Arnaut Daniel: Πλουσία κουγκέστα

Εἶχ’ ὁ Ἔρως τέτοι’ ἀπλοχεριά    χαρὰ νὰ μὲ δωρίσῃ    
ὡς ἔχω ἐγὼ δι’ αὐτὴν καρδιά      ἐχέγγυο καὶ ἐλευθέριο
διὰ τἀγαθὸ ποὺ ἀποζητῶ    κώλυμα νὰ μὴν εὕρω
καθὼς ἐρῶ ψηλὰ ποὺ ἡ ἐλπίς   μ’ ἀνυψοῖ καὶ μ’ ἐπίσχει.
Κ’ ὅτε τὸ δικό της θεωρῶ    ὕψος τῆς ἀξιοσύνης
ἐμὲ ἐπιπλέον ἐρῶ ἐπειδή    θαρρῶ νὰ τὴν θελήσω,
ποὺ τώρα ξεύρω ὅτι ἡ καρδιά   κ’ ὁ νοῦς μου θὰ μὲ κάμῃ
νὰ κάμω ’γώ, διαθέσει αὐτῶν, μιὰ τόσο πλουσία κτῆσι.

Καίτοι τὴν χρόνια προσδοκία,   οὐδὲν θὰ  μ’ ἐμποδίσῃ
σὲ τόσο πλούσιο τόπο ἀφοῦ   κάθισα καὶ λιμνάζω·
τὰ ὥρια της λόγια ἀπλόχερα   μὲ τὴ χαρά μὲ δένου’
καὶ μέχρι, θὰ τὴν ἀκ’λουθῶ,   στὸν τάφο μ’ ὁδηγήσῃ,
διότι δὲν εἶμ’ ὅδε ποὺ θἄφηνε   χρυσὸ γιὰ τὸ μολύβι,
κι ἀφοῦ δὲν ταίριαζε σαὐτήν   τίποτε νἀναμείξω
ὑπάκουα γὼ θὰ ὑπηρετῶ       αὐτὴν μέχρι μἀγάπη
ἄν τὴν εὐχαριστῇ,   φιλήμασι,   νὰ μ’ ἐπενδύσῃ.  

Μία καλὴ παράτασις    ζωογόνος μοῦ ἐκφορτίζει
τὸν πόθο τὸν ἀγανό    ποὺ ἤλγυνε τὰ πλευρά μου·
παίρνω τὴν μάχην ἤσυχα   κ’ ἀπὸ τοῦ πόνου ἀπέχω
ἐπειδ’ ὡς πρὸς τὴν ὀμορφιά   πάσα ἄλλη χαμοβόσκει
κ’ ἡ πλείων εὐγενὴς φαίνεται   ἐκείνης δὴ νὰ ἐκπίπτῃ
χαμηλότερα, γιὰ ὅποιονε   συγκρίνῃ, ἐπειδὴ ἐτύμως
πᾶν καλό θέλγητρο,    ἀξία, σοφία καὶ νόησι
σἐκείνη βασιλεύουσι,  κ’ ἕν’ ἐξ αὐτῶν δὲν λείπει.

Κ’ἀφοῦ ’ναι τόσο ἀκριβή, σεῖς    εἰκάζετε νὰ ἐκπνεύσει
ὁ πόθος μου, νὰ μοιραστῇ     ἤ νὰ τὸνε μαράνω;
Δὲν θἆμαι αὐτῆς  μήτ’ ἑμαυτοῦ,    ἂν τώρα ἐγκαταλείψω· 
ὁ Κύριος ἂς μ’ ἐβοήθῃ ὁ αὐτός     ποὺ ἐφάνη ὡς περιστέρι!
’Σ ὅλον τὸν κόσμο ὀνόματος   οὐδενὸς ἀνὴρ ἔνι
ποὺ τέτοιον πόθο ἐνδελεχή,    ὅπως ἐγὼ δι’ αὐτὴ ἔχω
νἄχει πρὸς μέγαν ἀγαθό·   καὶ χυδαίους ποὺ τὰ πάθη
τοῦ Ἔρωτος ἐπισκώπτουσι    ἔχω καταφρονήσει.

Συκοφάντες ψευδεὶς, φωτιά    τὶς γλώσσες σας νὰ φλέξῃ!
Παρά ἄσπρα μάρκα καὶ φαριά    νἀπολεσθῶσι, κάλλιο
ἄμφω κ’ οἱ δυὸ σας ὀφθαλμοί   ’πο δακνερὸ καρκίνο,
διὸ κάμπτετε τὸν Ἔρωτα,    καὶ μόλις καταπίπτει:
Ἂς σᾶς συνθλίψῃ ὁ Θεός!    Ξεύρω νὰ σᾶς πῶ τίς τι:
προκαλεῖτε στοὺς ἐραστές    καὶ κατάρες και μίσος·
κακοὶ ἀστερισμοὶ σᾶς κρατοῦν     σὲ μί’ ἀγνωσία μεγάλη
ποὺ τὸ χεῖρον εἶναι γιὰ σᾶς    ὅποιος σᾶς ἐπιπλήττει.

Kυρά ‘Καλλίων-Τἀγαθοῦ’  μὴν εἶστε πλεονέκτης
καθὼς στὸν ἔρωτά σας σεῖς   θὰ μ’εὕρητε ἀκράτως  
ἀφ’οὔτε σθένος ἤ καρδιά    νὰ λυτρωθῶ ὁ ἴδιος ἔχω
τῆς εὐπαγοῦς βουλήσεως μου  ποὺ ἀπ’ ὄστρακο οὐκ ἔστι
ποὺ ὅτε ξυπνῶ ἢ τὰ βλέφαρα    κλείνω ὅτε ὁ ὕπνος ἐπέλθη
κ’ ὅτε ἀνίσταμαι ἢ κατακλίνωμαι   δικός σας παραμένω·
καὶ τοῦτο μὴν νομίζετε    ὅτι θὰ καταβάλῃ
τὴ διάθεσή μου : ὄχι, νῦν  τὸ νιώθω στὸ κεφάλι.

ENVOI

Ὁ Ἀρνώ πολύν ἀνέμενε    καὶ ἀκόμη θἀναμείνῃ
ἀφοῦ ὡς ἀναμένει, σοφός    ἀνὴρ πλουσίως κτᾶται.

(απόδοση: Γ.Α. Σιβρίδης)

ἐπίσχει: εμποδίζει, απομακρύνει

φιλήμασι: με φιλιά, φιλώντας

έτύμως: αληθώς

ἔνι: υπάρχει (ἔνεστι)

ἐπισκώπτουσι: περιγελούν, χλευάζουν

δακνερό καρκίνο: καβούρι που δαγκώνει

διὸ: επειδή

ἀκράτως: απολύτως, ανόθευτα