All posts by Ομολογητής

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος: Δύο ποιήματα

ΒΙΛΑΝΕΛΑ: Ο ΘΕΟΣ ΜΙΛΑΕΙ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ… Ὁ Θεὸς μιλάει τὴ γλῶσσα μου, στὸ σπίτι ἀνάβω τὴ φωτιὰ κί ἀπ’ ἔξω μυρωδιὰ βροχῆς. Ὁ χρόνος φέρνει τὶς πληγές, τὰ πρόσωπα, τὶς ἐνοχές. ὁ Θεὸς μιλάει τὴ γλῶσσα μου. Ὅλα τελειώνουν κάποτε, τὴν ὥρα ἐκείνη μιὰ

Δόμος, πόλις ϗ αγορά ―αρχιτεκτονική, πολιτική ϗ οικονομική V: Ο κόσμος των κτιτόρων και των οικοδόμων (α)

Architektur verherrlicht etwas (denn sie dauert). Darum kann es Architektur nicht geben, wo nichts zu verherrlichen ist. Ἡ ἀρχιτεκτονικὴ ὑμνεῖ κάτι (ἐπειδὴ ἀντέχει). Ἐπομένως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀρχιτεκτονικὴ ὅπου οὐδὲν ἔνι νὰ ὑμνήσῃς. Ludwig Wittgenstein MS 167 10v: 1947-8 The good man is the

Κωνσταντίνος Σαμπάνης: Όμηρος versus Αρχίλοχος

Εἰμὶ δ’ ἐγὼ θεράπων μὲν Ἐνυαλίοιο ἄνακτος, καὶ Μουσέων ἐρατὸν δῶρον ἐπιστάμενος Ἀρχίλοχος Μὴν αὐταπατᾶσαι ἄν εἶχες νὰ διαλέξεις ἀνάμεσα στὸν Ὅμηρο καὶ τὸν Ἀρχίλοχο θὰ ἐπιθυμοῦσες καὶ ἐσύ νὰ εἶσαι ὁ Πρῶτος θριαμβευτικά ἐπαναλαμβάνοντας τὴν Ὠκύτητα τοῦ Θανάτου τὴν Ῥοδότητα τῆς Αὐγῆς τὴν Οἰνότητα

Thomas Babington Macaulay, Baron Macaulay: Επιτάφιος Ιακωβίτου

Προσέφερα, ἄψογος, στὸν ἀληθή μου βασιλέα πίστι καὶ ἀνδρεία: ματαία πίστι, καὶ ἀνδρεία ματαία. Χάριν αὐτοῦ, γαῖες καὶ τιμές, πλούτους ἀπέλιπον, Καὶ μία ἐλπίδα πολύτιμο, πλέον ἐκτίμησα αὐτῶν. Σὲ ξένο κλίμα ἀπέκαμα, πάλιν χάριν αὐτοῦ, πολιὸς καθὼς περίλυπος τῇ ἀκμῇ τῆς ἥβης μου· στὸ Λαβέρνιο

Percy Bysshe Shelley: Ωδή στον Ζέφυρο [1820]

I. Ὦ δριμὺ Ζέφυρε, σὺ πνοή τῆς φύσεως τοῦ Φθινοπώρου, σύ, ποὺ ἀπ’ τῆς ἀφανοῦς σου παρουσίας χαμαιπετῶς τὰ φύλλα ἐλαύνουν, ὡσὰν φάσματα ποὺ κάποιου μάγου φεύγουν, κίτρινο, καὶ μέλαν, καὶ ὠχροῦν, καὶ κόκκινο καχεκτικό, πλήθη ποὺ λοιμώσσουν: ὦ σύ, ὁποῖος διφρηλατεῖς πρὸς τὸν λυγαῖο

Alfred Tennyson, Lord Tennyson: Η επέλασις της Ελαφράς Ταξιαρχίας [1855]

I. Μισὴ λεύγα, μισὴ λεύγα, ἡμισεία λεύγα ἐμπρός, στὴν κοιλάδα τοῦ Θανάτου ἔλασαν οἱ ἐξακόσιοι. «Ἐμπρός, Ἐλαφρὰ Ταξιαρχία! ἔφοδος ἐπὶ τὰ πυροβόλα!» εἶπε. Στὴν κοιλάδα τοῦ Θανάτου ἔλασαν οἱ ἐξακόσιοι. II. «Ἐμπρός, Ἐλαφρὰ Ταξιαρχία!» ἦταν τῶν ἀνδρῶν τίς ποὺ ἐπτοήθῃ; Ὄχι κἂν ὁ στρατιώτης ἤξευρε

William Wordsworth: Ωδή. Aγγέλματα αθανασίας από άωρες παιδικές αναμνήσεις

Παῖς τὸν Ἄνθρωπο γεννάει· θὰ εὐχόμουν οἱ ἡμέρες μου νὰ εἶναι ἀλληλοδέσμιες μὲ φυσικὸ σέβας . I. Ἦταν κάποτε καιρός ποὺ ἄλσος, λειμών, καὶ χείμαρρος ἡ γῆ, καὶ κάθε θέαμα κοινό μ’ ἐφαίνετο περίστολο σὲ πέπλωμα οὐρανίου φωτός, τὸ κλέος καὶ τὴν πνοὴ ὀνείρατος. Δὲν

Arthur Rimbaud: Ο βοημικός μου βίος

Φαντασία Ἔφευγα, κ’ εἶχα τὶς γροθιές στὰ σκασμένα θυλάκια· μέχρι καὶ ἡ χλαίνα μου τούτη ἰδέα γινόταν · Ἔβαινα ὑπὸ τὸν οὐρανό, κ’ ἥμουν πιστός σου, Μοῦσα! Πῶ! πῶ! τί λαμπροὺς ἔρωτες ὠνείρωξα! Οἱ μόνες βράκες μου εἶχαν μέγα τρύπημα ―Ὀνειροπόλος κοντορεβιθούλης, ἐκκόκκιζά ’γω ρυθμοὺς

Charles Baudelaire: Μία μάρτυς

σχέδιο παρ’ ἀγνώστου Μαΐστορος Ἐν μέσῳ φιαλιδίων καὶ στιλπνῶν ὑφασμάτων καὶ ἐπίπλων ποὺ ἐγείρου’ ἡδονές, μαρμάρων, ζωγραφιῶν, ἐσθήτων μυρωμένων ποὺ ἀΐσσονται σὲ πλουσίες πτυχές, ἐν κοιτῶνι χλιαρῷ,  ποὺ ὅπως στὰ θερμοκήπια ὁ ἀὴρ εἶναι μοιραῖος καὶ νοσηρός, ὅπου ἄνθη θνήσκοντα σὲ φέρετρα κρυστάλλινα ἀναδίδουν ὕστατο

T.S. Eliot: Χορικά απ’ τον ‘Βράχο’, ΙΙΙ [1934]

Ὁ λόγος τοῦ ΚΥΡΙΟΥ ἦλθε σ’ ἐμέ, λέγων: Ὦ πόλεις λυπρὲς δολίων ἀνθρώπων ὦ φαύλη γενεὰ πεφωτισμένων ἀνθρώπων, προδοθεῖσα μέσ’ στὸν λαβύρινθο τῶν σῶν τεχνασμάτων, ἐμπολησθείσα ἀπ’ τὰ γιγνόμενα τῶν σῶν προαιρέσεων: Σᾶς ἔδωσα χέρια τὰ ὁποῖα ἀποστρέψατε τῆς λατρείας, σᾶς ἔδωσα ὁμιλία, ἀντὶ ἀτέρμονος