Samuel Taylor Coleridge: Ήβη καὶ γήρας [1823-1832]

Στίχε, αὔρα ποὺ ἀναμέσο τῶν ἀνθῶν πλανᾶσαι
ὅπου ἡ ἐλπίς γλίχεται ὡς τρέφεται σὰν μέλισσα―
ἀμφότερες ἦσαν δικές μου! Ἡ ζωὴ σὲ θαργήλια βάδιζε
σὺν μὲ τὴν Φῦσι, τὸ Μέλος καὶ τὴν Ἐλπίδα,
                                    ὅτε ἤμουν νέος!
Πότε ἤμουν νέος; ―Ἆ ἄμοιρο Ὅτε!
Ἆ! ἕνεκεν τὴς τροπῆς τοῦ Νῦν σὲ Τότε!
Τοῦτος ὁ ἔμπνους οἶκος ὁ ἀχειροποίητος
τοῦτο τὸ σῶμα ποὺ βαρέως ἀδικεῖ ἐμέ,
ὕπερθε ἀερινῶν κρημνῶν καὶ ψάμμων στιλπνῶν,
πόσο ἐλαφρῶς παρὰ τοῦτο ἔφλεγε:―
Ὡσὰν κεῖνες τὶς κομψὲς ἄγνωστες τοῦ πάλαι ἀκάτους
ἐπὶ σκολιῶν λιμνῶν, καὶ πλατυρρόων ποταμῶν
ποὺ οὐδεμιᾶς βοηθείας δέονται κώπης ἢ φάρου
ποὺ δὲν φοβοῦνται τὸν θυμόν ἀνέμου ἢ κύματος!
Τοῦτο τὸ σῶμα οὐτ’ ἔμελεν ἄνεμος ἢ καιρός
ὅταν ἡ Ἥβη κἀγὼ συνῴκουν ἐν αὐτῷ.

Τἄνθη εἶν’ τερπνά· κ’ ὁ ἵμερος, τἄνθους ὁμόστολος·
ἡ φιλία εἶναι κάποιο σύσκιο δένδρο·
ὦ οἱ χαρμονὲς ποὺ καταχέονται ὅπως ὁ ὑετός!
Φιλία, ἐλευθερία καὶ ἵμερος,
                                    πρoτοῦ γηράσω!
Προτοῦ γηράσω! Ἆ ἄμοιρο προτοῦ!
Ὁποῖο μὲ λέγει ὅτι ἡ Ἥβη οὐκέτι αὐτοῦ!
Ὦ Ἥβη, πολλὰ καὶ γλυκὰ χρόνια,
εἶναι γνωστὸ ὅτι σὺ κἀγὼ εἶχομε συντηχθῆ,
δὲν τὸ θεωρῶ παρὰ ὡς προφιλές φρόνημα―
δὲν δύναται νὰ ἐτράπῃς σὲ φυγή!
Τὸ ἑσπερινὸ τὸ σήμαντρο οὔπω κρότησε:―
καὶ ἀνδρεῖος προσωπιδοφόρος ἤσουν ἐσαεί!
Ποιὰ ἀπόξενη ἀμφίεσι περιβάλλεσαι,
ἵνα νομίσωμε ὅτι λείπεις σύ;
Στὸ μαξιλάρι βλέπω τοὺς πλοκάμους ἀργυρόχρους,
τοῦτο τὸ συρτὸ βάδισμα καὶ τἀλλοιωμένο μέγεθος!
Ἀλλὰ τὸ κῦμα τοῦ Ἔαρος θάλλει στὸ χείλος σου
καὶ δάκρυα σοῦ αἴρουν τὸ θάλπος τοῦ ἡλίου τῶν ματιῶν!
Ὁ βίος δὲν εἶναι ἀλλὰ φρόνημα· ἔτσι θὰ φροντίσω
νά εἰμαστε συνοικήτορες ἀκόμη ἤβη καὶ ἐγώ.

Οἱ δροσοσταλίδες εἶναι λιθίδια τῆς αὐγῆς
ἀλλὰ καὶ τὰ δάκρυα ἑσπέρας πένθιμης!
Ὅπου οὐκ ἔνι ἐλπίς, προάγγελμα   εἶν’ ἡ ζωή
ὅτι ὠφελεῖ μόνον νὰ μᾶς λυπῇ,
                                    ὅταν γηράσωμε:
Ὅτι ὠφελεῖ μόνον νὰ μᾶς λυπῇ
μὲ τὸ νὰ λέγῃ συχνὰ καὶ ἐπίμονα χαίρειν,
σὰν κάποιο δαιτυμόνα συγγενὴ πτωχό,
ποὺ δὲν θὰ ἀποχαιρέτιζες σκαιῶς·
μὰ παραμένει στὴν δεξιώσι ἀκόμη λίγο
νὰ χαριεντίζηται χωρίς χαμόγελο.

[Youth and Age, ἀπόδοση: Γ.Α. Σιβρίδης]

 

γλίχεται: κρατιέται

θαργήλια: πανήγυρις τοῦ Μαΐου

φάρου: ἱστίου

οὔπω: ὄχι ἀκόμη

πλοκάμους: μαλλιά