Δόμος, πόλις ϗ αγορά ―αρχιτεκτονική, πολιτική ϗ οικονομική VI: Ο νόμος του τοίχου (ε)

[ΟΙΚΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟ] Στὶς πολιτεῖες ἀπηγορεύετο ἡ εἰσαγωγὴ ἀλλοτρίων θεοτήτων καθὼς κάτι τέτοιο ἔθιγε τὰ καθεστηκότα τῆς πόλεως, τὸν ἴδιο τὸν νόμο της. Κινουμένη πρὸς τὴν ἡγεμονία ἡ Ῥώμη πρῶτα ἀντιστοίχησε τοὺς θεοὺς της μὲ τοὺς ἑλληνικοὺς καὶ μετὰ ἠναγκάσθη νὰ θέσῃ μίαν ἐπίσημο λατρεία, κείνη τοῦ αὐτοκράτορα, μιμουμένη τοὺς φαραώ (ὅπως ἔκανε ὁ Ἀλέξανδρος καὶ οἱ Διάδοχοι), καὶ ἄφησε τὶς λοιπὲς θεότητες στὴν ἐπιλογὴ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ὑπηκόων ἐθνῶν, εἴτε ἂν εἶναι οἱ πατρῷοι θεοί εἴτε ξένες θεότητες ὅπως ἡ Ἴσις (ἤδη θεότης τοῦ ἑλληνιστικοῦ κόσμου) ἢ ὀ Μίθρας. Ὁ E.R. Dodds περιγράφει τὴν ἐσωτερικὴ ἀγωνία τῶν ἐκριζομένων τῆς ἀρχαίας πόλεως κατοίκων τῶν μεγάλων ἄστεων πρὸς κάποιον προσωπικὸ θεὸ στὸ Pagan and Christian in an Age of Anxiety [1965] (ἐθνικοὶ καὶ χριστιανοὶ σὲ μία ἐποχὴ ἀγωνίας). Ἡ λατρεία του Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰσεχώρησε στὴν ἑλληνορρωμαϊκὴ κοινωνία μὲ τέτοια ἀνάγκη καὶ τέτοια ἐλευθερία, καὶ ἐδιώκετο μόνον ὅταν οἱ πίστοί του ἠρνοῦντο τὴν λατρεία του αὐτοκράτορα. Ὁ χριστιανισμὸς ἔγινε ἐπίσημη θρησκεία τοῦ κράτους ὄχι παρὰ τοῦ πάτρωνά του, Κωνσταντίνου Α΄, ἀλλὰ μόλις ἕνιες δεκαετίες ἀργότερο παρὰ τοῦ Θεοδοσίου Α΄ ἐνῷ ὁ αὐτοκράτωρ φέρει τὸ προσωνύμιο divus (θεῖος, δῖος) μέχρι τὸν Ἀναστάσιο Α΄. Ἡ ἀγιοποίηση αὐτοκρατόρων εἶναι ἀπομεινάρι τῆς αὐτοκρατορικῆς λατρείας ἐρμηνευμένης ὡς προστασίας τῆς Ἐκκλησίας. Ἀρχικῶς λοιπὸν ὁ χριστιανισμὸς δὲν ἔχει ναοὺς  ἵνα μὴν προκαλῇ, εἰ μὴ ὤφειλε νὰ κρύπτηται. Ἄλλωστε, οἱ ναοὶ ἦσαν ἀφιερωμένοι στοὺς κρατικοὺς θεούς, τὰ τεμένη σὲ λυτρωτικὲς εἰδωλολατρικὲς θεότητες καὶ οἱ δημόσιοι χῶροι, στὴν λατρεία τοῦ αὐτοκράτορος. Ὁ Richard Krautheimer μνημονεύει τὴν φράση delubra non habemus, aras non habemus (ναοὺς οὐκ ἔχομεν, βωμοὺς οὐκ ἔχομεν) ποὺ λέγει ὁ Minucius Felix. Ἀρχικῶς οἱ πιστοὶ συνάγωνται σὲ ἰδιωτικὲς κατοικίες, μετὰ ὡς ἀδελφότητες, ἴσως ταφικὲς συντεχνίες, ἔχουν ἰδιοκτησίες καὶ μονίμους χώρους ὡς domus ecclesiae (οἶκοι ἐκκλησίας) ἢ tituli (ἐκ τοῦ ἀναγεγραμμένου τίτλου ἰδιοκτησίας). Ἑλληνιστί, ἐκκλησία σημαίνει τῆν τακτικὴ συνάθροιση (ἐκκλησία δήμου, ἀμφικτυόνων) κατ’ ἀντίθεση πρὸς τὸν ἁπλοῦν σύλλογο ἢ τὴν σύγκλητο ποὺ σημαίνει τὴν ἔκτακτο. Τέτοιοι χῶροι ποὺ ἀρχικῶς ἦσαν χῶροι διὰ τὰ κοινὰ δείπνα, τὶς ἀγάπες, ἔπρεπε πλέον νὰ ἔχουν ἕνα βῆμα ἐπισκοπικοῦ θρόνου, τράπεζα Εὐχαριστίας ἐντὸς ἢ ἐμπρὸς στὸ πρεσβυτέριο καὶ παρὰ αὐτή, τράπεζα προσφορῶν, ἐνῷ κιγκλίδωμα χώριζε τὸ πρεσβυτέριο τοῦ χῶρου τῶν πιστῶν. Τοῦτοι διατάσσονται, πρῶτα τὰ παιδιά, μετὰ οἱ ἄνδρες καὶ τέλος, οἱ γυναίκες. Οἱ κατηχούμενοι ἢ μετανοοῦντες τίθενται στὸν προθάλαμο, ἐνῷ ἔνι χῶρος χρίσματος καὶ βάπτισης. Ἐπίσης ἀπαραίτητοι ἦσαν δοῦλοι χῶροι ὅπως σκευοφυλάκιο. Δεῖγμα ἰδιωτικῆς κατοικίας μὲ περίκλειστο αὐλὴ καὶ παστάδα ἀνεκαλύφθη στὴν Δοῦρα Εὐρωπό, ποὺ εἶχε οὕτως μεταξὺ 240 και 250 μΧ., ὅπου ὁ ἀνδρὼν ἠνώθη μὲ ὅμορο δῶμα σὲ χῶρο 5 (τυπικὸ εὖρος οἰκιακῆς αἰθούσης)×13 μέτρων διὰ 50-60 ἄτομα καὶ στὴν στενὴ ἀνατολικὴ πλευρὰ ἐτέθη τὸ ἐπισκοπικὸ βάθρο. Πίσωθέ του ἦταν τὸ σκευοφυλάκιο, ἐνῷ στὴν δυτικὴ παρειὰ τῆς αὐλῆς αἴθουσα 4×7 μέτρων διετίθετο πρὸς τοὺς κατηχουμένους ὥστε νὰ ἀκοῦν δίχως νὰ θεῶνται τὴν θεία λειτουργία. Ἀπ’ ἐκεῖ διὰ θυρώματος κοινωνοῦσε μὲ βορινὸ δωμάτιο ποὺ περιείχε λουτῆρα μὲ κιβώριο ὡς βαπτιστήριο. Τοῦτος ὁ οἶκος ἐκκλησίας δὲν διέφερε πολὺ τῆς γειτονικῆς ἰουδαϊκῆς συναγωγῆς. Μὴν ξεχνοῦμε ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι ἐκτὸς τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος ἔχουν συναγωγές, καὶ μετὰ τῆν κατασκαφὴ αὐτοῦ ὕπο τοῦ Τίτου, μόνον τέτοιες. Στὴν Ῥώμη οἱ οἶκοι ἐκκλησίας εὑρίσκοντο σὲ πολυκατοικίες (insulae) μὲ καταστήματα καὶ θέρμες καὶ διὰ τοῦτο εἶχαν τὸν τίτλο μὲ τοὔνομα τοῦ ἰδιοκτήτου (titulus Clementis, Praxentis, Byzantis). Ἀργότερο μετετράπησαν σὲ ναοὺς ὅπως τοὺς ἀπαντῶμε σήμερα μὲ τὴν λέξη ἅγιος (ὁ οἶκος τοῦ Βύζαντα εἶναι ἡ ἐκκλησία Ἀγίων Ἰωάννη καὶ Παύλου, καὶ ὁ οἶκος τοῦ Κλήμεντος, τοῦ ἁγίου Κλήμεντος) ἐνῷ οἱ τίτλοι δόθησαν στοὺς καρδιναλίους. Οἱ θέρμες ἐπὶ τῶν ὁποίων κτίστηκε ἡ βασιλικὴ τῆς ἁγίας Πουδεντιανῆς ἴσως ἦταν οἶκος ἐκκλησίας, λέγει ὁ Krautheimer.

άξονομετρικὴ ἀναπαράσταση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ οἴκου στὴν Δούρα Εὐρωπός, τοῦ Henry Pearson, 1932–34 (Yale University Art Gallery, New Haven)

Triclia καὶ μαρτύριο στὴν εἴσοδο τῆς κατακόμβης ὑπὸ τὴν Basilica Apostolorum (βασιλικὴ τοῦ San Sebastiano)

Ἀντιθέτως πρὸς τοὺς οἴκους ἐκκλησίας τὰ ταφικὰ κτίσματα τηροῦσαν τοὺς παραδοσιακοὺς ταφικοὺς τύπους. Δηλαδή, πέραν τοῦ τάφου ἔχρῃζον χῶρο διὰ τὶς ἐπιμνημόσυνες λειτουργίες, ὅπου ἡ οἰκογένεια γευμάτιζε καὶ ἔκαναν χοὲς στὸν τάφο διὰ τοῦ καταρράκτου ὅπως συνέβαινε στοὺς αἰγυπτιακοὺς καὶ τοὺς ἑλληνικοὺς τάφους. Ἔτσι ὑπήρχε τράπεζα ὑπὲρ τὸν τάφο καὶ θάλαμος μὲ θράνους ἢ ἀνάκλιντρα. Καθὼς οἱ χριστιανοὶ ἀπέφευγαν τὴν γειτνίαση μὲ τάφους ἐθνικῶν ἀλλὰ καὶ τὴν καύση δὲν μποροῦσαν νὰ κάμουν χρήση τῶν δημοτικῶν νεκροταφείων.Ἔτσι κατέφυγαν στὴν δημιουργία τέτοιων. Ἡ φθηνὴ λύση διὰ τὶς ἀδελφότητες εἶναι οἱ ὑπόγειοι τάφοι, οἱ κατακόμβες, ποὺ δὲν ἔχουν δαπάνη γηπέδου καὶ ὅταν τὸ χώμα εἶναι μαλακό, ἡ ἐργατικὴ δαπάνη εἶναι φθηνὴ ἐνῷ συχνὰ γίνεται χρήση κάποιου ὑφισταμένου λατομείου ἢ ὀρυχείου. Οἱ ταφὲς σκάπτονται στὸ πάτωμα (formae) ἢ στοὺς τοίχους (loculi) καὶ ἕνιοι λαξεύονται ὡς κόγχες (arcosolium). Ἡ διανομὴ μπορεῖ νὰ εἶναι σὲ δίκτυο διαδρόμων ἡ σὲ αἴθουσες μὲ πεσσούς. Εὔπορες οἰκογένειες ἔχουν ἰδίους θαλάμους (cubicula). Βεβαίως καὶ αὐτοῦ, τὸ πρότυπο εἶναι οἱ λαξευτοὶ τάφοι. Στὶς κατακόμβες δὲν γίνονταν οἱ λειτουργίες σὲ περιοδους διωγμῶν, ἐπισημαίνει ὁ Krautheimer, ὅπως καὶ ὅτι τὸ σύνηθες κατὰ τὸν γ΄ αἰ. ἦταν τὰ ὑπαίθρια νεκρoταφεῖα μὲ τράπεζες (mensae) τῶν μνημοσύνων, σαρκοφάγους καὶ μικρὰ μαυσωλεῖα (cellae). Δὲν λείπουν περιμετρικὲς στοὲς διὰ τὰ γεύματα (triclia). Πράγματι ἡ πρώτη μορφὴ χριστιανικοῦ ναοῦ εἶναι τὸ μαρτύριο (martyrium) οἰκοδόμημα ποὺ σημαίνει τὸν τάφο ἢ τὸν τόπο θανάτου κάποιου μαρτύρου καὶ ὁμολογητοῦ τοῦ Χριστοῦ. Ἀφύκτως οἱ χριστιανοὶ υἱοθετοῦν τὸν τύπο τοῦ ἡρῴου ποὺ ἀντιθέτως πρὸς τὴν συναγωγὴ καὶ τὴν ἐκκλησία εἶναι λατρευτικὸ ἱερό. Ἡ λατρεία τοῦ μάρτυρος ἐπιπλέον ἀνάγεται στὴν ἀρχετυπικῆ καθιέρωση τοῦ θυσιαστικοὺ τόπου. Τὸ κύριο ἐπιχείρημα τοῦ χριστιανισμοῦ πρὸς τὶς ἐθνικὲς λατρεῖες εἶναι ὅτι εἶναι ἱστορικὸς καὶ τὶ τὸ ἱστορικώτερο τοῦ θανάτου; Ὁ δεσπότης τελευτάει καὶ ἡ ἀρχή του παύει, ὁ μάρτυρος τελευτάει καὶ ἡ ἀρχἠ του ἄρχεται (Kierkegaard).

Τὸ παλαίτερο γνωστὸ μαρτύριο ἀνεκαλύφθη στὰ θεμέλια τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀγίου Πέτρου στὴν Ῥώμη, ἀναμέσο πολυτελῶν μνημείων ἀκολούθων ἀνατολικῶν θρησκειῶν τῶν μέσων τοῦ β΄ αἰ. : εἶναι τὸ τρόπαιο τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ποὺ ἐλατρεύετο κεῖ προτοῦ ἀνεγερθῇ ὑπὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἡ πρώτη βασιλική. Εἶναι κόγχη ἐπὶ ἐνὸς τοίχου, ἴσως μὲ ἡμικίονες καὶ ἀέτωμα καὶ μὲ οἰκίσκο στὸ κάτω μέρος. Ἅμα μὲ τὸ τέλος τῶν διωγμῶν τοῦ Διοκλητιανοῦ πλήθυναν τὰ μαρτύρια καθόλην τὴν αὐτοκρατορία. Στὴν Σάλωνα τὸ μαρτύριο τοῦ ἁγίου Ἀναστασίου τοῦ 300 μΧ.  εἶναι θολοσκεπές κτήριο σὰν ῥωμαϊκὸ μαυσωλεῖο μὲ βωμὸ ὕπερθε τοῦ θολωτοῦ τάφου ἐνῷ ταφικὸς περίβολος τοῦ 426 σχηματίσθη παρὰ τὴν βασιλικὴ ὡς περίκλειστος αὐλὴ μὲ στοές γευμάτων στὶς τρεῖς πλευρὲς καὶ κόγχη μὲ δύο μαρτύρια ἑκατέρωθε σὰν ὑπαιθρία βασιλική.

 

[ΒΑΣΙΛΙΚΕΣ, ΣΤΑΥΡΟΕΙΔΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΚΕΝΤΡΟΙ ΝΑΟΙ] Ὅταν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πέρασε ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου ὁ ὁποῖος ἐδόκει ἑαυτὸν ὡσὰν τὴν ἐπὶ γῆς σκιὰ τοῦ Θεοῦ, ἔπρεπε κάπως νὰ ἀποκτήσῃ μεγαλοπρέπεια, ἱερατικὴ ἱεραρχία, ἡ λειτουργία νὰ τραπεῖ σὲ ἱερουργία καὶ βεβαίως τοῦτο ἔχρῃζε ναό, οἶκο τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι μόνον ἐκκλησίας. Ὁ Χριστὸς δὲν ἐμφανιζόταν πλέον μόνον ὡς ὁ θεὸς τοῦ ἀνθρώπινου πόνου ποὺ λατρεύεται κρύφα ἀλλὰ σὲ πλήρη λάμψη ὡς Παντοκράτωρ. Τὰ μὲν ἑλληνικὰ καὶ ῥωμαϊκὰ ἱερά δὲν εἶναι χρηστὰ πρὸς τὴν χριστιανικὴ λατρεία καθὼς εἶναι μόνον εἰκονοστάσια ὑπαιθρίας λατρείας. Τὰ δὲ ἱερὰ τῶν μυστηριακῶν λατρειῶν ἔχουν ἐσωτερικὸ χῶρο ἀλλὰ τοσοῦτο ὥστε νὰ χωρῇ ὁμάδα μυστῶν ὄχι ὅμιλο πιστῶν. Ἔτσι υἱοθετήθη τὸ ἀγοραῖο κτήριο τῆς βασιλικῆς, ἡ κλειστὴ στοὰ ποὺ ἀπαντᾶται σὲ κάθε forum ὡς στεγασμένος χῶρος πρὸς λέσχες, συναλλαγές, πολιτικὲς συναθροίσεις, ποὺ ἐτύγχανε ὅμως κάποιου κύρους ἅπαξ ἐτίθετο κεῖ τὸ ἄγαλμα τοῦ αὐτοκράτορα. Βασιλικὲς ἦσαν οἱ αἴθουσες ἀκρόασης στὰ παλάτια (πχ. Aula Palatina, Τρεβῆροι) καὶ συναθροίσεων πελατῶν στοὺς domus καὶ τὶς βίλλες τῶν ἀρχόντων. Βασιλικὲς ἦσαν καὶ σὲ τεμένη ὅπως ἡ ἐρυθρὰ βασιλικὴ στὸ τέμενος τῆς Ἰσιδος καὶ τοῦ Ὀσίριδος στὴν Πέργαμο. Ἑν γένει εἶναι μακρὰ δρομικὴ αἴθουσα μὲ ἀμφικλινὴ στέγη, φωτισμένη ἀπὸ πλευρικὲς θυρίδες καὶ ἔχει στὸ βάθος κάποιο βάθρο (tribuna) ὡς ἁψιδωτὴ ἐξέδρα ―ὅπου ἐτίθετο καὶ τὸ ἄγαλμα τοῦ αὐτοκράτορα. Ἡ χριστιανικὴ βασιλικὴ ἦταν λοιπὸν μία ἐπιπλέον βασιλικὴ μεταξὺ τῶν πολλῶν καὶ βεβαίως δὲν συγχέεται μὲ τοὺς ναοὺς τῶν ἐθνικῶν. Ἡ διανομὴ τῶν χώρων τῆς βασιλικῆς προσήκει στὴν χριστιανικὴ λειτουργία: οἱ κατηχούμενοι ἀλλὰ καὶ οἱ μη χριστιανοὶ παραμένουν στὸ περίστυλο τῆς αὐλῆς ἢ τὸ πρόστυλο, τὸν λεγόμενο πρόναο ἢ νάρθηκα· οἱ πιστοὶ ἐντός, στὸ κλίτος τοῦ ναοῦ ἢ καθολικό, καὶ οἱ ἱερεῖς στὸ βάθρο ποὺ χωρίζεται ὡς ἄδυτο μὲ θωράκιο καὶ ὅπου τὸ πρεσβυτέριο ὴ ἱερὸ διαμορφώνεται ὡς ἁψιδωτὴ ἐξέδρα (κόγχη). Τούτο κεῖται πρὸς ἀνατολὰς ἐξαιρέσει τῶν βασιλικῶν τῆς Ῥώμης ποὺ εἶναι δυτικό. Ἠ ἱερὰ τράπεζα τίθεται ἐντεύθεν τοῦ χωρίσματος ἢ ἔμπροσθε περιβαλλομένη μὲ κιγκλίδωμα. Στὴν ἀνατολὴ τὸ θωράκιο λαμβάνει κιονίσκους μὲ ἐπιστύλιο στῶν ὁποῖων τὰ μετακιόνια κρέμονται βῆλα, τὸ τέμπλον. Κιβώριο καλύπτει τὴν ἱερὰ τράπεζα ἐνῷ τὸ σύνθρονο στὴν ἐξέδρα ἔχει βαθμιδωτὴ μορφὴ μὲ κερκίδες (σὰν κοῖλο θεάτρου) ἔτσι ὥστε σχηματίζει διάδρομο κάτωθέ του. Περίκεντρο οἰκοδόμημα βαπτιστηρίου, ὁκτάγωνο ἢ κυκλικό, τετράγωνο τετράκογχο (κόγχες ἐγγεγραμένες στὶς γωνίες ἢ στοὺς ἄξονες προεξέχουσες) ἢ ὁκτάκογχο, γειτνιάζει στὴ βασιλική.

Basilica Apostolorum

Ἡ χριστιανικὴ βασιλικὴ παγιώνει ἕναν τύπο: δρομικὲς κιονοστοιχίες σχηματίζουν τρία, πέντε ἢ περισσότερα κλίτη, μὲ τὸ μεσαῖο ὑπερυψωμένο συνήθως μὲ φωταγωγούς.  Ἡ πρώτη εἶναι τοῦ ἁγίου Χρυσογόνου στὴν Ῥώμη ἤδη πρὸ τῆς κωνσταντινείου πατρωνίας. Ὁ ἀρχικὸς ναὸς τοῦ Ἀγίου Πέτρου εἶναι ἡ πρώτη μεγάλη βασιλικὴ ποὺ περιλαμβάνει μαρτύριο: πεντάκλιτη, τὸ πρεσβυτέριο διαμορφώνεται ὡς ἐγκάρσιο κλίτος μὲ ἔξεδρα συνθρόνου στὸ μέσο. Οἱ πρῶτες βασιλικὲς κτίζονται ἐπὶ καθιερωμένου χώρου ὅπως ὁ Ἅγιος Σεβαστιανὸς (c.312, ἀρχικῶς Basilica Apostolorum) πεταλοειδοὺς σχήματος στὴν θέση νεκροταφείου πέριξ ταφικῆς tricliae. Ἡ βασιλομήτωρ Ἐλένη, ἡ ἀγία, ἀφοῦ ἔκτισε στὸ ἴδιο σχῆμα τὴν βασιλικὴ τῶν Ἁγίων Μαρκελλίνου καὶ Πέτρου μὲ τὸ δικό της μαυσωλεῖο (324-6), κτίζει βασιλικὲς στοὺς τόπους τοῦ βίου, τῆς σταύρωσης καὶ τῆς ἀνάστασης τοῦ Ἰησοῦ μὲ κυριοτέρους βεβαίως τὸν ναὸ τῆς Ἀναστάσεως στὸν Γολγοθά (326) καὶ τὸν ναὸ τῆς Γεννήσεως στὴν Βηθλέεμ (333). Τὰ κτήρια συνδυάζουν πεντάκλιτη βασιλικὴ μὲ προαύλιο καὶ κυκλικὸ ναὸ περιβάλλον τὸ ἱερὸ σημεῖο, περίστυλο κιβώριο στὸν Γολγοθα ὁκτάγωνο στῆν Βηθλεέμ. Ὁ τύπος του μαυσωλείου τῆς ταφικῆς ἀρχιτεκτονικῆς ἔτσι συντίθεται μὲ ἐκεῖνον τῆς βασιλικῆς τῆς ἀγοραίας. Εἶναι ἡ ἴδια σύνθεση σιχάρα καὶ μανδαπά ποὺ βλέπομε (ἀργότερο) στὰ ἰνδικὰ μανδίρ. Στὴν Νέα Ῥώμη ποὺ ἔκτισε ὁ Κωνσταντίνος στὸ Βυζάντιο, τὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ ἕκτοτε Βασιλεύουσα, ἀνήγειρε τοὺς πρώτους ναοὺς τῆς Ἁγίας Σοφίας  καὶ τῶν Ἀγίων Ἀποστόλων. Τοῦτος κατὰ τὴν περίγραφὴ τοῦ Εὐσεβίου ἦταν σταυροειδὴς μὲ τύμπανο στὴν τομὴ τῶν σκελῶν ὅπου ἦταν τὸ ἱερό, ὑπὸ τὸ ὁποῖο ἐκεῖτο ὁ τάφος τοῦ ἰδίου τοῦ Κωνσταντίνου στὸ κέντρο μὲ δώδεκα κενοτάφια των Ἀποστόλων  πέριξ. Εἶναι τὸ ἡρῷον καὶ τὸ μαρτύριο του. Δὲν κεῖται σὲ τόπο μαρτυρίου, ὁρίζει ὅμως τὸν τόπο ὅπου ἐθάπτοντο ἔκτοτε οἱ βασιλεῖς τῶν Ῥωμαίων καὶ τόπος ποὺ ἐπέλεξε διὰ τὸ μνημόριο του ὁ Πορθήτης ἀφοῦ ἀντικατέστησε τὸν ἐκκλησιαστικὸ ναό μὲ τὸ τζαμί του.

Κωνσταντίνειος ναὸς Ἀναστάσεως κατὰ Robert G: Ousterhout and Tayfun Öner

basilica dei Santi Apostoli e Nazaro maggiore

Μέχρι καὶ τὸν ϛ΄ αἰῶνα καθόλην τὴν αὐτοκρατορία κυριαρχοῦν δρομικὲς βασιλικές, ἕνιες μὲ ἐγκάρσιο κλίτος στὸ ἱερό, σταυροειδεῖς ναοὶ καὶ περίκεντρα κτήρια. Στὸ Μεδιόλανον, αὐτοκρατορικὴ ἔδρα τοῦ δυτικοῦ κράτους, ὁ Ἅγιος Λαυρέντιος (378) εἶναι περίκεντρος ναὸς μὲ προαύλιο, μὲ κόγχες στοὺς δύο ἄξονες καὶ ἐσωτερικὴ κιονοστοιχία ποὺ τηρεῖ τὸ σχῆμα τῶν τοίχων οὕτως ὥστε νὰ ἀφίῃ  περίδρομο. Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι (382) ναὸς κτισμένος ὑπὸ τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου, ἐπισκόπου Μεδιολάνων, εἶχε σταυρικὸ σχῆμα μὲ μονὰ κλίτη ὅπου στὸ κέντρο κεῖται ἡ ἁγία τράπεζα μὲ λείψανα Ἀποστόλων, ὁρατὴ ἀπὸ κάθε εἴσοδο. Ἡ ἁγία Θέκλα ἦταν πεντάκλιτη βασιλικὴ ὅπου μόνο τὸ μεσαῖο ἐκοινώνει μὲ τὸ ἱερὸ βῆμα ποὺ κατελάμβανε ἡ ἁγία τράπεζα. Κατὰ βορρᾶ, στοὺς Τρεβήρους, ἐκεῖ ποὺ ἔφθαναν οἱ τεχνῖτες τοῦ Μεδιολάνου ἡ βασιλικὴ τοῦ Γρατιανοῦ σχημάτιζε τετράγωνο πύργο πέριξ τῆς ἁγίας τραπέζης ὁρατὸ μέχρι σήμερα συνιστάμενο στὸν ἀργότερο καθεδρικό. Στὴν Ῥώμη ἐπὶ πάπα Σίξτου Γ΄ (432-440) ἀνακαινίζονται οἱ κλασικές μορφὲς ποὺ ἀντιθέτως πρὸς τὴν ἀνατολὴ οἱ χριστιανοὶ ἔβλεπαν μὲ καχυποψία, στοὺς ναοὺς Santa Maria Maggiore (τρίκλιτη βασιλικὴ μὲ ἰωνικὲς κιονοστοιχίες μὲ ἐπιστύλιο), στὸ κωνσταντίνειο βαπτιστήριο τοῦ Λατερανοῦ  (ὁκταγωνικὸ μὲ ἐσωτερικὸ ἁψιδωτὸ περιστύλιο) καὶ τὸν κυκλικὸ ναὸ τοῦ Ἀγίου Στεφάνου. Ἐν γένει ἡ λατινικὴ βασιλικὴ εἶναι μὲ προαύλιο, τρίκλιτη μὲ ἁψιδωτὲς κιονοστοιχίες μὲ ὑπερυψωμένο τὸ μεσαῖο κλίτος τῶν πλευρικῶν καὶ τοῦ νάρθηκα, καὶ μὲ ἁψῖδα στὸ ἱερὸ ποὺ σχηματίζει τεταρτοσφαιρικὸ θόλο μὲ τὴν κόγχη (ἐξέδρα σύνθρονου). Τέτοιοι ναοὶ εἶναι στὴν Ῥώμη ὁ Ἅγιος Κλήμης, οἱ Ἄγιοι Ἰωάννης καὶ Παῦλος, Ἅγιος Βιτάλιος, ἡ Ἁγία Σαβίνα. Στὴν Ῥαβέννα, ἀπαντῶνται ναοί, στὸ ὕφος δὴ τοῦ Μεδιολάνου, ἀπὸ τότε ποὺ μεταφέρεται ἐκεῖ ἡ αὐτοκρατορικὴ ἔδρα τοῦ δυτικοῦ κράτους καὶ μετὰ παραμένει ἔδρα τῶν Ὀστρογότθων καὶ τῆς ἐκρωμαϊσμένης αὐτῶν αὐλῆς καὶ τέλος, τῶν ἐξάρχων τῆς ῥωμαϊκῆς ἐπανάκτησης. Ὁ ἀρχικὸς ναὸς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ εἶχε σταυρικὸ σχῆμα καὶ στὴν προέκταση τοῦ προνάου ἢ νάρθηκα  (κατεδαφίσθη ἀργότερο) ἡ Γάλλα Πλακιδία προσέθεσε τὸ μαυσωλεῖο τῆς ὡς παρεκκλήσιο, ὡς σταυροειδὲς μαρτύριο τοῦ ἁγίου Λαυρεντίου μὲ θολοσκεπῆ σκέλη ὑπὸ τὰ ὁποῖα κεῖνται οἱ τρεῖς σαρκοφάγοι τῆς οἱκογενείας, ἐνῷ τὸ κεντρικὸ τετράγωνο σχηματίζει ὕπερθε τετράγωνο τύμπανο μὲ σταυροθόλιο. Οἱ ναοὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ καὶ τοῦ Ἀγίου Άπολλιναρίου τοῦ Νέου εἶναι πεντάκλιτες βασιλικές.

 

Galla Placidia

Μέγα πλῆθος βασιλικῶν ἀπαντᾶται στὶς πολυάριθμες πλουσίες ῥωμαϊκὲς πόλεις τῆς Ἀφρικῆς καὶ εἶναι κύρια ἐπιρροὴ στὴν ναοδομία τῆς Νεαπόλεως, Σικελίας καὶ Βαλεαρίδων. Δὲν παρατηρεῖται, γράφει ὁ Krautheimer, κάποια τυπολογικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν καθολικῶν ἐκκλησιῶν καὶ τῶν Βανδάλων, δονατιστῶν ἢ ἀρειανῶν. Τυπικὴ βασιλικὴ εἶναι ἡ τρίκλιτη λατινικοῦ τύπου μὲ τριπλὴ ἁψῖδα (τρίβηλον) στὸ ἱερὸ καὶ τὴν τράπεζα ἔμπροσθε ὕπερθε κάποιας κρύπτης μὲ ὀστᾶ μαρτύρου, ποὺ βλέπομε σὲ ψηφιδωτὸ στὴν Tabarka τῆς Τύνιδας. Στὴν πρόσοψη τὸ ὑπερυψωμένο κλῖτος σχηματίζει ἀέτωμα μὲ φωταγωγὸ χωρὶς νάρθηκα ἢ προαύλιο ἂν καὶ ἀπαντᾶται, ὅπως σὲ μοναστήρι στὴν Θεβέστα μὲ τρίκογχο πλευρικὸ βαπτιστήριο καὶ δωμάτια πέριξ. Ὅμως δὲν λείπουν πολύκλιτες κωνσταντινείου τύπου ὅπως ἡ ἑννεάκλιτη βασιλικῆ τοῦ Damous El Karita στὴν Καρχηδόνα.

Ὀ συνήθης τύπος βασιλικῆς ποὺ ἀπαντᾶται στὴν Ἑλλάδα καὶ πέριξ τοῦ Αἰγαίου εἶναι τρίκλιτη μὲ ὑπερῷο καὶ νάρθηκα ὄπως εἶναι ἡ Ἀγχειροποίητος στὴν Θεσσαλονίκη (c.450-470). Σπάνιο δεῖγμα πεντακλίτου εἶναι ἡ βασιλικὴ στὸ Ἀσκληπεῖο τῆς Ἐπιδαύρου (c.400). Στὴν Κωνσταντινούπολη σύγχρονος εἶναι ἡ τρίκλιτη βασιλικὴ στὴν μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Στουδίου (462) μὲ προαύλιο, νάρθηκα χωρισμένο στὰ τρία κλίτη. Οἱ κορινθιακὲς κιοστοιχίες φέρουν ἐπιστύλιο ποὺ στηρίζει τὸ ὑπερῷο τῆς γυναικωνίτιδος ἐνῷ τὸ ἱερὸ βῆμα ὑψώνεται στὸ μεσαῖο κλίτος. Ὄπισθε ἡ ἐξέδρα τοῦ συνθρόνου ἔχει κερκίδες. Ἡ ἐξωτερικὴ πλευρὰ τῆς κόγχης δὲν εἶναι ἡμικυκλικὴ ἀλλὰ διαμορφώνεται ὡς τρεῖς πλευρὲς ἐξαγώνου. Τέτοια πρισματικὴ ἀπόληξη τῶν κογχῶν τοῦ ἱεροῦ ἔκτοτε εἶναι τὸ ἴδιον στὴν βασιλεύουσα, καὶ ἀπὸ τουλάχιστον τὸν ζ΄ αἰῶνα  Στὴν Νέα Ἀγχίαλο ἀνεσκάφη σύγχρονος βασιλικὴ παρομοίου τύπου καὶ πολυτελείας μὲ ἁψιδωτὲς ὅμως κιονοστοιχίες καὶ νάρθηκα σὲ ὅλο τὸ εὖρος του ναοῦ που ὁδηγεῖ σὲ δώματα πέριξ τοῦ αἰθρίου ὅπου εἶναι καὶ τὸ βαπτιστήριο. Ἐξαίρεση στὸν τύπο τῆς δρομικῆς βασιλικῆς εἶναι ὁ ναὸς ποὺ ὠκοδομήθη στὸν τάφο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ στὴν Ἔφεσο (c.450), ὁ ὁποῖος εἶναι σταυροειδὴς στὸν τύπο τοῦ κωνσταντινείου Ἀποστολείου μὲ τρίκλιτα σκέλη ἵνα χωροῦν τὰ πλήθη τῶν προσκυνητῶν. Τὸ κύριο σκέλος εἶναι μακρότερο ἐνῷ στοῦ πρεσβυτερίου προστίθεται ἐπιπλέον κλῖτος σὲ κάθε πλευρά. Ἀντιθέτως ὁ πρῶτος μητροπολιτικὸς ναὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο ἐτήρει τὸν τύπο τῆς δρομικῆς βασιλικῆς μὲ περίστυλο προαύλιο μὲ ὁκτάκογχο βαπτιστήριο (τετράγωνο ἔξωθε) καὶ νάρθηκα. Ὁ τρίκλιτος κύριος ναὸς ἦταν ἐξαιρετικῶς μακρὸς χωρὶς ὑπερῷο. Τέτοιος εἶναι ὁ τύπος ναοῦ τῆς περιοχῆς ὅπως στὸ Μαστιχάρι τῆς Χίου, δρομικὴ βασιλικὴ μὲ τριμερὴ νάρθηκα καὶ τετράγωνο ὁκτάκογχο βαπτιστήριο. Στὴν Ἁγία Θέκλα στὸ Meryemlik τῆς Κιλικίας πλησίον τῆς Σελευκίας, μεγάλο πολυτελὴ ναὸ ποὺ ἔκτισε ὁ ἰσαυρικῆς καταγωγῆς αὐτοκράτωρ Ζήνων δύο παρεκκλήσια μὲ κόγχες σχηματίζονται ἑκατέρωθε τοῦ συνθρόνου. Παρόμοια δώματα ὑπάρχουν σὲ βασιλικὴ (Α) στὴν Πέργη τῆς Παμφυλίας ἡ ὁποία ἔχει ἕνα συμπεπτυγμένο ἐγκάρσιο κλίτος στὸ ἱερὸ βῆμα. Ὁ τύπος τῆς βασιλικῆς μὲ ἐγκάρσιο κλῖτος ἀπαντᾶται συχνὰ ἀπὸ τελῶν τοῦ ε΄καὶ κατὰ τὸν ϛ΄ καὶ εἶναι ὥριμος κατὰ τὸν Krautheimer στὸν ναὸ τοῦ Ἀγίου Δημητρίου τῆς Θεσσαλονίκης· ἀρχικῶς μαρτύριο, πεντάκλιτος μὲ ὑπερῷο καὶ τὶς στέγες τῶν ἐσωτερικῶν κλιτῶν ὑπερυψωμένες μὲ θυρίδες φωταγωγῶν. Τὸ ἐγκάρσιο κλῖτος στὸ ἅγιο βῆμα εἶναι τριμερὲς καθὼς συνεχίζουν ἐκεῖ οἱ κιονοστοιχιὲς τοῦ κεντρικοῦ κλίτους. Στὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Θράκη τοῦτο τὸν καιρὸ ἀνακαινοῦνται καὶ ἄλλοι παλαίτεροι τύποι ὅπως ἡ ὁκταγωνικὴ ἐκκλησία στοὺς Φιλίππους. Στὴν Νικόπολη ἡ βασιλικὴ τοῦ Δουμετίου ἔχει τριμέρες ἐγκάρσιο κλίτος καὶ ὡσαύτως ὁ 600 ποδῶν Ἅγιος Λεωνίδας στο Λέχαιο ὅπου τὸ τριμερὲς κλίτος προεκτείνεται ἐπιπλέον καθ’ ἕκαστον πλευρά.

Ἅγιος Ἰωἀννης Εὐαγγελιστὴς Ἐφἐσσου (ἱουστινιάνειος φάση)

Ἁγία Θέκλα,  πηγή: E. Herzfeld & S. Guyer, Meriamlik und Korykos: Zwei christliche Ruinenstätten des rauhen Kilikiens (Monumenta Asiae Minoris Antiqua 2)

Ἡ περιοχὴ ποὺ ἦταν πλουσία εἰ μὴ ἰδιοφυὴς πρὸς τὴν ναοδομία εἶναι οἱ τόποι καταγωγῆς τῆς λατρείας τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ Συρίας μέχρι Αἰγύπτου ἀφοῦ εἶναι κεῖ ποὺ οἱ αὐτοκράτορες κτίζουν μεγάλους ναοὺς σὲ σκάριφα ποὺ πέμπουν ἀπὸ τὴν βασιλεύουσα. Ἐπίσης, ἐκτὸς ἀπὸ τόπος μαρτύρων καὶ ἀσκητῶν εἶναι καὶ περιοχὴ ἐμπορικῶν δρόμων. Στὰ ἄστεα προτιμᾶται τὸ ὕφος τῆς βασιλευούσης  ποὺ Krautheimer ὀνομάζει παράκτιο ῥυθμὸ τοῦ Αἰγαίου. Ἐπὶ Ὁρόντου ἐκεῖτο πλησίον τοῦ αὐτοκρατορικοῦ παλατιοῦ ὁ γνωστὸς μόνον ἐκ περιγραφῆς τοῦ Εὐσεβιου ναὸς ποὺ ἔκτισε ὁ Κωνσταντίνος τὸ 327, τὸ Χρυσοῦν Ὀκτάγωνο, διώροφο μὲ ἐσωτερικὸ περιστύλιο καὶ ἐπιχρυσωμένη πυραμιδοειδὴ στέγη. Εἶναι πρόδρομος τῶν περικέντρων ναῶν στὸν τύπο τοῦ μαυσωλίου ὅπως ὁ Ἅγιος Λαυρέντιος τοῦ Μεδιολάνου, ὁ ὁκτάγωνος μιαφυσιτικὸς ναὸς τῆς Θεοτόκου στὸ ὄρος Γαριζίμ (484), τὸ σύγχρονό του τετράκογχο μαρτύριο στὴν Σελεύκεια Πιερία (Samandağ), τὸ προαναφερθὲν ὁκτάγωνο τῶν Φιλίππων  καὶ τοῦ ϛ΄ αἰῶνα, ὁ τετράκογχος ναὸς στὴν Σεργιούπολη ποὺ ἡ μία ἐξέδρα εἶναι τὸ ἱερό· ἐπίσης μιαφυσίτικοι ναοὶ ποὺ ἀνεγείρονται ὡς ἀντίδραση τοῦ αὐτοκράτορα (ἄλλωστε ὁ Ἀναστάσιος Α΄ ὁ ἴδιος εἶχε ὑπάρξει μιαφυσίτης)  πρὸς τοὺς νεστοριανοὺς ὅπως ἡ μητρόπολη τῆς Bosra (512), ὁ Ἅγιος Γεώργιος στὴν Ezra, καὶ ὁ τετράκογχος ναὸς στὴν Ἀπάμεια· τέλος, εἶναι ὁ Ἄγιος Βιτάλιος στὴν Ῥαβέννα (ὁκτάγωνο ἔξω, ὁκτάκογχο περιστύλιο ἕσω) καὶ ὁ ναὸς τῶν Ἁγίων Σεργίου καὶ Βάκχου στὴν Κωνσταντινούπολη (τετράγωνο ἔξω, τέσσερις κόγχες στὶς γωνίες στὸ περιστύλιο) ποὺ προαναγγέλει τὴν ἱουστινιάνειο Ἁγία Σοφία. Πάντα τοῦτα τὰ κτήρια δὲν εἶναι ἀκριβῶς συμμετρικὰ ὡς πρὸς κέντρο καὶ δὲν εἶναι μαυσωλεία καθὼς ἔχουν μία προεξέχουσα ἐξέδρα ὡς ἱερὸ, νάρθηκα ἢ σκευοφυλάκια: εἶναι ναοί. Ἀντιθέτως τὸ μαρτύριο τοῦ Ἀποστόλου Φιλίππου στὴν Ἱεράπολι εἶναι ἀστεροειδὲς ὁκτάκογχο καθὼς οἱ κόγχες εἶναι δρομικοὶ θόλοι ποὺ ἔφεραν φῶς στὸ ἐσωτερικό.

San Lorenzo, Μιλάνο

Θεοτόκος, Γαριζίμ

τετράκογχος καθεδρικὴς τῆς Bosra (Creswell, 1924)

τετράκογχος καθεδρικὸς Ἀπάμειας

Μαρτύριο Φιλίππου στὴν Ἱεράπολι

Ἐνῷ στὸ δυτικὸ κράτος, ὁ Ἄμβρόσιος συνέθεσε τὸ ταφικὸ μνημεῖο μὲ τὸν λειτουργικὸ ναὸ ὡς σύμπτωση εὐχαριστικῆς τραπέζης καὶ λειψανοθήκης, σὲ παρόμοιες περιπτώσεις ἀπὸ τοῦ ε΄ αἰῶνα στὴν ἀνατολὴ, ἡ λειψανοθήκη κρατεῖται συχνὰ χωριστῶς, ὅπως στὴν Ἁγία Θέκλα τῆς Κιλικίας ἢ τὸν Ἅγιο Δημήτριο[i]. Χαρακτηριστικές εἶναι οἱ διανομές τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Πολλαπλασιασμοῦ τῶν Ἄρτων καὶ τῶν Ἰχθύων (Ecclesia multiplicationis panum et piscium) στὴν Ἑπτάπηγο (Tabgha) τῆς Παλαιστίνης,  τῆς Nοτίου Ἐκκλησίας στὸ Yanikan τῆς Κιλικίας, τῆς μητρόπολης τοῦ Κουρίου στὴν Κύπρο, ὅπου ὑπάρχει κλειστὸς χῶρος ὀπίσω τοῦ συνθρόνου ὥστε νὰ εἶναι ἐπισκέψιμος χωρὶς νὰ διακόπτηται ἡ θεία λειτουργία[ii].

Μητρόπολη Κουρίου (Megaw 1997)

Πρὸς τοὺς σταυροειδεῖς ναούς, ὁ Ἅγιος Βάβυλας στὴν Ἀντιόχεια (378) εἶναι σταυροειδὲς μαρτύριο κατὰ μίμηση τοῦ Ἀποστολείου τῆς Κωνσταντινούπολης ποὺ πῆρε χρήση ἐκκλησίας.  Στὰ Γέρασα, ἀνατολὰς τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, ἡ ἐκκλησία τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ Μαρτύρων (465) εἶναι σταυροειδὴς ἐγγεγραμμένη σὲ τετράγωνο. Οἱ κιονοστοιχίες ποὺ σχηματίζουν τὰ μεσαῖα κλίτη τῶν σκελῶν καταλήγουν σὲ τέσσαρες κίονες ποὺ σχηματίζουν κεντρικὸ τετράγωνο ἐνῷ τὸ δυτικὸ κλῖτος κλείνει μὲ τέμπλο ὡς ἱερὸ βῆμα μὲ ἐξέδρα συνθρόνου. Ὁ Ἄγιος Μηνᾶς (Abu Mîna, abba myna c.490) στὴν Μαρεώτιδα δυσμὰς τῆς Ἀλεξανδρείας ἐκτίσθη ὡς μαρτύριο καὶ προσκύνημα σὲ σχέδιο ποὺ τηρεῖ τὴν λογικὴ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ ποὺ ἐτηρήθη καὶ στὸν Ἅγιο Ἰώαννη τῆς Ἐφέσου: ἡ ἁγία τράπεζα καὶ τὸ σύνθρονο εὑρίσκονται στὴν τομὴ συσταυρουμένων κλιτῶν, παρότι φαίνεται ὡς βασιλικὴ ἐγκαρσίου κλίτους. Εἶναι σὰν σταυροειδὴς ποὺ τὸ ἀνατολικὸ σκέλος ἀτροφεῖ σὲ κόγχη ποὺ εἶναι μᾶλλον συμβολικὴ ἀφοῦ δὲν περιέχει τὸ σύνθρονο. Ἔμπροσθε ἀντὶ προαυλίου ὑπήρχε περίστυλος νάρθηξ μὲ ἁψιδωτὰ ἄκρα καὶ παρ’ αὐτόν, τετράκογχο περιστύλιο ποὺ σήμαινε τὸν τάφο τοῦ ἁγίου. Δυτικώτερο ἐκεῖτο βαπτιστήριο. Στὴν μητρόπολη τῆς Ἐρμούπολης (Ashmunein) τὰ τρία κλίτη σχηματίζονται μὲ περιστύλιο πρᾶγμα ποὺ ὑποδεικνύει ὕπαρξη ὑπερῴου τὸ ὁποῖο συνεχίζει πέριξ τοῦ ἐγκαρσίου κλίτους ἁψιδωτοῦ στὰ ἄκρα καὶ σὺν μὲ τὸ σύνθρονο σχηματίζει τρίκογχο ἱερό. Κατὰ νότο, στὸ Sohag, στὴν σύγχρονο (442) κοπτικὴ Λευκὴ Μονὴ (Deir El-Abiad) ἢ μοναστήριον τοῦ ἀββᾶ Σενούτ  (pmonactyrion nte apa sen\]) ποὺ εἶναι δρομικὴ βασιλικὴ μὲ ἐσωτερικὸ περίστυλο (σχήματος πεῖ) μὲ ἐπιστύλιο καὶ ὑπερῷο, τὸ κεντρικὸ κλίτος καταλήγει σὲ θριαμβικὴ ἁψῖδα (σήμερα κτισμένη καθὼς τὰ κλίτη εἶναι πλέον αὐλή) πέραν τῆς ὁποίας σχηματίζεται  τρίκογχο ἱερό μὲ ἡμιτρούλια, ἴδιον στοὺς κοπτικοὺς ναούς. Ὕπερθε τοῦ τετραγώνου ποὺ ἀναπέπτανται οἱ τρεῖς ἐξέδρες (κόγχες) πρέπει νὰ ὑπήρχε κάποιος φωταγωγός, στὴν θέση τοῦ πλινθίνου τρούλλου τοῦ ια΄ αἰῶνα. Ἡ βασιλικὴ περιβάλλεται ἀπὸ ψηλὸ τοῖχο θυμίζοντας αἰγυπτιακὸ ναὸ ἢ κάστρο.

Ἀποστόλων καὶ Μαρτύρων,  Γέρασα (Crowfoot 1941)

Μαρτύριο τοῦ ἁγίου Βάβυλα

Ἅγιος Μηνάς

Λευκὴ Μονή

Στὴν Συρία ἡ βασιλικὴ ἐμφανίζεται πρωίμως ὡς ὀρθογώνιος αἴθουσα (aula ecclesiae κατὰ Michael White) στὴν Ἔδεσσα κατὰ τὸ χρονικὸν τῆς Ἐδέσσης τὸ 313. Ἀπαντᾶται μὲ ἐγκάρσιες ἀψῖδες ποὺ ἀπολήγει σὲ ἐξέδρα στὸν Ἅγιο Ἰουλιανὸ στὸ Umm al Jammal τὸ 342. Στὴν Πέλλα ἐμφανίζεται τρίκλιτη ὁρθογώνιος αἴθουσα μὲ σύνθρονο ἐντὸς τοῦ μεσαίου κλίτους.  Ὁλοκληρωμένη τρίκλιτος βασιλικὴ εἶναι ἡ ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων τὸ 372 στὸ χωριό Fafertin. Καταρχὰς ἀποκλειστικῶς συριακὸ χαρακτηριστικὸ εἶναι οἱ δύο θύρες ποὺ ἀναπέπτανται στὸν νότο, ἡ πλησίον τοῦ ἱεροῦ βήματος διὰ τοὺς ἄνδρες, ἡ ἄλλη διὰ τὶς γυναίκες (πχ. Ἅγιοι Παῦλος καὶ Μωυσής, 418, Dar Qita). Κάποιοι τὸ ἀνάγουν στὰ ἀρχαῖα ἀσσυριακὰ ἱερὰ ποὺ εἶχαν πρόσβαση ἀπὸ τὴν μακρὰ πλευρά, ὐπερβολικὴ βεβαίως εἰκασία. Ἡ Gertrude Bell πάλιν, στὰ χιττιτικὰ ἀνάκτορα. Ἑκατέρωθε τῆς ἐξέδρας (κόγχης, ἁψῖδας) τοῦ ἱεροῦ ὑπάρχουν πάντοτε δύο σκευοφυλάκια, τὰ παστοφόρια ποὺ ἀργότερο καθίστανται ὡς πρόθεση (νότιο) καὶ διακονικό (βόρειο) ποὺ ὁ Jean Lessus στὸ πόνημά του sanctuaires chrétiens de Syrie [1947] δεικνύει ὅτι ἀρχικῶς εἶναι παρεκκλήσια μὲ λειψανοθήκες μαρτύρων ὅθεν καθιέρωναν τὸ ἕλαιο τῆς εὐλογίας. Ἴδιον στὴν Συρία ποὺ ἔτι ἀπαντᾶται σὲ νεστοριανὲς ἐκκλησίες, εἶναι ἡ ἐξέδρα στὴν μέση τοῦ κλίτους τετράγωνη μὲ ἁψῖδα κατοπτρικὴ πρὸς τὴν ἐξέδρα τοῦ ἱεροῦ ὅπου κάθετο ὁ κλῆρος κατὰ τὴν Λειτουργία τῶν Κατηχουμένων (πχ. Ἄγιος Σέργιος βασιλική Α΄, Σεργιούπολις). Στὴν Συρία οἱ ναοὶ εἶναι λίθινοι μὲ λιθοπλίνθους (aslar), μὲ ἁψιδωτὲς κιονοστοιχίες καὶ ἀνοίγματα ἀντιθέτως πρὸς τὰ σπίτια ποὺ ἔχουν ὑπέρθυρα (πρέκια).

Ἅγιος Ἰουλιανός (Butler 1969)

Ἡ ἐπὶ βασιλέως Ἀναστασίου ἐκκλησία στὸ ἰακωβιτικὸ μοναστήρι Mār Gabriel εἶναι μονόκλιτη μὲ δρομικὸ τούβλινο θόλο ἀλλὰ τὸ ἰερὸ καὶ τὰ σκευοφυλάκια κεῖνται κατὰ μῆκος τῆς μακρᾶς πλευρᾶς. Ἡ Gertrude Bell ταξινομεῖ πολλὰ τέτοια δείγματα ὡς μοναστικὸ τύπο[iii]. Σὲ νεστοριανὲς ἐκκλησίες στὴν ἐπικράτεια τῶν Σασσανιδῶν καὶ στὴν al-Ḥīra τῶν φοιδεράτων αὐτῶν Λαχμιδῶν, ἀπαντᾶται τετράγωνο ἄδυτο ὅπως τὸ ἰνδικὸ, ἐνῷ τὸ μαρτύριο εὑρίσκεται σὲ ξέχωρὸ θάλαμο, ὅπως μελέτησε ὁ πατὴρ J.M. Fiey[iv].

Mar Gabriel πηγή: Gertrude Bell, The churches and monasteries of the Ṭur ʻAbdin

J.M. Fiey O.P., Mossoul Chrétien

 

 

Νεστοριανὲς ἐκκλησίες,πηγή: R. Hoddinott, Early Byzantine churches in Macedonia and southern Serbia 1963

 

Οἱ ναοὶ ἐκτὸς κωμῶν καὶ ἄστεων εἶναι μοναστήρια μὲ ξενῶνες προσκυνητῶν καὶ ἔτσι διαρθροῦνται μὲ παράπλευρη αὐλή ὅπως στὴν Μονὴ Συρίων (Umm-es-Surab) στὴν βόρειο πλευρὰ τοῦ ναοῦ τῶν Σεργίου καὶ Βάκχου. Τὸ εὐμεγέθες καὶ μεγαλοπρεπές σταυροειδὲς μαρτύριο τοῦ Συμεῶνος τοῦ Στυλίτου (Qal’at Si’man, c. 480-490) εἶναι ἕνα ὁκταγωνικὸ μαρτύριο μὲ σκέλη τέσσαρες τρίκλιτες βασιλικές. Τὸ εὖρος τοῦ κάθε μεσαίου κλίτους ἀντιστοιχεῖ στὴν πλευρὰ ἑνός κεντρικοῦ ὁκταγώνου ἐνῷ τῶν πλαγίων μὲ τὴν πλευρὰ τοῦ ἡμιἐξαγώνο τῶν γωνιακῶν κογχῶν (ἂν α ἡ πλευρὰ τοῦ ὁκταγώνου, τὸ μεσαῖο κλίτο εἶναι α καὶ τὸ πλάγιο α/2√3). Τὸ ἀνατολικὴ βασιλικὴ εἶναι μακροτέρα καὶ ἀπολήγει σὲ ἐξέδρα συνθρόνου μὲ δύο ἐκατέρωθεν κόγχες παστοφορίων· ἡ νοτία καὶ δυτικὴ ἔχουν νάρθηκες. Τὸ νοτιοανατολικὸ τεταρτημόριο καταλαμβάνεται ἀπὸ αὐλὴ ὁποὺ ἀναπέπταται ἡ πρώτη βασιλικὴ τοῦ 425 καὶ ἐκεῖτο ὁ πρῶτος στῦλος, περιβαλλομένη μὲ κελιά.

[ΤΡΟΥΛΛΑΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ] Καίτοι βασικῶς ἀγοραῖο κτήριο, ἡ μεταγραφὴ τῆς δρομικῆς βασιλικῆς σὲ ἱερὸ κτήριο μὲ τριμερὴ διανομὴ κατὰ πρόναο ἢ νάρθηκα, ναὸ ἢ καθολικὸ καὶ πρεσβυτέριο ἢ ἱερὸ βῆμα, μετακαλεῖ τὸ αἰγυπτιακὸ τέμενος τοῦ βαθμιδωτοῦ περάσματος ἀπὸ τὸ βέβηλο στὰ ἅγια τῶν ἀγίων. Συγχρόνως τὰ περίκεντρα καὶ σταυροειδὴ κτήρια δημιουργοῦν τὸν κοσμικὸ πόλο, ποὺ ὡς σημεῖο ἐπὶ γῆς ὁρίζει τόπο. Ἡ ἴδια ἡ ἀγία τράπεζα καλύπτεται μὲ κιβώριο μὲ τέσσερις κιονίσκους. Ἡ καινοτομία τοῦ ϛ΄ αἰ. εἶναι ἡ ἀλλαγὴ τῆς στέγασης σὲ τροῦλλο καὶ θόλους ἀντὶ τῆς εὐπυρώτου ξυλίνης στέγης.

Ὁ οὐράνιος συμβολισμὸς ὑπάρχει ἤδη στὶς φατνωματικὲς ψευδοροφές, στὰ σκαφοειδὴ φατνώματα ποὺ ἀφίουν οἱ σελίδες τῆς ὀροφῆς μεταξὺ αὐτῶν. Τροῦλλοι καὶ θόλοι, ἀπὸ πλίνθους ἢ σκυρόδεμα, ἀπαντῶνται ἥδη, ἐκτὸς τοῦ Πανθέου, σὲ θέρμες, παλατινὰ συγκροτήματα, μαυσωλεῖα κτλ. Ἡ ξυλίνη στέγη ἦταν πρακτικὴ ἐπειδὴ οἱ ἐλκυστῆρες τοῦ ζευκτοῦ (δοκοί) ἀναλαμβάνουν τὶς ὠθήσεις τῶν ἀμειβόντων (ψαλιδιῶν), ἐνῷ ὁ δρομικὸς θόλος χρῄζει ἀντιστήριξης ὅπως ἀργότερο στὶς γοτθικές ἐκκλησίες. Στὴν βασιλικὴ τοῦ Μαξεντίου τὸ κεντρικὸ κλῖτος ἐστεγάζετο μὲ σταυροθόλια ποὺ μεταφέρουν τὶς ὠθήσεις σὲ γωνιακοὺς στύλους, ἐνῷ τὰ ὥς εἰπεῖν πλάγια κλίτη σχηματίζονται μὲ θόλους καθέτους στὸ κεντρικὸ κλῖτος ποὺ ἀλληλαντιστηρίζονται. Οἱ περίκεντρες κατασκευὲς ἦσαν καταρχὰς κυκλικές μὲ παχεῖς τοίχους ἵνα λαμβάνουν τὶς ὠθήσεις, οἱ ὁποῖοι σχημάτιζαν κόγχες ποὺ ἀφαιροῦν περιττὸ ὑλικό. Ἔτσι δημιουργήθηκαν τὰ ὀκτάγωνα. Ἡ βέλτερη λύση βεβαίως εἶναι τὸ σταυροειδὲς σχῆμα ὅπου τὰ σκέλη τοῦ σταυροῦ ἀντιστηρίζουν τὶς ὠθήσεις τοῦ τροῦλλου ὁ ὁποῖος δύναται νὰ προσαρμοσθῇ μάλιστα στὴν βασιλική. Τὸ πρόβλημα ὅμως ποὺ ἔπρεπε νὰ λυθῇ ἦταν ἡ μετάβαση ἀπὸ τὸ τετράγωνο στὸν κύκλο χωρὶς τὶς γωνιακές κόγχες (ἐξέδρες) ποὺ ἔδιδαν τὸ ὀκτάγωνο ὡς ἐνδιάμεσο σχῆμα. Ἡ λύση ὑπήρχε κεῖ ὅθεν προῆλθε ἡ θολοδομία στὴν Ῥώμη, στὴν παρθικὴ Περσία, τὸ νῦν στὰ παλάτια τῶν Σασσανιδῶν καὶ στὶς κωνικές τομές τῶν ἀλεξανδρινῶν γεωμετρῶν. Ἡ πρώτη λύση εἶναι τὰ ἡμιχώνια στὶς γωνίες ἀντὶ τῶν τεταρτοσφαιρίων τῶν κογχῶν, ἡ δευτέρα, τὰ λοφία, τὰ σφαιρικὰ τρίγωνα ποὺ ἀπομένουν ὅταν μισὸς κύβος ἐγεγγραμμὲνος σὲ ἡμισφαίριο, τὸ ἀποτέμει. Χρηστὰ λοφία ὁκταγώνου εἶχαν ἥδη χρησιμοποιηθῇ σὲ ὁκταγώνους χώρους ὅταν ἔπρεπε νὰ στεγασθοῦν μὲ τροῦλλο ὅπως στὴν Minerva Medica στὴν Ῥώμη καὶ ἀπαντῶμε πλέον στὸν Ἄγιο Βιτάλιο στὴν Ῥαβεννα. Ὡστόσο στὸν Σέργιο καὶ Βάκχο προτιμήθηκε ὁ πτυχωτὸς ὁκταγωνικὸς τροῦλλος (σὰν ὀμπρέλα). Ἄλλο στοιχεῖο ποὺ ἐπιτρέπει τὸν τροῦλλο, εἶναι τὸ ἐσωτερικὸ περίστυλο (διπλοῦν κέλυφος τὸ λεγει ὁ Krautheimer) ὅπου ἐφίσταται ὁ τροῦλλος: τὰ περιβάλλοντα διαμερίσματα ἀναλαμβάνουν τὶς ὠθήσεις, ἢ ἀλλιῶς, εἶναι σὰν νὰ ἀναλύηται ὁ παχὺς τοίχος. Ἡ αὐτὴ δομὴ προκύπτει ὅταν ὁ σταυροειδὴς ἐγγράφεται σὲ ὀρθογώνιο καὶ χῶροι γέμουν τὰ τεταρτημόρια. Τὸ ἐσωτερικὸ περιστύλιο τῶν περίκεντρων ναῶν καὶ τὸ κύριο κλῖτος τῆς βασιλικῆς συμπίπτουν. Ἄλλωστε ἂν τέμωμε ἐγκαρσίως τὴν τρίκλιτη βασιλικὴ δὲν λαμβάνομε τὴν τομὴ τέτοιου περικέντρου ναοῦ; Ὅ τι εἶναι ἡ βασιλικὴ πρὸς ἄξονα δὲν εἶναι ὁ περίκεντρος πρὸς κέντρο; Ἀκριβῶς ὅπως ἡ ὑπόστυλος αἴθουσα καὶ  τὸ οἰκιστικὸ μέγαρο στὴν Αἴγυπτο: ἡ ὑπερύψωση τῆς μεσαίας στέγης εἶναι  ἡ λύση φέρεις φῶς στὸ ἐσωτερικό.

τρουλλαία βασιλικὴ στὸ Meryemlik

Στὸ Meryemlik τῆς Κιλικίας, μεταξὺ τῶν ἔργων του Ἰσαύρου Ζήνωνος εἶναι ἕνα τῶν πρώτων δειγμάτων τρουλλαίας βασιλικῆς: ὁ τροῦλλος στεγάζει τὸ ἱερὸ βῆμα στηριγμένος σὲ πεσσούς, ἐνῷ τὸ κύριο κλῖτος εἶναι βραχύτερο· τὰ πλάγια κλίτη εἶναι θολοσκεπεῖς διάδρομοι. Ἕνεκα τοῦ ῥαδινοῦ τῆς οἰκοδομῆς ὁ τροῦλλος πιθανὸν ἦταν ξυλίνη ὁκταγωνικὴ πυραμίδα[v], ὅμως ἔχομε τὰ ἡμιχώνια ποὺ θὰ χρησιμοποιηθοῦν στοὺς τρούλλους. Παρομοίου τύπου σύγχρονος οἰκοδομὴ ἀπαντᾶται στὸ Alahan Manastir μὲ κεντρικότερο τετράγωνο τύμπανο μὲ γωνιακὰ ἡμιχώνια. Ἐπίσης ξυλοστεγής. Ὁ Krautheimer θεωρεῖ ὅτι οἱ ἐπινοήσεις τοῦτες στὴν Κιλικία καὶ τὴν Ἰσαυρία  ἔχουν ὀπίσω χαμένα πρότυπα τῆς βασιλευούσης καὶ δὴ μὲ χρηστοὺς θόλους, ποὺ ἔκτισαν αὐτοῦ κωνσταντινουπολίτες μαΐστορες, ὁ δὲ Robert Ousterhout θεωρεῖ ὅτι ὁ πειραματισμὸς εἶναι ἐγγενὴς καθὼς ὁ τόπος ἦταν ἐπὶ λιθουργοῖς περιώνυμος. Στὴν ἐκκλησία στὸ ἰουστινιάνειο ὀχυρὸ Qasr Ibn Wardan (c.564) ὁ τύπος τῆς βασιλικῆς συμπτύσσεται ὥστε ὁ τροῦλλος νὰ δεσπόζει στὸ κέντρο βραχέος κλίτους μὲ περιβάλλοντα διάδρομο καὶ ὑπερῷο. Θυμίζει τὴν ἱουστινιανειο Ἁγία Σοφία. Δηλαδὴ βλέπομε ἕναν τύπο ποὺ σχηματίζεται βαθμηδὸν ἕναν καὶ μισόν αἰῶνα πρὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας ποὺ θὰ γίνῃ τὸ μέτρο πρὸς κάθε ἄλλη ἐπαρχικὴ ἐκκλησία μετά. Κτήριο ποὺ τὴν προαναγγέλει εἶναι ὁ κατεσκαμμένος πλέον Ἅγιος Πολύευκτος (c.522) καὶ ἡ ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Σεργίου καὶ Βάκχου ἐν τοῖς Ὁρμίσδου. Ὁ Ἅγιος Πολύευκτος εἶναι μία πολυτελὴς ξυλοστεγὴς βασιλική· ὅμως οἱ στῦλοι ποὺ ὁρίζουν τὸ μεσαῖο κλῖτος σχηματίζονται ὡς τρεῖς ἐφεξῆς ἐξέδρες σὲ κάθε πλευρά, μὲ τέσσαρες στύλους καθ’ ἑκάστη (ἤτοι μισὸ ὁκτάγωνο) καὶ παγόνια στὰ τεταρτοσφαίρια τῆς κόγχης. Θυμίζει τὸν τρίκλινο στὸ παλάτι τοῦ Λαύσου. Τὸν Ἅγιο Πολύευκτο ἔκτισε παρὰ τὸ παλάτι της, ἡ  Iuliana Anicia, γόνος τῆς θεοδοσιανῆς δυναστείας, ἴσως ἐμπρὸς στὴν μὴ ἐπιλογὴ τοῦ ὑγιοῦ της διὰ τὸν θρόνο. Ἔτσι δικαιολογεῖ ὁ Ousterhout τὸ ὅτι εἶχε τὶς διαστάσεις τοῦ Ναοῦ τοῦ Σολομώντος ποὺ μνημονεύει ἡ Βίβλος (Ἰεζεκιὴλ 41), δηλαδὴ μῆκος ἑκατὸ πήχεις ἐνῷ τὰ ἀνάγλυφα παγόνια ἦταν ἀντὶ τῶν Χερουβίμ. Δὲν γνωρίζομε ἂν τέτοιος ἦταν ὁ λόγος τοῦ νενίκηκά σε Σολομών ποὺ ἔκραξε ὁ Ἰουστινιανὸς ἄμα μὲ τὸ πέρας τῆς Ἁγίας Σοφίας, ὅμως ἡ πρώτη του ἀντιδραση ἦταν νὰ κτίσῃ τὸν ναὸ τῶν Σεργίου καὶ Βάκχου στὸ δικό του παλάτιο. Ὁ ναὸς εἶναι περίκεντρο κτήριο μὲ νάρθηκα, ἔξεδρα συνθρόνου καὶ μὲ ἐσωτερικὸ περιστύλιο ποὺ δημιουργεῖ ὑπερῷο. Οἱ γωνίες τοῦ περιστυλίου εἶναι ἐξέδρες ποὺ σχηματίζουν ἔτσι ὁκτάγωνο ὡς βάση τρούλλου ὁκτὼ πτυχῶν. Εἶναι ὁ ἀρχαιότερος σῳσμένος τροῦλλος ἐκκλησίας στὴν Κωνσταντινούπολη, Τὸ σχῆμα τοῦ περιστυλίου εἶναι ἐκεῖνο τοῦ μαρτυρίου τοῦ Γρηγορίου Ναζιανζινοῦ (380) ὅπου κατὰ ἐπιστολή του, ὑποδηλοῖ ἕναν σταυρὸ στοὺς ἄξονες.

Ἅγιος Πολύευκτος

τετράκογχο Γρηγορίου Ναζιανζινοῦ

Οἱ πυρκαγιὲς ποὺ προυκλήθησαν κατὰ τὴν στάση τῶν δήμων τοῦ ἱπποδρόμου, γνωστὴ ὡς τοῦ Νίκα, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 532, κατέστρεψαν δύο ξυλοστεγεῖς βασιλικές, τὴν μητρόπολη Ἁγία Εἰρήνη καὶ τὴν Ἁγία Σοφία γεγονὸς μὲ τὸ ὁποῖο ἀρχίζει ὁ Προκόπιος τὸ De Aedificii, τὴν μνημόνευση τῶν ἰουστινιανίων ἔργων. Ἡ ἰουστινιάνειος Ἀγία Εἰρήνη ἦταν μία τρουλλαία βασιλική ὅπως οἱ προαναφερθέντες ναοὶ στὴν Κιλικία, ἀλλὰ μὲ χρηστὸ τροῦλλο. Ἡ Ἀγία τοῦ Θεοῦ Σοφία εἶναι ἕνα ἀνεπανάληπτο σχέδιο ἐκκλησίας. Ὁμοιάζει μὲ περίκεντρος καθὼς ὁ τροῦλλος ἐφίσταται διὰ τεσσάρων λοφίων σὲ τέσσαρες μεγάλους ἐσωτερικοὺς πεσσούς. Πλευρικῶς σχηματίζονται δύο πλευρικὰ κλίτη μὲ ὑπερῷα. Ὕπερθε τούτων τῶν κιονοστοιχιῶν μεταξὺ τῶν λοφίων σχηματίζονται τόξα πληρούμενα μὲ θυρίδες φωτισμοῦ. Ἡ βορεία καὶ νοτία πλευρὰ τοῦ τετραγώνου ὅμως σχηματίζουν ἐξέδρες μέχρι σχεδὸν τὸν τοῖχο τοῦ νάρθηκα καὶ τοῦ ἱεροῦ ποὺ μὲ τεταρτοσφαίρια τελεύουν στὸ τόξο μεταξὺ τῶν λοφίων. Στὸ σημεῖο ποὺ τοῦτες συναντοῦν τοὺς πεσσοὺς σχηματίζονται μικρότερες ἐξέδρες σὰν νὰ μετεστάθησαν οἱ γωνιακὲς ἐξέδρες τῶν Σεργίων καὶ Βάκχου ἐκτὸς τοῦ τρούλλου. Κατὰ τὴν πλευρὰ τοῦ ἱερὸ τοῦτες, σὺν μὲ τὴν ἐξέδρα τοῦ συνθρόνου σχηματίζουν τρεῖς ἁψῖδες στὴν περίμετρο τῆς μεγάλης ἐξέδρας. Παρομοίως πρὸς νάρθηκα, μὲ τὸν κεντρικὸ τοξωτὸ φεγγίτη. Ἔτσι τὸ περιστύλιο μηκύνεται καὶ γίνεται χρηστὸ κλῖτος βασιλικῆς. Πρὸς τὴν αὐλὴ σχηματίζεται νάρθηξ καὶ ἐξωνάρθηξ. Οἱ μηχανοποιοὶ Ἀρτέμιος ὁ Τραλλιανὸς (φυσικός) καὶ Ἰσίδωρος ὁ Μιλήσιος (γεωμέτρης) κατάφεραν νὰ κατασκευάσουν τροῦλλο διαμέτρου 100 ποδῶν στὸ κέντρο σηκοῦ 225×240 πόδων σὲ ὕψος 70 ποδῶν δίδοντας τὸ αἴσθημα τοῦ παμφώτου στερεώματος σὲ τοιαύτη περιοχὴ μὲ σεισμοὺς στὴν ἔνωση Εὐρώπης καὶ Ἀσίας. Πράγματι τὸ κτήριο γνώρισε ἐπισκευές, μὲ πρώτη τὴν ὕψωση τοῦ τροῦλλου κατά 20 πόδια, ὥστε νὰ μικρύνουν οἱ πλάγιες ὡθήσεις. Ἀργότερο ἐτέθησαν τέσσερις πλάγιες ἀντηρίδες.

ἰουστινιάνειος Ἁγία Εἰρήνη  (S. Curcic, Architecture in the Balkans 2010)

Ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ ὁ τροῦλλος καὶ οἱ θόλοι, μορφὴ γνωστὴ ἀπὸ παλαιόθεν, ἀρχίζουν νὰ ἐφαρμόζωνται παντοῦ χωρὶς νὰ ἐξαφανίζηται ἐντελῶς ἡ βασιλική, ὅπως στὴν Ἁγία Αἰκατερίνη στὸ Σινά. Τὸ κωνσταντίνειο Ἀποστολεῖο κρατεῖ τὸ σταυροειδὲς σχῆμα καὶ στεγάζεται μὲ κεντρικὸ τροῦλλο μὲ θυρίδες φωτισμοῦ καὶ τέσσερις χαμηλοτέρους τυφλούς τρούλλους ἢ σταυροθόλια, στὰ σκέλη του σταυροῦ. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης στὴν Ἔφεσο ἐπίσης ἀνασκευάζεται στὸ ἴδιο σχῆμα ἀλλὰ μεγαλώτερος, σὲ σχῆμα λατινικοῦ σταυροῦ μὲ ἕξ τρούλλους. Ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Μάρκου στὴν Βενετία τοῦ ια΄ αἰῶνα μᾶς δεικνύει πῶς ἦσαν αὐτοί. Στοὺς Φιλίππους, βασιλικὴ (Β) τῆς ἐποχῆς μὲ ἐγκάρσιο κλῖτος, ἔφερε στὴν τομὴ τῶν κλιτῶν, τροῦλλο· παρομοίως, ἡ Παναγία ἡ Καταπυλιανή (Ἑκατονταπυλιανή) στὴν Πάρο καὶ ὁ Ἅγιος Τίτος στὴν Γόρτυνα τῆς Κρήτης, ἀλλὰ μὲ ἐξέδρες στὸ ἐγκάρσιο κλῖτος. Ὁ καθεδρικὸς τῆς Σόφιας ἐπίσης εἶναι βασιλικὴ μὲ ἐγκάρσιο κλῖτος καὶ τροῦλλο.  Στὸ ἰουστινιάνειο ὕφος ὡς τρουλλαῖες σταυροειδεῖς ἀπαντῶνται καὶ ὀψιμότερες ἐκκλησίες ὅπως ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου στὴν Νίκαια (ἀρχὲς η΄αἰ.), ἡ Ἁγία Σοφία Θεσσαλονίκης (ἀρχὲς η΄αἰ.) καὶ ἡ ἐρειπωμένη ἐκκλησία στὸ Dere Ağzi (ἀρχὲς θ΄ αἰ.).

ἱουστινιάνειο  Ἀποστολεῖον (άναπαράσταση: Ν. Καρύδης)

 

Κοίμησις Θεοτόκου στὴν Νίκαια

[ΤΡΟΥΛΛΑΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΕΙΔΗΣ] Ἂν διακρίνωμε τρεῖς ἐκφράσεις τοῦ ἱεροῦ κτηρίου, τὴν συμβολικὴ ἢ ἀνεικονική (viz. ζιγκουράτ, στούπα, παγόδα, μαυσωλεῖο), τὸ εἰκονοστάσιο (viz. αἰγυπτιακὴ σκηνή, ἑλληνικὸς σηκός) καὶ τὴν αἴθουσα ἐπιφανείας ἢ ἐκκλησία, τότε ἡ βασιλική, ὅπως καὶ τὸ αἰγυπτιακὸ τέμενος, εἶναι σύνθεση τῶν δύο τελευταίων. Μὲ τὴν προσθήκη τοῦ τρούλλου ἢ ὥς εἰπεῖν, τὴν σύνθεση μὲ τὸ μαυσωλεῖο, ὡς τρουλλαία ἐκκλησία, ἱκάνει καὶ τὴν πρώτη συμβολικὴ ἔκφραση ποὺ ἀπαντῶμε στὰ ἰνδουιστικὰ μανδίρ. Δηλαδή, ἐκτὸς ἀπὸ εἰκονοστάσιο καὶ ἐκκλησία εἶναι, ἔξωθε, καὶ στούπα καὶ παγόδα.

Ἐνῷ ὁ Krautheimer ἐν γένει ὑποστηρίζει τὸ πρωτεῖο του ὕφους τῆς βασιλευούσης καὶ ὅτι τὰ πολυάριθμα σταυροειδῆ δεῖγματα τῶν ὑψιπέδων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας δὲν ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ θολοσκεπὴς σταυροειδὴς ἐκκλησία ἐπενοήθη κεῖ, ὁ Ousterhout βλέπει ἀντιθέτως ὅτι κεῖ ἀναπτύσσεται σταυροειδὴς τύπος ποὺ ἀκόμη κἂν ἀρχικῶς δὲν φέρει χρηστὸ τροῦλλο ὅπως εἴδαμε, ἔχει τὴν κατάλληλη δομή νὰ τὸν δεχθῇ. Τέτοιες σταυροειδεῖς ἐκκλησίες μὲ κεντρικὸ πύργο (τύμπανο) εἶναι ἡ κατεστραμμένη πλέον ἀλλὰ ἀποτυπωμένη παρὰ τῆς Gertrude Bell τὸ 1911, μιαφυσίτικη ἐκκλησία τῆς Θεοτόκου στὸ Mayafarqin κτισθείσα ὑπὸ τοῦ Χοσρόου Β΄, τὸ μετέπειτα τζαμὶ τῶν Κουμανῶν (Cumanin Cami’i) στὴν Ἀττάλεια, περὶ τὸ 600, ἀμφότερες ἀρχικῶς ξυλοστεγεῖς· ἡ Παναγία στὴν Tomarza (σχήματος λατινικοῦ σταυροῦ, ϛ΄ αἰ.), ἡ πορφυρὰ ἐκκλησια (Kizil Kilise) στὸ Sivrihisar (σχήματος ταῦ, μὲ ὁκταγωνικὸ τύμπανο, θ΄ αἰ.). Ἄλλωστε στὴν Καππαδοκία (Λυκαονία), στὶς Binbirkilise (χίλιες καὶ μία ἐκκλησίες),  οἱ βασιλικὲς ἔφεραν ἤδη δρομικοὺς θόλους.  Ἄλλα σταυροειδῆ δείγματα εἶναι ὁ Ἅγιος Νικόλαος στὰ Μύρα (ἴσως τοῦ η΄αἰ.) καὶ ὁ Ἅγιος Κλήμης στὴν Ἄγκυρα (θ΄ αἰ.).

Οἱ μιαφυσιτικές ἐκκλησίες τῆς Ἀρμενίας φαίνεται νὰ ἀκολουθοῦν ἐκεῖνες τῆς Συρίας καὶ τῶν μικρασιατικῶν ὑψιπέδων. Αὐτὲς ἐμελέτησε ὁ Josef Strzygowsky στὸ Die Baukunst Der Armenier Und Europa [1918].Τὶς κατὰ τὸν ϛ΄ μονόκλιτες βασιλικές μὲ δρομικοὺς θόλους διαδέχονται οἱ ἐξῆς τύποι: βασιλικὴ μὲ τροῦλλο στὸ κέντρο (τὸ ὀμφάλιον) καὶ μὲ ἐγκάρσιες ἐξέδρες ποὺ σχηματίζουν σταυρό ὅπως ἡ ἐκκλησία στὴν Ταλίνα (Թալին, 662-685)· σταυροειδὴς ναὸς ἐγγεγραμμένος σὲ τετράγωνο μὲ κεντρικὸ περίστυλο τεσσάρων πεσσῶν ποὺ στηρίζει διὰ ἡμιχωνίων τὸ ὁκταγωνικὸ τύμπανο τοῦ τρούλλου ἐνῷ τὰ σκέλη τοῦ σταυροῦ ὑπερυψοῦνται πρὸς τὰ γωνιακὰ διαμερίσματα ὅπως ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γκαγιανέ (Սուրբ Գայանե եկեղեցի) στὴν Βαγαρσαπάτ (Վաղարշապատ) τοῦ 630· περίκεντρες μὲ κεντρικὸ τετράστυλο τοῦ τροῦλλου καὶ τέσσαρες ἐξέδρες στοὺς ἄξονες (τετράφυλλο) ὅπως οἱ Ἅγιοι Θεόδωροι στὴν Πακράν (Բագարան) περὶ τὸ 621-628 ἢ 624-631 περίκεντρος μὲ δεκαεξαγωνικὸ τύμπανο τρούλλου, ἐξέδρες στοὺς ἄξονες (τετράφυλλο) καὶ κυλινδρικὲς κόγχες μεταξύ τους ἐνῷ μεταξὺ τῶν κατὰ μῆκος ἐξεδρῶν (εἴσοδος καὶ ἱερὸ) ὑπάρχουν ζεύγη θαλάμων ὅπως τὰ παστοφόρια. Τέτοιου τύπου εἶναι ἡ Ἁγία Ῥιψιμία στὴν Βαγαρσαπὰτ τοῦ 618 καὶ ὁ καθεδρικὸς τῆς Θεομήτορος στὴν Αὐὰν τοῦ ϛ΄ αἰ. τοῦ ὁποίου οἱ γωνιακοὶ θάλαμοι εἶναι ἐπίσης κυλινδρικοί. Ὁ τετράφυλλος τύπος μὲ τὶς κυλινδρικὲς κόγχες δεκαεξάγωνο τύμπανο καὶ κωνικὴ στέγη ὑπὲρ τὸν τροῦλλο παγιώθη ὡς ἀρμενικὸς τύπος ὅπως εἶναι ὁ τετράκογχος καθεδρικὸς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στὸ Ἀγκταμάρ (915-921), οἱ σταυροειδεῖς τετράστυλοι ὅπως ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ στὸ Öşk Vank (Oshki) (963-73) τοῦ βασιλέως Δαυίδ, μὲ λοφία καὶ πλευρικὲς ἐξέδρες, ὁ καθεδρικὸς τοῦ Ishkani (İşhan) ὑπὸ Γιώργη Α΄ καὶ Βαγράτ Δ΄ μὲ ὀρθογώνιες ἀπολήξεις ἢ ἡ τρουλλαία βασιλικὴ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων στὴν Mtskheta (1010-29). Δὲν λείπουν κυκλικὲς ἐκκλησίες ὅπως ἡ Zvartznotz ἢ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος καὶ ἄλλες στὸ Ani.

Θεομήτορος στὴν Avan (Strzygowsky 1903)

Ἁγία Ῥιψιμία (Mango)

Iskani (W. Djobadze, Early Medieval 1992)

Öşk Vank (W. Djobadze, Early Medieval 1992)

Ἀγκταμάρ

 

 

[ΣΤΑΥΡΟΕΙΔΗΣ ΕΓΓΕΓΡΑΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΟΚΤΑΓΩΝΙΚΟΣ ΜΕΤΑ ΗΜΙΧΩΝΙΩΝ] Ἀπὸ τoῦ θ΄αἰ. καὶ ὕστερον ἐγκαταλείπεται ἡ ξυλοστεγὴς βασιλική ποὺ παίρνει πλέον τὸν δρόμο της στὴν Εὐρώπη, ἀλλὰ καὶ βαθμηδόν, οἱ εὐμεγέθεις καὶ περιφανεῖς ἰουστινιάνειες ἐκκλησίες. Οἱ νέοι τύποι, μικροτέρας ἔκτασης, εἴτε ἐπινοοῦνται ὡς ἐξέλιξη τοῦ τρουλαίου σταυροειδοῦς εἴτε υἱοθετοῦνται ἐκ τῶν παραμεθορίων ἐπαρχιῶν. Εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς ἀνάκαμψης τῆς Ῥωμανίας ὑπὸ τὴν μακεδονικὴ δυναστεία ποὺ παρόλα ταύτα δὲν εἶχε τὴν ἄνεση πρὸς περιττὴ σπατάλη. Τοῦτοι οἱ τύποι εἶναι πρῶτον ὁ σταυροειδὴς ἐγγεγραμμένος μετὰ τροῦλλου καὶ οἱ παραλλάγες του, καὶ μετά, ὁ λεγόμενος ὁκταγωνικὸς ἢ μετὰ ἡμιχωνίων. Οἱ πρῶτοι ναοὶ  ποὺ κτίσθησαν ὑπὸ τοῦ Βασιλείου Α΄ ἐντὸς τοῦ Μεγάλου Παλατίου ἦταν ἡ Νέα ἐκκλησία καὶ ἡ Παναγιά του Φάρου. Ὁ σταυροειδὴς ἐγγεγραμμένος ἔχει τετράγωνο καθολικὸ μὲ κεντρικὸ τετράστυλο ποὺ διὰ λοφίων στηρίζει τὸ τύμπανο τοῦ τροῦλλου. Τοῦτο εἶναι συνήθως ὁκταγωνικὸ μὲ θυρίδα φωτισμοῦ σὲ κάθε πλευρά, ἐνῷ ὁ τροῦλλος καλύπτεται μὲ κέραμους ποὺ τηροῦν τὸ ἡμισφαιρικὸ σχῆμα ἢ παίρνουν μορφῆ χαμηλοῦ κώνου. Ὁ σταυρὸς ποὺ σχηματίζεται μὲ κέντρο τὸ τετράστυλο κατὰ μῆκος καὶ ἐγκαρσίως, ὑπερυψοῦται πρὸς τὰ γωνιακὰ διαμερίσματα, μὲ δρομικοὺς θόλους καὶ ἀμφικλινεῖς κεραμοσκεπὲς (ἡ μολυβδοσκεπές) ἐξωτερικῶς. Τὰ τέσσαρα γωνικὰ διαμερίσματα φέρουν σταυροθόλια καὶ ἐξωτερικῶς μονοκλινεῖς κεραμοσκεπές μὲ κλίση πρὸς τὶς πλευρές. Ἔμπροσθε σχηματίζεται νάρθηξ ἂν καὶ σὲ πολὺ μικρὰ δείγματα συχνά ἀπολείπει. Ὄπισθε, τὸ ἱερὸ εἶναι τριμερὲς μὲ δεσπόζουσα κόγχη μὲ θυρίδες καὶ τεταρτοσφαίριο μὲ τὴν Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν καὶ μικρότερες ἑκατέρωθε κόγχες πρόθεσης καὶ διακονικοῦ. Πλέον βεβαίως δὲν ὑπάρχει σύνθρονο καὶ μποροῦμε μᾶλλον νὰ λέμε περὶ κόγχης παρὰ περὶ ἐξέδρας. Ὁ τύπος ἀπαντᾶται σὲ πολλὲς ἐκκλησίες τῆς Ἑλλάδας καὶ τὴς βαλκανικῆς. Τὰ σημαντικὠτερα δείγματα στὴν Κωνσταντινούπολη εἶναι ἡ βορεία ἐκκλησία τῆς Μονὴ Κωνσταντίνου τοῦ Λιβὸς (908), τὸ καθολικὸ τῆς Μονῆς Μυρελαίου (920), Χριστὸς Παντεπόπτης (1081-87) μὲ ὑπερῷο ὕπερθε τοῦ νάρθηκα, ὁ Ἅγιος Θεόδωρος (1100), Ἅγια Θεοδοσία (1100), καθολικὸ Μονῆς Παντοκράτορος (1118-1124)· στὴν Θεσσαλονίκη, ἡ Παναγιὰ τῶν Χαλκέων (1028)· στὴν Ἑλλάδα ἡ Παναγία στὴν Μονὴ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ στὴν Βοιωτία (ι΄ αἰ.), ἡ Καπνικαρέα στὴν Ἀθῆνα (ια΄ αἰ).

 

 

Μονὴ Λιβός: σταυροειδὴς ἐγγεγραμμένος καὶ ambulatory type

Μονὴ Ὁσίου Λουκᾶ (Schultz), σταυροειδὴς ἐγγεγραμμένος καὶ ὁκταγωνικός

Ἐξαίρεση, ἢ μεταβατικὸς τύπος τῆς τρουλλαίας σταυροδειδούς, εἶναι τὸ νότιο καθολικὸ τῆς Μονῆς του Λιβὸς καὶ τὸ καθολικὸ τῆς Μονῆς Παμμακαρίστου ὅπου στὶς τρεῖς πλευρὲς μεταξὺ τῶν τεσσάρων πεσσῶν ποὺ στηρίζουν τὸν τροῦλλο ὐπάρχουν ἀπὸ δύο κίονες ἐνῷ περιβάλλονται ἀπὸ διάδρομο μὲ σταυροθόλια ποὺ ὁ Cyril Mango ὀνομάζει ambulatory type[vi].

Ἡ συνήθης παραλλαγὴ τοῦ σταυροειδοὺς ἐγγεγραμμένου εἶναι ἡ χρήση τῶν δύο στύλων τοῦ τετραστύλου ὡς τέμπλο τοῦ ἱεροῦ καὶ ὀνομάζεται παρὰ βυζαντινολόγοις ἁπλοῦς σταυροειδὴς ἐγγεγραμμένος ἢ δίστυλος. Ἂν καὶ εἶναι εὔλογο τοιοῦτο τι σὲ  μικροὺς ναούς, ἐμφανίζεται ἐξ ἀρχῆς σὲ κάπως μεγάλους ὅπως στὴν Κοίμησι τῆς Θεοτόκου στὴν Σκριποῦ τῆς Βοιωτίας (873-4) ὅπου ἀντὶ κιόνων ἢ πεσσῶν ὁ τροῦλος στηρίζεται σὲ κατὰ μῆκος τοίχους ποὺ ἀφίουν δεσπόζουσα τὴν ἐγκαρσία ἔννοια τοῦ σταυροῦ ὥστε τὸ ἱερὸ βῆμα νὰ ἄρχεται ἀπὸ κεῖ. Διακρίνονται οἱ ἐξῆς τύποι: εἴτε μὲ τέσσαρες πεσσούς (πχ. Μονὴ Καισαριανῆς ια΄ αἰ.) εἴτε μὲ τέσσαρες κίονες (πχ. Ἅγιος Ἰωάννης Θεολόγος, Ὑμηττός c.1120), εἴτε μὲ δύο πεσσοὺς στὸ τέμπλο καὶ δύο κίονες δυσμάς (πχ. Ἅγιος Ἰωάννης, Λιγουριό 1080, Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτήρος, Ἄμφισσα ἀρχῶν ιβ΄ αἰ.). Στὸ Παλέρμο ἡ Martorana (1143) εἶναι τοῦ δευτέρου τύπου. Ἰδιάζουσα παραλλαγὴ μὲ πεσσοὺς καὶ δίδυμους κίονες εἶναι ἡ Παναγία Κοσμοσώτειρα τοῦ Ἰσαακ Κομνηνοῦ στὶς Φέρρες.

Ἄλλη παραλλαγὴ τοῦ τύπου εἶναι ὁ τρίκογχος ποὺ ἀπαντᾶται στὸ Ἅγιον Ὄρος ὅπου τὰ ἐγκάρσια σκέλη τοῦ σταυροῦ σχηματίζουν ἐξέδρες διὰ τὸν χορὸ τῶν ψαλτῶν (πχ. καθολικό Μονῆς Μεγίστης Λαύρας, τέλη ι΄αἰ., καθολικὸ Μονῆς Βατοπεδίου). Στὰ καθολικὰ τῶν μονῶν ἐπίσης ὁ νάρθηξ καθίσταται εὐρύχωρος καὶ γίνεται ὑπόστυλος πρὸς τὴν ἀκολουθία τῆς Λιτῆς, ὅθεν ὁ χῶρος ὀνομάζεται (λιτὴ σημαίνει ἱκεσία, δέηση καὶ ψάλλεται πρὶν τὸν Ὄρθρο). Κατ’ ἰδιάζον σχέδιο ποὺ συνδυάζει σταυροειδὴ ἐγγεγραμμένο μὲ περίκεντρο εἶναι κτισμένος ὁ ναὸς τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων στὴν Ἀθήνα: τετράκογχος μὲ ἐνδιάμεσες μικρὲς κόγχες ἀρμενιστί ποὺ ἐγγράφουν συνάμα μὲ τὶς κύριες, κύκλο, καὶ μὲ κεντρικό τετράστυλο. Ἡ κόγχη τῆς εἰσόδου χωνεύεται στὸν νάρθηκα ὥστε ἔξωθε προσομοιάζει μὲ τρίκογχο. Στὸν βορρᾶ δὲν εἶναι σπάνιοι μικροὶ τετράκογχοι (Μονῆ Παναγιᾶς τῆς Ἐλεούσης στὴν Στρώμνιτσα) καὶ τρίκοχοι ναοὶ (πχ. Ἅγιος Βασίλειος τῆς Γεφύρας στὴν Ἄρτα ι΄ αἰ.,  Κουμπελικίδη στὴν Καστοριὰ ια΄ αἰ.). Τετράκογχους ἀπαντῶμε καὶ στὴν βασιλεύουσα, ὅπως ὁ Παναγία ἡ Μουχλιώτισσα καὶ ἡ Παναγία ἡ Καμαριώτισσα τῆς Χάλκης. Σύνθεση ποὺ ὁμοιάζει νὰ μιμεῖται σὲ σμίκρυνση τὸ Ἀποστολεῖον τῆς Κωνσταντινούπολης ἀλλὰ ἄτεχνος ὡς κατασκευή, εἶναι ἡ ἐκκλησία στὶς Περιστέρες τοῦ 870 ποὺ σχηματίζει σταυρὸ μὲ τέσσερα τρουλλαῖα τρίκογχα πέριξ τετραγώνου μὲ τροῦλλο ἐπὶ τετραστύλου. Τὸ ἀνατολικὸ τρίκογχο ἔχει ἀμφοτέρωθε θολωτοὺς κογχωτοὺς θαλάμους πρόθεσης καὶ διακονικοῦ.

Καθολικὸ μονῆς Μεγίστης Λαύρας

Κατὰ τὴν λεγομένη μακεδονικὴ ἀναγέννηση ἐμφαίνεται ἡ προσπάθεια ἀνακαίνωσης τῆς παλαίας αἴγλης καὶ οἱ σταυροειδεῖς ἐγγεγραμμένοι ναοὶ τῆς Κωνσταντινούπολης εἶναι πράγματι πρὸς τῆς ἑλληνικῆς ἐπαρχίας μεγαλώτεροι καὶ πρὸς τὸν διάκοσμο, μᾶλλον μεγαλοπρεπεῖς. Ἀλλὰ καὶ στὴν ἑλληνικὴ ἐπαρχία, ἡ χρήση τοῦ πλινθοπερικλείστου συστήματος καὶ τῶν κουφικῶν σχεδίων (ἀραβοειδοῦς γραφῆς) φανερώνει τὴν ἐπιρροὴ τῆς βασιλευούσης. Τέτοιας προαίρεσης, νὰ δημιουργηθοῦν οἱ πλατεῖς τροῦλλοι τῆς τρουλλαίας βασιλικῆς εἶναι ὀ τύπος τοῦ ὁκταγωνικοῦ  σταυροειδοὺς ναοῦ καὶ τοῦ συνεπτυγμένου σταυροειδούς, οἱ ὁποίοι ἀφαιροῦν τὰ ὑποστυλώματα. Ἡ Νέα Μονὴ τῆς Χίου κτίστηκε ὐπὸ τὸν φιλήδονο καὶ φιλογράμματο Κωνσταντῖνο τὸν Μονομάχο μεταξὺ 1042 και 1056. Τὸ καθολικό της εἶναι ὁκταγωνικοῦ τύπου καίτοι πρέπει νὰ ἦλθε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ἴσως τὸν σύγχρονο τοῦ ἰδίου κτίτορος καὶ χαμένο σήμερα Ἅγιο Γεώργιο τῶν Μαγγάνων καὶ τὴν Παναγιὰ τὴν Περίβλεπτο ποὺ κατὰ τὸν Cyril Mango ἐτήρουν τὸν ἴδιο τρόπο μετάβασης ἀπὸ τὸ τετράγωνο στὸν τρούλλο: ἡμιχώνια στὶς γωνίες (τύπο μὲ ἡμιχώνια τὸν ὀνομάζει ὁ Mango) σχηματίζουν ὁκτάγωνο ποὺ διὰ λοφίων ὁδηγεῖ στὸν χαμηλοῦ τυμπάνου τροῦλλο. Ὁ τρόπος θυμίζει ἰσλαμικὰ καὶ ἀρμενικὰ πρότυπα. Ὁ Ἄγιος Γεώργιος εἶχε βεβαίως πλάγια κλίτη ἀλλὰ τὸ καθολικὸ τῆς Νέας Μονῆς εἶναι μόνον τέτραγωνο μὲ τριμερὲς ἱερὸ καὶ νάρθηκες. Ἥκιστα πρωιμότερο (1011 ἢ 1022) εἶναι τὸ καθολικὸ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ στὴν Βοιωτία ὅπου ἀπαντῶμε τὸν λεγόμενο ἠπειρωτικὸ ὁκταγωνικὸ τύπο, κατὰ τὸν ὁποῖο σχηματίζεται σταυρὸς κατὰ τὶς ἀξονικὲς πλευρὲς τοῦ ὁκταγώνου. Τὸ ἀνατολικὸ κατὰ μῆκος σκέλος καταλήγει στὴν κόγχη τοῦ ἱεροῦ ἐνῷ τὸ δυτικὸ στὸν νάρθηκα. Ὑπὸ τῷ αὐτῷ τύπῳ εἶναι τὸ καθολικὸ τῆς Μονῆς Δαφνίου (1080), τὸ καθολικὸ τῆς Παναγίας Σωτείρας Λυκοδήμου στἡν Ἁθῆνα (ια΄ αἰ.), ἡ Ἁγία Σοφία στὸ κάστρο τῆς Μονεμβασιᾶς (1149-50) καὶ οἱ Ἅγιοι Θεόδωροι στὸν Μυστρά (1290-96) ἀλλὰ καὶ ἡ Ἁγία Fosca (ια΄-ιβ΄ αἰ.) στὴν νησίδα Torcello τῆς Βενετίας.  Συνεπτυγμένος σταυροειδὴς εἶναι τὸ καθολικὸ τῆς ἡ Μονῆς τῆς Χώρας σημαντικὸς τόπος τῶν τελετουργιῶν τῆς Πόλης, ναὸς ποὺ ἐκτίσθη ἀρχικῶς τὸ 1077-81 ὑπὸ τῆς Μαρίας Δούκαινας πεθερᾶς τοῦ Ἀλεξίου Κομνηνοῦ καὶ ἀπεκαταστάθη ζημιῶν σεισμοῦ ὑπὸ τοῦ ὑγιοῦ του Ἰσαάκιου. Ἡ ἀνακαίνιση καὶ συμπλήρωσή του μὲ παρεκκλήσιο ἔγινε ἐπὶ δυναστείας τῶν Παλαιολόγων ὑπὸ τοῦ Θεοδώρου Μετοχίτου. Εἶναι σταυροειδὴς μὲ ἀτροφικὰ σκέλη συγγενὴς τοῦ ὁκταγωνικοῦ τῆς Νέας Μονῆς.

Μονὴ Παντοκράτορος (Megaw)

Ἐν γένει ἀπὸ ἐποχῆς Κομνηνῶν καὶ μετὰ τὴν ἀνάκτηση τῆς Κωνσταντινούπολης ὑπὸ τῶν Παλαιολόγων οἱ δωρητές συμπληρώνουν κάποιο καθολικὸ μὲ κάποιον ἄλλο ναὸ ἢ παρεκκλήσια ὅπως φαίνεται στὸ ἡρῷον, τὸ δυναστικὸ μαυσωλεῖο τῶν Κομνηνῶν, τὴν Μονὴ τοῦ Χριστοῦ Παντοκράτορος μὲ τρεῖς ἐπαλλήλους ναούς: τὸν νότιο, ἀφιερωμένο στὸν Χριστό Παντοκράτορα, ἔκτισε ἡ αὐγούστα Εἰρήνη μεταξὺ 1118-1124, τὸν βόρειο, στὴν Παναγία Ἐλεούσα  καὶ τὸ ἐνδιάμεσο παρεκκλήσιο, στὸν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ, περάτωσε ὁ Ἰωάννης Β΄ τὸ 1136. Στὴν Μονὴ Κωνσταντίνου τοῦ Λιβός ἡ νοτία ἐκκλησία προσετέθη στὰ 1282-1301.  Τὸ αἴσθημα ποὺ προκαλοῦν τέτοια συμπλέγματα ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνάγκη νὰ μεγαλώσουν τὴν κλίμακα τῶν ὄχι τόσο μεγάλων κτηρίων διὰ τῆς ποικιλίας, καθιστοῦν κατὰ τὴν παλαιολόγειο περίοδο τὶ τὸ μᾶλλον pittoresque ἢ ἐκλεκτικὸ ὕφος μὲ ῥαδινώτερες ἀναλογίες. Οἱ τροῦλλοι πληθαίνουν καὶ γίνονται ὑψίκορμοι σὰν φωταγωγοὶ ἢ φανοί (lanterne) καὶ θὰ περάσουν ὡς παράδοση στὶς σλαυικὲς περιοχές. Στὸν λεγόμενο πεντάτρουλο τύπο τὰ γωνιακὰ διαμερίσματα ἀντὶ σταυροθολίου φέρουν τροῦλλο. Στὸ Stilo τῆς νοτίου Ἰταλίας ἀπαντᾶται πρωΐμως τέτοιος τύπος πρὸ ἢ κατόπιν τῆς νορμανδικῆς κατάκτησης. Συνήθως ἐπαναφέρεται τὸ περιστῷο σχήματος πεῖ καὶ κεῖ ἐφίστανται οἱ δευτερεύοντες τροῦλλοι ὅπως στὴν Ἁγία Αἰκατερίνη στὴν Θεσσαλονίκη (τέλη ιγ΄ αἰ.) οἱ ὁποῖοι μπορεῖ νὰ πληθύνουν ὅπως στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους (1310-14) στὴν αὐτὴ πόλη ποὺ οἱ περιμετρικοί, εἶναι ἐννέα. Ἡ Παρηγορήτισσα στὴν Ἄρτα (1282-89) ἔχει μία σύνθετη μορφή: τύποις εἶναι ὁκταγώνικος ἀλλὰ μὲ μικρὸ θόλο καὶ τὰ ἡμιχώνια στηρίζονται σὲ κιονίσκους ποὺ ἐφίστανται σὲ προβόλους οἱ ὁποῖοι στηρίζονται σὲ ἄλλους χαμηλοτέρους. Τὰ πέριξ τοῦ καθολικοῦ διαμερίσματα (νάρθηξ σύν δύο παρεκκλήσια) ἔχουν ὐπερῷο σχήματος πεῖ ποὺ ἀναπέπταται στὸ καθολικό. Στὶς γωνίες του ὑπάρχουν τέσσερις τροῦλλοι σὺν ἐνὸς  ἀνοιχτοῦ στὴν ζώνη τοῦ νάρθηκα. Δεῖγμα ἐκλεκτισμοῦ ὅμως καὶ παλαιολογείου ἐκλέπτυνσης εἶναι πράγματι ἡ Παναγία ἡ Ὁδηγήτρια ἢ Ἀφεντικὸ στὸν Μυστρά (1310-22) ποὺ ὁμοιάζει ὡς ἀνακαίνωση τῆς τρουλλαίας βασιλικῆς, καθὼς στὸ ἰσόγειο ἀναπτύσσεται ὡς τρίκλιτη βασιλική, ἐνῷ στὸ ὑπερῷο τρέπεται σὲ σταυροειδὴ ἐγγεγραμμένο· παρομοίως στὸν Μυστρά, ἡ Παντάνασσα. Νὰ σημειώσουμε ὅτι τα κωδωνοστάσια (καμπαναριά) ἐμφανίζονται στὴν παλαιολόγειο περίοδο κατόπιν μίας βενετικῆς δωρεᾶς στὴν Ἁγία Σοφία τῆς Κωνσταντινούπολης. Μέχρι τότε ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία εἶχε σήμαντρα. Τέλος ἕνας τύπος μικρῶν ἑκκλησιῶν ποὺ ἐμφανίζεται τοῦτην τὴν ἐποχὴ (1245, λέγει ὁ Ἀναστάσιος Ὀρλάνδος) εἶναι ὁ σταυρεπίστεγος ποὺ ἀντὶ τρούλλου ἔχει ἐγκάρσιο θόλο, λύση ἁπλουστέρα καὶ οἰκονομική.

Θεσσαλονίκη: Α) Ἅγιος Παντελεήμων B) Ἁγία Αἰκατερίνη C) Ἅγιοι Ἀπόστολοι D) Βλατάδων E) Ἅγιος Νικόλαος ὁ Ὀρφανός (Ξυγγόπουλος  1952)

Ἀφεντικὸ Μυστρά (H. Hallensleben)

Παρηγορήτισσα Ἄρτης (Ὀρλάνδος)

 

[Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΤΥΠΩΝ] Μετὰ τὴν ὀθωμανικὴ κατάκτηση καὶ τὴν ἄλωση τῆς Κωνσταντινούπολης ὑπὸ τοῦ Μωάμεθ Β΄, ἡ χριστιανικὴ ναοδομία περιορίζεται σὲ ἐπισκευὲς παλαιῶν ἐκκλησιῶν καὶ ἀνεγέρσεις ἥκιστα φιλοδόξων ἔργων καὶ ταπεινῶν ναϊδρίων παντὸς τύπου ὅπως βλέπομε στὸ σύντομο ἄρθρο τοῦ Ἀναστασίου Ὀρλάνδου ἡ ἐν Ἑλλάδι ἐκκλησιαστικὴ ἀρχιτεκτονικὴ ἐπὶ Τουρκοκρατίας [1953]. Πλέον ἡ ἀριστοκρατία τοῦ κράτους ποὺ εἶναι συνήθως οἱ κύριοι πάτρωνες καὶ κτίτορες ναῶν οὐκέτι εἶναι χριστιανική. Ἐξαίρεση εἶναι τὰ μοναστήρια καὶ δὴ τοῦ Ἄθω ποὺ ἔχουν περιουσίες καὶ εἶναι ὑπὸ τῇ προστασίᾳ τοῦ πατριαρχείου καὶ τοῦ σουλτάνου ἀλλὰ καὶ εὐεργετοῦνται παρὰ χριστιανῶν ἡγεμόνων τῆς Μολδοβλαχίας, ἐνῷ δὲν λείπουν τῶν εὐεργετῶν, σουλτᾶνοι. Ἐνδεικτικῶς, στὰ Μετέωρα, τὰ μοναστήρια ἀκμάζουν ἀλλὰ καὶ ἱδρύονται νέα ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ ιε΄ αἰ. μέχρι τὸν ιζ΄ (viz. Ἁγίας Τριάδος 1476, Βαρλαὰμ 1517, Ἁγίου Στεφάνου 1536, καθολικὸ Μεγάλου Μετεώρου 1445-1552). Σημαντικὰ ὑστεροβυζαντινὰ δείγματα εἶναι ἀκόμη τὰ καθολικὰ τῆς Μονῆς τῆς Ἀντινίτσης ἐπὶ τῆς Ὄθρυος, τῆς Μονῆς τῆς Πέτρας ἐπὶ τῆς Πίνδου, τῆς Μονῆς Γαλατάκη (1547), τὸ μοναδικὸ ἑξαγωνικοῦ τύπου καθολικὸ τῆς Μονῆς Πεντέλης (1578), τῆς Ἀγίας Λαύρας καὶ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου παρὰ τὰ Καλάβρυτα καὶ ἄλλα.  Κατὰ τὸν ιθ΄ αἰῶνα ὁ πλουτισμὸς Ῥωμιῶν καὶ ἡ κοινοτικὴ ὀργάνωση ἀλλὰ καὶ ἡ ἵδρυση τοῦ  ἑλληνικοῦ βασιλείου ἀνακαινοῦν τὴν ναοδομία πλέον ὅμως ἐνδεδυμένης μὲ ῥυθμοὺς τῆς Εὐρώπης, σὲ νεοκλασικό ὕφος μὲ πρόπυλα καὶ ἀναβαθμούς, νεορρωμανικό, ἐκλεκτικὸ καὶ ἑλληνοβυζαντινό καὶ τέλος νεοβυζαντινό. Ὅλοι οἱ γνωστοὶ τύποι παραμένουν, ἀπὸ βασιλικές ἕως σταυροειδεῖς καὶ περικέντρους ναοὺς ποὺ συμφέρονται μὲ τὸ ἱστορικιστικό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς.

Ἄλλες περιοχὲς ποὺ συνέχισε ἡ βυζαντινορρωμαϊκὴ ναοδομία εἶναι ὁ σλαυικὸς κόσμος.Ἤδη ἀπὸ τὸ 1000 περίπου ἀπαντᾶται στὴν Μεσήμβρια πρώιμος σταυροειδὴς ἐγγεγραμμένος στὸν Ἅγιο Ἰωάννη.  Ἐπὶ Μανουήλ Κομνηνοῦ ἐμφανίζεται στὶς μετὰ σερβικὲς περιοχὲς ὁ συνεπτυγμένος σταυροειδὴς ὅπως εἶναι ὁ Ἅγιος Νικόλαος στὴν Kuršumlija. Ὁ τύπος τοῦ σταυροειδοὺς ἐγγεγραμμένου ἀρχίζει ἤδη νὰ ἐπικρατεῖ ἀπὸ τοῦ ια΄ αἰῶνα, μάλιστα στὴν πεντάτρουλο ἐκδοχή του, ὅπως στὸ Staro Nagoričino (1067-71) καὶ Nerezi (1167) καὶ θὰ γίνῃ ὁ κοινὸς τύπος μὲ σαφεῖς ἐπιρροὲς τῆς Θεσσαλονίκης, κατὰ τὴν ὑπεροχὴ τοῦ σερβικοῦ βασιλείου: ἡ Θεοτόκος Bogorodica Ljeviška στὸ Prizren (μηκύμενος τύπος ἐκ μετατροπῆς βασιλικῆς 1306-7), ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου στὴν Gračanica (πρὸ τοῦ 1321), τῆς Ἀναλήψεως καθολικὸ μονῆς τῆς Ravanica (τρίκογχος, 1375-77), Ἅγιος Δημήτριος, καθολικὸ μοναστηρίου Μάρκωφ (c. 1365/6-1371). Παρόμοιος τύπος τρίκογχος συνεπτυγμένου σταυροειδοῦς εἶναι ὁ σερβικὸς ναὸς  Lazarica στὸ Kruševac, ῥυθμὸς σαφῶς ἐπηρεασμένος τοῦ ἀθωνικοῦ ποὺ ὁ Gabriel Millet ὠνόμασε école de Morava (σχολὴ τοῦ Μοράβα). Στὸ δεύτερο βουλγαρικὸ βασίλειο, ὁ σταυροειδὴς ἐγγεγραμμένος δὲν ἐπικρατεῖ ἀλλὰ σποράδην ὅπως εἶναι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἀλειτούργητος καὶ ὁ Παντοκράτωρ (ἀρχὲς ιδ΄ αἰ.) στὴν Μεσημβρία . Μᾶλλον συχνὸς τύπος εἶναι κάποιο εἶδος συνεπτυγμένου σταυροειδούς, μονόκλιτος, στενόμακρος, καμαροσκεπής μὲ κεντρικὸ τροῦλλο καὶ συνήθως δεύτερο στὸν νάρθηκα, ὅπως εἶναι ἡ ἐκκλησία τῶν Ἀρχαγγέλων στὴν Μεσημβρία (μέσα ιδ΄ αἰ.). Στὴν Βλαχία τὸ ἡγεμονικὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὴν Curtea de Argeș (c.1352) εἶναι σταυροειδὴς ἐγγεγραμμένος τρίκογχος. Τὸ καθολικὸ τῆς τῆς μονῆς Cozia (1388) εἶναι τρίκογχο μὲ λιτή ἐμφανῶς φτειαγμένος ἀπὸ σέρβους τεχνῖτες. Ὁ τύπος τοῦτος στενόμακρου τρικόγχου ἀλλὰ μὲ ἔξωθε τετρακλινεῖς στέγες μὲ γεῖσα καὶ κωνικὴ στέγη στὸ τροῦλλο, ῥωμανικὰ παράθυρα, τόξα, ἀντηρίδες, παγιώθη ὡς ἐντόπιος τύπος ποὺ ἀπαντᾶται σὲ καθολικὰ μοναστηριῶν τῆς Μολδαβίας: στὸν Ἅγιο Γεώργιο τῆς μονῆς Voroneţ (1488), τῆς Ἀναλήψεως τῆς μονῆς Neanţ (1487-97), τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς μονῆς Moldoviţa (1532). Πολλὰ αὐτῶν ἱστορήθησαν μὲ νωπογραφίες στὶς ἔξω παρειὲς τῶν τοίχων.

Gračanica,  (S. Ćurčić, Gračanica )

A) Lazarica στὸ Kruševac B) Ravanica (Ćurčić, Architecture in the Balcans 2010)

Ἅγιος Ἰωἀννης ὁ Ἀλειτούργητος (A. Rachénov, 1932)

Voronet (G. Bals, Bisericile, 1926)

Ἀγία Σοφία Κιέβου

Κατὰ βορρᾶ, στὸ Κίεβο, ἡ Ἁγία Σοφία ποὺ θεμελιώθη πρὸ τοῦ 1037 ὑπὸ τοῦ Γιαροσλάβου Α΄ τοῦ Σοφοῦ εἶναι σταυροειδὴς ἐγγεγραμμένος μὲ δύο ἐπιπλέον στενὰ κλίτη πρὸς βορρᾶ, δύση καὶ νότο. Τὸ ὑπερῷο σχήματος πεῖ εἶναι ὕπερθε τοῦτων. Πέριξ ἔχει περιστῷο, ἐνῷ στὶς τομὲς τῶν κλιτῶν ὑψώνονται μικροἱ τροῦλλοι, ὑψίκορμοι παρὰ τὸν κύριο τροῦλλο ἐνῷ ταπεινώνονται πρὸς τὶς τρεῖς παρειές. Διὰ τῆς ἐπέκτασης τοῦ ἁπλοῦ σταυροειδοῦς καὶ τοῦ σχηματισμοῦ δάσους σταυροειδῶν πεσσῶν καὶ τρούλλων οἱ κωνσταντινουπολῖτες μαΐστορες ἐπέτυχαν νὰ ἱκανοποιήσουν τὸ μεγάλο πλήθος Ῥῶς νεοπροσήλυτων χωρὶς τολμηρὲς στατικὲς λύσεις (οἱ ὑψηλότεροι δευτερεύοντες τροῦλλοι ὡς βαρύτεροι προσφέρουν ἀντιστηρίξη ποὺ ἀπομειοῦται πρὸς τὶς παρειές). Παρομοίας δομῆς μὲ ἕνα λιγώτερο περιβάλλον κλῖτος εἶναι ἡ Ἀγία Σοφία τοῦ Νόβγοροδ. Ἔτσι καθίσταται ὁ τύπος τοῦ σταυροειδοῦς ἐγγεγραμμένου στὴν Ῥωσσία ποὺ ἀπαντῶμε καταρχὰς στοὺς ναοῦς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτήρος στὸ Τσέρνιγοφ (1036), τῆς Ἁγίας Σοφίας στὸ Νόβγοροδ (1045-50), κατόπιν στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ Νόβγοροδ (1119-1190),  τοὺς καθεδρικοὺς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου (1158-89) καὶ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου (1194-97) στὸ Βλάδιμιρ,  καὶ ἀλλοῦ. Κατὰ τὸν ιε΄ οἱ τροῦλλοι διαμορφώνονται πλέον ἔξωθε κρομμυοειδεῖς ὅπως στὸ καθολικὸ  τῆς Μονῆς τοῦ Σωτήρος (1410-27), τὸν καθεδρικὸ τῆς Ἀναλήψεως τῆς Θεοτόκου (1475-9), καὶ τὸν Ἀρχάγγελο Μιχαὴλ (1505-8) στὴν Μόσχα. Μόλις κατὰ τὸν ιϛ΄ αἰῶνα ἐμφανίζεται ὁ ὁκταγωνικὸς ὡς πυργοειδὴς μὲ σκηνοειδὴ στέγη στὴν ἐκκλησία τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου (1530-3) παρὰ τὸ θερινὸ παλάτι τοῦ Κολομενσκόγιε καὶ τὸν καθεδρικὸς τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐπὶ τῆς Τάφρου ἢ τοῦ Βασιλείου τοῦ Εὐλογημένου (1555-61) περιβαλλόμενο παρὰ ὁκτὼ παρεκκλησίων μὲ κρομμυοειδεῖς τροῦλλους. Ἄλλος τύπος εἶναι κατὰ τὸν ιζ΄ αἰ., ἡ προσθήκη στὸ ὁκτάγωνο μακροῦ ὀρθογωνίου χώρου, ὡς νάρθηκα ἢ τράπεζα καὶ κωδωνοστασίου στὴν εἴσοδο. Μὲ κρανοειδὴ τροῦλλο καὶ παραξόνιο νάρθηκα εἶναι τοῦ Καζάνσκυ στὸ χωριὸ Κιγιάσοβο (1701), τοῦ Εὐαγγελισμοῦ (Blagoveshchensky) στὸ χωριὸ Σάλκοβο (1704), τοῦ Σωτήρος στὸ χωριὸ Παυέλτσεβο (1715), καὶ Καζάνσκυ στὸ Σούκοβο (1745)· ἐπίσης, ξυλίνες ἐκκλησίες ὅπως μὲ σκηνοειδὴ στέγη τοῦ  Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (1665) στὸ Σαουνίνο πλησίον στὴν Καργοπόλ καὶ μὲ ἑννέα κρομμυοειδεῖς τρούλλους τῆς Ἁγίας Σκέπης στὸ Κίζι. Ἄλλος τύπος εἶναι ὁκταγωνικὸς μὲ σταυρικὰ σκέλη  καὶ σκηνοειδὴ στέγη (καθολικὰ Ἀναλήψεως τῆς Θεοτόκου στὴν Βολόγδα 1519 καὶ στὴν Βαρζούγα 1674) ἢ σὰν παγόδα (ἐκκλησία τῆς Μεταμορφώσεως στὸ Κοσλυάτευο 1756). Δύναται νὰ πάρουν κρομμυοειδεῖς τροῦλλους ὅπως οἱ ναοὶ τῆς Ἁγίας Σκέπης στὴν Βυτέγρα καὶ Μεταμορφώσεως στὸ Κίζι (1714) μὲ 22 τρούλλους τοῦ ἰδίου ἀρχιτέκτονα. Βεβαίως δεν λείπουν ἁπλὲς καλύβες σὲ δρομικὴ μορφὴ βασιλικῆς μὲ δύο ἐπάλληλους ὀρθογώνιους χώρους.  Ἀπὸ τοῦ ιθ΄ αἰῶνα εἰσάγονται εὐρωπαϊκοὶ ρυθμοί, ἂν καὶ στὴν ῥωσικὴ ἐπαρχία συνεχίζουν νὰ κτίζωνται παραδοσιακὲς μορφές.

 

Nikolay N. Kradin & Nikolay P. Kradin, Heritage of Mongols: The Story of a Russian Orthodox Church in Transbaikalia

Ἄγιος Χρισόστομος στὸ Σαουνίνο

Μεταμορφώσεως στὸ Kizhi

Ὅμως ἡ ἀρχιτεκτονικὴ παράδοση τῆς Ῥωμανίας θὰ ἐπιβιώσῃ, στὴν ἱουστινιάνειο δὴ ἔκφραση, στὴν ὁθωμανικὴ ἀρχιτεκτονική, πέραν τῆς μετατροπῆς ἐκκλησιῶν σὲ τζαμιά. Τοῦτο ὁφείλεται ἐν πολλοῖς στὶς κοινὲς πηγὲς τῆς ῥωμαϊκῆς καὶ τῆς ἰσλαμικῆς θολοδομίας.

[TO ΑΡΑΒΙΚΟ ΥΠΟΣΤΥΛΟ ΤΖΑΜΙ]. Τὸ ἰσλαμικὸ μασγίδιον τζαμί (مَسْجِد جَامِع  masjid jāmiˁ)  ἔχει χρήση βασιλικῆς καθὼς σκοπός του εἶναι ἡ συναγωγὴ πλήθους πιστῶν πρὸς κοινὴ προσευχή. Masjid σημαίνει προσκυνητήριον καὶ jāmiˁ σημαίνει συναγωγή. Μόνον masjid εἶναι ὁ εὐκτήριος οἶκος ἐνῷ jāmiˁ, τὸ τέμενος, ἡ δημοσία ἐκκλησία. Στὶς ρωμανικὲς γλῶσσες ὠνομάσθη mosque, moschea, mezquita ἐκ τοῦ masjid. Δὲν ἔχει ὅμως  ἀκριβῶς εἰκονοστάσιο ἢ ἄδυτο καὶ διαφέρει τῶν χριστιανικῶν ὅπως διαφέρει τὸ ἰερὸ τοῦ Ἄτωνος ἐκείνου τοῦ Ἄμμωνος. Ἐκεῖνο ποὺ δίδει τὸν ἱερὸ χαρακτῆρα ὡς εἰκονοστάσιο χωρὶς εἰκόνα, εἶναι μία ἀβαθὴς κόγχη, τὸ miḥrāb στὸν ἱερὸ προσανατολισμὸ qibla πρὸς τὴν Μέκκα, ποὺ δίδει τὴν κατευθύνση ὅπου προσεύχεταί τις. Ὅπως ἄλλωστε εἴπαμε, βασικὴ λειτουργία τοῦ ἱεροῦ εἶναι ὁ προσανατολισμός.  Ἀρχικῶς στὴν Μεδίνα, ὁ Προφήτης προσανατόλιζε τὶς προσευχὲς πρὸς τὴν Ἰερουσαλῆμ,  ἀλλὰ σύντομα παγιώθηκε ὁ προσανατολισμὸς τῆς Μέκκας. Παρὰ τὸ μιχρᾶβ, ὅπως στὶς χριστιανικὲς ἐκκλησίες στὸν σολέα ἀριστερὰ τοῦ ἱεροῦ, εἶναι ὁ ἄμβων τοῦ ἰμάμη ―minbar. Ἔτσι τὸ τζαμὶ διαμορφώνεται ὡς μεγάλη αὐλή ―ṣaḥn, περίστυλος μὲ κιονοστοιχίες―riwāq, ποὺ στὴν qibla πολλαπλασιάζονται καὶ σχηματίζουν ὑποστύλο αἴθουσα. Εἶναι ὁ χῶρος τῆς προσευχῆς, τὸ προσκυνητήριο, τὸ ἱερὸ μέρος ―ḥarām. Πρὸ τῆς εἰσόδου κεῖ, ἔνι φρέαρ τῆς ἀπολούσεως ―wuḍū. Τέλος εἶναι ὁ μιναρές, ὁ πύργος ὅθεν ὁ μουεζίνης καλεῖ τοὺς πιστοὺς σὲ προσευχή. Ὡς τέτοιο, κάθε τζαμί ἔχει καὶ χρήση forum πρὸς συναντήσεις καὶ συζητήσεις καὶ ἀργότερο συντάσσεται ὡς οἰκοδομικὸ σύμπλεγμα μὲ μενδρεσέ (ἱεροδιδασκαλεῖο), μαυσωλεῖο τοῦ ἱδρυτοῦ του, ἀλλὰ καὶ ἄλλες χρήσεις.

Καταρχὴν τὸ τυπικὸ ἀραβικὸ τζαμὶ ἔχει ὡς ἀρχέτυπο τὸν Οἶκο τοῦ Προφήτου ποὺ δὲν ἦταν ἀλλὰ μία αὐλὴ καὶ ἡ κλῆσις σὲ προσευχὴ γινόταν ἀπὸ τοὺς τοίχους τοῦ σπιτιοῦ. Προφανῶς οἱ βασιλικὲς ἐκκλησίες τὶς ὁποῖες ἀπήντησαν οἱ πιστοὶ τοῦ Μωάμεθ στὶς ῥωμαϊκὲς περιοχὲς ποὺ κατέκτησαν ἦσαν χρηστὲς πρὸς προσευχή. Τὰ πρῶτα τζαμιὰ ἦταν τὸ μεγάλο τζαμὶ τῆς Κούφα (17/638) καὶ τὸ τζαμί καὶ παλάτι τοῦ ἁλ-Οὑαλῖδ στὴν Κούτ (84/703), ἁπλῆ αὐλὴ ποὺ ὅριζε μία τάφρος καὶ ὑπόστυλο στοὰ στὴν πλευρὰ τῆς qibla. Στὸ τζαμὶ al-Aqṣā στὴν Ἰερουσαλῆμ τὴν ἀνασκευὴ τοῦ ὁποίου περάτωσε ὁ χαλίφης ἀλ-Οὑαλῖδ τὸ 87/706 , ὁ χῶρος τῆς προσευχῆς διεμορφώθη ὡς ὑπόστυλος αἴθουσα μὲ κεντρικὸ κλῖτος κατὰ τὴν qibla. Στὸν ἄξονα τοῦτο εὑρίσκεται ὁ Τροῦλλος τοῦ Βράχου ( قبة الصخرة, Qubbat As-Sakhrah) ποὺ ἕκτισε ὁ πατήρ του, Ἀβδ ἀλ-Μαλίκ (65/685-86/705), ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι παρὰ ὁ τύπος τοῦ παλαιοχριστιανικοῦ περικέντρου. Δὲν εἶναι μόνον ὁ γειτονικὸς ναὸς τῆς Ἀναστάσεως ποὺ ἀποτέλεσε πρότυπο ἀλλὰ πάντα τὰ μαρτύρια τέτοιου τύπου ποὺ ἦσαν ὄχι μόνον γνωστὰ στοὺς Ὀμεϋάδες χαλῖφες ἀλλὰ γνώριζαν νὰ τὰ κτίζουν οἱ χριστιανοὶ τεχνῖτες. Εἶναι ἕνα κλειστὸ ὁκτάγωνο μὲ ἔσω ὁκτάγωνο περιστύλιο καὶ δεύτερο κυκλικὸ ποὺ περιβάλλει τὸν γυμνὸ βράχο καὶ στηρίζει τὸν θόλο ὁ ὁποῖος διὰ τῶν θυρίδων φωτίζει τὸν βράχο. Ἀντιθέτως πρὸς τὸ τζαμὶ ποὺ ἔχει ἁπλῶς ἱερὸ προσανατολισμό, αὐτοῦ εἶναι Harram al-Shariff καὶ ὁρίζει ἱερὸ τόπο: εἶναι ὁ βράχος τῆς θείας Κτίσης, τῆς θυσίας τοῦ Ἀβραὰμ, τῆς Isra  τοῦ Μωάμεθ[vii]. Ἡ ἀπόκρυψη ἐξωτερικῶς τοῦ βράχου ἀπὸ τὸν σηκὸ τηρεῖ λογικὴ εἰκονοστασίου μόνον ποὺ ἡ θεότητα εἶναι ἀόρατος. Ὅπως γράφει ὁ Oleg Grabar στὸ The Shape of the Holy [1996]: This may mean that the building was planned in such a way that the specificity of the holy object — a rock to be touched or perhaps only seen — was replaced by the general evocation of something holy but almost invisible, a secret shared by the faithful, an invisible presence consciously designed into the building (σελ. 107).

Τζαμῖ Al-Aqsa

Τροῦλλος τοῦ Βράχου (Qubbat As-Sakhrah)

Τὸ πρῶτο μιχρᾶβ δημιουργήθη στὸ Τζαμὶ τοῦ Προφήτου ( ٱلْمَسْجِد ٱلنَّبَوِي‎, al-Masjid an-Nabawī) στὴν Μεδίνα κατὰ τὴν προέκτασή του ὑπὸ τοῦ ἀλ-Οὑαλῖδ (88/707). Οἱ πρῶτοι δε μιναρέδες ἐκτίσθησαν στὸ τζαμὶ τοῦ στρατηγοῦ ʿAmr ibn al-ʿĀṣ στὴν πόλη Φωστᾶτ (الفُسطاط, al-Fusṭāṭ) ποὺ ἵδρυσε ἅμα μὲ τὴν κατάκτηση τῆς Αἰγύπτου τὸ 20/641 κατὰ τὴν πλήρη ἀνασκευὴ τοῦ ἀρχικοῦ τὸ 53/673. Τότε, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀντικατεστάθησαν οἱ στῦλοι φοινικοδένδρων ἀπὸ λιθίνους, προσετέθησαν τέσσαρες μιναρέδες στὶς γωνίες ὅθεν ὁ μουεζίνης προσκαλεῖ τοὺς πιστοὺς σὲ προσευχή.  Στὴν Δαμασκὸ μετὰ τὴν κατάκτησή της μωαμεθανοὶ καὶ  χριστιανοί μοιράσθησαν τὴν βασιλική, οἱ μὲν προσεύχοντο στὸ ἀνατολικὸ κλῖτος οἱ δὲ στὸ δυτικό. Ἡ ἀνάγκη πρὸς μεγαλώτερο χῶρο ὡδήγησε τὸν ἀλ-Οὑαλῖδ στὴν κατεδάφισή της καὶ τὴν ἀνέγερση τζαμιοῦ, ἀφοῦ παρεχώρησε στοὺς Χριστιανοὺς ὅλες τὶς ὑπόλοιπες ἐκκλησίες τῆς πόλης σὺν μὲ μία νέα τῆς Θεοτόκου ποὺ ἔκτισε ὁ ἴδιος. Τὸ Μέγα Τζαμὶ τῆς Δαμασκοῦ ἔχει ῥωμαϊκά, παλαιοχριστιανικὰ χαρακτηριστικὰ, ποὺ δὲν εἶναι μόνον τὰ ψηφιδωτὰ ἢ οἱ κορινθιακοὶ κίονες τῆς βασιλικῆς  ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ δομή του. Ἡ ἀπὀλουσις στὴν αὐλὴ στεγάζεται μὲ τρουλλαῖο περίστυλο. Ἡ ὑπόστυλος αἴθουσα σχηματίζεται μὲ τρία κλῖτη στεγασμένα μὲ ἀμφικλινεῖς στέγες, παράλληλα στὸν τοίχο τῆς qibla. Στὸ μέσο  τέσσερεις πεσσοὶ διακόπτουν τὶς δύο ἔσω κιονοστοιχίες καὶ δημιουργοῦν ἐγκάρσιο κλῖτος μὲ ἀμφικλινὴ στέγη καὶ κεντρικὸ ὁκταγωνικὸ τροῦλλο (τοῦ Ἀετοῦ) σὲ ὕψος 36 μέτρων, στηριγμένο στοὺς πεσσούς. Στὸν τοῖχο τῆς qibla αὐτὸ καταλήγει στὸ μιχρᾶβ καὶ τὸ μινβάρ καὶ πρὸς τὴν αὐλὴ σὲ τρίστυλο μεταξὺ πεσσῶν μὲ τὸ ἀέτωμα τὴς στέγης ἐπενδεδυμένο μὲ ψηφιδωτὸ διάκοσμο. Στέγες ἀντὶ ἐπιπέδου στέγης, κλίτη ἀντὶ πυκνῶν στύλων καὶ τροῦλλος, εἶναι ἂν μὴ τὶ ἄλλο χαρακτηριστικὰ χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν.

Τζαμὶ τῆς Δαμασκοῦ (Creswell)

[ΑΒΒΑΣΙΔΕΣ]Τὸ ῥωμαϊκὸ καὶ σασσανιδικὸ πολυτελὲς ὕφος στὴν ναοδομία καὶ ἡ προαίρεση τῶν ὀμεϋαδῶν χαλιφῶν πρὸς κάποιον ἐπίσημο ἀρχιτεκτονικὸ ῥυθμό, ὑποχωρεῖ ἐπὶ ἀββασιδῶν χαλιφῶν. Τοῦτοι ἀποσύρονται τῆς θρησκευτικῆς τελετουργίας στὰ ἴδια παλάτια καὶ ἀφίουν αὐτὴν στοὺς κληρικοὺς khatib, ὁπότε τὸ ἀρχιτεκτονικὸ ὕφος γίνεται λιτότερο καὶ μᾶλλον ἐντόπιο[viii]. Ὁ χαλίφης ἀλ-Μουταουκκίλ (al-Mutawakkil ʿalā Allāh) ἔκτισε στὴν βασιλεύουσά του Σαμάρρα δύο τζαμιά μεταξὺ 232/847 καὶ 847/861.Τὸ πρῶτο, τὸ Μέγα Τζαμί, ἐνῷ τὸ κύριως τζαμὶ ἔχει διαστάσεις 240×156 μέτρα, εὐρύτερο ἔρκος 376×444 μέτρων, δημιουργεῖ μὲ τὸ τεῖχος κενὸ χῶρο ποὺ ὀνομάζεται ziyādah ὅπου τίθενται δοῦλοι χῶροι ὅπως φρέατα ἀπολούσεως, ἀβιτώρια κτλ. ἀλλὰ καὶ ὁ μιναρὲς στὴν εἴσοδο ἔναντι τοῦ μιχρᾶβ. Τοῦτος εἶναι σπειροειδὴς ὥστε πολλοὶ βλέπουν κάποια κληρονομιὰ τῶν ζιγκουράτ, ὑπόθεση ὅμως ἐσφαλμένη καθὼς αὐτὰ ἦσαν τότε κατεσκαμμένα. Ὅμως τοῦτο δὲν ἀμφισβητεῖ τὸ ὅτι ὁ μιναρὲς ἐν γένει ὡς μορφὴ εἶναι ἕνας κοσμικὸς πόλος. Τὸ δεύτερο, τὸ τζαμὶ τοῦ Abu Dulaf ἐπίσης μὲ ziyādah, ἔχει δύο παράλληλα κλίτη στὸ τοῖχο qibla ποὺ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ κάπως εὐρύτερο κεντρικὸ κλῖτος ποὺ ὁδηγεῖ στὸ μιχρᾶβ σχηματίζει ταῦ. Ἄλλο ἴδιον τοῦ τζαμιοῦ εἶναι οἱ πλίνθινοι πεσσοὶ σχήματος ταῦ ποὺ δημιουργοῦν τούτη τὴν ἀλλαγὴ διεύθυνσης τῶν κλιτῶν. Ἄλλο σημαντικὸ ἀββασιδικὸ τζαμὶ εἶναι τοῦ ἐπάρχου Αἰγύπτου ἢ πλέον, Μισιρίου, Aḥmad ibn Ṭūlūn στὴν Φωστᾶτ ποὺ περατώθη τὸ 265/879. Ἡ αὐλὴ εἶναι τέλειο τετράγωνο ἑνῷ τὸ τεῖχος τοῦ τζαμιοῦ καὶ τὸ ἐξωτερικὸ ἔρκος ποὺ σχηματίζει ὀρθογώνια ziyādah. Στὸ κέντρο τῆς τετραγωνικῆς αὐλῆς κεῖται φρέαρ ὄχι καθαρμοῦ, ποὺ ἐστεγάζετο μὲ ἀμφίχρυσον τροῦλλο ποὺ ἔπεσε ἕναν αἰῶνα ἀργότερο καὶ ἀντεκαταστάθη μὲ τὸ μαμελουκικό ποὺ βλέπομε σήμερα. Τὰ ὑποστυλώματα εἶναι ὁρθογωνικοὶ πεσσοὶ μὲ ἡμικίονες παράλληλοι στὸ περιβάλλον τεῖχος καὶ σχηματίζουν τοξοστοιχίες μὲ θυρίδες ἀερισμοῦ στὰ τύμπανα μεταξὺ τῶν ἁψίδων. Τὸ τζαμὶ τοῦ Καϊρουάν τῶν Ἀγλαβιδῶν μεταξὺ 221/836 καὶ 261/875 ἀντικατέστησε παλαίτερο τῶν Ὀμεϋαδῶν κτισμένο ὑπὸ τοῦ νικήτορα τῆς Ἀφρικῆς ʿUqba ibn Nāfiʿ, ἡ μνήμη τοῦ ὁποίου ἐφυλάχθη σὲ θάλαμο ὁπίσω τοῦ μιχρᾶβ. Ἡ μὲ κίονες ὑπόστυλος αἴθουσα εἶναι βαθυτέρα τῶν προηγουμένων καὶ τύπου ταῦ: στὰ δύο ἄκρα τοῦ κεντρικοῦ κλίτους (εὔρους διπλοῦ μετακιονίου), στὴν τομὴ του δηλαδὴ μὲ τὸ εὐρὺ κλῖτος τῆς qibla (διπλὸ ἐπίσης) ὕπερθε τοῦ μιχρᾶβ καὶ μὲ τὰ δύο ἔξωθε κλίτη, ὑψοῦνται δύο τροῦλλοι μὲ ἡμιχώνια στὴν βάση. Ἀπέναντι, στὸν ἀντίποδα τῆς αὐλῆς καὶ ἐλαφρῶς παραξόνιος ὑψοῦται ὁ μιναρές.

Μέγα τζαμὶ τῆς Σαμάρας

Τζαμὶ τοῦ Abu Dulaf

Τζαμὶ Ibn-Tulun (Prisse D’Avennes)

Τζαμὶ τοῦ Καϊρουάν

 

[ΟΜΕΫΑΔΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΡΔΟΒΑ] Τὸ 132/750 ὁ εἰκοσαετὴς Ὀμεϋάδης ἡγεμῶν Abd al-Rahman ibn Mu’awiya ἀφοῦ διέφυγε τῆς σφαγῆς τῆς οἰκογενείας του ὑπὸ τῶν Ἀββασιδῶν ἐπαναστατῶν, κατέφυγε στὴν Ἀνδαλουσία ―al-Ándalus, ὅπου ἀνηγορεύθη ἐμίρης τὸ 138/756. Πρὶν τὸν θάνατό του ἔκτισε τὴν πρώτη φάση τοῦ τζαμιοῦ τῆς Κόρδοβας τὸ  167/784-169/786 ἀφοῦ ἠγόρασε τὸ χριστιανικὸ μισὸ τῆς  βησιγοτθικῆς ἐκκλησίας ὅπου λειτουργοῦντο ὁμοῦ χριστιανοὶ καὶ μωαμεθανοί, ἄντι τοῦ δικαιώματος νὰ ἀνακατασκευάσουν οἱ χριστιανοὶ ἄλλες ἐκκλησίες. Ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Βικεντίου τῆς Σαραγόσσα ἔτσι κατεδαφίσθηκε (φυλάχθησαν βεβαίως οἱ κορινθιακοὶ κίονες)  καὶ κτίσθη τζαμὶ σχεδὸν τετράγωνο (74×76 μέτρα) μὲ αὐλὴ στὴν μισὴ ἔκταση καὶ στὴν λοιπὴ μισή, ὑπόστυλο αἴθουσα μὲ ἕνδεκα κλίτη σὲ κορινθιακὲς κιονοστοιχίες διπλῶν ἁψίδων, κάθετα στὸν τοῖχο τῆς qibla (ἡ ὁποία εἶναι κατ’ ἐξαίρεση πρὸς τὰ νότιοδυτικα) καὶ μὲ τὸ μεσαῖο κλῖτος ἐλαφρῶς εὐρύτερο. Ὁ Abd al-Rahman ΙΙ ἐπέκτεινε τὸ βάθος τῆς αἰθούσης (218/833-233/848) κατὰ ὁκτὼ ἁψῖδες καὶ μετέφερε τὸν τοῖχο τῆς qibla. Ὁ Abd al-Rahman ΙΙΙ ἅμα κήρυξε τὴν Ἀνδαλουσία ὡς Χαλιφᾶτο τῆς Κόρδοβας, ἔκτισε μιναρὲ ὕψους 47 μέτρων, προεξέτεινε τὴν αὐλὴ καὶ προσέθεσε στοές (340/951-347/958). Ὁ ὑγιὸς τοῦ al-Hakam II διαδεχόμενος τὸν πατέρα του στὸ ἔργο ἐπέκτεινε ἔτι περαιτέρω τὴν αἴθουσα κατὰ δώδεκα ἐπιπλέον ἁψῖδες καὶ νέο, βαθύτερο μιχρᾶβ. Ἐπίσης ἔκτισε ἕναν τροῦλλο ἐμπρὸς στὸ μιχρᾶβ στὴν ἀρχὴ τῆς προσθήκης, ἐν εἴδει κιβωρίου τῆς maqṣūra ―τοῦ περίκλειστου δωματίου προσευχῆς τοῦ βασιλέως, πρὸς ἀποφυγὴ κυρίως δολοφονιῶν, καὶ τρεῖς ἀκόμη στὸ μιχρᾶβ ποὺ περατώθησαν τὸ 354/965. Ἡ βάση τῶν τρούλλων εἶναι μὲ γωνιακὰ ἡμιχώνια μόνο ποὺ τὸ ὁκτάγωνο συντίθεται μὲ ἔμπλεκα τόξα. Παρήγγειλε δύο ἄμβωνες ἀπὸ πολύτιμα ξῦλα καὶ βυζαντινοὺς ψηφοθέτες στὸν Νικηφόρο Φωκά. Τέλος τὸ 376/987-377/988 ὁ ἱσχυρὸς στρατηγὸς καὶ βεζίρης τοῦ Hisham II, Ἀλμανσῶρ (al-Manṣūr) παρέκτεινε τὸ τζαμὶ κατὰ ὁκτὼ κλίτη πρὸς τὰ νοτιοανατολικὰ, μετριάζοντας τὶς ἀναλογίες, ἂν καὶ ἀπώλεσε τὴν συμμετρία πρὸς τὸ μιχρᾶβ. Μετὰ τὴν Reconquista θὰ κτισθῆ μεταξὺ τῶν κλιτῶν χριστιανικὸς καθεδρικός.

Τζαμὶ τῆς Κόρδοβας καὶ ἐπεκτάσεις

[QUBBĀB ΚΑΙ ΜΙΝΑΡΕΔΕΣ] Στὴν Περσία ἀρχικῶς κτίζονται σὲ μεγάλες πόλεις ἀραβικοῦ τύπου ὑπόστυλα τζαμιὰ, κάποια γνωρίζομε κυρίως ἀπὸ γραπτὲς πηγές (Νισαπούρ, Βουχάρα, Σιράζ) ἢ μὲ ἀρχαιολογικὰ τεκμήρια ὅπως τοῦ Ἰσπαχάν. Μικρότερα σὲ Δαμγάν, Ναγίρ, Fahraj, εἶναι ὑπόστυλα ἀλλὰ μὲ δρομικοὺς θόλους, ἐνῷ στὸ Ναγίρ ἀπαντῶμε τρεῖς τρούλλους στὸ μιχρᾶβ. Μικρὸ τζαμὶ στὴν κώμη Χαζάρα πλησίον τῆς Βουχάρας εἶναι ἔνα τετράγωνο κτήριο μὲ κεντρικὸ τροῦλλο καὶ μικρότερους τρούλλους στὶς τέσσαρες γωνίες ἐνῷ στὴν Βάλχ τὸ Masjid-I Nuh Gunbadh ἔχει ἑννέα. Tὸ τρουλλωτὸ οἰκοδόμημα ὡς μαρτύριο ἢ ἡρῷο (μαυσωλεῖο) ἀρχικῶς ἀπουσιάζει στὸ ὀρθόδοξο ἰσλὰμ καθὼς ἐθεωρεῖτο ἔκφραση εἰδωλολατρίας καὶ ἀλαζονίας. Τοῦτο ἀλλάζει μετὰ τουλάχιστον τὴν ἀνέγερση ὑπὸ τοῦ ἀββασίδου χαλίφη Hārūn ar-Rashīd τοῦ Ḥaram al-ʾImām ʿAlī, τοῦ τάφου τοῦ ἰμάμη Ἄλη καὶ ἡ ἀνέγερση τέτοιων κτηρίων ἀνθεῖ κυρίως μεταξὺ τῶν δυναστειῶν τοῦ shīˀa ἰσλάμ, χώρις νὰ λείπουν οἱ σουνίτες ἡγεμόνες ποὺ βλέπουν κάτι τέτοιο μᾶλλον πολιτικῶς. Ἡ μορφή του εἶναι ἁπλῆ: σηκὸς συνήθως σὲ σχῆμα κύβου στεγασμένος μὲ τροῦλλο  (καμπύλο, κωνικὸ ἢ πυραμιδοειδή) ποὺ ὀνομάζεται qubba(t) (ἀκριβῶς, σκηνὴ βυρσῶν), περσιστί, gunbād. Ὡς τάφος ἢ μνημεῖο κάποιου ἁγίου στὴν Παλαιστίνη ὀνομάζεται maqām, ὡς τάφος μαρτύρου, mašhad, ὡς ἐν γένει μαυσωλεῖο, mazār ἢ στὴν Ἀφρική, ḍarīḥ, καὶ ὡς ταφικὸ μεμόριο κάποιου εὐγενοῦς στὶς τουρκοειδεῖς δυναστεῖες, türbe. Τῶν πρώτων δειγμάτων qubba εἶναι τὸ μαυσωλεῖο τῆς δυναστείας τῶν Σαμανιδῶν  στὴ Βουχάρα, τοῦ ι΄ αἰῶνα καὶ τὸ μαυσωλεῖο τοῦ ἄραπος πατρός (Arabota maqbaras) στὴν κώμη Τὶμ στὴν Σαμαρκάνδη (366/977-367/978) ὅπου τὰ ἡμιχώνια ἐμφανίζουν μορφὴ muqarnas. Ἄλλη μορφὴ εἶναι τὸ πυργοειδὲς μαυσωλεῖο ὅπως τὸ Gunbad-i Qabus τοῦ φερωνύμου ζιγιαρίδου ἡγεμόνα, σὲ κάτοψη δεκάκτινου ἀστεριοῦ καὶ κωνικὸ τροῦλλο. Κατὰ τὶς πηγὲς ἡ σαρκοφάγος κρεμόταν στὸ ἐσωτερικό[ix].

[ΠΕΡΣΙΚΑ ΤΖΑΜΙΑ ΜΕ IWĀN] Ἅμα μὲ τὸν ια΄ αἰῶνα καὶ ἐνῷ στὴν Ἀφρικὴ ἄρχουν οἱ σχιίτες Φατιμίδες ποὺ ἀντικατέστησαν τοὺς μουταζιλίτες Ἀγλαβίδες καὶ οἱ Ὀμεϋᾶδες ἐκθρονίζονται στὴν Ἀνδαλουσία, στὴν Ἀσία ἀνεβαίνουν τουρκικὲς ἢ ἐντόπιες δυναστεῖες ὅπως οἱ τουρκομαμελοῦκοι Γαζναβίδες καὶ οἱ ταντζίκοι Γωρίδες, καὶ κυρίως οἱ Σελζουκίδες ποὺ ἀντικαθιστοῦν τοὺς πέρσες σχιίτες Βουγίδες. Ἡ τουρκοπερσικὴ διοίκηση εἶναι ἔκκεντρος μὲ διαφόρους κατὰ τόπους ἡγεμόνες (ἀταβέηδες ἢ ἀταβέκοι) ὅπως οἱ Ζεγγίδες στὴν Σύρια ποὺ ἐξαρτῶνται ἐν πολλοῖς τῶν τοπικῶν τεχνιτῶν καὶ ἐμπόρων πρᾶγμα ποὺ εὐνοεῖ τὸν πολλαπλασιασμὸ τῶν ἀστικῶν κέντρων. Ἡ ἀνέγερση δημοσίων κτηρίων δὲν εἶναι ἔργο πλέον τοῦ χαλίφη μὲ δαπάνη ἐκ τοῦ κεντρικοῦ φίσκου ἀλλὰ τοῦ βακουφικοῦ θεσμοῦ ὅπως εἴδαμε στὸ (Vα). Τὰ τζαμιὰ ἔτσι εἶναι πλέον μέρος οἰκοδομικοῦ συμπλέγματος (κουλιγιέ) ποὺ ἀφενὸς δύναται νὰ ἐνέχῃ ἄλλα κτήρια (ἰμαρέτ, θεραπευτήριο, λουτρά), συχνὰ καὶ τὸ μαυσωλεῖο τοῦ πάτρωνα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐμπορικὰ μαγαζένια ποὺ δύνανται νὰ πόριζουν τὸ βακούφι.Ἔτσι ἑνίοτε δημιουργοῦν πλατεία, τὸ μεϊδάνι. Κύριως ὅμως οἱ σουνίτικες τοῦτες δυναστεῖες κτίζουν μὲ τὰ τζαμία σχολεῖα, τοὺς μεδρεσέδες, καταρχὰς ὑπὲρ τῆς ἐπανεγκατάστασης τῆς ὀρθοδοξίας ἀλλὰ ποὺ κατόπιν γίνονται ἔδρες νέων συγκριτικῶν δογμάτων ὅπως τοῦ σουφισμοῦ ὡς μοναστικὰ χάνια (ḵānaqāh, τεκκέδες) .

Τζαμὶ τῆς Νιρὶζ μὲ iwan

Ὁ νέος περσικὸς τύπος τζαμιοῦ φέρει ἕνα νέο στοιχεῖο, τὸ iwān ποὺ κατάγεται ἀπὸ τὰ σασσανιδικὰ παλάτια: εἶναι μία ὑψερεφὴς ἐξέδρα τῆς ὁποίας τὸ ἡμιτρούλλιο (τεταρτοσφαίριο) διαμορφώνεται μὲ muqarnas ποὺ γίνονται πλέον δόκιμος τύπος. Ὁ θόλος εἶναι ὁ ὀξυκόρυφος τῶν Ἀββασίδων ὁ λεγόμενος σαρακηνός, ἀποτελεσματικότερος στατικῶς τοῦ κυκλικοῦ πεταλοειδοὺς τῶν Ὀμευαδῶν. Ἤδη τζαμὶ μὲ iwān ἀπὸ τὴν περίστυλο αὐλὴ κάθετο στὸ τοίχο τῆς qibla ἀπαντῶμε σὲ τζαμὶ τῆς Νιρίζ τοῦ 973, βεβαίως τι τὸ σπάνιο τότε, ἀλλὰ δεικνύεί τινα δεσμὸ μὲ τὸ σασσανιδικὸ παρελθόν. Τὸν τύπο τοῦ σελζουκικοῦ τζαμιοῦ τὸν ἀπαντῶμε στὸ Τζαμὶ τῆς Παρασκευῆς τοῦ Ἰσπαχὰν ποὺ ἀντικατέστησε τὸ παλαίτερο ἀββασιδικὸ καὶ βουγιδικό.  Προσετέθησαν τέσσαρα iwān στὶς τέσσαρες πλευρὲς τῆς περιστύλου αὐλῆς τὰ ὁποῖα  ἀναπέπτανται σ’ αὐτήν. Τῶν δύο ἀξονικῶν, τὸ ἕνα εἶναι ὁ πυλὼν τῆς εἰσόδου μὲ δύο μιναρέδες ἑκατέρωθε, τὸ ἄλλο, εἶναι πυλὼν πρὸς στὸν τετράγωνο χῶρο ποὺ εὑρίσκεται τὸ μιχρᾶβ, ὁ ὁποῖος στεγάζεται μὲ τροῦλλο. Τὰ δυὸ πλευρικὰ εἶναι τυφλά. Τὸ ὑπόλοιπο μεταξὺ τῶν iwān καταλαμβάνουν οἱ ὑπόστυλες αἴθουσες ποὺ σχηματίζουν τοξοστοιχίες ἐπὶ τῆς αὐλῆς (διπλὲς καθ’ ὕψος ἐπὶ Ἱλχανιδῶν). Φτειάχθηκε μεταξὺ 464/1072 καὶ 485/1092 ὑπὸ τὴν πατρωνία τοῦ πάνυ Nizam al-Mulk, βεζίρη ὑπευθύνου περὶ τοῦ νέου συστήματος διοίκησης ὅπως καὶ βεβαίως, τῆς προαίρεσης ἵδρυσης μεδρεσέδων. Ἔξωθε τῆς εἰσόδου κτίστηκε ἕνας δεύτερος τροῦλλος ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ του, Taj al-Mulk, χῶρος ἴσως πρὸς προετοιμασία τοῦ σουλτάνου. Ἀργότερο προστέθηκαν καὶ ἄλλοι χῶροι πέριξ ὅπως ὁ μεδρεσὲς ἐπὶ Μουζαφφαριδῶν. Ὁ τύπος τοῦτος ἐφηρμόσθη καὶ ἀλλοῦ στὸ δυτικὸ Ἰρὰν καὶ ἀντικατέστησε τὰ ἀραβικοῦ τύπου ὑπόστυλα. Τὸ νέο στοιχεῖο εἶναι τὰ τέσσαρα iwān ποὺ σχηματίζουν σταυρό, καὶ θὰ εἶναι ὁ βασικὸς τύπος του μεδρεσέ, ὅπως τὸ περίφημο πανεπιστήμιο Mustansiriya τῆς Βαγδάτης. Στὸ μικρότερο τζαμὶ στὸ Zarvach (1136) τὸ καταντίκρυ τοῦ μιχρᾶβ iwān δὲν εἶναι εἴσοδος, ἀλλὰ τυφλὸ ὅπως τὰ πλευρικά.Τὸ σχῆμα τῶν τεσσάρων iwān θυμίζει τὸ περσικὸ σπίτι καὶ εἶναι προσαρμογὴ τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ τζαμιοῦ στὶς συνθήκες καὶ τρόπους δομῆς τοῦ τόπου.

Τζαμῖ τῆς Παρασκευῆς τοῦ Ἰσπαχᾶν, πηγή: Monuments modernes de la Perse mesurés, dessinés et décrits, éd. Morel, 1867

Πολλὰ τζαμιὰ ἐξηφανίσθησαν ἀλλ’ ἔμειναν οἱ περίτεχνοι μιναρέδες αὐτῶν ὅπως, τοῦ ιβ΄αἰῶνα, οἱ ἀστεροειδεῖς τῶν γαζναβιδῶν σουλτάνων Bahram Shah καὶ Mas’ud III στὴν Γάζνα (Ἀλεξάνδρεια Ὠπιανή) καὶ ὁ κατάκοσμος τοῦ γωρίδου σουλτάνου Ghiyath al-Din Muhammad στὴν Jam, δεῖγμα τοῦ ὅτι πέραν τῆς χρήσης αὐτῶν ἦσαν καὶ μνημεῖα νικῶν. Πλείστα μαρτύρια ἀπαντῶνται στὶς βόρειες περιοχές. Πέραν τῶν πυργοειδῶν ποὺ παραμένουν (πχ. στὸ Damghan), ἐμφανίζονται οἱ πρῶτοι δικελυφωτοὶ τροῦλλοι σὲ δύο ὁκταγωνικὰ μαυσωλεῖα (459/1067, 486/1093) στὴν Χαρραγάν. Ὡσαύτως εἶναι τὸ ἡρῷο τοῦ σουλτάνου Sanjar στὴν Merv (Ἀντιόχεια τὴν ἐν τῇ Μαργιανῇ) τοῦ 547/1152 τὸ πρῶτο ποὺ συνδέεται μὲ τζαμὶ σὲ παλατινὸ σύμπλεγμα. Ἄλλη καινοτομία εἶναι τὸ pishtaq, πυλὼν ποὺ προστίθεται στὸ μαυσωλεῖο καὶ δίδει σεμνὸ καὶ μεγαλοπρεπὲς ὕφος, ἀρχικῶς στὴν κεντρικὴ Ἀσία ὅπως φαίνεται στὰ μαυσωλεῖα στὴν Σαράξ καὶ τὴν Mehneh περὶ τὰ μέσα τοῦ ια΄ αἰ.

[ΦΑΤΙΜΙΔΙΚΗ ΑΦΡΙΚΗ ΚΑΙ ΜΙΣΙΡΙ] Στὴν Ἀφρική (Ifrīqya) καὶ τὸ Μισίρι κατὰ τὴν ἀκμὴ τῶν Φατιμιδῶν (al-Khilāfa al-Fāṭimiyya) κτίζονται ὑπόστυλα τζαμία. Στὴν Μαδίγια (al-Mahdīyia) τῆς Τυνισίας, τὸ τζαμί (299/912) ἔχει ἑννέα κλίτη κάθετα στὸν τοίχο τῆς qibla μὲ τὸ μεσαῖο εὑρύτερο ποὺ σχηματίζει ταῦ μὲ παράλληλο κλῖτος ἐπὶ τοῦ τοίχου στῶν ὁποίων τὴν τομὴ ἔνι τροῦλλος ὕπερθε τοῦ μιχρᾶβ. Ἄλλὸ παράλληλο κλῖτος ἐπὶ τῆς αὐλῆς εἶναι τὸ μεσαῖο τμῆμα τοῦ τριπλεύρου περιστύλου. Ἡ καινοτομία ὅμως εἶναι ἡ πρόσοψη τοῦ τζαμιοῦ ποὺ γίνεται μνημειώδης καθὼς ἡ κυρία πύλη στὸν ἄξονα τοῦ μιχρᾶβ διαμορφοῦται ὡς πυλὼν μὲ ζεύγος πύργων ἑκατέρωθε, πρᾶγμα ποὺ τονίζεται ἐπιπλέον μὲ δύο ἀκόμη συμμετρικὲς εἰσόδους καὶ δύο μιναρέδες στὶς γωνίες. Στὸ Κάιρο (al-Qāhira, ἡ Καλλίνικος), τὴν βασιλεύουσα τῆς δυναστείας, στὸ τζαμὶ ἀλ-Ἄζαρ (al-Jāmiʿal-ʾAzhar, τὸ Περίλαμπρο Τζαμί) κτισμένο ἅμα μὲ τὴν κατάκτηση τοῦ Μισιριοῦ καὶ τὴν ἵδρυση τῆς πόλης (περατώθη τὸ 361/972) ἔχει ἐπίσης κλίτη σχήματος ταῦ μὲ δύο ἐπιπλέον τροῦλλους στὶς γωνίες καὶ δευτερεύουσες πύλες στοὺς πλαγίους τοίχους ὅμως τὸ κεντρικό, ἀξονικὸ κλῖτος τονίζεται ἔτι πλεὸν καθὼς τὰ ὑπόλοιπα (4+1) εἶναι παράλληλα στὸν τοίχο καὶ ὡσαύτως συνεχίζουν τῶν πλαγίων στοῶν ποὺ εἶναι βαθειές. Εἶχε και χρήση πανεπιστημίου. Παρομοίως διανέμεται ἡ αἴθουσα προσευχῆς στὸ τζαμὶ τοῦ χαλίφη καὶ ἰμάμη ἀλ-Ἁκίμ (Masjid al-Ḥākim) (θεμελιώθη τὸ 380/990 ὑπὸ τοῦ πατρός του καὶ περατώθη τὸ 403/1013) ἀλλὰ με μνημειώδη πρόσοψη. Οἱ Φατιμίδες χαλῖφες ἐναντίως πρὸς τοὺς Ἀββασίδες, προεξήρχον τῆς προσευχῆς τῆς Παρασκευῆς καὶ στὰ τέσσερα τζαμιὰ τοῦ Καΐρου, Ἄμρ, Τουλοῦν, Ἀζάρ, Ἁκίμ.

Τζαμὶ Al-Azhar

Ἀξονομετρικὸ τοῦ τζαμοῦ τοῦ Al-Hakim

Τζαμὶ τοῦ Al-Hakim

Ἡ μὴ ὑπερχείληση τοῦ Νείλου τὸ 1065 προυκάλεσε πανικὸ στὴν ἀγορὰ σίτου, πληθωρισμό, χρεοκοπία τοῦ κρατικοῦ φίσκου καὶ  ἑπταετὴ λιμό ποὺ ὡδήγησε σὲ διένεξη ἐντὸς τοῦ στρατοῦ, μεταξὺ σουδανῶν καὶ τουρκομαμελούκων, οἱ ὁποῖοι τοῦτοι ἅμα νίκησαν ἐκθρόνησαν τὸν ἀδύναμο χαλίφη καὶ ἡ χῶρα εἰσῆλθε σὲ περίοδο ἀναρχίας μέχρι τὸν ἐρχομὸ τοῦ Σαλαδίνου ἕναν αἰῶνα ἀργότερο. Ἔτσι ἀλλάζει ὁ τύπος τῶν ἱερῶν κτηρίων, καθὼς δὲν κτίζονται πλέον μεγάλα τζαμιὰ ἀλλὰ μικρὰ εὐκτήρια ἐντὸς τοῦ ἱστοῦ τοῦ ἄστεως ἤτοι, μασγίδια. Τὸ ἀλ-Ἀκμάρ (519/1125) ἔχει μικρὴ τετράγωνη περίστυλο αὐλὴ καὶ αἴθουσα μὲ δύο κιονοστοιχίες καὶ παράλληλο κλῖτος στὸν τοῖχο τῆς qibla. Ἵνα προσαρμοσθῇ στὴν διεύθυνση τῆς ὁδοῦ ὁ τοῖχος τῆς πρόσοψης δὲν εἶναι παράλληλος στὴν αὐλὴ καὶ τὴν qibla. Τὸ al-Juyushi (478/1085) εἶναι ἔτι ταπεινότερο: αὐλὴ χωρὶς περίστυλο παρὰ μόνον μὲ δύο πλευρικοὺς θαλάμους ἐνῷ ἡ αἴθουσα διαμορφοῦται μὲ διάδρομο μὲ σταυροθόλια σχήματος πεῖ περὶ τοῦ τρουλλωτοῦ τετραγώνου ἐμπρὸς στὸ μιχρᾶβ. Τοῦτο φέρει ἐπιγραφὴ ποὺ τὸ χαρακτηρίζει mašhad ―μαρτύριο. Πράγματι ἐκείνη τὴν ἐποχὴ τῶν ταραχῶν πληθαίνουν τέτοια κτήρια πρὸς λατρεία. Καὶ αὐτοῦ ἡ μετάβαση ἀπὸ τὸ τετράγωνο στὸν τροῦλλο γίνεται μὲ muqarnas μορφὴ γνωστὴ και στοὺς Φατιμίδες, εἰσηγμένη ἴσως τοῦ Ἰράν[x]. Εἶναι γνωστὰ τὰ muqarnas στὴν Capella Palatina τοῦ Ρογήρου Β΄ (1140). Ἄλλα τέτοια κτήρια στὸ Κάιρο εἶναι τὸ μαυσωλεῖο τοῦ Yayā al-Sabīh (c.545/1150), τὸ ἀρχικῶς μαρτύριο διὰ τῆν κάρα τοῦ al-Ḥusayn ποὺ ἐτράπη σὲ τζαμὶ ἐπὶ Μαμελούκων, τοῦ βεζίρη  alāliḥ Ṭalāˀiˁ (c.555/1160).

Τζαμὶ Al-Akmar (Creswell)

Mashhad τοῦ Al-Juyushi

[ΣΕΛΖΟΥΚΙΔΕΣ ΕΝ ΡΩΜΑΝΙᾼ] Στὴ Μικρὰ Ἁσία μετὰ τὴν μάχη στὸ Ματζικέρτ, ἐγκαθιδρύεται τὸ σελζουκικὸ σουλτανᾶτο τῆς Ῥωμανίας (salţanat-i Rum) ἀλλὰ δὲν εἶναι ἄλλα τὸν ιγ΄ αἰῶνα ποὺ θὰ ἀρχίσουν νέες οἰκοδομὲς (προφανῶς μέχρι τότε μετατρέπουν χριστιανικὲς ἐκκλησίες σὲ τζαμιά). Νὰ λάβωμε ὑπόψει ὅτι εἶναι περιοχὴ χριστιανῶν, ἐξισλαμιζομένη δε, ὅτι ἡ σουλτανικὴ ἀρχὴ εἶναι διφυής (μωαμεθανοὶ ἀλλὰ βαπτισμένοι ὑπὸ τῶν χριστιανῶν μητέρων), ὅτι ἡ περιοχὴ ἐλκύει γαζῆδες (πολέμαρχους τοῦ ἰσλάμ) ἀλλὰ καὶ δερβισικὰ τάγματα θρησκευτικοῦ συγκριτισμοῦ. Ἀρχιτεκτονικὲς ἐπιρροὲς τῆς περιοχῆς εἶναι τόσον τοῦ Ἰρὰν ὅσον καὶ τῆς Συρίας. Ὡς τζαμὶ γίνεται χρήση τοῦ ἀραβικοῦ ὑποστύλου τύπου, κοινοῦ ἄλλωστε στὴν Συρία, μόνον ποὺ ἐκφυλίζεται ἡ αὐλὴ καὶ μένει ἡ ὑπόστυλος (μὲ τοξοστοιχίες καὶ ξυλοστεγής) αἴθουσα μὲ τὸν τροῦλλο. Τὸ Ulu Cami (Μέγα Τζαμί) τοῦ Diyārbakir (Ἄμιρα) τοῦ 1091 φαίνεται νὰ  ἀντιγράφει τὸ μεγάλο Τζαμὶ τῆς Δαμασκοῦ ὅμως στὴν αὐλὴ ἀναπέπταται καὶ ὁ μεδρεσὲς περσιστί. Στὸ παλατινὸ τζαμὶ τοῦ Ala al-Din στὸ Ἰκονιο (1156-1220) τὴν αὐλὴ σχηματίζει ἁπλῆ μάνδρα. Τὸ τζαμὶ στὸ κουλιγιὲ τῆς χήρας τοῦ Ala al-Din καὶ βασιλομήτηρος τοῦ Kaykhusraw II,  Khuand Māhperi Khātȗn (κόρης τοῦ ἀρμενίου ἄρχοντα τοῦ Καλοῦ Ὄρους, Alaiye) στὴν Καισαρεία (1237-8)[xi] εἶναι μὶα ὀρθογώνιος αἴθουσα μὲ κιονοστοιχίες σὲ τετραγωνικὸ κάνναβο (9×7) μὲ μικρὸ τετράγωνο αἴθριο στὴν μέση πλευρᾶς δύο μετακιονίων, τὸ ὁποῖο σχηματίζει κλῖτος μέχρι τὸν τροῦλλο τοῦ μιχρᾶβ. Μιὰ δεύτερη μικρὴ αὐλὴ στὴν νότιο γωνία παρὰ τὴν εἴσοδο περιέχει τὸν τάφο της καὶ συνδέεται μὲ τὸν μεδρεσέ.  Τὸ τζαμὶ στὴν Τεφρικὴ (1228-9) ποὺ δημιουργεῖ σύνολο μὲ θεραπευτήριο, εἶναι μία πεντάκλιτη βασιλικὴ: στὸ μεσαῖο κλῖτος διπλοῦ εὔρους ποὺ ὁδηγεῖ ἀπὸ τὸν κεντρικὸ πυλῶνα στὸ μιχρᾶβ  σχηματίζονται ἐκτὸς τοῦ τροῦλλος τοῦ μιχρᾶβ καὶ αἴθριο στὸ κέντρο. Πάντα τὰ τρία ἔχουν τρεῖς εἰσόδους, μία σὲ κάθε πλευρά.

Μέγα τζαμὶ τοῦ Diyārbakir

Khuand Mahperi Khatun küliyesi

Τεφρικὴ, τζαμὶ καὶ θεραπευτήριο

 

[ΒΕΡΒΕΡΙΚΟ ΜΑΓΡΕΒ] Στὸ Μαγρέβ (al-Maghrib, δύση) καὶ τὴν Ἀνδαλουσία ὅπου μετὰ τὸ τέλος τῶν Ὀμευαδῶν, ἄρχουν βερβερικὲς δυναστεῖες, συνεχίζεται ἡ ὀμευαδικὴ παράδοση τοῦ ὑποστύλου τζαμιοῦ σχήματος ταῦ: ὀροφὲς ξυλοστεγεῖς ἐπίπεδες ἢ ἀμφικλινεῖς ἐπὶ τοξοστοιχιῶν πεταλοειδῶν ἢ πολυλόβων ἐνῷ στοὺς τρούλλους γίνεται κοινὴ ἡ χρήση muqarnas. Οἱ σουνιτικὲς βερβερικὲς δυναστεῖες κτίζουν μὲ ζῆλο τζαμιά σὲ μεδίνες: Tinmal τοῦ Μαρόκου (c.426/1035), Ἀλγερι (489/1096), Tlemcen (530/1136). Στὴν Fez τὸ νέο Jami’ al-Qarawiyyin περὶ τὸ 529/1135, ἔδρα τοῦ πρώτου πανεπιστήμιου τῶν Ἰδρισιδῶν, ἔχει αἴθουσα βάθους δέκα κλιτῶν παραλλήλων στὴν qibla, διπλασίου τῆς αὐλῆς. Στὸ Marrakesh τὸ ἀλμοραβικὸ τζαμὶ Kutubiyyia θεμελιώθη τὸ 542/1147 καὶ τὸ 553/1158 προσετέθη πανομοιότυπο ὁπίσω τῆς qibla, ἐνῷ ὁ μιναρές περατώθη τὸ 592/1196. Εἶναι σχήματος ταῦ μὲ ἕνδεκα κλίτη καὶ ἕξ ἁψιδώματα σύν ἑνὸς ἁψιδώματος πρὸ τῆς qibla. Εἶχε μηχανισμὸ ἵνα ἀνεβαίνουν καὶ νὰ ἀποσύρωνται τὰ παραφράγματα τῆς maqṣūra[xii]. Στὴν Σεβίλλη τὸ τζαμὶ εἶναι ἰδίου τύπου μὲ δέκα καῖ ἑπτὰ κλίτη (10+1 ἀψιδώματα) (572/1176), ἐνῷ καὶ τοῦτος μετὰ τὴν Reconquista διεμορφώθη σὲ καθεδρικό. Τέλος, τὸ ἀλμοαδικὸ τζαμὶ στὸ Rabat ὅθεν ἔμεινε ὁ μιναρές, εἶχε 21 κλίτη καὶ 18+3 ἁψιδώματα καὶ δύο μικρότερες αὐλὲς πλευρικῶς. ’Επὶ Μαρινιδῶν ἐκτίσθη στὴν αὐτὴ μεδίνα τὸ Jama’ al-Kharrazin.

 

Jami’ al-Qarawiyyin

Kutubiyyia

Rabat

[ΜΑΜΕΛΟΥΚΟΙ: MADRASA ΚΑΙ ḴĀNAQĀH ΩΣ ΜΑΣΓΙΔΙΑ] Στὴν ἀνατολὴ τὸν ιγ΄ οἱ ἐπιδρομὲς τῶν Μογγόλων καταλύουν ἀφενὸς τὰ τουρκοπερσικὰ σουλτανᾶτα, ἀφετέρου ἡ ἱκανότης τῶν τοῦρκων μαμελούκων τοῦ Μισιριοῦ νὰ ἀντικρούσουν αὐτοὺς μετὰ τοὺς Σταυροφόρους, τοὺς παγιώνει στὸν θρόνο τοῦ Καΐρου καὶ τοὺς δίδει τὴν ἀρχὴ ἐκτὸς τοῦ Μισιριοῦ, ἐπὶ τῶν τριῶν τόπων τοῦ ἰσλάμ. Ἐδέχθησαν τὸν ἀββασίδη χαλιφάτη στὸ Κάιρο καὶ τὸν ἔδωσαν ἔδρα ἐκεῖ μέχρι τὴν πτώση του σουλτανάτου. Ἔτσι ὅπως οἱ Σελζοῦκοι, βλέπουν ἑαυτοὺς ὡς προστάτες τοῦ ἰσλάμ. Στὸ σουλτανᾶτο τῶν Μαμελούκων, ἤδη ἐπὶ Bahri (τούρκων) εὐνοοεῖται ὁ βακουφικὸς θεσμὸς καὶ τὰ οἰκοδομικὰ σύνολα τζαμιοῦ καὶ μεδρεσὲ πρὸς διδαχὴ τῶν Πέντε Στύλων τοῦ Νόμου, καὶ ἔτι μᾶλλον ἐπὶ Burji (κιρκασίων), ἐνῷ προστίθεται καὶ δερβισικὸ ḵānaqāh. Ἡ ὥσμωση ἦταν τέτοια ποὺ τὰ τζαμία καλοῦνται μεδρεσέδες τὶ κἂν ἦταν ἄνευ διδασκαλίας, ἢ οἱ μεδρεσέδες φιλοξενοῦν δερβισικὲς τελετὲς καὶ τὰ ḵānaqāh (δερβίσικα χάνια, τεκκέδες) μαθήματα νόμου. Κάθε μεδρεσές ἔχει καὶ δημοτικὸ σχολεῖο ―kuttab, ὥστε σχεδὸν οὐδεὶς στὸ Κάιρο εἶναι ἀγράμματος τότε, ἐνῷ κτίζονται καὶ κρῆνες ―sabil. Βεβαίως στὰ συμπλέγματα κτίζονται καὶ τὰ μαυσωλεῖα τῶν εὐεργετῶν συνήθως στὴν πλευρὰ τῆς qibla (ἄρα τὸ μιχρᾶβ εἶναι στὸν ἐξωτερικὸ τοῖχο). Ἔτσι, ἀντὶ τῶν μεγάλων τεμενῶν τῶν φατιμιδικῶν πομπών κάθε γειτονιὰ ἔχει πλέον ἱερὸ κτήριο, ἑνίοτε σὺν μὲ κοινωνικὲς χρήσεις. Οἱ μαμελοῦκοι ἱππότες ποὺ συνεδύασαν τὴν ἱππικὴ ἐμπειρία τῆς στέπας μὲ τὴν ἱππικὴ τέχνη τῶν Ἀράβων συνέλεξαν ὡσαύτως στὸ Κάιρο ὁλόκληρη ποικιλία τεχνιτῶν καὶ τρόπων: ἀπὸ προσφύγες τῆς Ἀνδαλουσίας καὶ τῆς Βαγδάτης, τρόπους τῆς ἀραβορρωμαϊκής καὶ τουρκοπερσικῆς  Συρίας καὶ τῆς Ὑπερωξιανῆς μέχρι φραγκικὰ τεχνουργήματα ὡς τρόπαια καὶ σινικὲς πορσελάνες. Ὁ βασικὸς τύπος ποὺ μεταχειρίζονται οἱ Μαμελοῦκοι εἶναι ὁ γνωστὸς στὴν περσικὴ ἀρχιτεκτονικὴ σταυροειδής μὲ τὰ τέσσαρα iwān ποὺ ὅμως ὑπάρχει ἤδη σὲ φατιμιδικὰ παλάτια ὥς εἴδομε καὶ στεγαζόμενος τρέπεται σὲ qā ͑ a. Ὅσον πρὸς τὰ ḵānaqāh, τὸ πρῶτο στὸ Κάιρο εἰσήγαγε ὁ Σαλαδῖνος ὅπως βεβαίως καὶ τοὺς μεδρεσέδες. Ὀ K.A.P. Creswell  ἀντικρούει τὴν ἄποψη τοῦ Max van Berchem ὅτι ὁ σταυροειδὴς μεδρεσὲς προέρχεται ἀπὸ τὴν Συρία τῶν Ἀγιουβιδῶν ὡς Ἀταβέκων τῶν Σελζουκιδῶν τῆς Περσίας, στὴν μελέτη του The Origin of Cruciform Plan of Cairene Madrasas [1923]: οἱ μεδρεσέδες τοῦ Χαλεπίου ἔχουν μία τρίθυρη τρουλλαία αἴθουσα ὡς προσκυνητήριο, ἕνα μόνο iwān καταντίκρυ, καὶ τοὺς κοιτῶνες τῶν μαθητῶν παραπλεύρως. Ἐπίσης πολλοὶ μεδρεσέδες ἱδρύοντο σὲ κατοικίες ὁπότε εἶναι λογικώτερο νὰ ἀνατρέξομε κεῖ ἀντὶ στὰ περσικὰ παραδείγματα. Καὶ μὴν λησμονοῦμε βεβαὶως τὴν σταυροειδὴ διάταξη τῶν χριστιανικῶν ναῶν[xiii].

Al-Zahiya (Creswell 1926)

Ἡ μοναδικὴ σουλτάνα ποὺ κυβέρνησε ποτέ στὸ ἰσλάμ, πρώην σκλάβα καὶ χήρα τοῦ τελευταίου Ἀγιουβίδου σουλτάνου, Sharajat Al-Durr ἔκτισε στὸν μεδρεσέ του τὸ μαυσωλεῖο τοῦ al-Ṣāliḥ Najm al-Dīn. Ὅμως  τὸ πρῶτο μαμελουκικὸ ἱερὸ ἔργο εἶναι τὸ τζαμὶ aẓ-Ẓāhīya τοῦ σουλτάνου al-Ẓāhir Baybars (665/1267-667/1269), τοῦ ὁποίου ὁ K.A.P. Creswell[xiv] ἀνεσύστησε τὸ σχέδιο ἀπὸ τὰ ἐρείπια του: ὑπόστυλο μὲ περιστῷο μὲ δύο παράλληλα κλίτη ἐμπρὸς καὶ τρία πλαγίως καὶ αἴθουσα μὲ ἕξ παράλληλα κλίτη μὲ τρουλωτὴ maqṣȗra  διαστάσεων τριῶν ἐπὶ τριῶν ἁψίδων, ἕνα σελζουκικὸ χαρακτηριστικό. Δηλαδὴ κατελάμβανε τὸ μισὸ βάθος ἐνῷ συνεδέετο μὲ τὴν αὐλὴ διὰ τριῶν καθέτων κλιτῶν. Ὁ ὀγκώδης τοῦτος περσικοῦ ὕφους τροῦλλος ἦταν ξύλινος καὶ καλυμμένος μὲ μάρμαρο ὡς ἡρῷο τῶν νικῶν τοῦ Baybars. Στὶς τρεῖς εἰσόδους διαμορφώνονται πυλῶνες. Στὰ τείχη ἐγκαινιάζεται ἡ μαμελουκικὴ διχρωμία, χαρακτηριστικὸ ποὺ ἀπαντῶμε στὴν Συρία τῶν Ἀγιουβιδῶν καὶ τῶν Ὀμευαδῶν, τὴν πηγὴ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ τὴν ἀναζητήσωμε στὸ ἰουστινιάνειο φυλάκιο τοῦ Ibn Wardan. Τὸ μαυσωλεῖο τοῦ σουλτάνου al-Manṣȗr Qālawȗn στὸ ταφικὸ σύμπλεγμά του βακουφίου του (μὲ μεντρεσέ και θεραπευτήριο ―bīmāristān) κτισθὲν μεταξὺ 683/1284 καὶ 684/1285) εἶναι τετράγωνο μὲ τὸ κενοτάφιο στὸ κέντρο, ὁκταγωνικὸ περίστυλο ποὺ στηρίζει τὸν τροῦλλο, καὶ μιχρᾶβ. Ἔχει καὶ μικρὸ προαύλιο μὲ περίστῳο. Στὴν ἀντίθετη, δεξιὰ πλευρὰ τῆς εἰσόδου κεῖται ὁ μεδρεσές μὲ αὐλὴ τεσσάρων ἀνομοίων īwān καὶ μεταξύ τῶν οἱ κοιτῶνες τῶν σπουδαστῶν. Τὸ īwān στὴν πλευρὰ τῆς qibla εἶναι βαθὺ ἵνα ἔχει χρήση προσκηνητηρίου καὶ διαμορφώνεται ὡς τρίκλιτη βασιλικὴ μὲ μιχρᾶβ πρὸς τὴν πλευρὰ τοῦ δρόμου.  Βλέπομε ἀκριβῶς πῶς τὸ μαυσωλεῖο καὶ ὁ μεδρεσές ἔχουν χρήση μασγιδίου, ἐνῷ παραδίδοντο μαθήμα καὶ ἐντὸς τοῦ μαυσωλείου. Πρέπει νὰ φαντασθῶμε ὅτι οἱ ἀναγνώστες ἀπήγγειλαν τὸ Κοράνι στὶς βαθειὲς θυρίδες ἐπὶ τῆς ἀγυιᾶς, ὀπίσω τῶν σιδηρῶν κιγκλιδωμάτων[xv]. Ὁ ὑγιός του al-Nāṣir Muḥamad ὑπήρξε τῶν μειζόνων κτιτόρων σουλτάνων. Στὴν δευτέρα βραχύβια περίοδο τῆς διακυβέρνησής  του περάτωσε τὸ 1303 μεδρεσέ ὅμορο τοῦ συμπλέγματος τοῦ πατρός του ποὺ εἶχε θεμελιώσει σὺν μὲ μαυσωλεῖο στὴν ἴδια διανομὴ μὲ τοῦ Qālawȗn, ὁ  al-ˁĀdil Katburghā. Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ γοτθικὸ θύρωμα ἐκκλησίας τῆς Ἄκρας. Κατὰ τὴν μεγάλη περίοδο ποὺ ἦρχε, ὁ al-Nāṣir Muḥamad θεμελίωσε τὸ 1318 (ἀνύψωσε τὴν στέγη τὸ 1335) τζαμι ἐπὶ τῆς ἀκρόπολης τοῦ Σαλαδίνου― Qalaˁat, γουλά, ἐπὶ παλαιτέρου, διὰ τὸν σουλτᾶνο καὶ τὸν στρατό του, στὸ ὕφος ἐκείνου τοῦ Baybars μὲ τρουλωτὴ maqṣȗra στὰ τρία παράλληλα κλίτη ἐπὶ τῆς qibla μὲ μόνον ἕνα ἐπιπλέον ὅμως ἐπὶ τῆς αὐλῆς. Ἰδιαίτεροι εἶναι κατάκοσμοι κρομμυοειδεῖς μιναρέδες κάποιου τεχνίτου τοῦ Tabrīz. Ὁ ἀμιρᾶς του, Sanjar al-Jawlī ἔκτισε διπλοῦν μαυσωλεῖο καθὼς ἤθελε νὰ μνημονεύσῃ καὶ τὸν φίλο του ἀμιρᾶ Salār, μὲ ḵānaqāh-madrasa. Ὁ σφετεριστὴς τοῦ al-Nāṣir Muḥamad, Baybars al-Jashankīr ἔκτισε ḵānaqāh μὲ μαυσωλεῖο, στὴν τυπικὴ διανομή, αὐλὴ μὲ τέσσαρα īwān τῶν ὁποίων τὸ ἕνα ἔχει μιχρᾶβ καὶ βεβαίως τρουλλωτό μαυσωλεῖο μὲ μιναρέ. Τὸ καθίδρυμα τοῦ ἀμιρᾶ Sunqur al- Saˁdī περιελάμβανε ribāṭ (γυναικεῖο μοναστήρι). Ἐκτὸς τῶν κρατικῶν ἀξιωματούχων ὑπάρχει (κατὰ τὴν ἐπιγραφή του) zāwiyah, ὀνομασία συνώνυμος μὲ τὸ ḵānaqāh ὅταν αὐτὸ κτίζεται ὑπὸ σεΐχη σουφικοῦ τάγματος, τοῦ Zayn al-Dīn Yusuf, στὸ νεκροταφεῖο νέρθε τῆς ἀκρόπολης. Παρόμοιος τύπος μὲ τὰ προηγούμενα, τὸ μαρτύριο κεῖται στὸ τεταρτημόριο τῶν δύο īwān, ἔτσι ὥστε τὰ δύο μιχρᾶβ νὰ εὑρίσκονται ἐφεξῆς ἐπὶ κοινοῦ τοίχου (NA). Τρίτο μαμελουκικὸ τζαμὶ εἶναι τοῦ ἀμιρᾶ Alṭinbughā al-Māridānī (1340) ποὺ ἦταν πιγκέρνης τοῦ ἀλ-Νασίρ καὶ κατόπιν γαμβρός του καὶ διοικητὴς τοῦ Χαλεπιοῦ. Ἔχει κίονες μὲ κορινθιακὰ κιονόκρανα παλαιτέρων μνημείων ἐνῷ ὁ μιναρές τοῦ εἶναι ἀπὸ βάσης ὁκταγωνικὸς μὲ περίπτερο στὴν κορυφὴ ἀντὶ mabkara. Ἴδιον εἶναι ἐπίσης τὸ ὅτι ἡ αἴθουσα διαχωρίζεται τῆς αὐλῆς μὲ mashrabiya ποὺ κλείνουν τὰ μετακιόνια. Δύο μικρὰ τζαμιὰ ἀμιρᾶδων ἀκόμη, τοῦ Aqsunur (1347) γαμβρὸ τοῦ ἀλ-Νασίρ καὶ τοῦ Shaykhȗ (1349) ἱσχυρὸ ἀξιωματοῦχο τοῦ σουλτάνου Ḥasan, ἕχουν μαυσωλεῖα. Τὸ καθίδρυμα τοῦ ἀμιρᾶ Aqsunur στὶς ἀρχὲς τοῦ ιε΄ αἰ. ἔχασε τὰ βακουφικὰ κτήματα στὴν Συρία καὶ ἔτσι ἔκτοτε ἄνοιγε μὸνον Παρασκευές καὶ σπανίως μέχρι ποὺ κατὰ τὴν ὀθωμανικὴ περίοδο (1632) ἄλλος ἐμίρης τὸ έπισκεύασε.    Τὸ τζαμὶ τοῦ Shaykhȗ ἔχει δύο καταντίκρυ αἴθουσες, ἡ μία τῆς προσευχῆς χωρὶς τροῦλλο καὶ ἡ ἀλλὴ ὅπου εἶναι ἡ κυρία εἴσοδος. Τὸ μαυσωλεῖο κεῖται στὴν κυρία ὁδὸ ὅθεν ὑπάρχει ἄλλη εἴσοδος παραπλεύρως τοῦ τζαμιοῦ. Ἕξ χρόνια ἀργότερο ἔκτισε ḵānaqāh ἀντιπέρα τῆς κυρίας ὁδοῦ, ὅπου καὶ προτίμησε νὰ ταφῆ παρὰ στὸ μαυσωλεῖο του. Αὐτὸ ἔχει μεγάλη κόγχη προσευχῆς σὰν τζαμί, βάθους τριῶν κλιτῶν ἐνῷ στὶς ἄλλες δύο πλευρὲς ἔχει κοιτῶνες τριῶν ὀρόφων, κάτι ποὺ γίνεται σύνηθες στὰ μαμελουκικὰ μνημεῖα. Λουτρά, μαγαζιὰ καὶ ἐνδιαιτήματα κάλυπταν τὸ ὑπόλοιπο οἰκοδομικὸ τετράγωνο ἵνα πορίζουν τὸ ἵδρυμα. Τῶν πλέον γνωστῶν ἰσλαμικῶν μνημείων εἶναι τὸ τζαμὶ το σουλτάνου Ḥasan, πράγματι μεδρέσες μὲ μαυσωλεῖο ποὺ ἐπεῖχε κύρος τζαμιοῦ. Ἐπὶ πλατείας νέρθε τῆς ἀκρόπολης, γιγαντιαῖο (ἐμβαδου περὶ τὰ 150×68 μέτρα και ὕψους 36) δαπάνης ἑνὸς ἑκατομμυρίου διράμ, ἐκτίσθη πρὸς στέγαση τετρακοσίων μαθητῶν τὸ 757/1356 ἐντὸς τριῶν ἐτῶν. Τὴν δυτικὴ πλευρὰ κατελάμβανε σύμπλεγμα μαγαζιῶν πρὸς πορισμὸ τοῦ βακουφίου. Τὸ κυρίως κτήριο ἀποτελεῖται ἀπὸ τετραγωνικῆς αὐλῆς (περὶ τὰ 40×40 μ.) μὲ κεντρικὸ φρέαρ καὶ τέσσερα īwān. Διὰ σκολίου θυρωρείου εἰσέρχεταί τις τοῦ νοτιοδυτικοῦ īwān καταντίκρυ τοῦ īwān προσκύνησης, τὸ μεγαλώτερο τοῦ ἰσλάμ, μεγαλώτερο ἀκόμη καὶ τῆς Κτησιφῶνος. Ὄπισθε τούτου κεῖται τὸ τρουλλωτὸ μαυσωλεῖο ―σπανία διάταξη, μὲ δεύτερο βεβαίως μιχρᾶβ. Τὶς γωνίες του κτηρίου μεταξὺ τῶν īwān καταλαμβάνουν τέσσερις μεδρεσέδες, ἕνας διὰ κάθε maḏhab ―δόγμα, καθὼς ὀ Baybars εἶχε ἐπιτρέψει νὰ διδάσκωνται καὶ τὰ τέσσερα:  Ḥanafī (Ν) ―ποὺ ἐτήρουν κυρίως οἱ Μαμελούκοι, Shāfiˁī (Α) ―ποὺ ἐτήρουν οἱ Ἀγιουβίδες, Ḥanbalī (Β), Mālikī (Δ). Κάθε μεδρεσές ἔχει μικρὴ αὐλή (περὶ τὰ 10×10 μ.) μὲ īwān προσευχῆς καὶ τέσσερις ὀρόφους κοιτώνων. Πλείστοι αὐτῶν εἶχαν ἀβιτώριο. Ἡ πρωτοτυπία τοῦ κτηρίου εἶναι ὅτι τὰ δωμάτια ἀναπέπτανται πρὸς τὰ ἔξω ἀντὶ στὴν αὐλὴ ὅπου δεσπόζουν τὰ τέσσερα īwān. Στὸν σύγχρονόν του μεδρεσέ καὶ μαυσωλεῖο τοῦ ἀμιρᾶ Ṣarghitmish τὰ δωμάτια ἀναπέπτανται καὶ στὴν αὐλὴ καὶ ἔξω [xvi].  Ὁ μεδρεσές καὶ ḵānaqāh μὲ μαυσωλεῖο τοῦ πρώτου κιρκασίου σουλτάνου al-Ẓāhir Barqȗq (1384-1386) εἶναι πάλιν αὐλὴ μὲ τέσσερα īwān καὶ ἑκατέρωθε τοῦ βαθυτέρου τρικλίτου īwān προσευχῆς ἐπὶ τῆς ὁδοῦ κεῖται τὸ μαυσωλεῖο μὲ τὸν μιναρὲ καὶ ὁ πυλὼν τῆς εἰσόδου. Καθὼς ὁ σουλτᾶνος ἐπεθύμει νὰ ταφῇ παρὰ τοὺς τάφους τῶν σούφι σεΐχηδων στὴν βόρειο νεκρόπολη, ὁ ὑγιὸς καὶ διάδοχός του Faraj, ἔκτισε μεταξὺ 1400 καὶ 1411 ḵānaqāh σχεδὸν τετράγωνο καθὼς δὲν εἶχε τοὺς περιορισμοὺς τοῦ ἀστικοῦ ἱστοῦ, καὶ σὲ μορφὴ ὑποστύλου τζαμιοῦ: ἡ αἴθουσα προσευχῆς ἔχει 3×6 πεσσοὺς σὲ τετραγωνικὸ κάνναβο καὶ τὰ δύο μαυσωλεῖα ἑκατέρωθε. Παραπλεύρως ὑπάρχουν μονὲς στοὲς μὲ κοιτῶνες ποὺ ἐπαναλαμβάνονται σὲ ὀρόφους ποὺ σήμερα ἀπουσιάζουν. Καταντίκρυ τῆς αἰθούσης προσευχῆς κεῖται μικροτέρα αἴθουσα μὲ 3×4 πεσσούς. Ὅμως τὸ τελευταῖο ὑπόστυλο τζαμὶ στὸ Κάιρο εἶναι τοῦ σουλτάνου al-Muˀayyad  (1416-1421) ποὺ ἔκτισε ὡς μεδρεσὲ διὰ τὰ τέσσαρα δόγματα καὶ ḵānaqāh (παρότι δὲν συμπληρώθησαν οἱ κοιτῶνες), μὲ δύο μαυσωλεῖα (τὸ ἕνα μὲ ἀνολοκλήρωτο τὸν τροῦλλο) ἑκατέρωθε τῆς τρίκλιτης αἰθούσης προσευχῆς. Τὸ σύμπλεγμα περιελάμβανε καὶ θεραπευτήριο μὲ πυλῶνα pishtaq. Ὁ al-Ashraf Barsbāy, ὁ λεγόμενος ἔμπορος σουλτᾶνος ποὺ κέρδισε τὸ μονοπώλιο του ἐμπορίου τῆς Μεσογείου διὰ μείωσης δασμῶν, ἤλεγξε τὸ ἐμπόριο τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης, καὶ μετρίασε κάπως τὶς καταστροφικὲς συνέπειες στὴν γεωργία τῆς ἐπιδημίας πανώλης τοῦ 1430, ἔκτισε ἐπίσης στὴν νεκρόπολη τὸ μαυσωλεῖο μὲ μεδρεσὲ ḵānaqāh δεκαεπτὰ μαθητῶν τὸ 835/1432, ἐνῷ εἶχε κτίσει ἤδη παρόμοιο κτήριο τὸ 828/1425 στὴν ἀγορὰ ἤλεκτρου ˁAnbariyyīn, ἀλλὰ ἑξήντα μαθητῶν καὶ τῶν  τεσσάρων δογμάτων. Τοῦτο εἶναι κατὰ τὴν τυπικὴ διανομὴ αὐλῆς τεσσάρων īwān μὲ τὴν εἴσοδο καὶ τὸ μαυσωλεῖο ἑκατέρωθε τοῦ προσκυνητηρίου ἐπὶ τῆς ὁδοῦ. Το μαυσωλεῖο ἀντὶ μιχρᾶβ ἔχει θυρίδα. Ὁ τροῦλλος εἶναι ὑψίκορμος μὲ ἔμπλεκτα ἀστέρια, ἐνῷ ἤδη ἀπὸ τοῦ σουλτάνου Faraj τὰ τύμπανα μεταξὺ τῶν λοφίων σχηματίζουν ἀετώματα.

Al-Qalawyn

Τζαμὶ τοῦ al-Nāṣir

διπλοῦν μαυσωλεῖο καὶ μεδρεσές τοῦ Al-Jawli (Creswell)

khanaqah τοῦ Baybars al-Jashankīr

Τζαμὶ τοῦ Shaykhȗ

zāwiyah τοῦ Sunqur al- Saˁdī

Μεδρεσές καὶ τζαμὶ τοῦ σουλτάνου Ḥasan

ταφικὸ σύμπλεγμα σουλτάνου Barqȗq

khanaqah σουλτάνου Faraj

Τζαμὶ τοῦ Al-Muayyad

[QĀˀA ΑΝΤΙ ΑΥΛΗΣ] Τοῦτος ὁ κλασικὸς ῥυθμὸς τῶν Μαμελούκων μὲ ῥαδινὲς ἀναλογίες καὶ ὄχι πλέον γιγαντιαίων διαστάσεων παγιώνεται στὸ μαυσωλεῖο καὶ μεδρεσὲ τοῦ σουλτάνου καὶ μεγάλου οἱκοδομικοῦ πάτρωνα (85 συνολικῶς ἔργα σὲ πᾶσα τὴν ἐπικράτεια), al-Ashraf Qāytbāy στὸ σύμπλεγμά του (1470-1474) στὴν βόρειο νεκρόπολη. Συντάσσεται μὲν πέριξ αὐλῆς μὲ τέσσαρα īwān, ἡ αὐλὴ δε εἶναι στεγασμένη μὲ ξύλινο τροῦλο ὡς qā ͑ a, ἐνῷ τὰ πλευρικὰ īwān εἶναι μικρά. Ἀντιθέτως, τὸ īwān τῆς qibla καὶ τὸ καταντίκρυ εἶναι βαθύτερα καὶ εὐρύτερα, καὶ ἔχουν παράθυρα πρὸς τὰ ἔξω. Ὁ πυλὼν τῆς εἰσόδου εἶναι παρὰ τὸ īwān τῆς qibla καὶ κοινωνεῖ μὲ τῆν αὐλὴ διὰ σκολίου διαδρόμου. Ὅμως εἶναι ἐπὶ τοῦ καθέτου τοίχου καθὼς στὴν γωνία σχηματίζεται sabil (κρήνη) μὲ ὔπερθε ἠλιακωτό (loggia), τὸ kuttab (σχολεῖο), ὅπως εἶναι τυπικὸ στὸ μαμελουκικὸ Κάιρο (ἤδη στὸ ḵānaqāh τοῦ Faraj). Στὴν ἄλλη πλευρὰ τῆς εἰσόδου ὑψοῦται ὁ μιναρές. Ἀντίπερα τοῦ īwān τῆς qibla εἶναι τὸ τρουλλωτὸ μαυσωλείο. Τὸ σύμπλεγμα εἶχε καὶ διαμερίσματα (ˁrab) πού, πλῆν τοῦ πυλῶνα, δὲν σῴζονται.  Πιθανῶς λειτουργοῦσε ὡς τζαμὶ καὶ ὄχι ὡς μεδρεσές, καίτοι ἐκαλεῖτο οὕτως. Μεδρεσὲ ἄλλωστε ἔχει φτειάξει στὴν γειτονία Qalˁat al-Kabsh καὶ sabil-kuttab στὴν ὁδὸ Ṣalība. Ἄλλα τζαμιὰ μετὰ μαυσωλείου παρομοίου τύπου εἶναι τοῦ ἀμιρᾶ Qijmas alIsḥāqī (1479-1481), τοῦ ἀμιρᾶ τοῦ σουλτάνου al-Ghȗrī, Qānibāy (908/1503-4) στὸ σύμπλεγμά του al-Rammāh μὲ sabil-kuttab, βιβλιοθήκη καὶ δικέφαλο μιναρέ, ὁ μεδρεσὲς καὶ ḵānaqāh τοῦ ἰδίου τοῦ σουλτάνου al-Ghȗrī καὶ τὸ μαυσωλεῖο του ἀπέναντι, στὸ σύμπλεγμά του al-Ghuriyya (908/1503-4). Ἀμφότερα ἔχουν qā ͑ a ὅπως καθίσταται τὴν ἐποχὴ τούτη, στὸ δεύτερο μικροτέρα, καθὼς ὑπερέχει τὸ μαυσωλεῖο. Τὸ πρῶτο ἔχει βεβαίως sabil-kuttab. Ὁ σουλτᾶνος δὲν ἐτάφη στὸ μαυσωλεῖο καθὼς πέθανε μαχόμενος τοὺς Ὀθωμανούς στὸ Χαλέπι καὶ δὲν εὐρέθη τὸ πτῶμα του. Τὸ ταφικὸ σύμπλεγμα τοῦ ἀμιρᾶ Qurqumās εἶναι ἀντίγραφο τοῦ Qāytbāy μὲ ἐπιπλέον maqˀad (loggia τῶν καϊρινῶν σπιτιῶν) ποὺ ἀναπέπταται πρὸς τὴν νεκρόπολη, ἐνῷ τὸ βακουφικὸ καταστατικὸ τὸ ἀναφέρει ὡς qaṣr. Πολλοὶ πάτρωνες κατὰ τὶς νηστεῖες διέμεναν στὰ μαυσωλεῖα. Ὁ ἀμιρᾶς Khayrbāk ποὺ πρόδωσε τὸν al-Ghȗrī ὡς ἔπαρχος Χαλεπίου, ἔγινε ἅμα μὲ τὴν ὀθωμανικὴ κατάκτηση πρῶτος διοικητὴς τοῦ ἐγιαλετίου, καὶ ἔκτισε καὶ αὐτὸς μεδρεσέ σὺν μνημείῳ τὸ 926/1520-1: ἔχει ἀκανόνιστο σχῆμα καὶ ὁ τοῖχος τῆς qibla τοῦ μαυσωλείου καὶ τοῦ μεδρεσὲ δὲν εἶναι παράλληλοι. Ἡ αἴθουσα δὲν εἶναι ἀκριβῶς qā ͑ a καθὼς ἐπὶ Qāytbāy εἶχε ἀρχίσει νὰ λείπῃ ἡ ξυλεία ποὺ εἰσάγετο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, καὶ ἔτσι στεγάζεται μὲ σταυροθόλιο μὲ φωταγωγό[xvii]. Ἡ αἴθουσα σχηματίζει δύο βεβαίως īwān ἀλλὰ τὸ μιχρᾶβ κεῖται στὸν παράπλευρο τοίχο στὸν κεντρικὸ χῶρο dūrqā ͑ a, ἐνῷ ἡ πρόσβαση ἀπὸ τὴν εἴσοδο καὶ πρὸς τὸ μαυσωλεῖο γίνεται ἀπὸ τὰ δύο īwān ἀντιστοίχως.

σύμπλεγμα τοῦ Qāytbāy

Μαυσωλειο καὶ μεδρεσές al-Ghȗrī

Μεδρεσές τοῦ Khayrbāk

[ΙΡΑΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΑΝ: CHAHAK SUFFET, JAMAˀAT KHANEH] Οἱ Μογγόλοι τοῦ Οὑλαγκοῦ Χᾶν κατέσκαψαν καὶ κατέσφαξαν τὴν Βαγδάτη καὶ ἄλλες ἰσλαμικὲς πόλεις, ἀλλὰ ἀφοῦ ἵδρυσαν τὸ Ἰλχανᾶτο, ὁ δισέγγονος αὐτοῦ Γαζᾶν Χᾶν χρισμένος Νεστοριανός, ἠσπάσθη τὸ ἰσλάμ, καὶ μὲ τὸν Ἐβραῖο βεζίρη του Rashīd al-Dīn Ṭabīb ἀνέστησαν οἰκονομικῶς τὸ Ἰράν. Τὸ κράτος ὅμως διελύθη στὰ μέσα του ιδ΄ αἰ. βοηθούσης τῆς πανώλης, σὲ διάφορες δυναστεῖες μέχρι τὶς κατάκτησεις τοῦ τουρκομογγόλου ἀμιρᾶ Τιμοὺρ τοῦ ΧωλοῦΤαμερλάνου. Καὶ τοῦτο τὸ κράτος σύντομα διελύθη:  τὸν ιε΄ αἰ. δυσμὰς ἄρχουν οἱ τουρκμένοι Μαυροπροβατᾶδες ―Qara Qoyunlu καὶ Λευκοπροβατᾶδες ―Āq Qoyunlu, ἀνατολὰς (Τουρᾶν ἤτοι Σογδιανὴ ἢ Ὑπερωξιανή) οἱ διάδοχοι τοῦ Ταμερλάνου, τοῦρκοι Τιμουρίδες ποὺ τὸν ιϛ΄ αἰ. θὰ ἱδρύσουν κράτος στὸ Ἰνδουστᾶν καὶ θὰ ὀνομασθοῦν παρὰ τοῖς Εὐρωπαίοις Mughals. Καθὼς οἱ νέες τουρκικὲς δυναστεῖες θέλουν ὅπως καὶ οἱ παλαίτερες νὰ ἐμφανίζουν ἑαυτὲς προστάτες τοῦ ἰσλὰμ ἀλλὰ καὶ εὐεργέτες ποικιλίας ὑπήκοων ἐθνῶν, ὁ ιε΄ εἶναι αἰὼν ἀρχιτεκτονικῆς ἀκμῆς καὶ ἀνακαίνωσης τοῦ περσικοῦ ῥυθμοῦ. Τὸ τζαμὶ τῆς Σαμαρκάνδης Bibi Khanum (801-808/1398-1405) ποὺ ἔκτισε ὁ Τιμοὺρ μὲτα τὴν νικηφόρα ἐκστρατεία του στὸ Ἰνδουστἀν, συντάσσεται πέριξ αὐλῆς μὲ σταυροειδῆ īwān: τὸ πρόπυλο στὴν δυτικὴ πλευρά (στοὺς ἀντίποδες τῆς qibla) σχηματίζεται ἔξωθε μὲ μνημειώδη πυλῶνα pishtaq μὲ īwān, συμμετρικοὺς μιναρέδες καὶ μικρότερο īwān στὸ τυμπάνο ποὺ συνεχίζει σὲ īwān ἐπὶ τῆς αὐλῆς. Τὸ μιχρᾶβ κεῖται ἐντὸς τρουλλωτῆς τετραγωνικῆς αἰθούσης μὲ īwān καὶ ζεύγος μιναρέδων ἐπὶ τῆς αὐλῆς. Ἡ ἴδια δομὴ ἐπαναλαμβάνεται σὲ μικρότερο μέγεθος στὰ παράπλευρα īwān. Τὸ ὑπόλοιπο τῶν πλευρῶν μεταξὺ αὐτῶν εἶναι ὑπόστυλο. Ἄλλοι τέσσαρες μιναρέδες ὑψώνονται στὶς γωνίες τοῦ περιβόλου. Ἐλαφρῶς παρόμοιο εἶναι τὸ τζαμὶ τῆς Βουχάρα Kalyan ποὺ ἀνακαίνισε ὁ Τιμούρ: μᾶλλον παραδοσιακό, μόνο στὸ μιχρᾶβ ἔνι gunbad καὶ τὸ πρόπυλο σχηματίζεται μὲ ἀντίνωτα īwān. Καὶ στὰ δύο ἔχουν ἐξαφανισθῆ οἱ κιονοστοιχίες. Ἄλλο μεγὰλο τζαμὶ εἶναι τοῦ Mashhad (819/1416-821/1418) ποὺ ἔκτισε ἡ βασιλικὴ σύζυγος Gawharšād στὸ σύμπλεγμα τοῦ σχιιτικοῦ ἱεροῦ τοῦ Emām Rezā, μὲ μνημειῶδες īwān-maqsura (πάντοτε μὲ συμμετρικοὺς μιναρέδες) παραδοσιακὸ περσικὸ στοιχεῖο ὅπως τὸ ἀπαντῶμε στὸ παλαίτερο τζαμὶ τῆς Herāt ἀνακαινισμένο ὑπὸ τοῦ συζύγου της Šāhrokh. Μικρότερο τοῦ ἰδίου τύπου εἶναι τὸ τζαμὶ τῆς Ziyaratgah  (887/1482-889/1485)  μὲ παράπλευρες στοὲς διπλὲς καὶ τῆς qibla βάθους πέντε ἁψιδωμάτων μὲ τὴν τελευταία νὰ εἶναι μεταξὺ τρούλου καὶ μιχρᾶβ συμπίπτουσα μὲ τὴν ἀξονικὴ κόγχη τοῦ gunbad. Ἀκομη μικρότερο εἶναι τὸ τζαμὶ τῆς Ghurian τοῦ τέλους τοῦ ιε΄ αἰ. μὲ μονὸ περίστῳο, ἑνῷ οἱ παράπλευρες κόγχες τοῦ gunbad ἐπεκτείνονται σὲ ὅλο τὸ εὖρος τοῦ τζαμιοῦ σὰν τὸ παράλληλο κλῖτος τῶν παραδοσιακῶν τζαμιῶν καὶ σὰν τὸ garm ḵāneh. Τὸ τζαμὶ τῆς Τασκένδης (1451) ἔχει ἁπλοῦν περίστυλο χωρὶς īwān πλὴν τοῦ gunbad στὴν qibla. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ ἴδιον τοῦ τιμουριδικοῦ τζαμιοῦ εἶναι ἡ αὐτονόμηση τοῦ τρούλλου ὕπερθε τῆς maqsura ὡς gunbad, ἡ μορφὴ τοῦ μαυσωλείου ἢ μαρτυρίου ποὺ εἶναι ἡ πλέον συνήθης.

Bibi khanum τζαμῖ στὴν Σαμαρκάνδη

Τζαμὶ τῆς Bukhara

Τζαμὶ τῆς Herat

Τζαμὶ τῆς Τασκένδης

 

 

προσκύνημα τοῦ Zengi Ata στὴν Τασκένδη

Προσκύνημα Emam Reza

Πράγματι τὸ κτήριο ποὺ δίδει τὸν τόνο τῆς τιμουριδικῆς ἀρχιτεκτονικῆς εἶναι τὸ οἰκογενειακὸ ταφικὸ σύμπλεγμα τοῦ Τιμούρ, τὸ Gur-i Amir. Συντάσσεται πέριξ τετραγωνικοῦ προαυλίου μὲ κεντρικὸ πυλῶνα καὶ τέσσαρες μιναρέδες στὶς γωνίες. Στὰ δεξιὰ τῆς εἰσόδου στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ εἶναι ὁ μεδρεσές: ἀπὸ τὰ ἴχνη τῶν θεμελίων ἀναγνωρίζομε αὐλὴ μὲ δύο ἀξονικὰ īwān, τὸ ἕνα ἡ εἴσοδος, πλευρικοὺς κοιτῶνες ἐνῷ στὶς γωνίες ὑπάρχουν τέσσαρες τρουλλαῖες τετράγωνες αἴθουσες, πιθανὸν ἀναγνωστηρίου, μασγιδίου κτλ. Στὰ ἀριστερὰ τῆς εἰσόδου καταντίκρυ τοῦ μεδρεσέ εἶναι τὸ ḵānaqāh, μία τετράγωνη αἴθουσα μὲ τέσσαρες κόγχες. Τέλος καταντίκρυ τῆς εἰσόδου εἶναι τὸ μαυσωλεῖο, ἕνα δικελυφωτὸ gunbad μὲ ὑψίκορμο ἐξωτερικὸ τροῦλλο καὶ īwān στὴν εἴσοδο. Ὁ ἐσωτερικὸς τετράκογχος χῶρος, τυπικὸς στὴν τιμουριδικὴ ἀρχιτεκτονικὴ ὀνομάζεται chahak suffeh. Ὡς τάφος, gur khāneh. Οἱ θυρίδες τοῦ τρούλλου εἶναι στὴν βάση ὥστε νὰ φωτίζουν τὸν ἐσωτερικὸ τροῦλλο. Ἐκεῖνες ποὺ εὑρίσκονται ὑψηλότερα ὥστε νὰ φαίνωνται ἔξωθε  εἶναι διακοσμητικές. Ὁ ἐγγονός του Ulugh Beg  (Uluğ Bey) ἐκτισε διάδρομο ―ghurfah ὥστε ἡ εἴσοδος τοῦ μαυσωλείου νὰ εἶναι ἔναντι τοῦ μιχρᾶβ καὶ ὄχι στὸν ἄξονα τῆς κεντρικῆς εἰσόδου. Τὰ τιμουριδικὰ μαυσωλεῖα ἔχουν κρύπτη ―sardabeh, ὅπου εὑρίσκονται οἱ τάφοι, προσβάσιμη ἀπὸ πλευρικὸ θάλαμο. Ἔνι πλῆθος μνημείων στὸ τύπο τοῦ gunbad ποὺ ἔχουν  ταξινομήσει οἱ Lisa Golombek καὶ Donald Wilber στὸ The Timurid Architecture of Iran and Turan [1988], εἴτε ὡς μαυσωλεῖα ἀξιωματούχων (ποὺ δὲν εἶναι μασγίδια ὅπως στοὺς μαμελούκους) εἴτε ὡς ἱερά: τετράγωνα (πχ. προσκύνημα τοῦ Shahzadez Zayd al-Kabir στὴν Abhar, μαυσωλεῖο τοῦ Kaldirgach Bey στὴν Τασκένδη), σταυροειδῆ (πχ. μαυσωλεῖο  Shakir Aqa στὸ Bala Khani), σταυροειδῆ ἐγγεγραμμένα (πχ. μαυσωλεῖο Shirvan Shahs στὸ Baku) ἑξάγωνα (π.χ. προσκύνημα τοῦ Imamzadeh Kamal al-Din στὴν Haydariyyah), ὁκτάγωνα (πχ. προσκύνημα τοῦ Chavar Imamzadeh στὴν Qumm) ἢ δωδεκάγωνα (πχ. προσκύνημα τοῦ Khvajeh Imad al-Din στὴν Qumm). Τοῦτα δύνανται νὰ ἔχουν pishtaq (πχ. ὁκταγωνικὸ προσκύνημα τοῦ Imamzadeh Mir Sayyid στὸ Afushteh) ἢ δεύτερο μικρὸτερο τρουλλαῖο θάλαμο ὀπίσω ποὺ εἶναι τὸ νεκροτάφιο ―hazirah, ἑνῷ ὁ μεγάλος εἶναι ὁ προθάλαμος ―ziyarat khaneh (προσκύνημα τοῦ Khvajeh Akasheh στὴν Bakhl, προσκύνημα τοῦ Zengi Ata στὴν Τασκένδη, μαυσωλεῖο Shah-i Zindeh στὴν Σαμαρκάνδη). Συνήθως τὸ μαυσωλεῖο ἐντάσσεται σὲ βακουφικὸ σύμπλεγμα, στὴν γωνία, ὅπως στοὺς Μαμελούκους. Τὸ μαυσωλεῖο τῆς Gawharšād στὸ οἰκοδομικό της συμπλεγμὰ musalla στὴν Herāt εἶναι, μὲ τοὺς μιναρέδες, ὅ τι ἀπέμεινε κατόπιν βομβαρδισμοῦ τῶν Βρεταννῶν τὸ 1885 κατὰ τὴν ρωσοβρεταννικὴ κρίση τοῦ Panjdeh. Ἐπίσης τὸ μαυσωλεῖο δύναται νὰ λάβῃ ἐπιπλέον θαλάμους καὶ αἴθουσες πέριξ ἐνῷ στὸ ὅλον ἐπιβάλλεται ὁ ὑψίκορμος τροῦλλος καὶ τὸ pishtaq (īwān ὡς πυλών) ὅπως εἶναι τὸ περίφημο Ishrat Khaneh τὸ ταφικὸ μεμόριο τῶν τιμουριδῶν δεσποινῶν. Τὰ ἱερὰ δύναται νὰ ἀναπτύσσονται ὡς σύμπλεγμα μὲ τζαμί, μεδρεσέ καὶ ḵānaqāh ὅπως τοῦ Emām Rezā. Στὴ Gazurgah στὸ  προσκύνημα τοῦ Khvajeh Abdullah Ansari ποὺ ἔκτισε ὁ Τιμοὺρ ὁ τάφος περικλείεται μὲ αὐλὴ μὲ τέσσερα σὲ σταυροειδὴ σύνταξη īwān μὲ ἁψιδωτὸ τοῦ μιχρᾶβ. Τὸ Mazar-i Khwaja Ahmad Yasavi δηλαδὴ τὸ ἱερὸ τοῦ σοῦφι διδασκάλου (khvajeh, χότζα) καὶ ποιητοῦ Ahmad Yasavi εἶναι τὸ πρῶτο δεῖγμα τοῦ τιμουριδικοῦ ὕφους ποὺ ἔκτισε ὁ ἴδιος ὁ Τιμοὺρ στὸ Τουρκεστᾶν, μὲ τεχνῖτες διαφόρων ἰρανικῶν πόλεων ὅπως λιθουργοὺς καὶ  τοῦ Ισπαχᾶν καὶ ψηφοθέτες τῆς Σιρᾶζ. Ἔχει pishtaq μὲ δίδυμους μιναρέδες καὶ μικρότερα ἀντίνωτα īwān ὡς εἴσοδο σὲ κεντρικὸ τετράγωνο προθάλαμο ―ziyarat khāneh ἢ αἴθουσα συναγωγῆς ―jamaˀat khāneh, τρουλλωτό (18.2 μέτρα ἢ 59.7 ft διάμετρος τρούλλου) ποὺ ὀνομάζεται Kazanlik (χάλκινη αἴθουσα). Ἑξῆς κατὰ τὸν ἄξονα πρὸς τὴν qibla (ΝΔ) καὶ κατόπιν συμμετρικοῦ πρὸς τῆς εἰσόδου īwān, κεῖται gur khāneh (τρουλλωτὸς οἶκος), τὸ hazirah τοῦ χότζα μὲ τὴν σαρκοφάγο στὸ κέντρο ὡς τετράγωνο chahak suffeh μὲ ὑψίκορμο τροῦλλο. Ἀριστερὰ εἶναι ἄλλο chahak suffeh ποὺ ἔχει χρήση προσκυνητηρίου ―μασγιδίου, ἐνῷ δεξιὰ εἶναι ὀρθογωνικὴ αἴθουσα μὲ κόγχες πρὸς συναγωγή ―jamaˀat khāneh τὸ μεγάλο παλάτι ―aq saray. Παραπλεύρως στὸν κεντρικὸ χῶρο ὑπάρχουν δύο ζεύγη μικρῶν σκοτεινῶν θαλάμων ―chilleh khāneh, πρὸς διαλογισμό. Παρὰ αὐτά, εἶναι δύο ὀρθογώνιοι χῶροι προσβάσιμοι διὰ διαδρόμων, ὁ δυτικός, βιβλιοθήκης ―kittab khāneh, ὁ ἀνατολικός, τὸ μικρὸ παλάτι ―aq saray. Ἀριστερὰ τῆς εἰσόδου εἶναι ὀρθωγωνικὴ κογχωτὴ αἴθουσα μὲ χρήση μαγειρεῖου καὶ δεξιὰ τετράγωνος χῶρος μὲ φρέαρ, τὸ kuduk khāneh. Συνολικῶς ἕξ διάδρομοι ἀπὸ τὸν κεντρικὸ χῶρο πρὸς τοὺς ἐξωτερικοὺς τοίχους χωρίζουν τοὺς χώρους καθ’ ἕκαστον ἐνῷ ἔχουν κλίμακες πρὸς ὄροφο. Τὸ κτήριο εἶχε προφανῶς καὶ χρήση ḵānaqāh. Ἄλλο προσκύνημα εἶναι τοῦ Shaykh Jamal al-Din (860/1455-56) στὸ Alau, ποὺ κατὰ τὴν ἀποτύπωση τῆς Pugachencova ἕνα ἔτος πρὸ τοῦ σεισμοῦ τοῦ 1948,  συγκροτεῖται ἀπὸ ἕνα τετράγωνο μασγίδιο 10,5 μέτρων πλευρᾶς μὲ pishtaq, στὴν ἄκρη αὐλῆς καὶ ἑκατέρωθε δύο μικρότερους τετράγωνους χώρους, πιθανὸν πρὸς φιλοξενία μαθητῶν καὶ προσκυνητῶν. δύο κλίμακες στὴν ὀπίσω πλευρὰ τῆς qibla καὶ δύο ἑκατέρωθε τοῦ pishtaq ὁδηγοῦν σὲ ὑπερῷα ἐντὸς τῶν ἁψιδωτῶν κογχῶν. Πέριξ τῶν τριῶν τοίχων τοῦ σηκοῦ σχηματιζόταν περιστῷο. Τὰ δύο παράπλευρα κτήρια ἦταν ὡσαύτως τρουλλωτά περιβαλλόμενα μὲ δύο ὀρόφους θαλάμων. Στὸ ἀριστερὸ αὐτὰ σχηματίζονται πέριξ τοῦ τετραγώνου ἐνῷ στὸ δεξιό, ἐντὸς καθὼς σχηματίζει ὁκτάγωνο στὸ ἐσωτερικό. Τὰ μασγίδια εἶναι δημοφιλῆ, καὶ ἐν γένει εἶναι μία ἁπλῆ τρουλλαία τετράγωνη αἴθουσα. Ἀπαντῶνται καὶ συνθετότερα ὅπως τὸ Masjed-e Moẓaffariya γνωστὸ καὶ ὡς Γαλάζιο Τζαμί (Masjed-e Kabūd) ἕνεκα τῶν ἐξαίρετων γαλαζίων πλακιδίων, στὸ Tabriz (870/1465). Εἶναι μέρος τοῦ κουλιγιέ τῆς συζύγου τοῦ Μαυροπροβατᾶ Jahānšāh, Ḵātun Jān Begom ποὺ ὅμως περατώθη ὑπὸ τοῦ Λευκοπροβατᾶ Uzun Hasan. Θυμίζει βυζαντινὴ τρουλαία ἐκκλησία, ὁκταγωνικοῦ μάλιστα τύπου καὶ ἂν λέγαμε, δικαιολογεῖ πῶς τὰ ὀθωμανικὰ τζαμιὰ ἱκάνουν νὰ βασιστοῦν στὶς χριστιανικὲς ἐκκλησίες. Ὁ κεντρικὸς τετράγωνος προθάλαμος (ziyarat khāneh) φέρει τροῦλλο (διαμέτρου 15 μέτρων) ποὺ στηρίζεται διὰ ἁψιδωμᾶτων σὲ ὁκτάγωνο, ἐνῷ στὶς τρεῖς πλευρὲς περιβάλλεται ἀπὸ διάδρομο. Στὴν qibla εἶναι τὸ ἱερό, ἕνα μικρότερο τρουλλωτὸ τετράγωνο (διαμέτρου 9 μέτρων) κογχωτό (chahak suffeh). Οἱ κεντρικὲς ἁψῖδες σχηματίζουν īwān σὲ σταυροειδὴ σύνταξη, ἐνῷ στὶς γωνίες ἀφίονται στενότερα ἀνοίγματα. Κλίμακες ἑκατέρωθε τοῦ īwān πρὸς τὸ ἱερὸ ὁδηγοῦν σὲ ὑπερῷα στὶς γωνίες. Στὴν πρόσοψη ἔχει pishtaq μὲ γωνιακοὺς μιναρέδες. Ὁ περιβάλλων διάδρομος στεγάζεται μὲ τρουλίσκους: δύο μεγαλώτερους στὶς δύο γωνίες, τρεῖς μικρότερους ἐμπρὸς καὶ ἀπὸ ἕναν σὲ κάθε πλευρά.

προσκύνημα τοῦ χότζα Ahmad Yasavi

προσκύνημα τοῦ χότζα Ahmad Yasavi (τομή)

Γαλάζιο τζαμὶ στὴν Tabriz (Pascal Costes)

Τὰ ḵānaqāh ἢ takya-khaneh (τεκκέδες) εἶναι ὡσαύτως ἁπλοῖ τρουλλωτοὶ τετράγωνοι οἶκοι μὲ κάποια δοῦλα δώματα ὡς κοιτῶνες. Ὅπως γράφουν καὶ οἱ Golombek & Wilber, ἐλάχιστα αὐτῶν ἀναγράφονται ὡς τέτοια, καθὼς εἶναι ἐνεταγμένα σὲ συμπλέγματα, συνήθως σὲ προσκυνήματα ἁγίων―ἤτοι σεΐχηδων (ἡγουμένων) καὶ χοτζάδων (διδασκάλων) δερβισῶν― ἢ μεδρεσέδων[xviii]. Ὁ τεκκές τῶν σχιιτῶν πρὸς τέλεση τῆς ἀσούρα εἶναι ἡ ḥusayniyya, καὶ εἶναι συνήθως δερβισικὰ ḵānaqāh. Τέτοιο ḵānaqāh εὑρίσκεται στὸ  Bonderabad πλησίον τῆς  Yazd, στὸ σύμπλεγμα τοῦ σεΐχη Taqi al-Din Dada ποὺ ὅμως φέρει τοὔνομα τοῦ ἀπογόνου του, Mahmud Shah ποὺ εἶναι θαμμένος‎ στὸ μαυσωλεῖο κτισμένο περὶ τὸ 1388. Ἐν γένει τὸ οἰκοδομικὸ σύμπλεγμα ἐκτίσθη στὸ οἰκογενειακὸ νεκροτάφιο.  Τὸ τζαμὶ καὶ ὁ τεκκὲς εἶναι τοῦ ιε΄ αἰ. Εἴσοδος γίνεται στὴν διώροφη αὐλὴ τοῦ τεκκὲ διὰ ἀντίνωτων īwān ποὺ σχηματίζει πρόπυλο μὲ ἑξαγωνικὸ θυρωρεῖο. Τὸ καταντίκρυ īwān (νότιο) εἶναι βαθὺ καὶ ὁδηγεῖ στὸ τρουλλωτὸ μαυσωλεῖο. Τὸ δεξιὸ (δυτικὸ) īwān ὁδηγεῖ στὸ τρουλλαῖο προσκυνητήριο τοῦ τζαμιοῦ. Ἀναμέσο, σχηματίζεται ἕνα στενόμακρο jamaˀat khāneh μὲ ἕξ κόγχες καὶ μιχρᾶβ ὡς χειμερινὸ τζαμί. Τὸ προσκυνητήριο του τζαμιοῦ κοινωνεῖ διὰ īwān μὲ τετράγωνη αὐλὴ ποὺ ἔχει παραπλεύρως στοὲς ὡς κοιτῶνες ―shabistan. Στὴν νοτιοανατολικὴ γωνία ἔνι ἡ εἴσοδος τοῦ τζαμιοῦ. Τὸ μαυσωλεῖο, ὅπως δεικνύει ἡ βαθειὰ δυτικὴ κόγχη λέγουν οἱ Golombek & Wilber, πρέπει νὰ ἐκοινῶνει μὲ τὸν χῶρο ὄπισθε τοῦ τζαμιοῦ. Στὴν ἀνατολικὴ πλεῦρα ἁπλώνονται καὶ ἄλλοι χῶροι, σήμερα σὲ ἐρείπια.

σύμπλεγμα Mahmud Shah

Τέλος, εἶναι μεδρεσέδες ποὺ οἰκοδομοῦνται ὑπὲρ τῆς ἐνίσχυσης τῆς σουνιτικῆς ὀρθοδοξίας καὶ ὅπου διδάσκονται οἱ ἱερὲς ἐπιστήμες καὶ ὄχι μόνον, ὅπως ἡ ἀστρονομία. Ὑπάρχει ἡ ἱστορία ποὺ ὁ Ulugh Beg ἀνεζήτει τὸν πολυμαθέστερο καὶ τὸν εὗρε στὸ πρόσωπο ἑνὸς ρακενδύτου. Ὁ μεδρεσὲς τοῦ Husayn Bayqara στὴν Herāt εἶχε ὁκτὼ διδασκάλους καὶ ἕναν ἱερέα. Ὁ μεδρεσὲς Ikhlasiyah τοῦ ˀAli Shir εἶχε ἑπτὰ διεθνοῦς φήμης διδασκάλους. Μαθητὲς ἔρχονταν ἀπὸ ὅλον τὸν ἰσλαμικὸ κόσμο νὰ σπουδάσουν. Ἔκτὸς τῶν κοιτώνων, οἱ μεδρεσέδες εἶχαν εὐκτήριο μασγίδιο, καὶ συνήθως τὸ μαυσωλεῖο του κτίτορα. Στὸ μαυσωλεῖο τοῦ μεδρεσέ τῆς Gawharšād εἶναι θαμμένα δεκατρία μέλη τῆς οἰκογενείας της. Ὁ πλέον περιωνύμος καὶ μεγαλώτερος μεδρεσές, εἶναι τὸ πανεπιστήμιο τοῦ ἀστρονόμου βασιλέως, Ulugh Beg κτισμένος μεταξὺ  820/1417 καὶ 823/1421. Ἔναντι ἔκτισε μάλιστα ḵānaqāh ποὺ πῆρε τὴν θέση του κατὰ τὸν ιζ΄ αἰ. πανομοιότυπος μεδρεσές τοῦ Shir Dar ἐνῷ τρίτος, ὁ Tilya Kori (ὁ χρυσοποίκιλτος) κάθετος στοὺς δύο, δημιουργεῖ τῆν πλατεία ragistan τῆς Σαμαρκάνδης. Ὁ μεδρεσὲς ἀναπτύσσεται  πέριξ τετραγωνικῆς αὐλῆς τριάντα περίπου μέτρων πλευρᾶς μὲ τέσσερα σὲ σταυροειδὴ διάταξη īwān. Ὁ πυλὼν εἶναι pishtaq μὲ τοὺς μιναρέδες στὶς γωνίες τῆς πρόσοψης. Πέριξ τῆς αὐλῆς μεταξὺ τῶν īwān κεῖνται οἱ κοιτῶνες. Τὸ καταντίκρυ στὴν εἴσοδο īwān ὁδηγεῖ ὄπισθε τῶν κοιτώνων σὲ μασγίδιο, ὀρθογώνιο jamaˀat khāneh μὲ πέντε ἁψιδώματα (5+5 κόγχες, οἱ μεσαῖες τῶν ὁποίων εἶναι ἡ εἴσοδος καὶ τὸ μιχρᾶβ). Ἑκατέρωθε, στὶς γωνίες τοῦ κτηρίου εἶναι δυὸ τετράγωνες τρουλλωτὲς αἴθουσες προσβάσιμες ἀπὸ τοῦ μασγιδίου. Ἄλλες δύο κεῖνται στὶς γωνίες ἑκατέρωθε τοῦ προπύλου. Ὁ μικρότερος μεδρεσὲς τοῦ ἰδίου στὴν Βουχάρα ἔχει μόνον δύο īwān, τοῦ προπύλου καὶ τὸ ἔναντι ποὺ τελειώνει σὲ ἐξέδρα ποὺ θυμίζει παλαιοχριστιανικὸ σύνθρονο τὸ ὁποῖο εἶναι μασγίδιο. Παρόμοιος ἔτι μικρότερος εἶναι τοῦ Gujdivan. Τὸ μασγίδιο σὲ μορφὴ īwān, ὄχι ξένη στὰ περσικὰ τζαμιά, εἶναι ἡ πλέον σύνηθης μορφὴ καὶ σε τεσσάρων īwān μεδρεσέδες, ὅπως εἶναι ὁ ἐξαιρετικὸς διώροφος μεδρεσές Ghiyathiyah στὴν κώμη Kahrgird (846/1442-848/1446) ἢ ὁ Do Dar (843/1439) στὸ προσκύνημα τοῦ Emām Rezā. Ἡ σχιίτικη δυναστεία τῶν Σαφαβιδῶν συνετήρησε τὰ τιμουριδικὰ ἱερὰ ἔργα καθὼς δὲν συνέβησαν καταστροφὲς κατά τὴν ἄνοδό της στὴν ἐξουσία τοῦ Ἰράν, καὶ ἠσχολήθη μᾶλλον μὲ τὸν δημόσιο χῶρο ποὺ θὰ ἐξετάσωμε ἀργότερο. Τὸ τζαμὶ ποὺ ἔκτισε ὁ Abbas ὁ Μέγας εἶναι πλευρὰ τοῦ μεϊδανιοῦ ποὺ ἔκτισε.

Μεδρεσὲς τοῦ Ulugh Bey στὴν Σαμαρκάνδη

Μεδρεσὲς τοῦ Ulugh Bey στὴν Σαμαρκάνδη (τομή)

Μεδρεσές στὴν Gujdivan

 

μεδρεσές Do Dar

Μεδρεσές τοῦ Ulugh Bey στὴν Βουχάρα

 

Μασγίδιο τοῦ Σάχη τοῦ Abbas, Ἰσπαχᾶν (Pascal Costes)

[ΙΝΔΟΥΣΤΑΝ: ΠΟΛΛΑΠΛΑ ΜΙΧΡΑΒ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΤΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΡΙΟ] Τὸ ἰσλὰμ στὴν Ἰνδια εἰσήχθη ὑπὸ τῶν ἀράβων ἐμπόρων  στὶς νοτιοανατολικὲς ἀκτὲς ἅμα αὐτοὶ τὸ ἠσπάσθησαν. Τὸ Cheraman Juma στὸν λιμένα τῆς Kodugallur (629) καὶ τὸ Zeenath Baksh (633) στὴν Μαγγαλώρη εἶναι τῶν πρώτων ἱερῶν τοῦ ἰσλὰμ στὴν ἰνδικὴ χερσόνησο, ἁπλὲς τετράγωνες ξυλοστεγεῖς αἴθουσες στὸν τοπικὸ ἀρχιτεκτονικὸ ῥυθμό. Ὅμως εἶναι ἐπὶ σουλτανάτου τοῦ Δελχίου ποὺ ἵδρυσε γωρίδης τουρκομαμελοῦκος στρατηγός, ὁπότε τὸ Ἰνδουστὰν εἰσέρχεται στὸν οἶκο τοῦ ἰσλὰμ καὶ κτίζονται τυπικὰ τζαμιά. Καὶ τοῦτα ὅμως διαφέρουν τῶν συγχρόνων αὐτῶν: τὸ τζαμὶ καὶ darghar τοῦ Zaffar Khan Ghazi στὸ σουλτανᾶτο τῆς Βεγγάλης (698/1298), μία στοὰ διπλῆς κιονοστοιχίας (5×2 στύλων) ἔχει μιχρᾶβ σὲ κάθε ἁψίδωμα ἤτοι, ἐν συνόλῳ, πέντε. Στεγάζεται μὲ τρουλλίσκους. Παρομοίως τὸ γιγαντιαῖο ὑπόστυλο τζαμὶ μὲ αὐλή, Adina ποὺ ἔκτισε ὁ Sikandar Shah (Σάχης Ἀλέξανδρος) τὸ 1373 ἀφοῦ ἀνεκήρυξε ἑαυτὸν χαλίφη τῶν πιστῶν. Πέραν τοῦ κεντρικοῦ μιχρᾶβ στὸ κεντρικὸ θολωτὸ ἐγκάρσιο κλῖτος, ὅλος ὁ τοῖχος τῆς qibla ἔχει μιχρᾶβ σὲ κάθε ἁψίδωμα. Εἶναι τὸ μοναδικὸ τζαμὶ μὲ αὐλή. Τὸ ἴδιον τῶν τζαμιῶν τῆς Βεγγάλης εἶναι ὅτι εἶναι ὀρθογωνικοὶ σηκοὶ μὲ ὑπόστυλη αἴθουσα ἔσω μὲ τρουλίσκους καὶ μιναρέδες στὶς τέσσαρες γωνίες: τὸ τζαμὶ Gopalganj στὴν Dinajpur (865/1460, μὲ ἕναν τροῦλλο καὶ βεράντα, ἐνῷ στὰ τρία θυρώματα ἀντιστοιχοῦν τρία μιχρᾶβ· τὸ τζαμὶ Darasbari mosque στὴν Gaur (884/1479) τρία κλίτη ἐπὶ ἑπτὰ ἁψιδώματα (καὶ ἑπτὰ μιχρᾶβ) καὶ βεράντα μὲ συνολικῶς εἵκοσι καὶ τέσσερις τρουλλίσκους καὶ τέσσερα σταυροθόλια στὸ κεντρικὸ ἐγκάρσιο κλῖτος·  τὸ τζαμὶ τοῦ μαρτύρου Baba Adam Shahid στὸ Rampal (888/1483) μὲ δύο κλίτη ἐπὶ τρία ἁψιδώματα (καὶ τρία μιχρᾶβ)  καὶ ἕξ τρουλίσκους· τὸ τζαμὶ Shatgumbad τοῦ Khan Jahan (τέλη ιε΄ αἰ.) στὴν Bagerhat μὲ ἕνδεκα ἁψιδώματα ἐπὶ ἑπτὰ κλίτη μὲ ἑβδομήκοντα τρουλίσκους καὶ ἑπτὰ σταυροθόλια στὸ ἐγκάρσιο κλῖτος· στὴν ἰδία πόλη συγχρόνως ἀπαντῶνται τετράγωνα ἑννεάτρουλλα τζαμία μὲ τετράστυλο στὸ κέντρο ὅπως τὸ φερώνυμο, τὸ Masjidkur κα. Τὸν ἐπόμενο αἰῶνα τηρεῖται ὁ αὐτὸς τύπος, ὅπως στὰ τζαμιὰ Chhoto Sona, ἐπὶ σουλτάνου Alauddin Husain Shah στὴν Gaur, Bagha τοῦ Nusrat Shah καὶ τὸ δίστυλο Kusumba (966/1558-59) στὴν Rajshahi.

τζαμὶ Zaffer Khan Ghazi

Τζαμὶ Adina

τζαμὶ Gopalganj

Τζαμὶ Darasbari στὴν Gaur

Madjidku

 

Στὸ κεντρικὸ καὶ δυτικὸ μέρος τοῦ σουλτανάτου ἀπαντῶμε ἀφενὸς ἐναύλια τζαμιά, ἀφετέρου ἱσλαμοπερσικὲς μορφὲς σὲ κατάκοσμο ἰνδουϊκὸ-ζαϊνιστικὸ ῥυθμό καθὼς καὶ αὐτοῦ οἱ κτίτορες μετεχειρίσθησαν στύλους ἀπὸ maṇḍapa τοπικῶν ἱερῶν. Τὸ τζαμὶ Qūwat-ul-Islām (τὸ κλέος τοῦ ἰσλάμ) στὸ Δελχὶ ἱδρύθη τὸ 1193 στὴν ἀκρόπολη (Qila) Rai Pithora, ἐπὶ ἰνδουϊκοῦ ναοῦ κατὰ τὸν Ibn Batuta, μὲ κίονες εἰκοσι καὶ ἑπτὰ ναῶν καὶ ἐπεκτάθη δὶς μέχρι τὸν ιδ΄ αἰ. Ἡ νέα ἐπινόηση εἶναι ὅτι τὰ κλίτη τῶν ὑποστυλωμάτων διακόπτονται ἔμπροσθε τῶν μιχρᾶβ ἀπὸ τρούλους ὡσὰν νὰ εἶναι πολλὰ maqsura. Βέβαιως δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν τρόπο στέγασης τῶν maṇḍapa ἐφαρμοσθεὶς ἰσλαμιστί. Ἡ ἐπὶ τῆς αὐλῆς ὄψη διαμορφώνεται μὲ πυλῶνες ποὺ ἀντιστοιχοῦν στοὺς τρούλλος. Ὄπισθε τοῦ τοίχου τῆς qibla ἔκτισε τὸ 1235, κατὰ τὴν δευτέρα ἐπέκταση, ὁ Shams-ud-din Iltutmish τὸ μαυσωλεῖο του. Ἐπίσης ἔχει ἰδιότυπο πενταμερὴ μιναρέ, τὸν Qutub minar, ποὺ θυμίζει παγόδα. Στὸ ἴδιο ὕφος ἔκτισε ὁ Qutb-ud-Din Aibak ἕνα ἀκόμη τζαμὶ στὴν πόλη Ajmer, τὸ Arhai Din Ka Jhonpra, μὲ ἀρχιτέκτονα τὸν Abu Bakr τῆς Herāt καὶ ἰνδοὺς τεχνῖτες (ὅθεν καὶ τὸ μικτὸ ὕφος). Τὸ προσκυνητήριο κοινωνεῖ μὲ τὴν αὐλὴ διὰ ἁψιδωτῶν πυλώνων, μὲ ὑψηλότερο τὸν κεντρικὸ ὡς pishtaq. Ἡ σειρὰ τῶν τρούλλων συνεχίζει καὶ στὶς λοιπὲς τρεῖς πλευρές τῆς αὐλῆς. Ἀνατολὰς, στὴν Jaunpur στὰ τέλη τοῦ ιδ΄ αἰ. ἀπαντῶμε τὸ τζαμὶ Atala ποὺ περάτωσε ὁ Ibrahim Shah Sharqi τὸ 1408 ἐπὶ τοῦ φερωνύμου ἰνδουϊκοῦ ναοῦ ποὺ κατεδάφισε ὁ προηγούμενος σουλτᾶνος Firuz Shah Tughlaq. Στεγάζει μεδρεσέ, καὶ οὕτως ἔχει τετράγωνη αὐλή, ἐνῷ τέσσαρες πυλῶνες pishtaq, τῶν τριῶν εἰσόδων καὶ τῆς maqsura ποὺ διαχωρίζεται τῆς ὑποστύλου αἰθούσης τιμουριστί, διατάσσονται σταυροειδῶς. Ἐκτὸς τοῦ μεγάλου τροῦλου τῆς maqsura, ὑπάρχουν δύο μικρότεροι ἑκατέρωθε καὶ ἄλλοι δύο ὄπισθε τῶν παραπλεύρων πυλώνων. Ἰσογείως στὶς τρεῖς πλευρὲς σχηματίζεται σειρὰ κοιτώνων μὲ βεράντες πρὸς διαμονὴ προσκυνητῶν καὶ ἐμπόρων. Πανομοιότυπο  ἀλλὰ μικρότερο εἶναι τὸ τζαμὶ Lal Darwaza (τῆς ἐρυθρᾶς πύλης) ποὺ ἔκτισε ἡ Bibi Raji σύζυγος τοῦ σουλτάνου Mahmοοd Sharqi τὸ 1447. Στὴν ἰδία πόλη, πλησίον τοῦ Atala, ὁ Hussain Shah Sharqi ἔκτισε τὸ 1470, τὸ μεγαλώτερο τζαμὶ τῆς Ἰνδίας ποὺ καλεῖται ἁπλῶς Jama Masjid. Κεῖται ἐπὶ ἀνδήρου και ἔχει σταυροειδὴ διάταξη πυλώνων σὲ τετραγωνικὴ αὐλὴ ὅπως τὸ Atala, ἀλλὰ διαφέρει πρὸς τὸ προσκυνητήριο ποὺ διακρίνεται ὡς κτήριο τῶν ἰσογείων στοῶν τῶν λοιπῶν πλευρῶν. Εἶναι διώροφο καὶ οἱ αἴθουσες ἀντὶ νὰ εἶναι ὑπόστυλες διαμορφώνονται ἑκατέρωθε τῆς τρουλλωτῆς maqsura μὲ γιγαντιαίο pishtaq ὡς jamaˀat khāneh μὲ δρομικοὺς θόλους. Ὑπόστυλες εἶναι μόνον οἱ μικρὲς αἴθουσες μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς maqsura. Δυσμάς, στὸ σουλτανᾶτο τοῦ Gujarat, στὶς ἐκβολὲς τοῦ ποταμοῦ Mahi ἀπαντῶμε τζαμιὰ στὸ ὕφος maṇḍapa. Τὸ τζαμὶ στὴν Bharuch (ιδ΄ αἰ.) ἔχει ὑπόστυλο προσκυνητήριο μὲ τρεῖς τρούλλους καὶ τρία μιχρᾶβ καὶ ἔμπροσθε περιαύλιο χωρὶς στοές. Οἱ πεσσοὶ προέρχονται ἀπὸ τρία maṇḍapa.  Τὸ τζαμὶ τοῦ Khambat (1325) ἀντιθέτως, τὸ προσκυνητήριο ἔχει προαυλία ὄψη  μὲ ἁψιδωτοὺς πυλῶνες. Φανερώνει οὕτως ἐπίδραση ἀπὸ τὸ Δελχί καθὼς μοιάζει ἀντίγραφο τοῦ Adhai Din Ka Jhonpra τοῦ Ajmer. Τὸ τζαμὶ τοῦ Ahmedabad (1423) ἔχει τὸ κεντρικὸ μέρος μόνον τῆς προαυλίας ὄψης τοῦ προσκυνητηρίου μὲ πυλῶνες, μὲ pishtaq καὶ δύο ἑκατέρωθε ἁψῖδες ἐνῷ τὸ ὑπόλοιπο διαμορφώνεται μὲ τοὺς στύλους. Ὅμως ὡσαύτως οἱ τροῦλλοι ὅπισθεν τῶν πυλώνων κεῖνται ὑψηλότερα τῶν πέριξ, καθὼς σχηματίζουν ὑπερῷο. Τὸ τζαμὶ στὸ Champanir καίτοι μικρότερο τηρεῖ τὴν αὐτὴ ἰδέα μὲ τροῦλλο στὸ κέντρο τῆς ὑποστύλου αἰθούσης ὁπισθε τοῦ pishtaq ὑψωμένο κατὰ δύο ὑπερῷα. Ἥκιστα κατὰ βορρᾶν στὸ σουλτανᾶτο τοῦ Malwa οἱ προαυλίες ὅψεις σχηματίζονται μὲ τὶς κιονοστοιχίες. Ἄλλο χαρακτηριστικὸ εἶναι, ὅτι ἀντὶ πυλῶνα ἡ εἴσοδος στὸ τζαμὶ διαμορφώνεται ὡς τρουλλωτὸ περίπτερο chhattri προεξέχον τοῦ ἔρκους στοιχεῖο ποὺ ἀπαντᾶται καὶ στὸ προαναφερθὲν τζαμὶ στὸ Champanir. Τέτοια εἶναι τὰ τζαμιὰ Kāmal Maulat καὶ Lat στὴν Dhar, Malik Mughi καὶ τὸ μεγάλο τζαμὶ του 1440 στὸ Mandu. Σὲ τοῦτο ὅπως καὶ στὸ μικρότερο τζαμὶ τοῦ Chanderi (853/1450) τρεῖς μεγάλοι τροῦλλοι (στὴν maqsura καὶ στὶς γωνίες) ὑψοῦνται ἀναμέσο τρουλλίσκων τῶν κλιτῶν. Οἱ τροῦλλοι ἔχουν σχῆμα στούπα. Στὸν νότο, στὸ ὀροπέδιο Deccan ἀπαντῶνται μᾶλλον ἰδιότυπα δείγματα τζαμιῶν: τὸ τζαμὶ τῆς Gulbarga (1397) δὲν ἔχει αὐλή, ἀλλὰ εἶναι ὑπόστυλος ὀρθογωνικὴ αἴθουσα μὲ τέσσερις τρούλλους στὶς γωνίες καὶ ἕναν στὸ μιχρᾶβ. Τὰ κλίτη στὶς τρεῖς πλευρὲς ὡς περιβάλλων διάδρομος ἔχουν τὸ εὖρος τῶν τρούλλων καὶ καλύπτονται ἀνὰ ἁψίδωμα ἀπὸ ἀμφικλινεῖς στέγες. Ἐσωτερικὰ στεγάζεται μὲ 68 τρουλίσκους (12×7 πλὴν τῆς περιοχῆς τῆς maqsura). Τὸ ἡμιτελὲς τζαμὶ στὴν Bijapur τοῦ ιϛ΄ αἰ. ἔχει σχῆμα πεῖ μὲ τροῦλλο στὴν μέση τῆς ὑποστύλου αἰθούσης τοῦ προσκυνητηρίου.

Τζαμὶ  Quwwat-ul-islam στὸ Δελχί, μὲ τὶς έπεκτάσεις του

Arhai Din Ka Jhonpra στὴν Ajmer

 

Τζαμὶ Atala

Τζαμὶ Lal Darwaza

Jama Masjid Jaunpur

 

 

 

 

 

 

Τζαμὶ Khambat

Τζαμὶ  Amhedabad

Τζαμὶ  Bharuch

Τζαμὶ  Champanir

Τζαμὶ Chanderi

Τζαμὶ  Gumbarga

Τζαμὶ Bijapur

 

 

Τὸ 1526 ὁ τιμουρίδης ἀμιρᾶς Babur κατενίκησε τὸν σουλτᾶνο τοῦ Δελχίου καὶ ἵδρυσε τὸ Wilāyat-i-Hindustān ποὺ οἱ Βρεταννοὶ ὡνόμασαν Mughal ἢ Mogul Empire, καὶ ἐπὶ τοῦ ἐγγονοῦ τοῦ Akbar περιέλαβε πάντα τὰ σουλτανᾶτα μέχρι καὶ τὸ ὀροπέδιο Deccan. Τὸ τζαμὶ ποὺ ἔκτισε ὁ Akbar στὴν βασιλεύουσά του Fatehpur Sikri (Agra 140 μίλια νοτίως τοῦ Δελχί) τὸ 979/1571 πρὸς τιμὴ τοῦ σοῦφι διδασκάλου του σεΐχη Salim Chishti εἶναι τῶν μεγαλωτέρων (542×438ft) τοῦ Ἰνδουστᾶν καὶ πρότυπο τῶν τζαμιῶν τῆς δυναστείας, ὅπως εἶναι τὸ ἐξίσου εὐμεγέθες τζαμὶ τοῦ Δελχίου τοῦ Shah Jahan (1054/1644-1066/1656) καὶ τὸ Badshahi στὴν Λαχώρη (1082/1671-1084/1673) τοῦ Aurangzeb. Τὸ τζαμὶ κεῖται ἐπὶ ἀνδήρου μὲ αὐλὴ περίκλειστη μὲ στοὲς στὶς τρεῖς πλευρὲς καὶ τρεῖς πυλῶνες εἰσόδου ποὺ σχηματίζουν σταυρὸ μὲ πυλῶνα στὸ προσκυνητήριο, ἐκτὸς τῆς Λαχώρης. Τὸ προσκυνητήριο διακρίνεται τοῦ τζαμίου, στὸ Fatehpur Sikri προεξέχει τοῦ ἔρκους ἐνῷ στὸ Δελχί, ἐντὸς τῆς αὐλῆς. Ὁ κεντρικὸς πυλὼν ἢ pishtaq ἔχει μορφὴ īwān ἐνῷ ἑκατέρωθεν ἔχει τοξοστοιχίες. Στὸ Fatehpur Sikri ὑψοῦνται μιναρέδες στὶς γωνίες τοῦ τοίχου τῆς qibla, ἀλλὰ καὶ στὶς γωνίες τῆς πρόσοψης, στὸ Δελχὶ στὶς γωνίες τῆς προαυλίας πλευρᾶς καὶ στὴν Λαχώρη καὶ στὶς τέσσαρες γωνίες τοῦ προσκυνητηρίου καὶ τοῦ ἔρκους. Τὸ ἐσωτερικὸ συντάσσεται πέριξ κεντρικῆς τετραγωνικῆς τρουλλωτῆς αἰθούσης ὄπισθε τοῦ πυλῶνα καὶ δύο μικροτέρων ἑκατέρωθε. Πάντες οἱ τροῦλλοι εἶναι  κρομμυοειδεῖς.  Στὸ Fatehpur Sikri οἱ στενόμακρες αἴθουσες ποὺ ἀπομένουν μεταξὺ αὐτῶν καὶ στὰ ἄκρα ―zenana, ὁ γυναικών― ὅπως καὶ ὁ διάδρομος ἢ βεράντα ἑκατέρωθε τοῦ īwān εἶναι ἡ ἀπομείνουσα ὑπόστυλη αἴθουσα. Στὰ μεταγενέστερα τοῦ Δελχίου καὶ τῆς Λαχώρης τρέπονται σὲ γαλλαρίες. Κατελάχιστον ἔτσι τὰ μιχρᾶβ εἶναι ἑπτά (Δελχί, Λαχώρη). Στὸ Fatehpur Sikri εἶναι 7×3, 21.

Τζαμὶ Fatepur

Τζαμὶ  Δελχίου

Τζαμὶ Λαχόρης

Ὅμως ὁ λεγόμενος παρὰ τοῖς ἱστοριογράφοις τῆς Εὐρώπης Mughal ῥυθμός, ἔμεινε γνωστὸς πρὸς τὰ μαυσωλεία (gur). Ὁ τάφος τοῦ Akbar (1022/1613) εἶναι πρωτότυπο ἔργο μὲ τέσσερις πύλες καὶ στὸ κέντρο κλιμακωτοῦ τετραγωνικοῦ ἀνδήρου μὲ στοὲς καὶ chhattri. Ὁ τελευταῖος, τρίτος ὄροφος εἶναι λύγδινος (ἐκ λευκοῦ μαρμάρου) ἀντιθέτως πρὸς τὸ ὑπολοιπο ἐρυθροῦ ἀσβεστολίθου. Ἴσως ἔφερε τροῦλλο. Ὁ τάφος τοῦ πεθεροῦ τοῦ Jihangir, Itmad-ud-Daula στὴν Ἄγρα (1035/1626) ἐπίσης λύγδινος, κεῖται στὸ κέντρο σταυροειδοὺς κήπου στὶς ὄχθες τοῦ ποταμού Yamuna. Εἶναι τετραγώνος, μὲ κεντρικὸ τετράγωνο θάλαμο ποὺ στεγάζεται μὲ  περίπτερο baradari περιβαλλόμενο ἀπὸ τέσσερα chhattri στὶς γωνίες. Ὁ κεντρικὸς θάλαμος περιβάλλεται ἀπὸ τέσσερις προθαλάμους μὲ θύρες σὲ σταυροειδὴ διάταξη καὶ τέσσερις μικρότερους θαλάμους στὶς γωνίες μὲ ἄλλα κενοτάφια τῆς οἰκογενείας. Ὅμως τὸ διασημότερο μαυσωλεῖο εἶναι τὸ θαυμαστὸ Taj Mahal, τὸ ἐντάφιο λύγδινο μαυσωλεῖο ποὺ ἔκτισε στὴν Ἄγρα ὁ Shah Jahan πρὸς χάριν τῆς συζύγου του Mumtaz Mahal. Ἐγκαινιασθὲν τὸ 1053/1643, δέκα χρόνια μετὰ τὸν θάνατό της,  τὸ μνημεῖο περατώθη τὸ 1058/1648.  Ὡς τύπος τηρεῖ τὴν νομὴ τοῦ πρώτου μαυσωλείου τῆς δυναστείας καὶ ἐν γένει  τοῦ πρώτου σημαντικοῦ ἔργου αὐτῆς: τοῦ ταφικοῦ μνημείου τοῦ δευτέρου σάχη Humayun ποὺ ἀνήγειρε ἡ σύζυγός του Haji Begum τὸ 971/1564 μὲ τὸν πέρση ἀρχιτέκτονα Mirak Mirza Ghiyas. Εἶναι μία ἀνάπτυξη τοῦ gunbad, μόνον ποὺ οἱ πυλῶνες pishtaq γίνονται τέσσερις. Δήλαδη ὡς σύνταξη, εἶναι σταυρὸς μὲ τέσσερα διώροφα īwān καὶ τὴν κεντρικὸ ὁκταγωνικὸ τρουλλωτὸ θάλαμο (μὲ δικελυφωτὸ κρομμυοειδὴ τροῦλο βεβαίως, διαμέτρου 60ft) ὅπου κεῖνται τὰ κενοτάφια. Οἱ τάφοι εἶναι στὴν νέρθε κρύπτη. Τὶς γωνίες τοῦ σταυροῦ πληροῦν ὁκτάγωνα μὲ τρουλίσκους chhattri, τὰ ὁποία κοινωνοῦν διὰ διαδρόμων μὲ τοὺς προθαλάμους καὶ τὸν κεντρικὸ θάλαμο. Ἐν συνόλῳ εἶναι ὁκτώ, ἢ ὅπως ἐκαλοῦντο, ὁκτὼ παράδεισοι (hasht bihisht). Στὶς γωνίες τοῦ ἀνδήρου (πλευρᾶς 313 ft) ὅπου ἐφίσταται τὸ μνημεῖο ὑψοῦνται τέσσερις μιναρέδες. Ὅλο τὸ σύμπλεγμα κεῖται σὲ παρόχθιο ἄνδηρο μήκους γηπέδου περίπου 1000×1900 ft. Τὸ κέντρο καταλαμβάνεται ἀπὸ δεξαμενὴ μὲ σταυροειδὴ δίαυλους, στὸ ἕνα ἄκρο τῆς ὁποίας κεῖται ἡ μεγάλη πύλη καὶ στὸ ἄλλο, ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Yamuna, τὸ μαυσωλεῖο. Παραπλεύρως τοῦ μαυσωλείου εἶναι πρὸς δυσμὰς τρίτρουλλο προσκυνητήριο καὶ πρὸς ἀνατολὰς συμμετρικὸ αὐτοῦ μὲ χρήση χώρου δεξίωσης καὶ φιλοξενίας. Ἔξω ἀπὸ τὴν μεγάλη πύλη εἶναι μία αὐλὴ μὲ τρεῖς μικρότερες πύλες καὶ δούλους χώρους. Ὁ τάφος τοῦ βεζίρη  Safdar Jang  στὸ Δελχί (1067/1754) εἶναι πανομοιότυπος, ἀλλὰ μὲ λύγδο καὶ ἐρυθρὸ ἀσβεστόλιθο, καὶ τελευταίο σημαντικὸ ἔργο τῆς δυναστείας.

Μαυσωλεῖο τοῦ Akbar

Μαυσωλεῖο τοῦ Itmad-ud-Daula

Taj Mahal

Hacı Özbek Camii

 

[ΟΘΩΜΑΝΟΙ: ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΝΑΚΑΙΝΩΣΗ] Ἀντιπέρα τοῦ Ἰράν, στὴν Μικρὰ Ἀσία ἀναπτύσσεται γοργῶς κατὰ τοὺς ιγ΄ καὶ ιδ΄ αἰῶνες, ἡ τουρκικὴ δυναστεία τοῦ Ὀσμάν. Μετὰ τὴν Προύσα (1326) κάμουν βασιλεύουσα ἔδρα τὴν Ἀδριανούπολη (1363), καὶ τέλος τὴν Κωνσταντινούπολη (1453). Καὶ τοῦτοι μεταχειρίζονται ὡς χώρους προσευχῆς τὰ ὑφιστάμενα ἱερά ―τὶς ἐκκλησίες, καὶ ὅταν κτίζουν, μεταχειρίζονται θραύσματα τέτοιων καὶ ἐντόπιους τεχνῖτες. Ὁπότε τὸ ὀθωμανικὸ ὕφος ἔχον βάση στὰ κλειστὰ τζαμιὰ τῶν Σελζοῦκων τοῦ Ἰκονίου, ἀναπτύσσεται ὡς συνέχεια του βυζαντινοῦ, ὅμως ἐναντίως πρὸς τὸ σλαυικὸ ὕφος ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὸ ὄψιμο βυζαντινό, τὸ πρότυπο τῶν Ὀθωμανῶν, μετὰ τὴν κατάκτηση τῆς Κωνσταντινούπολης εἶναι ἡ ἴδια ἡ Ἀγία Σοφία. Πρωιμότερα ἔργα εἶναι τὸ Hacı Özbek Camii στὴν Νίκαια (İznik), ἁπλῆ τετράγωνη τρουλλωτὴ αἴθουσα μὲ προστῷο, ὁ ἂν λέγαμε, στοιχειώδης τύπος, τὸ τζαμὶ καὶ μεδρεσές Murad Hüdâvendigâr Camii στὴν Προύσα (Bursa-Çekirge) (767/1365-66), ὅπου πέριξ τοῦ κεντρικοῦ τρούλλου σχηματίζονται σταυροειδῶς īwān καὶ κοιτῶνες στὸ ὑπερῷο, τὸ Üç Şerefeli Camii στὴν Ἀδριανούπολη (Edirne) (1438-1447), ὅπου παγιώνεται ὁ ὁθωμανικὸς τύπος τζαμιοῦ μὲ περίστυλο προαύλιο (παλαιοχριστιανικοῦ τύπου) καὶ τρουλλωτὸ προσκυνητήριο. Σὲ τοῦτο ὁ τροῦλλος ἐφίσταται σὲ ἑξάγωνο ποὺ σχηματίζουν ὁ τοῖχος τῆς qibla καὶ ὁ προαύλιος καὶ δύο ἑξαγωνικοὶ πεσσοί. Τὸ ὑπόλοιπο στεγάζεται μὲ τρουλλίσκους. Στὸ Fatih Camii (1463-1467) ποὺ ἔκτισε ὁ Μωάμεθ Β΄ ὁ Πορθητὴς ἐπὶ τοῦ σταυροειδοὺς Ἀποστολείου τοῦ Κωνσταντίνου, σὲ külliye (σύμπλεγμα) μὲ μεδρεσέδες καὶ θεραπευτήριο, οἱ τέσσερις πεσσοὶ τοῦ κεντρικοῦ τρούλλου εἶναι θεμελιωμένοι στὶς βάσεις τῶν ἀντιστοίχων πεσσῶν τοῦ Ἀποστολείου. Ὕπερθε τοῦ μιχρᾶβ σχηματίζεται τὸ τεταρτοσφαίριο ἢ ἡμιτρούλλιο ποὺ ἔχει ἡ Ἀγία Σοφία. Πλαγίως ἐστεγάζετο μὲ τρουλίσκους ὅπως καὶ τὸ περίστῳο τῆς αὐλῆς. Ὅταν ἀνεσκευάσθη τὸ 1767 μετὰ τὴν καταστροφή του ἀπὸ σεισμὸ προσετέθησαν ἡμιτρούλια καὶ στὶς ὑπόλοιπες πλευρὲς καὶ τρία μικρότερα χαμηλότερα σὲ καθένα ὅπως στὴν Ἁγία Σοφία, ὥστε πλέον μοιάζει μὲ τετράκογχο ἐγγεγραμμένο ναό. Τὸ μαυσωλεῖο τοῦ Πορθητοῦ κεῖται ὀπίσω τοῦ μιχρᾶβ. Στὸ ἀρχικὸ τζαμί μιναρέδες ὑψοῦντο στὶς πρόσθιες γωνίες ἐνῷ κατόπιν, καὶ στὶς τέσσαρες γωνίες. Τοῦτοι, ὅπως και μικροὶ τρουλίσκοι στὶς γωνίες τοῦ τροῦλλου μὲ τὸ ἴδιον βάρος ἐνισχύουν τὶς γωνιὲς ἔναντι τῶν ὡθήσεων τοῦ τρούλλου. Τὸ τζαμὶ τοῦ Παγιαζήτ ―Beyazid Camii (1500-1505)  εἶναι παρόμοιο ἀλλὰ προστίθεται ἡμιτρούλλιο καὶ προσθίως τοῦ τρούλου. Τὸ τζαμὶ τοῦ ἠγεμονος ―Şehzade Camii (1543-48) ποὺ ἔκτισε ὁ Σουλεϊμᾶν ὁ Νομοθέτης σὲ μνήμη τοῦ ὑγιοῦ του Μεχμέτ, ἔχει τέσσερα ἡμιτρούλλια. Στὰ ὀθωμανικᾶ τζαμιὰ ὁ τροῦλλος ἀντὶ ἡμιχωνίων εἶναι ἐπὶ λοφίων βυζαντινιστί. Τὰ μεταξὺ αὐτῶν τόξα κλείνουν εἴτε μὲ τύμπανα εἴτε μὲ τὰ ἡμιτρούλλια (τεταρτοσφαίρια). Τοῦτα στηρίζονται ἐπὶ ἁψίδων ἔτσι ὥστε στὶς γωνιες σηματίζονται μικρότερα ἡμιτρούλλια. Ἀπεναντίας, οἱ πύλες στὴν αὐλὴ καὶ τὸ τζαμὶ τοῦ Şehzade ἔχουν πυλῶνες μὲ muqarnas, ἴδιον καὶ τῆς ὀθωμανικῆς ἀρχιτεκτονικῆς. Τὸ τζαμὶ τοῦ ἰδίου τοῦ Σουλεϊμᾶν, Süleimaniye Camii (1550-57) ἔχει ὅπως καὶ τοῦ Παγιαζήτ δύο τεταρτοσφαίρια σὰν καὶ τὴν Ἀγία Σοφία, ὅμως εἶναι πλησιέστερο σὲ μέγεθος ’ς αὐτὴν μὲ τροῦλλο διαμέτρου 26,5 μέτρων. Ὁ ἀρχιτέκτων τοῦ Σουλεϊμᾶν, Σινᾶν μετὰ τὸ Şehzade, ἐθέωρησε τὴν Ἀγία Σοφία ὠς πρόκληση, ἄλλωστε προαίρεση τοῦ Σουλεϊμᾶν ὡς Σολομῶντος τοῦ αἰῶνος ―Süleimān-i zaman, εἶναι νὰ ὑπερβῇ μετὰ τὸν Ἰουστινιανὸ τὸν Σολομῶντα τῆς Βίβλου, πρᾶγμα ποὺ φανερώνει καὶ ἡ ἀνακαίνιση τοῦ Τρούλου τοῦ Βράχου στὴν Ἰερουσαλήμ, ἀντίγραφο τοῦ ὁποῖου εἶναι ὁ ἴδιος ὁ  türbe του ἐκεῖ, ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἔργα σὲ Μέκκα, Μεδίνα, Δαμασκό, Βαγδάτη κτλ.[xix] Ὁ Σινᾶν δε, ἵκανε τὸ μέγεθος τοῦ τρούλλου τῆς Ἁγίας Σοφίας στὸ τζαμὶ τοῦ διαδόχου τοῦ Σουλεϊμᾶν, Σελίμ Β΄ ―Selimiye Camii, στὴν Ἀδριανούπολη (1568-1575). Ἡ συνολικὴ ἔκταση του εἶναι ὅμως μικροτέρα καθὼς ὁ τροῦλλος ἐφίσταται ἐπὶ ὁκταγώνου δεδομημένου ὡς περίκεντρο κτήριο μὲ γωνιακὲς ἐξέδρες (σὰν τοῦ Σεργίου καὶ Βάκχου). Ἐν γένει τὰ ὀθωμανικὰ τζαμιὰ παίρνουν μὲν τὸ ἰουστινιάνειο ὕφος ἀλλὰ ἀξιώνουν τὴν εὐρυχωρία (ποὺ ὡς ἰδέα τὸ ἰουστινιάνειο ὕφος βεβαίως ἐνεῖχε) ὅσον τὸ δυνατόν. Ἄλλο ἐξαίρετο ἔργο τοῦ Σινᾶν ὡς παραλλαγὴ τῆς Ἀγίας Σοφίας εἶναι τὸ τζαμὶ στὸ külliye τοῦ καπουδᾶν πασᾶ (ἀρχιναυάρχου) Kiliç Alī Paşa στὸ Τοπχανέ (1578-80). Πάντα τὰ μεγάλα ὀθωμανικὰ τζαμιὰ εἶναι σὲ βακουφικὰ külliye καὶ ἔχουν τὰ μαυσωλεία ―türbe στὸν νεκροτάφιο κῆπο ὄπισθε τῆς qibla. Στὸ Şehzade ἔχουν ταφῆ ἐκτὸς τοῦ πρίγκηπος Μεχμέτ καὶ ἄλλοι ἀξιωματοῦχοι ὅπως ὁ βεζίρης Ρουστέμ Πασᾶς ἀλλὰ καὶ μεταγενέστεροι ὅπως ὁ βεζίρης Δαμὰτ Ἰβραὴμ Πασᾶς (γαμβροὶ σουλτάνων ἀμφότεροι), ἢ ὁ Şehzade Mahmud, ὑγιὸς τοῦ Μωάμεθ (Μεχμέτ) Γ΄ ἀφοῦ ἐφονεύθη ὑπὸ τοῦ ἰδίου. Στὸ Süleimaniye ἐκτὸς τοῦ ἰδίου τοῦ σουλτάνου, εἶναι θαμμένη σὲ ἄλλον τουρβὲ ἡ σύζυγός του Hürrem. Στὸ ἐγχειρίδιο του συμβουλῶν πρὸς σουλτάνους (1581)  ὁ Μουσταφὰ Ἀλῆ, λέει ὅτι οἱ ἀλεξανδροειδεῖς βασιλεῖς ἤτοι οἱ περικλεεῖς σουλτᾶνοι ἂν δὲν κατακτήσουν καὶ πλουτίσουν ἀπὸ νέες κτήσεις, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κάμουν χρήση τοῦ κρατικοῦ φίσκου ἐπὶ εὐεργεσιῶν. Ἂν ἀπεναντίας κατακτήσουν κάτι ὀφείλουν νὰ μὴν οἰκειοποιηθοῦν τὰ πολεμικὰ λάφυρα ἀλλὰ νὰ τὰ ἐπιστρέψουν στὸν λαὸ διὰ εὐεργεσιῶν. Τὸ Selimiye πράγματι ἐκτίσθη μετὰ τὴν κατάκτηση τῆς Κύπρου[xx]. Ὁπότε μὲ τὴν παύση τῶν κατακτήσεων σταματάει ἡ οἰκοδόμηση σουλτανικῶν külliye, καθεστὼς ποὺ παραβαίνεται μὲ τὴν ἀνέγερση τοῦ τζαμιοῦ τοῦ Ἀχμὲτ Α΄ (1609-1617) τοῦ πλέον περιωνύμου ὀθωμανικοῦ ἔργου, ὑπὸ τὴν ὀνομασία Γαλαζίο Τζαμί (πάντοτε ἕνεκα τῶν γαλαζίων πλακιδίων). Ἐκτίσθη μᾶλλον πρὸς κατευνασμὸ τῶν πνευμάτων, τόσον μετὰ τὴν ἐξέγερση τῶν Celali (τῶν τσελαλήδων) ὅσον κυρίως μετὰ τὴν βοηθουμένης τῆς ἐξέγερσης, συνθήκη εἰρήνης μὲ τοὺς Ἀψβούργους ὅπου ἀναγνωριζόταν πλέον αὐτοὶ ὡς ἰσότιμοι τοῦ σουλτάνου. Εἶναι μὲ τέσσερα ἡμιτρούλλια πέριξ τοῦ τρούλλου καὶ ἐξ μιναρέδες (τέσσερις στὶς γωνίες τοῦ προσκυνητηρίου καὶ ἄλλους δύο στὶς γωνίες τῆς περικλείστου αὐλῆς). Τελευταῖο τζαμὶ τύπου Ἁγίας Σοφίας εἶναι τοῦ βαλῆ τοῦ Μισιρίου Μωχάμετ Ἀλῆ (Muhammad ˁAlī) στὴν ἀκρόπολη τοῦ Καΐρου (1830-48). Στὸ Μισίρι, μετὰ τὴν ὀθωμανικὴ κατάκτηση ἐν γένει ἀντίκαθίσταται ὁ μαμελουκικὸς ῥυθμός μὲ τὸν ὀθωμανικό, ὅπως εἶναι τὸ τζαμὶ τῆς Ἐνετῆς συζύγου τοῦ σουλτάνου Murād III, Malika Ṣaffiyya (1610). Βεβαίως ἀπαντῶνται ἀνὰ τὸ Δοβλέτι ἀπλούστερα τζαμιὰ πάντοτε μὲ πλατὺ τροῦλλο καὶ συνήθως μὲ πρόστυλο βεράντα ἀντὶ περιστύλου αὐλῆς (πχ. Suleimaniye Ρόδου, τοῦ Sinān Pasha στὸ Bȗlāq τοῦ Καΐρου (1571)).

Murad Hüdâvendigâr Camii

Fatih Camii

Süleimaniye Camii

Γαλάζιο Τζαμὶ (Johann Bernhard Fischer von Erlach)

Γ.Α. Σιβρίδης

 

[i] Ann Marie YASIN, Sight Lines of Sanctity at Late Antique Martyria ἐν BONNA D. WESCOAT & Robert G. OUSTERHOUT (ed.) Architecture of the Sacred. Space, Ritual, and Experience from Classical Greece to Byzantium, Cambridge 2012 σελ. 248-280

[ii] Susan BALDERSTONE, Early Church Architectural Forms: A Theologically Contextual Typology for the Eastern churches of the 4th – 6th Centuries, Melbourne 2007, σελ. 25-27

[iii]Susan BALDERSTONE, The Church of the East: Is there a Theologically Contextual Typology for Church Architectural Form East of the Euphrates? ἐν LI TANG & DIETMAR W WINKLER (ed.) Silk Road Traces: Studies on Syriac Christianity in China and Central Asia, Wien 2022, σελ. 183-200

[iv] J. M. FIEY, Mossoul chrétienne : essai sur l’histoire, l’archéologie et l’état actuel des monuments chrétiens de la ville de Mossoul, Beirut, 1959

Assyrie chrétienne : contribution à l’étude de l’histoire et de la géographie ecclésiastiques et monastiques du nord de l’Iraq, 3 vols., Beirut 1965‒1968.

[v]Robert G. OUSTERHOUT, Eastern Medieval Architecture, The Building Traditions of Byzantium and Neighboring Lands, Oxford, NY 2019,  σελ. 179

[vi] Cyril MANGO, Byzantine Architecture, Milan 1978, σελ. 150

[vii] M. ANWARUL ISLAM, Zaid AL-HAMAD, The Dome of the Rock: Origin of its Octagonal Plan, ἐν July 2007 Palestine Exploration Quarterly 139(2), σελ. 109-128 DOI:10.1179/003103207×194145

[viii] Richard ETTINGHAUSEN, OLEG GRABAR, MARILYN JENKINS-MADINA,The Art and Architecture of Islam 650–1250, Yale 2001, σελ. 31

[ix]ibid. σελ. 113

[x]ibid. σελ. 198

[xi] Suzan YALMAN, Τhe ‘Dual Identity’ of Mahperi Khatun: Piety, Patronage and Marriage across

Frontiers in Seljuk Anatolia, ἐν PATRICIA BLESSING, RACHEL GOSHGARIAN (ed.) Architecture and Landscape in Medieval Anatolia, 1100-1500, Edinburgh 2017

Stable URL: http://www.jstor.org/stable/10.3366/j.ctt1g051tq.17

[xii] Antonio ALMAGRO, La maqṣūra retráctil y el minbar móvil de la mezquita Kutubiyya de Marrakech ἐν Arqueología de la Arquitectura June 2021 DOI:10.3989/arq.arqt.2021.012

[xiii] K.A.C. CRESWELL, The Origin of Cruciform Plan of Cairene Madrasas, 1923

[xiv] K.A.C. CRESWELL, The Works of Sultan Bibars al-Bundunqdārī in Egypt, 1926

[xv] Doris BEHRENS-ABOUSEIF, Islamic Architecture in Cairo. An Introduction, Cairo 1989, σελ. 95-100

[xvi]ibid. σελ. 123-127

[xvii]ibid. σελ. 155-157

[xviii] Lisa GOLOMBEK & Donald WILBER, The Timurid Architecture of Iran and Turan, 2 vols. New Jersey 1988, τ. Ι, σελ. 48

[xix] Gulru NECIPOGLU, The Suleymaniye Complex in Istanbul: An Interpretation ἐν Muqarnas III: An Annual on Islamic Art and Architecture, ed. Oleg GRABAR,  Leiden, 1985.

[xx] ibid.