Το διττόν της παραδόσεως και της προόδου

Εικόνα: Ένας από τους πρώτους νεολιθικούς οικισμούς, ο Çatalhöyük, που βρίσκεται στη σημερινή Τουρκία, στα νότια της χώρας. Αυτή η μικρή πόλη είναι σε τόσο πρώιμη μορφή (proto-city είναι ο επίσημος όρος) που δεν είχε καν δρόμους, τα σπίτια ήταν κολλημένα μεταξύ τους και οι κάτοικοι μετακινούνταν από τις οροφές. Αυτό συνέβη διότι ο μόνιμος οικισμός ήταν εντελώς νέα πραγματικότητα γι’ αυτούς, δεν γνώριζαν τα προβλήματα και τις ανάγκες που εμείς τα θεωρούμε αυτονόητα, όπως δεν γνωρίζουμε τις ανάγκες και τα προβλήματα που προκύπτουν σήμερα και θα τα θεωρούν στο μέλλον αυτονόητα οι απόγονοί μας.

Η παράδοση αποτελεί ένα αντικείμενο που είναι συναισθηματικά και ιδεολογικά φορτισμένο. Έχει τόσο θερμούς οπαδούς όσο και πολέμιους, όμως αμφότεροι σφάλλουν για διαφορετικούς λόγους, οι μεν υπερασπίζονται τις παραδόσεις ενός λαού οι οποίοι επιθυμούν να τις διατηρήσουν και να τις μεταφέρουν αυτούσιες στην επόμενη γενιά ενώ οι δε απορρίπτουν την παράδοση στο σύνολό της ισχυριζόμενοι ότι αποτελεί τροχοπέδη για την πρόοδο και την ανάπτυξη. Ωστόσο, όπως σχεδόν σε κάθε περίπτωση, είναι πολύ πιο περίπλοκο ζήτημα. Αν το πάρουμε ετυμολογικά, το ρήμα «παραδίδω» σημαίνει ότι μεταβιβάζω, δίνω κάτι που έχω σε κάποιον άλλον. Μπορεί να είναι αρνητικό ή θετικό. Ίσως να είναι γνώση, εμπειρία, σοφία, οτιδήποτε. Ίσως να είναι μία εσφαλμένη ή παρωχημένη αντίληψη που δεν έχει καμία χρησιμότητα αλλά για κάποιον λόγο καθιερώθηκε και επιβίωσε μέσα στους αιώνες επειδή είναι «παράδοση». Το γεγονός ότι «δίνω κάτι που έχω σε κάποιον άλλον» δεν σημαίνει ότι οφείλω να το διατηρήσω όπως είναι. Μπορώ να το εμπλουτίσω, να το προσαρμόσω και να το παραδώσω στον επόμενο.  Δεν είμαι ούτε υποχρεωμένος να το αλλάξω εφόσον κρίνω ότι δεν χρειάζεται να το κάνω. Παράδοση και διατήρηση δεν είναι συνώνυμες λέξεις. Θεωρώ ότι αυτή είναι η βάση από την οποία οφείλουμε να προσεγγίσουμε και να αναλύσουμε την παράδοση.

Πρόκειται για ένα διαρκώς εξελισσόμενο φαινόμενο που επηρεάζεται βαθιά από τις κοινωνικές και τεχνολογικές διεργασίες. Επί παραδείγματι, τα ήθη και οι αξίες των ανθρώπων όταν ήταν αυτοί ακόμη νομάδες τροφοσυλλέκτες χωρίς σταθερό οικισμό, διέφεραν σημαντικά από τα ήθη και τις αξίες που διαμορφώθηκαν όταν ο άνθρωπος ανακάλυψε τη γεωργία και εγκαταστάθηκε σε μόνιμους οικισμούς. Ο μόνιμος οικισμός γέννησε την πόλη, το φρούριο, την ανάγκη για άμυνα, το οργανωμένο εμπόριο, δημιούργησε την ατομική ιδιοκτησία, καθιερώθηκαν η ιεραρχία και οι θέσεις στην κοινωνία, γεννήθηκε η έννοια της πατρίδας (γης των πατέρων) και πολλά άλλα κοινωνικά δεδομένα που επιβίωσαν μέχρι σήμερα. Είναι πραγματικά εκπληκτικό αν το σκεφτεί κανείς. Αυτό το άλμα στην κοινωνική οργάνωση επηρέασε κάθε πτυχή της ανθρώπινης δράσης και ψυχοσύνθεσης σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Δεκάδες λαοί με τεράστιες γλωσσικές, θρησκευτικές και γεωγραφικές διαφορές είχαν την ίδια οργάνωση και τον ίδιο κοινωνικό σκελετό πάνω στον οποίο έχτισαν τον πολιτισμό τους, χάρη σε εκείνο τον πρώτο μόνιμο οικισμό που έμελλε ν’ αλλάξει την Ιστορία. Αρκετά αργότερα, η τεχνολογική και επιστημονική πρόοδος καθώς και η βιομηχανική επανάσταση μεταμόρφωσαν γι’ άλλη μια φορά τις κοινωνίες. Λόγω αυτής της προόδου στην επικοινωνία και την μετακίνηση, οι αποστάσεις μεταξύ των ανθρώπων και των χωρών συρρικνώθηκαν, καταφέραμε να θέσουμε σε τροχιά τεχνητούς δορυφόρους, δημιουργήσαμε τον ψηφιακό κόσμο, αποκρυπτογραφούμε τον γενετικό κώδικα, παίρνουμε δείγματα από άλλους πλανήτες, μελετούμε τον κβαντικό κόσμο, επεκτείναμε όσο ποτέ άλλοτε τα όρια της γνώσης μας, όμως δεν παγιώθηκαν νέα ήθη και αξίες, αντιθέτως οι άνθρωποι σκέφτονται, δρουν, αξιολογούν, οργανώνονται και λειτουργούν όπως το κάνουν εδώ και χιλιάδες χρόνια. Η εποχή που διανύουμε είναι ακόμη σε μεταβατικό στάδιο και δεν έχει πάρει την τελική μορφή της, ουσιαστικά προσπαθούμε να βρούμε τα πατήματά μας σ’ αυτό τον νέο και άγνωστο κόσμο. Τούτο μαρτυρείται από τους μεγάλους ιδεολογικούς πολέμους του περασμένου αιώνα και από τις δεκάδες νέες κοινωνικές θεωρίες και τα αναρίθμητα ρεύματα που ξεπήδησαν απ’ αυτές. Η σημερινή κοινωνία χαρακτηρίζεται για τις μεγάλες αντιθέσεις της. Την εμμονή στο παρελθόν (εξωραϊσμός του ή δαιμονοποίησή του), την λατρεία του μέλλοντος και την εξουθενωτική εκμετάλλευση του παρόντος. Μακραίωνες αξίες συγκρούονται με τις σύγχρονες ιδέες όπου οι άνθρωποι επιλέγουν πλευρές και γίνονται οπαδοί τους.

Ωστόσο, υπάρχει και ένα τρίτο μονοπάτι, το οποίο προσεγγίζει διαφορετικά αυτή την εξέλιξη. Ο Ίων Δραγούμης ακολούθησε αυτό το μονοπάτι. Πολλοί τον χαρακτήρισαν αιρετικό και επιφανειακό επειδή επηρεάστηκε από διαφορετικές ιδεολογίες, όμως αυτό κατ’ εμέ είναι το πιο όμορφο. Χρειάζεται μεγαλύτερο θάρρος για ν’ αποδεχτείς ότι μπορείς να πάρεις χρήσιμα πράγματα από πολλές πηγές απ’ το να ακολουθήσεις φανατικά μία και μοναδική άποψη. Ο Ίων Δραγούμης υποστήριζε ότι η παράδοση είναι πολύ σημαντική επειδή αποτελεί την γέφυρα με την ιστορία μας, την συμπυκνωμένη σοφία, εμπειρία και γνώση πολλών αιώνων, απ’ όπου μπορούμε ν’ αντλήσουμε χρήσιμες πληροφορίες και παραδείγματα. Αντίστοιχα, θεωρούσε ότι η πρόοδος είναι απαραίτητο επιστέγασμα της παραδόσεως, χωρίς την οποία πρόοδο, την μετεξέλιξη και τον εμπλουτισμό, η παράδοση βαλτώνει και κρατάει στάσιμη την κοινωνία, είναι στείρα και καταλήγει στην παρακμή. Όμως είναι τόσο δύσκολο και περίπλοκο να γίνει αυτό, να παντρευτούν η παράδοση με την πρόοδο, καθότι κανένα από τα δύο δεν προσφέρει ξεκάθαρες απαντήσεις. Τι να κρατήσουμε και τι να πετάξουμε από την παράδοση; Ποιο κομμάτι της προόδου θα εμπλουτίσει, θα συμπληρώσει και θα ωφελήσει την κοινωνία; Είμαστε έτοιμοι ν’ απορρίψουμε παγιωμένες αντιλήψεις αιώνων, να προσπεράσουμε πεποιθήσεις που μας καθόρισαν για χιλιάδες χρόνια; Μπορούμε ν’ αγκαλιάσουμε νέα ήθη και νέα δεδομένα με την σιγουριά ότι θ’ αποτελέσουν το νέο κοινωνικό συμβόλαιο που θα οδηγήσει τις επόμενες γενιές; Το πιο δύσκολο ερώτημα που καλούμαστε ν’ απαντήσουμε δεν είναι «παράδοση ή πρόοδος». Το πιο δύσκολο και μέχρι στιγμής αναπάντητο ερώτημα είναι «είμαστε έτοιμοι να θέσουμε σε αμφισβήτηση πολλά πράγματα που θεωρούσαμε σίγουρα και συγχρόνως να εμπιστευτούμε νέες αντιλήψεις και δεδομένα με την ελπίδα ότι θα μας βελτιώσουν;».

Δεν πιστεύω ότι οι πρόγονοί μας προσέγγιζαν με την ίδια κριτική σκέψη τις αλλαγές που λάμβαναν χώρα γύρω τους, πράγμα που ίσως να κατέστησε πιο εύκολη τη μετάβαση, ωστόσο αυτό δεν είναι κάτι απαραίτητα κακό για εμάς. Το γεγονός ότι ο σύγχρονος άνθρωπος γνωρίζει και αντιλαμβάνεται περισσότερα, αμφισβητεί, διερωτάται και συγκρούεται για την – αναπόφευκτη – αλλαγή, ίσως να μας οδηγήσει σε μία κοινή συναίνεση για την μορφή που θα έχει το μέλλον. Όπως και να ‘χει, αυτό που απέδειξε η Ιστορία είναι ότι κάθε αλλαγή επιτυγχάνεται μέσα από πολλές και χρονοβόρες ζυμώσεις,  δεν είναι ριζοσπαστική, ούτε διαμορφώνεται μέσα σε μία γενιά. Δεν έρχεται ούτε ως θεία αποκάλυψη, ούτε ως μανιφέστο, αλλά μέσα από μικρές λύσεις και απαντήσεις που θα συνθέσουν σαν παζλ την μελλοντική κοινωνία όπως έγινε βήμα προς βήμα στον νεολιθικό οικισμό του Çatalhöyük.