T.S. Eliot: Η κατάβασις των Μάγων

«Κρύον τι κέλευθο, τὸν εἴχομε,
ἅμα τὴν χειρίστη ὥρα τοῦ χρόνου
διὰ νὰ πορεύεσαι καὶ τόσο δὴ μακρὰ πορεία:
Μὲ τὶς ὁδοὺς βαθεῖες καὶ τὸν καιρὸ δριμύ,
ἄκρας χειμῶνος.»
Καὶ οἱ κάμηλοι τριβόμενες, ραγόποδες,
ἄποροι κεῖνται χαμαὶ στὸ χιόνι ποὺ λιώνει.
Εἶν’ ὧρες ποὺ ποθήσαμε
τὰ θερινὰ μέγαρα σὲ κλειτύες, τοὺς ἡλιακούς,
καὶ τὶς κόρες τὶς σηρικές καθὼς ἐκκομίζουν σερμπέτι.
Τηνικαῦτα οἱ καμηλάτες καθώς καταρῶνται καὶ γρύζουν
καὶ ἀποδροῦν καὶ πένονται τἀκράτου οἵνου των καὶ γυναικῶν,
καὶ οἱ λαμπτῆρες καθὼς σβήνουν καὶ ἡ ἔνδεια στέγης,
καὶ οἱ πόλεις κακόνοες καὶ οἱ τἄστεα ἐχθρά
καὶ οἱ κώμες θολερές νὰ εἰσπράττουν ὑψηλὲς τιμές:
Δυσκολίά τινα, τὴν εἴχoμε.
Τελικῶς προτιμήσαμε νὰ πορευόμεθα νύκτωρ,
κοιμώμενοι σὲ μικροὺς χρόνους,
μὲ φωνὲς νᾄδουν ἡμῖν, νὰ λέγουν
ὅτι τοῦτο ἦταν ἀφροσύνη.

Τότε, ὄρθρου κατέβημεν ’ς εὔκρατο νάπη,
ὑγρά, ἔνερθε τῆς χιονογράμμης, ὀσμιζόμενοι φυτά·
μὲ τρεχούμενο ῥεῦμα καὶ κάποιον ὑδρόμυλο νὰ μαστιγοῖ τὸν ζόφο,
καὶ τρία δένδρα στὸν χαμηλὸ οὐρανό,
καὶ κάποιο γηραλέο λευκὸ ἄλογο κάλπασε πρόσω στὸν λειμῶνα.
Τότε ἤλθομε σὲ πανδοκεῖο μ’ ἀμπελόφυλλα στὸ ὑπέρθυρο,
ἕξ χεῖρες πίσωθε τῆς ἀνοιχτῆς θύρας ν’ ἀστραγαλίζουν ἀργύρια,
καὶ πόδες νὰ λακτίζουν ’ς τἄδεια ἀσκιά.
Μὰ δὲν εἶχομε μήνυμα καὶ οὕτω ἐπεμείναμε
καὶ τὸ βράδυ ἀφικνούμενοι, οὔτ’ ἀκαρὲς ὥρας ταχύτερο,
νὰ ἐπιτυγχάνωμε στὸν τόπο· ἦταν (ἔλεγες ἂν) ἡδύ.

Πὰν τοῦτο ἦταν πάλαι πότε, θυμοῦμαι,
καὶ τὸ ἔκαμα ἂν πάλιν, ἀλλὰ κατάγραψε
τοῦτο κατάγραψε
τοῦτο: ὡδηγήθημεν τόσο δρόμο ἐπὶ
Γέννησιν ἢ Θάνατο; ἦταν γέννησις, ναί,
εἴχομε τὴν μάρτυρία κοὐδεμία ἀμφιβολία. Εἶδον γέννησιν καὶ θάνατο,
μὰ νόμισα πὼς ἦσαν ἀνόμοια πράγματα· τούτη ἡ Γέννησις ἦταν
σκληρὰ καὶ πικρὰ ἀγωνία δι’ ἡμᾶς, σὰν τὸν Θάνατο, τὸν ἡμέτερο θάνατο.
Ἀπονοστήσαμε στοὺς ἰδίους τόπους, τοῦτα τὰ Βασίλεια,
ἀλλὰ ὅχι πλέον ἄνετοι δῶ, στὴν παλαιὰ κατάστασι,
μὲ ξένο λαὸ νὰ λάζηται ἀγκὰς τοὺς θεούς του.
Περιχαρὴς ἤμουν ἂν σὲ ἀλλοιότερο θάνατο.

 

[Journey of the Magi, απόδοση Γ.Α. Σιβρίδης]

 

 

ραγόποδες: μὲ σκασμένα πόδια

ἀστραγαλίζουν: ρίχνουν σὰν ἀστραγάλους

ἀκαρὲς ὥρας: στιγμή

νὰ λάζηται ἀγκὰς: νἀ ἀγκαλιάζει, νὰ ἀρπάζει στὴν ἀγκαλιά του

ἤμουν ἂν σὲ ἀλλοιότερο θάνατο: θὰ ἤμουν σὲ ἕναν ἄλλου εἴδους θάνατο