γ΄
ΑΒΔΑΡΡΑΜΑΝ, Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ
VIII
Ὁ Οὐαδαλκιβῖρ κατέκλυσε τὶς ὄχθες του ἅμα
μὲ τὸ Ἔαρ καὶ τὴν ἄφιξι τῆς χελιδόνος,
τὰ πρῶτα μετὰ τὸν αὐχμό, τὴν ἀνομβρία χρόνων.
Θὰ κάρπιζε πάλιν ἡ γῆ μὰ πρὸς ὥρα, στρατιώτες
καὶ ἄρχοντες ἔβοσκον χορτάρια καὶ ὄσπρια.
Τὸν Οὐαλδακιβῖρ ἀμφότεροι στρατοὶ ἠκολούθουν:
Κεῖνος μὲν τοῦ ἀμιρᾶ, κατέβαινε πρὸς Ἰσπαλίδα·
ὁ δὲ τοῦ πρίγκηπος, ἀνέβαινε πρὸς Κόρδοβα,
στὴν ἀντιπέρα πορευόμενος, ἀριστερά ὄχθη
ἵνα προλάβῃ νὰ πορθήσῃ τοῦ ἀμιρᾶ τὴν ἕδρα.
Ὁ Ἀβδαρραμᾶν τεχνάσματι τοῦτον ἀπεπειρᾶτο
νὰ ἐξαπατήσῃ: ἔτσι ἄφησε τὶς σκηνές μὲ λυχνίες
τῆν νύχτα καὶ προυχώρησε. Ἅμα καὶ τὸ ἀντελήφθη
ὁ Ἰῶσεφ ἕπετο κατόπιν του. Ὅταν σταμάτησε
ὁ Ἀβδαρραμᾶν, σταμάτησε καὐτός.Ὅταν ἐξώρμησε
τοῦτος, πάλιν συνέχισε, ἕως ὅτου τὰ νερά
τοῦ ποταμοῦ χαμήλωσαν κἀμφότεροι στρατοί
εὑρέθησαν ἀπέναντι πρὸς δυσφορία τῶν δέ.
Ἐπὶ τοῦ ἡλίου τὴν ἀκμή, στὸν ἐαρινό ἀέρα
κνῖσα κρεῶν ἔσπαζε τὴν εὐωδία τῶν ἀνθέων
καὶ πεῖνα γένναε στοὺς ὁπλῖτες τοῦ Ἀβδαρραμᾶν.
Ἦταν τοῦ Ἰῶσεφ προσταγή νὰ σφάξουν ἀρνιά, βόδια
οἱ δικοί του, τὰ κρέατα νὰ ἐπιδείξουν στοὺς ἀντιπέρα.
Ὁ Ἀβδαρραμᾶν συνέτισε τοὺς ἀσίτους δικούς του
ἀλλ’ ὁ ἴδιος ἐπαγρύπνησε μὴν τὶς λιποτακτήσῃ.
Ὁ Ἰῶσεφ τὸ πρωί ἔστειλε πρότασι εἰρήνης,
καὐτὸς εἶπε ὅτι θὰ δεχθῇ καὶ ζήτησε δυὸ ἡμέρες,
τὴν ἡμέρα τοῦ Ἀραφάτ καὶ τὴν Ἑορτή τῆς Θυσίας.
Ὁ Ἀβδαρραμᾶν ὡμίλησε τότε στοὺς δικούς του:
«Εἶναι ἡ ὤρα τοῦ ὑστάτου ψηφίσματος: ἐμάθατε
τὶς προτάσεις τοῦ Ἰῶσεφ. Ἄν σεῖς κρίνητε ὅτι πρέπει
νὰ τὶς δεχθῶ, τὸ κάμω. Ἂν πάλιν ἐθέλετε μάχη,
τὸ ἐθέλω ἐγὼ ὁμοῖα. Εἴπετε λοιπόν, καὶ ὅποια κἂν εἶναι
ἡ ὑμετέρα γνώμη καὶ ἐμοῦ
                                                ἰδία τούτη θὰ εἶναι.
―Μάχη!»
                    Οἱ Ἰεμενῖτες ἔκραξαν. Οἱ δὲ Πελάτες
παρότι κατὰ βάθος ἤλπιζον κάποιον συμβιβασμό
συνεπαρμένοι συνεφώνησαν.
                                                        «Ὁπότε φίλοι μου
τὴν νύχτα θὰ διασχίσωμε τὸν ποταμό.»
                                                                        Ἐστράφη
στὸν αἰχμάλωτο Χάλεδ
                                        καὶ εἶπε πρὸς ὅλους:
                                                                            « Στὴν ἐπαύριο,
ἂν ἠττηθῶμε, τὸν φονεύετε· ἂν δέ, νικήσωμε,
τῆς ζωής του φείσασθε.»
                                            Καὶ νύκτωρ τοῦτος ἔλεγε:
«Μακάρι νὰ σκορπίσῃ τοῦ κυρίου μου ὁ στρατός!»
ὁ Ἐξόριστος συνέχισε τὸν λόγο του:
«Ποιὰ ἡμέρα εἶναι σήμερον;
                                                ― Πέμπτη, ἡμέρα τοῦ Ἀραφάτ
―Τότε ἐμὲ ἀκούσατε καλά: αὔριο εἶναι ἡ ἡμέρα
    τῆς Προσευχῆς καὶ ἡ Ἑορτή τῆς Θυσίας.
Δεῦρο, τὸ Γένος τοῦ Οὐμαϊᾶ, κεῖσε, τοῦ Φίρ τὸ Γένος·
Ἀκριβῶς ἔτσι κάποτε,
                                        ἡμέρα Προσευχῆς
καὶ Ἑορτῆς ἐκέρδησε ὁ πάππος μου τὸ χαλιφᾶτο
πρὸς χάριν τοῦ ἐμοῦ γένους στὸν λειμῶνα τοῦ Ρᾶχιτ
ἀφοῦ κατέφερε νίκη ἐπὶ κάποιου ἄλλου Φιρίδου
ποὺ ὁμοῖα εἶχε ὡς βεζίρη
                                                Καϊσίτη. Τότε πάλιν
    Καϊσῖτες ἀντεμάχοντο Ἰεμενῖτες·
εἴθε ἡ ἡμέρα τούτη ἔνδοξος εἶν’ ἀδελφή τῆς μάχης
τοῦ λειμῶνος Ρᾶχιτ ἀφοῦ σ’ἐκείνη ὁμοιάζει τόσον!»
Ὁ Ἰῶσεφ τόσον ἀφελῶς πίστεψε τὸν Ἐξόριστο
ποὺ εἶχε στείλει βόδια καὶ ἀρνιά. Ἀπατημένος πάλιν,
ἄρτι βλέπει ἐμπρὸς τὴν στρατιά, βιάζεται νὰ συνάψῃ
μάχη, χωρίς νὰ δύναται τὸν ὑγιό του ν’ ἀναμένῃ.
Οἱ Πελάτες πέρι τὸν Πρίγκηπα ἰππεύουν καὶ ὁ Ἀβοῦ Ὀθμᾶν
φέρει τὸ λάβαρο· ἐκεῖνος σὲ φαρί ἐπιβαίνει
σπάνιο, ἀνδαλουσιανό καὶ ὄχι ὥς εἰθίζετο σὲ ἡμίονο,
ὥστε οἱ Ἰεμενίτες ἄρχισαν μεταξύ των νὰ γρύζουν:
«Δέτε, εἶναι νέος κἄπειρος, ἔφιππος σὲ φαρί
ποδήνεμο, ἕτοιμος νὰ διαφύγῃ στὸ πρῶτο κώλημα
καὶ ν’ ἀφήσῃ ὀπίσω ἡμᾶς μόνους νὰ πολεμίζομε!»
Πύθετο τοῦτο ὁ Ἐξόριστος καὶ ἱππεύει μέχρι
τὸν ἰεμενίτη φύλαρχο ποὺ ἐπέβαινε μουλάρι
ὀνόματι Ἀστραπή, καὶ τὸν προσφωνεῖ:
                                                                    «Ἀβουσαββᾶ!
τοῦτο τὸ φαρὶ ἀναχαιτίζει με καὶ δὲν ἀντέχω
στὴν σέλλα. Ἀνταλλάζομε; δὸς μοι τὸ ἤσυχο τοῦτο
μουλάρι σου καὶ δίδω σοι τὸ βαρβάτο μου φαρί!
―Δὲν ἐθέλει ὁ ἀμιρᾶς νὰ μείνῃ στὸ φαρί; ψελλίζει
ἐρυθριάζων ὁ φύλαρχος.
                                            ―Οὐδόλως» λέγει κἀφιππεύει
ὁ Ἐξόριστος, τὸν χαληνό δρασσομένος τοῦ μουλαριοῦ.
Τρεῖς χιλιάδες πεζούς παρέταξε στὸ κέντρο
καὶ δύο χιλιάδες ἱππεῖς πλευρόθε.
Ἐλαύνει ὁ Ἐξόριστος μὲ τὸ ἱππικό, διαλύει τὴν μέση
καὶ τὴν ἀριστερὰ πλευρά τῶν πολεμίων.
Ὁ Ἀσσουμαΐλ θεάμενος αὐτὸν στὸ κέντρο
κεντρίζει τὸ μουλάρι του νὰ τὸν ἀπαντήσῃ
μὰ ὁ Ἀβοῦ Ἀττὰ τὸν κράζει: «Ἄπαγε!
                                                                Φεῖσαι ἑαυτὸν δι’ ἄλλη ἡμέρα!
Σήμερον εἶναι ὅλα ὅμοια μὲ τὸν λειμῶνα Ράχιττ!
Ὁμοία ἡμέρα καὶ ὅμοιοι πολέμιοι. Ἐπτακοσίους
τότε Καϊσῖτες ἔσφαξεν ὁ Μερουᾶμ Ἴβν Ἀλἁκέμ,
ὁμάδι μὲ τὸν Ἴβν Καΐς Ἀλφαρῖ. Δὲν βλέπεις σύμπτωσι;
―Βλέπω ὅτι εἶσαι πολύμαθος καὶ ἐλλόγιμος τὸ ξεύρω.
Μὰ ἡ ἀθυμία θήρευσε τὸν νοῦ καὶ ὁ φόβος θόλωσε τὶς φρένες.»
Ὡστόσο, ἀφοῦ ἕναν ὑγιὸ ἔχασε, καὶ ὁ Ἰῶσεφ ἄλλους δύο
ὑποχώρησαν, καὶ δὲν ἔμεινεν ἀλλὰ στὰ δεξιὰ ὁ Ὀβαΐδ
καὶ οἱ Καϊσῖτες του νὰ μάχωνται μέχρις ἐσχάτου.
Τὸ πεδίο τῆς Μασούρα
                                            στὸ τέλος τῆς ἡμέρας
ἔμεινε μὲ πτώματα καὶ ἡ χθών ἔβριθε μὲ αἶμα.
Οἱ Ἰεμενῖτες ἅπληστοι,
                                        ἐρρίφθησαν ἀμέσως
στὴν λῃστεία: τῶν κρεῶν πρῶτα ποὺ ἔστειλε ὁ Ἰῶσεφ·
Ἔδραμον ἔπειτα κατά τὴν Κόρδοβα νὰ συλήσουν
τὸ παλάτι του. Ἄλλοι ὥδευσαν πρὸς τὴν Σεκούνδα
καὶ ἅρπαξαν τοῦ Ἀσσουμαΐλ μιὰ θήκη μὲ δέκα χιλιάδες
χρυσᾶ, ὁποῖος ἀνίσχυρος, κατόπτευε ἀπὸ λόφο.
Ὁ Ἀβδαρραμᾶν κατέφθασε στὸ παλάτι νὰ προλάβῃ
τούτους ποὺ οὐδόλως ὤκνεον νὰ βεβηλώσουν μέχρι
καὶ τὸ χαρέμι. Καὶ ἐκποδών τοὺς ἀπήγε, τὰ ἰμάτια
τὰ ποικιλτά ἀφοῦ διένειμε σὲ τούτους τοὺς ἀγρίους.
Τοῦ ἀμιρᾶ ἡ σύζυγος τόν προϋπάντησε: «Ἀνεψιέ,
νὰ εἶσαι καλός πρὸς μᾶς, ὥς ὁ Θεός ἦταν πρὸς σέ.»
Τὶς γυναῖκες ἀπέσῳσε στὸ χαρέμι τὶς κατήγε
καὶ ταὶς ἀπέδωσε πολύτιμα σκεύη ποὺ τῶν λῃστῶν
ἀπέσπασεν. Οἱ κόρες δέ τὸν εὐγνωμόνησαν
καὶ δυὸ δοῦλες ἀντίδωρο τὸν παρεχώρησαν.
Οἱ Ἰεμενῖτες θύμωσαν μὲ τὸν Ἀβδαρραμᾶν,
ποὺ ἐμπόδισε ν’ ἀνταμειφθοῦν ὅπως τοὺς ὑπεσχέθη
μὲ γυναῖκες τε καὶ ἀγαθά ποὺ τόσον ὀρέγοντο.
«Νικήσαμε σήμερον τοὺς Ἰῶσεφ καὶ Ἀσσουμαΐλ.
Ἂς σφάξωμε λοιπόν καὶ τὸν ἀγένειο τούτον νέο,
τοῦ Μαυΐα τὸν ὑγιό καὶ τὸ κράτος ἡμῶν θὰ γένῃ,
καὶ ὅποιον ἡμεῖς ἐθέλωμε καθίζομε στὸν θρόνο.
Ἀπαλλασσόμεθα παντελῶς τῶν Μοδαριτῶν
ἔτσι, ἀφοῦ μέρος των εἶν’ οὗτος καὶ οἱ πελάτες του.»
Εἶπεν ὁ Ἀβουσαββᾶς, καίτοι ἦταν, λέγουν, τοῦτος
ποὺ ντύλιξε τὸ πράσινο πανὶ ὡς λάβαρο. Ὅμως
κάποιοι Κελβῖτες ἀπαθεῖς μεῖναν στον λόγο του
καὶ τοῦτο κατεμήνυσαν στὸν πρίγκηπα. Μὰ τοῦτος
τὸ συγχώρεσε μὴν χαλάσῃ τὴν σύμπνοια τῆς νίκης.
Ἀφοῦ οἱ Ἰεμενῖτες ἠρέμησαν, ὁ Ἀβδαρραμᾶν
πῆγε στὸ μασγίδιο τζαμί διὰ τὴν προσευχή
ὅπου λειτούργησε τοῦτος ὁ ἴδιος ὥς ἰμάμης.
Ὁ Ἰῶσεφ καὶ ὁ Ἀσσουμαΐλ τὰ λείψανα ἀνασύντασσον:
Ὁ μὲν εὗρε τὴν φρουρά τῆς Σαραγόσας καὶ καθοδόν
πρὸς τὸν δέ στὴν Ζαϊᾶν, συνάντησε καὶ τοῦ Τολέδου.
Καθὼς ὁ Άβδαρραμᾶν ἔφυγε νὰ τοὺς κυνηγήσῃ,
ὁ Ἰῶσεφ ὡς ἀντιπερίσπασμα τὸν ὑγιό του ἔπεμψε
στὴν Κόρδοβα, καὶ ὅπου ἀντ’αὐτοῦ παρέμενε ὁ Ἀβοῦ Ὀθμᾶν.
Οὕτως ἀπροόπτως ὁ Ἀβοῦ Ζαΐδ εἰσῆλθε στὴν μεδῖνα,
ὁ Ἀβοῦ Ὀθμᾶν δὲ μὲ τὴν φρουρά κατέφυγε στὸν μιναρέ,
ἕως ὅτου παρεδόθησαν. Ἅμα πύθετο τοῦτο
ὁ Ἀβδαρραμᾶν πάλι ἔτραπε τὸν στρατό του στὴν Κόρδοβα.
Ὁ Ζαΐδ δίχα χρονοτριβῆς ἄπηγαγε τὸν γέρο
σεΐχη καὶ τὶς δύο δοῦλες, ἀντὶ τοῦτες νὰ σεβασθῆ
ὅπως ὁ πρίγκηψ τὶς γυναῖκες τοῦ δικοῦ του οἴκου.
Καὶ ὁ Ἀβδαρραμᾶν ἐστράφη δίς κατὰ τοῦ Ἰῶσεφ.
Μᾶλλον γυναικεῖοι ἀκκισμοί παρὰ πολέμου τέχνη:
Ἰῶσεφ καὶ Ἀσσουμαΐλ νὰ παραδοθοῦν πέμψαν ὅρους.
Ὡς ἀμιρᾶ τὸν πρίγκηπα ἀνεγνώριζον ἄν
ἐγγυᾶτο τὶς ὑποστάσεις αὐτῶν καὶ πάντων ἀμνηστεῖα.
Ὁ δὲ υἱὸς τοῦ Μαυΐα ζήτησε τοὺς δύο υἱοὺς τοῦ Ἰῶσεφ
ὡς ὁμήρους στὸ ἀνάκτορο.
                                                Ἐκεῖνην τὴν ἡμέρα,
ἡμέρα θριάμβου θερινοῦ, κατὰ τὸν ἱερὸ μῆνα
τῆς ἐκεχειρίας, ἵππευεν ὁ Ἀβδαρραμᾶν Μαυΐα,
καὶ εἶχε τὸν Ἰῶσεφ εἰς δεξιά, τὸν Ἀσσουμαΐλ, εἰς σκαιά.
IX
Αὔρα ὀνείρατος φύσηξε: Τὰ λείψανα τοῦ γένους
στὴν Ἀνδαλουσία συνέρρεον, καθ’ ἕνα.
Ὁ γόνος του, οἱ ἀδελφές, ὁ ἀδελφός Ἀλοὐαλῖδ·
οἱ θεῖοι του, ὑγιοί τοῦ Ἱσᾶμ, ὁ ξάδελφος Ἀβδουσσελᾶμ,
δύο ἀνεψιοί του, Ἀμουγγερᾶ καὶ Ὀβεϊδουλλᾶ· καὶ ὁ Ἀβοῦ
Σολεϊμᾶν υἱὸς τοῦ Σολεϊμᾶν, ὁ Ἀβδαλμαλίκ τοῦ Βασᾶρ,
καὶ πολλοὶ ἄλλοι ποὺ νέμοντο νεκροί, ποὺ πύθεντο
ἀπὸ πομποὺς τοῦ Ἀβδαρραμᾶν, ὡς τοῦτος ἀνηρρήθη
σὲ θρόνο.Ἦλθε καὶ ὁ Ἀβδαλμαλίκ τοῦ Ὀμάρ ποὺ στὸ Μισίρι
ἦταν κρυμμένος μὲ παιδιά, γυναῖκα καὶ δέκα πιστούς.
Πάντες συγγενεῖς ἔλαβον κτήσεις, μισθοὺς καὶ ὀφφίκια.
Ὁ νεαρὸς ἀμιρᾶς ἦταν μεγάθυμος καὶ οἰκτίρμων·
εὐαίσθητος τὲ καὶ εὔγλωσσος, ἀργὸς στὶς γνωματεύσεις
μὰ ἵνα τὶς περατώσῃ ἐπίμονος. Οὔποτε μαλθακός,
πάντοτε δραστήριος καὶ ὠκύς. ’Σ οὐδέναν ἄφιε τὴν διοίκησι
παρότι ἤκουε τὶς συμβουλές ἐμπείρων καὶ σοφῶν.
Στὴν μάχη ἀνδρεῖος καὶ ἄφοβος, καὶ πρῶτος ἡγεμών,
μὰ στὸν θυμό του φοβερός ὅταν τὸν ἠμφεσβήτουν.
Ἐφόρει πάντοτε λευκό καφτᾶνι καὶ φακιόλι.
Προύπεμπε σὲ κηδείες νεκρούς καὶ προσεύχετο ὑπέρ
αὐτῶν, σὺν λαῷ λάτρευε τῷ Θεῷ στὸ τζαμί
τὴν ἡμέρα τῆς Προσευχῆς καὶ σ’ ἄλλες ἑορτές
καὶ ἑνίοτε ἀνέβαινε στὸν ἄμβωνα. Περιέρχετο
τοὺς ἀσθενεῖς, συνεχρωτίζετο μὲ τὸν λαό
καὶ συμμετεῖχε στὶς χαρές καὶ τὶς παιδιές του.
Τοῦτα διδάσκουν τοῦ Ἴβν Ἁϊᾶν τὰ κιτάπια ἱστορίας.
Μὰ σύντομα ἔμαθεν ὅτι τούτη ἡ φιλανθρωπία
ἔθρεφε, εἴτε στὸ λαό, εἴτε στοὺς ἄρχοντες καὶ στὸ ἴδιο του
τὸ γένος, τὴν ἀλαζονεία,
                                            στὸ τέλος, προδοσία.
Κάποτε ὅπως ἐπέστρεφε
                                            ἀπὸ κάποια κηδεία
συνέτυχε αὐτὸς καθοδόν δεῖνα, θρασύ κἀγοραῖο
ποὺ ἐθεώρει ὅτι ὁ καδῆς τὸν εἶχεν ἀδικήσει:
«Τὸν Ἀμιρᾶ εὐοδοίη ὁ Θεός! Ὁ Καδῆς σου μἀδίκησε
κἀφίεμαι εἰς σὲ ἵνα δικαιώσῃς με!
                                                            ―Ἂν τἀληθές
ἄνθρωπε, λέγεις, τόδε κρῖμα σου θὰ ἀναληφθῆ»
εἶπεν ὁ Ἀνδαρραμᾶν μὰ τοῦτος ἅρπαξε τὰ ἠνία
τοῦ ἀλόγου του καὶ ἐπέμεινε: «Σὲ ἱκετεύω Ἀμιρᾶ μου,
μὴ φύγῃς χωρὶς νὰ προστάξῃς τον νὰ μἐκδικήσῃ.
Ἰδέ, ἕπεται αὐτὸς πίσω σου.» Ὁ Ἀβδαρραμᾶν ὠργήσθη
καὶ κοίταξε στὰ νῶτα του ἂν ἦσαν οἱ φρουροί του,
ἀλλ’ εἶδεν ὀλίγους τινές, καὶ κάλεσε τὸν καδῆ
καὶ κέλευσε ’ς αὐτόν νὰ ἐκδικήσῃ τὸν ἄνδρα.
Στὸ παλάτι, εὐνοούμενος ποὺ ἔβλεπε δυσφόρως
τοὺς ἀφρουρήτους περιπάτους του τὸν εἶπε:
«Ὁ Θεὸς σώζοι σε, Ἀμιρᾶ! Τοῦτοι οἱ περίπατοι
δὲν ἁρμόζουν σὲ τόσον ἰσχυρόν ἄρχοντα ὅπως σύ·
ἂν τὰ μάτια τοῦ καθενός συνηθίσουν στὴν θέα σου
πᾶν πρόσφορο δέος καὶ πᾶς σεβασμός θὰ στερεύσουν.»
Χ
Δυό χρόνοι εἰρήνης πέρασαν· ὁ Ἰῶσεφ ἔνιωθε
παραμελημένος καθώς ὁ Ἀβδαρραμᾶν προτίμαε
τὴν κοινωνία τοῦ Ἀσσουμαΐλ ποὺ ἦταν σοφός καὶ ποιητής
καίτοι δὲν γνώριζε γραφή. Ἐνῷ ἡ συνθήκη ἠσφάλιζε
ἅπαντα τὰ χωράφια του, κάποιοι τὸν καδῆ πεῖσαν
ὡς κεῖνα στα περίχωρα τῆς Κόρδοβας ἦσαν αὐτῶν.
Οἱ ἐχθροί του δίδαξαν στὸν ὑγιὸ τοῦ Mαυΐα ὅτι κεῖνος
τὸν κατηγόρει καὶ φοβούμενος τὴν ὀργή του λαθραίως
κατέλειψε τὴν Κόρδοβα, στὴν Μέριτα ἀπεσύρθη
ὅπου ἀπὸ πάντοθε συνήγειρε εἴκοσι χιλιάδες
ὀπαδούς, κυρίως ἐπαρχικούς στρατιώτες.
Στὴν Ἱσπαλίδα βάδισε, καὶ ἀντιμέτωπον εὕρε
τὸν Ἀβδαλμαλίκ Ἴβν Ὀμάρ ποὺ ἦταν οὐαλῆς ἐκεῖ.
Μονομαχία αὐτοὶ ὥρισαν, Βερβέρος ἀπ’ τῶν μέν,
τὸν υἱό του ὁ Ἀβδαλμαλίκ κέλευσε ἀπ’ τῶν δέ,
μὰ κάποιος Ἀβυσσήνιος προσεφέρθη στὴν θέσι του.
Καὶτοι γιγάντες ἀμφότεροι, σὲ νοτισμένη πέτρα
ὁ Βερβέρος γλιστρᾷ καὶ χαμαὶ καταπίπτει,
ὁ Ἀβυσσήνιος ὁρμᾷ καὶ τὰ πόδια του τύπτει.
Οἱ στρατιῶτες τοῦ Ἀβδαμαλίκ ἀκράτητοι ὁρμοῦν τοῦτοι
καὶ ὁλόκληρος ἡ πανστρατιά τοῦ Ἰῶσεφ σκορπίσθη.
Τοῦτος, μὲ δύο οἰκέτες διέφυγε καὶ ὅπως διέσχιζε
τὸ πεδίο τοῦ Καλὰτ Ῥάβα στὸν δρόμο τοῦ Τολέδου,
σὲ κώμη τὸν ἀνεγνώρισε τὶς ἐκ Μεδίνας
καὶ ἔκραξε στοὺς συντρόφους του: «Ἂς ἱππεύσωμε,
τοῦτον νὰ σφάξωμε. Μόνον ὁ θάνατός του
θὰ γαληνίσῃ τὴν ψυχήν ἡμῶν καὶ ὅλον τὸν κόσμο,
ἀλλιῶς ἂν ζήσῃ αὐτὸς δαυλός ἀσυμφωνίας θὰ εἶναι.»
Ἔτσι ἄδοξος ἀπέθανεν ὁ Ἰῶσεφ Ἀλφιρῖ,
στὸ Τολέδο κακήγγειλεν ὁ διαφυγείς οἰκέτης.
Στὰ μεταξύ, στ’ ἀνάκτορον ὁ Ἀβδαρραμᾶν καὶ πάλιν
τὸν Ἀσσουμαΐλ ἐρώτησε μόλις ἀπέδρασε
ὁ παλαιός του φίλος, ἂν γνώριζε ποῦ πῆγε. Κεῖνος
ἀπάντησε: «ἄν στὸ πόδι μου κάτωθε τοῦτον εἶχον
οὐδόλως γὼ τὸ ἐξήρουν ἄν ἦταν νὰ τὸν συλλάβῃς.»
Ὀργίλος τότε ὁ Ἀβδαρραμᾶν τὸν ἔκλεισε σ’εἱρκτή,
σύναμα μὲ τοὺς δύο ὑγιούς τοῦ Ἰῶσεφ ποὖχε ὁμήρους.
Τοῦτοι οἱ δύο ἀπέδρασαν, ὁ Ἀσσουμαΐλ ὅμως ἠρνήθη
νὰ συνακολουθήσῃ. Ἀλλ’ εὗρον τον μετὰ χαμαί
ἀπόπληκτο μὲ κύλικα στεγνό ―μὰ μ’ ἐντολή
τοῦ ἀμιρᾶ εἶχον στὸν τράχηλό του στραγγαλίσει.
Τὰ κάρα τοῦ Ἰῶσεφ καὶ ἑνός ὑγιοῦ του, τοῦ Ἀβοῦ Ζαΐδ
στὴν γέφυρα ἀνὰ σκόλοπες πήχθησαν ἐνῷ ὁ πρίγκηψ
ᾥκτειρε τὸν μικρότερον, Ἀβούλασουαδ Μωάμεθ.
XI
Πέντε χρόνους ἀργότερον ὁ ἀββασίδης χαλίφης
ποὺ δὲν ἐδέχθη τὴν ἀρχή τοῦ Ἀβδαρραμᾶν ἐκεῖ,
τὸν Ἀλαλᾶ Ἴβν Μαγγῖθ Ἀλγιασουβῖ ὥρισε οὐαλῆ
καὶ τοῦτος μὲ ἰσχυρή στρατιά
                                                    ἔκαμε ἀπόβασι
καὶ ἤρε τὸ μαῦρο λάβαρο στὴν Πάγια, ἵνα καλέσῃ
τὶς μοῖρες, τὶς φυλές καὶ πᾶν τοῦ Προφήτου πιστό.
Μ’ ἄλλες μοῖρες νὰ προσχωροῦν στοὺς Ἀββασίδες
κἄλλες νὰ μένουν ἀδρανεῖς ὁ Ἀβδαρραμᾶν ἐκλείσθη
στὴν ὀχυρὰ Καρμῶνα. Ἀφοῦ πέρασαν δύο μῆνες
πολιορκημένοι, πολλοί, δύσθυμοι ἔφευγον ἤδη.
Ὁπότε ὁ Ἀβδαρραμᾶν ἐπέλεξεν ἑπτακοσίους
τοὺς πλειὸ ἀλκίμους τῆς φρουρᾶς καὶ ἀφοῦ ἄνηψε πυρᾶ
στὴν πύλη τῆς Ἱσπαλίδος, αὐτός ἔκραξε: «Φίλοι μου
νικῶμε ἢ ἀφανιζόμεθα. Καίομε τὰ θηκάρια
καὶ μήδ’ ἐπικρατήσωμε, ἂς θάνωμε ἀνδρεῖοι»
Μὲ τοσαύτη ὁρμή ἐξῆλυθον ποὺ οἱ πολιορκοῦντες
διελύθησαν. Ὁ νικητής κέλευσε νὰ ἀποτέμουν
τὴν κεφαλὴ τοῦ δέματος τοῦ νεκροῦ στρατηγοῦ
καὶ ὁμοῖα νὰ κάμωσι μὲ τῶν συνεργατῶν του·
Ἔπειτα νὰ ἐκπλύνουν αὐτές καὶ σὲ σάκκους νὰ κλείσουν
μὲ καφορά κἅλας παστές ἅμα μὲ τὰ μέλανα λάβαρα
καὶ τὴν βασίλειο διαταγή. Τέλος, πλήρωσε κάποιον
ἔμπορο νὰ κομίσῃ τὰ σακκιά στὴν ἀγορά
τοῦ Καϊρουᾶν καὶ μετά στὴν Μέκκα ὅπου ὁ Ἀλμανσῶρ
εἶχε μεταβῆ διὰ προσκύνημα. Κεῖνος τὸ θέαμα
τἀποτρόπαιο ἅμα εἶδε ἔκραξε: «Δοξάζω τὸν Θεό
ποὺ μὲ χωρίζει θάλασσα
                                            ἀπὸ τοῦτον τὸν δαίμονα!»
Τέτοια ἦταν τοῦ αἵματος τοῦ Ὀμεϊᾶ ἡ τιμωρία.
Ὅσον πρὸς τοὺς συμμάχους τῶν Ἀββασιδῶν, σεΐχες
τοῦ Τολέδου, ἀφοῦ αὐτῶν σταμάτησαν τὴν προέλασι
ὁ Πανσέληνος καὶ ὁ Ταμμᾶμ, πείθοντες τοὺς στρατιώτες
ἀντί ἀμνηστίας νὰ τοὺς παραδώσωσι, ’ξευτέλισάν τους:
τὰ κεφάλια τῶν ξύρισαν καὶ ἔκοψαν τὰ καφτάνια
καὶ καλάθους ἐκρέμασαν τῶν κεφαλῶν καὶ ἐπὶ ὄνων
τοὺς περιέφεραν στὴν Κόρδοβα πρὶν τοὺς σταυρώσουν.
Ἔτσι τὰ πράγματα ἔτρεπον τὸν πάλαι ποτέ κεῖνον
μεγαλόψυχο πρίγκηπα ’ς ἄτεγκτο τύραννο.
Ὁ Ἀβδαρραμᾶν οὔτε ἀμνημόνησεν τὸν ἰεμενίτη
φύλαρχο, Ἀβουσαββᾶ, ποὺ δέκα χρόνια πρότερο
νὰ τὸν φονεύσῃ ἠθέλησε. Τὸν καθήρεσε καὶ ὅταν
τοῦτος ὀργίσθη, τὸν ἐκάλεσε στὸ παλάτι κἀκεῖ
τὸν σκότωσε. Πολλοί τῶν σεϊχῶν ἔκριναν τῆν πράξι
ἄτιμον ὅπως ὁ Ἴβν Χάλεδ, ὁ κάποτε πιστός του,
ποὺ πικραμένος ἀνεχώρησε στὰ κτήματά του.
Ἐπαναστάσεις ἤραντο
                                        ἑξῆς ἀνὰ τὴν χώρα:
Ὀ Ἀμιρᾶς δέκα μάχετο χρόνους ἀντάρτες Βερβέρους,
θεράποντες ὥς πίστευον τοῦ γόνου τῆς Φατίμα.
Τρεῖς πάλιν κατ’ αὐτόν συμμάχησαν, τῆς Βαρκελώνης
ὁ κελβίτης Ἀλαραβῖ, ὁ ἐξ Ἀφρικῆς Φιρίδης,
Σλαῦος ὁ ἐπιλεγόμενος, ποὺ εἶχε ὁρίσει ὁ Χαλίφης,
τῆς Ἀνδαλουσίας οὐαλῆ καὶ ὁ Ἀβοῦ Ἀλάσουαδ Μωάμεθ
ποὺ αὐτός, ὁ Ἀβδαρραμᾶν, εἶχε κάποτε οἰκτήρει.
(Τὸν τυφλό προσποιούμενος τούτος τῆς ὀμηρίας
διέφυγε ὥστε οὕτως ἔκτοτε τὸν προσωνόμαζον.)
Τοῦτοι οἱ τρεῖς κάλεσαν τὸν Κάρολο τὸν φράγκο ῥῆγα
τὸν Ἔβρο νὰ διαβῇ.
                                    Τὸν πρίγκηπα ἔσῳσε πάλιν ἡ τύχη,
καθὼς οἱ Σάξωνες ἐπέδραμον στὸ πέρα σύνορο
τῶν Φράγκων ὁπότε ὁ στρατός, τῆν Σαραγόσα
ἀμέσως ν’ ἀφήσῃ ἔπρεπε καὶ κατὰ κεῖ νὰ φύγῃ.
Ἀλλ’ ὅταν ὁ στρατός ἐπέραε δερβένι, σ’ ἐνέδρα ἔπεσε
τῶν Βάσκων καὶ ὤλετο ἡ ὀπισθοφυλακή καὶ ἐν δέ
ἔπεσε νεκρός, τοῦ ῥηγός ὁ ἀνεψιός, ὁ Ῥολάνδος.
(Μετά, λέγουν, ὁ Κάρολος προσέφερε στὸν πρίγκηπα
νύφη μιὰ θυγατέρα του, ἀλλὰ κεῖνος ἠρνήθη.)
Ὁ Σλαῦος φονεύθη ὑφ’ ἑνός Βερβέρου, ὁ Ἀλαραβῖ,
ὑπὸ τοῦ ἑταίρου του, Ὁσαίν τῆς Σαραγόσα, στὸ τζαμί.
Ὁ Ἀβοῦ Ἀλάσουαδ κατέλειψε δὲ τέσσαρες χιλιάδες
στρατιώτες του νεκρούς, βοσκὴ σὲ λύκους καὶ ὄρνεα.
Ὅσο ὁ Ἀβδαρραμᾶν ἔβλεπε τοὺς διαφόρους φυλάρχους
νὰ στασιάζουν ―πρᾶγμα ποὺ ἐλόγιζε πολὺ ὁ Ἀσσουμαΐλ,
τόσον ἐστρατολόγει αὐτός Βερβέρους, Μαμελούκους,
ὁποῖοι ἕκτοτε τὸν περιέβαλλον κἂν τὸν ἔφερον νίκες,
ἀντὶ τὸν ἠλλωτρίουν
                                    τοῦ λαοῦ καὶ τῶν οἰκείων.
XII
(ὁ Αβδαρραμμᾶν μονολογεῖ)
«Στὴν χώρα ποὺ τὶς πέτρες της μόνο ὁ ἥλιος θάλπει
ὁ θνητός δὲν ἄρχει ἀλλ’ ἔρημος, μὲ αἷμα μιαινόμενος.
Θαῦμα ἦταν, δώρημα Θεοῦ μετὰ τόσους κινδύνους,
τοῦ θρόνου μεγαλώτερο,
                                                ἄσυλο νὰ προσφέρω
στὸ γένος μου ποὺ πίστευον ἀπὸ καιροῦ χαμένο.
Κἁμάρτημα ἦταν νὰ κολακευθῆ τὸ φρόνημά μου,
διὸ ὀφείλω μόνον στὸν Θεό,
                                                ὅ τι ἔχω κατορθώσει.
Ἀλλὰ ἡ ζηλοτυπία καὶ ὁ φθόνος τῆς δόξης εἶναι
πάθη ποὺ δύνανται νὰ λάθουν τὴν εὐγνωμοσύνη:
Ἐκεῖνοι ποὺ ἀγκαλίσαμε στὸ ἡμέτερο δευλέτι
μὲ χλιδὴ καὶ τρυφές, πῆραν ὅπλα, χαυνώθη ὁ νοῦς
αὐτῶν καὶ νόμισαν ἑαυτούς οἱ ἄθλιοι, ὑπερτέρους.
Ὅμως ὁ Παντοδύναμος δὲν τοὺς εὐνόησε
καὶ ἔμαθα περὶ τῶν ὀμαίμων μου συνωμοτῶν
καὶ ὀλέθριος πότμος εὗρε τους, ἀχαριστίας ἀλάστωρ.
Σὲ τούτους δὲν ὄφελλον τίποτε, ἐκτὸς στὸν Ἀβοῦ Ὀθμᾶν
ποὺ ὡς συνεργὸ τὸν κατηγόρησαν τῶν συγγενῶν μου.
Προστάτης μου ἐξαρχῆς, πρῶτος μου βεζίρης κατόπιν
τὸν γέροντα ᾥκτειρα, μὰ κάλλιο ν’ ἀπέθαινε τούτος:
Διὸ οὐδέποτε ἔτι τὸν ὠμίλησα.
                                                        Μοῦ λείπει ἑνίοτε
τοῦ Ἀσσουμαΐλ ἡ συζήτησις: συνετός καὶ ἄξιος, ὅμως
τὰ πράγματα κρίνει ὁ Θεός καὶ ὅχι τοῦ ἀνδρὸς ἡ ἀξία.
Καὶ μὲ λυπεῖ ποὺ ἐξώρισα τὸν Πανσελήνο ὁπόταν
μετὰ τὶς νίκες γέγονε ἀλαζών. Καὶ μὲ μισεῖ ἔκτοτε.
Μὰ δοκιμὴ χείρων μ’ ἀνέμενε.
                                                    Ὦ Παντοδύναμε!
τὴν ἀχαριστία κόλασες αὐτῶν δίδων μὲ γνῶσι,
μὰ τὶ γνῶσι! Ἐγὼ ὁ δύστυχος, καχύποπτος γιγνόμην
ἁπάντων τῶν οἰκείων μου καὶ τοῦτοι φοβοῦντο, μὴν πέσῃ
’ς αὐτοὺς κάποια ὑποψία μου!
                                                        Οὐδεμιὰ πίστις,
οὐδεμιὰ ἀνάχυσις ψυχῆς ἀναμεταξύ ἡμῶν!
Πῶς νὰ ὁμιλῶ στὸν ἴδιο μου τὸν ἀδελφό ὅταν
τὸν ἄμοιρο του ὑγιό κατεδίκασα σὲ θάνατο;
Ἔτσι ὁ τάλας δὲν ἔκοψα
                                            ὅ τι δεσμὸ μᾶς ἔδενε;
Πῶς τὰ βλέμματα ἡμῶν θὲ νὰ συντύχουν;
Ἄμε, εὗρε τον, δὸς τὴν συγγνώμη μου
                                                                    ὅσον μπορεῖς
κάλλιο νὰ ἐκφράσῃς. Ἔπειτα, δὸς τον καὶ τοῦτα
τὰ πέντε χιλιάδες χρυσᾶ, στὴν Ἀφρική νὰ φύγῃ.»
Ἀφοῦ ἔτσι ἔπραξεν ὁ αὐλικός ἐπέστρεψε κ’ εἶπε:
«Ἀμιρᾶ μου, ὁ ἀδελφός σου ὁ Οὐαλῖδ ὀδύρεται
ποὺ τὸ κρῖμα ἐνὸς φαύλου ὑγιοῦ
                                                            ἔπεσε στὸν πατέρα.
Μὰ θὰ ὑπακούσῃ καὶ ἐτοιμάζεται νὰ ἀναχωρήσῃ.
Ὁ Ἀβδαρραμᾶν πικρῶς μειδίασε καὶ στέναξε:
―Ὁ ἀδελφός μου ἀληθῶς λέγει, μὰ μην ἐλπίζῃ
νὰ μὲ σοφίσῃ μὲ ῥήματα τέτοια ποὺ κρύπτουν
μυχίες σκέψεις του. Καλά τὸν γνωρίζω καὶ ξεύρω
ὅτι οὐκ ἂν ὤκνει στὸ αἶμα μου νὰ ἐκδιψάσῃ τὴν μνήμη του.»
ΕΠῼΔΟΣ
Τὴν Κόρδοβα γὼ ὀχύρωσα καὶ ἔκτισα ὑδραγωγεῖο
ποὺ ἔφερε νερό τῶν βουνῶν. Καὶ φύτευσα καὶ κῆπο,
Ῥεσάφα τὸν ὠνόμασα, τοῦ πάππου μου τὴν πόλι
ὅπου ἔπαιζον μικρό παιδί. Ῥοδάκινα τὸ θέρος
ῥόϊδια τὸν χειμῶνα, καρποί τῆς ἀνατολῆς ὅλοι
πυρώνουν στὸ ἑσπερινὸ φῶς. Ἐν μέσῃ, καὶ ὡσὰν πόλος,
μόνος φοῖνιξ ἐστέκεται,
                                        ἔκτοπος τῆς Παλμύρας
ὅπου καρπίζουν χουρμαδιές.
                                                    Εἶσαι ὡσὰν καὶ ἐμέ, ὦ δένδρο!
Ἐξόριστο, ἄπωθε τοῦ γένους σου,
                                                                ὅπως ἐγώ, εἶπα.
Τοὺς κάλυκές σου κλείνεις ἐπειδή κλαίεις τοὺς σπόρους
ποὺ στὰ ὄρη σκέδασε ὁ ἄνεμος;
                                                        ―Ναί, διότι κἂν εὕρουν χῶμα
φιλόξενο ὥς δεῦρο, ὀρφανοί
                                                    εἶναι σὲ ξένη χώρα.
―Εἴθε τὰ ἐωθινὰ σύννεφα ποὺ λιπαίνουν τὴν χθόνα
νὰ σὲ βρέχουν στὴν ἐξορία σου!
                                                        Εἴθε οἱ εὐεργετικοί ὄμβροι
ποὺ δέεται ὁ πτωχός, ποτέ νὰ μή σὲ ἐγκαταλείψουν!
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
VIII
αὐχμό: ξηρασία
κνῖσα: τσίκνα
τῆς ζωῆς του φείσασθε: τοῦ χαρίζετε τὴν ζωή
ποδήνεμο: ταχύ
φείσαθ ἑαυτὸν: γλίτωσε τὸν ἑαυτό σου
οὐδόλως ὤκνεον: δὲν δίσταζαν
πύθετο: ἔμαθε
ὑποστάσεις: περιουσίες
σκαιά: ἀριστερά
ΧΙΙ
δευλέτι: κράτος
πότμος: κακή μοίρα
ἀλάστωρ: ἐκδικητής
οὐκ ὤκνει: δὲν θὰ δίσταζε
σκέδασε: σκόρπισε
Ἐν μέσῃ[…] ἐγκαταλείψουν: ἡ αναφορὰ στὸν φοίνικα καὶ ἡ παρομοίωση μὲ τὸν ἑαυτό του εἶναι ποίημα τοῦ ἰδίου τοῦ Ἀβδαρραμᾶν. Μνημονεύεται έπίσης παρόμοιο ποίημα του ξαδέλφου του Ἀβδαμαλίκ Ἴβν Ὀμάρ.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Ahmed Ibn Mohammed AL-MAKKARI, Τhe History of the Mohammedan Dynasties in Spain (vol.II) μτφ. Pasqual de GAYANGOS, London, Paris, 1843
Reinhart Pieter Anne DOZY, Histoire des Musulmans d’Espagne: jusqu’à la conquête de l’ Andalousie par les Almoravides (711-1110) (t.1), Leyde,1861
ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Χρονικόν
