Ὅπου τὸ γαληνόχρου τέλος τῆς ἑσπέρας μειδιᾷ,
πρὸς μίλια καὶ μίλια
πρὸς στὶς ἔρημες βοσκὲς ὅπου τὰ ἡμὰ προβάτια
νυστάζοντα
κροταλίζουν οἴκαδε διὰ τοῦ κνέφους, πλανῶνται ἢ ἐστέκονται
καθὼς νέμονται―
ἦταν ὁ τόπος κάποτε κάποιας πόλεως, λαμπρᾶς καὶ εὐθύμου
(ἔτσι λέγουν)
ἡ ἰδία ἡ βασιλίδα τῆς χώρας, ὁ ἡγεμὼν αὐτῆς
αἰῶνες πρίν
εἶχ’ αὐτὸς τὴν αὐλή του, συνήγαγε βουλές, καὶ ἔνεμε πόρρω
εἰρήνη εἴτε πόλεμο.
Ἄρτι, —ἡ χώρα οὐδέ δένδρο κατέχει,
ὅπως βλέπεις,
ἵνα διακρίνῃς κλιτύες χλόης, κάποια νάματα
ἀπὸ τα μετέωρα
νὰ διαχωρίσῃς καὶ ὀνόματα νὰ θέσῃς, (εἰδεμή
θὰ συμπέσωσι)
ἐκεῖ ποὺ τὸ θολωτό, θρασύ παλάτι τὶς σπεῖρες του τόξευε
ἄνωθε ’σὰν φλόγες
ὕπερθε τοῦ ἑκατοπύλου περιβόλου τείχους
ὅλα ὁρίζοντος,
μαρμαρίνου, ἄνδρες ἐδύναντο νὰ προχωροῦν ἀβίαστα
δώδεκα συνάμα.
Κοὐδέποτε ἦταν τόση ἀφθονία καὶ τελειότης,
ἰδέ, χλόης!
Τέτοιος τάπης ὅπως, τοῦτο τὸ θέρος, κατέχει
καὶ χωνεύει
καθ’ ἕκαστο ἴχνος τῆς πόλεως, ποὺ μόνο εἰκάζεις,
ζωντανὸ ἢ λιθάρι
ἐκεῖ ποὺ πλῆθος βροτῶν χαρά καὶ πόνο ἀνέπνεε
πάλαι πoτέ·
φιλοδοξία τὲς καρδιές αὐτῶν κένταε, ἀδοξίας δέος
τὲς ἡμέρου·
καὶ τὴν δόξα καὶ τὴν ἀδοξία ὡσαύτως, ὁ χρυσός
ἐμπορεύετο.
Ἄρτι, —ὁ μοναχός ποὺ ἀπομένει πυργίσκος
στὸ πεδίο
ἐρριζωμένος μὲ κάππαρι, στὴν συκιά ὑποταγμένος,
πῶς τῶν κρινανθέμων
μπαλωμάτων, οἱ ἄκρες βλεφαρίζουν τῶν ἀνθῶν
μέσῳ τῶν ἁρμῶν—
σημαίνει τὴν κρηπίδα ὁπόθεν κάποιος πύργος ἀρχαῖος
θρῶσκε ὑπέροχος,
καὶ κατακαμένο κύκλο, πέριξ, τὰ τέθριππα χάρασσον
καθὼς ἔτρεχον,
καθόσῳ ὁ μονάρχης καὶ οἱ ὑποτακτικοί του καὶ οἱ κυρές
τήρων τοὺς ἀγώνες.
Καὶ ξεύρω, καθόσῳ ἡ γαληνόχρους ἐσπέρα ἔτσι
μειδιᾷ ὡς ἐξαμείβει
στὰ μαντριὰ αὐτῶν, ὅλα τὰ πολύκροτα ἔρια
ἐν εἰρήνῃ τέτοια,
καὶ κατὰ τ’ ἀδιάκριτο φαιό, οἱ λόφοι καὶ οἱ ῥοές
κἅπαντα, συντήκονται—
ἐκείνη ἡ κόρη μὲ πρόθυμα μάτια καὶ κόμη ξανθή
μὲ προσμένει κεῖ
στὸν πύργο ὁπόθεν οἱ ἁρματηλάτες, ἐζώγρουν αὐτοί
νὰ φθάσουν στὴν γράμμη,
ὅταν ὁ ρὴξ ἔβλεπε, ὅπου αὐτή νῦν βλέπει, ἄπνους, ἄναυδος
μέχρι νά ’λθω.
Ἀλλ’ αὐτὸς ἀπέβλεπε τὴν πόλι, πρὸς τὲς πλευρὲς ὅλες,
πανταχόσε
τὰ ὄρη ὅλα στεφανωμένα μὲ ναούς, τῶν ναπῶν πᾶσες
τὶς στοές,
καὶ τὰ φράγματα, τὶς γέφυρες, τὰ ὑδραγωγεῖα, —καὶ μετά ὅλους
τοὺς ἀνθρώπους!
Ὅταν ἔλθω γώ, αὐτή θὰ σταθῆ, δὲν θὰ φωνήσῃ,
μ’ ἑκάτερο χέρι
στὸν ὤμο μου, θὰ δώσῃ τὰ μάτια της στὸν ἀσπασμό
τὸν πρῶτο τῆς ὄψεως μου,
προτοῦ νὰ σπεύσωμε, προτοῦ σβήσωμε, ὅρασι καὶ ῥήσεις
ἒν ἀλλήλοις.
Αὐτόετες ἀπέστειλον μυρίους ὁπλίτες κατά
Νότο καὶ Βορρᾶ.
Καὶ ἔκτισαν ἰδίοις θεοῖς χαλκοῦν πόλο ψηλό
ὅσον ὁ οὐρανός,
ἀλλ’ ἀπέθεσαν χίλια ἅρματα σὲ πλήρη ἱσχύ—
χρυσᾶ δή.
Ὦ ἦτορ! Ὦ αἷμα ποὺ ἀποψύχει, αἷμα ποὺ ζωπυρεῖ!
Τῆς γῆς ἁμοιβή
πρὸς τόσους αἰῶνες μωρίας, ἁμαρτίας καὶ πατάγου!
Μὲ τοὺς θριάμβους
ἔγκλεισέ τους αὐτῶν, καὶ τὰ κλέη των καὶ τὸ λοιπό!
ὁ Ἔρως εἶναι ὁ κράτιστος!
[Love Among the Ruins, ἀπόδοση: Γ.Α. Σιβρίδης]
ἐζώγρουν: ἀνεψυχαν
αύτόετες: ἐντὸς τοῦ ἔτους
