All posts by Ομολογητής

John Donne: Άσμα

Ἄμε κ’  ἅρπαξε ἕνα πεφταστέρι, πιάσε παιδί μὲ ρίζα μανδραγόρου, πές με πού εἰναι οἱ παλαίοι οἱ χρόνοι, ἢ ποιὸς ἔσχισε τὸ πόδι τοῦ διαβόλου, μάθε με νἀκούω τὶς Νηρηίδες νᾄδουν, ἢ νἀμύνω τὸν οἶστρο τοῦ φθόνου.             Καὶ εὕρε             ποία αὔρα εὐεργετεῖ μία δικαία διάνοια.

James Graham, 1st Marquess of Montrose: Ουκέτι θα σε φιλήσω πλέον

Μονάκριβή μου ἀγάπη, κάμω εὐχή τοῦτο τὸ μικρό σου σύμπαν νὰ μὴν τὸ διοικήσῃ ἄλλη ἀρχή ἐξὸν ἡ πιο ἄκρατος μοναρχία καθὼς ἂν συμμετέχῃ ἡ σύγχυσις (ποὺ οἱ ἐνάρετες ψυχὲς μισοῦν) καὶ στὴν καρδιά σου σύνοδο καλῇ οὐκέτι θὰ σὲ φιλήσω πλέον. Ὡς ὁ Ἀλέξανδρος

Seamus Heaney: Θεώμενος πράγματα

Ι Inishbofin ἕνα κυριακάτικο πρωινό ἡλιόφως, ἀτμὸς τύρφης, γλάροι, ταρσανὰς καὶ νάφθα. Ἕναν πρὸς ἕναν μᾶς πέρασαν σὲ μία λέμβο ποὺ βυθιζόταν καὶ ἀμφιταλαντευόταν τρομακτικά κάθε φορά. Καθίσαμε στριμωχτά σὲ στενοὺς θράνους, σὲ νευρικὲς δυάδες καὶ τριάδες, πειθαρχημένοι, οἰκείοι μόλις, οὐδεὶς νὰ μιλεῖ ἐξόν οἱ

Ben Jonson: Σκιά

  Ἀκολούθει μιὰ σκιά, κ’ὅμως σοῦ φεύγει· κάμε νὰ τῆς διαφύγῃς, θὰ ἕπεται: ἔτσι, μνηστεύεις μίαν ἐρωμένη, σὲ ἀρνεῖται· ἄφες τήν, θὰ μνηστεύῃ σέ. Οἱ γυναῖκες, δὲν χρηματίζουν, λοιπόν, ἀλλὰ σκιὲς ἡμῶν τῶν ἀνδρῶν; Σ’ ἠῶ κ’ἑσπέρα, οἱ σκιὲς εἶν’ οἱ μακρότερες· ἐπὶ τὴν μεσημβρία,

Thom Gunn: Στην κυνική ερωμένη του [1954]

Καὶ ὁ ἔρως δὲν εἶναι πλέον ἀλλὰ συμβιβασμός; Μία ἐφήμερη συνθήκη π’ἀναμένει ὑπογραφή                 τῶν δύο ἐχθρῶν; ―Ἐνῷ τὸν δίκαιο καὶ τυφλό προσποιούμενος, ὁ λογιστής Ἔρως τὴν γράφει, εἰρήνη ἐγγυώμενος, ἄμφω οἱ ἡγεμόνες τὴν σφραγίζουν, μὰ γνώστες τῶν πιθηκισμῶν αὐτοῦ, κρυφὰ διπλοῦνε κατασκόπους. Σ’ἑκάτερη πλευρά εἶναι

W.B.Yeats: Ο όρειος τύμβος [1914]

Σπονδὲς ἂς γίνουνε κρασιοῦ, χορὸς νὰ ξεκινήσῃ Τ᾿ Ἀνθρώπου ἡ ῥάτσα ἂν ἔχει ἀκόμα λίγη περηφάνεια, Φέρτε ῥόδα  ἀφοῦ τὸ Ῥόδο ἔχει ἀνθίσῃ· Ξαχνίζει στὴν βουνοπλαγιὰ  ὁ καταρράκτης, Πατέρα μας Ῥοδόσταυρε ποὺ ἐτάφης. Κλεῖστε τὰ βῆλα! Φέρτε σουραύλια καὶ βιολιά! Μὴ μείνει πόδι σιωπηλό στὴν

Andrew Marvell: Στην ναζιάρα ερωμένη του

Ἂν μόνον κόσμο καὶ καιρόν εἴχομε ἀρκούντως δὲν θἆταν ἀμαρτία κυρά, τὸ νάζι τοῦτο. Θὰ ἐθάσσομε νὰ σκεφθῶμε ποῖ νὰ βαδίσωμε καὶ νὰ διάγωμε τὴν μακράν ἐρωτική ἡμων ’μέρα. Σὺ ἀπὸ τοῦ ἰνδικοῦ Γάγγη τὴν μερέα θἆχες εὕρει ρουμπίνια· ἐγὼ, ἀπὸ τὴν μαρέα τοῦ Ἄβου

Φρεάντλης: Ἀγυρμός μελανειμόνων οἰωνῶν

Φεύγουν οἱ ἀγύρται τ᾿ οὐρανοῦ. Φεύγουν οἱ μελανείμονες τέκτονες, ποὺ μὲ λάσπη καὶ ξερόχορτα ἀνήγειραν μικροὺς κρεμάμενους ναοὺς στῶν μεγάρων μας τ᾿ ἀκοίταχτα γεισώματα, γιὰ νὰ στεγάσουν μιὰ νέα γενεά. Φεύγουν οἱ ἀγύρται τ᾿ οὐρανοῦ. Ὄχι μόνοι! Ὁ ἀγυρμὸς των εἶναι ἅρπαξ. (Ψυχάρπαξ πῆγα νὰ

W.B.Yeats: Σ’ένα παιδί που χορεύει στον άνεμο [1916]

I Χόρεψε ἐκεῖ ἀνὰ τὸν γιαλό· ποία ἡ χρεία νἄχῃς ἔννοια τοῦ νεροῦ ἢ τἀνέμου τὸν χοχλό; Λύσε κ’ἄφησε κάτω τὰ μαλλιά που ἔβρεξαν οἱ ἀλμυρὲς σταγόνες· εἶσαι νέα γιὰ νἄχῃς γνωρίσει τὸν θρίαμβο τοῦ ἠλιθίου, κ’ἀκόμη ἔρωτα π’ἐχάθη μόλις κερδήθη, κ’αὐτὸν τὸν δουλευτὴ τὸν

W.B.Yeats: εισαγωγικοί στίχοι στις Responsibilities & Other Poems [1916]

Σ’γχωρέσ’τε, πατέρες παλαιοί, ἂν ἐμείνατε ἐγγύς ἀκόμη ὥστε νἀκούσετε τῆς ἱστορίας τὸ τέλος, δουβλινέζε ἔμπορε παλαιέ «ἐλεύθερε τελῶν» ἢ σὺ ποὺ σὲ Galway καὶ Ἱβηρική κατήλλασσες· παλαιὲ λόγιε τῆς ἐξοχῆς φίλε τοῦ Robert Emmet σὲ μνημονεύουν  ἐκατό χρόνια τώρα οἱ πτωχοί· ἐλλόγιμε καὶ ἔμπορε σεῖς