William Blake: Ο τίγρις

Τίγρι, Τίγρι, ποὺ φλέγεις φαεινός,
μέσ’ στὰ δάση τῆς νυκτός·
τί ἀθάνατο μάτι ἢ χείρα,
δύνατο ἂν νὰ γράψῃ τὴν σμερδνή σου συμμετρία;

Σὲ τί ἔσχατα βάθη ἢ οὐράνια,
ἔκαιε τῶν ματιῶν σου ἡ πυρά;
Μὲ τὶ πτέρυγες τολμᾷ αὐτὸς νὰ μετέλθῃ;
Τὶ χέρι τολμάει νὰ ψαύσῃ τὸ πύρ;

Καὶ τάχα ποιός ὦμος καὶ ποιά τέχνη
θὰ ἵκανε τὰ νεῦρα τῆς καρδιάς σου νὰ συμπλέξῃ;
Καὶ ὅτε ἡ καρδιά σου ἀρχίζει νὰ σφύζῃ,
τὶ φοβερὸς μηρός; Τὶ φοβερὸς πῆχυς;

Τί ἡ σφῦρα; Καὶ τί ἡ ἄλυσος,
ἦταν τὸ μυαλό σου σὲ ποιά κάμινο;
Τί ὁ ἄκμων; Τί φοβερὸ φίλημα,
τολμᾷ ν’ ἁσπασθῆ τὰ ὀλέθρια δείματα;

Ὅτε τἀστέρια καταρρίπτουν τἀκόντιά των
καὶ τέγγουν τὰ οὐράνια μὲ τὰ δάκρυά των:
Μειδίασε ὅταν εἶδε τὸ ἔργο του αὐτός;
Σὲ ποίησε κεῖνος ποὺ ποίησε τὸν Ἀμνό;

Τίγρι, Τίγρι, ποὺ φλέγεις φαεινός,
μέσ’ στὰ δάση τῆς νυκτός·
τί ἀθάνατο μάτι ἢ χείρα,
δύνατο ἂν νὰ γράψῃ τὴν σμερδνή σου συμμετρία;

[The Tyger, ἀπόδοση: Γ.Α. Σιβρίδης)

 

σμερδνή: τρομερή

δείματα: τρόμοι

τέγγουν: βρέχουν