Δόμος, πόλις ϗ αγορά ―αρχιτεκτονική, πολιτική ϗ οικονομική VI: Ο νόμος του τοίχου (β)

1.2.  Ἐνδιάμεσος περιοχή

 Ἡ κατοικία πέριξ αὐλῆς εἶναι ―ἕως τὴν ἐπέλαση δυτικῶν, ὥς εἰπεῖν διεθνῶν, ἀρχιτεκτονικῶν μορφῶν― ἐπίσης ὁ συνήθης τύπος κατοικίας οἰκιστικῶν συνόλων κάποιας πυκνότητας, ἀπὸ τοῦ Ἰνδοῦ ποταμοῦ μέχρις τῆς ἰβηρικῆς χερσονήσου. Ὅπως καὶ στὸ κινεζικὸ ἀντίστοιχο παράδειγμα καιρικοὶ καὶ κοινωνικοὶ λόγοι συμφέρονται στὸ περίκλειστο σχήμα. Καιρικῶς, ἂν εὑρίσκηται σὲ ἐρημικὸ καὶ ἄνυδρο κλίμα ἡ πεφραγμένη περίμετρος προστατεύει τῶν βιαίων θερμῶν ἀνέμων καὶ ὁ ἐσωτερικὸς κῆπος καὶ τὸ ―ῥωμαϊκῆς ἔμπνευσης― φρέαρ δημιουργεῖ δροσερὸ περιβάλλον, ὤστε ὄχι κατὰ τύχη, νὰ συμβολίζῃ ―διαρρήδην δὴ στὸ ἰσλάμ― τὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ. Ἂν εὑρίσκηται σὲ εὔκρατο ἁπλῶς κλίμα, οἱ νότιες πτέρυγες σκιάζονται κατὰ τὸ θέρος, ἐνῷ οἱ βόρειες, ἡλιάζονται κατὰ τὸν χειμῶνα. Κοινωνικῶς, ὁ σχηματισμὸς ἕρκους παρὰ τῶν στεγασμένων χώρων τὸ ὀχυρώνει ὥστε νὰ διαζοῦν ἀσφαλῶς οἱ κάτοικοι, κυρίως οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ διάγουν ὅλην τῆν ἡμέρα ἐκεῖ. Ὅσο μεγάλη ἡ πόλη τόσο ἐπικίνδυνη εἶν’ ἄλλωστε. Σὲ ἀρχοντικὰ μάλιστα ὅπου συνηθίζεται ὑποδοχὴ ξένων, ἀπαντῶμε διαβάθμιση τοῦ ἰδιωτικοῦ, ἀπὸ τὰ προνώπια καὶ τὸν θυρῶνα στὴν αὐλή, ὅπου προστίθενται καὶ ἄλλες: Ἡ κυρία εἶναι μᾶλλον κοινὴ προοριζομένη σὲ δεξίωση ξένων καὶ ἑορτές, καὶ οἱ ἄλλες οἰκεῖες, φυλασσομένες πρὸς γυναῖκες καὶ παιδιά. Ἂν δὲν εἶναι δυνατὴ δευτέρα αὐλή, ἄβατον εἶναι οἱ ὄροφοι.

κοινὸ σπίτι μὲ αὐλὴ στὴν Μἀλτα

Τῶν πρώτων σκάριφων δόμου εἶναι χάραγμα σὲ πλάκα πηλοῦ τῶν Σουμερίων στὴν βιβλιοθήκη John Rylands ὅπου παρίσταται κτήριο πέριξ κεντρικοῦ χώρου, ποὺ μελετητὲς εἰκάζουν[i]  ὅτι εἶναι ἀνάκτορο ἢ ναὸς ἐκτὸς οἰκισμοῦ καθὼς εἶναι πανταχόθεν ἐλεύθερο καὶ οἱ ἀναγραφόμενες διαστάσεις 71 ft. 8 in. ἔπὶ  53 ft τὸ κάμουν μεγάλο, καθὼς κατὰ τὴν ἰδία περιόδο τὰ μικρότερα ἀνεσκαμμένα σπίτια στὴν Οὖρ εἶναι 42 ἐπὶ 26 πόδια ἐνῷ τὰ μεγαλώτερα τῆς Βαβυλώνας εἶναι τετράγωνα πλευρᾶς 130 ποδῶν. Ὁ κεντρικὸς χῶρος 20Χ16ft εἶναι πιθανότατα αὐλή, ἐνῷ τὸ μεγάλο πάχος τῶν τοίχων ὑποδηλώνει ὕπαρξη ὀρόφου.

[Η ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΗ ΤΡΙΜΕΡΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑ] Στὴν ἀρχαία Αἴγυπτο ἀπαντῶμε ποικιλία οἰκιστικῶν τύπων. Ἐκτὸς τῆς στοιχειώδους καλαμωτῆς καλύβης, οἱ κατοικίες κτίζονται διὰ ὠμοπλίνθων παρασκευασμένων μὲ τὸν πηλὸ ποὺ ἀφίουν οἱ ὑπερχειλίσεις τοῦ Νείλου, καὶ ἐπιχριζονται διὰ κονιάματος, δίχως νὰ λείπῃ ἡ πέτρα σὲ πλουσιώτερες οἰκοδομές, τοὐλάχιστον σὲ βάσεις κιόνων καὶ τοίχων.  Σύνηθες εἶναι δώματα νὰ κεῖνται πέριξ αὐλῆς (πχ. Unit 3 (δ΄ δυναστεία) δυτικῆ πόλη τοῦ Heit el-Ghurab, Giza) ἢ ν’ ἀναπέπτανται ἐφεξῆς σὲ στενωπὸν αὐλὴ, προσβάσιμης διὰ προσθίας αὐλῆς· ἐνιότε μάλιστα σχηματίζουν κλειστὴ αὐλὴ μὲ φρέαρ καὶ δένδρα. Ὅμως διὰ τοὺς πτωχοτέρους ἐνδιαίτημα δὲν εἶναι ἀλλὰ συνεχῆ δωμάτια ἑξῆς κείμενα κατὰ μῆκος στενωποῦ καὶ ἀντίνωτα μὲ ἄλλη σειρὰ δωματίων, μορφὴ ποὺ θυμίζει τὶς ἐργατικὲς κατοικίες τῆς βιομηχανικῆς κοινωνίας τοῦ ιθ΄ αἰ.

Ἴδιον τοῦ αἰγυπτιακοῦ σπιτιοῦ εἶναι ἡ ἐπίπεδη στέγη, βατὴ τῆς αὐλῆς διὰ ἐξωτερικῆς κλίμακας, μὲ σκιάδιο, στοά ἢ καὶ δωμάτιο, τὸ λεγόμενο στὴν Βίβλο, ὑπερῷον.

ποιήσωμεν δὴ αὐτῷ ὑπερῷον τόπον μικρὸν καὶ θῶμεν αὐτῷ ἐκεῖ κλίνην καὶ τράπεζαν καὶ δίφρον καὶ λυχνίαν. καὶ ἔσται ἐν τῷ εἰσπορεύεσθαι πρὸς ἡμᾶς καὶ ἐκκλινεῖ ἐκεῖ. καὶ ἐγένετο ἡμέρα καὶ εἰσῆλθεν ἐκεῖ καὶ ἐξέκλινεν εἰς τὸ ὑπερῷον καὶ ἐκοιμήθη ἐκεῖ.
Βασιλειῶν Δ΄,10, 11
καὶ τὰ θυσιαστήρια τὰ ἐπὶ τοῦ δώματος τοῦ ὑπερῴου Ἄχαζ, ἃ ἐποίησαν βασιλεῖς Ἰούδα, καὶ τὰ θυσιαστήρια, ἃ ἐποίησε Μανασσῆς ἐν ταῖς δυσὶν αὐλαῖς οἴκου Κυρίου, καθεῖλεν ὁ βασιλεὺς καὶ κατέσπασεν ἐκεῖθεν καὶ ἔρριψε τὸν χοῦν αὐτῶν εἰς τὸν χειμάρρουν Κέδρων.
Βασιλειῶν ΚΓ΄, 12

Τὸ ὑπερῷον, εὑρισκόμενο στὸ ὑψηλότερο σημεῖο τῆς οἰκοδομῆς ἐμποδίζει τὰ βλέμματα τοῦ δρόμου καὶ δίδει ἰδιωτικότητα, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖ φοιτοῦν οἱ γυναῖκες ὅπου μποροῦν νὰ λαλοῦν μὲ τὶς γυναῖκες τοῦ ὁμόρου σπιτιοῦ τὰ σκάνδαλα τῆς ἡμερας. Πολλὲς σύγχρονες ἱστορίες τοῦ Καΐρου, λέει ὁ πάνυ J. Gardner Wilkinson στὸ κλασικό του πόνημα περὶ βίου τῶν ἀρχαίων Αἰγυπτίων (1837-41)[ii], στηρίζονται σὲ κεῖνες τῶν φαραωνικῶν χρόνων. Τὸ ὑπερῷον χρησιμεύει καὶ ὡς χῶρος κατάκλισης κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνες καθὼς ὅπως μνημονεύει ὁ Ἡρόδοτος, ὁ ἄνεμος ἐμποδίζει τοὺς κώνωπες νὰ πετοῦν[iii].  Ὁ Gardner Wilkinson παραθέτει ἀκόμη παράσταση ξυλίνης κατασκευῆς mulquf ἤτοι συλλέκτου καὶ κομιστοῦ ἀνέμου, ὅπως στὰ παραδοσιακὰ σπίτια τοῦ Καΐρου, ἡ ὁποία ὅμως δὲν εἶναι ὅπως σὲ τοῦτα, μία, πρὸς τὴν κυρία κατεύθυνση τοῦ ἀνέμου, ἀλλὰ δύο, ἀντίνωτες. Ἐνίοτε ἡ στέγη περιστέφεται διὰ ἐπάλξεων ἢ ἀκόμη φέρει πύργο.

Μικρὲς κατοικίες ἔχουν μόνον αὐλὴ, τρεῖς μὲ τέσσερις ἀποθήκες ἰσογείως καὶ τὸ πολὺ ἕναν ὄροφο, ὅπως φαίνεται καὶ σὲ προπλάσματα ἀπαντώμενα σὲ μουσεῖα ὅπως στὸ βρεταννικό ἢ τοῦ Λούβρου. Σὲ μεγαλώτερες κατοικίες ἀναπτύσσονται πλείονες ὄροφοι. Ὁ κύριος ὄροφος διαβίωσης εἶναι τὸ ἀνώγειο καθὼς οἱ ἐπικλύσεις τοῦ Νείλου μποροῦν νὰ πλημμυρήσουν τὸ κατώγειο ὅπου εὑρίσκονται κάποιο γραφεῖο ἢ χῶρος δεξίωσης ξένων, κοιτῶνες δούλων, δοῦλα δωμάτια, ἐργαστήρια. Ὁ Διόδωρος[iv] ἀναφέρει περὶ τῶν Θηβῶν τετρωρόφους καὶ πεντωρόφους οἰκοδομές. Ὁ J. Gardner Wilkinson τὸ θεωρεῖ ὑπερβολή, καθὼς ὅπως ἀποκαλύπτουν οἱ ἀναπαραστάσεις σὲ τάφους, οἱ τριώροφες ἦσαν ὀλίγες καὶ οἱ τετρώροφες, σπάνιες. Σὲ μεταγενεστέρα μελέτη τοῦ 1929 ὁ N. de Garis Davies ἐρευνάει λεπτομερῶς τὸ πολυώροφο αἰγυπτιακὸ σπίτι τοῦ ἄστεως[v] στὶς παραστάσεις τῶν τάφων τῆς νεκροπόλεως των Θηβῶν ὅπως τοῦ Tut-mosĕTḥut-nūfer γραφέως τοῦ Τουθμωσέως Γ΄ (τάφος 104), κάποιου Neferḥōtep (τάφος 49) κ.α. ἀφοῦ καθὼς οἱ ἀρχαίες Θῆβες εἶναι ἐπὶ τὸ πλεῖστον θαμμένες ὑπὸ τὴν σύγχρονη πόλη τοῦ Λοῦξορ, εἶναι τὸ μόνο στοιχεῖο ποὺ ἔχομε. Στὴν πρώτη διακρίνομε τρία πατώματα καὶ ὑπερῷο συνδεόμενα μὲ κλιμακοστάσιο: ὑπόγειο ὅπου γυναῖκες ὑφαίνουν, ἰσόγειο, ὑψηλότερο τῶν ἄλλων ὀρόφων, μὲ ὑπόστυλο προθάλαμο καὶ αἴθουσα ὐποδοχῆς, ὄροφο μὲ ὑπόστυλο ἐπίσης προθάλαμο καὶ καθιστικὸ χῶρο. Οἱ προθάλαμοι εὑρίσκονται χαμηλότερο τῶν χώρων ποὺ ἐξυπηρετοῦν. Πῶς καταλαβαίνομε ὅτι παρίσταται σπίτι του ἄστεως; Ἐπειδὴ, γράφει ὁ Garis Davies, ὁ δοῦλος μεταφέρει ψάρι πρὸς μαγείρεμα στὸ ὑπερῷο, ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει αὐλή. Στὴν δευτέρα, ὁ Garis Davis συμπεραίνει ὅτι δὲν παρίσταται τὸ σπίτι τοῦ νεκροῦ, ἀλλὰ τὸ χαρέμι τοῦ φαραῶ Ay. Δὲν εἶναι ἄρα ἕνα βουργήσιο σπίτι ἄλλα ἕνα ἀνάκτορο ποὺ παρεστάθη οὕτως.  Ἐκφράζει λοιπὸν, συμπεραίνει ὁ Garis Davis, τὸ θηβαϊκὸ σπίτι μετὰ τὴν παλινόρθωση τοῦ Ἄμωνος: ἔχει ὄροφο μὲ ὑπόστυλη αἴθουσα καὶ ἡ εἴσοδος εὑρίσκεται στὴν μακρὰ πλευρά· τὴν στενή, σκιάζει στέγαστρο μὲ δύο κίονες διπλοῦ ὕψους. Ὁ ἀρχιτέκτων Alexander Badawy στὰ πονήματά του περὶ αἰγυπτιακῆς ἀρχιτεκτονικῆς[vi] ἀνακατασκευάζει τὶς ζωγραφικὲς παραστάσεις σὲ κατόψεις καὶ προοπτικὲς ἀπεικονίσεις.

τομὴ μεγάρου ἐπαύλεως στὴν Ἀμάρνα. Πηγή: Ludwig Borchardt καὶ Herbert Ricke, Wohnhäuser in Tel el-Amarna

Στὴν Τὲλ ἐλ Ἀμάρνα, ὁ Ἀχενάτων στὴν νέα πρότυπο πόλη ποὺ ἔκτισε ἔδωσε γῆ ὥστε οἱ ἐπαύλεις νὰ δύνανται νὰ εἶναι τῆς μορφῆς γνωστῆς ἀργότερον ὑπὸ τοὔνομα bungalow, δηλαδή ἰσόγειο, ἢ μὲ ἕναν ὄροφο τὸ πολύ, καὶ τὴν αὐλὴ μὲ στάβλους καὶ δοῦλα δωμάτια νὰ εἶναι πέριξ κεντρικοῦ οἰκοδομήματος. Ἂν λέγαμε, ἡ Ἀχετάτων ἦταν ἡ πρώτη κηπούπολη μὲ περιαμφόδους διαλαύρους οἰκοδόμες. Στὶς ἐπαύλεις τοῦ νοτίου προαστίου τῆς Τὲλ ἐλ Ἀμάρνα ὅλη ἡ κυρία οἱκοδομὴ εὑρίσκεται σὲ χαμηλὸ ἄνδηρο προσβάσιμη διὰ ἀναβαθμῶν. Πᾶσες τηροῦν τὸν ἴδιο τύπο πέριξ κεντρικῆς αἰθούσης ἤτοι, μεγάρου, ὅπως βλέπομε στὰ σκάριφα τῶν ἀνασκαφῶν ποὺ δίδονται στὸ Wohnhäuser in Tel el-Amarna (1980) τῶν γερμανικῶν ἀνασκαφῶν τοῦ 1907-1928 τῶν Ludwig Borchardt καὶ Herbert Ricke[vii], τῶν συγχρόνων αὐτῶν βρεταννικῶν τοῦ Leonard Woolley ἀλλὰ καὶ νεωτέρων ἀρχαιολόγων ὅπως ὁ Barry J. Kemp (1977-) καὶ βεβαίως στὸ βιβλίο τοῦ Badawy. Ἂς ἐκθέσωμε τὸν πλήρη τύπο. Καταρχὰς ἡ εἴσοδος στὴν περίφρακτο ἰδιοκτησία γίνεται διὰ πυλῶνος ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἢ λοξῶς δύναται νὰ κεῖται, στὰ πλουσιώτερα οἰκήματα, εὐκτήριο (ναΐδριο) ὅπως τοῦ βεζίρη τοῦ Ἀχενάτωνος, Ναχτπαάτωνος (K.50.1) ἐμβαδοῦ 35x26m=880sq.m,  τοῦ μεγάλου ἀρχιερέως Panehesy (Ρ.44.2) ἢ στὸ Τ.36.36. Μετὰ διαπεράει τις τὴν κυρία ὥς εἰπεῖν αὐλὴ καὶ διὰ τῶν ἀναβαθμίδων εἰσέρχεται στὸ πρόπυλο τὸ ὁποῖο προτιμᾶται νὰ εὑρίσκηται σὲ πλευρὰ ὅσο δυνατὸν βορεία (ἀπὸ ΒΔ ἕως ΒΑ)  καὶ ἐξέχει τοῦ κυρίου ὄγκου, ἔτσι ὥστε οἱ ἀναβαθμοὶ πρόσβασης νὰ εἶναι ἐντὸς τῆς σχηματιζομένης γωνίας. Κατὰ τούτην τὴν διάταξη, ὅπου ὁ εἰσερχόμενος ἀναγκάζεται νὰ περάσῃ τὸ κατώφλι ἔχων τὸν τοίχο παρὰ τὴν μία πλευρά του καὶ ὅταν εἰσέλθη πλέον νὰ ἔχῃ τὸν ἐσωτερικὸ χῶρο παρὰ τὴν ἄλλη του πλευρά, ἐξασφαλίζεται ἡ ἰδιωτικότητα. Πράγματι, μετὰ τὸ πρόπυλο περνάει σὲ προθάλαμο [vestibulum]  καὶ κατόπιν στὴν βόρειο αἴθουσα ἢ στοὰ [loggia, Empfangshalle] ὑποδοχῆς μὲ μονὸ ἢ διπλοῦν στοῖχο στύλων, δευτερεύουσα θύρα σὲ βοηθητικὴ αὐλή καὶ παράθυρα πρὸς βορινὸ φῶς. Τούτη ἀναπέπταται στὴν τετράγωνη κυρία αἴθουσα ἢ μέγαρον [central court, Zentralen Wohnraum]. Αὐτὴ ἔχει τέσσερις στύλους (οἰκίες P.47.19 στρατηγοῦ Ραμωσῆ, K.50.1 βεζίρη Ναχτπαάτωνος) ἢ ἕναν στύλο (οἰκίες P.47.2 γλύπτου Τουθμωσέως, T.34.4 ἐπιστάτοῦ Hatiay), διπλοῦ ὕψους ὥστε καθὼς περικλείεται ὑπὸ στεγασμένων χῶρων νὰ φωτίζεται μὲ θυρῖδες ὑπὲρ τὸ ὕψος αὐτῶν. Τὸ μέγαρο εἶναι, ὥς εἰπεῖν, στεγασμένο αἴθριον, ἀνάμνηση τῆς περικλείστου αὐλῆς. Οἱ χῶροι τοῦτοι, δύναται νὰ εἶναι καταρχὰς ἡ δυτικὴ αἴθουσα ἢ στοά, μὲ σειρὰ μεγάλων παραθύρων. Ὁ Leonard Woolle[viii] ποὺ ἀνέσκαψε τὴν ἔπαυλη τοῦ Ναχτπαάτωνος τὸ 1922 τοπάζει ὅτι εἶχε χρήση καθιστικοῦ χῶρου κατὰ τὸν χειμῶνα.  Δύναται αὐτὴ νὰ κοινωνεῖ μὲ πτέρυγα ξενώνων ἢ μὲ τοῦς κοιτῶνες. Ἐπίσης μὲ τὸ μέγαρο συνδέεται κλιμακοστάσιο πρὸς τὴν στέγη καὶ κατὰ νότο, δεύτερη μικροτέρα  τετράγωνη αἴθουσα ποὺ εἴτε ἔχει χρήση οἰκειοτέρου καθιστικοῦ [hinterer Wohnraum] ἢ εἶναι γυναικωνῖτις ποὺ κοινωνεῖ μὲ τὸν κοιτῶνα τοῦ κυρίου στὴν νοτιοδυτικὴ ἄκρη. Τοῦτος διακρίνεται ἕνεκα τῆς κόγχης τοῦ κτιστοῦ κρεβατιοῦ ἐνῷ συνδέεται διὰ προθαλάμου μὲ τὰ λουτρά. Στὶς πέριξ αὐλὲς διατάσσονται μαγειρεῖο, ἐργαστήρια, ἀχυρώνες, στάβλοι, πηγάδι, κῆπος. Πῶς γνωρίζομε ὅτι οἱ κατοικίες δὲν εἶχαν παραπάνω ὀρόφους; Ἀκριβῶς ἕνεκα τοῦ ὑποστύλου (δηλαδὴ ποὺ δὲν εἶναι αὐλή) μεγάρου ποὺ ἔπρεπε νὰ ἡλιασθῇ δία φεγγιτῶν, λέει ὁ Kemp[ix].

Tel el-Amarna, κατοικία T.36.36

 

Πηγή: Nadine Moeller, The Archaeology of Urbanism in Ancient Egypt

Chr. Tietze ἔχει ταξινομήσει τέτοιους τύπους κατοικίας κατὰ μέγεθος καὶ παρομοίως, ὁ Manfred Bietak[x].  Καταρχὰς εἶναι τὸ μέγαρο σὺν δύο κοιτῶνες (Τ.Ι), μετὰ προστίθεται ἡ στοὰ ὑποδοχῆς (Τ.ΙΙ), τὸ κλιμακοστάσιο (Τ.ΙΙΙ), ἄλλα δύο δωμάτια (Τ.IVa), ὅπου κατοικοῦν πληβεῖοι.  Τὸ πρόπυλο καὶ ὁ προθάλαμος εἶναι ἴδιον τῶν κατοικιῶν τῶν ἀξιωματοῦχων. Ὅμως ἂν κοιτάξωμε τὸν τύπο ποὺ ἐπαναλαμβάνεται στοὺς στοίχους τῶν ἐνδιαιτημάτων στὸν οἰκισμὸ τῶν ἐργατῶν, εὔρους πέντε πήχεων καὶ δύο πιθαμῶν (~5m) καὶ διπλασίου μήκους, βλέπουμε τὴν τριμερὴ δομὴ, προθάλαμο, μέγαρο, ζώνη κοιτῶνα καὶ μαγειρίου[xi]. Kαθὼς αὐτὰ στοιχίζονται κατὰ στενωποὺς δὲν ἔχουν αὐλὴ, καὶ ἔτσι τὸ μαγειρεῖο εὑρίσκεται ἐντὸς τοῦ σπιτιοῦ. Στὴν Deir el Medina ὅπου ἀπαντῶμε πάλιν σχεδιασμένο ἐργατικὸ οἰκισμό, ἄρα ὅπου κτίζονται σαφεῖς τύποι, ἡ τυπικὴ ἐργατικὴ κατοικία ἔχει παρομοία διάταξη μὲ τὴν ἀντίστοιχη τῆς Ἀμάρνα, ὅπως παρατηρεῖ καὶ ὁ Badawy, μὲ διαφορὰ τὴν ὀπισθία αὐλὴ ὅπου εὑρίσκεται τὸ μαγειρεῖο καὶ κλίμακα πρὸς τὴν στέγη. Ἔχει εὔρος πέντε μέτρων ἐπίσης, ἀλλὰ μακρότερο, τριπλασίου μήκους. Στὸν προθάλαμο, χαμηλότερο τοῦ δρόμου, εὑρίσκεται ὁ βωμὸς (στὸν Βησά, τὸν Ὅρο ἢ τὴν Ἴσιδα), μετὰ τὸ ψηλοτάβανο μέγαρο μὲ κεντρικὸ ὑποστήλωμα, τὸ ὑπνοδωμάτιο καὶ διάδρομο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αὐλή[xii].

Πηγή: A.Badaway, A History of Egyptian Architecture, The Empire (the New Kingdom)

Ἡ τριμερὴς δομὴ γίνεται σαφὴς κατὰ τὸ μέσο καὶ νέο βασίλειο, καθὼς οἱ λαβυρινθώδεις σχηματισμοὶ τοῦ παλαιοῦ καθιστοῦν χαλεπέστερο τὸν ἐντοπισμό της. Πχ. στὴν διαμπερὴ κατοικία Ε στὸ Khentkawes στὴν Γίζα διαφαίνεται αὐλὴ εἰσόδου ποὺ τρέπεται σὲ ὀπισθία, καὶ χῶρος προθαλάμου ποὺ κοινωνεῖ μὲ ἐπιμήκη δώματα[xiii].  Σὲ ἔπαυλεις στὴν El Lāhūn ἀπαντῶμε τὴν δομὴ ποὺ ἐμφανίζεται ἀργότερο στὴν Ἀμάρνα:  Ἡ εἴσοδος στὸ μέγαρο μὲ τὰ παράπλευρα δώματα διὰ προθαλάμου καὶ προστῴου γίνεται ἀπὸ κεντρικῆς αὐλῆς προσεγγίσιμης διὰ μακροῦ διαδρόμου ἐνῷ μικρὲς περίστυλες αὐλὲς μὲ κιστέρνες χωρίζουν τὸ κεντρικὸ τμῆμα τοῦ ὑπολοίπου συμπλέγματος[xiv].

Πηγή: Nadine Moeller, The Archaeology of Urbanism in Ancient Egypt

Τὰ ἀνάκτορα δὲν ἔχουν ἀποκλειστικῶς οἰκητικὸ χαρακτῆρα, ἀλλὰ κυρίως τελετουργικό. Ὡς ἐπὶ γῆς θεός ὁ βασιλεὺς ἐμφανίζεται ἐπὶ τοῦ θρόνου ὅπως οἱ θεοὶ στὸν ναό, ὁμοιοῦται μὲ τὸ ἀνάκτορο, ὅπως δεικνύει ἡ λέξη ποὺ τὸν σημαίνει. Ἡ λέξη φαραώ ἐτυμολογεῖται ἐκ τοῦ ἀνακτόρου (per-aa). Όπότε ἡ θέση τῆς αἰθούσης του θρόνου κατόπιν διαδοχικῶν αὐλῶν ἁρμόζει στὸ ἄβατο τῶν ναῶν καὶ ἂν λέγαμε, δίδει ἕνα ἐπιπλέον νόημα στὴν ἰδιωτικότητα. Ἔπειτα, τὰ ἀνάκτορα στεγάζουν, ὅπως μνημονεύουν γραπτὲς πηγές, τὸν βεζίρη καὶ τοὺς λοιποὺς ἀξιωματούχους τοῦ κράτους ἀλλὰ καὶ στρατόπεδο. Τέλος, οἱ χρήσεις πολλάκις διασπείρονται σὲ πλῆθος ἀνακτόρων: Ἄλλο ἐπὶ κατοικία, ἄλλο πρὸς τελετές, ἀλλὸ ὡς γυναικωνῖτις (χαρέμι),  ἐνῷ δὲν λείπουν κατὰ τόπους ἀνάκτορα, ἐκστρατείας, λείψανο τῶν ἀρχαιοτέρων περιοδευόντων βασιλέων πρὸς συγκομιδὴ φόρων. Πχ. τὰ ἀνάκτορα τῶν ναῶν ποὺ δὲν εἶναι μόνιμες κατοικίες τοῦ φαραώ, ὅπως ἐκεῖνο τοῦ Ay, τοῦ Ὀσυμανδύου, Ῥαμεσσῆ Β΄ στὸ Ῥαμεσσεῖον ἢ τοῦ Ῥαμεσσῆ Γ΄ στὸ Medinet Habu, διαφέρουν τῶν κατοικιῶν στὸ ὅτι εἶναι συμμετρικὰ οἰκοδομήματα καὶ προσομοιάζουν σὲ ναοὺς καθὼς ὁ θρόνος κεῖται στὸν ἄξονα ὁρατὸς τῆς αὐλῆς διὰ τοῦ προπύλου, μεγάλης ὑποστύλου αἰθούσης ὡς προθαλάμου μὲ δύο ἐπιπλέον παράπλευρες ἑκατέρωθεν εἰσόδους, καὶ τῆς ἐπίσης ὑποστύλου ἀλλὰ μικροτέρας αἰθούσης τοῦ θρόνου. Τοῦτα γράφει ὁ Manfrent Bietak [xv], καὶ στὴν ἴδια ἔρευνα που ἐπιμελεῖται, ἡ Εὖα Lange-Ἀθηνοδώρου συγκρίνει τὰ κατεσκαμμένα δώματα τῶν ἀρχαιολογικῶν ἀνασκαφῶν με τὰ ὀνόματα τῶν χώρων ποὺ ἀπαντῶμε στὰ γραπτά:
τεῖχος περιβόλου = rw.tj wr.tj,
ἔκκεντρος εἴσοδος (χωρὶς ἀντιστοιχία)
προθάλαμοι καὶ αἴθουσες = wAxy / DAd.w
μέγαρον (κεντρικὴ αἴθουσα) = wAxy
αἴθουσα θρόνου = a-Xn.wtj
ἰδιωτικὰ δώματα = a-Xn.wtj
μαχαζένια, ἀποθήκες, γραφεία (χωρίς ἀντιστοιχία) [xvi]
Κάθε ἔπαυλη καὶ ἀνάκτορο εἶχε κῆπο μὲ ὄρχους δένδρων καὶ φρέατα ποὺ ἀπαντῶμε σὲ ἀναπαραστάσεις.

[Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΣΤΑΣ] Τὸν καιρὸ τοῦ νέου βασιλείου στὴν Αἴγυπτο, κατὰ βορρᾶν, τὰ σπίτια τῆς νήσου Θήρας ὁμοιάζουν σ’ ἐκεῖνα τῶν Θηβῶν, ἐνῷ μινωικοῦ τύπου νωπογραφίες ἔχουν βρεθῆ σὲ σύγχρονα αἰγυπτιακὰ ἀνάκτορα. Ἐπίσης τὰ ἀχαϊκὰ ἀνάκτορα ἔχουν παρόμοιες κεντρικὲς αἴθουσες, τὰ μέγαρα, μὲ τὴν διαφορὰ ὅτι ἕνεκα κλίματος ἔχουν στὸ κέντρο ἑστία, ὥστε οἱ φεγγῖτες χρησίμευαν καὶ διὰ τὴν διαφυγὴ τοῦ καπνοῦ. Ὅμως ὁ τύπος ποὺ χαρακτηρίζει τὴν οἰκία στοὺς οἰκισμοὺς τῆς Ἐλλάδας εἶναι ὁ πέριξ αὐλῆς, μετὰ περιστύλου (περιστῴου) ἢ προστάδος (παστάδος). Ὁ Βιτρούβιος στὸ ἕβδομο κεφάλαιο τοῦ ἕκτου βιβλίου του, μᾶς δίδει λεπτομερὴ περιγραφή τοῦ ἑλληνικοῦ τύπου. Ἡ εἴσοδος στὴν αὐλὴ γίνεται διὰ στενοῦ περάσματος, τὸ θυρωρεῖον, μὲ θύρες στὰ ἄκρα του και ἑκατέρωθε στάβλους καὶ δώματα τοῦ θυρωροῦ. Ἡ αὐλὴ εἶναι περίστυλος καὶ οὕτως ὀνομάζεται περίστυλον ἢ περίστῳον. Τὸ περιστύλιο δύναται να περιβάλλει τὴν αὐλὴ κατά τρεῖς πλευρές. Στὴν τετάρτη πλευρὰ σχηματίζεται μία κόγχη ἀναμέσο τῶν παραστάδων τῶν ἀστεγάστων τοίχων, ἡ προστὰς ἢ παστάς, ὡς εἴσοδος στὸ δῶμα τῆς οἰκοδεσποίνης μὲ τὰ συνδεόμενα δωμάτια πρὸς ὑφαντικὲς ἐργασίες. Ἑκατέρωθε τῆς προστάδος κεῖνται δύο δώματα, ὁ θάλαμος καὶ ὁ ἀμφιθάλαμος. Πέριξ τοῦ περιστύλου ἀναπέπτανται χῶροι καθημερινῆς χρήσης, δειπνητήρια,  διάφορα δώματα, κοιτῶνες οἰκετῶν. Τὸ μέρος τοῦτο καλεῖται γυναικωνῖτις. Ἡ γυναικωνῖτις ἢ ὁ γυναικὼν εἶναι αὐτοῦ ἐπίσης τὸ ἰδιωτικώτερο μέρος τῆς κατοικίας, καθὼς ἕτερο πολυτελὲς περίστυλο σχηματίζεται μεταξύ εἰσόδου καὶ γυναικωνίτιδος, ἡ ἀνδρωνῖτις ἢ ὁ ἀνδρών (καὶ ἀνδρέων ―ἀνδρείων στὸ ἐπικὸ ὕφος). Τὰ δύο μέρη τῆς κατοικίας συνδέονται διὰ τῆς μεσαύλου θύρας, στενὸ διάδρομο  μεταξύ τῶν δύο περιστύλων. Τὸ περιστύλιο τοῦτο λοιπὸν περιβάλλει τὶς τέσσερις πλευρές μὲ συχνὰ τοὺς κίονες τῆς ἀναπεπταμένης κατὰ νότο στοᾶς ὑψηλοτέρους στὸ καλούμενο ῥοδιακό περίστυλο ποὺ ἀπαντῶμε πχ. στὴν Δῆλο («οἱκία τῶν προσωπείων»). Τὰ πέριξ δώματα εἶναι αἴθουσες ὑποδοχῆς μὲ ἐπιβλητικὰ θυρώματα καὶ ξυλίνες φατνωτὲς ὀροφές, ἐνῷ οἱ κίονες τοῦ περιστύλου εἶναι λίθινοι κονιατοί. Στὴν ἀναπεπταμένη κατὰ βορρᾶ πλευρά κεῖνται κυζικηνὸ δειπνητήριο καὶ πινακοθήκη· στὴν πρὸς ἀνατολάς, βιβλιοθήκη, στὴν πρὸς δυσμάς, ἐξέδρα (καθιστικό)· στὴν κατὰ νότο, τετράγωνος αἴθουσα συμποσίων (ἀνδρών, συμπόσιον ἢ οἶκος) μὲ ἀνάκλιντρα παρὰ τοὺς τοίχους μὲ χῶρο στὸ κέντρο διὰ τὴν κίνηση οἰκετῶν, αὐλιτῶν καὶ ἄλλων. Ὡσαύτως μὲ τὰ ἰαπωνικὰ τατάμι οἱ διαστάσεις τοῦ συμποσίου προκύπτουν ὡς ἄθροισμα τῶν περιμετρικῶν ἀνακλίντρων. Ἡ οἰκοδέσποινα δὲν παρίστατο στὰ συμπόσια, ὅθεν καὶ ἡ ὀνομασία ἀνδρών. Ὅταν ὁ βίος ἔγινε χλιδανώτερος στὰ πλούσια σπίτια, παρὰ τὴν εἴσοδο ἀναπτύσσονται ξενῶνες λέει ὁ Βιτρούβιος.

Βιτρούβιος περιγράφει κάποιον ἰδεώδη ἂν λέγαμε, τύπο, ὅπως ἵσως νὰ τὸν ἀπὴντησε ὁ ἴδιος σὲ ἑλληνίζουσες σύγχρονές του κατοικίες, ἢ ὅπως συνέθεσε ὁ ἴδιος διάφορα στοιχεῖα ἑλληνικῶν κατοικίων σὲ ἕνα παράδειγμα, μάλιστα προβάλλων ῥωμαϊκή τινα δίαιτα. Τὰ ἀρχαιολογικὰ εὑρήματα τῆς κλασικῆς περιόδου δὲν μᾶς φανερώνουν ἀλλὰ μία μόνον αὐλὴ δίχως στοὰ ἢ ἀρχικῶς μὲ στόα στὴν μία πλευρά (παστάδα), τουλάχιστον ἕναν ἀνδρῶνα (συμπόσιο, οἶκο), ἐνῷ ἡ γυναικωνῖτις τίθεται στὸν ὄροφο. Τὰ δώματα ὑποδοχῆς στὸ ἰσόγειο εἶναι οἱ μᾶλλον χῶροι δεξίωσης ξένων, κείμενοι ἔναντι τῆς εἰσόδου, ὥστε νὰ τοὺς ἀντικρίζῃ ὁ ξένος καὶ νὰ ἡλιάζωνται παρὰ τοῦ νότου, ἡ γυναικωνῖτις στὸν ὄροφο ἄνωθε τῆς παστάδος (ποὺ χρησιμεύει ὡς διάδρομος) εἶναι οἱ ἰδιωτικώτεροι χῶροι, ἐνῷ οἱ δοῦλοι θάλαμοι κεῖνται στὴν σκιερὴ ἔσω πλευρὰ τῆς εἰσόδου. Μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε ὅτι ἡ αὐτὴ αὐλὴ ἦταν καθόλην τὴν ἡμέρα χῶρος ἰδιωτικός, τῶν γυναικῶν, καθὅσον δὲν ἐδεξιοῦτο ὁ κύριος τοὺς φίλους του.  Ὁ A.W. Lawrence στὸ βιβλίο του περὶ ἑλληνικῆς ἀρχιτεκτονικῆς[xvii] ἀναφέρει περιγραφὴ ποὺ δίδει ὁ Λυσίας στὴν Ὑπὲρ τοῦ Ἐρατοσθένους φόνου ἀπολογία ὅπου ἀνάγκης ἕνεκα ἐναλλάσσονται οἱ συνήθεις χῶροι (ὅπου βλέπομε τὴν διαφωνία ἀφηρημένου καὶ βιωμένου χώρου ποὺ θίξαμε στὸ δεύτερο κεφάλαιο):

Πρῶτον μὲν οὖν, ὦ ἄνδρες, (δεῖ γὰρ καὶ ταῦθ’ ὑμῖν διηγήσασθαι) οἰκίδιον ἔστι μοι διπλοῦν, ἴσα ἔχον τὰ ἄνω τοῖς κάτω κατὰ τὴν γυναικωνῖτιν καὶ κατὰ τὴν ἀνδρωνῖτιν. ἐπειδὴ δὲ τὸ παιδίον ἐγένετο ἡμῖν, ἡ μήτηρ αὐτὸ ἐθήλαζεν· ἵνα δὲ μή, ὁπότε λοῦσθαι δέοι, κινδυνεύῃ κατὰ τῆς κλίμακος καταβαίνουσα, ἐγὼ μὲν ἄνω διῃτώμην, αἱ δὲ γυναῖκες κάτω.

Δημοσθένης λέει ὅτι δὲν ὑπήρχαν πολυτελεῖς κατοικίες στὴν Ἀθήνα πρότερον τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀληθεύει, συνεχίζει ὁ Lawrence, καθὼς ἀφενὸς ὁ Ἀριστοφάνης μνημονεύει κάτι τέτοιο (πχ. στὶς Νεφέλες), ἀφετερου εὑρέθησαν ἐρείπια μεγάλων οἰκιῶν στὴν Ἀττικὴ, πχ. στὸ Δέμα καὶ στὴν Βάρη, ποὺ ἦσαν βέβαια ἀγροικίες. Ὅμως τὸ εὐκρινέστερο ἀνεσκαμένο δεῖγμα ἑλληνικῆς κατοικίας τῆς ἐποχῆς εἶναι στὴν ἀθηναϊκὴ κληρουχία τῆς Ὀλύνθου (430 πΧ.). Οἱ κατοικίες σχηματίζουν οἰκοδομικὰ τετράγωνα ἑκατὸ ἐπὶ τεσσαράκοντα ὑαρδῶν καὶ ἑκάστη καταλαμβάνει τετράγωνο οἰκόπεδο περὶ τὶς εἴκοσι τετραγωνικὲς ὑάρδες. Οἱ διαστάσεις τῶν δωματίων ὅμως δὲν εἶναι οἱ ἴδιες ἀνὰ κατοικία καὶ ἔτσι διαφέρουν κατὰ κάτοψη, ἂν καὶ ὅλες ὑπακουοῦν στὸν αὐτὸ τύπο, μὲ κεντρικὴ αὐλη ―μὲ στοὰ στὴν ἀναπεπταμένη πρὸς νότο πλευρά (παστάδα) ὅθεν δύναται ν’ ἀναπτυχθῇ καὶ στὶς λοιπὲς πλευρές (περίστυλον) καὶ ἀνδρῶνα ἔνθε τῆς παστάδος, συνήθως μὲ ψηφιδωτὸ δάπεδο. Ἀφοῦ ὁ ἀνδρὼν πρέπει νὰ ἡλιάζεται παρὰ τῆς αὐλῆς, ἡ εἴσοδος δὲν διανοίγεται στὸν βορρᾶ, ἀκόμη κἂν πρόκειται περὶ οἰκοπέδων κειμένων στὴν βόρειο πλευρὰ τοῦ οἰκοδομικοῦ τετραγώνου. Διὰ νὰ ἀντιληφθῶμε τὴν ἱεραρχία τῶν χώρων, ἂν σχεδιάζαμε ἐλληνικὴ κατοικία, θὰ σχηματίζαμε πρῶτον τὴν αὐλή, μετὰ θὰ θέταμε τὸν ἀνδρῶνα στὴ βόρειο πλευρά καῖ τὴν εἴσοδο ἔναντι, σὲ κάποια τῶν λοιπῶν πλευρῶν,  μετὰ τὴν προστάδα ἔμπροσθε του ἀνδρῶνα μὲ τὸν ὄροφο τῆς γυναικωνίτιδος ὕπερθέ του καὶ τέλος θὰ συμπληρώναμε τὸ ὑπόλοιπο περίστῳο.  Οἱ τοῖχοι ἦσαν ὠμοπλίνθινοι κονιατοὶ καὶ ἐπιχρωματισμένοι κατὰ ζῶνες, τὰ ὑποστυλώματα τῶν περιστύλων ξύλινα, τὰ λοιπὰ δάπεδα με κομίαμα ἢ πατημένο χῶμα. Τὸ λουτρὸ εἶναι ὀπτοῦ πηλοῦ.  Τὸ ἀνακτορο τῆς Βεργίνας εἶναι κατὰ τὸν ἴδιο τύπο ἀλλὰ μὲ διαστάσεις αὐλῆς σχεδὸν 50Χ50 μέτρα περιστύλου μὲ δωρικοὺς κίονες. Τρεῖς οἶκοι πλευρᾶς πεντήκοντα ποδιῶν (16m) μὲ περιμετρικὰ ἀνάκλιντρα κεῖνται στὴν ἀναπεπταμένη πρὸς ἀνατολὰς πλευρά (δυτική πτέρυγα). Παρὰ τὴν πολυτέλεια, ἡ ἀνωδομὴ τῶν τοίχων ὑπὲρ τὴν λιθίνη βάση εἶναι ἐξ ὠμοπλίνθου.

 

Θουκυδίδης (ἱστοριῶν Γ΄, 68.3.) περιγράφει καταγώγιο (ξενῶνα, πανδοκεῖο) πέριξ αὐλῆς, ποὺ ἔκτισαν οἱ Λακεδαιμόνιοι στὶς Πλαταιές, μὲ ὄροφο, διακοσίων ποδῶν ἡ κάθε πλευρά.

ὕστερον δὲ καθελόντες αὐτὴν ἐς ἔδαφος πᾶσαν ἐκ τῶν θεμελίων ᾠκοδόμησαν πρὸς τῷ Ἡραίῳ καταγώγιον διακοσίων ποδῶν πανταχῇ, κύκλῳ οἰκήματα ἔχον κάτωθεν καὶ ἄνωθεν, καὶ ὀροφαῖς καὶ θυρώμασι τοῖς τῶν Πλαταιῶν ἐχρήσαντο, καὶ τοῖς ἄλλοις ἃ ἦν ἐν τῷ τείχει ἔπιπλα, χαλκὸς καὶ σίδηρος, κλίνας κατασκευάσαντες ἀνέθεσαν τῇ Ἥρᾳ, καὶ νεὼν ἑκατόμπεδον λίθινον ᾠκοδόμησαν αὐτῇ.

Τῶν σπανίων δειγμάτων ἑλληνικοῦ σπιτιοῦ κατὰ τὴν περιγραφὴ τοῦ Βιτρουβίου, ἔχον δύο αὐλές, εὑρίσκεται στὴν Πριήνη (τέλη δ΄αἰ. μὲ γ΄ πΧ. αἰ.) καὶ παρήχθη ἐπειδὴ ἁπλῶς συνεδέθησαν δύο κατοικίες ―εὐμεγέθεις ἄλλωστε κατοικίες δὲν ἔχουν ἀλλὰ μίαν αὐλή. Τὸ περίστυλο, στὴν βόρειο πλευρά, ἤτοι, τὴν ἀναπεπταμένη κατὰ νότο, ἔχει παχυτέρους στύλους ποὺ σημαίνει ὅτι ἦταν ὑψηλότερο, δηλαδή, ῥοδιακοῦ τύπου. Ὁ ἀνδρὼν ἕχει διαστάσεις περὶ τὰ ἑπτὰ ἐπὶ ἑπτὰ μέτρα.

 Στὴν ἑλληνορρωμαϊκὴ Δῆλο τοῦ δευτέρου μισοῦ τοῦ β΄ πΧ. αἰ. παραμένει ὁ τύπος κατοικίας τῆς Ὀλύνθου μὲ τὴν  διαφορὰ ὅτι αὐτοῦ ἀπαντῶμε ἀρτιοτέρα τέχνη, ὅπως περίτεχνα ψηφιδωτὰ καὶ λυγδίνους κίονες στὰ περίστυλα, νωπογραφίες στοὺς οἴκους. Οἱ τοῖχοι εἶναι λίθινοι, ἐκ τῆς τοπικῆς πέτρας καὶ θυρώματα καὶ παράθυρα ἔχουν λίθινα ὑπέρθυρα καὶ παραστάδες. Τὰ περίστυλα εἶναι  διώροφα καὶ οἱ στέγες κλίνουν πρὸς αὐτά, ὥστε τὰ ὄμβρια ὕδατα νὰ συλλέγωνται σὲ κιστέρνες κάτωθεν αὐτῶν. Οἱ ἄνωθεν ὄροφοι ἦσαν χαμηλοτέρου ὕψους τοῦ ἰσογείου καθὼς ἡλιάζονται εὐμαρῶς. Ἡ περίτεχνος διακόσμηση ἐνίων ἐξ αὐτῶν καὶ οἱ ἐξωτερικὲς ἢ ἀρξάμενες ἀπὸ διαφορετικὴ εἴσοδο (πχ. «οἰκία τῶν προσωπείων») κλίμακες δὲν ἀποκλείουν τὴν εἰκασία[xviii] ὁ ὄροφος νὰ ἀποτελῇ ἐνίοτε διαφορετικὸ διαμέρισμα (ἐνοικιαζόμενο πιθανῶς), ἂν καὶ ἡ στενὴ κλίμαξ ἀνόδου μειώνει κάπως τέτοια πιθανότητα. Ὅμως ἐν πάσῃ περιπτώσει τὰ ἄνω διαμερίσματα μόλις δύνανται νὰ χαρακτηριστοῦν ἰδιωτικὰ ὡς γυναικωνῖτις. Πράγματι ἔνι κτήρια ποὺ εἶναι σύναμα λέσχες καὶ κατοικίες ὅπως τὸ λεγόμενο ἵδρυμα τοῦ κοινοῦ τῶν βηρυτίων Ποσειδωνιαστῶν μετὰ περιστύλου, αὐλῆς καὶ ἀνδρῶνος. Ἡ διαφορὰ μεταξύ τῶν ἀθηναϊκῶν κατοικιῶν τοῦ δ΄ αἰ. καὶ ἐκείνων τῆς Δήλου τοῦ β΄ αἰ. εἶναι ὅτι στὰ πρῶτα ναίουν πολίτες ποὺ ὅσο πλούσιοι κἂν ἦσαν δὲν ἐδύναντο νὰ ἐπιδείξουν πολυτέλεια, ἐνῷ στὰ δεύτερα, ἔμποροι ἀνὰ τὴν Μεσόγειο ποὺ συνευρίσκοντο σὲ ἐλεύθερο δασμῶν ἐμπορίον.

[ΤΟ ΡΩΜΑΪΚΟ ΑΙΘΡΙΟ] Ὁ Βιτρούβιος στὸ πρῶτο κεφάλαιο τοῦ ἕκτου βιβλίου του τὸ ὁποῖο εἶναι περὶ κατοικίας, ἀναφέρεται στὸ κλίμα, καὶ πῶς ἐκεῖνο τῆς Ῥώμης εἶναι ἤπιο καὶ ἐνδιάμεσο μεταξὺ τῶν ψυχρῶν καὶ τῶν θερμῶν κλιμάτων, μεσότης ποὺ δικαιολογεῖ μάλιστα τὴν Ῥώμη ὡς κοσμοκράτειρα. Ἔτσι καὶ ὁ ῥωμαϊκὸς βίος δὲν γίνεται οὔτε ἐντελῶς ἔνθεν στεγασμένου χώρου οὐδὲ τόσο σὲ ὑπαίθριο. Ἔτσι ἂν τὸ ἴδιον τῆς ἑλληνικῆς κατοικίας εἶναι ἡ αὐλή διὰ τῆς ὁποίας ὁδηγεῖταί τις στὰ δώματα, στὴν ῥωμαϊκή, ποὺ ὀνομάζεται domus (δόμος) καὶ κατὰ νόμον domicilium, αὐτὴ κλείνει τρόπον τινά ὡς cavaedium (cavum aedium) ἢ atrium (αἴθριο) καθὼς ἀφήνει ἕνα μικρὸ μόνον ἄνοιγμα στὴν στέγη, τὸ compluvium, μὲ μία μικρὰ δεξαμενή ὀμβρίων κάτω του, τὸ impluvium. Ὡς πρὸς τὴν στήριξη τῆς στέγης ὁ Βιτρούβιος διακρίνει τοὺς ἐξῆς τύπους cavaedium: τοσκανικὸ, ὅταν οἱ τέσσερις σελίδες (δοκοί) τῆς στέγης ποὺ γεφυρώνουν τοὺς καταντίκρυ τοίχους ἀλληλοτέμνονται καὶ σχηματίζουν τὸ complivium· κορινθιακό, ὅταν οἱ σελίδες στηρίζονται σὲ περίστυλο ὅπως στὴν οἰκία τοῦ Μάρκου Ἐπιδίου ΡούφουΣαβίνου (τέλη β΄ πΧ. αἰ.)· τετράστυλο, ὅταν οἱ στύλοι εἶναι τέσσερις στὶς ἁρμογὲς τῶν σελίδων, ὅπως στὴν «οἰκία τοῦ ἀργυροῦ γάμου» τῆς Πομπηίας. Ὅταν ἡ κλίση τῆς στέγης δὲν εἶναι πρὸς τὸ impuvium (compluviate) ἀλλὰ πρὸς τοὺς ἐξωτερικοῦς τοίχους, φέρει τὴν ὀνομασία displuviate. Ἡ δίχως compluvium στέγη, στενοῦ χώρου ἕνεκα λέει ὁ Βιτρούβιος, ὀνομάζεται testudinate. Ὅμως πρέπει νὰ φαντασθοῦμε ὅτι ἀρχικῶς ἡ κατοικία ἦταν ἀκριβῶς οὕτως στεγασμένη, καὶ ἀργότερο διηνοίχθη τὸ compluvium, καὶ τὸ cavaedium ―ἡ αἴθουσα,  ἐτράπη σὲ atrium ―αἴθριο, βεβαίως στοὺς μεγάλους δόμους τῶν πλουσιωτέρων οἰκογενειῶν. Τέτοιο παράδειγμα διάνοιξης compluvii εἶναι ἡ «οἰκία τοῦ χειρουργοῦ» στὴν Πομπηία. Στὸ αἴθριο εἰσέρχεταί τις διὰ στενωποῦ, τὶς fauces. Ἑκατέρωθεν συνήθως κεῖνται ἀνεξάρτητα ἐμπορικὰ καταστήματα, μαγειρεῖα, ἀρτοποιεῖα  ποὺ περιγράφει ὁ ὅρος taberna. Δύναται νὰ προηγεῖται εὐρύτερο vestibulum πρὸς ἀναμονὴ τῶν ταπεινοτέρων πελατῶν καὶ νὰ χωρίζεται σὲ πρόθυρον, θυρωρεῖον καὶ προαύλιο. Πλευρικῶς τοῦ αἰθρίου ὅπου ὁ κύριος δεξιοῦται σημαντικότερους πελάτες κεῖνται τὰ cubicula (κοιτῶνες) καὶ δύο κόγχες, οἱ alae (πτέρυγες) σ’ ἀμφότερες πλευρές. Καταντίκρυ τῆς εἰσόδου κεῖται τὸ tablinum, τὸ σπουδαστήριο τοῦ κυρίου πρὸς ὑποδοχὴ τῶν πλέον προσωπικῶν πελατῶν, τὸ ὁποῖο ἔχει ἄνοιγμα πρὸς ὀπίσθιο ὑπαίθριο χῶρο. Παρὰ αὐτό συνήθως, εὑρίσκεται τὸ triclinium, ὁ τρίκλινος οἶκος, δειπνητήριο μὲ ἀνάκλιντρα στὶς τρεῖς πλευρές (ὁ Βιτρούβιος ποὺ δίδει ἀναλογίες διὰ ἅπαντες τοὺς χώρους, ἀναφέρει ἕνα πρὸς δύο) καὶ ἐπίσης πέρασμα-fauces ποὺ καλεῖται παρὰ ῥωμαίοις, andron (ἀνδρών) καὶ ὁδηγεῖ κατεὐθείαν, κατὰ τὸν ἰταλικὸ τύπο, στὸν hortus (κῆπο) ἢ, κατὰ τὸν ἑλληνίζοντα τύπο, σὲ περίστυλο αὐλή, ὅπου δηλαδὴ ἀναπέπταται καὶ τὸ tablinum ἀλλὰ καὶ ὁ τρίκλινος. Τὸ πέρασμα τοῦτο γίνεται ἵνα μὴν ἐνοχλεῖται τὸ tablinum. Πχ. πρὸς τὸν ἱταλικὸ τύπο, ἡ «οἰκία τοῦ χειρουργοῦ» εἶναι χήρα τέτοιου περάσματος, ἐνῷ ἔχει τέτοιο, ἡ «οἰκία τοῦ Σαλλουστίου»· πρὸς τὸν ἑλληνίζοντα τύπο, ἡ «οἰκία τοῦ τραγικοῦ ποιητοῦ» ἢ ἡ «οἱκία τοῦ Μενάνδρου» ἔχουν, ἡ «οἰκία τῶν Vetii», ὄχι. Ἡ culina, τὸ μαγειρεῖο, κεῖται κάπου πλησίον μὲ ἔξοδο σὲ τέτοιο ὑπαίθριο χῶρο.

οἰκία τοῦ χειρουργοῦ

οἰκία τοῦ Σαλλουστίου

Ἡ περίστυλος αὐλὴ ποὺ ἀπαντῶμε σὲ πολλές τῶν διασωζομένων πολυτελῶν κατοικιῶν τῆς Πομπηίας, δίδει τὴν δυνατότητα ἐπιπλέον χώρων χλιδῆς ὅπως εἶναι χῶροι συμποσίων, οἱ oeci (οἶκοι) καὶ καθιστικοὶ ἡμικυκλικοὶ χῶροι συνήθεις σὲ δημοσίες στοές (μορφὴ ποὺ θὰ κληρονομηθῇ στὴν κόγχη τοῦ χριστιανικοῦ ἱεροῦ), οἱ exedrae (ἐξέδραι) καὶ οἱ πινακοθήκες. Παρατηροῦμε ὅτι τέτοιους χώρους ὁ Βιτρούβιος ἔχει ἀποδώσει καὶ στὸ ἑλληνικὸ σπίτι. Τέσσερις τύπους οἴκων διακρίνει ὁ Βιτρούβιος: Τὸν τετράστυλο· τὸν κορινθιακό, μὲ ἕναν στοῖχο κιόνων καὶ θόλο ὕπερθε· τὸν αἰγυπτιακό, μὲ περιμετρικὴ κιονοστοιχία καὶ μικροτέρα ὕπερθε μὲ φεγγῖτες σὰν βασιλική· καὶ τὸν κυζικηνό, ὅπως ὁνομάζει τὸν τυπικὸ ἑλληνικό, ἀλλὰ μεγαλώτερο, μὲ δύο στοῖχους ἀνακλίντρων, μὲ δίφυλλο θύρωμα, παράθυρα στὸ βορρᾶ καὶ θέα στὸν κῆπο ποὺ δύναται νὰ κεῖται μετὰ τὸ περίστυλο. Τέτοιους κήπους μετὰ τὸ περίστυλο ἀπαντῶμε στὴν «οἰκία τοῦ Πανός», τὴν «οἰκία τοῦ Πάνσα» ἢ σ’ ἐκεῖνη ποὺ ἔκτισε ὁ Marcus Loreius Tiburtinus, ὅπου μάλιστα εἶναι τέτοιο τὸ μέγεθος τοῦ κήπου ποὺ καταλαμβάνει ὅλο τὸ οἰκοδομικὸ τετράγωνο.

Βιτρούβιος κάμει ἐπίσης μνεία στοὺς προσανατολισμοὺς τῶν χῶρων. Τὰ χειμερινὰ δειπνητήρια πρέπει νὰ εἶναι νοτιοδυτικά, ὥστε νὰ φυλάσσουν μία γλυκεῖα ζέστη τὸ βράδυ· κοιτῶνες καὶ βιβλιοθήκες, ἀνατολικά, καθὼς τὸ πρωί χρησιμοποιοῦνται, ἀλλὰ ἀποφεύγεται καὶ ἡ σήψη τῶν βιβλίων ποὺ προκαλεῖ ἡ ὑγρασία· ἀνοιξιάτικα καὶ ὀπωρινὰ δειπνητήρια, ἀνατολικά, καθὼς ἔτσι θὰ ἔχουν τὴν κατάλληλη θερμοκρασία κατὰ τὴν ὥρα τοῦ δείπνου· θερινά, βορινά, ὥστε νὰ μὴν εἶναι ἀνυπόφορα ἀπὸ τὴν ζέστη. Ἐπίσης πινακοθήκες, ἐργαστήρια ὑφαντουργίας ἢ ζωγραφικῆς, ὀφείλουν νὰ εἶναι βορινά, ὥστε νὰ ἔχουν σταθερὸ φωτισμὸ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας.

Οἱ χῶροι τῆς κατοικίας ὁρίζονται καὶ πρὸς τὴν κοινωνικὴ θέση τοῦ δεσπότου. Καθὼς ὑπάρχουν χῶροι ἰδιωτικοὶ ὅπως οἱ κοιτῶνες, τὰ λουτρά, τὰ δειπνητήρια, ὅπου οὐδεὶς εἰσέρχεται ἀπρόσκλητος, καὶ μᾶλλον δημόσιοι, ὅπως τὰ vestibula, τὰ atria, τὰ peristyla, ποὺ δύναται νὰ ἐπισκεφθῇ τις, ἡ ὑπάρξη τούτων τῶν χώρων ὑποδοχῆς φανερώνει ὅτι ὁ δεσπότης εἶναι κάποιος πάτρων, κάποιος ποὺ κοινωνικῶς χρη νὰ δεξιῶται ξένους. Τοὐναντίον, διὰ τυχόντες ἀνθρώπους τέτοιοι χῶροι εἶναι ἄχρηστοι, καθὼς αὐτοὶ μποροῦν νὰ συναντήσουν ἄλλους ἐκτὸς σπιτιοῦ. Ἐπίσης, ὅσοι κάμουν ἐργασίες στὴν ἐξοχή, χρὴ νὰ ἔχουν ἀποθήκες πρὸς φύλαξη τοῦ καρποῦ τέτοιων ἐργασιῶν. Κεφαλαιοκράτες καὶ γαιοκτήμονες ὁφείλουν νὰ ἀνεγείρουν κάπως ἄνετες καὶ εὐπρεπεῖς κατοικίες ἀσφαλεῖς ὅμως ληστειῶν· δημόσιοι ῥήτορες καὶ παράκλητοι, ὀμορφότερες καὶ εὐρύχωρες, πρὸς ὁμιλίες καὶ συναντήσεις· ὀφφικιάλιοι, ἀξιωματοῦχοι, πολιτικοί μὲ δημόσιες ὑποχρεώσεις, λαμπρὲς αἴθουσες δεξίωσης σεμνοῦ ὕφους καὶ  εὐρύχωρα αἴθρια καὶ περίστυλα καὶ κῆπους μὲ περιπάτους προσήκοντες τοῦ ἀξιώματος αὐτῶν. Ἐπίσης χρῶνται βιβλιοθηκῶν, πινακοθηκῶν, βασιλικῶν προσομοιαζόντων στοὺς δημοσίους χώρους ἀφοῦ ἀκροάσεις καὶ συλλόγοι δύνανται νὰ γίνουν σὲ τοιαῦτες οἰκίες. Τὰ παλάτια τῶν ῥωμαίων ἡγεμόνων (πχ. villa augustana, villa flavia) εἶναι τέτοια περίπτωση ἂν καὶ ἀπομακρύνονται κατὰ πολὺ τοῦ τύπου τοῦ δόμου. Ἔνθα ἀφουγκραζόμεθα τὴν σχέση ἱεραρχίας χώρων καὶ κοινωνίας ποὺ ἐκθέσαμε στὸ τρίτο κεφάλαιο.Οἱ κατοικίες τοῦ ἄστεως ὑπακουοῦν τὴν παραπάνω δομή, καὶ ἀκόμη καὶ στὶς σπανίες ἐξαιρέσεις εἶναι οἱ αὐτοὶ χῶροι σὲ διαφορετικὴ σύνταξη. Στὴν «ἔπαυλι τῶν μυστηρίων» ἀπαντῶμε αἴθρια καὶ περίστυλο (ὅπως καὶ ἡμικυκλικὲς ἐξέδρες) ὅμως ἡ εἴσοδος γίνεται στὸ περίστυλο, ὄχι σὲ αἴθριο. Πράγματι, αὐτὴ εἶναι villa ―ἔπαυλις ἄρα ἡ εἴσοδος εἶναι ἐπὶ τῆν αὐλὴ ὅπως γίνεται στὶς villae rusticae, τὶς ἀγροικίες. Ἁπλῶς, τούτη εἶναι villa otium, πρὸς ἀναψυχή καὶ ἀναχώρηση ἐκ τοῦ πουβλικοῦ βίου, εὑρισκομένη πλησίον τοῦ ἄστεως. Ὅμως ὅταν παρήκμασε μετὰ τὴν ἔκρηξη τοῦ Βεζουβίου, ἔτραπη πράγματι σὲ ἀγροικία μὲ ληνὸ διὰ τὸ πάτημα σταφυλιοῦ, παρότι ἄλλαξε ἡ θέση τῆς εἰσόδου! Τέτοιες ἦταν οἱ ἐκτενεῖς ἐπαύλεις ἀναψυχῆς ἡγεμόνων, πολύπλοκα συγκροτήματα ὅπως ἡ domus aurea ἢ ἡ villa adriana. Ὁ Βιτρούβιος δὲν παραλείπει νὰ μᾶς εἴπῃ καὶ περὶ ἀγροικῶν ἐπαύλεων. Πέραν τῆς εὐμεγέθους καὶ εὐηλίου αὐλῆς καὶ τῶν οἰκητηρίων χώρων ὁρίζει τὴν θέση τῶν ἄλλων χώρων, ἀγροτικῆς καὶ κτηνοτροφικῆς χρήσης. Ἔτσι, οἱ ἀποθήκες τοῦ ἐλαιολάδου πρέπει νὰ ἡλιάζονται ἀπὸ νότου καὶ ὁ χώρος τῶν ληνῶν νὰ εἶναι εὐρὺς. Οἱ σταθμοὶ τῶν κτηνῶν πρέπει νὰ εἶναι ἄνετοι μὲ ἱκανὸ εὖρος. Οἱ σιτοθήκες πρέπει νὰ εἶναι ὑπερυψωμένες καὶ ἔχουν βόρειο ἢ βορειανατολικὸ προσανατολισμό, ὥστε νὰ συντηρῆται ὁ σῖτος. Οἱ στάβλοι πρέπει νὰ κεῖνται πόρρω τοῦ μαγειρείου καθὼς ἡ φωτιὰ ξηραίνει τὸ δέρμα τῶν ζώων. Φάτνες θρεμμάτων ἂς εἶναι ὑπαίθριες καὶ ἀνατολικές· σιτοθήκες καὶ ἀρτοποιεῖα, μακρὰν τοῦ σπιτιοῦ διὰ φόβο πυρκαϊᾶς.

Δὲν πρέπει νὰ ἀμνημονήσωμε τὸν τύπο τῆς πολυκατοικίας ―τὶς insulae, ποὺ ἀναπτύσσεται σὲ ἐμπορικὰ ἄστεα ὅπως ἠ Ostia Antica κατὰ τὸν ὁποῖο, οἱ στεγασμένοι χῶροι πέριξ τῆς αὐλῆς γίνονται πολυώροφοι (μέχρι καὶ ἑννεαώροφοι, 68 πόδια ἢ εἱκοσι μέτρα) καὶ χωρίζονται σὲ ἀνεξάρτητες κατοικίες. Οἱ insulae εἶχαν τρεχούμενο νερὸ καὶ ἀποχέτευση, ὅμως καθὼς ἀνεγείρονταν μὲ σκοπὸ τὸ κέρδος ἦσαν συχνὰ φθηνὲς κατασκευές, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν εἶχαν καλὴ φήμη. Ὁ Κράσσος ἦταν γνωστὸς κατασκευαστής καὶ ἰδιοκτήτης πολυκατοικίων καὶ ὁ Κικέρων τὸν ἔψεγε ὅτι χαιρόταν ὅταν κάποια ἔπεφτε ἀφοῦ ἐδύνατο νὰ ὑψώσῃ τὴν τιμὴ τοῦ ἐνοικίου στὶς ὑπόλοιπες.

Κατὰ τὰ παραπάνω μποροῦμε νὰ συμπεράνωμε τὰ ἑξῆς: καταρχὰς ὅτι στὴν ἀγροικία ἢ ἔπαυλη ἡ αὐλὴ εἶναι εὐρεία ὥστε νὰ συμπεριλάβει τὸ πλῆθος τῶν χώρων τῶν ἀγροτικῶν καὶ κτηνοτροφικῶν ἔργων καὶ καθὼς χρησιμεύει μᾶλλον ὡς ἀμυντικὸ ἔρκος δὲν περιβάλλεται ὅλη παρὰ τῶν δωμάτων ὅπως  στὴν κατοικία τοῦ ἄστεως. Ἐκεῖ ἡ αὐλὴ προκύπτει ὅταν τὸ σπίτι πρέπει νὰ στεγάσῃ πολυμελὴ οἶκο ἀλλὰ καὶ ὅταν χρὴ ὑπαιθρίων χώρων πρὸς κοινωνικὲς συνευρέσεις. Σύναμα δύναται νὰ ἔχει καὶ δοῦλα δωμάτια ὅπως ἀποθήκες ὥστε νὰ τὸ καθιστοῦν πλέον αὐτόνομο τῶν μικρῶν κατοικιῶν χωρίς αὐλή (κατὰ στοίχους, terraced) ὅπου ὁ κοινωνικὸς βίος τυγχάνει ἐκτὸς σπιτιοῦ. Ἡ κατὰ μῆκος τῆς ὁδοῦ ἀνάπτυξη τῶν κατοικιῶν στὰ ἄστεα καὶ δὴ ὅταν ἔχουν καταστήματα ἐπ’ αὐτῆς εὐνοοῦν τὴν ἀνάπτυξη τέτοιου εἴδους κατοικίας μὲ τὴν αὐλὴ νὰ ὑποβαθμίζεται εἴτε σὲ χῶρο μετάβασης στὶς κατοικίες, εἴτε νὰ ἐξαφανίζεται τελείως καὶ νὰ ἀναπτύσσεται καθ’ ὕψος τὸ κτήριο λαμβάνοντας τὴν μορφὴ τῆς ὑποδιαιρεμένης σὲ διαμερίσματα πολυκατοικίας ποὺ γνωρίζουμε στὶς σύγχρονες πόλεις. Τούτος ὁ μετασχηματισμὸς δὲν εἶναι ἄσχετος μὲ τὸ ὅτι τὸ ἄστυ εἶναι κατεξοχήν χῶρος βίου ὄχι μόνον τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν τεχνιτῶν ποὺ ἔχουν τὸ κατάστημα ἢ τὸ ἐργαστήριο των, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐργατῶν, τοῦ προλεταριάτου καὶ τοῦτο τὸ τελευταῖο εἶναι ποὺ καθορίζει τὴν σημερινὴ μορφή ἐνδιαιτήματος, τὸ διαμέρισμα. Ἐπανερχόμενοι στὸν domus, πέριξ τῆς μεσογείου, στὴν πρώην ἐπικράτεια τοῦ ῥωμαϊκοῦ κράτους, ἀπαντῶμε μεταμορφώσεις τῆς κατοικίας πέριξ αὐλῆς ποὺ εἶναι ἱκανὴ πρὸς τὴν ἀπομόνωση καὶ τὴν προστασία γυναικῶν καὶ παιδιῶν ποὺ προτάσσει τὸ ἰσλάμ. Δὲν συμπίπτει ἄρα τυχαίως ἢ μόνον κλιματικῶς μὲ τὸν ἑλληνικὸ τύπο. Ἡ κατὰ στοίχους κατοικία (terraced house) τοὐναντίον, ἦταν μᾶλλον ἡ ἐξέλιξη τοῦ domus στὴν Εὐρώπη, ποὺ στὴν Μεσόγειο καὶ τὴν ἐγγὺς ἀνατολὴ στέγαζε τὶς πτωχότερες οἰκογένειες[xix]. Στὴν Ἀφροδισιάδα στὴν Καρία καὶ στὴν Ἀπολλωνία στὴν Κυρηναϊκὴ ἀπαντῶμε δύο δείγματα ὕστερου ῥωμαϊκοῦ («βυζαντινοῦ») δόμου, τὴν κατοικία τοῦ ἐπισκόπου καὶ τοῦ δουκὸς ἀντιστοίχως, ποὺ μποροῦμε νὰ τὰ θεωρήσουμε ὡς πρότυπα διὰ τὸν τύπο σπιτιοῦ ποὺ ἄρχει ἀργότερο στὸ ἰσλάμ. Εἶναι περίστυλα κτήρια, ἤτοι μᾶλλον ἑλληνιστικοῦ παρὰ ἰταλικοῦ τύπου. Στὸ vestibulum στὴν βορεία πλευρὰ τῆς αὐλῆς, προτοῦ εἰσέλθῃ τις στὸ περίστυλο ἀπαντάει ἐπιμήκη αἴθουσα δεξίωσης (βασιλική) μὲ κόγχη στὸ πέρας της. Στὴν κατοικία τοῦ ἐπισκόπου στὴν Ἀφροδισιάδα τοῦ τετάρτου αἰῶνος ποὺ ἐκθέτει ἡ Michelle Berenfeld[xx] ἡ δυτική στοά κοινωνεῖ μὲ ἑτέρα εἴσοδο στὴν ἀντιπέραν πλευρὰ ποὺ ἔκλεισε ἀργότερον καθὼς ἀνηγέρθη κεῖ εὐκτήριος οἶκος. Κατὰ τὴν πρωταρχικὴ φάση παρὰ αὐτὴν κατελάμβαναν τὴν νότια πλευρὰ τοῦ περιστύλου λουτρά. Ἐπίσης στὴν δυτικὴ πλευρά εὑρίσκεται ἀνοικτὴ αἴθουσα ἤτοι ἐξέδρα, ἀναπεπταμένη πρὸς ἀνατολάς. Ἀπέναντι κεῖται τρίκλινος μὲ τρεῖς κόγχες τριφυλλοειδοῦς σχήματος. Στὴν κατοικία τοῦ δουκὸς τῆς Κυρηναϊκῆς τοῦ ἕκτου αἰῶνος  ποὺ ἐκθέτει ὁ Simon Ellis[xxi], ἀπαντῶμε παρομοία σύνταξη χώρων μὲ αἴθουσα στὸ βόρειο vestibulum, εὐκτήριο στὴν νότιο πλευρά καὶ τρίκλινο μὲ μία κόγχη στὴν δυτική. Τέτοιους μεγαλοπρεπεῖς ἁψιδωτοὺς τρικλίνους εὑρίσκομε καὶ ’ς ἄλλες πλουσίες κατοικίες τῆς ἐποχῆς ὅπως τὸ σπίτι τοῦ Βάκχου στὴν Djemila, τὸ παλάτι τοῦ Θεοδωρίχου, τὴν ἔπαυλη στὴν Mediana. Οἱ μεγαλοπρεπεῖς ἁψιδωτὲς αἴθουσες ἦσαν ἀναγκαῖες στοὺς δυνατοὺς ὅπου οἱ δυνατοὶ ἐδέχοντο τοὺς πελάτες των ὄχι πλέον προσωπικῶς στὸ tablinum ἀλλὰ τοὺς πτωχοτέρους μαζικῶς στὶς ἐπιμήκεις βασιλικές καὶ τοὺς ὑπολοίπους ἱεραρχικῶς στοὺς τρικλίνους, πρᾶγμα ποὺ δεικνύει τὴν ἀποκτηθείσα αὐτῶν ἰσχύ.

άριστέρα: παλάτι τοῦ έπισκόπου στὴν Ἀφροδισιάδα, δεξιά: παλάτι τοῦ δουκός στὴν Άπολλωνία πηγὴ: Simon Ellis, The End of the Roman House

[ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΤΩΝ ΟΜΕΫΑΔΩΝ] Παραδείγματα κληρονομιᾶς τῆς ἑλληνιστικῆς κατοικίας καὶ τῆς ῥωμαϊκῆς ἐπαύλεως εἶναι τὰ quṣur, κάστρα (قصر qaṣr ἐκ τοῦ λατινικοῦ castrum) τῶν Ὀμεϋαδῶν στὴν μείζω Συρία (κυρίως στὴν σημερινὴ Ὑπεριορδανία). Παρότι ἀποκαλοῦνται κάστρα τῆς ἐρήμου, καὶ θεωροῦνται ἐπαύλεις καταφυγῆς, ἀναχωρητήρια ἀναψυχῆς ἀρχόντων ἐμπνευσμένα δὴ παρὰ τῶν εἰδυλλιακῶν συριακῶν μοναστηριῶν ποὺ στάθμευαν οἱ ἀραβες ἄρχοντες, ἦσαν βίγλες, αὐτάρκη ὀχυρά φυλάκια τῶν ἐμπορικῶν ὁδῶν, ὡσὰν καραβανσεράγια ὅπως τὰ ῥωμαϊκὰ φυλάκια τῆς περιοχῆς (πχ. qaṣr Ibn Wardan). Ἔνθεν τείχους μετὰ προμαχώνων παρατάσσονται δόμοι, biyūt (بيت bīt σκηνὴ, δόμος ὅπως ἄλλωστε ὑποδηλοῖ τὸ γράμμα βῆτα) πέριξ εὐμεγέθους τετραγωνικῆς αὐλῆς. Συνήθως, ἕκαστος δόμος ἀποτελεῖται ἐξ ὀρθογωνικῆς αἰθούσης μὲ τὴν στενὴ πλευρὰ στὴν αὐλή (πχ. Qasr al-Haranah, Qasr al-Qastal), ἑνίοτε σὰν βασιλική, μὲ ἑκατέρωθεν παράπλευρα δώματα (τοὐλάχιστον δύο ζεύγη)· τρόπον τινὰ τηρεῖ τὴν μορφὴ ἀμφικλείστου αὐλῆς. Ἐπίσης δύναται νὰ περιλαμβάνει ὑπόστηλες αἴθουσες (πχ. Qasr al-Mafjar), οἰκήματα μὲ αὐλὲς ἢ περιστύλα (πχ. Qasr Al-Hallabat, Qasr al-Hayr al-Sharqi) ἐνῷ δὲν λείπουν τὰ λουτρὰ καὶ τὸ τζαμί. Στὴν πέργαμο Jabal al-Qal’a τοῦ Ἀμμᾶν ἀνασκάφησαν σπίτια ἑλληνικῆς αὐλῆς  ὅπου ὁ ἀνδρὼν ἢ τὸ τρίκλινο γίνεται dīvān. Στὴν γειτονικὴ Πέλλα ἐπίσης εὑρέθη σπίτι μὲ δύο περίστυλα, τὸ πρῶτο τοῦ ἀνδρῶνα καὶ δεύτερο ὥς γυναικωνῖτις[xxii]. Σὲ ἀββασίδικη ἔπαυλη στὴν ʿAlwīyah ἀναμέσον τῆς Μέκκας καὶ τῆς Μεδίνας ἀπαντᾶται ῥωμαϊκοῦ τύπου δεξαμενὴ στὴν πρώτη αὐλή, τῆς φιλοξενίας, ἀριστερὰ τῆς εἰσόδου αὐλῆς[xxiii]. Αὐτοῦ βλέπομε ἔτσι τὸν σχηματισμὸ δύο αὐλῶν, μία μᾶλλον δημοσίας καὶ μίας αὐστηρῶς ἰδιωτικῆς (γυναικωνῖτις) ἑκατέρωθεν τῆς εἰσόδου χαρακτηριστικὴ ἀργότερο στὴν Μεσοποταμία καὶ τὸ Ἰράν.

Qasr al-Haranah

Ἀββασιδικὴ ἔπαυλις, Alwiyah

[DĀR, BĪT] Ὁ τύπος κατοικίας ποὺ ἀπαντᾶται στὶς μεδίνες στὸν πουνέντε τῆς Ἀφρικῆς (Μαρόκο, Μαγκρέμπ, Τύνις) εἶναι biyūt (δώματα) ποὺ περικλείουν πλήρως τὴν αὐλὴ καλουμένη wūsṭ al-dār, ποὺ σημαίνει ἀκριβῶς τὸ κέντρο τοῦ οἴκου ( دَار dār). Ἡ αὐλή, ποὺ δυνάται νὰ εἶναι μετὰ παστάδος ἢ περιστῴου (nbāḥ), εἶναι χῶρος μετάβασης  στὰ δώματα καὶ χῶρος ὅπου διαβιοῦν οἱ γυναῖκες καὶ παίζουν τὰ παιδιά. Στὸ Μαρόκο εἶναι τετράγωνη καὶ στενὴ (τρία μὲ πέντε μέτρα, σπανίως μεγαλώτερη) καὶ μὲ παρειές ὕψους μέχρι και δέκα μέτρα ὥστε νὰ σκιάζεται. Εἶναι δηλαδὴ, μᾶλλον αἴθριο παρὰ αὐλή. Ἡ πρόσβαση σὲ αὐτὴν γίνεται διὰ στενωποῦ θυρωρείου καλουμένου setwān στὴν Φέζ (Fās, γαλλιστὶ Fès)[xxiv] τοῦ Μαρόκου, sḳīfa στὴν Τύνιδα, οὕτως σκολιοῦ ὥστε νὰ δυσχεραίνῃ τὴν θύραθε θέα στὴν αὐλή. Στὴν Φὲζ τὰ δώματα biyūt εἶναι στενόμακρα καὶ καταλαμβάνουν ὅλη τὴν πλευρὰ τῆς αὐλῆς ἐνῷ τὶς γωνίες καταλαμβάνουν ἀποθήκες (bīt al-ẖzīn). Στὴν νότιο πλευρὰ ἀπαντᾶται τὸ borṭāl (πχ. dār Lazreq, dār Demāna) ἕνα ἀνοιχτὸ δωμάτιο σὰν τὴν ἑλληνορρωμαϊκὴ ἐξέδρα, ἀναπεπταμένο πρὸς βορρᾶ διὰ νὰ ἀπολαμβάνει ἡ οἰκογένεια τὴν ψυχρὴ αὔρα. Σὲ μία πλεύρα (πχ. dār Caïd Bel Hassen, dār Zouiten) ἢ γωνία τῆς αὐλῆς (πχ. dār Ben Šeqrûn) μπορεῖ νὰ εὑρίσκεται κρήνη sqāya. Στὸν ὄροφο εἶναι ἀναγκαῖο τὸ περιστῴο nbāḥ ἢ ἀστέγαστος διάδρομος (πχ. dār Ben Šeqrûn) ὥστε νὰ συνδέονται τὰ δώματα ġorāf ποὺ εἶναι πανομοιότυπα μὲ τὰ νέρθε biyūt. Στὴν οἰκία Ben Šeqrûn ἡ ṣāla τοῦ ὀρόφου ἀντιστοιχεῖ στὸ δῶμα τῶν κυρίων bīt el-mā τοῦ ἰσογείου. Τὰ δώματα τοῦ ὀρόφου διατίθενται διὰ χειμερινὴ χρήση. Ἡ στέγη διαμορφώνεται ὡς πλακόστρωτο ὑπερῷο sṭaḥ (ἐπὶ στρώματος σκύρων ἐπὶ τῶν ξυλίνων δοκῶν στὸ Μαρόκο, ἐπὶ θόλων στὴν Τυνησία) ὅθεν, διαφόρως πρὸς τὴν σύσκιο, οἰκεία αὐλή, οἱ γυναῖκες μποροῦν νὰ κοινωνοῦν μὲ τὶς γειτόνισσες ὅπως εἴδαμε στὴν ἀρχαία Αἴγυπτο. Δύναται τὸ μαγειρεῖο εὑρίσκεται στὸν ὅροφο καθὼς οὕτως εἶναι πλησιέστερο στὸ ὑπερῷο ὅπου γίνεται τὸ πλύσιμο καὶ ἡ προετοιμασία του κουσκουσιοῦ.

Dar Zouiten, κάτοψη ἰσογείου, πηγὴ:   Jacques Revault, Lucien Golvin et Ali Amahan, Palais et demeures de Fès

Dar Zouiten, τομή, πηγὴ:  Jacques Revault, Lucien Golvin et Ali Amahan, Palais et demeures de Fès

Jacques Revault στὸ πόνημά του περί τῶν παλατιῶν καὶ τῶν κατοικιῶν τῆς Τύνιδος, Palais et demeures du Tunis [1967] ὑποστηρίζει ὅτι πρότυπο τοῦ τυνησιακοῦ σπιτιοῦ καὶ ἐν γένει τοῦ ἰσλαμικοῦ, εἶναι τὸ ἑλληνορρωμαϊκὸς δόμος μὲ τὸ περίστυλο καὶ τὸν οἶκο, τὸν ὁποῖο οἱ ἐντόπιοι ἀρχιτέκτονες προσήρμοσαν εὐφυῶς στὸ κλίμα τῆς περιοχῆς. Τὰ κτήρια ποὺ μελετάει ὁ Revault εἶναι τῆς ὀθωμανικῆς περιόδου τοῦ ιϛ΄καὶ ιζ΄ αἰ. ἀλλὰ παραμένουν ἀναλλοίωτα ἀπὸ τοῦ ιγ΄ αἰ. ὁπόταν ἐγκαθιδρύεται ἡ δυναστεῖα τῶν Ἁφσιδῶν. Ἔτσι ἀναγνωρίζει τὴν ἐπιρροὴ παλαίτερων τύπων κατοικίας ἐντὸς τῆς ἰσλαμικῆς οἰκουμένης ―dār al-islām, τὸ σπίτι τῆς Σαμάρρα ( سَامَرَّاء Sāmarrāʾ) στὴν Μεσοποταμία καὶ τὸ σπίτι τοῦ Φουστᾶτ (الفُسطاط  al-Fusṭāṭ), τοῦ πρώιμου Καΐρου, τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιάσωμε αὖθις μετὰ τὸ σπίτι τῆς Τύνιδος ἀπ’ τὸ βιβλίο τοῦ Revault[xxv].

Ἡ κοινὴ κατοικία κάποιου πχ. ταπεινοῦ τεχνίτου μπορεῖ νὰ εἶναι δίχως ὄροφο καὶ ἀκόσμητος μὲ ἀσβεστωμένους τοίχους, ὅμως ἀναπτύσσεται πέριξ μικρᾶς ἔστω αὐλῆς (ἦσσον τῶν δέκα μέτρων) σχήματος ἀκανονίστου τετραπλεύρου, μὲ κυρία αἴθουσα καὶ δώματα πρὸς προετοιμασία φαγητοῦ καὶ μεγάλωμα τῶν παιδιῶν (πχ. dar Ternane, dar Bellahduane, dar Chaduch). Ἡ κατοικία κάποιου ἀρχιτεχνίτου ὑφαντουργοῦ, ἐμπόρου ἢ ἱεροδιδασκάλου ἔχει κανονικώτερο σχήμα μὲ τετράγωνη αὐλή. Ἡ πύλη φράσσεται μὲ δίφυλλο ἡλωτὴ θύρα (bāb el-dār) κίτρινη ἢ πράσινη μὲ θύρωμα ἀσβεστολίθου ῥοδόχρου, ὠχροῦ ἢ ἰώδους. Ἡ sḳīfa (θυρωρεῖο) διαιρεῖται διὰ θυρωμάτων σὲ δύο ἢ τρία μέρη, σταυροθολωτά. Τὸ τελευταῖο ἐπὶ τὴν αὐλὴ θύρωμα ἔχει ἕνα φύλλο μὲ θυρίδιο (bāb bel ḳamja). Ἐνίοτε στὴν πρώτη sḳīfa (ποὺ καλεῖται καὶ drība) ἔνι πλευρικοὶ λίθινοι θράνοι (dukkāna) καθὼς δύναται να δεξιώνεται ὁ κύριος ἐκεῖ ξένους, ἐκτὸς τῆς αὐλῆς καὶ δίχως αὐτοὶ νὰ ἔχουν θέα πρὸς αὐτήν. Ἔνθεν τῆς αὐλῆς, στὴν πλευρὰ τοῦ θυρωρείου παρατάσσονται τὸ μαγειρεῖο (maṭbḵḫa), ἡ ἀποθήκη τῶν προμηθειῶν (bīt al-mūna), ἀβιτώριο (miḥāḍ). Ἔναντι, στὴν νότιο πλευρά εὑρίσκεται ἡ κυρία αἴθουσα (ἀντιθέτως δηλαδή πρὸς τὴν κινεζικὴ καὶ τὴν ἑλληνικὴ αὐλή), ὄπισθεν παστάδος ποὺ σχηματίζουν τρεῖς ἁψῖδες στηριζομένες ἐπὶ κιόνων (πχ. dar Balma, dar Ibn Arafa). Σὲ παστάδα δύναται νὰ ἀναπέπταται καὶ ἡ sḳīfa, νὰ εἶναι δὴ ἡ αὐτὴ μὲ τῆς κυρίας αἰθούσης (ἕνεκα προσανατολισμοῦ τῆς δημοσίας ὁδοῦ) (πχ. dar Romdane Bey, dar Ben Mahmoud), ἢ μπορεῖ νὰ λείπῃ τελείως ἡ στοά (πχ. dar Khodjet el-Khil, dar Bou Choucha, dar el Avari). Ὁ ὄροφος ἔχει ἀναγκαίως στοὲς ὡς διαδρόμους μετάβασης στὰ δώματα, ἀλλὰ μὲ ξύλινα ὑποστηλώματα, ἐκτὸς ἂν αὐτὸς περιορίζεται στὴν μία πλευρὰ μόνον (τῆς ὁδοῦ) (πχ. dar Ibn Arafa). Στὶς πλαγίες πλεύρες κεῖνται ἄμφω δύο στενόμακρα δώματα (bīt al-ḳāʾād) εὔρους ὄχι πλέον τῶν τριῶν μέτρων (περὶ τὶς ἕξ πήχεις, ἴσως ἐξαιτίας τοῦ περιωρισμένου μήκους τῆς ξυλείας τῆς ὀροφῆς) καὶ τριπλασίου μήκους. Ὅταν ἔνι ὄροφος ἀκολουθοῦνται τὰ ἀντίστοιχα δώματα τοῦ ἰσογείου. Δὲν ἀποκλείεται δώματα τοῦ ἄνω ὀρόφου νὰ εὑρίσκονται ὕπερθεν τῶν ἔξω ὁδῶν (πχ. dar Khodjet el-Khil).  Ἡ κυρία αἴθουσα ὅμως διακρίνεται συνήθως ὅχι μόνον ἕνεκα τῆς θέσης τῆς στὴν σκιερὴ πλευρὰ τῆς αὐλῆς ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ σχηματίζεται στὸ μέσο, μὲ δύο ἑκατέρωθε μικροὺς θαλάμους, κόγχη μὲ ἕδρες (διβάνια) στὶς τρεῖς πλευρές, καὶ σημαίνει ἕτσι τὸν οἶκο, ἀνδρῶνα ἢ τρίκλινο, ἀλλὰ στὴν μορφὴ τοῦ μεσοποταμίου īwān ποὺ θὰ ἴδωμε παρακάτω. Ἡ κόγχη τούτη ποὺ δίδει στὴν αἴθουσα τὸ διακριτὸ σχῆμα ταῦ, ὡς ἴδιον τούτων τῶν κατοικιῶν, ὀνομάζεται ḳbū καὶ οἱ ἑκάτεροι θάλαμοι, maḳṣūra. Τὸ ḳbū κεῖται ἔναντι τῆς θύρας τῆς αἰθούσης (bīt bel-ḳbū) ἐνῷ οἱ θύρες τῶν maḳṣūra ἔναντι τῶν συμμετρικῶν παραθύρων (sḫabbāk). Στὰ δύο ἄκρα τῆς αἰθούσης, στὶς κόγχες ποὺ σχηματίζονται, εὑρίσκονται τὰ κραβάτια (kalla) διὰ τὸν κύριο καὶ ταὰ παιδιά του. Ἀντιθέτως πρὸς τὴν αὐλὴ καὶ τὴν sḳīfa ποὺ εἶναι στρωμένη μὲ λίθινες πλάκες (kaḍḍāl), οἱ στεγασμένοι τοῦτοι χῶροι ἔχουν κεραμικὰ ἐφυαλωμένα πλακίδια. Οἱ τοῖχοι, ἰδίως τοῦ ḳbū δύναται νὰ εἶναι ἐπενδεδυμένοι διὰ ἐφυαλωμένων πλακιδίων μὲ γεωμετρικᾶ σχήματα, συχνὰ ψηφίδων, ἀλλὰ καὶ λαξευτῶν ἀβάκων γύψου. Οἱ ὀροφὲς εἶναι ξύλινες κατάκοσμες στηριζόμενες στὸν τοῖχο διὰ ἀντηρῖδων. Οἱ μεγάλες κατοικίες κάποιου ἱεροδίκου (μαλικίτου ἢ χανεφίτου), ὑψηλοβάθμου λειτουργοῦ ἢ ὀφφικιαλίου, πάτρωνος κουρσάρου, πλουσίου ἐμπόρου τεχνίτου ἢ γαιοκτήμονος, ἔχουν μεγαλύτερες διαστάσεις καθὼς προστίθεται σπίτι διὰ τοὺς ὑπηρέτες (dwīriya) μὲ δική του αὐλή, ḥammām, και διάφοροι δοῦλοι χῶροι ἢ μαχαζένια (maḵḫzen) ὡς ἀποθήκες, στάβλοι κτλ. Ἡ πρόσβαση σὲ τούτους τοὺς χώρους γίνεται στὶς γωνίες τῆς αὐλῆς. Ὁ χῶρος πρὸς δεξίωση τῶν ξένων δύναται νὰ γίνῃ κανονικὴ αἴθουσα (bīt al-sḳīfa ἢ bīt al-sahra). Ἡ αὐλὴ εἶναι συνήθως περίστυλος στὶς τρεῖς τουλάχιστον πλευρές (thlatha brāṭāl), ἑνῷ ὅλες οἱ πέριξ αἴθουσες ἔχουν ḳbū. Ἡ κυρία, ὡς αἴθουσα ὑποδοχής δύναται νὰ εἶναι τετράγωνη  (πχ. dar el-Daouletli) καὶ ὀνομάζεται bīt rās al-dār. Στὸν ὄροφο ἀπαντᾶται ἑνίοτε τὸ οἰκειότερο δῶμα φυλασσόμενο διὰ τὸν κύριο, τὸ ksḫuk. Τέλος, τὰ παλάτια ἢ σεράγια (πχ. dar el-Mrabet) ἔχουν παρομοία διάταξη σὺν πτέρυγα ξενῶνα (dār al-ḍyāf) ὕπερθε τῆς drība ἢ κάποιου maḵḫzen ποὺ διακρίνεται τοῦ κυρίου σπιτιοῦ (srāya).

οἰκία Akhavan, Yasd. Andarooni στὴν ἄνω ἀριστερὰ γωνία

[ĪWĀN, TĀLĀR, OTĀGH] Στὴν Μεσοποταμία καὶ τὸ Ἰρὰν αὐλὲς ἀπαντῶνται ἀπὸ τῶν πρώτων οἰκήσεων τῆς περιοχῆς. Ζωροαστρικὰ σπίτια στὴν Yazd ἔχουν μικρὴ αὐλὴ στὸ κέντρο συχνὰ στεγασμένη μὲ τροῦλλο, ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ κέντρο συσταύρωσης τεσσάρων θολωτῶν αἰθουσῶν  (ciar soffe)[xxvi]. Νεόκοτο στοιχεῖο τῆς ἰσλαμικῆς ἀρχιτεκτονικῆς εἶναι τὸ īwān (ایوان‎ eyvân), ἀραβιστὶ ليوان‎ ‎liwān,‎ μία θολωτὴ κόγχη ποὺ ὑποκαθιστάει τὴν παστάδα καὶ τὸ πρόπυλο καὶ ἐμφανίζεται ἅμα μὲ τὴν ἐκ νέου υἱοθέτηση τοῦ θόλου μετὰ τοὺς Πάρθους καὶ ἰδιαιτέρως ὑπὸ τῶν Σασσανιδῶν ―καὶ ἡ ἀξονικὴ θέση του δὲν εἶναι ἀδιάφορη πρὸς τὴν ζωραστρικὴ συμμετρία. Τὸ βλέπομε στὴν πύλη τοῦ παλατιοῦ τοῦ Χοσρόου Β΄ στὴν Κτησιφῶνα. Ἀλλο στοιχεῖο εἶναι ἡ χρήση τοῦ bâdgir  (بادگیر ), πύργου ποὺ συλλέγει τὰ ἀήματα τῶν ἀνέμων καὶ τὰ κομίζει ἐντὸς τῆς αὐλῆς, ἀντίστοιχο τοῦ αἰγυπτιακοῦ malqaf. Ἡ αὐλὴ εἶναι ὀρθογωνική, κατὰ διεύθυνση μᾶλλον βορρᾶ-νότου στὶς θερμότερες καὶ ξηρότερες περιοχές (πχ. Ἰσφαχάν) μὲ τὸ μεγαλώτερο μέρος τῆς αὐλῆς σκιασμένο στὴν μακρὰ δυτικὴ πλευρὰ κατὰ τὸ θέρος, καὶ ἀνατολῶν-δυσμῶν σὲ ψυχρότερες (πχ. Καρμανία) μὲ τὴν μακρὰ βορεία πλευρὰ νὰ συλλέγει ἀπὸ νότου θερμότητα κατὰ τὸν χειμῶνα. Κάποιοι θεωροῦν ὅτι τέτοιοι πολεοδομικοὶ προσανατολισμοὶ ἀφοροῦν στὴν ἱερὰ κατεύθυνση qibla (πρὸς Μέκκα) ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τυχαῖο, ἕνεκα τῆς γεωγραφικῆς θέσης τῆς περιοχῆς. Ἀναλογικῶς πρὸς τὶς ἀναλογίες τῆς αὐλῆς οἱ στενὲς πλευρὲς δύνανται νὰ εἶναι ὑψηλότερες. Τὰ μὲν χειμερινὰ δώματα κεῖνται στὴν βόρειο καὶ τὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ ἀπεπταμένα δηλαδὴ πρὸς νότο καὶ δύση, τὰ δὲ θερινά, στὴν νότιο καὶ τὴν δυτική, ὥστε νὰ εὑρίσκονται ὑπὸ σκιὰ κατὰ τὴν ἡμέρα.  Οἱ ρηχὲς δεξαμενὲς καὶ τὰ φυτά, προσφέρουν ὑγρασία στὶς θερμὲς καὶ ξηρές περιοχές, ἐνῷ δροσίζουν τὸ ῥεύμα ἀέρος ποὺ κομίζουν οἱ ἀνεμοσυλλέκτες[xxvii]. Ἂν κάποιο τμήμα τοῦ περιβόλου δὲν ἔχει δώματα, εἶναι ὁ νοτιοδυτικὸς τοίχος ποὺ πυρώνει κατὰ τὸ θέρος[xxviii]. Ὅπως καὶ προηγουμένως, ἡ αὐλὴ σῴζει τὸν οἰκογενειακὸ βίο (mahram) ἐντός της, καθὼς τὸν ἀπομονώνει χωρικῶς, ὀπτικῶς καὶ ἡχητικῶς. Πρέπει ὅμως τοῦτο νὰ συνδυάζηται μὲ τὴν φιλοξενία ποὺ κελεύει ἐπίσης τὸ Κοράνι. Σὲ μεγάλες κατοικίες ἀπαντῶνται δύο τύποι αὐλῶν, birooni بیرونی  (ἀκριβῶς, ἔξω οἰκία), ἡ ἀνδρωνῖτις ὅπου ὁ κύριος δεξιοῦται τοὺς ξένους παρὰ τὴν εἴσοδο, καὶ andarooni (ἀκριβῶς, ἔσω οἰκία), ἡ γυναικωνῖτις ὅπου ἀπαγορεύεται ἡ εἰσόδος σὲ ξένους[xxix]. Οἰκέτες δύναται νὰ ἐξυπηρετοῦν τὸ birooni, οἰκέτιδες τὸ andarooni. Στὴν Βαγδάτη οἱ αὐλὲς ταξινομοῦνται σὲ τέσσερις κατηγορίες: οἰκογενειακὴ (hoash al-haram), φιλοξενίας (hoash al-diwan-khana), λάτρας μαγειρείου (hoash al-matbakh), στάβλων (hoash al-tala)[xxx]. Ἡ ἐξώθυρα (voroodi) εἶναι δίφυλλος μὲ ἑκατέρωθε τῆς πύλης θράνους ἀναμονῆς (pir-neshin). Τὰ ῥόπτρα στὴν ἐξώθυρα μπορεῖ νὰ διακρίνωνται σὲ λεπτοτέρου ἤχου διὰ τὶς γυναῖκες καὶ βαρυτέρου διὰ τοὺς ἄνδρες. Κατόπιν, εἰσερχόμενός τις διέρχεται τὸ hashti (dian e-voroodi) (τὸ vestibulum ἢ θυρωρεῖο) χαμηλοῦ ὕψους χῶρο στάσης, τετραγωνικοῦ ἢ ὁκταγωνικοῦ σχῆματος (ὅθεν ὀνομάζεται) μὲ θράνους πέριξ πρὸς σύντομο δεξίωση μὲ τὸν κύριο τοῦ σπιτιοῦ. Διάδρομος (dalan) ὁδηγεῖ στὴν αὐλή, οὕτως σκολιὸς ἵνα δυσχεραίνῃ τὴν θέα σ’ αὐτήν. Ἐπίσης τὸ hashti μπορεῖ νὰ δίδει πρόσβαση στοὺς στάβλους καὶ ἑνίοτε,’ς andarooni.

Στὴν αὐλὴ καλουμένη حیات hayât καὶ σημαίνουσα ἀραβιστὶ βίος (حَيَاة‎ ḥayāh), ἀναπέπτανται τὰ δώματα. Στὴ μέση τῶν πλευρῶν τοῦ χαγιατιοῦ εὑρίσκεται ἡ κόγχη ayvān καὶ ἡ στοὰ/αἴθουσα تالار tālār (ἢ tarmeh), μὲ δάπεδο κατά τι (τρία πόδια περίπου) ὑψηλότερο ἐκείνου τῆς αὐλῆς ὡς σοφάς, ὥστε νὰ φωτίζεται τὸ ἔνερθεν ὑπόγειο (zir-zomin, sardab) ὅπου δύναται νὰ κοιμηθῇ τις κατὰ τὰ θερμὰ ἀπογεύματα. Εἶναι ὑπώροφοι ὑπαίθριοι χῶροι, τὸ μὲν iwan θολωτό καὶ ἔμπροσθεν κάποιου σημαντικοῦ δώματος ὡς πρόδομος ἡμιδιωτικὸς χῶρος, τὸ tālār μὲ στοά, στὴν νότιο πλευρά, ὡς ἀνοικτὴ αἴθουσα σὰν τὴν ἑλληνορρωμαϊκὴ ἐξέδρα. Δὲν λείπουν καὶ τὰ ὑπερῷα διὰ τὰ θερινὰ βράδια. Ἕκαστο δῶμα ποὺ καλεῖται otāgh (ὀντάς), κατονομάζεται πρὸς τὰ ἀνοίγματα αὐτοῦ: otagh-orsi, ἐκεῖνο τοῦ ὁποίου τὰ παράθυρα ἔχουν ἐπάλληλα φύλλα (sash window, «guillotine»), otagh seh-dari, ἐκεῖνο ποὺ ἔχει τρεῖς θύρες (dar panjeereh) ποὺ ἀνοικτὲς τρέπουν τρόπον τινά τὸ δῶμα σὲ talar, otagh panj-dari ὅταν αὐτὲς εἶναι πέντε. Τὰ τρίθυρα δώματα συνήθως ἔχουν χρήση κοιτῶνα μὲ ἀποθήκη pastoo (στὶς γωνίες τῆς αὐλῆς ὅπου δὲν ἀνοίγονται παράθυρα), χειμερινοῦ ἢ φθινοπωρινοῦ καθιστικοῦ ἢ ἀκόμη ξενῶνα. Τὰ πεντόθυρα, μποροῦν νὰ εἶναι αἴθουσα ὑποδοχῆς (ἀνδρών, shah-neshin, majlis, hoash al-diwaniyya), αἴθουσα οἰκογενειακῶν συναθροίσεων ἢ δειπνητήριο[xxxi]. Ὡς πρὸς τοὺς δούλους χῶρους, τὸ μαγειρεῖο κεῖται στὸ πλέον ἀπόκρυφο μέρος τοῦ σπιτιοῦ, σὲ κάποια γωνία συχνὰ μὲ δική του αὐλή, τὸ λουτρό, στὸ ὑπόγειο μὲ θάλαμο ἔκδυσης καὶ ἔνδυσης, καὶ τὸ ἀβιτώριο ἐπίσης στὸ χαμηλότερο ἐπίπεδο ὥστε νὰ ἔχει νερὸ καὶ εὐκολία ἀποχέτευσης[xxxii]. Οἱ κατοικίες ἀναπτύσσονται καὶ σὲ δύο ὀρόφους, ἰδίως ἂν ἔχουν μονὴ αὐλή. Τότε πρὸς τὴν ὁδὸ δύναται νὰ ἔχουν κλειστοὺς ἐξῶστες, ἐξώστεγα, ποὺ καλοῦνται shenashil.

οἰκία Navab-i-Ravazi, Yazd. Πηγὴ: Pirnia

σπίτι στὴν Μοσούλη

[SALĀMLIK, ḤARAMLIK] Τοῦτος ὁ τελευταῖος τύπος εἶναι ἡ συνήθης κατοικία ἄστεως στὴν Συρία. Στὸ ἰσόγειο ἀπαντῶνται οἱ κύριοι χῶροι τοῦ σπιτίου πρὸς δεξίωση ξένων, φιλοξενία καὶ τελετές, ἤτοι ἡ ἀνδρωνῖτις, καὶ οὕτως καλεῖται al-selamlek (salāmlik)· ὁ ὄροφος φυλάσσεται ἰδιωτικός, ἀπηγορευμένος στοὺς ξένους καὶ ὅπως στὸ ἑλληνικὸ σπίτι, εἶναι ἡ γυναικωνῖτις καὶ οὕτως καλεῖται al-haramlek (ḥaramlik). Τὸ ὑπόγειο ὡς τὸ πλέον μεμονωμένο τῶν καιρικῶν συνθηκῶν χρῆται ἵνα δροσίζει τὸν ἀέρα ποὺ συλλέγεται στὰ bâdgir καὶ νὰ τὸν ἀποδίδει στοὺς χώρους, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἀποθήκευση τροφίμων. Στὸ ἱσόγειο σχηματίζεται ἕνα ὑπερυψωμένο μὲ ὑψηλὴ ἁψῖδα īwān μὲ δύο συμμετρικές αἴθουσες, σὲ τέτοια θέση ὥστε νὰ ἀπολαμβάνῃ τις τὴν κρύα αὔρα τοῦ θερινοῦ ἀπογεύματος. Ἔναντι κεῖται ἡ αἴθουσα ὑποδοχῆς, μὲ τροῦλλο στὰ μεγάλα σπίτια (πχ. οἰκία Wakil, Χαλέππι). Τότε δὲν ἔχει ὕπερθεν ὄροφο ὅπως ἑνίοτε καὶ τὸ īwān. Μαγειρεῖο καὶ λουτρό εὑρίσκονται στὸ ἰσόγειο. Οἱ γυναῖκες ἐποπτεύουν τὴν αὐλὴ παρὰ τῶν μεγάλων εὐηλίων καὶ εὐαέρων παραθύρων καὶ τὸν ἐξωτερικὸ δημόσιο χῶρο παρὰ ἐξωστέγων μὲ καφασωτό ποὺ ἔνθα καλοῦνται مشربية  mashrabiyya (mašrabiyya). Τὰ ὑπόλοιπα ἔξω παράθυρα εἶναι μικρότερα τῶν ἔσω καὶ ἀκόσμητα. Οἱ πέτρινοι τοῖχοι εἶναι σὲ δίχρωμες στρώσεις (al-ablaq) καὶ οἱ ξύλινες ὀροφὲς ζωγραφιστὲς μὲ παραστάσεις πτηνῶν, φυτῶν, μὲ γεωμετρικὰ σχήματα ἢ κορανικὴ καλλιγραφία[xxxiii].

Χαλέππι, οἰκία Ghazaleh, Πηγή: Latifa Burabeh, Illustration of Ceilings in Civilian Buildings during Ottoman Empire in Algeria, Aleppo and Damascus Cities

σπίτια στὴν Φουστάτ. Κατὰ A. Gabriel

[QĀ ͑ A, MAQ ͑ AD, TAḪTABUŠ] Στὸ Μισίρι ἤδη ἀπὸ ἐποχῆς Φατιμιδῶν, στὸ Φουστᾶτ, ἐμφανίζονται σὲ κατοικίες īwān καὶ αἴθουσες bīt bel-ḳbū, σὲ ἐνάντιες δὴ θέσεις. Στὸ φατιμιδικὸ ἀνάκτορο τοῦ Sayyidat al-Mulk ἀπαντῶμε τέσσερα īwān πέριξ τῆς αὐλῆς σὲ σχῆμα σταυροῦ. Τὸ ἀγιουβιδικὸ ἀνάκτορο τῆς νήσου Rawda ἔχει αἴθουσα σχήματος σταυροῦ μὲ τροῦλλο στὸ κέντρο (περίπου 5Χ5 μέτρων) μὲ τὶς δύο κεραίες μακρότερες τῶν ἄλλων ὡς īwān. Τὸ ἴδιον τοῦ καϊρινοῦ σπιτίου εἶναι ἔκτοτε κατὰ τὴν μαμελουκικὴ καὶ ὀθωμανικὴ περίοδο, ἡ αἴθουσα قاعة  qā ͑ a (ἐκ τοῦ qā ͑ , τόπος), χῶρος παρόμοιος μὲ τὸ φαραωνικό (καὶ ἀχαϊκό) μέγαρο καὶ τὸ ῥωμαϊκὸ αἴθριο ἀλλὰ καὶ ὡσὰν τὸ ἀγγλικὸ hall/parlour: μπορεῖ νὰ δεχθῇ διάφορες χρήσεις, καθιστικοῦ μέχρι κατάκλισης, μετάβασης ’ς ἀλλὰ δώματα καὶ κυρίως κοινωνικῶν συναθροίσεων. Ὁ Émile Prisse d’Avennes στὸν περιφημό ἄτλαντά του L’art arabe d’après les monuments du Kaire, depuis le VIIe siècle jusqu’à la fin du XVIIe siècle, γράφει ὅτι στὴν qā ͑ atan τοῦ χαρεμιοῦ φυλάσσονταν σὲ προθήκες πολύτιμα τεχνήματα ὅπως τὰ ἀσημικὰ τοῦ σπιτιοῦ, κινέζικα βάζα, ἰνδικὰ ἐπάργυρα ρυτὰ καὶ αἰγυπτιακὰ κρύσταλλα. Εἶναι ἀκριβῶς δύο ἐνάντια īwān ὑπερυψωμένα κατὰ ἕνα βῆμα καὶ ἀναπεπταμένα σὲ κεντρικὸ χῶρο καλούμενο dūrqā’a μὲ κεντρικὸ φρέαρ fasqīyya καὶ στεγασμένο, φωτιζόμενο καὶ ἀεριζόμενο παρὰ φεγγίτου shuksheika. Ὁ ἀέρας ποὺ ὠθεῖ ὁ εἰσερχόμενος ἄνεμος ἐκ τοῦ malqaf[xxxiv] στὸ πέρας τοῦ īwān, ἐξέρχεται τοῦ φεγγίτου. Στὸ βάθος τοῦ ἑνὸς īwān δύναται εἶναι κρήνη salsabīl. Στὶς παρειές τοῦ īwān σὲ κόγχες sedelle εὑρίσκονται ἕδρες (διβάνια), ντουλάπια (dūlāb) ἀλλὰ καὶ ἐξώστεγο mašrabiyya ὅταν κεῖται δὴ στὸν ὄροφο ποὺ δύναται νὰ ἡλιάζεται παρὰ θυρίδων. Ἁψῖδες σχηματίζουν τὴν βάση τῆς στέγασης τοῦ dūrqā’atin ὅπως καὶ τὶς πλευρικὲς κόγχες. Qā ͑ a δὲν εἶναι ἀλλ’ ἡ αἴθουσα δεξίωσης ποὺ ἀπαντῶμε καὶ στὰ ὑπόλοιπα σπίτια τῆς ἰσλαμικῆς οἰκουμένης μὲ μία διαφορά, ὅτι ἡ κυρία qā ͑ a εὑρίσκεται στὸν ὄροφο, καὶ ἐκφράζει οὕτως κάπως ἐντονώτερο τὸν ἀστικὸ χαρακτῆρα. Τὰ ἀρχοντικὰ τοῦ Καΐρου εἶναι διώροφα ἢ τριώροφα χωρὶς νὰ λείπουν τὰ μεσοπατώματα καθὼς οἱ κύριες αἴθουσες εἶναι ψηλοτάβανες.

 

 

 

Qā‛a ‛Uthman Katẖudā., περίοδος κιρκάσιων Μαμελούκων. Πηγη: Jean-Claude Garcin etc,  Palais et maisons du Caire, τ. 1

maq ͑ ad, οἰκία Šabšīrī. Πηγή: Jean-Claude Garcin etc,  Palais et maisons du Caire , τ. 2

Ἂς ἐξετάσωμε ὅμως τοὺς χώρους τῶν καϊρινῶν κατοικιῶν οἱ ὁποῖες παρουσιάζονται στὸ βιβλίο τῶν Jean-Claude Garcin, Jacques Revault, Bernard Maury, Mona Zakariya, Palais et maisons du Caire, t. 1 [1982] καὶ t. 2 [1983]. Στὸ ἰσόγειο μετὰ τὸν σκολιὸ θυρῶνα (dihliz) συνήθως μὲ πέτρινο θράνο (maṣṭaba) καὶ θυρωρεῖο (bawwāb), ἀπαντῶμε κάποιο qā ͑ a / salāmlik ποὺ καλεῖται mandara, συνήθως χωρὶς φεγγίτη ἀφοῦ ἔχει ὄροφο ὕπερθέν του. Ὅμως δύναται νὰ ἔχει κάποιο mašrabiyya πρὸς τὰ ἔξω, θυρῖδες πρὸς τὴν αὐλὴ ἢ ἀκόμη στὸ παλάτι al-Musāfirẖāna τρίτο ἀνοικτὸ īwān σὲ κῆπο. Στὴν αὐλὴ ἐπίσης εὑρίσκομε κάποιο īwān ἢ τὸ συνηθέστερο taẖtabuš τῆς ὀθωμανικῆς περιόδου, ποὺ εἶναι ἐνίοτε προστὰς πρὸς εἴσοδο στὸ mandara (πχ. manzil  ͑ Alī Efendi Labīb, παλάτι al-Musāfirẖāna), ἀλλὰ στὴν ἰδανικὴ μορφή του εἶναι διαμπερὴς σὰν τὸ ῥωμαϊκὸ tablinum μὲ καφασωτὲς θυρῖδες mašrabiyya πρὸς κῆπο ἔτσι ὤστε νὰ προκαλεῖται ῥεῦμα μεταξὺ συσκίου καὶ ἡλιοβλήτου χώρου (πχ. manzil al-Suhaymī, manzil  ͑ Alī Katẖudā). Ἐλλείψει mandara τὸ taẖtabuš τὸ ὑποκαθιστάει (πχ. bayt Šabšīrī). Στὸ ἰσόγειο ἀπαντῶνται ἐπίσης δοῦλοι χῶροι, οἱ στάβλοι (iṣṭabl), τὸ μαγειρεῖο, ἀβιτώρια. Τὸ salāmlik συνεχίζεται στὸν ὄροφο ἐνῷ δεύτερο κλιμακοστάσιο ἐξυπηρετεῖ τὶς γυναῖκες ὥστε νὰ διαφεύγουν τῆς αὐλῆς πρὸς τοὺς ἄνω ὀρόφους ἅμα μὲ τὴν ἔλευση ξένων. Ὁ κύριος λοιπόν ἐδύνατο νὰ δεξιωθῇ τοὺς σημαντικοτέρους ξένους στὸ maq ͑ ad,  ἐξέδρα στὸν ὄροφο ἀναπεπταμένη κατὰ βορρᾶν καὶ ἐπιβαλλόμενη στὴν αὐλὴ διὰ δύο ἁψίδων καὶ σπανίως τριῶν (πχ. bayt al-Mullā) ἢ τεσσάρων (παλάτια ἐμίρη Taz καὶ Qāytbāy), ἀνοίγματος δέκα περίπου ποδῶν καθ’ ἑκάστη, ὕψους μεσαίου κίονος καὶ τόξου ὁμοίων διαστάσεων. Ἴσως ὁ ἀμέσως σημαντικότερος χῶρος τοῦ καϊρινοῦ σπιτιοῦ, ἀρχικὸς σκοπός του στὰ μαμελουκικὰ ἀρχοντικά, τοπάζεται ὅτι ἦταν ἡ ἐποπτεία τῶν στάβλων, ἀναγκαίων στὸν μαμελοῦκο ἱππότη, τόσο πρακτικῶς ὅσο συμβολικῶς[xxxv]. Τὸ maq ͑ ad μπορεῖ νὰ ἔχει mašrabiyya πρὸς τὰ ἔξω (πχ. manzil Ǧamal al-Dīn) ἢ πλευρικὸ θάλαμο στὴν ἀντίθετη πλευρὰ τοῦ κλιμακοστασίου. Διὰ διαδρόμου, προθαλάμων ἢ ἀμέσως (ὅταν λείπει δὴ mandara), κοινωνεῖ μὲ τὴν κυρία qā ͑ atan (al-kabīra, riwâq). Ὅταν ἡ σύνολος ἔκταση εἶναι περιωρισμένη ἡ qā ͑ a δύναται νὰ εἶναι στὸν παραπάνω ὄροφο σύναμα μὲ τὶς ʾuḍāt ( أوضة ʾōḍa, ἐκ τοῦ τουρκ. اوطه oda καὶ ὀθωμανικοῦ اوتاق‎otak) τῆς γυναικωνῖτιδος ḥaramlik (πχ. bayt Šabšīrī). Σὲ τέτοιες περιπτώσεις ἡ qā ͑ a ἔχει οἰκειότερο χαρακτῆρα. Ἡ οἰκία τοῦ Šabšīrī ἔχει καὶ qā ͑ a στὸ ὑπερῷο (qā ͑ a mu ͑ allaqa) ὕπερθε τοῦ maq ͑ ad καὶ προσβάσιμο παρὰ τοῦ κυρίου κλιμακοστασίου. Ὅθεν τοῦ πέρατός του δύναταί τις κατοπτεύσῃ τὴν κυρία qā ͑ a ποὺ εὑρίσκεται στὴν ἔμπροσθεν ἀνατολικὴ πλευρὰ κατὰ μῆκος τὴς ὁδοῦ. Παρομοίως βλέπει ἡ ἀπέναντι πτέρυγα τοῦ ḥaramlik. Ὅμως οἱ συνήθεις qā ͑ āt εἶναι ἡ μεγαλοπρεπὴς κυρία καὶ τοῦ χαρεμιοῦ (wa-l-ḥurmiyya) ἡ ὁποία ἔχει οἰκειότερο ὕφος, χωρίς φρέαρ. Στὴν οἰκία τῆς Zaynab Ḫātūn ποὺ ὅμως εἶναι παλαίτερη, τῆς ἐποχῆς τῶν κιρκασίων Μαμελούκων [1468, κτίτωρ Mithqal al-Suduni, πρῶτος saki τοῦ σουλτάνου Sayf al-Din Gàqmaq], ἡ μὲν κυρία qā ͑ a στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ εἶναι προσβάσιμη παρὰ τοῦ maq ͑ ad στὴν νότιο πλευρά (ἤτοι ἀναπεπταμένου πρὸς βορρᾶ), ἡ δὲ qā ͑ a τοῦ χαρεμιοῦ κεῖται στὴν βορεία πλευρὰ καὶ προσβάσιμη παρὰ κλιμακοστασίου στὴν δυτική, κοινωνοῦν στὴν γωνία ποὺ τέμνονται. Στὸ bayt al-Keritleya ἀπαντᾶται ἐπίσης ἐξώστης (al-aghany) ποὺ συνδέεται μὲ τὸ χαρέμι καὶ κατοπτεύει στὴν κυρία qā ͑ atan. Τὸ πλῆθος τῶν qā ͑ ātin προφανῶς ἀναλογεῖ στὴν ἔκταση τῆς κατοικίας: ὁ οἶκος τοῦ Suhaymī  ἔχει τέσσερα mandara (ἕνα μεγάλο καὶ τρία μικρά) ἕνα διὰ κάθε ἐποχή, τέσσερις qā ͑ āt στὸν πρῶτο ὄροφο καὶ τρεῖς μικρότερες στὸν δεύτερο. Πλησίον τῆς qā ͑ atin κεῖνται οἱ θάλαμοι τοῦ ḥammam ἐνῷ κάθε πτέρυγα καὶ ὄροφος ἔχει ἀβιτώριο. Δὲν ἀναπτύσσεται πάντοτε ἡ κατοικία μόνον στὶς πλευρὲς τῆς αὐλῆς, καθὼς δύναται τὸ οἰκόπεδο νὰ μὴν εἶναι ἁπλοῦν τετράπλευρο. Ἔτσι στὸν οἶκο τοῦ Sinnārī (σύζυγο τῆς Zaynab κυρᾶς διὰ τὴν ὁποία μετεσκεύασε τὸ περιώνυμο σπίτι της) τῶν ἀρχῶν τοῦ ιθ΄ αἰ. ἡ εἴσοδος γίνεται ἀπὸ βορρᾶ διὰ μακροῦ διαδρόμου ἔχοντος παρὰ αὐτὸν salāmlik. Ἔναντι, ἔνθε τῆς τετράγωνης μὲ κεντρικὸ φρέαρ αὐλῆς, ἀπαντῶμε τὴν κλίμακα πρὸς τὸν ὅροφο καὶ ἀριστερά της, τὸ taẖtabuš. Στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ εἶναι ἡ εἴσοδος σὲ πτέρυγα δούλων θαλάμων (μαγειρείου κτλ.) καὶ θαλάμων τῶν οἰκετῶν, μὲ κατεύθυνση κάθετο σὲ κείνη τοῦ προαυλίου διαδρόμου. Παρὰ τούτην τὴν εἴσοδο εὑρίσκεται δίδυμος θύρα ποὺ ἀνοίγει ὅμως σὲ ἐπικουρικὴ αὐλὴ πλευρικὴ τοῦ προαυλίου διαδρόμου μὲ δευτέρα εἴσοδο διὰ τους οἰκέτες. Ἀφοῦ ἀνεβοῦμε στὸν ὄροφο, ἔχομε τὸ maq ͑ ad στὰ ἀριστερὰ, ἄνωθε τοῦ taẖtabuš ἐνῷ ἐκ δεξιῶν διασχίζομε στοῖχο προθαλάμων τῆς ἀνατολικῆς πλευρᾶς ποὺ μᾶς βγάζουν στὸ īwān τῆς κυρίας qā ͑ atin (μὲ fasqīyya καὶ shuksheika) ποὺ κεῖται ὕπερθεν τοῦ διαδρόμου τῆς εἰσόδου μὲ τοὺς θαλάμους τοῦ ḥammam ὕπερθεν τοῦ salāmlik. Τὸ īwān ἔχει malqaf στραμμένο κατὰ βορρᾶν.  Ὕπερθεν τῆς πτέρυγας τῶν οἰκετῶν κεῖται τὸ ḥaramlik μὲ μικρὴ qā ͑ a καὶ θαλάμους, καὶ τὸ ὁποῖο κοινωνεῖ στὶς δύο ἀνατολικὲς γωνίες τῆς αὐλῆς μὲ τὸ maq ͑ ad καὶ τὸ qā ͑ a. Κλιμακοστάσιο συνδέει τὸ ἰσόγειο τῶν οἰκετῶν μὲ τὸ χαρέμι.

οἰκία Šabšīrī, ἰσόγειο. Πηγή: Jean-Claude Garcin etc,  Palais et maisons du Caire, τ. 2

oἰκία Šabšīrī, α’ ὄροφος. Πηγή: Jean-Claude Garcin etc,  Palais et maisons du Caire, τ. 2

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

οἰκία Šabšīrī, β’ ὄροφος. Πηγή: Jean-Claude Garcin etc,  Palais et maisons du Caire, τ. 2

οἰκία Šabšīrī, γ’ ὄροφος. Πηγή: Jean-Claude Garcin etc,  Palais et maisons du Caire, τ. 2

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

οἰκία Šabšīrī, ἀξονομετρικὴ τομή. Πηγή: Jean-Claude Garcin etc,  Palais et maisons du Caire, τ. 2

οἰκία τῆς Zaynab Ḫātūn. Πηγή: Jean-Claude Garcin etc,  Palais et maisons du Caire, τ. 1

 

 

οἰκία Sinnārī, ἰσόγειο. Πηγή: Jean-Claude Garcin etc,  Palais et maisons du Caire, τ. 2

οἰκία Sinnārī, ὄροφος. Πηγή: Jean-Claude Garcin etc,  Palais et maisons du Caire, τ. 2

Μικρὲς κατοικίες δὲν ἐσώθησαν στὸ Κάιρο. Γνωρίζομε ὅμως ἀπὸ βακουφικὰ ἔγγραφα ὅτι εἶχαν παρόμοια δώματα μὲ τῶν ἀρχοντικῶν. Ὁ Prisse d’Avennes ἀπετύπωσε στὸ βιβλίο του τέτοια κατοικία παρὰ τὸν Νεῖλο. Βλέπομε σκολιὸ θυρωρεῖο μὲ maṣṭaba θυρωροῦ καὶ παρὰ αὐτὸν στάβλο· αὐλὴ περίπου ὁκτὼ ἐπὶ ἑπτὰ μέτρα (ἐξωτερικὰ ὅρια δώδεκα ἐπὶ εἰκοσι καὶ ἕνα) μὲ ξυλίνη ἐξέδρα ἐπὶ τὴν περίφραξη ἀριστερὰ τῆς εἰσόδου. Ἀπέναντι αὐτῆς ἀπαντῶμε ἐπικουρικὴ κλίμακα πρὸς τὸν ὄροφο, μαγειρεῖο, ἀβιτώριο, ἐνῷ ὁ ἑξῆς θάλαμος οἰκέτου κοινωνεῖ μὲ τὸ μαγειρείο. Ἀπέναντι τῆς εἰσόδου (καὶ παρὰ τὸν θάλαμο τοῦ οἰκέτου) εὑρίσκεται īwān μὲ ἀμφοτέρωθεν ἐξέδρα ὡς πρόθυρο στὴν qā ͑ atan, ποὺ μᾶς εἰσάγει στὴν μέση της, καθὼς εἰσερχόμενοι προσπίπτουμε στὴν fasqīyya. Ἡ qā ͑ a ἔχει εὔρος περὶ τὰ τέσσερα μέτρα καὶ μισό. Στὸ ἀπὸ δεξιῶν īwān εἶναι τὸ διβάνι, στὸ ἀπ’ ἀριστερῶν ὁ θάλαμος τοῦ κυρίου του σπιτιοῦ ἀποκεκομμένος, νὰ κοινωνεῖ μὲ δύο στενὰ θυρώματα, ἐνῷ ἔχει εἴσοδο ἀπὸ τὴν αὐλὴ διὰ τοῦ κλιμακοστασίου. Ὄπισθεν αὐτοῦ εἶναι στενωπός ποὺ ἐκβάλλει σὲ κιόσκι ἐπὶ τὸν ποταμό.

Τέλος, στὸ Κάιρο ἐκτίσθησαν ὑπὸ τῶν κιρκασίων Μαμελούκων ὅπως τοῦ Qāytbāy καὶ τοῦ al-Ġūrī, πολυκατοικίες rab ͑  πρὸς ἐνοικίαση διὰ τὰ πτωχότερα στρώματα καὶ τοὺς παρερχομένους ἐμπόρους ὕπερθε στοίχου ἐμπορικῶν καλουμένου وِكَالَة wakāla (ἐμπορίο) στὸ πρότυπο τῶν καραβανσεραγιῶν, τῶν σχολῶν madrassa καὶ τῶν σουφικῶν μοναστηριῶν ẖanqā δηλαδή, πέριξ εὐμεγέθους αὐλῆς, σὰν ἐσωτερικὸ μεϊντάνι. Στὴν μία ἐκ τῶν δύο wakālata του σουλτάνου Qāytbāy (στὴν ὁδὸ Bāb al-Naṣr) συνδυάζεται μὲ δημοσία κρήνη sabīl καὶ κορανικὴ σχολή kuttāb καὶ φυσικὰ ἐμπεριέχεται στὸ βακούφι. Τὸ κάθε οἰκοδομικό σύμπλεγμα wakāla εἶχε μεγαλοπρεπὴ πύλη μὲ κορωνῖδες muqarnas ὁμοιάζουσα στὴν σεμνοπρέπεια τῶν πυλῶν τῶν τζαμιῶν. Τὰ ἐνδιαιτήματα τοῦ rab ͑  δὲν κοινωνοῦν μὲ τὰ μαγαζένια τοῦ ἰσογείου. Κλιμακοστάσιο, ἔξωθε ἢ ἔσωθε τῆς αὐλῆς ὁδηγεῖ σὲ περιμετρικὸ διάδρομο. Στὴν προαναφερθείσα wakāla τοῦ QāytBāy ἐνῷ τὰ ἐμπορικὰ στὸ ἰσόγειο δὲν ἔχουν περιστῷο ὁ διάδρομος πρὸς τὰ ἐνδιαιτήματα κρέμεται πέριξ τῆς αὐλῆς καὶ αὐτὰ βλέπουν ἔξω. Στὴν wakāla τοῦ σουλτάνου al-Ġūrī ἐνῷ ἔχει πλῆρες περιστῷο στὸ ἰσόγειο, καθὼς οἱ τρεῖς πλευρὲς τοῦ συμπλέγματος εἶναι μεσότοιχοι, ὁ διάδρομος περιτρέχει αὐτὲς παρὰ τὸν μεσότοιχο (φωτιζόμενος διὰ φωταγωγῶν) ὥστε νὰ ἀφίει τὴν πλευρὰ τῆς αὐλῆς πρὸς φωτισμὸ τῶν ἐνδιαιτημάτων. Καθ’ ἕκαστον αὐτῶν ἔχει μαγειρεῖο καὶ ἀβιτώριο πρὸς τὴν εἴσοδο καὶ μικρὴ σάλλα qā ͑ a μὲ ντουλάπια, μὲ τὸ ὑπερυψωμένο īwān πρὸς τὸ παράθυρο mašrabiyya ἔτσι ὥστε νὰ ἀφίεί τις τὰ ὑποδήματά του στὴν dūrqā’a καὶ ν’ ἀνεβαίνει ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ qā ͑ a καίτοι στενή (εὔρους περίπου δέκα ποδῶν) εἶναι ψηλοτάβανη, καθὼς ὕπερθεν τοῦ προθαλάμου ἀλλὰ καὶ τοῦ διαδρόμου εὑρίσκεται ἅλλο δωμάτιο ’ς ἡμιόροφο στὸ ὁποῖο ὁδηγεῖ κλίμακα καὶ φωτίζεται καὶ ἀερίζεται παρὰ τῶν φωταγωγῶν τῶν διαδρόμων.

wakāla τοῦ al-Ġūrī. Πηγή: Jean-Claude Garcin etc,  Palais et maisons du Caire, τ. 1

Οἱ χῶροι τοῦ καϊρινοῦ σπιτιοῦ συνέχισαν νὰ διαβιοῦνται στὸν τύπο τῆς παλλαδιανῆς ἔπαυλης ποὺ εἰσήχθη μετὰ τὰ μέσα τοῦ ιθ΄ αἰ. ὅπως δεικνύει ὁ Khaled Asfur στὸ ἄρθρο του Cairene Traditions inside Palladian Villas [1993][xxxvi].Ἔτσι στὶς ἐπαύλεις της Hilmiyya ἡ κεντρικὴ αἴθουσα ἀντιστοιχεῖ στὴν qā ͑ a, τὸ προστῷο στὸ maq ͑ ad, ἐνῷ προστίθεται ἕνα οἴκημα στὸν κῆπο ἐν εἴδει salāmlik. Προκειμένου νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ γυναικεῖο ἄβατο, κάποιος τοῖχος ἀποκόπτει τὴν κλίμακα τῆς κεντρικῆς αἰθούσης ἢ διανοίγεται δευτερεύουσα εἴσοδος στὸ σπουδαστήριο ποὺ νὰ παρακάμπτει ταὴν κεντρικὴ αἴθουσα, ὥστε νὰ δύναται ἡ γυναίκα νὰ κινεῖται δίχως νὰ βλέπεται ὑπὸ τοῦ ξένου. Δὲν θὰ ἦταν δύνατο τοῦτο βεβαίως ἂν ὁ παλλαδιανὸς τύπος δὲν ἦταν συγγενής, πρᾶγμα ποὺ θὰ ἴδωμε παρακάτω.

Κατὰ τὸν κ΄ αἰ. ὁ αἰγύπτιος ἀρχιτέκτων Hassan Fathy ἔκανε τὸ ἀνάποδο. Διεμόρφωσε τοὺς χώρους τοῦ δυτικοῦ σπιτιοῦ (διάβαζε, ἀγγλικοῦ) αἰγυπτιαστί: καταρχὰς κτίζων μὲ θόλους καὶ μεταχειριζόμενος τὸ malqaf, μετὰ ἔδωσε στὸ hall σχήμα qā ͑ a μὲ τρουλλοστεγὴ dūrqā’a καὶ ἄμφωθε īwān συχνὰ σὲ σχῆμα σταυροῦ, ὅπου ἕνα τρέπεται σὲ inglenook (οἰκίες Andrioli, Casaroni) ἄλλο σὲ drawing room ἢ dinner room (οἰκία Akil Sami), διεφύλαξε τὴν ἰδιώτικότητα μὲ διαχωρισμὸ σὲ πτέρυγες πέριξ μιᾶς τουλάχιστον αὐλῆς· τὸ σπουδαστήριο study παρὰ τὸ vestibule σημαίνει τὸ salāmlik ἐνῷ δὲν λείπουν maq ͑ ad (οἰκία Fouad Riad) καὶ taẖtabuš (οἰκίες Casaroni, Akil Sami), ἀλλὰ καὶ στενόμακρο «μαροκινὸ δῶμα» ἢ θερινὸ καθιστικὸ πρὸς βορρᾶ borṭāl (οἰκία Alfa Bianca)[xxxvii].

Hassan Fathy, οἰκία Casaroni

 

[SOFA, KÖSK] Συγχρόνως μὲ τὰ σπίτια τῆς Ἀφρικῆς (Ifrīqyatin) καὶ τοῦ Καΐρου, στὴν Μικρά Ἀσία (Anadoli) καὶ τὴν Ρωμυλία (Rum İli, Βαλκανική) ἄρχει ὁ τύπος τοῦ σπιτιοῦ μὲ σοφὰ ἢ χαγιάτι ἢ چارطاق çardak δηλαδὴ μὲ προστάδα στὸ ἀνώγειο τοῦ σπιτιοῦ. Ὅπως ὁ Fathy στὸ νέο αἰγυπτιακὸ κράτος, ὁ Sedat Hakkı Eldem στὸ νέο τουρκικὸ κράτος μελέτησε τὸν τύπο ὡς τουρκικὸ σπίτι (Türk Evi Plan Tipleri, 1954)[xxxviii]. Στὸ ἑλληνικὸ κράτος συγχρόνως, οἰ λαογράφοι Ἀγγελικὴ Χατζημιχάλη (la maison grècque, 1946) καὶ Γεώργιος Μέγας (ἡ ἑλληνικὴ οἰκία, ἱστορικὴ ἐξέλιξη στὴ Βαλκανική, 1949, The Greek house, 1951), τὸ θεωροῦν ἑλληνικό, βασιζόμενοι στὴν παστάδα ἐνῷ δὲν λείπουν ὀνομασίες ὅπως μακεδονικό καὶ ἄλλες ἄνα χῶρα. Οἱ ἀρχιτέκτονες Ἀριστοτέλης Ζάχος (ὀ ὁποῖος ἔκτισε σὲ τέτοιο ὕφος τὴν κατοικία τῆς Χατζημιχάλη), Ἀναστάσιος Ὀρλάνδος, Πάνος Νικολής Τζελέπης  θεωροῦν ὅτι εἶναι τὸ βυζαντινὸ σπίτι, ὅπου τὸ χαγιάτι εἶναι ὁ βυζαντινὸς ἡλιακὸς ἢ ὑπώροφος ἔμβολος ποὺ ἀπαντῶμε στὰ μοναστήρια (Ὀρλάνδος)[xxxix], ἡ «μετατροπὴ τῆς αὐλῆς στὰ σπίτια μὲ ὅροφο» (ἄλλωστε χαγιάτι σημαίνει αὐλή) καὶ ὁ κλειστὸς ἐξώστης, τὸ σαχνισὶ εἶναι τὸ ἐξώστεγον (Τζελέπης)[xl]. Ὁ Doğan Kuban θεωρεῖ τὸ χαγιάτι μικρασιατικὸ ἀπὸ ἐποχῆς τῶν Χετταίων. Πέραν τῶν κατὰ Eric Hobsbawm νασιοναλιστικῶν ἐπινοήσεων παράδοσης (ἀφοῦ ἐσκεμμένως ὁ Eldem δὲν τὸ ἀποκαλεῖ μὲ τὴν ὑπερεθνοτικὴ ὀνομασία ὡς ὀθωμανικό) ὁ τύπος λογικῶς εἶναι τὸ ὀθωμανικὸ ἀρχοντικὸ τῶν ἀξιωματούχων τοῦ παντισᾶχ, τῶν γαιοκτημόνων καὶ τῶν ῥωμηῶν ἐμπόρων ποὺ ὅπως καὶ τὰ ὑπόλοιπα σπίτια τῆς περιοχῆς κατάγονται τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ τοῦ ῥωμαϊκοῦ ἀλλὰ καὶ μὲ περσικά στοιχεῖα, μὲ ἰδιαίτερη ἐξέλιξη ἀνὰ κλῖμα (καιρικὲς συνθήκες, ὑλικά καὶ τρόπους δόμησης, καὶ βεβαίως ἐντόπιους τεχνίτες). Ἡ ἀγάπὴ πρὸς τὴν φύση, τὸ κάθισμα ἐπὶ τοῦ δαπέδου εἶναι νομαδικὰ βεβαίως στοιχεῖα ὥς εἰπεῖν βιωμένου χώρου, ἀλλὰ ἐπιτυγχάνουν στὸν ἀρχιτεκτονικὸ τύπο, ὥς εἰπεῖν ἀφηρημένο χῶρο, τοῦ τόπου ὁ ὁποῖος δὲν μετακινεῖται (μέχρι τοὐλάχιστον τὸ λεγόμενο διεθνὲς κίνημα κατὰ τὸν κ΄αἰ.). Καὶ πράγματι μέχρι τὴν Ἰνδικὴ κυριαρχεῖ ὁ ὑπόρωφος ὑπαίθριος χῶρος. Ὅσο πρὸς τὸ ὅτι προσομοιάζει στὸν ἰαπωνέζικο τύπο εἶναι μία τέτοια σύμπτωση τῆς χρήσης ξυλείας καὶ φυσιολατρίας.

Κατὰ τὸν τύπο λοιπὸν τοῦ ὀθωμανικοῦ σπιτιοῦ τῆς Ρωμυλίας καὶ τῆς Ἀνατολίας, τὰ δώματα ἢ ὀντάδες συντάσσονται κατὰ προστῴον καλούμενο σοφάς (sofa), χαγιάτι (hayat) ἢ τσαρδάκ (çardak), εὑρισκόμενο στὸ ἀνώγειο (καθὼς στὸ κατώγειο εὐρίσκονται δοῦλα δώματα, μαγειρεῖο, φοῦρνος, σιτοθήκη, στάβλοι κλπ. ἀλλὰ καὶ χειμερινό τι δῶμα), μεσημβρινό, ἐνῷ δύναται νὰ ἐπαναλαμβάται σὲ ὀρόφους. Ἡ αὐλή (avlu, ἐνῷ taşlık ὅταν εἶναι ἐπιστρωμένη, ἥτοι ἡ μέσα, ὑπώροφος, αὐλή) ἔχει ἀκανόνιστο σχῆμα (καθὼς δὲν περικλείεται δωμάτων) ὅθεν ἀνεβαίνεί τις διὰ κλίμακος, ποὺ σὲ μεγάλα σπίτια εἶναι διπλὴ συμμετρικὴ στὴ μέση. Εὐμενὲς θεωρεῖται ἡ αὐλὴ νὰ ἔχει μικρὰ κλίση διὰ νὰ ἀποστραγγίζωνται τὰ ὄμβρια ὕδατα καὶ τὸ κτήριο νὰ κεῖται στὸ ψηλὸ σημεῖο ἀναπεπταμένο στὸν νότο ὅπως στὸ κινέζικο σπίτι. Ὁ σοφάς μπορεῖ νὰ σχηματίζει κόγχη eyvan (īwān) μεταξὺ τῶν ὀντάδων (ὡσὰν ḳbū) ποὺ νὰ διαπεράῃ μάλιστα στὴν ἐξωτερικὴ παρειὰ μὲ θυρίδια ἢ στοά. Στὰ ἄκρα τοῦ σοφᾶ ὑπερυψωνεται τὸ δάπεδο κατὰ ἕνα βῆμα ὡς ἐξέδρα seki (κρεβάτι, κρεββάτα). Στὴν ἴδια θέση ἢ πρὸς τὴν αὐλή μπορεῖ νὰ διαμορφωθῇ κιόσκι (köşk) μὲ ἁψιδωτὰ μετακιόνια. Ὁ σοφάς δύναται νὰ κλείνῃ μὲ ὑαλοστάσια ὁπότε σὲ ψυχρότερα κλίματα λειτουργεῖ ὡς θερμοκήπιο πο‎ὺ θερμαίνει τοὺς ὀντάδες. Τὰ ἄκρα τοῦ ὄντα δύναται νὰ λάβουν τὴν μορφὴ eyvan μὲ κειμένους ὀντάδες κατὰ τὴν αὐλὴ ὥστε να σχηματίζεται πεῖ ἢ γωνία, σχῆμα ποὺ μπορεῖ νὰ τηρῇ ὁ σοφάς. Στὰ τριώροφα, ὁ μεσώροφος (μετζοπάτωμα) ὕπερθε τοῦ κατωγείου διατίθεται πρὸς χειμερινὸ ὄντα καὶ κοιτῶνες καθὼς μεμονωμένος ἕνεκα τοῦ ἄνωθε ὀρόφου  θερμαίνεται παρὰ τῶν νέρθεν κτηνῶν τοῦ στάβλου, ἀλλὰ καὶ πρὸς μαγειρεῖο, ἀβιτώριο κτλ. Στὸν τελευταῖο ὄροφο εἶναι οἱ σεμνοὶ ὀντάδες, ψηλοτάβανοι μὲ πλῆθος παραθύρων μὲ φεγγίτες revzen καὶ κατάκοσμοι: οἱ θερινοὶ ὀντάδες yazlik καὶ ὁ καλὸς ὀντὰς başoda, τὸ ἐξαιρετικώτερο δῶμα του σπιτιοῦ πρὸς δεξίωση ξένων, συνήθως στὴν γωνία προεξέχων σὲ ἐξώστεγο ἢ σαχνισί (şahnişin, cumba). Ἐπίσης στὸν αὐτὸ ὄροφο εἶναι καὶ ὁ θάλαμος τοῦ λουτροῦ (gusülhane).  Ἀντιθέτως πρὸς τὸ ἰσόγειο καὶ τὸν μεσώροφο οἱ τοῖχοι εἶναι ξυλοπαγεῖς μὲ ὠμόπλίνθους hımış ἢ ἀχυροκονίαμα (τσατμάς ἢ μπαγδατί) καὶ ἔτσι μποροῦν να σχηματίζουν ὕπερθεν τῆς ὁδοῦ σαχνιασιά.

Hüseyin Paşa yalısı

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ἄλλοι τύποι εἶναι τοῦ ἐσωτερικοῦ σοφᾶ ὅπου οἱ ὀντάδες κλείουν τὴν κατὰ τὴν αὐλὴ πλευρά, ὥστε αὐτοὶ νὰ κεῖνται ἄμφωθε καὶ ὁ σοφάς νὰ φωτίζηται ἐκ τῶν ἄκρων του. Μπορεῖ ὁ σοφὰς νὰ σχηματίζῃ σταυρό (ἤτοι μὲ τέσσερα eyvan) μὲ τέσσερις ὀντάδες στὶς γωνίες· δὲν λείπει ὁ ἐλλειψοειδὴς σοφάς ὅπως στὸ Sadullah Paşa yalısı· ἢ να εὑρίσκεται στὸ κέντρο μὲ σιντριβάνι (μὲ τρεῖς ὀντάδες νὰ σχηματίζουν ταῦ) (πχ. Hüseyin Paşa yalısı, Şerifler yalısı). Πράγματι τὰ γιαλί, ξυλίνες θερινὲς κατοικίες ἀναψυχῆς ἐπὶ τοῦ αἰγιαλοῦ, ὅπου ἀπαντῶνται τοιαύτες συμμετρίες, εἶναι κιόσκια (πχ. İncili Köşk) ποὺ εἶναι περίκεντρα ἢ συμμετρικὰ κτήρια. Ἀπαντῶνται στὴν Περσία, ὅπως εἶναι τὰ σαφαβιδικὰ Čehel Sotun καὶ ʿĀli Qāpu ―πρόπυλα τραπέντα σὲ αἴθουσες ἀκρόασης, μὲ τετραπλοῦν ayvān καὶ μνημειώδες ξύλινο ὑπόστυλο tālār, ἀλλὰ καὶ στὴν Ἰνδικὴ τῶν Mughal ὡς baradari καὶ chhatrīs σὲ κῆπους ὀχυρῶν ἀνακτόρων ὅπως εἶναι τοῦ Akbar ὁ κῆπος τῆς γυναικωνίτιδος (zanāna) στὸ Fatehpur Sikri, ὁ  τετράπλευρος κῆπος τοῦ Jahangir στὴν Ἄγρα καὶ ὁ hayat bakhsh τοῦ Shah Jahan στὸ Δελχί[xli].  Τὸ κιόσκι πέρασε στὴν Εὐρώπη κατὰ τὸν ιη΄ αἰ. κατὰ τὴν λεγομένη ἐποχὴ τῶν Φώτων καὶ τοῦ roccoco ὡς ἐξωτικὸ δαίδαλμα προσωπικῆς δήλωσης γούστου καὶ καλλιεργείας, ὅπως στὸ κτῆμα τοῦ ἐκπτώτου μονάρχου τῆς Πολωνίας καὶ πάτρωνος τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν Stanisław I Leszczyński τὸ ὁποῖο διεμόρφωσε ὡς çiflik [xlii]. Οἱ ἀξονικοὶ καὶ κεντρικοὶ σοφάδες τῶν γιαλὶ προσομοιάζουν στὴν κεντρικὴ παλλαδιανὴ σάλλα ὥστε δὲν ξένιζαν τοὺς εὐρωπαίους πρέσβεις ποὺ εἶχαν τέτοια ὡς θερινὲς κατοικίες ἢ προσωμοιώθησαν στὸ νεοκλασικὸ ὕφος, ἂν καὶ διαφόρως πρὸς τὴν παλλαδιανὴ κάτοψη κρατοῦν τὸν διαχωρισμὸ σελαμλικιοῦ καὶ χαρεμιοῦ. Ὁ σοφάς λοιπὸν, ὅπως ἡ qā ͑ a, ὡς κλειστὴ αὐλή, εἶναι αἴθουσα πολλῶν χρήσεων καὶ συγχρόνως χῶρος μετάβασης στὰ δώματα. Σὲ οἰκιστικά συμπλέγματα ὅπως εἶναι τὰ σεράγια (πχ. Topkapi) καὶ τὰ τσιφλίκια ἀλλὰ και δημόσια βακουφικὰ κουλιγιέ, ἡ κλίμακα παραμένει οἰκεία καθὼς τὸ κτήριο διασπᾶται σὲ αὐτοτελεῖς μονάδες τῶν ὁποίων τὸ μέτρο δίδει ὁ σοφάς. Τέλος, Τὸ ἰσλαμικὸ σπίτι ὡς κληρονόμος τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ τοῦ ῥωμαϊκοῦ μὲ τὴν διάκριση ἀνδρῶνος γυναικῶνος σῴζει τὸ ζήτημα τῆς διττῆς φύσης τῆς οἰκίας ὡς τόπου ἰδιωτικοῦ βίου καὶ σύναμα φιλοξενίας ποὺ θὰ ἐμφανισθῇ ὡς ἀνάγκη στὶς ἀγγλικὲς ἀγροικίες τῶν Arts & Crafts καὶ τὶς κατοικίες τοῦ Adolf Loos.

πηγή: Richard Goy

[ΕΝΕΤΙΚΟ PÒRTEGO] Παρομοία στενόμακρη αἴθουσα μὲ τὸν διαμπερὴ σοφά, εἶναι τὸ ἐνετικὸ pòrtego, ἴδιον τοῦ palazzo fòntego τὸ ὁποῖο, γράφει ὁ Richard Goy, συνδυάζει ἐμπορικὸ μαγαζένι στὸ κατώγειο μὲ εὐγενὴ οἶκο στὸ ἀνώγειο. Στὸ ἰσόγειο καλεῖται androne καὶ συνδέει τὴν ὁδὸ μὲ τὸ κανάλι. Ἐκεῖ καὶ στοὺς ἀμφοτέρωθε θαλάμους ὁ padrone ἀποθήκευε τὰ προϊόντα τοῦ ἐμπορίου του καὶ ἐδέχετο τοὺς πελάτες του. Εἶναι συχνὰ ἀρκούντως ψηλοτάβανος ὥστε νὰ χωρεῖ ἡμιώροφο, τὴν mezà. Στὴν μία πλευρὰ τοῦ pòrtego εὑρίσκεται μικρὰ αὐλὴ cortile διὰ φωτισμὸ καὶ ἀερισμό, ὅθεν μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ εἴσοδος στοὺς ἄνω ὀρόφους ἵνα μὴν ὀχλεῖται ὁ χῶρος ἐργασίας. Ἂν ἔχει χῶρο σχηματίζεται μεγαλωτέρα cortile πρὸς τὴν ὁδό. Στὸ πέρας τοῦ androne ἐπὶ τοῦ καναλιοῦ διαμορφώνεται στοά loggia. Ὁ πρῶτος ὄροφος εἶναι ὁ κύριος πρὸς δεξίωση ξένων, καὶ οὕτως καλεῖται piano nobile. Τὸ pòrtego εὑρίσκεται ὕπερθε τοῦ androne. Ἄλλωστε οἱ φέροντες τοῖχοι εἶναι οἱ τέσσερις ποὺ ὁρίζουν τοὺς μεσότοιχους καὶ τὶς μακρὲς παρειὲς τοῦ pòrtego. Τὸ pòrtego εἶναι χῶρος πολλῶν χρήσεων καὶ μετάβασης στὶς ἀμφοτέρωθε σάλλες. Eἶναι περὶ τὰ εἵκοσι καὶ πέντε μέτρα μῆκος στὸ Cà Foscari, τὰ τριάκοντα στὸ πλευρικὸ Giustinian καὶ τὰ τεσσαράκοντα καὶ δύο στὸ Pesaro degli Orfei, ἐνῷ τὸ εὖρος εἶναι πέντε. Οἱ μικρὲς πλευρὲς ὅθεν φωτίζεται ἔχουν καθ’ ὅλο τὸ ὕψος καὶ μῆκος παράθυρα, ποὺ διαμορφώνονται στὸ ἀρχικὸ βυζαντινὸ ὕφος μὲ λυγδίνες ἁψῖδες ποὺ γίνονται φλογόμορφες στὸ ὕστερο γοτθικίζον ἐνῷ ἀπὸ τοῦ trecento ἐμφανίζονται μικροὶ λύγδινοι ἐξῶστες. Οἱ καλὲς σάλλες (albergo grando) εἶναι οἱ δύο ποὺ βλέπουν στὸ κανάλι καὶ ἔχουν μόνον δύο παράθυρα καθ’ ἑκάστην ὥστε νὰ μὴν ἀδυνατίζῃ ἡ γωνία τῆς οἱκοδομῆς. Ὕπερθε τοῦ piano nobile ἀνηγέρθησαν ὄροφοι, δεύτερος piano nobile μὲ τὴν αὐτὴ πρόσοψη, ἴσως χαμηλοτέρου ὕψους καὶ τρίτος διὰ τοὺς κοιτῶνες καὶ τὰ δωμάτια τῶν οἰκετῶν.Τὰ μικρότερα σπίτια ἔχουν παρομοία δομὴ χωρὶς ὅμως πολλὰ παράθυρα[xliii].

πηγή: Richard Goy

Γ.Α. Σιβρίδης

 

[i] TREVOR DONALD, A Sumerian Plan in the John Rylands Library, Journal of Semitic Studies, Volume 7, Issue 2, AUTUMN 1962, Pages 184–190, https://doi.org/10.1093/jss/7.2.184

[ii]JOHN GARDNER WILKINSON, Manners and Customs of the Ancient Egyptians, including their private life, government, laws, arts, manufactures, religion, agriculture, and early history, derived from a comparison of the paintings, sculptures, and monuments still existing, with the accounts of ancient authors, [3 volumes, 1837–41] London 1878, καὶ συντετμημένο σὲ δύο τόμους, ὡς The Ancient Egyptians, Their Life and Customs [1853] London 1994. Τὰ περὶ τὸ αἰγυπτιακὸ σπίτι ἐκτείθενται στὸ πέμπτο κεφάλαιο τοῦ πρώτου τόμου (σελ. 339-371), καὶ στὸ πρῶτο τῆς σύντμησης (σελ. 1-31).

[iii] ΗΡΟΔΟΤΟΥ, ἱστορίαι, Εὐτέρπη, 95

πρὸς δὲ τοὺς κώνωπας ἀφθόνους ἐόντας τάδε σφι ἐστὶ μεμηχανημένα. τοὺς μὲν τὰ ἄνω τῶν ἑλέων οἰκέοντας οἱ πύργοι ὠφελέουσι, ἐς τοὺς ἀναβαίνοντες κοιμῶνται· οἱ γὰρ κώνωπες ὑπὸ τῶν ἀνέμων οὐκ οἷοί τε εἰσὶ ὑψοῦ πέτεσθαι. τοῖσι δὲ περὶ τὰ ἕλεα οἰκέουσι τάδε ἀντὶ τῶν πύργων ἄλλα μεμηχάνηται· πᾶς ἀνὴρ αὐτῶν ἀμφίβληστρον ἔκτηται, τῷ τῆς μὲν ἡμέρης ἰχθῦς ἀγρεύει, τὴν δὲ νύκτα τάδε αὐτῷ χρᾶται· ἐν τῇ ἀναπαύεται κοίτῃ, περὶ ταύτην ἵστησι τὸ ἀμφίβληστρον καὶ ἔπειτα ἐνδὺς ὑπ᾽ αὐτὸ κατεύδει. οἱ δὲ κώνωπες, ἢν μὲν ἐν ἱματίῳ ἐνειλιξάμενος εὕδῃ ἢ σινδόνι, διὰ τούτων δάκνουσι, διὰ δὲ τοῦ δικτύου οὐδὲ πειρῶνται ἀρχήν.

[iv] ΔΙΟΔΩΡΟΥ ΣΙΚΕΛΙΩΤΟΥ, ἱστορικὴ βιβλιοθήκη Α΄:

τὸν μὲν οὖν περίβολον αὐτὸν ὑποστήσασθαι σταδίων ἑκατὸν καὶ τετταράκοντα, οἰκοδομήμασι δὲ μεγάλοις καὶ ναοῖς ἐκπρεπέσι καὶ τοῖς ἄλλοις ἀναθήμασι κοσμῆσαι θαυμαστῶς· ὁμοίως δὲ καὶ τὰς τῶν ἰδιωτῶν οἰκίας, ἃς μὲν τετρωρόφους, ἃς δὲ πεντωρόφους κατασκευάσαι, καὶ καθόλου τὴν πόλιν εὐδαιμονεστάτην οὐ μόνον τῶν κατ’ Αἴγυπτον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων πασῶν ποιῆσαι. διὰ δὲ τὴν ὑπερβολὴν τῆς περὶ αὐτὴν εὐπορίας τε καὶ δυνάμεως εἰς πάντα τόπον τῆς φήμης διαδεδομένης ἐπιμεμνῆσθαι καὶ τὸν ποιητὴν αὐτῆς φασιν ἐν οἷς λέγει
                οὐδ’ ὅσα Θήβας
                Αἰγυπτίας, ὅθι πλεῖστα δόμοις ἔνι κτήματα κεῖται,
                αἵθ’ ἑκατόμπυλοί εἰσι, διηκόσιοι δ’ ἀν’ ἑκάστην
                ἀνέρες ἐξοιχνεῦσι σὺν ἵπποισιν καὶ ὄχεσφιν.
ἔνιοι δέ φασιν οὐ πύλας ἑκατὸν ἐσχηκέναι τὴν πόλιν, ἀλλὰ πολλὰ καὶ μεγάλα προπύλαια τῶν ἱερῶν, ἀφ’ ὧν ἑκατόμπυλον ὠνομάσθαι, καθαπερεὶ πολύπυλον. δισμύρια δ’ ἅρματα πρὸς ἀλήθειαν ἐξ αὐτῆς εἰς τοὺς πολέμους ἐκπορεύεσθαι· τοὺς γὰρ ἱππῶνας ἑκατὸν γεγονέναι κατὰ τὴν παραποταμίαν τὴν ἀπὸ Μέμφεως ἄχρι Θηβῶν τῶν κατὰ τὴν Λιβύην, ἑκάστου δεχομένου ἀνὰ διακοσίους ἵππους, ὧν ἔτι νῦν τὰ θεμέλια δείκνυσθαι.

[v] N. DE GARIS DAVIES, The Town House in Ancient Egypt, Metropolitan Museum Studies Vol. 1, No. 2 (May, 1929), pp. 233-255 (23 pages) Published By: The Metropolitan Museum of Art  https://doi.org/10.2307/1522726

[vi] ALEXANDER BADAWY, Le dessin architectural chez les anciens Égyptiens; étude comparative des représentations égyptiennes de constructions, Cairo 1948

A History of Egyptian Architecture, The Empire (the New Kingdom): From the Eighteenth Dynasty to the End of the Twentieth Dynasty 1580-1085 B.C., Berkeley & Los Angeles 1968

[vii] HERBERT RICKE, Der Grundriss des Amarna-Wohnhauses, Wissenschaftliche Veröffentlichungen der Deutschen Orient-Gesellschaft (56) Year: 1932, Volume: 4.1967

LUDWIG BORCHARDT & HERBERT RICKE, Die Wohnhäuser in Tell El-Amarna, ed. Stephan Seidlmayer, Berlin 1980

[viii] LEONARD C.WOOLLEY, Excavations at Tell el-Amarna ἐν The Journal of Egyptian Archaeology, Vol. 8, No. 1/2 (Apr., 1922), pp. 48-82

[ix] BARRY J. KEMP, Ancient Egypt, Anatomy of a Civilisation, 3η ἔκδοση, London & NY 2018, σελ. 352

[x]CHRISTIAN TIETZE, Amarna. I. Analyse der Wohnhäuser und soziale Struktur der Wohnhäuser ἐν Zeitschrift für ägyptische Sprache und Altertumskunde, 1985, Volume: 112, σελ: 48-84

MANFRED BIETAK, Zum Raumprogramm ägyptischer Wohnhäuser des Mittleren und Neuen Reiches ἐν M. BIETAK (ed.), Haus und Palast im alten Ägypten, Wien 1996, 24, fig. 2

[xi] Op.cit. BADAWY, A History of Egyptian Architecture, The Empire (the New Kingdom) σελ. 112-113

[xii]ibid. σελ. 64-65

[xiii]NADINE MOELLER, The Archaeology of Urbanism in Ancient Egypt. From the Predynastic Period to the End of the Middle Kingdom,  ΝΥ 2016 σελ. 197-199

[xiv] MANFRED BIETAK, Zum Raumprogramm ägyptischer Wohnhäuser des Mittleren und Neuen Reiches ἐν M. BIETAK (ed.), Haus und Palast im alten Ägypten, Wien 1996, 32, fig. 12, 33, fig, 13.

[xv]MANFRED BIETAK , Introduction to Palaces in Egypt: What They Tell Us about the Ruler, Administration and Culture ἐν MANFRED BIETAK – SILVIA PRELL (EDS.), Ancient Egyptian and Ancient Near Eastern Palaces Vol. I, Proceedings of the Conference on Palaces in Ancient Egypt, held in London 12th–14th June 2013, organised by the Austrian Academy of Sciences, the University of Würzburg and the Egypt Exploration Society, σελ. 23-25

[xvi] EVA LANGE-ATHINODOROU, Palaces of the Ancient Mind: The Textual Record versus Archaeological Evidence ἐν MANFRED BIETAK – SILVIA PRELL (EDS.), Ancient Egyptian and Ancient Near Eastern Palaces Vol. I, Proceedings of the Conference on Palaces in Ancient Egypt, held in London 12th–14th June 2013, organised by the Austrian Academy of Sciences, the University of Würzburg and the Egypt Exploration Society, σελ. 39-59

[xvii]A.W. (ARNOLD WALTER) LAWRENCE, Greek Architecture, Harmondsworth, NY, 1983 [1957]

  1. WALTER GRAHAM, Houses of Classical Athens ἐν Phoenix , Spring, 1974, Vol. 28, No. 1, Studies Presented to Mary E. White on the Occasion of Her Sixty-Fifth Birthday (Spring, 1974), σελ. 45-54 https://www.jstor.org/stable/1087230

RUTH WESTGATE, The Greek House and the Ideology of Citizenship ἐν World Archaeology, Jun., 2007, Vol. 39, No. 2, The Archaeology of Equality (Jun., 2007), pp. 229-245 https://www.jstor.org/stable/40026655

[xviii] MONIKA TRÜMPER, Differentiation in the Hellenistic Houses of Delos: The Question of Functional Areas, British School at Athens Studies 15 (2007): 323–34. http://www.jstor.org/stable/40960602.

[xix]ATTILIO PETRUCCIOLI, The courtyard house: typological variations over space and time, ἐν BRIAN EDWARDS, MAGDA SIBLEY, MOHAMAD HAKMI & PETER LAND (EDS.) Courtyard Housing, Past, Present and Future, Abington (Oxfordshire) & NY, 2006, σελ. 15-16

[xx] MICHELLE L. BERENFELD, The Triconch House and the Predecessors of the Bishop’s Palace at Aphrodisias, ἐν American Journal of Archaeology Vol.113, no.2 (April 2009), σελ. 203–29

[xxi] SIMON P. ELLIS, The End of the Roman House, ἐν American Journal of Archaeology Vol. 92, No. 4 (Oct., 1988), σελ. 565-576  https://www.jstor.org/stable/505251

[xxii]NAIF HADDAD, Improvement of Mediterranean territorial cohesion through setup of tourist-cultural itinerary Umayyad Project reference: I-A_1.2_042_UMAYYAD

[xxiii] http://www.sonic.net/~tallen/palmtree/fishpond/fishpond.htm

[xxiv] JACQUES REVAULT, LUCIEN GOLVIN & ALI AMAHAN, Palais et demeures de Fès. 1.  Époques mérinde et saadienne (XIVe-XVIIe siècles), Aix-en-Provence, 1985.

[xxv]JACQUES REVAULT, Palais et demeures de Tunis (XVIe et XVIIe siècles) Paris, 1967, σελ. 55-74

[xxvi]GHOLAMHOSSEIN MEMARIAN & FRANK EDWARD BROWN, Climate, Culture, and Religion: Aspects of the Traditional Courtyard House in Iran ἐν Journal of Architectural and Planning Research Vol. 20, No. 3 (Autumn, 2003), σελ. 181-198  https://www.jstor.org/stable/43030659

[xxvii]FARZANEH SOFLAEIA, MEHDI SHOKOUHIAN, SEYED MAJID, MOFIDI SHEMIRANI, Traditional Iranian courtyards as microclimate modifiers by considering orientation, dimensions,and proportions, ἐν Frontiers of Architectural Research(2016) 5, σελ. 225–238

[xxviii] S. AL-AZZAWI, Oriental houses in Iraq ἐν P. OLIVER(ed.) Shelter and Society, London, 1969,  σελ. 91–102.

[xxix]GHOLAMHOSSEIN MEMARIAN & FRANK EDWARD BROWN, The shared characteristics of Iranian and Arab courtyard houses, ἐν BRIAN EDWARDS, MAGDA SIBLEY, MOHAMAD HAKMI & PETER LAND (eds.) Courtyard Housing, Past, Present and Future, Abington (Oxfordshire) & NY, 2006, σελ. 35-36

[xxx]S. AL-AZZAWI, The courtyards of Oriental houses in Baghdad, non-functional aspects  ἐν HYLAND, & AHMED AL-SHAHI, (eds) The Arab House, Proceedings of Colloquium held in the University of Newcastle-upon-Tyne, University of Newcastle-upon-Tyne, CARDO (1984) σελ. 53–60.

[xxxi]Op.cit. GHOLAMHOSSEIN MEMARIAN & FRANK EDWARD BROWN, Climate, Culture, and Religion: Aspects of the Traditional Courtyard House in Iran σελ. 186

PIRNIA MK. Ashnaii ba Memari Islami Irani (An Introduction to Iranian Islamic Architecture), Tehran, 1992.

[xxxii]D. NOSRATPOUR, Evaluation of Traditional Iranian Houses and Match it with Modern Housing, ἐν Journal of Basic and Applied Scientific Research, 2 (3), 2.204-2.213, 2012.

[xxxiii] E.MAHMOUD ZEIN AL ABIDIN, The courtyard houses of Syria ἐν BRIAN EDWARDS, MAGDA SIBLEY, MOHAMAD HAKMI & PETER LAND (eds.) Courtyard Housing, Past, Present and Future, Abington (Oxfordshire) & NY, 2006, σελ. 41-53

LATIFA BURABEH, Illustration of Ceilings in Civilian Buildings during Ottoman Empire in Algeria, Aleppo and Damascus Cities,  Algeria, 2009

[xxxiv] ἐνδιαφέρουσα ἐργασία περὶ μαλκάφ: DAVID A. KING, The Wind-Catchers of Medieval Cairo and their Secrets –1001 Years of Renewable Energy, 2 parts, pt. I: text, pt. II: images, 2020,  at www.davidaking.academia.edu

[xxxv] JEAN-CLAUDE GARCIN, JACQUES REVAULT, BERNARD MAURY, MONA ZAKARIYA, Palais et maisons du Caire, tome I: Époque mamelouke (XIIIe-XVIe siècles), Aix-en-Provence, 1982, σελ. 209

DORIS BEHRENS-ABOUSEIF, Islamic Architecture in Cairo. An Introduction, Cairo, 1989, σελ. 37

[xxxvi]KHALED ASFOUR, Cairene Traditions inside Palladian Villas, ἐν Traditional Dwellings and Settlements Review, Vol. 4, No. 2 (SPRING 1993), pp. 39-50   http://www.jstor.org/stable/23566069 .

[xxxvii] JAMES STEELE, An Architecture for People: The Complete Works of Hassan Fathy, London, 1997

[xxxviii]SEDAT HAKKI ELDEM, Türk Evi Plan Tipleri, Istambul 1954

[xxxix] ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Κ. ΟΡΛΑΝΔΟΣ, Μοναστηριακὴ ἀρχιτεκτονική [1926], β’ ἔκδοση, Ἀθήνα, 1958, σελ. 31, 35.

[xl] PANOS N. DJELEPY, L’ architecture populaire en Grèce, Paris, 1952, ΠΑΝΟΣ-ΝΙΚΟΛΗΣ ΤΖΕΛΕΠΗΣ, λάικη ἑλληνικὴ ἀρχιτεκτονική, Ἀθήνα, 1977

[xli] EBBA KOCH, Mughal Palace Gardens from Babur to Shah Jahan (1526-1648) ἐν Muqarnas, Vol. 14 (1997), σελ. 143-165  http://www.jstor.org/stable/1523242

[xlii]NEBAHAT AVCIOGLU, A Palace of One’s Own: Stanislas I’s Kiosks and the Idea of Self-Representation ἐν The Art Bulletin, Vol. 85, No. 4 (Dec., 2003), σελ. 662-684   http://www.jstor.org/stable/3177364

[xliii]RICHARD J. GOY, The House of Gold, Cambridge, 1992 σελ. 16-18

Venetian Vernacular Architecture.Traditional Housing in the Venetian Lagoon, Cambridge, 2011