T.S. Eliot: Χορικά απ’ τον ‘Βράχο’, ΙΙΙ [1934]

Ὁ λόγος τοῦ ΚΥΡΙΟΥ ἦλθε σ’ ἐμέ, λέγων:
Ὦ πόλεις λυπρὲς δολίων ἀνθρώπων
ὦ φαύλη γενεὰ πεφωτισμένων ἀνθρώπων,
προδοθείσα μέσ’ στὸν λαβύρινθο τῶν σῶν τεχνασμάτων,
ἐμπολησθείσα ἀπ’ τὰ γιγνόμενα τῶν σῶν προαιρέσεων:
Σᾶς ἔδωσα χέρια τὰ ὁποῖα ἀποστρέψατε τῆς λατρείας,
σᾶς ἔδωσα ὁμιλία, ἀντὶ ἀτέρμονος πολυλογίας,
σᾶς ἔδωσα τὸν Νόμο μου, καὶ σεῖς θεσπίσατε προστάγματα.
σᾶς ἔδωσα χείλη, ἀντὶ νὰ ἐκφράζητε φιλοφρονήσεις,
σᾶς ἔδωσα καρδιές, ἀντὶ ἀμοιβαίας ἀπιστίας.
Σᾶς ἔδωσα τὴν ἐξουσία τῆς ἐπιλογῆς καὶ σεῖς ἐναλλάσεσθε
μεταξύ ματαίας θεωρίας καὶ ἀλογίστου πράξεως.
Πολλοὶ ἀσχολοῦνται νὰ συγγράφωσι βιβλία καὶ νὰ τὰ τυπῶσι,
πολλοὶ ποθοῦν νὰ δοῦν τὰ ὁνόματά των ἔντυπα,
πολλοὶ δὲν διαβάζουν ἀλλά ῥαπόρτα ἀγώνων.
Πολλὰ διαβάζετε, ἀλλ’ οὐχί τὸν Λόγο τοῦ ΘΕΟΥ,
πολλὰ οἰκοδομεῖτε, ἀλλ’ οὐχί τὸν οἶκο τοῦ ΘΕΟΥ.
Θὰ κτίσητέ μοι δόμο κιμωλίας, μὲ στέγαση ῥυσή,
νὰ γεμίζῃ μὲ σωρούς κυριακάτικων ἐφημερίδων;

Α΄ ΑΡΡΗΝ ΦΩΝΗ:
Φθέγμα ἐξ ἀνατολάς:
Τὶ θὰ συμβῇ στὴν ἀκτή τῶν πολύκαπνων πλοίων;
Θ’ ἀφήσετε τὸν λαό μου ἀμνήμονα καὶ ἀπολησμονημένο
μέσ’ σ’ ὀκνηρία, μόχθο, καὶ ἀπόπληκτο θάμβος;
Θὰ μείνῃ ἡ διαρραγείσα καπνοδόχος,
τ’ ἀπολεπισμένο σκάφος, σωρός σκουριᾶς σιδήρου,
μέσ’ σ’ ὁδὸ διασπάρτων πλινθῶν ὅπου ἀνεβαίνει ὁ τράγος,
ὅπου ὁ Ἐμὸς Λόγος ἄρρητός ἐστι.

Β΄ ΑΡΡΗΝ ΦΩΝΗ:
Φθέγμα ἐκ βορέου, δυσμὰς καὶ νότου
ὁπόθεν μυρίαδες πορεύονται καθ’ ἡμέραν στὴν Πόλη ἧν ὁ χρόνος κατέχει·
ὅπου ὁ Ἐμὸς Λόγος ἄρρητός ἐστι,
στὴν γῆ τῶν λοβηλιῶν καὶ τῶν φανελλῶν γιὰ τὸ τένυς
τὸ κουνέλι θὰ σκάψῃ, τὸ παλιοῦρι θὰ ἐπανέλθῃ,
ἡ ἀκαλύφη θὰ θάλῃ στὸ χαλικῶδες γήπεδο,
καὶ ὁ ἄνεμος θἄπῃ: «Ἐδῶ ἦσαν εὐπρεπείς δυσσεβείς ἄνθρωποι:
Τὸ μόνον αὐτῶν μνῆμα, ὁ ἄσφαλτος δρόμος
καὶ μία μυριάς ἀπὸ χαμένες μπάλλες γκόλφ».

ΧΟΡΟΣ:
Κτίζομε ἐπὶ ματαίῳ ἐάν μὴ ὁ ΚΥΡΙΟΣ κτίσῃ μεθ’ἡμῶν.
Θὰ σώσῃς τὴν Πόλη ποὺ ὁ ΚΥΡΙΟΣ δὲν σώζει μετά σου;
Μύριοι ἀστυφύλακες κἂν διευθύνουν διελεύσεις
δὲν δύνανται νὰ σ’εἴπουν γιατὶ ἔρχεσαι ἢ ποῦ νὰ ὑπάγῃς.
Μία ἀποικία ὑδροχοίρων, μία ὁρδή ἀπὸ πολύπονες μαρμότες
κτίζουν πιὸ εὐλαβῶς ἀπ’ ὅσους κτίζουν δίχα τοῦ ΚΥΡΙΟΥ.
Θὰ ὀρθώσωμε τὰ πόδια μας μέσα στὰ πυκνὰ ἐρείπια;
Ἠγάπησα τὴν ὀμορφιά τοῦ οἴκου Σου τὴν εἰρήνη
τοῦ ἱεροῦ Σου, οὖδας ἐκάθηρα κ’ ἐκόσμησα βωμούς.
Ὅπου μηδεὶς ναός ἔνεστι, μηδὲ ἐνέσονται δόμοι,
κἂν ἔχητε στέγη καὶ ἱδρύματα, καὶ καταλύματα
ἐπισφαλὴ ἐνόσῳ τὸ μίσθωμα δὴ καταβάλλεται,
χορηγημένα ὑπόγεια ὅπου γεννᾷ ὁ ἀρουραῖος
ἢ ὑγιεινὰ ἐνδιαιτήματα μ’ ἀριθμημένες θύρες
ἢ ἕνα σπίτι ὀλίγον τι βέλτερο του γείτονά σας·
ὅταν ὁ Ξένος λέγει: «ἡ σημασία ποιά εἰναι τῆς πόλης
τούτης; Συναναστρέφεσθε γιατὶ φιλεῖσθε μεταξύ σας;
θ’ ἀποκριθῆτε τί; «Συνοικοῦμε ἴνα ποριζόμεθα
χρήματα ὁ ἕνας παρά τ’ ἄλλου;» ἢ «Τοῦτο εἶναι ἕνα κοινόν»;
Καὶ ὁ Ξένος θ’ ἀπέλθῃ στὴν ἔρημο κεῖ θὰ ἐπανέλθῃ.
Ὦ ψυχή μου ἑτοιμάσθητι στὴν ἔλευση τοῦ Ξένου,
ἑτοιμάζου γιὰ τοῦτον ποὺ γνωρίζει ἐρωτήσεις νὰ ἐρωτάῃ.

Ὦ κάματε ἀνθρώπων π’ ἐξέκλιναν ἀπ’ τοῦ ΘΕΟΥ
πρὸς τοῦ νοός σας τὸ καύχημα καὶ τὸ κλέος τοῦ ἀγώνα σας
πρὸς τέχνες καὶ ἐπινοήσεις καὶ τολμηρές ἐπιχειρήσεις,
πρὸς ἀνθρωπείας δόξης σοφίσματα τόσο διαβεβλημένα,
καθὼς ζεύξατε ὕδωρ καὶ γῆ στὴν δούλεψή σας,
τρυγίσατε τὶς θάλασσες καὶ ἀπειργάσασθε τὰ ὄρη,
διαιρέσατε τὰ ἀστέρια σὲ κοινά καὶ ποθεινά,
ἄσχολοι νὰ τεχνάζητε τὸ πλέον τέλειο ψυγεῖο,
ἄσχολοι νὰ ἐξεργάζησθε μία λογικὴ ἠθική,
ἄσχολοι νὰ ἐκτυπῶτε τὰ πλείονα δυνατόν βιβλία,
εὐτυχίες νὰ σοφίζησθε καὶ νὰ ῥίπτητε μποτίλιες ἄδειες,
παρὰ τοῦ κενοῦ σας νὰ στρέφησθε σ’ ἔνθερμο ἐνθουσιασμό
περί ἔθνους ἢ φυλῆς ἢ ὅ τι καλῆτε ἀνθρώπους·
Κἂν λησμονῆτε τὴν ὁδό πρὸς τὸν Ναό, ἔνι κάποιος
ὁ ὁποῖος θυμᾶται τὴν ὁδόν ἐπὶ τῆν θύρα σας:
κἂν παρέλθητε τάχα τὴν Ζωή, ἀλλ’ οὐδόλως τὸν Θάνατο.
Οὐκ ἀπαρνηθῆτε τὸν Ξένο.

(απόδοση: Γ.Α. Σιβρίδης)

 

ἐμπολησθείσα=πωλημένη

δόμος=οἴκημα

ῥυσή=ρυτιδιασμένη

παλιοῦρι=θάμνος μ’ἀγκάθια

άκαλύφη=εἶδος φυτοῦ

οὖδας=δάπεδο

ἔνεστι (ἔνι), ἐνέσονται=ὑπάρχει, θὰ ὕπάρξουν