All posts by Ομολογητής

W.B. Yeats: Η Λήδα και o κύκνος [1924]

Πλῆγμα αἰφνίδιο: ὅπως τὰ μεγάλα πτερὰ πλατυγίζουν ὑπὲρ τὴν παράφορο κόρη, οἱ μέλανες ὑμένες του ἅπτονται τῶν μηρῶν, τὸν αὐχένα μάρπτει τὸ ῥύγχος, τἀμήχανό της στῆθος κρεμάμενο ἔχει στὸ στῆθος του. Πῶς τὰ ἐπτοημένα δάκτυλα ἄν ἄπορα ἀπεώθουν ἤδη τὴν πτερωτὴ λαμπρότητα ἀπ’ τῶν χαλαρῶν

Δόμος, πόλις ϗ αγορά ―αρχιτεκτονική, πολιτική ϗ οικονομική V: Ο κόσμος των κτιτόρων και των οικοδόμων (β)

3. Δημιουργοί: Τέκτονες, μαΐστορες καὶ ἀρχιτέκτονες Ὁ ζωγράφος Ἀπελλῆς, ἵνα ἐλέγχῃ τὸ πραγματικὸ τῶν παραστάσεών του, δεχόταν περαστικοὺς στὸ ἐργαστήριό του, κατὰ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ σκυτοτόμος (ὑποδηματοποιός) ἔλεγε τὴν γνώμη του γιὰ τὰ παριστάμενα σανδάλια κοκ. Τὸ ἀνέκδοτο λέγει ὅτι ὅταν ὁ πάτρων του

T.S. Eliot: Η κατάβασις των Μάγων

«Κρύον τι κέλευθο, τὸν εἴχομε, ἅμα τὴν χειρίστη ὥρα τοῦ χρόνου διὰ νὰ πορεύεσαι καὶ τόσο δὴ μακρὰ πορεία: Μὲ τὶς ὁδοὺς βαθεῖες καὶ τὸν καιρὸ δριμύ, ἄκρας χειμῶνος.» Καὶ οἱ κάμηλοι τριβόμενες, ραγόποδες, ἄποροι κεῖνται χαμαὶ στὸ χιόνι ποὺ λιώνει. Εἶν’ ὧρες ποὺ ποθήσαμε

Rihaku/Ezra Pound: Η επιστολή του εξορίστου [Cathay 1915]

Πρὸς τὸν Σὸ Κίν τοῦ Ῥακούγο, παλαιό φίλο, πρόβουλο τοῦ Τζέν. Ἄρτι ἐνθυμοῦμαι πὼς μἔκτισες καπηλεῖο δικό μου, πρὸς νότο τῆς γεφύρας τοῦ Τενσίν. Μὲ ὠχρὸ χρυσὸ καὶ ἄσπρα κοσμήματα πληρώναμε πρὸς τραγούδια καὶ γέλωτα, καὶ ἤμασταν μεθυσμένοι μῆνα μὲ τὸν μῆνα, νἀπολησμονῶμε βασιλεῖς καὶ

T.E. Hulme: Φθινόπωρο

Κρύου τι στὴν φθινοπωρινὴ νύχτα— βάδισα ἔξω, καὶ εἶδα τὴν πυρσὴ σελήνη νὰ ἐπικύπτῃ σὲ ἕνα φράχτη ὡσὰν ἐρυθροπρόσωπος ἀγρότης. Δεν σταμάτησα νὰ μιλήσω, ἀλλὰ ἔγνεψα, καὶ κύκλῳ ἦσαν τὰ ποθεινὰ ἄστρα μὲ λευκὰ πρόσωπα σὰν ἀστεῖα παιδιά. [ἀπόδοση: Γ.Α. Σιβρίδης] ἀστεῖα: τοῦ ἄστεως

Στέφανος Σ. Δαδής: Δύση

Κανεὶς δὲν ἦταν προετοιμασμένος ὄταν ὁ Θεὸς ἔρριξε σκοτάδι. Ὄταν ὁ ἥλιος σταμάτησε τὸν κύκλο του, κι ἄρχισε νὰ κατηφορίζει ἀργὰ πρὸς τὴν ἄκρη τοῦ ὁρίζοντα. Γιατὶ ἡ ἀνοησία τῶν ἀνθρώπων ξεχείλιζε πέρα ἀπὸ τὰ φράγματα τῆς αἰδοῦς καὶ τῆς δίκης. Ἔλεγαν, κολυμπώντας ἀμέριμνα μέσα

Rihaku/Ezra Pound: Η σύζυγος του ποταμίου εμπόρου: επιστόλη [Cathay, 1915]

Ὅταν ἤμουν σκαφιόκουρος ἀκόμη ἔπαιζα περὶ τὰ προνώπια, καὶ ἔδρεπα ἄνθη. Πέρασες κωλoβαθριστής, καὶ ἔπαιζες τἄλογο, περιεπάτεις στὸ βάθρο μου, καὶ ἔπαιζες μὲ κυανᾶ δαμάσκηνα. Καὶ μείναμε νὰ διαβιῶμε στὴν κώμη τοῦ Τσοκᾶν: Δύο μικροί ἄνθρωποι, δίχως ἀπέχθεια οὔτ’ ὑποψία. Στὰ δέκα τέσσερα σὲ συνεζύγην

Rihaku/Ezra Pound: Ο θρήνος της μεθοριακής φρουράς [Cathay, 1915]

Παρὰ τὴν Βόρειο Πύλη, ὁ ἄνεμος φυσάει πλούσιος ἄμμου, ἐρῆμος ἀπ’ τῆς ἀρχῆς τοῦ χρόνου μεχρὶ τοῦ νῦν! Τὰ δένδρα καταρρέουν, ἡ βοτάνη χρυσίζει ἅμα μὲ τὸ φθινόπωρο τύρσεις καὶ τύρσεις ἀνεβαίνω ὥστε νὰ ἐπισκοπῶ τὴν βάρβαρη χώρα: Ἀοίκητο κάστρο, τὸν οὐρανό, τὴν μεγάλη ἔρημο.

Kutsugen/Ezra Pound: Το άσμα των τοξοτών του Σού [Cathay, 1915]

Ἰδοὺ ἡμεῖς, καθὼς δρέπομε τοὺς πρώτους θαλλοὺς τοῦ βλήχνου καὶ λέγομε: Πότε θὰ ἀπονοστήσωμε ἐπὶ πάτρη; Ἰδοὺ ἡμεῖς ἐπειδὴ ἔχομε πολεμίους τοὺς Κεννίν, δὲν ἔχομε παραμυθία, ἔνεκα τούτων τῶν Μογγόλων. Σκάπτομε τοὺς τέρενας θαλλοὺς τοῦ βλήχνου, ὅταν λέγει τις «νόστος», οἱ ἄλλοι εἶναι περίλυποι. Ἐπίλυπες