Monthly Archives: Νοέμβριος 2019

John Donne: H αύξη του έρωτα

Μόλις πιστεύω ὅτι ὁ ἔρως μου ἄκρατος εἶναι ὅπως εἶχα νοήσει, ἐπειδή ὑφίσταται στὴν μεταβολή και τὴν ἐποχή ὅπως ἡ βοτάνη· δοκῶ, ἂν τὸν αὐξάνῃ ἡ ἄνοιξις, πὼς καθ’ ὅλο τὸ χεῖμα ψευδόμουν, ὅταν ὤμοσα  ὁ ἔρως ἄπειρος εἶναι. Ἀλλ’ ἂν ὁ ἔρως, τὸ φάρμακο 

John Donne: Άσμα

Ἄμε κ’  ἅρπαξε ἕνα πεφταστέρι, πιάσε παιδί μὲ ρίζα μανδραγόρου, πές με πού εἰναι οἱ παλαίοι οἱ χρόνοι, ἢ ποιὸς ἔσχισε τὸ πόδι τοῦ διαβόλου, μάθε με νἀκούω τὶς Νηρηίδες νᾄδουν, ἢ νἀμύνω τὸν οἶστρο τοῦ φθόνου.             Καὶ εὕρε             ποία αὔρα εὐεργετεῖ μία δικαία διάνοια.

James Graham, 1st Marquess of Montrose: Ουκέτι θα σε φιλήσω πλέον

Μονάκριβή μου ἀγάπη, κάμω εὐχή τοῦτο τὸ μικρό σου σύμπαν νὰ μὴν τὸ διοικήσῃ ἄλλη ἀρχή ἐξὸν ἡ πιο ἄκρατος μοναρχία καθὼς ἂν συμμετέχῃ ἡ σύγχυσις (ποὺ οἱ ἐνάρετες ψυχὲς μισοῦν) καὶ στὴν καρδιά σου σύνοδο καλῇ οὐκέτι θὰ σὲ φιλήσω πλέον. Ὡς ὁ Ἀλέξανδρος

Seamus Heaney: Θεώμενος πράγματα

Ι Inishbofin ἕνα κυριακάτικο πρωινό ἡλιόφως, ἀτμὸς τύρφης, γλάροι, ταρσανὰς καὶ νάφθα. Ἕναν πρὸς ἕναν μᾶς πέρασαν σὲ μία λέμβο ποὺ βυθιζόταν καὶ ἀμφιταλαντευόταν τρομακτικά κάθε φορά. Καθίσαμε στριμωχτά σὲ στενοὺς θράνους, σὲ νευρικὲς δυάδες καὶ τριάδες, πειθαρχημένοι, οἰκείοι μόλις, οὐδεὶς νὰ μιλεῖ ἐξόν οἱ

Ben Jonson: Σκιά

  Ἀκολούθει μιὰ σκιά, κ’ὅμως σοῦ φεύγει· κάμε νὰ τῆς διαφύγῃς, θὰ ἕπεται: ἔτσι, μνηστεύεις μίαν ἐρωμένη, σὲ ἀρνεῖται· ἄφες τήν, θὰ μνηστεύῃ σέ. Οἱ γυναῖκες, δὲν χρηματίζουν, λοιπόν, ἀλλὰ σκιὲς ἡμῶν τῶν ἀνδρῶν; Σ’ ἠῶ κ’ἑσπέρα, οἱ σκιὲς εἶν’ οἱ μακρότερες· ἐπὶ τὴν μεσημβρία,

Thom Gunn: Στην κυνική ερωμένη του [1954]

Καὶ ὁ ἔρως δὲν εἶναι πλέον ἀλλὰ συμβιβασμός; Μία ἐφήμερη συνθήκη π’ἀναμένει ὑπογραφή                 τῶν δύο ἐχθρῶν; ―Ἐνῷ τὸν δίκαιο καὶ τυφλό προσποιούμενος, ὁ λογιστής Ἔρως τὴν γράφει, εἰρήνη ἐγγυώμενος, ἄμφω οἱ ἡγεμόνες τὴν σφραγίζουν, μὰ γνώστες τῶν πιθηκισμῶν αὐτοῦ, κρυφὰ διπλοῦνε κατασκόπους. Σ’ἑκάτερη πλευρά εἶναι

W.B.Yeats: Ο όρειος τύμβος [1914]

Σπονδὲς ἂς γίνουνε κρασιοῦ, χορὸς νὰ ξεκινήσῃ Τ᾿ Ἀνθρώπου ἡ ῥάτσα ἂν ἔχει ἀκόμα λίγη περηφάνεια, Φέρτε ῥόδα  ἀφοῦ τὸ Ῥόδο ἔχει ἀνθίσῃ· Ξαχνίζει στὴν βουνοπλαγιὰ  ὁ καταρράκτης, Πατέρα μας Ῥοδόσταυρε ποὺ ἐτάφης. Κλεῖστε τὰ βῆλα! Φέρτε σουραύλια καὶ βιολιά! Μὴ μείνει πόδι σιωπηλό στὴν