All posts by Ομολογητής

Thomas Babington Macaulay, Baron Macaulay: Επιτάφιος Ιακωβίτου

Προσέφερα, ἄψογος, στὸν ἀληθή μου βασιλέα πίστι καὶ ἀνδρεία: ματαία πίστι, καὶ ἀνδρεία ματαία. Χάριν αὐτοῦ, γαῖες καὶ τιμές, πλούτους ἀπέλιπον, Καὶ μία ἐλπίδα πολύτιμο, πλέον ἐκτίμησα αὐτῶν. Σὲ ξένο κλίμα ἀπέκαμα, πάλιν χάριν αὐτοῦ, πολιὸς καθὼς περίλυπος τῇ ἀκμῇ τῆς ἥβης μου· στὸ Λαβέρνιο

Percy Bysshe Shelley: Ωδή στον Ζέφυρο [1820]

I. Ὦ δριμὺ Ζέφυρε, σὺ πνοή τῆς φύσεως τοῦ Φθινοπώρου, σύ, ποὺ ἀπ’ τῆς ἀφανοῦς σου παρουσίας χαμαιπετῶς τὰ φύλλα ἐλαύνουν, ὡσὰν φάσματα ποὺ κάποιου μάγου φεύγουν, κίτρινο, καὶ μέλαν, καὶ ὠχροῦν, καὶ κόκκινο καχεκτικό, πλήθη ποὺ λοιμώσσουν: ὦ σύ, ὁποῖος διφρηλατεῖς πρὸς τὸν λυγαῖο

Alfred Tennyson, Lord Tennyson: Η επέλασις της Ελαφράς Ταξιαρχίας [1855]

I. Μισὴ λεύγα, μισὴ λεύγα, ἡμισεία λεύγα ἐμπρός, στὴν κοιλάδα τοῦ Θανάτου ἔλασαν οἱ ἐξακόσιοι. «Ἐμπρός, Ἐλαφρὰ Ταξιαρχία! ἔφοδος ἐπὶ τὰ πυροβόλα!» εἶπε. Στὴν κοιλάδα τοῦ Θανάτου ἔλασαν οἱ ἐξακόσιοι. II. «Ἐμπρός, Ἐλαφρὰ Ταξιαρχία!» ἦταν τῶν ἀνδρῶν τίς ποὺ ἐπτοήθῃ; Ὄχι κἂν ὁ στρατιώτης ἤξευρε

William Wordsworth: Ωδή. Aγγέλματα αθανασίας από άωρες παιδικές αναμνήσεις

Παῖς τὸν Ἄνθρωπο γεννάει· θὰ εὐχόμουν οἱ ἡμέρες μου νὰ εἶναι ἀλληλοδέσμιες μὲ φυσικὸ σέβας . I. Ἦταν κάποτε καιρός ποὺ ἄλσος, λειμών, καὶ χείμαρρος ἡ γῆ, καὶ κάθε θέαμα κοινό μ’ ἐφαίνετο περίστολο σὲ πέπλωμα οὐρανίου φωτός, τὸ κλέος καὶ τὴν πνοὴ ὀνείρατος. Δὲν

Arthur Rimbaud: Ο βοημικός μου βίος

Φαντασία Ἔφευγα, κ’ εἶχα τὶς γροθιές στὰ σκασμένα θυλάκια· μέχρι καὶ ἡ χλαίνα μου τούτη ἰδέα γινόταν · Ἔβαινα ὑπὸ τὸν οὐρανό, κ’ ἥμουν πιστός σου, Μοῦσα! Πῶ! πῶ! τί λαμπροὺς ἔρωτες ὠνείρωξα! Οἱ μόνες βράκες μου εἶχαν μέγα τρύπημα ―Ὀνειροπόλος κοντορεβιθούλης, ἐκκόκκιζά ’γω ρυθμοὺς

Charles Baudelaire: Μία μάρτυς

σχέδιο παρ’ ἀγνώστου Μαΐστορος Ἐν μέσῳ φιαλιδίων καὶ στιλπνῶν ὑφασμάτων καὶ ἐπίπλων ποὺ ἐγείρου’ ἡδονές, μαρμάρων, ζωγραφιῶν, ἐσθήτων μυρωμένων ποὺ ἀΐσσονται σὲ πλουσίες πτυχές, ἐν κοιτῶνι χλιαρῷ,  ποὺ ὅπως στὰ θερμοκήπια ὁ ἀὴρ εἶναι μοιραῖος καὶ νοσηρός, ὅπου ἄνθη θνήσκοντα σὲ φέρετρα κρυστάλλινα ἀναδίδουν ὕστατο

T.S. Eliot: Χορικά απ’ τον ‘Βράχο’, ΙΙΙ [1934]

Ὁ λόγος τοῦ ΚΥΡΙΟΥ ἦλθε σ’ ἐμέ, λέγων: Ὦ πόλεις λυπρὲς δολίων ἀνθρώπων ὦ φαύλη γενεὰ πεφωτισμένων ἀνθρώπων, προδοθείσα μέσ’ στὸν λαβύρινθο τῶν σῶν τεχνασμάτων, ἐμπολησθείσα ἀπ’ τὰ γιγνόμενα τῶν σῶν προαιρέσεων: Σᾶς ἔδωσα χέρια τὰ ὁποῖα ἀποστρέψατε τῆς λατρείας, σᾶς ἔδωσα ὁμιλία, ἀντὶ ἀτέρμονος

Δόμος, πόλις ϗ αγορά ―αρχιτεκτονική, πολιτική ϗ οικονομική ΙV: Κανών, νόμος, τάξις και κόσμος. Ο νόμος του υλικού.

Architecte de mes féeries, Je faisais, à ma volonté, Sous un tunnel de pierreries Passer un océan dompté; Ἀρχιτέκτων τῶν ἐμῶν ὀπτασιῶν, ἔκαμα, ἐγώ, κατὰ προαίρεση, κάτ’ ἀπὸ μία σήραγγα πετραδιῶν τιθασός ὠκεανός νὰ διέρχεται· Charles Baudelaire Οἱ εἰκόνες τῶν ποιητῶν περιέχουν συχνὰ μεταφορὲς ποὺ

Stéphane Mallarmé: ΄Ότε η Σκιά ηπείλησε…΄

Ὅτε ἡ Σκιά ἠπείλησε διὰ τοῦ μοιραίου νόμου, παλαιὸ Ὕπαρ, ἴμερος καὶ πόνος τῶν σπονδύλων μου, τέτοιο ποὺ κατηφές ἔφθινε τῶν κηδείων ὀροφῶν κάτωθε, μ’ ἤμπεσχε μὲ τὸ βέβαιο φτερό του. Χλιδή, ὦ σάλλα ἐβένινη, ὅπου διὰ νὰ θελξῶσι ῥήγα, ἔνδοξες ταινίες θνησκοῦσες πλέκονται, παρὰ

Δόμος, πόλις ϗ αγορά ―αρχιτεκτονική, πολιτική ϗ οικονομική III: Ο κτιστός χώρος ως μέθοδος κατανόησης του κοινωνικού βίου. Ο τόπος ως χωρική αξία. Το αγγλικό σπίτι.

Neither of us, however, could say whether our lived experiences on that occasion were identical. […] Nevertheless, during the flight of the bird you&I have “grown older together”; our experiences have been simultaneous. Perhaps, while I was following the bird’s flight I noticed out of