γάλλου ἀρχιτέκτονα Auguste de Montferrand ποὺ περατώθη τὸ 1858, μὲ τοὺς ἐσωτερικοῦς ἡμικίονες μαλαχίτου καὶ λάπις λάζουλι, ὁ ἀνατολικὸς σταυροειδὴς ἐγγεγραμμένος ναὸς συναντάει τὸν περίκεντρο τοῦ οὑμανισμοῦ. Ἐπὶ ἱστορισμοῦ καὶ ἐκλεκτισμοῦ διάφοροι ῥυθμοὶ ἐνδύουν τὰ ἱερὰ κτήρια μέχρι τὴν ἐμφάνιση τοῦ μοντερνισμοῦ ὅπου τὸ θέμα γίνεται μᾶλλον ἐκφραστικό ―διὰ τῆς μορφῆς, τῶν ὑλικῶν καὶ τῆς χρήσης τοῦ φωτός (πχ. R. Schwarz, G. Böhm), παρὰ ἱερᾶς τυπολογίας καὶ γεωμετρίας. Μποροῦμε νὰ δείξωμε ὡς λοίσθια δείγματα τὸν εὐκτήριο οἶκο τοῦ Ἁγίου Λεοπόλδου στὸ Steinhoff τῆς Βίεννης (1903-7) τοῦ Otto Wagner, σχήματος λατινικοῦ σταυροῦ μὲ τροῦλλο καὶ τὴν ἐκκλησία τῆς Notre Dame du Raincy (1922-23) ὅπου ὁ August Perret προσπάθησε νὰ ἐκφράσῃ τὸ γοτθικὸ ὕφος σὲ σιδηροπαγὲς σκυρόδεμα.

Ἅγιος Ἰσαἀκ, Ἁγία Πετρούπολι

Εὐκτήριο Ἁγίου Λεοπόλδου στὸ Steinhoff

 

Γ.Α. Σιβρίδης

[i] Op.cit. FLETCHER  σελ. 1034