William Blake: Ο τίγρις

Τίγρι, Τίγρι, ποὺ φλέγεις φαεινός, μέσ’ στὰ δάση τῆς νυκτός· τί ἀθάνατο μάτι ἢ χείρα, δύνατο ἂν νὰ γράψῃ τὴν σμερδνή σου συμμετρία; Σὲ τί ἔσχατα βάθη ἢ οὐράνια, ἔκαιε τῶν ματιῶν σου ἡ πυρά; Μὲ τὶ πτέρυγες τολμᾷ αὐτὸς νὰ μετέλθῃ; Τὶ χέρι τολμάει

Samuel Taylor Coleridge: Ήβη καὶ γήρας [1823-1832]

Στίχε, αὔρα ποὺ ἀναμέσο τῶν ἀνθῶν πλανᾶσαι ὅπου ἡ ἐλπίς γλίχεται ὡς τρέφεται σὰν μέλισσα― ἀμφότερες ἦσαν δικές μου! Ἡ ζωὴ σὲ θαργήλια βάδιζε σὺν μὲ τὴν Φῦσι, τὸ Μέλος καὶ τὴν Ἐλπίδα, ὅτε ἤμουν νέος! Πότε ἤμουν νέος; ―Ἆ ἄμοιρο Ὅτε! Ἆ! ἕνεκεν τὴς

William Blake: Παιάν προς τους Άγγλους

’Τοιμάσατε, ἑτοιμάσατε τὴν σιδηρᾶ πολέμιο κόρυθα, φέρατε τοὺς κλήρους τῶν μακρῶν τροχιῶν· ὁ Ἄγγελος τῆς Μοίρας αὐτούς κλώθει μὲ βριαρὲς χέρες, καὶ τοὺς κληρώνει ἀνὰ τὴν σκοτωμένη γῆ! ’Τοιμάσατε, ἑτοιμάσατε! Προετοιμάσατε τὶς καρδιές πρὸς τὴν κρύα χέρα τοῦ Ἅδου! Προετοιμάσατε τὶς ψυχές ἐπὶ φυγή, τὰ

Robert Browning : Ίμερος μεταξύ των ερειπίων [1855]

Ὅπου δὴ τὸ γαληνόχρωμο τέλος τῆς ἑσπέρας μειδιᾷ, πρὸς μίλια καὶ μίλια πρὸς στὶς ἔρημες βοσκὲς ὅπου τὰ ἡμὰ προβάτια νυστάζοντα κροταλίζουν οἴκαδε διὰ τοῦ κνέφους, πλανῶνται ἢ ἐστέκονται καθὼς νέμονται― ἦταν ὁ τόπος κάποτε κάποιας πόλεως, λαμπρᾶς καὶ εὐθύμου (ἔτσι λέγουν) ἡ ἰδία ἡ

Γ.Α. Σιβρίδης: άσμα θ΄: Αβδαρραμάν (γ΄)

γ΄ ΑΒΔΑΡΡΑΜΑΝ, Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ VIII Ὁ Οὐαδαλκιβῖρ κατέκλυσε τὶς ὄχθες του ἅμα μὲ τὸ Ἔαρ καὶ τὴν ἄφιξι τῆς χελιδόνος, τὰ πρῶτα μετὰ τὸν αὐχμό, τὴν ἀνομβρία χρόνων. Θὰ κάρπιζε πάλιν ἡ γῆ μὰ πρὸς ὥρα, στρατιώτες καὶ ἄρχοντες ἔβοσκον χορτάρια καὶ ὄσπρια. Τὸν Οὐαλδακιβῖρ

Γ.Α. Σιβρίδης: άσμα η΄: Αβδαρραμάν (β΄)

β΄ ΑΒΔΑΡΡΑΜΑΝ, Ο ΜΝΗΣΤΗΡ V [Στὴν Ἀνδαλουσία: ἡ συνωμοσία τοῦ Ἀβοῦ Ὀθμᾶν τῆς Μοίρας τῆς Δαμασκοῦ] «Πόσοι ἤλιοι πέρασαν αὐτοῦ στὴν γῆ τῶν Ἑσπερίδων! Πόσα φεγγάρια πόρρω τῆς Συρίας, νὰ φρουρῶμε τἀνώφελα λάβαρα τῶν Ὀμεϊαδῶν. Καὶ ἰδοῦ ἄρτι νὰ λαμβάνω βασιλική σφραγίδα, ἐπιστολή ποὺ ἔπεμψε

Δόμος, πόλις ϗ αγορά ―αρχιτεκτονική, πολιτική ϗ οικονομική VI: Ο νόμος του τοίχου (ι)

[ΛΟΥΤΡΑ: ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΚΑΙ ΠΑΛΑΙΣΤΡΑ, ΒΑΛΑΝΕΙΟ, ΘΕΡΜΑΙ, XAMMAM, PUBLIC BATHS] Στὴν ἀρχαῖα Ἑλλάδα, ἐκτὸς τῆς ἀγορᾶς, χῶρος κοινωνικῆς συναλλαγῆς ἦταν καὶ τὰ γυμνάσια, ἤτοι οἱ χῶροι ἄθλησης καὶ ἐκγύμνασης τοῦ σώματος στὸν τόπο κάποιου ἱεροῦ ἄλσους ἢ ἡρώου, καθὼς οἱ ἀγῶνες ἦταν τρόπος ἵνα τιμηθοῦν ὁ

Δόμος, πόλις ϗ αγορά ―αρχιτεκτονική, πολιτική ϗ οικονομική VI: Ο νόμος του τοίχου (θ)

2.4. Ἄλλοι χῶροι κοινωνικῆς συναλλαγῆς Coffee-houses make all sorts of people sociable, the rich and the poor meet together, as also do the learned and unlearned. It improves arts, merchandize, and all other knowledge; for here an inquisitive man, that aims at good learning, may