All posts by Ομολογητής

Arthur Rimbaud: Ο βοημικός μου βίος

Φαντασία Ἔφευγα, κ’ εἶχα τὶς γροθιές στὰ σκασμένα θυλάκια· μέχρι καὶ ἡ χλαίνα μου τούτη ἰδέα γινόταν · Ἔβαινα ὑπὸ τὸν οὐρανό, κ’ ἥμουν πιστός σου, Μοῦσα! Πῶ! πῶ! τί λαμπροὺς ἔρωτες ὠνείρωξα! Οἱ μόνες βράκες μου εἶχαν μέγα τρύπημα ―Ὀνειροπόλος κοντορεβιθούλης, ἐκκόκκιζά ’γω ρυθμοὺς

Charles Baudelaire: Μία μάρτυς

σχέδιο παρ’ ἀγνώστου Μαΐστορος Ἐν μέσῳ φιαλιδίων καὶ στιλπνῶν ὑφασμάτων καὶ ἐπίπλων ποὺ ἐγείρου’ ἡδονές, μαρμάρων, ζωγραφιῶν, ἐσθήτων μυρωμένων ποὺ ἀΐσσονται σὲ πλουσίες πτυχές, ἐν κοιτῶνι χλιαρῷ,  ποὺ ὅπως στὰ θερμοκήπια ὁ ἀὴρ εἶναι μοιραῖος καὶ νοσηρός, ὅπου ἄνθη θνήσκοντα σὲ φέρετρα κρυστάλλινα ἀναδίδουν ὕστατο

T.S. Eliot: Χορικά απ’ τον ‘Βράχο’, ΙΙΙ [1934]

Ὁ λόγος τοῦ ΚΥΡΙΟΥ ἦλθε σ’ ἐμέ, λέγων: Ὦ πόλεις λυπρὲς δολίων ἀνθρώπων ὦ φαύλη γενεὰ πεφωτισμένων ἀνθρώπων, προδοθείσα μέσ’ στὸν λαβύρινθο τῶν σῶν τεχνασμάτων, ἐμπολησθείσα ἀπ’ τὰ γιγνόμενα τῶν σῶν προαιρέσεων: Σᾶς ἔδωσα χέρια τὰ ὁποῖα ἀποστρέψατε τῆς λατρείας, σᾶς ἔδωσα ὁμιλία, ἀντὶ ἀτέρμονος

Δόμος, πόλις ϗ αγορά ―αρχιτεκτονική, πολιτική ϗ οικονομική ΙV: Κανών, νόμος, τάξις και κόσμος. Ο νόμος του υλικού.

Architecte de mes féeries, Je faisais, à ma volonté, Sous un tunnel de pierreries Passer un océan dompté; Ἀρχιτέκτων τῶν ἐμῶν ὀπτασιῶν, ἔκαμα, ἐγώ, κατὰ προαίρεση, κάτ’ ἀπὸ μία σήραγγα πετραδιῶν τιθασός ὠκεανός νὰ διέρχεται· Charles Baudelaire Οἱ εἰκόνες τῶν ποιητῶν περιέχουν συχνὰ μεταφορὲς ποὺ

Stéphane Mallarmé: ΄Ότε η Σκιά ηπείλησε…΄

Ὅτε ἡ Σκιά ἠπείλησε διὰ τοῦ μοιραίου νόμου, παλαιὸ Ὕπαρ, ἴμερος καὶ πόνος τῶν σπονδύλων μου, τέτοιο ποὺ κατηφές ἔφθινε τῶν κηδείων ὀροφῶν κάτωθε, μ’ ἤμπεσχε μὲ τὸ βέβαιο φτερό του. Χλιδή, ὦ σάλλα ἐβένινη, ὅπου διὰ νὰ θελξῶσι ῥήγα, ἔνδοξες ταινίες θνησκοῦσες πλέκονται, παρὰ

Δόμος, πόλις ϗ αγορά ―αρχιτεκτονική, πολιτική ϗ οικονομική III: Ο κτιστός χώρος ως μέθοδος κατανόησης του κοινωνικού βίου. Ο τόπος ως χωρική αξία. Το αγγλικό σπίτι.

Neither of us, however, could say whether our lived experiences on that occasion were identical. […] Nevertheless, during the flight of the bird you&I have “grown older together”; our experiences have been simultaneous. Perhaps, while I was following the bird’s flight I noticed out of

Ezra Pound: Ένα κορίτσι

Τὸ δένδρο μ’ εἰσῆλθε στὰ χέρια, ὁ ὀπὸς μ’ ἀνέβη στὶς ἀγκάλες, τὸ δένδρο βλάστησε στὸ στήθος μου― κάτω, οἱ κλῶνες ἀπ’ ἐμοῦ βλαστάνουν, σὰν ἀγκάλες. Δένδρο εἶσαι, βρύα εἶσαι, εἶσαι ἴα μἄνεμο ὑπεράνω. Παιδί ―τόσον αἰπύ― εἶσαι, καὶ ὅλο τοῦτο μωρία εἶναι γιὰ τὸν

Paul Verlaine: Ατονία

Εἶμ’ ἡ αὐτοκρατορία παρά     τῆς παρακμῆς τὸ τέλος, ποὺ βλέπει τοὺς ψηλοὺς λευκούς   Βαρβάρους ὅπως διέρχονται καθὼς συνθέτω ἀκροστιχίδες δίχως νεῦρο σὲ χρυσοῦν ὕφος ὅπου ἡ ἀτονία τοῦ ἡλίου ὀρχέεται. Ἄχος ἀνίας ἱκάνει τὴν καρδιά   ψυχῆς μονήρους. Ἦλθ’ ἡ φήμη ὅτι κατὰ κεῖ    διαρκοῦν κάθαιμες

Charles Cros: Ἐν τῷ ποινικῷ δικαστηρίῳ

τῷ Édouard Dubus Ἀπέπεμψάν με ἀπ’ τὶς παλαιές παγόδες καθὼς ἁπαλὰ ἐγέλασα μέσ’ στὸ Μυστήριο· τό εἰπαν οἱ γέροντες: ἔπρεπε νὰ εἶσαι σιωπηλός ὅταν ἀνεγιγνώσκομε, σεμνῶς, τὶς ἐπῳδές. Καθήμενος στὸν θράνο μου, ἀκούω τοὺς κώδικες καὶ τοῦτος ὁ κριτής, ὑπὸ τὴν τήβεννα, αὐστηρός, νὰ ὑποβλέπῃ

Charles Cros: Νικάτωρ

Ἐσάρωσα τὴν χώραν ὅλη μ’ ἕνα μόνον κῶμο κρατερό· πανταχοῦ ὁ λαὸς ὑπετάγη, μ’ ἔχει ψάλλει δὲ τὸ ἐγκώμιο. Εἶν’ ἕωλος πλέον τούτη ἡ τελετή· σὲ τοίχους οἱ ῥήσεις μου ἀνεγράφησαν. Ἄγετε παρ’ ἐμὲ (ἀλλὰ δίχως βοή) κορίτσια γιὰ τὰ τερπνὰ παιγνίδια. Ἡ μὲν ὁλολύζει,