William Blake: Ο τίγρις
Τίγρι, Τίγρι, ποὺ φλέγεις φαεινός, μέσ’ στὰ δάση τῆς νυκτός· τί ἀθάνατο μάτι ἢ χείρα, δύνατο ἂν νὰ γράψῃ τὴν σμερδνή σου συμμετρία; Σὲ τί ἔσχατα βάθη ἢ οὐράνια, ἔκαιε τῶν ματιῶν σου ἡ πυρά; Μὲ τὶ πτέρυγες τολμᾷ αὐτὸς νὰ μετέλθῃ; Τὶ χέρι τολμάει
