Δόμος, πόλις ϗ αγορά ―αρχιτεκτονική, πολιτική ϗ οικονομική VI: Ο νόμος του τοίχου (δ)

2. Δημόσια κτήρια

 Δημόσια κτήρια εἶναι βασικῶς ἐκεῖνα ποὺ εἶναι χῶροι συνάθροισης ἀνεξαρτήτως τῆς χρήσης ποὺ ἔχουν. Εἶναι εἰρωνικὸ ὅτι ἡ λεγόμενη μοντερνιστικὴ ἀρχιτεκτονικὴ ἐνῷ ἔχει ὡς ἀποχρώντα λόγο της τὸ greater good ―κοινὸ ἀγαθό, ἀντιλαμβάνεται ἀκόμη καὶ τοῦτα τὰ δημόσια κτήρια πρὸς τὴν ὠφέλεια ―ἔτσι μεταφράζουν τὸ ἀγαθό. Δημόσια ἀποχωρητήρια καὶ βουλευτήρια ὑπόκεινται στὴν αὐτὴ ἀρχή, τὸν ἀριθμὸ τῶν οὐρητηρίων ἢ τῶν ἑδρῶν. Ὅμως ἱστορικῶς καὶ λογικῶς, δημόσιο, πουβλικό, εἶναι τὸ κτήριο ποὺ συνάγει δῆμο, τὸν πληθυσμὸ ἑνὸς τόπου, καὶ ὡς οἰκοδομικὸς τύπος δὲν εἶναι ἀλλὰ ἡ αἴθουσα, εἴτε ὡς στοά, εἴτε ὡς hall ἀλλὰ καὶ στὴν ἀρχέγονη μορφὴ τῆς περικλείστου αὐλῆς. Ἡ ἑκάστοτε χρήση ἐλάχιστη ἐπίδραση ἔχει στὴν μόρφη, ἢ κάποια χρήση δύναται νὰ ἐκφράζηται ὕπο διαφορετικὲς μορφές. Ἀγορές, fora, broletti (πολιτικά οἰκήματα), μπεζεστένια, halles, bourses (ἐμπορικά οἰκήματα), ὑπάγονται στὸν ἴδιο τύπο αὐλῆς καὶ στοῶν. Βουλευτήρια, παρλαμέντα, ἱππόδρομοι, ὠδεῖα, θέατρα, ἔχουν κερκίδες ἀμφοτέρωθε, στὸ τύπο τοῦ αὐδειτωρίου (auditorium). Καὶ ἂν ἡ σχολὴ και τὸ τέμενος εἶναι συγγενικὰ ὡς καθιδρύματα, τὰ λουτρά, δὲν εἶναι. Εἶναι ἁπλῶς κάποιος χῶρος ποὺ καθὼς θέλει νὰ ἀποφύγῃ ἔσω ὑποστυλώματα, υἱοθετεῖ τὴν θολοδομία ὅπως στὰ τεμένη, ἀλλὰ ὡσαύτως κάμουν καὶ οἱ ἐμπορικὲς ἀγορές καὶ τὰ ἀνάκτορα τῆς αὐτῆς οἰκουμένης.

Ὅμως γεγονὸς εἶναι ὅτι τὸ τέμενος ἀποτελεῖ τὴν βασικὴ μορφὴ δημοσίου κτηρίου ὅθεν προέρχονται τὰ ὑπόλοιπα. Εἶναι κάτι ποὺ μᾶς φανερώνει ὅτι ὁ χωρισμὸς τῆς θρησκείας ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες ἀνθρώπινες κοινὲς δραστηριότητες εἶναι πολὺ ὄψιμος καὶ ἐπισυμβαίνει στὴν Εὐρώπη ἀφοῦ τὸ πολιτικὸ τραπῆ βαθμηδὸν σὲ économisme καὶ οἱ νόμοι, σὲ μέτρα (δηλαδὴ τὴν θέση τοῦ δικαίου παίρνει ἡ ὠφέλεια). Religio (σύνδεσμος, λεγόω=δένω), ἐκκλησία (ἔκκλητος, κάλεσμα), ἀγορά (ἀγείρομαι) σημαίνουν σύλλογο, λέσχη ἀτόμων. Καὶ δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ μέγεθος ἐκεῖνο ποὺ κάμει τὸ δημόσιο κτήριο ―ἕνα ἱερὸ μπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλωστε πολὺ μικρό― ἀλλὰ τὸ σύμβολο ποὺ δημιουργεῖ ἕναν μικρόκοσμο. Τὸ ἱερό, δημόσιο κτήριο εἶναι ὁ κατεξοχήν ὁρισμὸς τοῦ χῶρου ὥστε κάθε κτήριο νὰ προέρχηται ἐξ αὐτοῦ. Τὸ ὅτι εἶναι ἱκανὸ τέτοιο κτήριο νὰ συνάγῃ (πέριξ ἢ ἐντὸς του) ἀνθρώπους τὸ ὁφείλει στὸ ὅτι εἶναι σύμβολο, καὶ οὔτως, τοπόσημο. Ἐκφράζει καὶ κρατύνει τὸ ὅτι ὁ πληθυσμὸς ἔχει τόπο καὶ καθίσταται ἕτσι δῆμος. Ἔτσι λοιπὸν δὲν εἶναι ἁπλῆ συνάθροιση ποὺ συμβαίνει βάσει κάποιας ἐντολῆς ἀλλὰ τὶ τὸ ἐγγενὲς στὴν ἰδία τὴν μορφή ―Gestalt, ποὺ δημιουργεῖ χῶρο καὶ σημαίνει τόπο, καὶ ἡ ὁποία καλεῖ τὸν καθένα. Ἡ ἰδία ἡ διάκριση ἱεροῦ καὶ βεβήλου, ἔσω καὶ ἔξω, ἔχει νὰ κάμῃ μὲ τοῦτο. Ὁ ποιητὴς μπορεῖ νὰ κινῆται ὅπως ὅλοι ἐπὶ γῆς, ἀλλὰ στὸ ποίημα ποὺ σκαρώνει, σχηματίζει παρὰ τοῦ περιβάλλοντός του σύμπαντος ἕναν κόσμο, ἕνα εὔτακτο ὅλον ὅπως δύναται νὰ συλλάβῃ ὁ καθένας μίαν ὡραῖα ἡμέρα ἀκαριαίως, ὡσὰν πηκτὸ χρόνο, ὡσὰν ἀείζωον. Καθημέραν ἀπορροφημένοι τῶν διαφόρων σκοπῶν μας δὲν συλλαμβάνομε τὴν ὕπαρξη τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο λέμε ὅτι εἴμαστε στὴν περιοχὴ τοῦ βεβήλου, ἐντὸς τῆς χρονικῆς φθορᾶς. Πῶς ὁ ποιητὴς συλλέγει χαρακτηριστικὰ στοιχεῖα τοῦ περιβάλλοντος σύμπαντός του, τὰ ὀνοματίζει καὶ τὰ ἁρμόζει ὑπὸ ῥυθμό, ἔτσι καὶ τὸ συμβολικὸ κτήριο δημιουργεῖ ἕναν κόσμο: τὸ καθαρὸ σχῆμα του ἢ ἡ ἀρχετυπικὴ μορφή του δὲν ὀφείλεται ἁπλῶς στὴν ἔλλειψη ποικίλλων χρήσεων: οὕτως ἢ ἄλλως ἔχει κάποιες δοῦλες χρήσεις ποὺ ὅμως τοποθετοῦνται παραπλεύρως. Ἄρα ἔνι προαίρεση νὰ σημάνῃ χῶρο. Τέσσερις στύλοι, ἕνας κυκλικὸς περίβολος ἢ σταυρικὸ σχῆμα ὡς ἐλάχιστα, προτοῦ δηλαδὴ κάποια χρήση κάνει πολυπλοκώτερο τὸ σχῆμα τοῦ κτηρίου, δὲν μποροῦν νὰ σημαίνουν ἄλλο τι παρὰ χῶρο. Ὅπως κατὰ τὸν L. Wittgenstein, ἡ ἱερὰ γλῶσσα δὲν λέγει τίποτε, καὶ μᾶς φέρνει μόνον ἀντιμέτωπους πρὸς τὰ ὅρια τῆς γλώσσας ἄρα καὶ τὰ ὅρια του κόσμου, τὸ ἱερὸ κτήριο δὲν ἐξυπηρετεῖ τίποτε, πέραν τοῦ νὰ μᾶς δείξῃ τὴν ὕπαρξη τοῦ χώρου καὶ τοῦ κόσμου (δὲν ἐπιλέγω τυχαίως τὴν ἀναφορὰ στὸν Wittgenstein καθὼς τὴν διάκριση μνημείου καὶ χρηστικοῦ κτηρίου εἶχε κάμῃ ὁ ἀρχιτέκτων A. Loos ποὺ ὁμολογεῖ ὅτι τὸν εἶχε ἐπηρεάσει). Καθημέραν, ὅταν πχ. δειπνῶ δὲν ἀντιλαμβάνομαι τὸν χῶρο του δειπνητηρίου ὡς τέτοιον (βλ. Δόμος, πόλις καὶ ἀγορά, ΙΙ). Σὲ μία ἐκκλησία ἀπεναντίας, οὐδεμία ἀνάγκη μου ἱκανοποιῶ, πέραν τοῦ νὰ εὑρίσκομαι ἐκεῖ. Τούτη τὴν ἀχρηστία του αὐτοῦ καθ’ αὐτὸν χώρου ἐνισχύει βεβαίως ὁ διάκοσμος καὶ ἡ τεχνικὴ ἐπιτήδευση, καὶ δὲν εἶναι παράξενο ὅτι τέτοια κτήρια ἔδωσαν τὴν ἔννοια τοῦ ἱστορικοῦ ῥυθμοῦ. Ὅταν λέγει τίς «ἑλληνικὴ ἀρχιτεκτονική» ἐννοεῖ κυρίως τὴν ναοδομία, ὄχι τὸ σπίτι μὲ παστάδα. Καὶ τοῦτο δὲν ὀφείλεται μόνον στὴν οὑμανιστικὴ περιέργεια καὶ ἐμμονή, ἀλλὰ στὸ ὅτι οἱ ναοὶ φτειάχθησαν μὲ μεγαλύτερη ἐπιτήδευση (καὶ δαπάνη). Φτειάχθησαν ἔτσι ὥστε νὰ διαρκέσουν καὶ νὰ διατηρήσουν τὴν κοινότητα; Ὄχι, διήρκεσαν καὶ διετήρησαν τὴν κοινότητα ἐπειδὴ σχεδιάσθησαν ὡς ἐκτὸς χρόνου, ὡς καθ’ αὐτὸν χῶροι. Ὅμως, ὡσαύτως καὶ ὁ οἶκος διαιωνίζει τὶς γαμικὲς σχέσεις ὡς οἰκογένεια βασιζόμενος στὸ ἱερὸν τοῦ χώρου, πρᾶγμα ποὺ τὸν κάμει τὶ τὸ ἐπιπλέον ἀπὸ ἁπλοῦν κατάλυμα. Τὸν καθ’ αὐτὸν χῶρο ναίει (κατοικεῖ) ἡ ἀπουσία τῶν προγόνων, τοῦ προστάτου θεοῦ, τοῦ ὁσίου μαρτύρου, τοῦ Θεοῦ, καὶ τοὺς κάμει παρόντες. Αἰώνιο παρὰ τοῖς Λατίνοις, σημαίνει τὴν παρουσία τῆς θεότητος, καὶ ὄχι τὴν διατελὴ διαδοχὴ τοῦ χρόνου. Εἶναι τὸ ἄχρονο, τὸ συνεχὲς παρὸν τοῦ χώρου ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἡ ἁπλῆ μετρητὴ ἔκταση.

 2.1. Ἱερό.

ὁ δὲ εἶπε· μή ἐγγίσῃς ὧδε. λῦσαι τὸ ὑπόδημα ἐκ τῶν ποδῶν σου· ὁ γὰρ τόπος, ἐν ᾧ σὺ ἕστηκας, γῆ ἁγία ἐστί.
Ἔξοδος, 3, 5

Ἔτσι ἐκκινεῖ ὁ Mircea Eliade τὸ πόνημά του τὸ ἱερὸ καὶ τὸ βέβηλο [Das Heilige und das Profane, 1957, γαλλιστὶ, le sacré et le profane, 1965]:ὁ ἱερὸς τόπος εἶναι ἀσυνέχεια στὴν ἀδιάφορη ἔκταση και προσφέρει προσανατολισμὸ στὸν καθημερινὸ βίο τοῦ ἀνθρώπου.Ἔτσι θεμελιώνει τὸν κόσμο του ὥστε νὰ δύναται αὐτὸς νὰ τὸν διαβιῇ πράγματι. Ἀντιθέτως, ἐντὸς τοῦ ὁμοιογενούς,ἄμορφουχώρου δὲν μπορεῖ, καὶ ἀφιέται στὶς ψυχολογικὲς του διαθέσεις ―τὶς μὲ τόσην εὐκολία χειραγώγιμες, ἂν προσέθετα. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος διέκρινε καταρχὰς τέτοιους τόπους στὴν φύση: κάποια πέτρα (ποὺ ἔγινε βωμός),  κάποιο δένδρο παρὰ αὐτὴν (ποὺ ἔγινε ἱερὸἅλσος καὶ κίονες τοῦ ναοῦ).Τὸ πηκτὸσημεῖοπού ὁρίζει τὸν ἱερὸ τόπο εἶναι πόλος τοῦ κόσμου ―axis mundi,ποὺ συνδέει γῆ καὶ οὐρανό. Τὸ βλέπομε στὴν λατρεία τῶν ὄρεων ποὺ οἰκοδομικῶς ἐκφράζεται στὴν μορφὴ τοῦσουμεριακοῦ ζιγκουράτ, στὶς αἰγυπτικὲς πυραμίδες, τὰ βουδιστικὰ στοῦπακαὶ τὶς παγόδες.Σὲ μικρὰ κλίμακα εἶναι τὸ ἱερὸ δένδρο ποὺ τρέπεται σὲ ξόανο καὶ ἄγαλμα τῆς θεότητος, ἀλλὰ και κίονες του ναοῦ ―τὰ βουνὰ ποὺ ὑποστυλώνουν τὸ οὐράνιο στερέωμα.Πέριξ τοῦ κοσμικοῦ πόλου,ἕρκος περικλείει τὸν ἱερὸ τόπο τὸ ὁποῖο ταυτίζεται ἀργότερο μὲ τὸν σηκό τοῦ κτηρίου ποὺ στέγαζε ἀρχικῶς τὸ ξόανο. Ὁ ἱερὸς τόποςποὺ σημαίνει θεοφάνεια, προκύπτει εἴτε ὡςὕπαρξη κάποιου ἐξόχου φυσικοῦ στοιχείου, εἴτε ὡς σημεῖο θυσίας κάποιου ζώου, τάφος ἢ τόπος μαρτυρίου, εἴτε ἀκόμη ὡς σήμα κατάκτησης κάποιου ἀγνώστου τόπου (ὅπως οἱ σταυροὶ ποὺ ἔμπηγαν οἱ conquistadores) ἢ ἵδρυσης κάποιας πόλης. Τὸ αἰώνιο τῆς φύσεως (παρόν), ἡ ἀπουσία τῶν νεκρῶν (παρελθόν) καὶ ἡ καινὴ ζωή (μέλλον), ἐκφράζονται τὴνκαθιέρωση τοῦ τόπου ὡς ἐπανάληψη τῆς κοσμογονίας.Ὁ θάνατος τοῦ θύματος, τοῦ νεκροῦ, τοῦ μαρτύρου, τῆς ἰδίας τῆς θεότηταςδιακόπτει τὸν χρόνο τῆς συνήθειαςκαὶγίνεται ὑπέρβασηστὸ ἄχρονο ποὺκαθοσιώνει τὸ μέλλον ὡςαἴσιο. Ὅθεν καὶ ἡ θυσία ἢ ἡ ἑορταστικὴ τελετουργία στὴν θεμελίωση τῆς νέας οἰκοδομῆς.

Walter Burket,  στὸ Homo necans: Interpretationen Altgriechischer Opferriten und Mythen [1972] γράφει ὅτι ὑπάρχει ἀντιστοιχία μεταξὺ λεγομένων καὶ δρωμένων ἤτοι μύθου καὶ τελετουργίας, ὅμως κάτι τέτοιο δὲν σημαίνει ὅτι ἡ τελετουργία εἶναι ἀναπαράσταση τοῦ μύθου: ὁ μύθος ἀναπτύσσει ὅ τι οἱ χειρονομίες περιέχουν ἐν σπέρματι. Ὁ μύθος δὲν μπορεῖ νὰ καταστήσῃ ποτέ τὴν τελετὴ παρῳχημένη καθὼς μπορεῖ ἡ γλῶσσα νὰ κοινωνῇ εὐκολοτέρως τὰ πράγματα, ὅμως μπορεῖ ἐξίσου νὰ ἐξαπατήσῃ. Ἔτσι πχ. μία λεκτικὴ συμφωνία ἐπισφραγίζεται μὲ τὴν χειραψία. Ἥ ἂν λέγαμε, ὅταν νεύω σὲ κάποιον ὡς χαιρετισμό, ἀποφεύγω νὰ παρεξηγηθοῦν τὰ λόγια μου. Ἐπομένως, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ ἱερὸ εἶναι καὶ ὁ χῶρος ποὺ δίδει τόπο στὸ δρώμενο τῆς τελετῆς.

πηγή: Sir Bannister Fletcher

[ΖΙΓΚΟΥΡΑΤ] Ἡ κατεξοχὴν ἔκφραση τοῦ ἱεροῦ ὄρους εἶναι τὸ σουμεριακὸ ζιγκουράτ, ziqqurratum ἐκ τοῦ zaqārum, ἐξέχειν, ἀνεγείρειν καὶ σημαίνει τὸν πύργο, τὴν κορυφὴ ὅπου κατοικοῦν οἱ θεοί καὶ ὅπου ἀνέβαιναν μόνον οἱ ἱερεῖς ὡς φροντιστές. Δὲν τελοῦνται τελετές, ἀλλὰ κάθε πόλη εἶχε ἕνα ζιγκουρὰτ ὡς κατοικία τοῦ προστάτου θεοῦ καὶ ὡς σημαντικὸ κέντρο της. Ἡ βασικὴ μορφή του εἶναι ἕνα ἄνδηρο κτισμένο μὲ ὠμοπλίνθους, σὰν λόφος, ἐλλειψοειδοὺς ἢ ὀρθογωνίου σχήματος, ὅπου ἐπιτίθεται ὁ ναός, ὅπως εἶναι ὁ Λευκὸς Ναὸς στὴν Οὐρούκ ἢ Ὀρχόη [3500-3000 πΧ.]. Προκειμένου νὰ φθάσει ὑψηλότερα παίρνει τὴν βαθμιδωτὴ μορφή ποὺ βλέπομε σὲ ἐρείπια στὴν Οὐρ (ζιγκουράτ τοῦ βασιλέως Σουμέρ καὶ Ἀκκάδ,  Οὐρναμοῦ, τοῦ 2125 πΧ.) καὶ στὴν Čoġā Zanbīl τοῦ Untash-Gal, τοῦ ιγ΄ πΧ. αἰ., ἀλλὰ καὶ μνημονεύει ἡ Παλαιὰ Διαθήκη στὴν Γένεσιν 11, ὡς ὅμως ὕβρι:

καὶ εἶπεν ἄνθρωπος τῷ πλησίον αὐτοῦ· δεῦτε πλινθεύσωμεν πλίνθους καὶ ὀπτήσωμεν αὐτὰς πυρί. καὶ ἐγένετο αὐτοῖς ἡ πλίνθος εἰς λίθον, καὶ ἄσφαλτος ἦν αὐτοῖς ὁ πηλός.
καὶ εἶπαν· δεῦτε οἰκοδομήσωμεν ἑαυτοῖς πόλιν καὶ πύργον, οὗ ἔσται ἡ κεφαλὴ ἕως τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ποιήσωμεν ἑαυτοῖς ὄνομα πρὸ τοῦ διασπαρῆναι ἡμᾶς ἐπὶ προσώπου πάσης τῆς γῆς.

Στὰ ἀνάκτορα τοῦ Ἀσσυρίου Σαργῶνος Β΄ στὴν Χορσαμπάντ ὑπήρχε ἕνα ζιγκουρὰτ σὲ μορφὴ τετράγωνης σπείρας ποὺ σχημάτιζε μία συνεχὴ ράμπα. Καθὼς δεικνύει τὸ ὅτι οἱ πλίνθες ἐπετέθησαν χωρὶς νὰ προλάβουν νὰ ξηρανθοῦν στὸν ἥλιο, ἦταν νέα πόλη ποὺ ἐκτίσθη μετὰ τὴν ἐγκατάλειψη τῆς Νιμροῦδ, πιθανὸν ἵνα κρατυνθῆ ἡ βασιλικὴ γραφειοκρατία πρὸς τὴν ἀριστοκρατική, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Fletcher. Τὸ ὀψιμώτερο ζιγκουρὰτ εἶναι τῆς Βαβυλῶνος ἀφιερωμένο στὸν θεό Μαρδοὺκ τῶν χαλδαίων βασιλέων Ναβοπολασσάρου καὶ Ναβουχοδονόσωρος Β΄ ὁ ὁποῖοι ἀνεστήλωσαν παλαίτερο, μετὰ τὴν κατασκαφὴ τῆς πόλης ὑπὸ τοῦ ἀσσυρίου βασιλέως Σενναχερίβ. Εἶναι τὸ ζιγκουρὰτ ποὺ ἴσως νὰ ἐνέπνευσε στοὺς Ἑβραῖους κατὰ τὴν βαβυλωνιακὴ αἰχμαλωσία τὸν πύργο τῆς Βαβέλ καὶ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ περιγράφει ὁ Ἡρόδοτος:

ἐν δὲ φάρσεϊ ἑκατέρῳ τῆς πόλιος ἐτετείχιστο ἐν μέσῳ ἐν τῷ μὲν τὰ βασιλήια περιβόλῳ μεγάλῳ τε καὶ ἰσχυρῷ, ἐν δὲ τῷ ἑτέρῳ Διὸς Βήλου ἱρὸν χαλκόπυλον, καὶ ἐς ἐμὲ ἔτι τοῦτο ἐόν, δύο σταδίων πάντῃ, ἐὸν τετράγωνον.
ἐν μέσῳ δὲ τοῦ ἱροῦ πύργος στερεὸς οἰκοδόμηται, σταδίου καὶ τὸ μῆκος καὶ τὸ εὖρος, καὶ ἐπὶ τούτῳ τῷ πύργῳ ἄλλος πύργος ἐπιβέβηκε, καὶ ἕτερος μάλα ἐπὶ τούτῳ, μέχρι οὗ ὀκτὼ πύργων.
ἀνάβασις δὲ ἐς αὐτοὺς ἔξωθεν κύκλῳ περὶ πάντας τοὺς πύργους ἔχουσα πεποίηται. μεσοῦντι δέ κου τῆς ἀναβάσιος ἐστὶ καταγωγή τε καὶ θῶκοι ἀμπαυστήριοι, ἐν τοῖσι κατίζοντες ἀμπαύονται οἱ ἀναβαίνοντες.
ἐν δὲ τῷ τελευταίῳ πύργῳ νηὸς ἔπεστι μέγας· ἐν δὲ τῷ νηῷ κλίνη μεγάλη κέεται εὖ ἐστρωμένη, καὶ οἱ τράπεζα παρακέεται χρυσέη. ἄγαλμα δὲ οὐκ ἔνι οὐδὲν αὐτόθι ἐνιδρυμένον, οὐδὲ νύκτα οὐδεὶς ἐναυλίζεται ἀνθρώπων ὅτι μὴ γυνὴ μούνη τῶν ἐπιχωρίων, τὴν ἂν ὁ θεὸς ἕληται ἐκ πασέων, ὡς λέγουσι οἱ Χαλδαῖοι ἐόντες ἱρέες τούτου τοῦ θεοῦ.
Ἡροδότου, Κλειώ, 181

Ὁ Ἡρόδοτος ἦταν ἡ μόνη μνεία μέχρι τὸ 1872 ὁπότε ὁ ἀσσυριολόγος George Smith μετέφρασε πινακίδα, σελευκίδειο ἀντίγραφο παλαιᾶς, ὅπου κατονομάζονται ὁ ναὸς τοῦ Μαρδοὺκ É-SAǦ-ÍL.LA ἤτοι «οἶκος ὑψερεφής», καὶ τὸ ζιγκουρὰτ ἀφιερωμένο στὸν ἴδιο θεό, É.TEMEN.AN.KI ἤτοι «οἶκος τοῦ θεμελίου οὐρανοῦ καὶ χθόνος (ἢ νέρθε κόσμου)» δηλαδὴ ὡς ὁ axis mundi. Ὁ κτίτωρ βασιλεὺς μὲ τὸν ὑγιό του ἐργάζονται μάλιστα στὴν ἀνέγερση. Σὺν μίᾳ στὴλῃ ποὺ ἀνεκαλύφθη τὸ 2011, τῆς ἐποχῆς τῶν χαλδαίων βασιλέων, ὅπως καὶ τὰ ἀνεσκαμμένα ἐρείπια, βοηθοῦν νὰ τὸ ἀπεικονίσωμε ὡς ἑπτώροφο[i]. Ἡ βάση ὀπτοπλινθοδομῆς στὴν ὁποῖα ἀνυψώθη καὶ βεβαιοῦται στὸ ἀρχαιολογικὸ πεδίο, εἶναι 180×180 πήχεις (90×90m) μὲ ὕψος 66 πήχεις, ποὺ ἀντικαθιστάει τὴν παλαιτέρα, ὠμοπλινθοδομῆς, τῶν 73×73m. Ὁ δεύτερος πύργος κατὰ τὴν πινακίδα εἶναι 156×156×36, ὁ τρίτος 120×120×12, ὁ τέταρτος, 102×102×12, ὁ πέμπτος, 84×84×12, ὁ ἕκτος δὲν ἀναγράφεται καὶ ὁ ἕβδομος, δηλαδὴ ναὸς στὴν κορυφή, εἶναι 48×45×30 πήχεις. Ἡ εἰκόνα τοῦ ἀναγλύφου παριστάει παρομοία μόρφη μὲ τὴν βάση καὶ τὸν ναὸ μὲ ὑψηλότερο κορμὸ τῶν ἐνδιαμέσων ὀρόφων. Ὁ ναὸς ἦταν ἀπὸ γαλάζιο ἐφυαλωμένο τοῦβλο.

πηγή: Sir Bannister Fletcher

[ΠΥΡΑΜΙΣ, ΤΕΜΕΝΟΣ, ΝΑΟΣ]. Βλέπομε λοιπὸν πῶς ἡ ἀρχέγονος μορφὴ τῆς ἀνθρώπινης ἀντίληψης ―Gestalt, τοῦ κοσμικοῦ πόλου, διακρίνεται στὴν φῦσι ὡς ὄρος καὶ οἰκοδομεῖται ὡς ἄνδηρο (ζιγκουράτ). Ἐπίσης σημαίνεται στὴν ταφὴ τοῦ νεκροῦ ὡς τύμβος, ἤτοι τὸ ἀνάχωμα τῆς ἐκσκαφῆς ποὺ γίνεται σῆμα τοῦ τάφου. Τοῦτη ἡ περίπτωση εἶναι τὰ αἰγυπτιακὰ maṣṭabaمصطبة  ἀραβικὴ λέξη ποὺ σημαίνει τράπεζα χώματος, καθὼς αὐτὰ ἐκτίζοντο συνήθως μὲ ὠμοπλίνθους, καὶ στὰ αἰγυπτιακὰ ὠνομάζετο pr-Djt, ποὺ σημαίνει οἶκο σταθερότητας. Τὸ Djet―ϫωт, σημαίνει στῦλος καὶ στὰ ἱερογλυφικὰ παρίσταται μὲ στῦλο μὲ τέσσερεις ἄβακες σὰν παγόδα. Εἶναι, κατὰ τὸν μύθο, ὁ σφόνδυλος τοῦ Ὀσίριδος: ὁ Σὲθ ἀφοῦ φόνευσε τὸν Ὀσιρι τὸν ἔθεσε σὲ σαρκοφάγο (σορό) στὸ σχῆμα τοῦ σώματός του, ποὺ ἀπέρριψε στὸν Νεῖλο. Ἡ σαρκοφάγος ἔφθασε στὴν Βύβλο ὅπου τὴν περιέλιξε ἱερὸ δένδρο. Ὁ τοπικὸς ἄρχων ἔκοψε τὸ δένδρο καὶ τὸ ἔθεσε ὡς στῦλο στὸ ἀνάκτορό του ὅπου τὸ ἀνακάλυψε ἡ Ἴσις συνεπικουρουμένη τοῦ Ἀνούβιδος. Ὁ σφόνδυλος τοῦ Ὀσίριδος ὑψώνετο σὲ τελετὲς καὶ ἦταν συνήθης μορφή φυλακτοῦ. Ἔχομε λοιπὸν τὸν κίονα νὰ σημαίνῃ τὸ ἀΐδιον, ὅμως ἡ πηγὴ τοῦ κοσμικοῦ πόλου εὑρίσκεται στὴν αἰγυπτιακὴ κοσμολογία ὅπου ἡ γῆ δημιουργεῖται ἐξ ἑνὸς ἀναχώματος benben ποὺ ἀναδυεται τῶν ὑδάτων. Ὁ Barry Kemp, αἰγυπτιολόγος καὶ διευθύνων τῶν ἀνασκαφῶν στὴν Ἀμάρνα, στὸ πρόσφατο βιβλίο του, Ancient Egypt, Anatomy of a Civilization [2018],  καθὼς βλέπει τὴν ἐπανάχρηση τοῦ benben στὴν ἡλιακὴ λατρεία του Ἄκεν τὸ συνιστάει μὲ τὸν ἥλιο ὡς λογοπαίγνιο, ἀφοῦ τὸ ῥῆμα weben ―ἀνίστασθαι, ἀνατέλλειν, αὐγάζειν, ἔχει τὴν ἴδια ἀκολουθία συμφώνων. Ἔτσι τὸ benben ἱκάνει νὰ σημαίνῃ τὴν ἀνατολῆ καὶ τὴν ἀνακαίνιση τῆς ζωῆς. Παρόμοια καὶ τὸ benu, ὁ ἐρωδιός, ἀναφερόμενος στὸν λεγόμενο Οἶκο τοῦ Φοίνικος: Atum-Kheprer (θεὲ τῆς κτίσης), ἀνῆλθες στὰ ὕψη, ἀνεστήθης (weben) ὥς ὁ λίθος benben στὸν Οἶκο τοῦ Φοίνικος (benu) ἐν Ἠλιουπόλει. Ἱεροὶ λίθοι benben μὲ καμπύλη ἀπόληξη ποὺ ἀπαντῶμε σὲ παραστάσεις ἔλαβαν πυραμιδοειδὲς σχῆμα στὴν κορυφή (τόσον ἡ σφαίρα ὅσον καὶ ἡ πυραμὶς εἶναι θήλεα σχήματα καὶ στὴν αἰγυπτιακὴ μυθολογία ὁ οὐρανὸς εἶναι θήλυς) καὶ ἐξελίχθησαν στοὺς ὀβελίσκους[ii]. Δὲν εἶναι τυχαίο λοιπὸν ὅτι τὸ maṣṭaba ὁδηγεῖ στὴν πυραμίδα, ἀφοῦ εἶναι ἡ ἰδέα του. Ἄς ἐπιστρέψωμε λοιπὸν στοὺς τάφους. Εἶναι κτισμένοι στὴν δυτικὴ ὄχθη τοῦ Νείλου, κεῖσε ὅπου δύει ὁ ἥλιος. Στὰ maṣṭaba οἱ ταφικοὶ θάλαμοι εὑρίσκονται ὑπὸ γῆς προσεγγίσιμοι εἴτε διὰ φρέατος (Γίζα, Δ΄ δυναστεία), εἴτε διὰ σήραγγας μὲ ἀναβαθμούς (Beit Khallâf, Γ΄ δυν.) ποὺ δύναται νὰ ἀρχίζῃ ἀπὸ περίστῳο αὐλή (Saqqâra, Ε΄ δυν.). Ἑν γένει ἔνι προκολλημένο κάποιο ἱερὸ προσφορῶν. Μεγέθυνση τοῦ maṣṭaba εἶναι ἡ πυραμίς, καθὼς ὁ φαραώ λατρεύεται ὡς θέος.Ἡ βαθμιδωτὴ πυραμὶς τοῦ ΖοζέρDjéser (Νετζεριχέτ, ἑλληνιστί, Τόσορθρος ἢ Σέσορθρος) πρώτου φαραὼ τῆς Γ΄ δυναστείας δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἕξ κλιμακούμενα μασταμπά, ἐνῷ ἐκεῖνη ποὺ ἔκτισε ὁ Σῶρις (Snefrou) στὸ Meidum εἶναι ἡ πρώτη ποὺ δεικνύει τὴν ἐξέλιξη ἀπὸ βαθμιδωτὴ σὲ κανονικὴ πυραμίδα. Μία ἀρχικὴ θεωρία ἦταν ὅτι τὸ ἐξωτερικὸ μέρος της κατεκριμνήσθη καὶ ἔμειναν φανεροὶ οἱ βαθμοί της, ἀλλὰ πιθανότερο ἔμεινε ἠμιτελής. Μᾶλλον εἶναι τοῦ πατρός του καθὼς τοῦ ἰδίου φαραὼ εἶναι ἡ λεγομένη κυρτὴ πυραμὶς στὸ Dahshur μὲ δύο κλίσεις, ἡ πρώτη μὲ προαίρεση νὰ ἔχῃ πυραμιδοειδές σχῆμα ἐξ ἀρχῆς. Οἱ γνωστὲς πυραμίδες τῆς Γίζας ἐκτίσθησαν ὑπὸ τῶν διαδόχων του τῆς αὐτῆς δυναστείας, Χέοπος (Khufu, Σοῦφις), Χεφρήνου (Khafre) καὶ Μυκερίνου (Menkaure, Μεγχέρης). Οἱ ταφικοὶ θάλαμοι τίθενται πλέον καὶ ἐντὸς τοῦ σώματος της πυραμίδας: ὁ ἀεραγώγος τοῦ κεντρικοῦ θαλάμου τῆς μεγάλης πυραμίδας κατὰ τὸν Alexander Badawy, σημαδεύει τοὺς παραπολίους ἀστέρες (τὸν ἀστερισμὸ τοῦ Ὀρίωνος), ὅπου κατευθύνεται ἡ ψυχή. Ἡ ἀνέγερση πυραμίδων συνεχίζεται καὶ ἐπὶ Ε΄ δυναστείας στὸ Abusir καὶ ἐπαναλαμβάνεται ἐπὶ ιβ΄ δυναστείας τοῦ μέσου βασιλείου. Οἱ πυραμίδες τοῦ Amenemhat Γ΄ ἔχουν πυρῆνα ὠμοπλίνθινο καὶ ἐξωτερικῶς λευκὸ ἀσβεστόλιθο ὅπως καὶ ἡ τελευταία μεγάλη πυραμίδα τοῦ φαραώ Khendjer τῆς ιγ΄ δυναστείας, πρᾶγμα ποὺ προϊδεάζει πρὸς τὴν ἐγκατάλειψη τέτοιων κατασκευῶν. Κατὰ τὸ Nέο Βασίλειο οἱ φαραώ θάπτονται σὲ ὑποσκάφους τάφους στὴν κοιλάδα τῶν βασιλέων, μὲ ἐναλλασόμενους διαδρόμους καὶ προθαλάμους. Πυραμίδες μικρού μεγέθους καὶ μὲ ὀξυτέρα κορυφή ἐμφανίζονται πάλιν χίλια χρόνια ἀργότερο ἐπὶ νουβικῆς δυναστείας.

Prisse D’Avennes, πυραμίδες τῆς νουβικῆς δυναστείας στὴν Μερόη

Τὰ ταφικὰ οἰκοδομήματα συνδυάζονται πάντοτε μὲ ἱερό. Τῶν μεγαλοπρεπεστέρων ταφικῶν τεμενῶν εἶναι στὸ Dêr El-Bahari (al-Dayr al-Baḥrī, ἀκριβῶς, μοναστήρι τοῦ βορρᾶ, κοπτιστί, птοпοс ɴaпa фoibammon, αἰγυπτιστί, djeser djeseru) τῆς Hatshepsut καὶ τοῦ Τουθμωσέως Γ΄ τῆς ιη΄, καὶ τοῦ Mentuehetep ΙΙ τῆς ιε΄ δυναστείας, ποὺ δὲν εἶναι ὅμως τῶν συνηθεστέρων. Ἀναπτύσσονται ἐπὶ κλειτύος σὲ δύο βαθμῖδες, καὶ τοῦ Τουθμωσέως φέρει πυραμίδα στὴν κορυφή, πρᾶγμα ποὺ φανερώνει τὸν συμβολικό της χαρακτῆρα ὡς πρωταρχικὸ benben. Ἐντούτοις, ἔχουν τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ ἱεροῦ, ὅπως εἶναι ἡ ὑπόστυλος αἴθουσα, ἡ αὐλὴ καὶ τὸ ἄβατο. Ὁ Alexander Badawy στὸ κλασικὸ του πόνημα περὶ αἰγυπτιακῆς ἀρχιτεκτονικῆς καταρχὰς μνημονεύει τὰ κείμενα, βασιλικὲς ἐπιγραφὲς καὶ προσωπικὲς γραπτές μαρτυρίες, ποὺ κοινὸ χαρακτηριστικὸ τῶν περιγραφῶν, γράφει, εἶναι ἡ πλουσία ποικιλία λέξεων περὶ τοῦ κτηρίου ἢ τῶν ὑλικῶν του: τὸ ἱερὸ τέμενος εἶναι ὡσὰν αἰθὴρ, περικαλὲς, καθάριο, ἔνδοξο καὶ ὑπέροχο,  οἱ πυλῶνες ἱκάνουν τὸν αἰθέρα καὶ οἱ ἱστοὶ τῶν λαβάρων, τοὺς ἀστέρες, εἶναι κέδρινοι, ἀσιανῷ χαλκῷ χαλκήρεις, αἱ ἀκμαὶ αὐτῶν ἡλέκτρου ἱκάνουν τὸν αἰθέρα· δύο κραταιοὶ ὀβελίσκοι πορφυρίτου λίθου μὲ πυραμίδια ἠλέκτρου, ὑψοῦνται ἐπὶ τῆς διπλῆς προσόψεως τοῦ τεμένους, οἱ κίονες εἶναι ἠλέκτρῳ χρυσήρεις συνήθως λίθινοι ἀλλ’ ἀρχικῶς ξύλινοι. Τὰ ἱερὰ ψαμμολίθου, ἐβένου ἢ πορφυρίτου, ἐντὸς κεχαραγμένα ἠλέκτρῳ ἢ ἀρίστῳ λόφων χρυσῷ, τίθενται ἐπὶ βάθρου ἀλαβάστρου ἐκ Χατνούβ. Οἱ θύρες εἶναι ἐκ νέου κέδρου, ἀρίστου τοῦ Λιβάνου, πλαισιουμένου μαύρου χαλκοῦ καὶ εἰργασμένου μετὰ εἰκόνων ἐμπαιστῶν ἐν ἠλέκτρῳ ἢ χρυσῷ, παριστούντων τὸ μέγα ὄνομα ἢ τὴν σκιὰ (τοῦ θεοῦ) ὡσὰν τοῦ αἰθέρος τὸν λαμπρὸν ὄρειον ὁρίζοντα. Τὰ ὐλικὰ καταλαβαίνομε ὅτι εἶναι ἀντοχῆς ὅπως ὁ μᾶλλον εὔχρηστος ψαμμόλιθος ἢ ὁ σκληρὸς πορφυρίτης (γρανίτης) καθὼς σκοπὸς εἶναι τὸ ἀείζωον τῆς οἰκοδομῆς, καὶ πολύτιμα, ὅπως ὁ κέδρος, ὁ χρύσος καὶ τὸ ἤλεκτρον (κράμα χρυσοῦ καὶ ἀργύρου) ὥστε νὰ ἀντανακλοῦν τὸ ἀΐδιον. Οἱ φαραὼ στὶς ἐπιγραφὲς ἀναφέρουν τὶ κτίζουν ἢ ἀνακαινίζουν, τὸν θεὸ στὸν ὁποῖο ἀφιεροῦν τὸ τέμενος ἢ τὸν πρόγονο τοῦ ὁποίου το ἔργο συνεχίζουν, τοὔνομα κάθε πυλῶνα ποὺ κτίζουν κτλ. Οἱ δὲ ἀρχιτέκτονες-βεζίρες, στὶς τοιχογραφίες τῶν ἰδίων τάφων περιγράφουν τὰ ἔργα ποὺ ἐπέβλεψαν ἐνῷ  στὶς ἐκεῖ ἀναπαραστάσεις φαίνονται στοιχεῖα τοῦ ναοῦ ὅπως πυλῶνες μὲ ἢ χωρὶς ἱστία λαβάρων, αὐλές, αἴθουσες, ναός (ἄδυτον)[iii].

Τὸ λατρευτικὸ τέμενος ἀπὸ ἐποχῆς ιη΄ δυναστείας μέχρι πτολεμαϊκῆς βασίζεται στὸν τριμερὴ τύπο ποὺ ἀπαντῶμε σὲ κατοικία καὶ ἀνάκτορο. Ἄλλωστε ὀνομάζεται οἶκος (per) τοῦ θεοῦ. Ἔνθα, οἱ βαθμοὶ τοῦ οἰκείου γίνονται βαθμοὶ τοῦ ἱεροῦ: αὐλή, αἴθουσα (πρόναος) καὶ ἄδυτον (ναός). Ὡς τριμερὴ τύπο ἐννοοῦμε τρία εἴδη χώρων ὄχι τὸ πλῆθος αὐτῶν, καθὼς μπορεῖ κάποιος φαραώ νὰ προσέθετε κάποια αὐλή ἢ αἴθουσα. Ἔτσι ἔχομε τὸ προαύλιο μὲ τὴν παστάδα  συχνὰ ἀνεπτυγμένη ὡς περίστῳο μὲ μία, δύο ἀλλὰ καὶ τρεῖς στοίχους κιόνων, τὴν ὑπόστυλο αἴθουσα ―ποὺ γίνεται δάσος κιόνων καθὼς τὰ ἐπιστύλια εἶναι λίθινα καὶ δὲν μποροῦν νὰ γίνουν πολὺ μακρά, καὶ τέλος, τὸ κυρίως ἱερό, τὸν ναὸ ἢ ἄδυτον μὲ δούλους χώρους περὶ αὐτοῦ. Παρατηροῦμε ἀφενὸς τὴν ἀναλογία μὲ τὰ τρία μέρη τῆς κατοικίας: πρoθάλαμος-μέγαρο-γυναικωνῖτις (ἰδιαίτερα διαμερίσματα), ἀφετέρου τὴν διαβάθμιση τοῦ φωτός ἀπὸ τὴν αὐλὴ στὸ σκοτεινὸ ἄδυτο, ποὺ τηρεῖ καὶ ἡ βαθμιδωτὴ ἀνύψωση τοῦ δαπέδου στὴν λογικὴ τῆς ἔνωσης γῆς καὶ οὐρανοῦ ποὺ ἀπαντῶμε στὸ ζιγκουράτ. Ἡ διαβάθμιση ἀφορὰ καὶ πρὸς τὸ μέγεθος τῶν χώρων ποὺ σημαίνει τὸ πλῆθος ἐκείνων ποὺ ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέλθουν σὲ κάθε χῶρο: ὁ λαός (rekhyt) ἔμπαινε στὸ προαύλιο καὶ κατ’ ἐξαίρεση στὴν ὑπόστυλο αἴθουσα σὲ κάποιες ἑορτές ἵνα προσκυνήσει τὴν ἱερὰ ἄκατο. Στὸ ἄδυτο ὅπου στεγάζεται τὸ μικρὸ ἄγαλμα τοῦ θεοῦ, ἐντὸς σκηνῆς (ναϊδρίου) ἥ ἐπὶ ἄκατος (νηός), οὐδεὶς εἰσέρχεται πλὴν τῶν φροντιστῶν ἱερέων καὶ τοῦ φαραώ. Ὁ λαὸς ἐδύνατο νὰ ἴδει τὸ ξόανο ἢ τὴν ἄκατο σὲ ἑορτές κατὰ τὴν σεμνὴ πομπὴ ποὺ κατέληγε ἐκεῖ. Στὴν ἐξωτερικὴ παρειὰ τῶν τειχῶν τοῦ περιβόλου ἱστοροῦνται οἱ νίκες τοῦ βασιλέως[iv]. Παρότι συνήθως πάντα τὰ μέρη ἔχουν κοινὸ εὖρος, δὲν λείπουν κάποιες περιπτώσεις τῆς πτολεμαϊκῆς περιόδου  ὅπου κάθε μέρος ἔχει δικό του περίβολο ποὺ περιβάλλει τὸ ἐπόμενο, καὶ σχηματίζει ἔτσι περίδρομο (ambulatory, πχ. τέμενος τοῦ Ὥρου, Edfu-Μεγάλης Ἀπολλωνοπόλεως, τέμενος Kôm Ombo-Ὀμβῶν).

Edfu, πηγή¨POCOCKE, Richard. A Description of the East, and some other Countries. Volume the First. Observations on Egypt, vol. Ι, London, W. Bowyer, MDCCXLIII [=1743].

Ἂς ἴδωμε ἀναλυτικότερα τὰ μέρη τοῦτα. Καταρχὰς ἡ εἴσοδος στὸ προαύλιο γίνεται δι’ ἐνὸς πυλῶνα. Ὁ πυλὼν (bekhen) εἶναι ὁ λαμπρὸς ὄρειος ὅριζων τοῦ αἰθέρος, μὲ δύο στερεοὺς πύργους (συνήθως λιθίνους ἀλλὰ δύναται καὶ πλινθίνους) ἑκατέρωθε τῆς πύλης σὰν βουνοκορφές, ἀναμέσο τῶν ὁποίων ἀνατέλλει ὁ ἥλιος, ὥς ἔχει τὸ ἱερογλυφικό. Εἶναι φυσικό, ἀφοῦ στὸ Παλαιὸ Βασίλειο τὸ ἱερὸ προσανατολίζεται πρὸς ἀνατολάς, ἂν καὶ δὲν τηρεῖται κατὰ τὸ Νέο Βασίλειο ὅπου προέχουν ἄλλοι λόγοι ὅπως ἡ τελετουργικὴ δικτύωση τῶν τεμενῶν στὶς Θῆβες (ὁ Badawy ἔχει διάγραμμα μὲ τοὺς προσανατολισμούς). Ὅπως ἂν ἔχει, στὸ ὑπέρθυρο ἀναπαρίσταται ὁ Ὧρος ὡς πτερωτὸς ἥλιος (Heru-Behdeti). Τόσο τὸ ὑπέρθυρο ὅσον καὶ οἱ πύργοι τοῦ πυλῶνα κορυφοῦνται σὲ κοῖλο κυμάτιο (cavetto) ἡ σκοτία τοῦ ὁποίου δημιουργεῖ τὴν ἐπίστεψη. Ἐπὶ τῶν παρειῶν τῶν πύργων εὑρίσκονται ἐσωτερικὰ ἀνάγλυφα μὲ τὸν φαραω νικήτορα ἢ ἀκόμη ἀγάλματά του, καὶ κεῖ στερεώνοντο οἱ πόλοι τῶν ποικιλόχρωμων λαβάρων, ἀνάμνηση τοῦ ζεύγους τέτοιων ἑκατέρωθε τῆς εἰσόδου, στὰ πρῶτα ἱερά. Ἔμπροσθε τοῦ πυλῶνα κεῖται συνήθως ζεῦγος ὀβελίσκων ὡς κατάληξη τοῦ δρόμου τῆς ἱερᾶς πομπῆς ποὺ σημαίνεται ἑνίοτε διὰ πλευρικῶν στοίχων σφιγγῶν, συνήθως κριομόρφων.

Τὸ προαύλιο (wba, ἀνοικτὴ αὐλή) περιέχει τὸν βωμό. Μία ἢ πλείονες πλευρὲς ἔχουν στοές ἐνῷ στὴν πλευρὰ τῆς ὑποστύλου αἰθούσης τὸ προστῴο δύναται νὰ ἔχῃ ἀναβαθμούς. Ὅταν δὲ αὐτὸ εἶναι ἡ πρώτη κιονοστοιχία τῆς αἰθούσης, δηλαδή δὲν ὑφίσταται τοῖχος, τὰ μετακιόνια κλείνουν μὲ θωράκια ποὺ δὲν ἐπιτρέπουν τὴν θέα πρὸς τὴν αἴθουσα.

Ἡ ὑπόστυλος αἴθουσα (wadjit, αἴθουσα τῶν παπυρομόρφων κιόνων) στὴν ἁπλουστέρα ἔκφρασή του εἶναι τετράστυλος πρόναος ὅπως στὸ ἱερὸ τοῦ Ἀμενώφιδος Γ΄ ἢ τοῦ Ῥαμσῆ Γ΄ στὸ Καρνάκ. Ἡ ὀροφὴ δύναται εἶναι ὑπερυψωμένη ὅπως καὶ στὰ μέγαρα τῶν κατοικιῶν ἵνα ἐπιτρέπηται ὁ φωτισμὸς τὴς αἰθούσης παρὰ τῶν φεγγιτῶν ποὺ δημιουργεῖ ἡ διαφορὰ τῶν στεγῶν. Ὅταν ἡ αἴθουσα λαμβάνει ὅλο τὸ εὖρος τοῦ ναοῦ, τότε τὸ κεντρικὸ τμῆμα τῆς ὀροφῆς ὑπερυψοῦται μὲ δύο στοίχους ὑψηλοτέρων κιόνων, κωδωνοσχήμων ἐν ἀντιθέσει μὲ τοὺς ὑπολοίπους βραχυτέρους ποὺ εἶναι καλυκόσχημοι. Ἔτσι σημαίνεται ἐπίσης ὁ ἄξων τῆς ἱερατικῆς πόμπης καὶ τοῦ κτηρίου. Ἄλλωστε ἀπαντᾶται καὶ μόνη ὡς πομπικὴ κιονοστοιχία στὸ τέμενος τοῦ Λοῦξορ καὶ στὸ ταφικὸ μνημείο τοῦ Ἀμενώφιδος Γ΄ στὴν ἀπέναντι ὄχθη. Ἐπισης Ὁ Βιτρούβιος, ἂν ἀνατρέξωμε στὸ κεφάλαιο τοῦ ῥωμαϊκοῦ δόμου, ὀνομάζει τέτοιον τύπο αἰθούσης ὡς αἰγυπτιακὸ οἶκο καὶ τὸν συνδέει μὲ τὴν βασιλική. Στοὺς τοίχους παρίστανται τελετὲς καὶ ἑορτές, καὶ ὁ φαραώ, ἀντιθέτως πρὸς τὶς ἐξωτερικές, εἶναι γυμνός, φέρων μόνον διάζωμα, καὶ κάμει προσφορὲς στοὺς θεούς. Ἑνίοτε πολλαπλασιάζονται οἱ αἴθουσες ὥστε νὰ ἐξυπηρετοῦν κάθε στάδιο τῆς τελετῆς: αἴθουσα ἐπιφανείας (wsekhet kha‘it), ἡ ὑπόστυλος αἴθουσα ὅπου τίθεται ἡ ἱερὰ ἄκατος πρὸς προσκύνημα,  αἴθουσα προσφορῶν (wsekhet hetep), ἐνδιάμεσος αἴθουσα (herit ib)[v].

Τέλος ἔνι ὅ τι ὀνομάζεται ἑλληνιστὶ ναός, ἄδυτο ἢ ἄβατον, ἅγια τῶν ἁγίων ποὺ μέχρι τῆν κ΄ δυναστεία δὲν ὀνοματίζεται[vi]. Εἶναι ὁ θάλαμος στὸ ὄπισθε μέρος τοῦ κτηρίου ποὺ φυλάσσεται τὸ ξόανο τοῦ θεοῦ, ποὺ διακονεῖ τρὶς τὴν ἡμέρα ὁ φαραώ ἢ ὁ ἱερεὺς ποὺ τὸν ἐκπροσωπεῖ, ὡς διάκονος τῆς θεότητος. Ἅπαξ καὶ τὸ ξόανο ὑπὸ σκηνῆς, ἐτέθη ἐπὶ ἀκάτου (neshmet) καὶ ἐκομίζετο ἐπὶ φορείου, τίθεται δεύτερος θάλαμος ἔμπροσθε τοῦ ὄπισθε θαλάμου ποὺ περιβάλλεται μὲ περίδρομο καὶ ἔχει θύρα ὀπίσω, εἶναι δηλαδὴ διαμπερής. Τοῦτος πρέπει νὰ κατεστάθη ἐπὶ Ραμσῆ Γ΄, ὅπως μαρτυρεῖ τὸ τέμενος τοῦ Χόνσου στὸ Καρνάκ. Τὸν ἐξωτερικὸ τοῖχο σχηματίζουν ἀποθήκες ἐνῷ ὅταν λατρεύονται περισσότεροι θέοι, ἐμφανίζεται ἀνάλογο πλῆθος ἀδύτων, ὅπως στὸ ταφικὸ τέμενος τοῦ Σέθου Α΄ στὴν Ἄβυδο ποὺ ἔχει ἑπτά. Πλησίον τοῦ τεμένους ὑπάρχει αὐλὴ διὰ τὴν σφαγὴ τῶν κτηνῶν τῶν θυσιῶν, ἀλλὰ καὶ ἱερὰ δεξαμενὴ ἢ λίμνη πρὸς ἑορτὲς τοῦ Ὀσίριδος (ὅπως ἡ σχήματος πεῖ στὸ τέμενος τῆς Μοὺτ στὶς Θῆβες, Λοῦξορ). Τὰ πάντα περικλείονται μὲ πλίνθινο ἔρκος.

Ὁ ναὸς λοιπὸν εἶναι πράγματι ὁ οἶκος τοῦ θεοῦ καὶ ὄχι χῶρος συναγωγῆς καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχει ὄνομα. Ὅμως, ἀντιθέτως πρὸς τὸ ζιγκουράτ, τὸ σύνολο τέμενος ἤτοι, ἡ ἀρχιτεκτονικὴ πλήρωση τοῦ περιβόλου, διαμορφώνεται ὥστε νὰ στεγάσῃ τὴν τελετὴ πρᾶγμα ποὺ ἔχει καὶ πολιτικὴ σημασία καθὼς στὸν χῶρο του τεμένους συμφέρονται καὶ συναπαντῶνται λαὸς καὶ φαραώ.  Ἡ πομπὴ ἂν λέγαμε, εἶναι ὁ ἄξων τοὺ τεμένους καὶ ὁρίζει τὸ μακρὸ του σχῆμα ―εἶναι ὁ ὥς εἰπεῖν βιωμένος χῶρος ποὺ γίνεται ἀφηρημένος (γεωμετρικός) ὅπως ἔθιξα στὸ (ΙΙ), καὶ φαίνεται τοῦτο στὸ ὅτι ὁ ναὸς τίθεται ἐπὶ τοῦ ἄξονα, ἀπὸ ἐποχῆς Ἀμενώφιδος (Ἀμενχοτέπ) Γ΄. Ὅμως στὸ αἰγυπτιακὸ τέμενος τούτη ἡ παγίωση τοῦ γεγονότος στὸν κτιστὸ χῶρο ὡς τόπο του, δηλοῦται διαρρήδην: κάθε τὶ ποὺ τελεῖται στοὺς χώρους του εἶναι ἱστορημένο στοὺς τοίχους του ἀντιστοίχου χώρου ἢ σὲ κάποιον ὅμορο. Στὶς παραστάσεις ὁ Νεῖλος σημαίνει τοὺς νομοὺς τῆς χώρας, καὶ οἱ καλημάνες στὸ διάζωμα, τὸν λαό[vii].

φωτ. Γ.Α. Σιβρίδης

πηγή: Hölscher, Excavations from Medinet Habu V

πηγή: Kemp, Ancient Egypt, Anatomy of a Civilisation

Ἀντιθέτως πρὸς τὰ μασταμπὰ καὶ τὶς πυραμίδες ποὺ τηροῦν τὴν παράδοση τοῦ στερεοῦ σώματος (ὠμοπλινθοδομὴ ποὺ μεθίσταται στὸν λίθο), στὸ τέμενος, καίτοι λίθινο, ἡ χρήση ὑποστυλωμάτων δηλοῖ ξύλινη προέλευση, παράδοση δομῆς σκελετοῦ. Ὁ Kemp μᾶς προτρέπει νὰ προσέξωμε τὸ φορητὸ ναΐδριο-εἰκονοστάσιο του ξοάνου ἐπὶ φορείου ἢ ἀκάτου (keriy) ποὺ διατηρεῖ τὴν μορφὴ τοῦ πρωταρχικοῦ ἱεροῦ ποὺ ὅπως βλέπουμε σὲ ὁμοιώματα ἦταν μία καλαμωτὴ θολωτὴ σκηνὴ ἁρμοσμένη σὲ βάθρο πλίνθινο ἢ πέτρας. Οἱ προσόψεις τῶν ψευδοναῶν στὸ σύμπλεγμα τῶν ἑορτῶν τῆς πυραμίδας τοῦ Ζοζὲρ μὲ τοὺς χαμηλοὺς θόλους φέρουν τέσσερις ἀναγλύφους κίονες τοσοῦτο ῥαδινοὺς ποὺ ἰδιάζουν σὲ ξύλινο πρότυπο. Ἡ λίθινη μετάσταση τῆς σκηνῆς δέ, εἶναι ἕνας σηκὸς μὲ κεντρικὸ θύρωμα. Στὸ ἀρκετὰ ὅψιμο ταφικὸ ἱερὸ τῆς Amenirdis στὸ Medinet Habu ἕνα τέτοιο ἱερὸ κεῖται ἑντὸς ἄλλου ποὺ σχηματίζει μικρὰ αὐλὴ μὲ πλάγιες παστάδες σὰν μικρὸ τέμενος. Ὁπότε μποροῦμε νὰ τεκμαίρωμε ὅτι ὁ σηκὸς τοῦτος ἢ ναός λαμβάνει πρόναο καὶ προαύλιο καὶ δίδει τὸν τριμερὴ ἰδεότυπο. Τὰ πλέον ἰδεοτυπικὰ τεμένη ἀπαντῶνται στὴν πτολεμαϊκὴ περίοδο ποὺ συνεχίζουν τὴν παράδοση τοῦ Νέου Βασιλείου ὅπως εἶναι τὸ μικρὸ τέμενος τοῦ Khonsu στὸν μεγάλο περίβολο τοῦ Καρνάκ. Ἡ ὕπαρξη Gestalt φαίνεται στὸ ὅτι ὁ αὐτὸς τύπος ἀπαντᾶται ὡσαύτως στὰ μικρότερα δείγματα ὅπως εἶναι τὸ ἱερὸ τοῦ Ῥαμσῆ Γ΄ στὸ τέμενος τῆς Μοὺτ ἢ σὲ ταπεινότερες οἰκοδομές πλίνθου καὶ ξύλου ὅπως εἶναι τὰ τεμένη τῆς Ἁθώρ (Σέθου Α΄) καὶ τοῦ Ἄμμωνος (Ῥαμσῆ Β΄) στὸν ἐργατικὸ οἰκισμὸ τῆς Deir El-Medina.  Τὸ ἴδιο τὸ μέγα τέμενος τοῦ Ἄμμωνος Ῥᾶ στὸ Καρνὰκ (Θῆβαι) ἔχει προκύψει ἀπὸ συνεχεῖς προσθήκες πυλώνων. Ἀρχικῶς εἶναι τὸ τέμενος τοῦ Τουθμωσέως Α΄ (πυλὼν καὶ ὀβελισκοι τοῦ ἰδίου καὶ τῆς Χατσεψοὺτ) καὶ τοῦ Τουθμωσέως Γ΄ (αἴθουσα ἑορτῶν) προσθήκες σὲ ὑφιστάμενο ἱερὸ τοῦ Μέσου Βασιλείου. Κατόπιν ὁ Ἀμενώφις Γ΄ ἔκτισε πυλῶνα ποὺ σχηματίσε στενὸ προαύλιο μὲ ἐκεῖνον  τοῦ Τουθμωσέως Α΄. Ὁ Ῥαμσῆς Α΄ συνέχισε μὲ πυλῶνα καὶ τὴν περιοχὴ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ προηγουμένου συμπλήρωσαν οἱ Σέθος Α΄ καὶ Ῥαμσῆς Β΄ μὲ ὑπόστυλο αἴθουσα μὲ τὴν χαρακτηριστικὴ μεγαροειδὴ ὑπερύψωση τῆς στέγης. Ὁ Ῥαμσῆς Γ΄ ἔκτισε μικρὸ ἱερὸ μὲ αὐλή, αἰθουσα καὶ ἄδυτο πλαγίως καὶ καθέτως στὸν ἄξονα, καὶ τριπλὸ ναὸ στὸν Σέθο Β΄, τοὺς ὁποίους περιέλαβε τὸ τελευταῖο  προαύλιο τοῦ Shishak I χίλια χρόνια ἀργότερο. Τέλος ἐπὶ αἰθιοπικῆς δυναστείας προσετέθη πυλὼν ποὺ ἔμεινε ἡμιτελῆς. Ἐντὸς τοῦ μεγάλου περιβόλου κεῖνται τὸ ἱερὸ τοῦ Χόνσου, μικρὸ ἱερὸ τοῦ Φθᾶ (ἢ Πτᾶ) καὶ σειρὰ πυλώνων τοῦ Τουθμωσέως Γ΄ κάθετη στὸν ἄξονα τοῦ τεμένους (στὸ στενὸ προαύλιο μεταξὺ πυλώνων Τουθμωσέως Α΄ καὶ Ἀμενώφιδος Γ΄) καὶ τὸν Νεῖλο ποὺ ὁδηγεῖ στὸ τέμενος τῆς Μοὺτ.Ἕναν τῶν ὀβελίσκων τοῦ Τουθμωσέως Γ΄ μετέφερε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος στὴν Νέα Ῥώμη. Στὴν ἄλλη, νοτιοδυτικὴ ἄκρη τοῦ δρόμου τῶν σφιγγῶν παραλλήλου στὸν ροῦ τοῦ Νείλου, κεῖται τὸ ἄλλο μέγα τέμενος τῶν Θηβῶν, τοῦ Λούξορ (καταλαβαίνομε πῶς δὲν ἔχουν σταθερὸ προσανατολισμὸ τὰ τεμένη). Κτισμένο ὑπὸ τοῦ Ἀμενώφιδος Γ΄ ἔχει τυπικὴ διανομὴ πλὴν τῆς προσθήκης δεύτερου προαυλίου καὶ διαμέσου ὑποστέγου κιονοστοιχίας τοῦ Ῥαμσῆ Β΄, ὁ ὁποῖος ἔκτισε καὶ τὸν πυλῶνα καὶ τοὺς δύο ὀβελίσκους τῶν ὁποίων ὁ ἕνας εὑρίσκεται  στὴν Place de la Concorde στὸ Παρίσι. Τὸ τέμενος, ἀρχικῶς ἀφιερωμένο στὴν θεὰ Μούτ, ἦταν χῶρος στέψης τῶν φαραώ, καὶ ἔνθα ἐστέφη καὶ ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος. Στὴν ἀπέναντι ὄχθη τῶν Θηβῶν εἶναι ἡ νεκρόπολις ὅπου κεῖνται  οἱ ὑπόσκαφοι τάφοι τῶν κοιλάδων ―βασιλέων καὶ βασιλισσῶν, καὶ τὰ ταφικὰ μνημεῖα τοῦ Deir el-Bahari ἅτινα εἴδαμε. Ἄλλα ταφικὰ μνημεῖα εἶναι τοῦ Ἀμενώφιδος Γ΄ μὲ τοὺς ἀπομείναντες λεγομένους Κολοσσούς τοὺ Μέμνωνος ἔμπροσθε τοῦ πρώτου, κατεσκαμμένου, πυλῶνα. Ὑφίστατο τρεῖς ἐν συνόλῳ πυλῶνες ποὺ δημιουργοῦν δύο ἐπάλληλα προαύλια χωρὶς παστάδες καὶ μία δρομικὴ κιονοστοιχία ὅπως τοῦ Λοῦξορ ποὺ ὁδηγεῖ στὴν περίστῳο αὐλὴ τοῦ ἡλίου, καὶ τὸν ναό. Μεταξὺ τῶν ὑπολοίπων ταφικῶν ναῶν ποὺ κεῖνται ἐφεξῆς, παράλληλα στὸν Νεῖλο καὶ ἔναντι τῶν τεμενῶν Λοῦξορ καὶ Καρνάκ τὰ μεγαλώτερα εἶναι καταρχὰς τὸ Ῥαμσεῖον ―ὅπως τοὐνόμασε ὁ Jean-François Champollion― τοῦ Ῥαμσῆ Β΄ μὲ δύο προαύλια (τὸ πρῶτο μὲ πλευρικὲς στοές, τὸ δεύτερο, περίστυλο) μὲ ἀναβαθμοὺς πρὸς τὴν μεγαροειδὴ ὑπόστυλο αἴθουσα καὶ τρεῖς μικρότερες μέχρι τὸ ἄδυτο. Καθὼς ἀφοράει πρὸς τὴν λατρεία τοῦ φαραώ δὲν ἔχει ναὸ ἱερᾶς ἀκάτου. Στὰ ἐξωτερικὰ τείχη ἱστορεῖται ἡ μάχη τοῦ Qadeš κατὰ τῶν Χετταίων. Μετὰ εἶναι τὸ τέμενος τοῦ Ῥαμσῆ Γ΄ ὀπίσω τοῦ τεμένους τοῦ Ἄμωνος στὸ Medinet Habu παρομοίας μορφῆς μὲ ράμπες ἀπὸ αὐλὴ σὲ αὐλή και δύο μικρὲς αἴθουσες μετὰ τὴν μεγάλη. Ἐπὶ τῶν τειχῶν ἱστορεῖται ἡ νίκη τοῦ φαραώ ἐπὶ τῶν Λαῶν τῆς Θαλάσσης. Ἀριστερὰ τοῦ  πρώτου προαυλίου κεῖται βασιλικὸ παλάτι, ἐνῷ ἡ δευτέρα αὐλὴ ἐστεγάσθη ἀργότερο ὡς κοπτικὸς ναός.

Ναὸς τοῦ Ἄμμωνος στὸ Καρνάκ, πηγή: La description d’ Égypte

Λούξορ, πηγή: description d’ Égypte

Ραμσεῖον, πηγή: Description d’ Égypte

Πέραν τῆς τυπικῆς διανομῆς τοῦ τεμένους τοῦ Νέου Βασιλείου, ἔνι μία παρένθεση, ἐκείνη τῆς ἡλιακῆς μονοθεϊστικῆς λατρείας τοῦ Ἄτωνος ποὺ ἐπέβαλε ὁ Ἀμενωφις Δ΄ ὑγιὸς τοῦ Ἀμενώφιδος Γ΄ ποὺ μετονομάσθη Ἀχενάτων καὶ μετέφερε τὴν πρωτεύουσα στὴν Ἀχετάτων ἢ Tel El-Amarna. Τὰ τεμένη τοῦ Ἄτωνος ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἐπάλληλες αὐλὲς καὶ πυλῶνες χωρὶς στεγασμένους χώρους (πλὴν πχ. κάποιων πλευρικῶν στοῶν στὸ Per-Ha‘i ἢ Gem-Aten) καὶ καταλήγουν σὲ βῶμο. Στὶς αὐλὲς ἑκατέρωθε τοῦ ἀξονικοῦ δρόμου ποὺ διασχίζει τὶς αὐλὲς ὑπάρχουν στοῖχοι στήλων προσφορῶν.

Ἄλλος τύπος ἱεροῦ εἶναι ὁ περίπτερος, ὅπου ὁ ναός, δηλαδὴ ὁ σηκός, περιβάλλεται μὲ περιστύλιο, τὸ ἑλληνιστὶ λεγόμενο πτερό. Δύο τύπους διακρίνει ὁ Badawy. Στὸν πρῶτο ὁ σηκὸς διαμοιράζεται σὲ προθάλαμο και τρεῖς τουλάχιστον θαλάμους (ἱερὸ καὶ κρύπτες) καὶ ἔχει περιστύλιο στὶς τρεῖς πλευρές ὅπως ὁ ναὸς στὴν δυτικὴ Wādī Ḥalfā κτισμένος ἐπὶ ιη΄ δυναστείας (τὸ περιστύλιο εἶναι τῆς Χατσεψούτ) ἢ μόνον πρόστυλο ὅπως ὁ ναὸς τοῦ Ἄμμωνος στὴν Amada τῆς Νουβίας, ὕπο Τουθμωσέως Γ΄ καὶ Ἀμενώφιδος Β΄. Τοῦτος ἐτράπη σὲ ἐκκλησία τὸν ϛ΄ αἰ. Στὸν δεύτερο, διαμπερές ἱερό (ἱερᾶς ἀκάτου) ὑπερυψωμένο ἐπὶ ἀνδήρου περιβάλλεται μὲ περιστύλιο καθ’ ὅλες τὶς πλευρές. Τέτοια ἀπαντῶμε στὸ El Kab (Τουθμωσέως Γ΄), τὴν νήσο τῆς Ἐλεφαντίνης (στὸν θεὸ Χνούμ, νότιος τοῦ Ἀμενώφιδος Γ΄, βόρειος τοῦ Ῥαμσῆ Β΄), στὸ Kuban  (Ἀμενώφιδος Γ΄) καὶ ὁ διπλοῦ περιστυλίου ναὸς στὴν ἱερὰ λίμνη τοῦ Καρνάκ τοῦ Ἀμενώφιδος Γ΄. Ὁ μικρὸς ναὸς στὸ Medinet Habu ἐσχεδιασθῆ ἐπὶ Χατσεψοὺτ ὡς διαμπερὲς ἐπίσης ἱερὸ ποὺ ὅμως ὁπίσω ἀντὶ κιονοστοιχίας ἔχει ὑπόστυλο προθάλαμο καὶ ἕξ θαλάμους. Ὁ Τουθμωσὶς Γ΄ κατήργησε τὸν προθάλαμο καὶ μήκυνε τὸ ἱερό. Ὁ κεντρικὸς θάλαμος ὅπου εὑρίσκετο τὸ ἄγαλμά του εἶναι ἰσοϋψης μὲ τὸν περίστυλο ναὸ καὶ ὑψηλότερος τῶν πέριξ θαλάμων.

περίστυλοι ναοῖ, πηγή: Badawy

Τέλος εἶναι τὰ ὑπόσκαφα, λαξευτὰ στὸν βράχο, ἱερά. Τέτοια καθίστανται ἀπὸ ιη΄ δυναστείας ὅπως εἶναι τὸ ἄδυτο τοῦ ταφικοῦ τεμένους τῆς Χατσεψοὺτ στὸ Dêr El-Bahari. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὄτι ἡ ἰδία φαραώ κτίζει λαξευτὸ στὸ βράχο ἱερὸ στὸ νεκροταφείο ὑπόσκαφων τάφων του Beni Hassan, τὸ περίφημο σπήλαιο τῆς Ἀρτέμιδος, καὶ ὁ Badawy θεωρεῖ ἐπινοητὴ κάποιων τῶν ἀρχιτεκτόνων της, τὸν Senmut ἢ τὸν Hapuseneb. Ἄλλοι συνδέουν τὴν ἀνάγκη δημιουργίας τέτοιων ἱερῶν στὶς κρημνώδεις ὄχθες τοῦ Νείλου στὴ Νουβία ὅπου ἀπαντῶται τέτοια ἱερά. Ἡ συγγένεια μὲ τοὺς ὑποσκάφους τάφους φαίνεται στὴν χρήση τῆς σταυροειδοῦς διάταξης (Hatsepsut, Horemheb στὴν Elesiya, Gebel Dosha). Ὅμως θέσεις τέτοιων ἱερῶν εἶναι καὶ λατομεῖα ὅπως τὸ διπλοῦν ἱερὸ τῆς Ἁθὼρ καὶ τοῦ Sopdou στὸ λατομεῖο mafkat (turquoise) ὅπου εἰργάζοντο δοῦλοι τῆς Χαναάν κτισμένο ὑπὸ τῆς Χατσεψοὺτ καὶ τοῦ Τουθμωσέως Γ΄ ἐπὶ παλαίτερου ἱεροῦ τοῦ Σεσώστριος Α΄. Ἐφεξῆς ὑπόγειοι θάλαμοι (οἱ στέγες γεφυρώνουν ὄρυγμα) ὁδηγοῦν σὲ πυλῶνα καὶ αὐλῆ ὅπου ἀναπέπτανται οἱ προθάλαμοι τῶν ἱερῶν. Στὰ μεγαλώτερα ἱερὰ τῆς Νουβίας ἀπαντᾶται ἡ τριμερὴς διάρθρωση αὐλῆς, αἰθούσης καὶ ἀδύτου. Οὕτως ἢ ἄλλως εἶναι ἀπαραίτητη ἡ αἴθουσα ποὺ περιέχει τὴν τράπεζα τῶν προσφορῶν ὡς προθάλαμο πρὸ τῶν ἀβάτων εἰκονοστασίων (πχ. ἱερὸ τῆς Μίν, τοῦ Σέθου Α΄, Wadi El Miya, ἀνατολικὴ ἔρημος, ἱερὸ στὸ Beit El Wali, τοῦ Ῥαμσῆ Β΄). Τέτοια ἱερὰ ἐκτίσθησαν κυρίως ἐπὶ Ῥαμσῆ Β΄. Τὸ ἱερὸ στὸν Φθᾶ στὸ Garf Hussein ποὺ ἔκτισε ὁ ἔπαρχός του πρίγκηψ Setau ἔχει αὐλὴ μὲ πυλῶνα. Τὸ ἱερὸ τοῦ Ἄμμωνος στὸ Wadi El Sebu’a τοῦ Ῥαμσῆ Β΄ ἔχει τρεῖς πυλῶνες καὶ αὐλές. Τὰ δύο ἱερὰ στὸ Abu Simbel δὲν ἔχουν μὲν διαμορφωμένο ἐξωτερικὸ προαύλιο, ἀλλὰ ἡ παρειά τῆς εἰσόδου λαξεύεται ὡς πυλὼν μὲ κολοσσιαία ἀγάλματα, τοῦ Ῥαμσῆ, στὸ ἱερὸ τοῦ θηβαϊκοῦ Ἄμμωνος Ῥᾶ καὶ τοῦ ἡλιουπολιτικοῦ Ῥᾶ Ὥρου Χαραχτί (τῶν δύο ὁριζόντων), τοῦ ἰδίου καὶ τῆς βασιλικῆς συζύγου Νεφερτάρι στὸ ἕτερο μικρότερο ὅμορο ἱερὸ τῆς Ἁθώρ. Ἔσω, τὸ πρῶτο, ἔχει ὑπόστυλο αἴθουσα μὲ στύλους ἀγάλματα τοῦ φαραώ καὶ προθάλαμο μὲ πεσσούς, ἐνῷ τὸ δεύτερο μία μόνη αἴθουσα μὲ ἁθωρικοὺς στύλους.

Abu Simbel

Τὰ αἰγυπτιακὰ ἱερὰ εἶναι τὰ πρῶτα ὅπου ὁ κτιστὸς χῶρος διαρθρώνεται ὥστε νὰ ἐκφράζῃ τὴν τελετουργία. Δὲν εἶναι μόνον οἶκος τῆς θεότητας ἢ τάφος, ἀλλὰ εἰκονοστάσιο πρὸς προσκύνημα καὶ χῶρος συναγωγῆς πέριξ αὐτοῦ καὶ δὲν εἶναι ἀδιάφορο βεβαίως πρὸς τοῦτο ἡ λατρεία τοῦ βασιλέως. Ὁ μόνος ναὸς τῶν Ἰουδαίων, ὁ ναὸς τοῦ Σολομῶντος ἔχει ὡσαύτως τριμερὴ νομή: αἰλάμ (πρόναος), οἶκος, δαβίρ (ἅγια τῶν ἁγίων) (Π.Δ. Βασιλειῶν Γ΄, 6, Παραλειπομένων Β΄, 3,4).  Τὰ ἰνδικὰ ἱερὰ καὶ κατ’ ἐπέκταση τὰ βουδδιστικὰ τῆς ἄπω ἀνατολῆς εἶναι μεταγενέστερα καὶ ὁ ἐνδιάμεσος κόμβος εἶναι ὁ ἑλληνικὸς ναός ὡς εἰκονοστάσιο τῆς θεότητος ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος παρὰ ὁ αἰγυπτιακὸς περίπτερος. Τὸ τέμενος δε, θὰ τὸ ἀπαντήσωμε ἀργότερο ὡς πολιτικὸ κτήριο, τὴν ῥωμαϊκὴ βασιλική, προτοῦ δώσῃ τὴν ἐκκλησία καὶ τὸ τζαμί.

Ναὸς Α στὸν Πρινιᾶ

[Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΝΑΟΣ] Ἡ μινωϊκὴ καὶ μυκηναϊκὴ λατρεία εἶναι κυρίως ὑπαιθρία σὲ κορυφὲς βουνῶν ἢ ἐντὸς σπηλαίων. Τελετουργίες πρέπει νὰ τελοῦνται καὶ ἐντὸς τῶν ἀνακτόρων. Στὴν Κνωσσὸ τῆς Κρήτης εὑρέθη ὑπόσκαφος τάφος μὲ ὑπόστυλο ἱερὸ ὕπερθε καὶ προαύλιο διάθρωση ποὺ θυμίζει κάπως τὴν αἰγυπτιακὴ ἀντίληψη. Βεβαίως ὑπόσκαφοι τάφοι μὲ δρόμο ἀπαντῶνται στὴν ἀχαϊκὴ ἑλλάδα ὅπως καὶ θολωτοὶ ἐκφορικοί (μετὰ τὸ 1600 πΧ.), μορφὴ κοινὴ στὴν Μεσόγειο σὲ μεγαλιθικὲς κατασκευὲς ἀπὸ Σαρδηνίας μέχρι ἀραβικῆς ἐρήμου. Παραστάσεις σὲ δακτυλίδια ὅπου παρουσιάζονται ὑπαίθρια ἱερὰ μὲ ὄρχηση γυναικείων καὶ ἀνδρικῶν μορφῶν δεικνύουν βωμό στηριζόμενο σὲ κίονες καὶ δένδρο ἐπ’ αὐτοῦ[viii]. Ὅμως ἡ κυριάρχη εἰκασία πρὸς τὴν καταγωγὴ τοῦ ἑλληνικοῦ ναοῦ εἶναι ἡ ἀνακαίνιση ἐρειπίων μυκηναϊκῶν μεγάρων. Ἄλλωστε τὰ ἱερὰ εἶναι οἶκοι τῆς θεότητος.  Ἀρχικῶς, δηλαδή πρὸ τοῦ η΄ πΧ. αἰ. δὲν ἔχομε ἀλλὰ ὑπαίθριες λατρεῖες σὲ βωμούς, συνήθως στοὺς αὐτοὺς τόπους τῆς ἐποχῆς τῆς χαλκοκρατίας. Στὶς πόλεις (-κράτη) ἡ πολιτεία τοῦ λαοῦ συνέχετο διὰ τῆς λατρείας. Ὡσαύτως καὶ οἱ σχέσεις μεταξὺ γειτόνων πόλεων περὶ κάποιου ἱεροῦ ἀμφικτυονιῶν. Καθὼς τὸ ἱερὸ ἄρχει στὸν καθημέριο βίο καὶ καθόλες τὶς ἐκφράσεις του, ἱερὰ ἀπαντῶνται σὲ ἱεροὺς τόπους (μαντεία, ἄλση κτλ.) τῶν ὁποίων συνήθως ἡ ἵδρυση χάνεται στὸν μῦθο, σὲ ἀκροπόλεις (σὰν ζιγκουράτ δηλαδή) ἢ ἀγορὲς πόλεων. Μποροῦμε νὰ ἀντιληφθῶμε μὲ εὐκολία τὴν διανομὴ τοῦ ἑλληνικοῦ τεμένους: ὁ βωμὸς ὅπου τελοῦνται οἱ θυσίες, ἡ τελετουργικῆ σφαγὴ καὶ βρώση κτηνῶν ποὺ ἐκθέτει ὁ Burkert στὸ Homo Necans, καὶ ὁ ναός (ἢ νεώς), τὸ εἰκονοστάσιο τοῦ ξοάνου τοῦ θεοῦ. Ὁ ναὸς εἶναι σηκὸς (ποὺ σημαίνει ἐπίσης μάνδρα, ἡρῷο καὶ τάφο) μὲ ἀξονικὴ εἴσοδο στὴν στενὴ πλευρά (ἀντιθέτως πρὸς τὰ ἱερὰ τῆς Μεσοποταμίας) ἀρχικῶς στεγασμένος εἴτε μὲ ἐπίπεδο ὀροφή, εἴτε μὲ ἀμφικλινὲς τέγος, δὴ ὑψικόρυφο, μὲ πρόστυλο σχηματισμένο μὲ κίονες ἑκατέρωθε τῆς εἰσόδου στὰ ἄκρα τῆς πρόσοψης (ὅπως στὸν θολωτό τάφο τὸν λεγόμενο θησαυρὸ τοῦ Ἀτρέως) ὅπως βλέπομε στὰ προπλάσματα τοῦ Ἡραίου τοῦ Ἄργους καὶ τῆς Περαχώρας. Στὸ δεύτερο πρόπλασμα ἡ ἀπόληξη τοῦ σηκοῦ ὅπου τίθεται τὸ ξόανο ἀπέναντι στὴν εἴσοδο εἶναι κυρτωμένη, ὅπως καὶ στὸ ξυλοπαγὲς ἱερὸ τοῦ Ἀπόλλωνος Δαφνηφόρου στὴν Ἐρέτρια. Πήλινοι ἢ ξύλινοι, τέτοιοι πρῶτοι ναοὶ εἶναι ἡ μορφὴ τῆς καλύβης, μορφὴ ποὺ κατέστησε τὴν θεωρία πολὺ ἀργότερο τῆς καταγωγῆς τῆς ἀρχιτεκτονικῆς παρὰ τῆς ἀρχετυπικῆς καλύβης. Εἶναι ἐμφανεστάτη ἡ ὁμοιότης μὲ τὴν αἰγυπτιακὴ σκηνή, ὅμως τὸ παράδειγμα τοῦ ναοῦ Α στὸν Πρινιᾶ (c. 630-580 πΧ. τοῦ ὁποίου διεσῴθη τὸ συριακῆς ἐπιρροῆς λεγομένης δαιδαλικῆς τεχνοτροπίας ὑπέρθυρο) θυμίζει μᾶλλον μέγαρο: στὸ κέντρο τοῦ δώματος ὑπάρχει ἑστία ὴ βωμός μὲ δύο ξύλινα ὑποστυλώματα κατὰ τὸν διαμήκη ἄξονα. Ἡ στέγη ἦταν ἐπίπεδος. Ὁ πρόναος σχηματίζεται ὡς προστάδα μὲ τὶς προεκτάσεις τῶν πλευρικῶν τοίχων ποὺ καταλήγουν σὲ παραστάδες (ἐν παραστάσιν) καὶ μόνον ἀξονικὸ πεσσὸ στὸν ἄξονα ἔμπροσθε τοῦ θυρώματος. Ὠστόσο, ὅπως λέγει ὁ Χ. Μποῦρας, δὲν συμβάλλει στὴν τυπολογία του ἑλληνικοῦ ναοῦ.

Ὁ πρῶτος τυπικὸς ἑλληνικὸς ναὸς εἶναι τὸ πρῶτο Ἡραῖον στὴν Σάμο περὶ το 800 πΧ. Τὸ χαρακτηριστικὸ ποὺ τὸν θέτει ὡς τέτοιον εἶναι τὸ πτερὸν ἢ περίστασις, μία κιονοστοιχία ποὺ περιβάλλει τὸν σηκό. Λόγος ἐπινόησης αὐτοῦ εἶναι ἴσως ἡ προστασία τῶν πηλίνων τοίχων ἀπὸ τὴν βροχή. Ἂν καὶ τὸ πιθανότερο εἶναι ὅτι καταρχὰς ὁ στενόμακρος σηκός (ἄνω τοῦ 5:1) δὲν ἔφερε πτερό, αὐτὸ προσετέθη ἐντὸς πεντηκονταετίας. Ἡ εἴσοδος ἀναπέπταται πρὸς ἀνατολὰς ὥς εἶναι τὸ σύνηθες στοὺς ἑλληνικοὺς ναοὺς ἵνα τὸ φῶς τοῦ ἀνατέλλοντος ἡλίου νὰ φωτίζῃ τὸ ξόανο. Οὐκ ἔνι θύρωμα ἀλλὰ τρεῖς κίονες ἐν παραστάσιν. Ἐπὶ τοῦ ἄξονος σχηματίζεται κιονοστοιχία (ξυλίνη ἐπὶ λιθίνων βάσεων) ἔτσι ὥστε τὸ ξόανο νὰ στέκηται παρὰ τὸ κέντρο ἵνα εἶναι ὁρατό. Οἱ κίονες τοῦ πτεροῦ ἀντιστοιχοῦν στοὺς ὑπάρχοντες μὲ προσθήκη δύο ἑκατέρωθε τῶν τριῶν τῆς εἰσόδου. Στὴν ὀπίσω πλευρὰ ὅμως εἶναι ἕξ ἀντὶ ἑπτά. Τὰ μετακιόνια τῶν δεκαεπτὰ κιόνων στὶς πλεύρες εἶναι περὶ τὰ  ἑπτὰ πόδια. Ἡ στέγαση ἦταν τὸ πιθανότερο ἐπίπεδος. Ὁ ναός ποὺ τὸν ἀντικατέστησε, τὸ δεύτερο Ἡραῖο εἶναι ἐξάστυλο δίχως κεντρικὴ κιονοστοιχία στὸ ἐσωτερικό, ―πλὴν δύο ἐπὶ τῶν τοίχων σὲ διπλάσια  μετακιόνια, ἐνῷ προστίθεται ἑξάστυλο προστῴο (ναὸς πρόστυλος περίπτερος). Τὸ πλήθος τῶν πλευρικῶν στύλων γίνεται ἔτσι δεκαοκτώ.

Ναὸς Ποσειδῶνος Ἰσθμια, ἀναπαράσταση, Fritz Hemans

Κατὰ τὸν ζ΄ πΧ. αἰῶνα ἡ ἐπινόηση τῶν κεράμων παγιώνει τὴν ἀμφικλινὴ στέγη χαμηλῆς δη κλίσης ποὺ ὅμως ἀπαιτεῖ παχυτέρους δοκούς. Ἡ σύνολος ἔτσι στέγη βαραίνει ὁπότε ὅλη ἡ δομὴ γίνεται βαθμηδόν λιθίνη, ἀρχικῶς μὲ εὔχρηστο πωρόλιθο. Τοῦτον τὸν λόγο δίδει ὁ A.W. Lawrence[ix]. Ὁ χαμένος πλέον ναὸς τοῦ Ποσειδῶνος στὸν Ἰσθμὸ τῆς Κορίνθου εἶχε λίθινο σηκὸ μὲ ξυλίνους κίονες καὶ τετράρριχτη στέγη. Στὸν ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνος Θερμίου (c. 630 πΧ.) ἡ ἄνω ζώνη τοῦ σηκοῦ εἶναι ὠμοπλινθίνη. Εἶχε ἀξονικὴ ἔσω κιονοστοιχία καὶ ὀπισθόδομο. Προσετέθη πτερὸ μὲ ξυλίνους κίονες (5×15) ἐνῷ τὰ κενὰ μεταξὺ τῶν ἀπολήξεων τῶν δοκῶν ἐπὶ τοῦ ἐπιστυλίου ἐνεδύθησαν μὲ πλάκες ὀπτοῦ πηλοῦ, τὶς μετόπες τοῦ δωρικοῦ ῥυθμοῦ, παρηγμένες στὴν Κόρινθο. Τέτοια μορφολόγηση τoῦ θριγκοῦ εἶναι κορινθιακὴ ἐπινόηση καὶ ἴσως ἐλκύει καταγωγὴ ἐκ τῆς Ἐγγὺς Ἀνατολῆς διὰ τῶν Μυκηναίων, γράφει ὁ Lawrence. Πράγματι, ὁ ἀρχαιότερος ἐξ ὁλοκλήρου λίθινος δωρικὸς ναὸς εἶναι ὁ ὁκτάστυλος ναὸς τῆς Ἀρτέμιδος στὴν κορινθιακὴ ἀποικία τῆς Κορίνθου (c.580 πΧ.). Ἐπίσης σύγχρονος εἶναι τὸ Ἡραῖον τῆς Ὀλυμπίας (ναὸς διπλοῦς ἐν παραστάσιν, ἤτοι μὲ πρόναο καὶ ὀπισθόδομο, περίπτερος ἐξάστυλος μὲ ἔσω διπλῆ κιονοστοιχία) λακωνικῆς ἐπιρροῆς τοῦ ὁποῖου οἱ ἀρχικοὶ ξύλινοι κίονες ἀντικαθίσταντο σὺν χρόνῳ μέχρι τοὺς χριστιανικοὺς χρόνους μὲ ἀπότελεσμα νὰ διαφέρουν μεταξύ των. Παρόμοιος εἶναι ὁ ναός τοῦ ἱεροῦ τῆς Ἀθηνᾶς Ἀφαίας στὴν Αἴγινα μὲ μονολιθικοὺς κίονες. Ἰδίου τύπου εἶναι ὁ ναὸς τοῦ Ἀπόλλωνος στὴν Κόρινθο μὲ θησαυρὸ τῆς πόλεως στὸν ὀπισθόδομο. Ὅμως ὁ δωρικὸς ναὸς γνώρισε μεγάλη ἐξάπλωση στὴν Μεγάλη Ἑλλάδα ―Magna Graecia, ἤτοι στὶς ἑλληνικὲς ἀποικίες τῆς νοτίου Ἰταλίας ὅπου ἐμφανίζονται ἰδιάζοντες τύποι. Οἱ ναοὶ τοῦ Σελινοῦντος ἔχουν ἄδυτο καὶ εὐρὺ πτερό ποὺ δύναται νὰ χαρακτηρισθοῦν ψευδοδίπτεροι. Ὁ ναὸς D (στὴν ἀκρόπολη) εἶναι ἐν παραστάσιν περίπτερος, ἐνῷ οἱ C (ὁ ἀρχαιότερος, στὴν ἀκρόπολη) καὶ F (στὸ τέμενος τοῦ ἀνατολικοῦ λόφου) πρόστυλοι περίπτεροι. Τὰ μετακιόνια τοῦ πτεροῦ τοῦ F κάποια στιγμὴ κτίσθησαν μὲ τοίχο μέχρι τὸ ἥμισυ τοῦ ὕψους τοῦ κίονα. Καὶ οἱ τρεῖς ἑξάστυλοι. Ὁ μεγαλώτερος ἡμιτελὴς ναὸς GΤ τοῦ Ἀπόλλωνος (στὸ τέμενος τοῦ ἀνατολικοῦ λόφου) εἶναι ὁκτάστυλος ψευδοδίπτερος μὲ πρόναο καὶ πρόστυλο σχήματος πεῖ καὶ ὀπισθόδομο ἐν παραστάσιν κατὰ τὸ ὕφος τῆς μητροπολιτικῆς Ἑλλάδος. Ὁ σηκὸς ἦταν ὑπαίθριος μὲ αἴθριο ποὺ σχημάτιζαν οἱ δύο κιονοστοιχίες ἐνῷ μικρὸς σηκὸς ἦταν τὸ ἄδυτο. Στὴν Ποσειδωνία ἀπαντᾶμε τὴν λεγομένη Basilica, ἐν παραστάσιν περίπτερο ἑννεάστυλο ναὸ τῆς Ἥρας μὲ ἀξονικὴ ἔσω κιονοστοιχία. Ὁ ναὸς ὁ λεγόμενος τῆς Cereris, ἀλλ’ ὅντως τῆς Ἀθηνᾶς, εἶναι πρόστυλος περίπτερος ἑξάστυλος, μὲ τὸ πρόστυλο στὸν πρόναο ἰωνικὸ σχήματος πεῖ καὶ σὲ ¾ κίονα οἱ παραστάδες, ἐνῷ εἶναι χῆρος ἀδύτου. Ἴδιόν του εἶναι οἱ ἑκατέρωθε τοῦ θυρώματος κλίμακες πρὸς τὴν ὀροφή, πρᾶγμα ὄχι ἀσυνήθιστο στὴν περιοχὴ καθὼς ἀπαντᾶται καὶ ἀλλοῦ ὅπως στὸν ναὸ τῆς νίκης στὴν Ἱμέρα στὶς Συρακοῦσες. Τῶν μέσων τοῦ ε΄ αἰ. εἶναι ὁ στὰ πρότυπα τῆς Ἑλλάδος λεγόμενος ναὸς τοῦ Neptuni, ἀλλ’ ὅντως τῆς Ἥρας, στὴν Ποσειδωνία, δίχα ἀδύτου, μὲ ὀπισθόδομο καὶ πρόναο, διπλοῦς ἐν παραστάσιν περίπτερος ἑξάστυλος. Ἀντιθέτως, στὸν Ἀκράγαντα ἀρχίζει νὰ κτίζηται ὁ πλέον εὐμεγέθης (ὅσον καὶ ὁ ἕτερος ἡμιτελῆς τοῦ Ἀπόλλωνος στὸν Σελινοῦντα) καὶ ἀλλόκοτος δωρικὸς ναός, τὸ Ὁλυμπεῖον, τῆς τάξης τῶν τριών πλέθρων (~100 m) μήκους καὶ ψευδοπερίπτερος, δηλαδὴ μὲ κτισμένη τὴν περίσταση μὲ ἡμικίονες (7×14) ἀντὶ κιόνων καὶ τελαμώνες ἢ ἄτλαντες μεταξὺ αὐτῶν ποὺ στηρίζουν τὸ ἐπιστύλιο τοῦ ὁποίου οἱ λιθόπλινθοι δὲν ἱκάνουν νὰ γεφυρώσουν τὸ μετακιόνιο.

Πηγή: Sir Banister Fletcher

Ἐνόσῳ στὴν Ἑλλάδα κτίζονται δωρικοὶ ναοὶ τύπου διπλοῦ ἐν παραστάσιν περιπτέρου ἑξαστύλου ἑκατόμπεδου μεγέθους (Ἀπόλλωνος Δελφῶν κτλ.) στὴν Ἱωνία ἐπινοεῖται ὁ ἱωνικὸς ῥυθμός ποὺ δίδει καὶ τοὺς μεγαλώτερους ναούς. Πέραν τοῦ ἐλικοειδοὺς κιονοκράνου ἀνατολικῆς ἐπιρροῆς, τῆς βάσης μὲ σπείρα ἢ τῆς ζωφόρου στὸν θριγκὸ ποὺ θα θίξω ἀλλοῦ, ἐμφανίζουν ἄλλον τύπο: στὴν Σάμο, τὴν Ἔφεσσο καὶ τὴν Μίλητο ἀπαντῶμε τρεῖς διπτέρους ναούς. Στὴν Σάμο εἶναι τὸ τρίτο καὶ τέταρτο Ἡραῖον, νηὸς μέγιστος πάντων νηῶν τῶν ἡμεῖς ἴδμεν (Ἡροδότου, ἱστορίαι, Θάλεια, 60.4). Δὲν ἔχει ὀπισθόδομο, ἀλλὰ ἔχει πρόστυλο στὸν ὀπίσω τοίχο, ὅπως καὶ ἐμπρός ἐν εἴδει προστύλου στὸν πρόναο ὁποῖος εἶναι ἐπίσης καὶ ἐν παραστάσιν καθὼς οἱ δύο κεντρικοὶ κίονες τῆς πρόσοψης συνεχίζουν ὡς ἐσωτερικὲς κιονοστοιχίες ἀπὸ τὸν πρόναο μέχρι τὸ τέλος τοῦ σηκοῦ καὶ τὸν μοιράζουν σὲ τρία ἰσομερῆ κλίτη. Ὁ ἴδιος ὁ πρόναος εἶναι βαθὺς μὲ μῆκος πέντε μετακιονίων. Μόνον ὁ σηκὸς μὲ τὶς τρεῖς κιονοστοιχίες ἐμπροσθέν του περατώθη. Ἀντιθέτως πρὸς τὴν κρηπῖδα ὕψους λίγων ἀναβαθμίδων τῶν δωρικῶν ναῶν, οἱ νάοι τῆς Ἱωνίας ἔχουν ὑψηλὸ πόδιον: τὸ Ἡραῖον ἔχει δέκα, τὸ Ἀρτεμίσιον τῆς Ἐφέσου, δεκατέσσερις βατὲς βαθμίδες πέριξ, τὸ Διδυμαῖον τῆς Μιλήτου, ἑπτὰ πέριξ καὶ δεκατέσσερις βατὲς ἔμπροσθε. Τὸ Ἀρτεμίσιον εἶναι τῶν ἑπτὰ θαυμάτων ποὺ διέκρινε ὁ Ἀντίπατρος ὁ Σιδώνιος, καὶ κεῖνο ποὺ ἀμαυρώνει τὰ ὑπόλοιπα:

ἀλλ’ ὅτ’ ἐσεῖδον Ἀρτέμιδος νεφέων ἄχρι θέοντα δόμον,’κεῖνα μὲν ἠμαύρωτο, καὶ ἦν· Ἴδε, νόσφιν Ὀλύμπου Ἅλιος οὐδέν πω τοῖον ἐπηυγάσατο.

Ὡς τέμενος προϋπάρχει τοῦ ναοῦ ἀναγόμενο στὶς μυθικὲς Ἀμαζόνες, καὶ θεμελιώθη ὑπὸ τοῦ βασιλέως τῆς Λυδίας, Κροίσου. Ἐχρειάσθη σχεδὸν ἑκατονταετία ἵνα περατωθῇ καὶ κατασκευάσθη ἐκ ἀσβεστολίθου μὲ ἐπένδυση μαρμάρου. Οἱ κίονες ἦσαν λύγδινοι (μαρμάρινοι). Τὸ μάρμαρο μπορεῖ νὰ δώσῃ ἄλλωστε τὶς ῥαδινὲς ἀναλογίες τοῦ ἰωνικοῦ ῥυθμοῦ. Ἔχει σπάνιο προσανατολισμὸ πρὸς δυσμάς, ποὺ ἀπαντᾶται μόνο στὴν Μικρὰ Ἀσία. Εἶναι ναὸς ἀμφιπρόστυλος δίπτερος, ὁκτάστυλος (8×20). Ὁ στυλοβάτης εἶναι 163ft 9½×342ft 6½ ἐνῷ ἡ κρηπίς, 239ft 4½X418ft 1½.  Μετὰ τὸν πρόναο εἶναι ἕνας σχεδὸν τετράγωνος πρόδομος μὲ δύο ζεύγη κιόνων καὶ ἑκατέρωθεν θησαυρὸ καὶ κλίμακα. Ὁ σηκὸς ἔχει διπλὴ κιονοστοιχία ποὺ καταλήγει σὲ κόγχη ὅπου ὀρθώνεται ἐπὶ βωμοῦ τὸ ἀγαλμα τῆς Ἐφεσίας Ἀρτέμιδος. Ἡ κόγχη ἀφίει νὰ εἰκάσωμε ὅτι τὸ κεντρικὸ κλῖτος ἦταν ὑπαίθριο καὶ ὅτι ὁ σηκὸς περιέβαλε κάποιο παλαίτερο ἱερό. Πίσωθε ἔνι ἔσω ὀπισθόδομος μὲ δύο ζεύγη κιόνων καὶ ἔξω ὁπισθόδομος, ἀκριβῶς ὅπως οἱ πρόναοι. Τέλος εἶναι ὁ ναὸς τοῦ διδύμου τῆς θεᾶς, Ἀπόλλωνος. Καὶ αὐτοῦ, προϋπάρχει ναὸς τοῦ 700 πΧ. πιθανὸν ἐκατόμπεδος (ἐκατὸ ποδῶν) καὶ ὑπαίθριος: ἦν γὰρ αὐτόθι μαντήιον ἐκ παλαιοῦ ἱδρυμένον, τῷ Ἴωνές τε πάντες καὶ Αἰολέες ἐώθεσαν χρᾶσθαι. Ὁ δὲ χῶρος οὗτος ἐστὶ τῆς Μιλησίης ὑπὲρ Πανόρμου λιμένος, ὥς γράφει ὁ Ἡρόδοτος (Κλειώ, 157). Ὁ δίπτερος ἀνηγέρθη τὸν ϛ΄ αἰ. ὥστε νὰ ὁμοιάζῃ στοὺς ἄλλους δύο ―δὲν πρέπει νὰ ἀμελήσωμε τὴν ἅμιλλα μεταξὺ τῶν τριῶν πόλεων. Κεῖ κατέληγε ἡ ἱερὰ ὁδὸς μὲ παροδίους λέοντες, σφίγγες, κούρους καὶ κόρες ὅπως στὰ αἰγυπτικὰ τεμένη. Χαμηλὰ στοὺς κίονες διαμορφώνονταν κόρες ὡς καρυάτιδες. Τὸν ναὸ πυρπόλησε ὁ βασιλεὺς Δαρεῖος τὸ 494 πΧ. καὶ ὁ Ξέρξης τὸν κατέσκαψε δεκαοκτὼ χρόνια ἀργότερο. Τὰ ἐρείπια ποὺ βλέπομε σήμερον εἶναι τοῦ ἑλληνιστικοῦ ναοῦ ποὺ ἐκτίσθη ἐπὶ τοῦ προηγουμένου: ἐν παραστάσιν δίπτερος δεκάστυλος (10×21) μὲ πρόναο μὲ τέσσερις κατ’εὖρος ἐπὶ τρεῖς κίονες κατὰ βάθος. Κατόπι ὁ εἰσερχόμενος περνάει σὲ στενὸ πρόδομο μὲ κλίμακες ἑκατέρωθε, ὅθεν θεᾶται τὴν ὀροφὴ τοῦ προστύλου ναΐσκου ποὺ κεῖται στὸ βάθος του ὑπαιθρίου σηκοῦ, καθὼς τὸ δάπεδο του χαμηλώνει κατὰ τὸ ἐξωτερικὸ ἐπίπεδο.

Ίωνικοὶ ναοὶ Μικρᾶς Ἀσίας,πηγή: Coulton, Greek Architects

 

Στὴν Ἑλλάδα μετὰ τοὺς περσικοὺς πολέμους οἱκοδομοῦνται ναοί, εἴτε τέτοιοι ποὺ συνεχίζουν τὴν δωρία παράδοση, ὅπως ὁ μέγας ναὸς τοῦ Διὸς στὴν Ὀλυμπία ἢ τὸ Ἡφαιστεῖον στὴν ἀγορὰ τῶν Ἀθηνῶν καὶ ὁ ναὸς τοῦ Ποδειδῶνος στὸ Σούνιο ―πάντες διπλοῖ ἐν παραστάσιν περίπτεροι ἑξάστυλοι, εἴτε μᾶλλον καινοτόμες οἰκοδόμες ὅπως ὁ Παρθενὼν καὶ τὸ Ἐρέχθειον ἐπὶ τῆς ἀθηναϊκῆς ἀκρόπολης, ὁ ναὸς τοῦ Ἐπικουρίου Ἀπόλλωνος στὶς Βᾶσσες τῆς Φιγαλείας καὶ ὀψιμώτερος ὁ ναὸς τῆς Ἀλέας Ἀθηνᾶς στὴν Τεγέα καὶ τοῦ Διὸς στὴν Νεμέα. Ὁ Παρθενών εἶναι δωρικός, ἀμφιπρόστυλος περίπτερος ὁκτάστυλος (8×17) μὲ ἐσωτερικὴ διώροφο κιονοστοιχία σχήματος πεῖ ὥστε νὰ περιβάλλῃ τὸ ἄγαλμα τῆς Ἀθηνᾶς. Στὸ ὀπίσω, δυτικὸ μέρος (πρὸς τὰ προπύλαια) μετὰ τὸν ὀπισθόδομο εἶναι ὁ κυρίως Παρθενὼν μὲ δύο ζεύγη ἰωνικῶν κιόνων. Ἐπίσης τὸν σηκὸ περιζώνει ἰωνικὴ ζωφόρος. Τὸ Ἐρέχθειο εἶναι πρόστυλος ἰωνικὸς ναὸς ἑξάστυλος μὲ πρόστυλο εἰσόδου διάταξης πεῖ (4×2) στὴν βορειοδυτικὴ γωνία καὶ ὁμοίας διάταξης πρόσταση μὲ καρυάτιδες στὴν νοτιοδυτικὴ γωνία. Τὸ δύτικο μέρος ἔχει χαμηλότερο δάπεδο τοῦ ἀνατολικοῦ. Ἡ ἀσύμμετρος μορφὴ τοῦ μνημεῖου ὑποδηλοῖ σύνθετη λατρεία τοῦ ξοάνου τῆς Ἀθηνᾶς, μυθικῶν ἡρώων οἰκιστῶν καὶ χθονίων θεοτήτων. Ὁ ναὸς τοῦ Ἐπικουρίου Ἀπόλλωνος στὶς Βᾶσσες ἔχει ἀλλόκοτο προσανατολισμὸ κατὰ βορρᾶν, εἶναι δωρικοῦ ῥυθμοῦ, διπλοῦς ἐν παραστάσιν περίπτερος ἑξάστυλος (6×15) μὲ δύο στοίχους ἔσω, πέντε πλευρικῶν ἐπιτοιχίων ἡμικιόνων ἰωνικοῦ ῥυθμοῦ. Ἡ σημαντικὴ πρωτοτυπία του ὅμως εἶναι ὁ μόνος κίων κορινθιακοῦ ῥυθμοῦ τεθειμένος στὸ μέσον τοῦ τελευταίου ζεύγους ἡμικιόνων ἔτσι ὥστε νὰ ὁρίζῃ ὀπίσω του τὸ ἄδυτο ὅπου ὀρθώνεται τὸ ἄγαλμα. Κεῖ, παράθυρο φώτιζε αὐτὸ ἐξ ἀνατολάς. Εἰκάζεται ὅτι οἱ ἕνδεκα κίονες ὥριζαν αἴθριο. Κατὰ τὸν ἐπόμενο αἰῶνα στὸν ναὸ τῆς Ἀλέας Ἀθηνᾶς στὴν Τεγέα τοῦ γλύπτου Σκόπα,  δεύτερο σὲ μέγεθος στὴν Πελοπόννησο, τοῦ αὐτοῦ τύπου (6×14) οἱ ἔσω ἡμικίονες εἶναι κορινθιακοῦ ῥυθμοῦ ὡς μᾶλλον νευρώσεις καὶ διακοσμητικοὶ καὶ ἴσως ἐπιτεθειμένες σ’ αὐτούς, ἰωνικοῦ ῥυθμοῦ:

Ὁ δὲ ναὸς ὁ ἐφ´ ἡμῶν πολὺ δή τι τῶν ναῶν, ὅσοι Πελοποννησίοις εἰσίν, ἐς κατασκευὴν προέχει τὴν ἄλλην καὶ ἐς μέγεθος. Ὁ μὲν δὴ πρῶτός ἐστιν αὐτῷ κόσμος τῶν κιόνων Δώριος, ὁ δὲ ἐπὶ τούτῳ Κορίνθιος· ἑστήκασι δὲ καὶ ἐντὸς τοῦ ναοῦ κίονες ἐργασίας τῆς Ἰώνων. Ἀρχιτέκτονα δὲ ἐπυνθανόμην Σκόπαν αὐτοῦ γενέσθαι τὸν Πάριον, ὃς καὶ ἀγάλματα πολλαχοῦ τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, τὰ δὲ καὶ περὶ Ἰωνίαν τε καὶ Καρίαν ἐποίησε.
Παυσανίου, Ἑλλάδος Περιήγησις, Ἀρκαδικά, κεφ.ΜΕ΄

B. H. Hill, The Temple of Zeus at Nemea (Princeton 1966), Pl. IV.

Ἴδιον τοῦ ναοῦ εἶναι ἐπίσης τὸ θύρωμα στὴν μακρὰ βορινὴ πλευρὰ τοῦ σηκοῦ μὲ ἀντίστοιχη ῥάμπα ὅπως στὴν κεντρικὴ εἴσοδο. Οἱ κίονες εἶναι ἐξαιρετικῶς ῥαδινοί, καὶ ἐν γένει οἱ ἀναλογίες τοῦ ναοῦ. Ὁ σύγχρονός του, ναὸς τοῦ Διὸς στὴν Νεμέα (ἐν παραστάσιν περίπτερος ἐξάστυλος, 6×12) μὲ πλέον ῥαδινοὺς δωρικοὺς κίονες (ἴδιον βεβαίως τῶν ὄψιμων χρόνων) ἀλλὰ ἀπέριττος πρὸς τὸν κατάκοσμο ναὸ τῆς Ἀλέας, ἔχει ἔσω κορινθιάκους κίονες παρὰ τὶς παρειὲς τοῦ σηκοῦ μὲ μικροὺς ἰωνικοὺς ἐπ’αὺτῶν. Ἡ κιονοστοιχία σχηματίζει πεῖ καὶ ἀφίει ἔτσι τὸν χῶρο τοῦ ἀδύτου ποὺ εἶναι ἕνας λάκκος μὲ ἀναβαθμοὺς ὑπὲρ προσφορῶν. Τὸ Ἀσκληπεῖον στὸ ἱερὸ τοῦ Ἀσκληπείου στὴν Ἐπίδαυρο εἶναι τοῦ αὐτοῦ τύπου καὶ ὑπερπολυτελής. Τὸ πτερὸ ἔμπροσθε τοῦ πρόναου λαμβάνει εὖρος ψευδοδιπτέρου.

 

Ἅμα μὲ τὶς κατακτήσεις τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου στὴν Μικρὰ Ἀσία, ὁ ἱωνικὸς ῥυθμὸς ἀνακαινοῦται. Εἶναι ἡ ἐποχὴ τῶν ἀνακαινίσεων τοῦ Ἀρτεμισίου καὶ τοῦ Διδυμαίου, ἐνῷ κτίζονται ναοὶ ὅπως οἱ ἑξῆς: ὁ ναὸς τῆς Ἀθηνᾶς Πολιάδος ἐπὶ Ἀλεξάνδρου στὴν Πριήνη τοῦ ἀρχιτέκτονα Πυθέου, καὶ βαθὺ πρόναο μὲ ἕνα ζεύγος κιόνων· κατὰ μίμηση τῶν μεγάλων ἱερῶν τῆς περιοχῆς θεμελιοῦται τὸ Ἀρτεμίσιο στὶς Σάρδεις ὑπὸ τοῦ Σελεύκου Νικάτορος, ψευδοδίπτερος, τὸ πτερὸ τοῦ ὁποίου δὲν συνεπληρώθη παρὰ στοὺς ῥωμαϊκοὺς χρόνους·  ὁ ναὸς τῆς Ἀρτέμιδος Λευκοφρυηνῆς ἐπὶ Ἀτταλιδῶν στὴν Μαγνησία τοῦ ἀρχιτέκτονα Ἑρμογένους, διπλοῦς ἐν παραστάσιν περίπτερος ὀκτάστυλος, πυκνόστυλος (μετακιόνιο 1½ ἡ βάση τοῦ κίονος καὶ λιγώτερο) ὥστε νὰ ἐπιτύχει ῥαδινώτερο κίονα, ἐνῷ τὸ κεντρικὸ μετακιόνιο εἶναι σύστυλο (δὶς τὸν κίονα) ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἄνετος πρόσβαση, ποὺ τηρεῖται στὰ μετακιόνια τῶν ζευγῶν κιόνων τοῦ σηκοῦ ποὺ ἔχει καὶ στὸν ἐξαιρετικῶς μακρὸ πρόναο.

πηγή: Lytellton, ‘Baroque Architecture,’ fig 37, p 217

Ἄλλα καθιερωμένα κτήρια εἶναι μικροὶ ἄπτεροι ναΐσκοι ἐν παραστάσιν ὅπως οἱ θησαυροὶ πόλεων σὲ πανελλήνια τεμένη (Δελφοί, Δῆλος, Ὀλυμπία), πρόστυλοι (πχ. ναὸς Ἀθηναίων στὴν Δῆλο) ἢ ἀμφιπρόστυλοι (πχ.  ναὸς τῆς Ἀπτέρου Νίκης, ναὸς Ἀγροτέρας Ἀρτέμιδος ἐπὶ Ἰλισσῷ). Ἰδιάζοντα κτήρια εἶναι αἱ θόλοι, περίπτερα κυκλικὰ κτήρια μὲ ξυλίνη κωνικὴ στέγη ὅπως στὸ μαντείο τῶν Δελφῶν καὶ στὸ ἱερὸ τοῦ Ἀσκληπιοῦ (τοῦ Πολυκλείτου) στὴν Ἐπίδαυρο ἢ τὸ Φιλιππεῖον στὴν Ὁλυμπία. Ὁ τύπος τοῦ ναοῦ δὲν τηρεῖται στὶς μυστηριακὲς λατρεῖες, καθὼς ἐνῷ ἡ κοινὴ λατρεία εἶναι ὑπαιθρία καὶ τὸ ἱερὸ δὲν εἶναι ἄλλα τὸ εἰκονοστάσιο τοῦ ξοάνου, στὰ μυστήρια πρέπει τὸ κτήριο νὰ στεγάσῃ ὡς αἰθουσα, τοὺς μύστες. Τὸ Θεσμοφόριο τῆς Δήμητρας καὶ Περσεφόνης στὴν Δῆλο εἶναι δύο τετράγωνες ὑπόστυλες αἴθουσες (δύο ζεύγη ἰωνικῶν κιόνων) ἀμφοτέροθε τετράγωνης περιστύλου αὐλῆς (τεσσάρων δωρικῶν κιόνων ἀνὰ πλευρά) ἰδίου μεγέθους μὲ πηγάδι. Τὸ τελεστήριο τῆς Ἐλευσίνος εἶναι χῶρος συναγωγῆς μὲ περιμετρικὲς κερκίδες καὶ τὸ σχῆμα τῆς αἰθούσης  τετράγωνο (ἂν ἐξαιρέσωμε τὸ ὀρθογωνικὸ τοῦ Κίμωνος),  βεβαίως ὑπόστυλο.

Τέλος εἶναι τὰ τάφικα μνημεῖα στὴν Μικρὰ Ἀσία. Οἱ τάφοι στὴν ὑποσατραπεία τῆς Λυκίας εἶναι εἴτε ὑπόσκαφοι μὲ λαξευτὴ πρόσοψη ναΐσκου μὲ ὀξυκόρυφη ἁψῖδα (πεταλόσχημη)  σὰν γάστρα ἀνεστραμμένου πλοίου (πχ. στὰ Πίναρα) ἢ ἰωνικοῦ ἐν παραστάσιν (πχ. στὴν Τελμησσό), εἴτε ἔχουν μορφὴ στήλης ἢ ὀβελίσκου (πχ. στὸν Ξάνθο) ὅπου ἡ σαρκοφάγος τίθεται ψηλά, ἐπὶ ποδίῳ καὶ λαξεύεται ὡς ναΐσκος μὲ ὀξυκόρυφο θόλο ἢ ὅπως στὸ λεγόμενο μνημεῖο τῶν Νηρηίδων γίνεται ὁλόκληρος ἱωνικὸς ναΐσκος. Πιθανῶς συγγενεύουν μὲ τὸν τάφο τοῦ Κύρου ὅπου ἡ σαρκοφάγος τίθεται ἐπὶ ποδίου μορφῆς ζιγκουράτ.  Τέτοιοι τάφοι ἦταν τὸ σύγχρονο πρότυπο διὰ τὸ περίφημο Μαυσωλεῖο τῆς Ἀλικαρνασσοῦ ποὺ ἔκτισε ἡ Ἀρτεμισία πρὸς χάριν τοῦ συζύγου της σατράπη τῆς Καρίας Μαυσώλου τὸ 349 πΧ. καὶ ὁ γειτονικὸς Τάφος τοῦ Λέοντος στὴν Κνίδο, ἑλληνιστικῆς περιόδου. Τὸ πρῶτο εἶναι ἔργο τοῦ Πυθίου καὶ κάποιου ὀνόματι Σατύρου. Ἐπὶ ὀρθογωνικοῦ ποδίου ἐπενδεδυμένου μὲ λύγδο, ὕψους 65 ποδῶν ὀρθοῦται περιστύλιο περιβάλλον σηκό, 36 ἰωνικῶν κιόνων (9×11) ὕψους σὺν θριγκῷ, 36ft2½. Ὕπερθε βαθμιδωτὴ στέγη 24 βαθμίδων καὶ ὕψους 24ft6½ κορυφοῦται σὲ τέθριππο μὲ τὰ ἀγάλματα τοῦ ἀρχοντικοῦ ζεύγους. Στὸ δεύτερο τὸ πόδιο φέρει ἀνάγλυφο δωρικὸ περιστύλιο (4×4) καὶ στέφεται πάλιν μὲ βαθμιδωτὴ πυραμίδα στὴν κορυφὴ τῆς ὁποίας τίθεται τὸ ἄγαλμα καθιστοῦ λέοντα.

The Nereid Monument. Illustration for Greek Coins and their Parent Cities by John Ward (John Murray, 1902).

 

Τύμβοι ἐν γένει ὑπάρχουν στὴν περιοχὴ τῆς Μεσογείου καὶ τὴν Μικρὰ Ἀσία ὅπως εἶναι ὁ τάφος τοῦ Μίδα καὶ τοῦ Ἀλυάττη. Ἐνδιαφέρον ἔχει ἡ ἐμφάνισή τέτοιων ὡς λατρευτικὰ σήματα στὴν Ἰνδία. Ἅμα μὲ τὸ ἑλληνοϊνδικὸ βασίλειο ἐμφανίζονται ἐκεῖ καὶ εἰκονοστάσια ποὺ θὰ φθάσουν μέχρι τῆν Ἰαπωνία.

[ΣΤΟΥΠΑ ΚΑΙ ΜΑΝΔΙΡ] Στὸν ἰνδουϊσμὸ καὶ τὸν βουδδισμό, ὁ περίβολος τοῦ κόσμου ἔχει κυκλικὸ σχῆμα μὲ πύλες στὰ τέσσερα σήμεια του ὁρίζοντα καὶ οὕτως ὀνομάζεται maṇḍala मण्डल, δηλαδὴ κύκλος, σύνθεση τῆς λέξης maṇḍa ―οὐσία, καὶ la―περιέχων ἢ yantra यन्त्र (δαίδαλον). Ἐγγράφεται σὲ αὐτὸν τετράγωνο ποὺ  χωρίζεται μὲ διαγωνίους σὲ τέσσερα τρίγωνα ποὺ καθ’ ἕκαστον ἀντιστοιχουν στὶς πύλες πρὸς τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα: εἶναι μία συμβολικὴ παράσταση τοῦ κόσμου. Ἐφαρμόζεται στὸν σχεδιασμὸ πόλεων, ἀνακτόρων μέχρι καὶ τοῦ σπιτοῦ ὅπως στὶς γιούρτες ὅπου τὸ occulus στὸ κέντρο ὡς καπνοδόχος καὶ φεγγίτης εἶναι καὶ ἄξων τοῦ κόσμου, καὶ βεβαίως, στὰ ἱερά.

Τὸ στοῦπα (स्तूप stūpa) ποὺ σημαίνει σωρός, εἶναι ἕνας τύμβος (tumba, μαγούλα) περιέχων λείψανα τοῦ Βούδδα, περιβαλλόμενος ἔρκους μὲ τέσσερις πύλες. Δηλαδὴ σὲ κάτοψη εἶναι μάνδαλα ἐνῷ σὲ ὅψη ἀποτελεῖται ἀπὸ πέντε μέρη, τὸ καθένα  ν’ ἀντιστοιχεῖ σ’ ἄλλο σχῆμα, φυσικὸ στοιχεῖο, χρῶμα καὶ μυστικὴ λέξη. Τὴν ἱερὰ ἰνδοθιβετιανὴ τέχνη καὶ ἀρχιτεκτονικὴ καὶ τὸν συμβολισμὸ αὐτῶν μελέτησε στὸν μεσοπόλεμο ὁ Giuseppe Tucci. Καταρχὰς εἶναι ἡ βάση ὡς πλίνθος ἢ βάθρο (τετράγωνο) καὶ σημαίνει τὴν γῆ  (κίτρινο, a)· μετά, ὁ τροῦλλος (κύκλος) ποὺ σημαίνει τὸ ὕδωρ (λευκό, vam)· ἀνωτέρω εἶναι ἡ σπεῖρα ὡς κωνικὸς πόλος (τρίγωνο) ποὺ σημαίνει τὸ πῦρ, (ἐρυθρό, ram). Τέλος, ἐπὶ ἑνὸς τσάκρα (σκιαδίου) εἶναι ἡ ἡμισέληνος, ποὺ σημαίνει τὸν ἀέρα (πράσινο/μέλαν παρὰ Tucci, ham) καὶ ὁ ἥλιος, ποὺ σημαίνει τὸν αἰθέρα (γαλάζιο/ποικίλλο παρὰ Tucci, kham). Παρ’ ἄλλοις τὸ χρῶμα του ὕδατος εἶναι γαλάζιο καὶ τοῦ αἰθέρος, λευκό. Τὸ στοῦπα ὡς μορφὴ ἀπαντᾶται στὸ στήσιμο τῆς νεκρικῆς πυρᾶς ὅπου ὁ νεκρὸς φλέγεται πρὸς τὸν οὐρανὸ ἐπὶ σωροῦ ξύλων. Καθὼς τὸ σύνολο εἶναι καὶ καθιστὸς βούδδας, ἡ πενταμερὴς διάρθρωση ἐκφράζει καὶ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα. Πράγματι ὁ ναὸς caitya (τσαΐτια) ποὺ ἔμφανίζεται περὶ τὸν τρίτο πΧ. αἰ. εἶναι μία θολωτὴ στενόμακρος αἴθουσα μὲ εἴσοδο στὸ ἔνα ἄκρο καὶ ποὺ καταλήγει σὲ κόγχη ἡ ὁποῖα δέχεται μικρὸ στοῦπα σὰν ξόανο θεοῦ. Εἶναι ἄλλωστε ἡ ἐποχὴ τοῦ ἑλληνοβουδδικοῦ κράτους. Παρότι εἶναι λαξευτὰ ἐντὸς βράχου ―ὅπως τὰ πρῶτα ζαϊνιστικὰ ἱερὰ― ἢ λιθοκτίστα κτήρια, πρέπει νὰ προέρχεται ἀπὸ ξύλινὴ καλύβη ὅπως φανερώνουν οἱ νευρώσεις στὴν πέτρα ποὺ παριστοῦν νομεῖς-ζευκτά καὶ τεγίδες τὴς θολωτῆς στέγης σὰν ἀνεστραμμένης γάστρας πλοίου. Μᾶς ἐκπλήσσει ἡ ὁμοιότης μὲ τοὺς λυδικοὺς τάφους[x]. Στὴν ὄψη διαμορφώνεται ἔτσι φλογόμορφος ἁψὶς ποὺ θυμίζει στοῦπα. Ἄλλωστε caitya σημαίνει βάθρο καὶ νεκρικὴ πυρά. Τὰ ἀγάλματα τοῦ Βούδδα (μόνα, ἐκτὸς παραστάσεων) ἐμφανίζονται ὀψὲ κατὰ τὸν πρῶτο μΧ. αἱ. ἑλληνίζοντα, ἀρχικῶς σὲ μοναστήρια, σὲ ἐποχὴ ποὺ κτίζονταν ἀκόμη caitya, καὶ ὅταν δὲν λαξεύονται στὸν βράχο, στεγάζονται ἐντὸς τετράγωνων σηκῶν, τὰ εἰκονοστάσια (image houses). Ἄλλο εἶδος ἱεροῦ εἶναι τὰ vruksha chētiya, τὰ ἱερὰ δένδρων bōdhi, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ περίβολος πέριξ τοῦ δένδρου μπανιάν κάτω τοῦ ὁποίου ὁ Βούδδας ἔφτασε στὴν φώτιση, καὶ ἔτσι ἐκφράζει ἀκριβῶς τοῦτο.

caitya

Στοὺς ναοὺς Βραχμάνων καὶ Ἱνδουιστῶν mandir, ἀλλὰ καὶ Ζαϊνιστῶν derasar (દેરાસર) ἢ basadi (ಬಸದಿ), ποὺ ἐμφανίζονται ἀργότερο, μετὰ τὴν ἐποχῆ τῶν Gupta,  ἀπαντῶμε πάλιν τὸ ἱερὸ ὄρος ὡς μίαν σπεῖρα ποὺ ὀνομάζεται śikhara (ἀκριβῶς, κορυφὴ ὄρους) ἢ vimana στὸν νότο, πύργο ποὺ στεγάζει τὸ κυρίως ἱερό, τὸ ἄδυτο, τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, garbhagriha गर्भगृह (ἀκριβῶς, μητροειδὴς θάλαμος): εἶναι κλείστος κυβοειδής θάλαμος χωρίς διάκοσμο πλὴν τοῦ ἀγάλματος τοῦ θεοῦ καθὼς ἐκφράζει τὴν ἄμορφο καθολικὴ οὐσία (parusha) καὶ εἶναι κέντρο τοῦ μάνδαλα τοῦ οἶκου τῆς καθολικῆς οὐσίας (vastupurushamandala). Στὸ τετράγωνο τοῦτο ἱερὸ δύναται νὰ εἰσέλθη τις διὰ προστῴου ποὺ ἀνεπτύχθη σὲ ὑπόστυλο αἴθουσα καὶ καλεῖται maṇḍapa मण्डप συνήθως ὡσαύτως συμμετρική, τετράγωνη ἢ ὀρθογώνιος (Parasuramesvara, Bhuvaneshwar, c.750) ὡσὰν περίπτερο. Ἀπαντᾶται καὶ σὲ σταυροειδὴ διάταξη ἔχοντας στὶς πλάγιες πλευρὲς παράθυρα (Kandarya Mahadeva, Khajuraho, ι΄αἰ.)  ἢ ἀναβαθμούς (Μἐγας ναός στὸ Bellur, ιβ΄ αἰ.) καθὼς τὸ σύνολο εὑρίσκεται πάντοτε ἐπὶ ἀνδήρου (jagati). Τὸ κεντρικὸ μανδάπα καλεῖται μέγα (महामण्डप mahāmaṇḍapa) ἐνῷ ἡ εἴσοδος ardhamaṇḍapa (अर्धमण्डप ἀκριβῶς, ἡμιαίθουσα) μὲ τὸν κύριο ἀναβαθμὸ πρὸς τὴν ἀνατολή.  Στὴν τετάρτη πλευρὰ ὅπου γίνεται τὸ πέρασμα πρὸς τὸ ἱερὸ δύναται νὰ σχηματίζηται προθάλαμος καλοῦμενος antarāla अन्तराल. Στὸ μανδάπα συγκαλοῦνται συνάξεις καὶ τελοῦνται οἱ γάμοι τῶν θεῶν. Ὅλο τὸ συγκρότημα τοῦ ἱεροῦ ἐγγράφεται σε μάνδαλα χωρισμένο σε τετράγωνα pada, ὡς γνώμονες ὁ ἀριθμὸς τὸν ὁποίων εἶναι ἀνάλογος τοῦ μεγέθους (1, 2², 3², 5², 6² κοκ.). Τοῦτα ἀναγράφονται στὰ συγγράμματα τῆς περὶ δόμου διδαχὴς vāstu śāstra, ποὺ γνώριζαν οἱ Βραχμάνοι ποὺ συνεβούλευαν τὸν ἀρχιτέκτονα sutradhara, τὸν ἀρχιλιθοξόο καὶ τοὺς γλύπτες shilpins, ὀργανωμένους ὅλους ὑπὸ συντεχνίες. Τὰ ἔργα πόριζαν πάτρωνες ὅπως παντοῦ ―συνήθως βασιλικοὶ στοὺς ἱνδουικοὺς καὶ ἰδιώτες στοὺς ζαϊνικούς.

ναὸς Parasuramesvara

ναὸς Ramesvara, Ramanathapura, Karnataka

Παραλλαγὴ τῆς στέγης σιχάρα εἶναι ἡ βαθμιδωτῆς πυραμίδας ―prasada, ποὺ ἐμφανίζεται στὴν νότιο Ἱνδία κατὰ τὸν η΄ μΧ. αἰ. ἐπὶ δυναστείας τῶν Παλλαύα βασισμένη σὲ πρότυπα ἱερῶν λαξευτῶν σὲ στέρεο βράχο. Οἱ παράκτιοι ναοὶ στὸ Μαμαλλαπουράμ (c.725 μΧ.) ἔχουν πέντε βαθμίδες, ὁ ναὸς Tiruvirattanesvara (Tiruvadigai, η΄ αἰ.) ἔχει ἕξ, ἐνῷ ὁ ναὸς Brhadesvara (Tanjavur, ια΄ αἰ.), δεκαπέντε. Ἄλλοτε ἡ στέγη ἀπολήγει σὲ θολωτὴ πεταλόσχημο στέγη ἐγκαρσιῶς στὸν ἄξονα τοῦ ναοῦ ὅπως στὸν λαξευτὸ σὲ ρόδινο γρανίτη Ganesa Ratha (Mamallapuram, ζ΄ αἰ.), στὸ ἱερὸ Salakara (τέμενος Kailasantha, Kanchipuram, η΄ αἰ.), στὸν ὑπερκοσμημένο ναὸ Pandavara-p-perumal (Kanchipuram, μέσα ια΄ αἰ.). Ὅταν ἡ θολωτὴ στέγη τίθεται κατὰ μῆκος ὅπως στὸν λαξευτὸ σὲ βράχο Nakula-Sahadeva (Mamallapuram, ζ΄ αἰ.), στὸν ὀπτοπλινθόκτιστο ναὸ Tirunagesvara (Kolambakkam θ΄ αἰ.) ἢ στὸν λιθόκτιστο Adispurisvara (Tirruvoniyur, ια΄ αἰ.), ἀπολήγει σὲ ἡμισφαιρική κόγχη μιμοῦμενο τὰ ἱερὰ caitya. Ἀξίζει νὰ μνημονεύσωμε τοὺς ξυλίνους ναοὺς ὅπως εἶναι ὁ Chergaon στὴν Chamba.

[ΠΑΓΟΔΑ ΚΑΙ ΙΕΡΑ ΣΕ ΚΙΝΑ ΚΑΙ ΙΑΠΩΝΙΑ] Παγόδα (塔 Tǎ) εἶναι τὸ ὅνομα τοῦ στοῦπα στὴν Κίνα, καὶ διαμορφώνεται ὡς πολυόροφο πρίσμα μὲ ἐπάλληλες στέγες πάντοτε σὲ μονὸ ἀριθμό: τετράγωνη, ἑξάγωνη ἢ ὁκτάγωνη, ἀπὸ ξῦλο, τοῦβλο ἢ πέτρα, κοίλη ἢ στερεά, μειοῦμενη πρὸς τὴ κορυφὴ ἢ ὅχι. Ἀκόμη καὶ στὸ μὴ βουδδιστικὸ Τέμενος τοῦ Οὑρανοῦ 天壇 Tiāntán ποὺ ἐκτίσθη ἐπὶ Míng καὶ Qīng ὑπάρχουν δύο ξύλινα κυκλικὰ κτήρια ἐπὶ μαρμάρινης βαθμιδωτῆς βάσης, ἡ Αἴθουσα Προσευχῆς Ὑπὲρ Καλῶν Συγκομιδῶν (祈年殿 Qiniandian) καὶ ἡ Αὐτοκρατορικὴ Θόλος τοῦ Οὐρανοῦ (皇穹宇 Huangqiongyu) ποὺ σχηματίζουν ἄξονα μὲ τὸν βῶμο  (圜丘坛) στὸ νότιο ἄκρο. Τὸ πρῶτο κτήριο ἔχει τρεῖς ἐπάλληλες στέγες ἐνῷ τὸ δεύτερο, μία. Ἐν γένει στὰ ἱερά, οἱ Κινέζοι κάνουν προσφορὲς σὲ προγόνους καὶ ἥρωες (祠 cí) καὶ τοὺς θεούς (廟miào). Εἶναι ὁρθογώνιες αἴθουσες μὲ στέγη μὲ τὴν εἴσοδο στὴν μακρὰ πλευρά. Τὰ βουδδιστικὰ ἱερὰ ἀποτελοῦνται βασικῶς ἀπὸ περίβολο μὲ παγόδα καὶ εἰκονοστάσιο. Στὸν νότο, ἐπὶ ἀνατολικῶν Jin ἀπαντῶμε δίδυμες παγόδες ἔπροσθε τοῦ εἰκονοστασίου ἐνῷ ἐπὶ Táng, οἱ παγόδες τίθενται σὲ χωριστὲς αὐλές. Ἐπὶ Sóng ἡ παγόδα κεῖται ὄπισθε τοῦ ἱεροῦ, μέχρι τὴν ἐξαφάνισή της ἐπὶ Míng καὶ Qīng. Ἐπειδὴ κάποιοι πλούσιοι ἄφηναν τὰ ἴδια σπίτια ὡς ἱερά, ἀνεπτύχθη παράλληλα καὶ ὁ τύπος μὲ διαδοχικὲς αὐλές, χωρὶς παγόδα.

Pagoda at the Songyue Monastery: Diagrams after Liu Dunzhen, Zhongguo gudai jianzhushi, 2nd ed. (Beijing: Zhongguo jianzhu gongye chubanshe, 1984), figures 60-1 and 60-2. The section of the chattra, from Henansheng gudai jianzhu baohu yanjiusuo, “Dengfeng Songyuesi ta tiangong qingli jianbao,” Wenwu 1 (1992), 26

North Pagoda, Chaoyang. Diagram after Liaoningsheng wenwu kaogu yanjiusuo, Chaoyang beita, figure 66

 

 

 

 

 

 

 

 

Ruiguang Pagoda, Ruiguang Monastery. Suzhou, Jiangsu, early 11th century. Diagram after Zhang Buqian, “Suzhou Ruiguangsi ta,” Wenwu 10 (1965), 60

Qianxun Pagoda. Chongsheng Monastery, Dali, Yunnan, circa 9th century. After Jiang Huaiying and Qiu Xuanchong, Dali Chongshengsi san ta (Beijing: Wenwu chubanshe, 1998), diagram 4

Timber Pagoda, showing the five iconic sets aligned along a vertical axial from the seat of the Śākyamuni Buddha on the first level to the head of the Vairocana Buddha under the sunken ceiling (zaojing) on the top level. Diagrams after Liu Dunzhen, Zhongguo gudai jianzhushi, figure 121-4

Στὴν Κορέα καὶ τὴν Ἰαπωνία ἡ παγόδα (塔 tō) εἰσήχθη ἅμα μὲ τὴν λατρεία τοῦ Βούδδα ἐκ Κίνας. Εἶναι τὸ κεντρικὸ σημεῖο τοῦ τεμένους shichidō garan (七堂 伽藍) (ἀκριβῶς, ἑπτὰ αἴθουσες τοῦ κήπου τῶν μοναχῶν). Ἅμα μὲ τὸν βουδδισμὸ ζέν, ἡ παγόδα ἐξηφανίσθη καὶ ἀπέμεινε στὸ κέντρο ἡ μέχρι τότε δευτέρα σὲ σημασία, χρυσῆ αἴθουσα kondō ποὺ εἶναι τὸ εἰκονοστάσιο. Καὶ ἐδῶ δηλαδὴ τὸ συμβολικὸ καὶ ἀνεικονικὸ ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὴν εἰκόνα. Οἱ παγόδες δύναται νὰ εἶναι στέρεες πέτρινες (石塔 sekitō) μὲ μονὸ πλῆθος πάντοτε ὀρόφων ὅπως στὴν Κορέα τοῦ ζ΄ αἰ. ἐπὶ Paekche οἱ παγόδες τοῦ Mireuska (ἑννέα ὁρόφων) καὶ τοῦ Chongnimsa (πεντώροφος), τοῦ η΄ αἰ. ἐπὶ Shilla, τοῦ Pulguksa καὶ τοῦ ια΄ αἰ. ἐπὶ Koryo, ἡ παγόδα τοῦ Wolchogsha. Στὴν Ἰαπωνία οἱ πέτρινες εἶναι μικρὲς λαξευτές. Ὑπάρχουν ἐπίσης μικρὰ λίθινα στοῦπα, hōtō, gorintō, hōkyōintō, muhōtō, kasatōba. Οἱ ξύλινες παγόδες (木塔 mokutō), εἶναι κτήρια μὲ ἐσωτερικὸ χῶρο, διώροφες tahōtō μὲ κυλιδρικὸ τὸν δεύτερο ὄροφο (Ishiyamadera ὄψιμος ιβ΄ αἰ.), τριώροφες 三重塔 sanjūnotō (Yakushi, η΄ αἰ.), πεντώροφες 五重塔 gojūnotō (Hōryū-ji, ζ΄ αἰ., Tō-ji, θ΄ αἰ.) ἀλλὰ καὶ ψηλότερες ποὺ δὲν ἔχουν σῳθῇ.

Jungang Pagoda

Dabo pagoda

gorinto

Πρό βουδδισμοῦ τὰ παραδοσιακὰ ἱερὰ εἶναι τῆς λατρείας τῶν φυσικῶν πνευμάτων  ―Shintō, τὰ  神社, jinja (ἀκριβῶς: τόπος τῶν θεῶν). Εἶναι περιχαρακωμένη περιοχὴ ἀπὸ ἔρκος (tamagaki) μὲ πύλη εἰσόδου (torii) σχηματισμένη μὲ δύο στύλους καὶ δύο δοκούς. Ἅμα μὲ τὴν καθιέρωση τῶν ἑορτῶν (κυρίως πρὸς εὐλογία τῆς συγκομιδῆς) ἕνας μόνος στῦλος στὸ κέντρο συμβόλιζε τὴν θεότητα. Τοῦτος πῆρε ἀρχιτεκτονικὴ μορφὴ ὑπερυψωμένης ἐξέδρας ποὺ κατάγεται τῆς γεωργικῆς ἀποθήκης. Ἴδιον τῆς μορφῆς τούτης εἶναι οἱ κορμοὶ στὸν κορφιὰ τῆς στέγης katsuogi, τὰ προεξέχοντα σὰν ψαλίδια δοκάρια chigi καὶ οἱ ἀξονικοὶ στῦλοι munamochi-bashira ποὺ στηρίζουν τὴν κορυφαία δοκό. Οἱ στῦλοι ὅλοι ἐμπήγονται στὴν γῆ ἀντιθέτως πρὸς τὴν κινέζικη λίθινη βάση, ὥστε τὸ κτήριο φαίνηται ἐπὶ πασάλων.

ἱερὰ shinto

Τὰ βουδδιστικὰ ἱερά/μοναστήρια κατὰ τὶς περιόδους Asuna καὶ Nara τηροῦν ἐντούτοις κινέζικη δομὴ μὲ περίκλειστο αὐλή. Ἡ εἴσοδος εἶναι στεγασμένη ὡς προπύλαια chūmon στὸ μέσο τῆς νοτίου πλευρᾶς. Ἡ αὐλὴ σχηματίζεται ὡς περίστῳο ἐνῷ στοὺς ἀντίποδες τῶν προπυλαίων εὑρισκέται τὸ ἀναγνωστήριο kōdō ἀναπεπταμένο στὴν αὐλὴ ἢ ἐκτὸς αὐτῆς. Ἔνθε τῆς αὐλῆς εὑρίσκονται ἡ παγόδα καὶ τὸ kondō, εἴτε ἀμφότερα ἐπὶ τοῦ κεντρικοῦ ἄξονα νότου καὶ βορρᾶ, μὲ πρῶτο κτήριο πρὸς τὴν εἴσοδο τὴν παγόδα (Shitennō-ji, 593 μΧ.), εἴτε αμφότερα ἑκατέρωθε τοῦ κεντρικοῦ ἄξονα (Hōryū-ji, 607 μΧ.), εἴτε ἡ παγόδα νὰ κεῖται στὸ κέντρο τῆς αὐλῆς περιβαλλομένη ἐκ τριῶν kondō (κύριο βόρειο, ἀνατολικὸ καὶ δυτικό) (Asuka-dera ἢ Hōkō-ji, 718 μΧ.), εἴτε τὸ kondō νὰ κεῖται στὸ κέντρο καὶ δύο παγόδες ἑκατέρωθε τοῦ ἄξονα μεταξύ kondō καὶ chūmon (Yakushi-ji, 680 μΧ.). Στὰ εὐμεγέθη δείγματα τῆς περιόδου, Kōfuku-ji καὶ Τōdai-ji ὑπάρχουν παγόδες σὲ χωριστὲς αὐλὲς ἑκατέρωθε τῆς εἰσόδου. Τόσο τὰ προπύλαια, ὅσο καὶ τὸ kondō καὶ τὸ kōdō ἀναπέπτανται κατὰ τὴν μακρὰ πλευρά. Τὰ ἀγάλματα ἔτσι ἐντὸς τοῦ kondō παρατάσσονται κατὰ μῆκος στὸ ὑψηρεφές moya ―τὸν χῶρο ποὺ ὁρίζουν οἱ ἐσωτερικοὶ στῦλοι. Κατὰ τὴν περιόδο Heian υἱοθετεῖται ἕνα πλουσιώτερο ὕφος: πέραν τοῦ ὅτι ἐγκαθίστανται ἐπιπλέον kondō (κυρίως amidadō, τῆς λατρείας τοῦ Amida Βούδδα), κωδωνοστάσιο ἢ σήμαντρο καὶ βιβλιοθήκη τῶν sūtra συνίστανται συμμετρικῶς στὸ κύριο kondō, συνδεόμενα μὲ αὐτὸ διὰ στοῶν (ὑπόστεγους διαδρόμους βεράντας). Τὸ τέμενος ἀποκτάει παραδείσιο ὕφος κατ’ ἐπιρροὴ τῶν σεκτῶν Jōdo-shū καὶ Tendai-shū καὶ κέντρο τοῦ τεμένους γίνεται ἡ λίμνη ὅπως στὰ Hosshō-ji, Mōtsu-ji, Byōdō-in ὅπου καθρεπτίζεται τὸ kondō (amidadō) ὅπως τὸ περίφημο Hōōdō (ἀκριβῶς, μέγαρο τοῦ Φοίνικος) στὸ Byōdō-in. Πάρα τὸ ἰαπωνικὸ ἤθος τῶν σεκτῶν τὸ ὀκταγωνικὸ σχῆμα τῆς γιγαντιαίας, ἑννέα ὀρόφων παγόδας ἐπὶ νησίδας στὸ Hosshō-ji (1083 μΧ.) δεικνύει σινικὴ ἐπίδραση ὅπως καὶ ὁ γενικώτερος διάκοσμος τῆς περιόδου, γράφει ὁ Alexander Soper. Ἀρχιτεκτονικῶς, κατὰ τὴν αὐτὴν περίοδο, ἔχομε τρεῖς νεωτερισμούς: πρῶτο, προστῷο magobishashi στὸ μέγαρο μὲ προέκταση τὴς στέγης (πχ. Enryaku-ji, komponchūdō), δεύτερο, στοὰ ἔναντι τοῦ μεγάρου ὁρίζουσα μὲ αὐτὸ προαύλιο (πχ. Kōryū-ji, kondō), τρίτο, πρόναος raidō μὲ μία δευτέρα στέγη νὰ προσκολλᾶται στὴν κυρία (πχ. Myōraku-ji, kōdō).  Τούτη ἔρχεται νὰ βελτιώσῃ τὶς δύο ἄλλες: ἡ μὲν πρώτη λύση δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτυχῃ μεγάλο εὖρος προστῴου ἀφοῦ ὅσον εὐρύνεται χαμηλώνει ἡ στέγη, ἡ δευτέρα ποὺ μπορεῖ, εἶναι μακρὰ τῆς κυρίας αἰθούσης. Ἐνδιαμέσως τῆς δευτέρας καὶ τῆς τρίτης λύσης, εἶναι νὰ γεφυρῶνται τὰ δύο κτήρια μὲ ὑπόστεγο διάδρομο (πχ. Kami-daigo, Junteido). Τέτοιες τριμερεῖς διαρθρώσεις ἀπαντῶνται σὲ ταοιστικὰ ἱερά στὴν Κίνα (πχ. Shêng-ku-miao, 1309)[xi]. Ὁ Soper ὑποστηρίζει ἔτσι ὅτι ἡ τεκτονικὴ λογικὴ ποὺ θέλει κάθε χῶρος νὰ ἔχῃ τὴν δικὴ του στέγη, εἶναι σινικός. Κατὰ τὴν περίοδο Kamakura ἀπαντᾶται μὲν ἀνακαίνιση τοῦ ὕφους Nara ὡς Tenjiku-yō (ἀκριβῶς, ἰνδικὸ ὕφος, παρότι εἶναι κινέζικο) ἀλλὰ εἰσάγεται ἀπὸ Κίνας ὁ βουδδισμὸς Ζὲν (σινιστὶ, Chán) ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὸ ἀπέριττο καὶ ἁπλοῦν ὕφος Kara-yō (ἀκριβῶς, σινικὸ ὕφος). Καθὼς τὸ Ζὲν ἀφοράει πρὸς αὐστηρότερο μοναχισμό, τὰ μέγαρα εἶναι συμμετρικὰ καὶ ἁπλᾶ. Πρῶτον, εἶναι ὁ πυλὼν sammon, τριπλὸς καὶ διώροφος, μὲ εἰκονοστάσιο στὸν ὄροφο· δεύτερον, τὸ εἰκονοστάσιο τοῦ Βούδδα butsuden μὲ βώμιο βῆμα, καὶ τρίτον, τὸ ἀναγνωστήριο, darma ἢ hattō, μὲ ἔξεδρα ἀνάγνωσης, τὸν θρόνο τοῦ ἡγουμένου καὶ κατοπτρικὴ ὀροφὴ ποὺ ἀπεικονίζει δράκο μεταξὺ νεφῶν. Κατὰ τὸ wa-yō (ἀκριβῶς, ἰαπωνικὸ ὕφος) καὶ τὸ settchū-yō (ἐκλεκτικὸ ὕφος) τὸν ιδ΄ αἰ. καθιερώνεται ὁ χωρισμὸς raidō ἢ gejin καὶ ἀβάτου naijin ―τὸ ἱερὸ βῆμα― διὰ τῶν στύλων καὶ καφασωτῶν στὰ διάστυλα ἐν εἴδει τέμπλου, ἐνῷ ὄπισθε δύναται εἶναι τὸ nainaijin, ἕνα ἄδυτο. Ἅπαντες οἱ χῶροι καὶ οἱ ὀροφὲς αὐτῶν καλύπτονται ὑπὸ μονῆς στέγης (πχ. Saimyō-ji, Taisen-ji). Κατόπιν, κατὰ τὶς περιόδους Muromachi, Momoyama καὶ Edo οἱ τύποι δὲν ἀλλάζουν, ἐπανεμφανίζονται μόνον εὑρύχωροι ναοί.

μοναστήρι Shitennoji

μοναστήρι Horyuji

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

μοναστήρι Yokushiji

μοναστήρι Kofukuji

μοναστἠρι Todaiji

πηγή: R.T. Paine & A. Soper, The Art & Architecture of Japan

πηγή: R.T. Paine & A. Soper, The Art & Architecture of Japan

πηγή: R.T. Paine & A. Soper, The Art & Architecture of Japan

πηγή: R.T. Paine & A. Soper, The Art & Architecture of Japan

πηγή: R.T. Paine & A. Soper, The Art & Architecture of Japan

[ΕΤΡΟΥΣΚΙΚΗ ΤΡΙΑΣ ΚΑΙ ΡΩΜΑΪΚΟΙ ΝΑΟΙ] Οἱ Ῥωμαῖοι εἶχαν θεοὺς ἀλλὰ ὄχι τὴν φαντασμαγορικὴ μυθολογία τῶν Αἰγυπτίων καὶ τῶν Ἑλλήνων ὥστε νὰ ἔχουν τέτοια ἔννοια ὑπὲρ τῆς λατρείας. Ἐδανείσθησαν ἔτσι τοὺς ναοὺς ἀρχικῶς τῶν Τυρρηνῶν ἢ Ἐτρούσκων. Καὶ τούτων ἡ λατρεία ἦταν ὑπαιθρία καὶ ἅμα γνώρισαν τοὺς Ἕλληνες περὶ τὸ 600 πΧ. ἄρχισαν τὴν ἀνέγερση μεγάλων ναῶν, τῶν ὁποίων δὲν ἐσῴθησαν παρὰ τὰ λίθινα κρηπιδώματα καθὼς ἦσαν κτισμένοι μὲ ξύλο καὶ πηλό. Ὅμως ἔχομε περιγραφὴ τοῦ Βιτρουβίου: ἡ σχεδὸν τετραγωνικὴ κρηπὶς μοιράζεται σὲ τριπλὸ σηκὸ ἀφιερωμένο σὲ τριάδα θεῶν καὶ ἀραιόστυλο διπλό πρόστυλο τοσκανικοῦ ῥυθμοῦ. Ὅλο στεγάζεται μὲ ἀμφικλινὲς ξύλινο τέγος. Τὰ ξύλινα δοκάρια ἐπενδύονται μὲ κοσμημένες πλάκες ὀπτῆς γῆς (terracotta). Ὡσαύτως εἶναι καὶ  τὰ γλυπτὰ ποὺ πληροῦν τὰ ἀετώματα. Τέτοιος εἶναι ὁ ναὸς τῆς Minervae στὸ Veii, ὁ μεγαλώτερος ὅμως (200ft×200ft) εἶναι στὴν Ῥώμη τοῦ Iovis Optimi Maximi Capitolini (Διὸς Καλλίστου Μεγίστου τοῦ Καπιτωλίνου λόφου) ὅπου λατρεύετο ὁ Iupiter, ἡ Iuno καὶ ἡ Minerva. Πυρπολήθη τὸ 83 πΧ. κατὰ τὸν ἐμφύλιο πόλεμο τοῦ Σύλλα ὁ ὁποῖος ὅταν πόρθησε τὴν Ἀθήνα ἅρπαξε κορινθιακοὺς κίονες τοῦ ἐργοταξίου του Ὀλυμπείου ὥστε νὰ ἁρμοσθοῦν στὸ νέο κτήριο. Ὅλες οἱ ἀνακαινίσεις του εἶναι κορινθιακοῦ ῥυθμοῦ, καὶ οἱ Ῥωμαῖοι ἔκτοτε θὰ υἱοθετήσουν τοὺς ἑλληνικοὺς τρόπους, ὄχι ὅμως τοὺς τύπους, τοὺς ὁποίους μεταχειρίζονται μὲ κάποια ἐλευθερία. Καταρχὰς εἶναι ἄλλη ἡ τελετουργία, κατὰ δεύτερον ὁ Ῥωμαῖος καίτοι ἔχει φόβο τῶν οἰωνῶν βλέπει τὸ ἱερὸ μᾶλλον κατὰ τὸ κοινωνικὸ ἔργο. Κεῖνται συνήθως στὰ fora, τὶς ῥωμαϊκές ἀγορές. Τὰ πρόστυλα τῶν ναῶν, εἴτε τῶν συνηθεστέρων προστύλων, εἴτε τῶν περιπτέρων,  εἶναι μακρά καὶ εὐρύχωρα (πχ. ναὸς τοῦ Portuni, ναὸς Ἀντωνίνου καὶ Φαουστίνας, στὴν Ῥώμη, Maison Carré στὴν Nîmes, ναὸς τοῦ Ἀπόλλωνος στὴν Πομπηία) ἀνάμνηση τοῦ τοσκανικοῦ ναοῦ καθὼς πρέπει νὰ χρησίμευε ὡς βῆμα τοῦ ἱερέως καὶ ἑνίοτε στοὺς προστύλους ἡ πρόσταση συνεχίζει στὸν σηκὸ σὰν ψευδοπερίπτερος. Ὁ ναὸς τῆς Ὁμονοίας στὴν Ῥώμη (Aedes Concordiae) ἔχει πλατυμέτωπο σχήμα (ὅπως οἱ ἐτρουσκικοὶ σηκοὶ) καὶ κεντρικὸ μόνον πρόστυλο σὰν νεοκλασικὸ κτήριο τοῦ ιη΄ αἰ. Ὁ ναὸς τῆς Ἀφροδίτης (Veneris) καὶ τῆς Ῥώμης ἐξωτερικῶς εἶναι διπλοῦς ἐν παραστάσιν περίπτερος, ὅμως ἔχει δεύτερο πρόναο ἀντὶ ὀπισθοδόμου καθὼς ὁ σηκὸς μοιράζεται σὲ δύο ἀντίνωτα ἄδυτα. Δὲν λείπουν τὰ τριπλὰ ἱερά (Kαπιτώλιο τῆς Τριάδος στὴν Brixia τοῦ Βεσπασιανοῦ), θόλοι (ναὸς τῆς Vestae, ναὸς Ἡρακλέους νικήτορος στὴν Ῥώμη). Σὲ φυσικὲς πηγές κτίζονται τὰ νυμφαῖα κοίλου σχήματος, ἐνῷ στὴν Πραίνεστο τὸ τέμενος τῆς Τύχης τῶν Πρωτότοκων (Fortuna Primigenia) ἔχει κλιμακωτὴ διάταξη μιμουμένη μεγάλα ἑλληνιστικὰ ἀστικὰ ἔργα. Ἐντελῶς πρωτότυπο εἶναι τὸ περίφημο Πάνθεον τῆ Ῥώμης μὲ τροῦλλο μὲ κεντρικὸ φωταγωγό (oculus) καὶ πρόστυλο. Αὐτοῦ σημειοῦται μία καινοτομία ποὺ ἔχει νὰ κάμῃ μὲ τὴν ἔφεση τῶν Ῥωμαίων στὰ δημόσια κτήρια (τρούλλους ἔχουν πχ. οἱ θέρμες) καὶ τὴν ἔννοια τοῦ δημοσίου χώρου ἐν γένει: τὴν ἀνατίμηση του ἐσωτερικοῦ χώρου. Ἐκεῖνο ποὺ θὰ γίνει χριστιανικὸς ναός θὰ εἶναι ὁ τύπος τῆς κλειστῆς δημοσίας στοᾶς ποὺ εἶναι ἡ βασιλική.

[i]A.R. GEORGE, A stele of Nabuchadnezzar II ἐν George, A. R. (ed.). Cuneiform Royal Inscriptions and Related Texts in the Schøyen Collection. CDL Press. σελ. 153–169.

[ii] Barry J. KEMP, Ancient Egypt, Anatomy of a Civilisation, 3η ἔκδοση, London & NY 2018, σελ. 141-143

[iii]Alexander BADAWY, A History of Egyptian Architecture, The Empire (the New Kingdom): From the Eighteenth Dynasty to the End of the Twentieth Dynasty 1580-1085 B.C., Berkeley & Los Angeles 1968, σελ.154-176

[iv] ibid. σελ. 177

[v] ibid. σελ. 179-180

[vi] ibid. σελ. 180

[vii] ibid. σελ. 181-182

[viii] Στάθης ΒΑΛΛΑΣ, Μινω-Μυκηναϊκὂς Διόνυσος (Διθύραμβος-Βάκχος), Ἀθήνα 1993

[ix]

[x] Jose M. CIORDIA, The Ship in the Cave: The Greek and Nautical Origin of Buddhist Architecture, Journal of Asian Architecture and Building Engineering, 19:1, 48-69, (2020)

DOI: 10.1080/13467581.2019.1697698

[xi] Robert TREAT PAINE & Alexander SOPER, The Art & Architecture of Japan, New Haven & London, 1981 [1955], σελ. 345-363