Δόμος, πόλις ϗ αγορά ―αρχιτεκτονική, πολιτική ϗ οικονομική VI: Ο νόμος του τοίχου (θ)

2.4. Ἄλλοι χῶροι κοινωνικῆς συναλλαγῆς

Coffee-houses make all sorts of people sociable, the rich and the poor meet together, as also do the learned and unlearned. It improves arts, merchandize, and all other knowledge; for here an inquisitive man, that aims at good learning, may get more in an evening than he shall by books in a month: he may find out such coffee-houses, where men frequent, who are studious in such matters as his enquiry tends to, and he may in short space gain the pith and marrow of the others reading and studies. I have heard a worthy friend of mine . . . who was of good learning . . . say, that he did think, that coffeehouses had improved useful knowledge, as much as [the universities] have, and spake in no way of slight to them neither.

John Houghton, A Collection for the Improvement of Husbandry and Trade [1692]

Ὥς εἴδαμε, τόσον ἡ πολιτικὴ ὅσον καὶ τὸ ἐμπόριο ὡς κοινωνικὰ συμβεβηκότα (βιωμένοι χῶροι) ἀρχικῶς χωροῦν ὅπου μποροῦν νὰ εὕρουν στέγη καὶ ἡ μόνιμη στέγαση αὐτῶν ἄρα καὶ διακριτὴ ἀρχιτεκτονικὴ μορφή, σημαίνει ἀναγνώριση ἀπὸ τὸ κράτος: Πολίτευμα πρὸς τὴν πολιτική, φορολόγηση πρὸς τὸ ἐμπόριο. Ὅμως ὑπάρχουν χῶροι ποὺ ἐνῷ ἔχουν κάποια μόνιμη χρήση γίνονται ἑνίοτε τόπος κάποιου ἐκτάκτου γεγονότος. Ὅταν ὁ χῶρος εἶναι δημόσιος εἶναι φυσικό, ὅπως οἱ ἀγυιές ἢ οἱ πλατεῖες κάποιας πόλης ὅταν καταλαμβάνονται ἀπὸ τὸ πλῆθος κάποιας στάσης ἢ ἑορτῆς, ἐμπόρους ἢ ἀκόμη, ἀθλήματα. Σὲ ἰδιωτικοὺς χῶρους, τὶς κατοικίες, εἶδαμε ὅτι ὁ ἀνδρών, ὁ τρίκλινος οἶκος, μικρὲς βασιλικές, ἡ hall κα., γίνονται τέτοιοι χῶροι συνάθροισης. Παρακάτω θὰ ἐξετάσωμε τὰ ὑπόλοιπα κτήρια ποὺ γίνονται χῶροι κοινωνικῆς συναλλαγῆς.

[ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΚΑΙ ΛΕΣΧΕΣ] Οἱ χῶροι ἑστίασης εἶναι κατεξοχὴν κοινωνικοὶ χῶροι ποὺ ὑπερβαίνουν τὴν πράξη τῆς βρώσης καὶ τῆς πόσης. Ἀπαντήσαμε τὸ ἑστιατόριο τῶν ἑλληνικῶν πρυτανείων ἀλλὰ καὶ τὴν triclia τῶν ἐπιταφίων γευμάτων. Τὸ ἑλληνικὸ καταγώγιο ἢ πανδοκεῖο, ἡ κακόφημη ῥωμαϊκὴ popina, τὸ ἀγγλικὸ inn ἢ tavern, τὸ γαλλικὸ auberge ἢ cabaret δεικνύει τὴν ὕπαρξη τέτοιων κτηρίων ὅμως ὁ χῶρος κεῖνος ἑστίασης ποὺ γίνεται τόπος πολιτικῆς συζήτησης καὶ ὄχι μόνον, εἶναι τὸ καφενεῖο. Ἤδη στὴν Κίνα, ἀφοῦ βουδδιστὲς μοναχοὶ εἰσήγαγαν τὸ τσάι, τὸ  τεϊοποτεῖο茶館, cháguăn, ἦταν τόπος συνάντησης ἐπιχειρηματιῶν καὶ κοινωνικῆς συναλλαγῆς.  Ἡ πόση τοῦ καφέ ( قهوة , qahwa) καὶ τὰ καφενεῖα (kiva han, τουρκιστί, qahveh khaneh, περσιστί) ἐνεφάνησαν κατὰ τὸν ιε΄ αἰῶνα στὴν Δαμασκό καὶ στὴν Μέκκα, καὶ ἐξηπλώθησαν ἀνὰ τὴν ὀθωμανικὴ ἐπικράτεια μὲ τὰ πρῶτα καφενεῖα στὴν Κωνσταντινούπολη νὰ μνημονεύωνται ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ Ἰβραὴμ Πετσεβή (Peçuyli İbrahim Efendi) ὅτι ἄνοιξαν περὶ τὸ 962/1555 ἀπὸ δύο Σύρους, ἀπὸ Χαλέπι καὶ Δαμασκό, στὴν γειτονιά τοῦ Ταχτανκαλέ. Λέγουν ὅτι κεῖνοι ποὺ ἀνεκάλυψαν πρῶτα τὸν καφὲ ὡς τονωτικὸ ποὺ τοὺς ἐβοήθη νὰ μένουν ξύπνοι τὴν νύχτα, στὴν Αἰθιοπία καὶ στὴν Εὐδαίμονα Ἀράβια ἦσαν (ὅπως οἱ βουδδιστὲς μοναχοὶ τὸ τσάι) δερβίσηδες τοῦ τάγματος Shadhiliyya, μὲ πρῶτον τὸν Abuˀl Hasan ˀAli ibn Umar. Ἔτσι προτοῦ γένῃ ποτὸ τοῦ κόσμου ἦταν ἀφέψημα τῶν Σούφι καθὼς σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν προσευχὴ ὁδηγεῖ στὴν ἐμπειρία τῆς θείας ἀποκάλυψης, κατὰ τὸν θεολόγο Shaikh ibn Ismaˀil Ba Alawi of Al-Shihr. Ὄχι κατὰ τύχη, ἔπιναν τὸν καφὲ ἐντὸς τοῦ τζαμιοῦ τῆς Μέκκας κάθε Δευτέρα καὶ Παρασκευή ψάλλοντες La illaha il’Allah, μνημονεύει ὁ Ibn ˀAbd al-Ghaffar. Στὴν Κωνσταντινούπολη ὁ Εὐλιγιὰ Ἐφέντη ἀναφέρει τὸ πλῆθος τῶν τριακοσίων καπήλων καὶ ἐμπόρων καφέ ὅπως καὶ ὅτι ἀπεκάλουν ταὰ καφενεία μεταξὺ σοβαροῦ καὶ ἀστείου σχολεῖα τῆς γνῶσεως (mekteb-i ˀirfan). Ὁ Ἀχμὲτ πασᾶς βεϋλέρβεης τοῦ Μισιριοῦ (1523-24), ἵνα γένῃ λαοφιλὴς καὶ νὰ ἀνακυρηχθή σουλτᾶνος, ἔκτισε καφενεῖα ὡς δημόσια κτήρια. Ἡ μεγάλη δημοφιλία τῶν καφενείων προυκάλεσε τὴν ἀντίδραση τῶν ἠθικολόγων καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ραμαζανιοῦ τοῦ 1539 στὸ Κάιρο πολλὰ βανδαλίσθησαν, ἐνῷ ὁ σουλτᾶνος Μουρᾶτ Δ΄ τὰ ἔκλεισε στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ ἀποτέλεσμα αὐτὰ νὰ μετασταθοῦν στὴν Προύσα.

Στὰ καφενεῖα οἱ (ἄνδρες) θαμῶνες παίζουν διάφορα ἐπιτραπέζια παίγνια (σκάκι καὶ τάβλι), βλέπουν παραστάσεις καραγκιόζη, λαλοῦν πολιτικά, ἢ ἀκοῦν μουλᾶδες, δερβίσηδες καὶ ποιητές. Σὲ ἀνυψωμένο σοφὰ παρὰ τὴν ἑστία κάθονται οἱ θαμῶνες τοῦ καφενείου, συνήθως ἠλικιωμένοι καὶ σεβαστοὶ ἄνδρες καὶ εἶναι κεῖνοι ποὺ δημιουργουν οἰκεία ἀτμόσφαιρα. Αὐτὸς χωρίζει μὲ κιγλίδωμα τοῦ ὑπολοίπου χώρου ὅπου φοιτοῦν οἱ πιὸ θορυβώδεις νέοι καὶ ἐφήμεροι ἐπισκέπτες. Στοὺς τοίχους εἶναι κόγχες μὲ ράφια μὲ πορσελάνες ἐνῷ τάπητες συμπληρώνουν τὴν αἴσθηση σπιτιοῦ. Στὰ μεγάλα καφενεῖα ἀπαντῶμε καὶ σιντριβάνι στὸ κέντρο. Οἱ ὑπηρέτες εἶναι συνήθως εὐειδεῖς καὶ εὐπροσήγοροι νέοι. Τὸ καφενεῖο εἶχε ἐξισωτικὸ χαρακτῆρα ἀφοῦ συνήγαγε ἄνδρες πασσῶν τῶν τάξεων. Ἦταν ἕνα ὥς εἰπεῖν οὐδέτερο πεδίο, ὁ κατὰ Ray Oldenburg «τρίτος τόπος» στὸ The Great Good Place[i] πρὸς τὸ σπίτι ποὺ ἄρχει ἡ διαπροσωπικὴ σχέση οἰκοδεσπότου καὶ φιλοξενουμένου. Ὁ Πετσεβὴ ἀναφέρει ὅτι οἱ λόγιοι ἐπροτίμουν τὸ καφενεῖο ἀπὸ τὶς ἐπισκέψεις σὲ σπίτια.  Στὸ ἄρθρο Early Modern Ottoman Coffeehouse Culture and the Formation of the Consumer Subject (2011)[ii] οἱ συγγραφεῖς Karababa καὶ Ger βλέπουν στὴν ἐνεργοποίηση κατὰ τοὺς ιϛ΄ καὶ ιζ΄ αἰῶνες νόμων sumptuarius ἤτοι νόμων χλιδῆς, ποὺ προσεδιόριζαν ἔνδυση καὶ ἐν γένει κατανάλωση ἀνὰ τάξη ὥστε νὰ μὴν διαφθείρονται οἱ πτωχότεροι, τὴν αὔξη στὴν ὀθωμανικὴ ἐπικράτεια τῆς κατανάλωσης ποὺ συμπίπτει μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ καφενεῖου. Διακρίνουν δὴ σὲ αὐτὰ πέραν τῆς πόσης τοῦ καφέ, τὴν εὐδαιμονία, κοινωνική (κοινωνικότητα), φυσική (ἀνάπαυλα, ἀναψυχή), πνευματική (συναντήσεις καὶ συζητήσεις ποιητῶν, θεολόγων κα.) (sociopleasures, physioplesures, ideopleasures). Στὰ καφενεῖα Δερβίσηδες τοῦ τάγματος Qalandriyya o ἐξέφραζαν κρίσεις περὶ τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ἐνῷ Γενίτσαροι ὀργάνωναν μέχρι καὶ ἐξεγέρσεις, ὁ κυριώτερος ἴσως λόγος ἀπαγόρευσης αὐτῶν ὅπως θὰ ἴδωμε καὶ παρακάτω. Ὅμως ψόγοι τῶν καφενείων ἔχουν καὶ θρησκευτικοὺς καὶ ἠθικοὺς λόγους. Ἐνῷ οἱ ποιητὲς αἰνοῦν τὶς ἡδονὲς τῶν καφενείων μὲ μεταφορὲς τοῦ κορανικοῦ Παραδείσου ὡς ὅτι εἶναι

τῶν λογίων ἡ συναγωγή, τὸ καθεστὼς τῆς ἡδονῆς
τὸ ὕφος του εἶναι χρηστό, ἡ τέχνη του μοναδική

ψάξε, ἀλλὰ θά ’ναι ἀδύνατο νὰ εὕρῃς παρόμοιο
τὸ καφενεῖο προσφάτως ἐνεφάνη

Ἡ ἱστορία, ποὺ ἀβοήθητη κοιτάει, εἶπε ὅτι εἶναι
σὰν τὸ παράδεισο, τοῦτος ὁ μονάδικός τόπος

(ποίημα τοῦ 1583)

τὸ ὀρθόδοξο ἰσλὰμ θεωρεῖ ὅτι ἀπομακρύνει τοὺς ἄνδρες ἀπὸ τὴν ἐργασία διὰ τῆς ὁποίας ὁ σωστὸς πιστὸς ἐξασφαλίζει τὴν οἰκογένειά του, πηγαίνει στὰ προσκυνήματα καὶ ἀποδίδει τὴν zaqat ὑπὲρ τῶν πτωχῶν. Σὲ φετφὰ Σεϊχουλισλάμη τοῦ δευτέρου μισοῦ τοῦ ιϛ΄ αἰῶνα καταδικάζονται ὡς ἁμαρτήματα οἱ διαφορὲς ἡδονὲς τῶν καφενείων: τὰ παίγνια, οἱ πόρνες, τὰ ναρκωτικά, ἡ ἀμέλεια τῶν προσευχῶν. Ἐπίσης ἀπαντῶνται μομφὲς ὑγιειονομικῆς φύσης, πρὸς κάποιες βλαβερὲς συνέπειες τῆς πόσης τοῦ καφέ[iii]. Οἱ συγγραφεῖς διακρίνουν σὲ θεατρικὰ ἔργα τὰ ἐξῆς ἐπιχειρήματα στρατηγικῆς τῶν καπήλων καὶ τῶν θαμῶνων τῶν καφενείων πρὸς στὶς ἀπαγορεύσεις: Καταρχὰς ὅτι τὰ καφενεία εἶναι ἁπλῶς χῶροι φυγῆς καὶ ὅτι ὁ ἴδιος ὁ καφὲς ζυγιάζει τὶς κακὲς συνέπειες τῶν ὀπιούχων καθὼς ἐπαναφέρει τὸ ἄτομο στὴν πραγματικότητα. Σὲ θεατρικὸ ἔργο ὁ κάπηλος συμπονεῖ τὸν ναρκομανὴ καὶ τὸν προσφέρει καφέ. Ἄλλωστε πολλὰ μέλη τῶν ἀνωτέρων τάξεων ἔκαμαν χρήση ναρκωτικῶν. Ἔπειτα ὅτι τὰ καφενεῖα εἶναι χῶροι τῆς ποίησης. Ἔτσι σὲ ἄλλο θεατρικὸ οἱ κίνσορες ἀστυνόμοι καταστρέφουν κάποιο καφενεῖο ποὺ παραβιάζει τὴν ἀπαγόρευση καὶ συλλαμβάνουν ποιητές. Τέλος ὑπάρχει ὁ μετρίαση τοῦ χρόνου ποὺ διατρίβει κάποιος στὸ καφενεῖο ὥστε νὰ μὴν διαφθείρεται τὸ ἐργατικὸ ἤθος, ὅπου καὶ μνημονεύεται ἡ χρήση του καφέ ἀπὸ τοὺς Δερβίσηδες. Ἔτσι βαθμηδὸν ἡ ὕπαρξη τῶν καφενείων ἔγινε νόμιμη καὶ φυσική. Πέραν τῶν ταξικῶν χαρακτήρων τῶν θαμώνων ―ἡ παραβατικὴ φυγὴ ν’ ἀποδίδεται σὲ ναρκομανεῖς καὶ ὀκνοὺς Γενιτσάρους, ἡ σύντομη ἐπίσκεψη, σὲ Δερβίσηδες, καὶ ἡ ποιητικὴ σχόλη σὲ Λογίους) οἱ Karababa καὶ Ger παρατηροῦν ὅτι τὸ καφενεῖο εἶναι χῶρος ποὺ εὐνοεῖ τὴν ἀνάπτυξη προσωπικῆς ἠθικῆς.Ἔτσι ἔχεις ἀξιοσέβαστους ποιητὲς ὅπως ὁ Gulami νὰ καπνίζῃ ὀπιοῦχα, κάποιον αὐλικὸ ἱατρὸ ὀνόματι Atâ νὰ διατρίβῃ σὲ καφενεῖα καὶ τὸν Γενίτσαρο Beliğ μᾶλλον ποιητὴ παρὰ πολεμιστή  τοὺς ὁποίους μνημονεύει ὁ Aşic Çelebi. Τέλος ἡ νίκη τῆς συντεχνίας τῶν καπήλων καφέ καὶ ἡ προσαρμογὴ τῶν θρησκευτικῶν θεσμῶν στὰ νέα ἤθη ἔχει νὰ κάμῃ μὲ τὴν πραγματιστική, εὐέλικτη καὶ διαπραγματευτικὴ φύση τῆς κεντρικῆς ὀθωμανικῆς γραφειοκρατίας νὰ ἀπορροφάῃ τὰ ἐπαναστατικὰ στοιχεῖα ὅπως περιγράφει ὁ Şevket Pamuk στὸ ἄρθρο του Institutional Change and the Longevity of the Ottoman Empire, 1500-1800[iv].

Ὁ καφὲς ἔφθασε στὴν Bενετία τὸ 1615 μὲ τοὺς Ἰουδαίους ποὺ ἐπίσης ἔκαμαν χρήση του πρὸς νυχτερινὴ προσευχή (Tikkun Hazot) καὶ τὸ πρῶτο καφενεῖο ἄνοιξε περὶ τὸ 1640. Μέχρι τοῦ 1683 ἦταν μόνον ἕνα ἀλλὰ τὸ 1759 ἔπρεπε νόμος ὥστε νὰ τὰ περιορίσῃ στὰ 206 (δύο ἐξ αὐτῶν ἐντὸς τοῦ ghetto) χωρὶς ὅμως νὰ μπορέσῃ νὰ ἀπαγορεύσῃ νὰ κλείνουν πρὸ τοῦ μεσονυχτίου. Τὸ 1745 καὶ τὸ 1755 στὴν Βερόνα ἀπηγορεύθη στὰ καφενεῖα Ἰουδαίων νὰ δέχωνται γυναῖκες οἱασδήποτε θρησκείας[v]. Διὰ τῶν καφενείων οἱ ἀρχὲς ἐπεχείρουν νὰ ἐλέγξουν τὸν νυκτερινὸ βίο ἐν γένει.

Στὴν Βιέννη, ὁ καφὲς εἰσάγεται ἀμέσως μετὰ τὴν πολιορκία τῶν ὀθωμανῶν τοῦ 1683, ἀπὸ ἀρμενίους ἐμπόρους. Τὸ βιεννέζικο καφενεῖο ἦταν ὁ κατεξοχὴν χῶρος λογίων καὶ καλλιτεχνῶν τοῦ fin-de-siècle πρᾶγμα ἐμφανὲς στὴν φιλοσοφία ὅπου ἡ σκέψη εἶναι νοητικὴ πράξη (φαινομενολογία) καὶ γλῶσσα, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει στὸ πολεμικὸ ἀφοριστικὸ ὕφος τῶν θεωρητικῶν κειμένων. Τὸ Café Korb ἦταν στέκι τῶν Sigmund Freud, Alfred Adler, Wilhelm Reich, Otto Rank, Karl Abraham, Carl Gustav Jung. Φιλόσοφοι καὶ φυσικοὶ καὶ κοινωνικοὶ ἐπιστήμονες ὅπως ὁ Ludwig Wittgenstein καὶ ὁ Wiener Kreis (κύκλος τῆς Βιέννης) συνήγοντο στὰ Café Arkaden, Café Herrenhof, Café Reichsrat, Café Central. Μετὰ τὸν Μέγα Πόλεμο προστέθησαν τὰ Café Griensteidl, Café Abbazia, Café Hawelka ὅπου  ἐφοίτων οἱ Hermann Broch, Robert Musil, Franz Werfel, Leo Perutz καὶ ἄλλοι.

Στὴν Γαλλία παρουσιάσθη διὰ τοῦ ἰδίου τοῦ ὀθωμανοῦ πρεσβευτοῦ Σολιμᾶν Ἀγᾶ στὸν Λουδοβῖκο ΙΔ΄ τὸ 1669. Tρία χρόνια ἀργότερο, στὸ Παρίσι, στὴ rue de Tournon, ὁ Ἀρμένιος Harutiun Vartian ἔστησε κιόσκι λεμονάδας ὅπου εἶχε καὶ καφέ. Ὁ μαθητευόμενός του, Σικελὸς Procopio Cutò, ἄνοιξε τὸ 1786, τὸ γνωστὸ ἀπὸ τοῦ 1702, ὡς Café Procope στὴν rue des Fossés-Saint-Germain-des-Prés. Ἀρχικῶς σκοτεινὸ ἄντρο, μετετράπη τὸ 1702 σὲ ἐξωτικὸ χῶρο μὲ κρυσταλλίνους πολυελαίους ὅπου τουρμπανοφόροι κόμιζαν τὸν καφέ σὲ πορσελάνινες κοῦπες. Μετὰ τὴν ἐγκατάσταση τῆς Comédie Française ἔναντι (ὅθεν καὶ τὸ σημερινὸ ὄνομα τῆς ὁδοῦ ὡς de l’Αnciènne Comédie), ἔγινε χῶρος συνάντησης δραματουργῶν, ἠθοποιῶν καὶ θεατροφίλων. Κατὰ τὸν ιη΄ αἰῶνα, διαβάζομε στὸ journaux et critique littéraire au xviiie, cafés, τοῦ Paul Lacroix, (XVIIIe siècle : lettres, sciences et arts, Firmin-Didot, 1878), τὰ ἄλλα κύρια καφενεῖα τοῦ Παρισιοῦ ἦσαν τοῦ Duverger, στὴν ἄκρη τῆς προβλήτας τῶν Αὐγουστίνων (Quai des Augustins), ὅπου συνηθροίζοντο οἱ συγγραφεῖς καὶ οἱ πολιτικοὶ ἐπιφυλλιδογράφοι, τοῦ Gradot, στὴν προβλήτα τῆς Σχολῆς (Quai de l’École), μὲ τὰ δυνατὰ πνεύματα, τοὺς λογίους καὶ τοὺς καλοὺς σκακιστές. Ἐπίσης φημισμένο ἦταν τὸ καφενεῖο τῆς veuve (χήρας) Laurens στὴν rue Dauphine, ὅπου ἐφοίτων ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων προτοῦ ἀπαξιωθῇ ἅμα μὲ τὴν συμπαιγνία τῶν φοιτοῦντων ἐκεῖ λογίων κατὰ τοῦ σατιρικοῦ ἐπιγραμματογράφου Jean-Baptiste Rousseau, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον ἔχασε τὴν ἐκλογὴ στὴν Ἀκαδημία, ἀλλὰ καταδικασμένος ἐρήμην ἐπὶ συκοφαντία ἔζησε ἐξόριστος τὸ ὑπόλοιπο τοῦ βίου του.

Les trois principaux cafés étaient celui de Duverger, au bout du quai des Augustins, où se rassemblaient les nouvellistes et les gazetiers politiques; celui de Procope, en face de la Comédie française (actuellement rue de l’Ancienne-Comédie), où l’on rencontrait des acteurs, des auteurs dramatiques et des amateurs de théâtre; et celui de Gradot, sur le quai de l’École, où se rassemblaient les esprits forts, les savants et les bons joueurs d’échecs. Mais le café de la veuve Laurens, situé rue Dauphine, avait été auparavant fréquenté par les hommes de lettres, qui s’en éloignèrent, à la suite du procès compromettant de Jean-Baptiste Rousseau.

Δὲν ἔλειπαν οἱ κατάσκοποι τῆς ἀστυνομίας ποὺ πήγαιναν στὰ φιλοσοφικὰ καφενεῖα νὰ λαθρακούσουν τὶς μηδενιστικὲς ἀπόψεις διάφορων λογίων ὅπως τοῦ Nicolas Boindin στὸ καφενεῖο τοῦ Procope ὅπου εἶχε μεταφερθῆ ὁ κύκλος τοῦ Laurens. Τούτοι εἶχαν ἐπινοήσει καὶ μία argot διάλεκτο ὅπου ἡ ψυχὴ ἀπεκαλεῖτο Margot, ἡ θρησκεία, Javotte, ἡ ἐλευθερία, Jeanette, και ὁ Θεός, M. de l’Être. Ἐν τέλει, παρὰ τῷ Procope ἔμειναν οἱ ποιητές, οἱ δραματουργοί, οἰ ἠθοποιοὶ καὶ οἱ κριτικοί θεάτρου, ἐνῷ οἱ φιλόσοφοι ὅπως ὁ Diderot καὶ ὁ D’Alambert ἐφοίτων στὸ Café de la Régence, στὴν πλατεία τοῦ Palais-Royal, ὅπου ἔδιδαν δημόσια μαθήματα ὑπερβασιακῆς φιλοσοφίας. Τὰ καφενεῖα τοῦ Παρισιοῦ λοιπὸν ἦσαν κλειστοὶ χῶροι ἐλεύθεροι σὲ συζητήσεις καὶ διαμάχες, τόσο θορυβώδεις καὶ ἄτιμοι ποὺ ἀπέφευγαν οἱ γυναῖκες. Ὅμως στὰ παρισινὰ καφενεῖα τῆς ἐποχῆς δὲν καπνίζουν καὶ ἔτσι δημιουργοῦνται τὰ tabagies. Ἅμα μὲ τὸν πολλαπλασιασμὸ τῶν καφενείων ἄρχει τὸ ἀβρό (douceur) καὶ τὸ ἀστικό (urbanité) διαβάζομε στὸν Diogène à Paris (1787), καθὼς πρὸ ἱδρύσεως αὐτῶν οἱ ἄνθρωποι κατέφευγαν στὰ cabarets ποὺ κατέληγαν σὲ βίαιες ἔριδες καὶ φιλονεικίες μεταξὺ οἰνοφλύγων. Κάποιοι διετρίβουν ὅλη τὴν ἡμέρα στὰ καφενεῖα, καὶ στὸ βιβλίο μνημονεύται κάποιος ποὺ ἔπινε ἑξήκοντα κοῦπες καφέ. Ἦταν τέτοια ἡ ποικιλία τοῦ πλήθους ποὺ ἦταν προσχαρὲς θέαμα διὰ τὸν φυσιογνωμιστή. Ἦταν τὸ μέρος ποὺ δύναταί τις νὰ ἀκούσῃ τὶς περισσότερες βλακεῖες  καθὼς ὅλοι οἱ ἀστοὶ δὲν εἶναι εὐφυῖες.

Ce serait un spectacle bien amusant, dit-il encore, pour un physionomiste comme Lavater, qui voudrait se livrer à ses observations, que la vue des gens qui passent tous les jours au café. C’est là qu’on entend le plus de balourdises. Pour un qui a un peu de raison, on en trouverait mille qui n’ont pas seulement le plus gros bon sens, car presque tout le monde se réfugie dans les cafés, et les bourgeois de Paris ne sont pas des génies.

Ἡ συζήτηση ἄλλοτε εἶναι γενικὴ καθὼς οἱ θαμῶνες εἶχαν γνωρισθῆ ἀπὸ τὴν καθημερινὴ φοίτηση κεῖ, καὶ λείπει τὸ λογοτεχνικὸ καὶ πολιτικό ὕφος. Οἱ μᾶλλον φρόνημοι εἰσέρχονται μόλις νὰ πιοῦν καφέ καὶ ἀποφεύγουν νὰ ἀνταλλάξουν κουβέντες μὲ θαμῶνες καθὼς καιροφυλάκουν οἱ κατάσκοποι τῆς ἀστυνομίας. Ὁ Diderot εἶχε πολλάκις λάβει συστάσεις ἀπὸ ἀστυνόμο.

Café de la Régence, σκακιστικὸς ἀγὼν μεταξὺ Howard Staunton καὶ Pierre Charles Fournier de Saint-Amant, στὶς 16 December 1843, τοῦ Jean-Henri Marlet

Τὸ γυναικεῖο ἀντίστοιχο τοῦ καφενείου μὲ συζητήσεις λογοτεχνικές, φιλοσοφικὲς καὶ ἐπιστημονικές, ἦταν τὸ salon, ποὺ στεγάζετο στὴν κατοικία κάποιας ἀρχόντισσας, ὅπως τὸ περίφημο salon τῆς Madame de Pompadour ὅπου ἐφοίτων οἱ Φυσιοκράτες ἢ τῆς βαρόνης De Staël στὸ Παρίσι καὶ στὸ κάστρο Coppet ὅπου συνήγοντο ἀντιναπολεόντειοι λόγιοι καὶ ῤωμαντικοί, ὅπως οἱ Constant, De Maîstre, Schlegel κα.

Κατὰ τὰ états généraux τοῦ 1789, τὸ Club Breton, οἱ ἐκπρόσωποι δηλαδὴ τῆς τρίτης τάξεως τῆς Βρετάνης, συνήγοντο στὸ café Amaury, γωνία avenue de Saint-Cloud καὶ rue Carnot στὶς Βερσαλλίες. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ σύντομα θὰ ὀνομασθοῦν Club Jacobin ἢ Ἰακωβίνοι. Στὸ café de Foy πάλιν, ἔγινε ἀπὸ τὸν Desmoulins τὸ κάλεσμα πρὸς τὴν Βαστίλλη. Τὸ καφενεῖο ἀποτελεῖ ἕναν ἄτυπο χῶρο δημοκρατικῆς συνάθροισης ποὺ διαφεύγει τοῦ νόμου καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐξουσία ἐπεχείρει πάντοτε νὰ ἐλέγξῃ μὲ κατασκόπους μέχρι καὶ νὰ ἀπαγορεύσει. Ἡ ἐπανάσταση τοῦ 1848 ἠνδρώθη μὲ τὴν ὀργάνωση τῆς λεγομένης δυναστικῆς ἀντιπολίτευσης, τῆς campagne des banquets (ἐκστρατείας τῶν συμποσίων) ἀνὰ τὴν χώρα, ὥστε νὰ ὑπερβαθῇ ἡ ἀπαγόρευση πολιτικῶν συναθροίσεων ποὺ εἶχε κηρύξει ὁ πρωθυπουργὸς François Guizot, Ἐκκίνησε στὰ περίχωρα τοῦ Παρισιοῦ, στὸ Château Rouge στὶς 10 Ἰουλίου 1847 μὲ 1200 συνδαιτυμόνες καὶ συνέχισε μὲ 70 συμπόσια συνολικῆς συμμετοχῆς 17.000 ἀτόμων κυρίως σὲ φιλήσυχες ἐπαρχικὲς κωμοπόλεις. Ἡ ἀρχικὴ ἰδέα ἦταν δύο βρεταννῶν ῥιζοσπαστῶν βουλευτῶν, τοῦ μαγχιστεριανοῦ βιομηχάνου Richard Cobden καὶ τοῦ John Bowring (τοῦ κύκλου του Bentham, τοῦ φιλελληνικοῦ κομιτάτου καὶ τῆς φούσκας τοῦ ἑλληνικοῦ ὁμολόγου καὶ κατόπιν, ἁρμοστοῦ τοῦ Χόγκ-Κόγκ). Τέλος στὴν Γαλλία στὰ τέλη του ιθ΄ αἰ. ἱδρύθησαν οἱ λεγόμενες bourses de travail, ἰδέα τοῦ Gustave de Molinari. Οἶκοι λαοῦ ἢ ἐργατῶν ὅπως ἐπίσης ἀπεκαλοῦντο, εἶναι κτήρια τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς μὲ σκοπὸ τὴν ἐπιμόρφωση τῶν ἐργατῶν, τὴν εὕρεση ἐργασίας ἀλλὰ καὶ τὴν συναγωγὴ τῶν ἐργατικῶν συνδικάτων. Αὐτὰ εἶχαν μόλις ἱδρυθῆ μετὰ τὴν κατάργηση τοῦ νόμου Chapelier τῆς γαλλικῆς ἐπανάστασης (14ης  Ἰουνίου 1791) ποὺ εἶχε ἀπαγορεύσει τὶς συντεχνίες, ἀπὸ τὸν νόμο Waldeck-Rousseau (21ης Μαρτίου 1884). Ἡ πρώτη bourse de travail ἐγκαινιάσθη στὸ Παρίσι στὶς 3 Φεβρουαρίου 1887 παρὰ τοῦ Gustave Mesureur τῆς ἐκλεγείσης ῥιζοσπαστικῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, στὴν παλαιὰ αἴθουσα τῆς Redoute μέχρι ποὺ περατώθη τὸ 1891 τὸ κτήριό της στὴν Place de la République. Στὴν κοινότητα τοῦ Saint-Étienne τοῦ Loire ὁ δήμαρχος Émile Girondet ἵδρυσε τέτοια bourse τὸ 1888 ποὺ άπέκτησε μόνιμη στέγη τὸ 1901 σὲ σχέδιο τοῦ Léon Lamaizière. Στὴν Μασσαλία ἱδρύθη τὸ 1887 καὶ τὸ σημερινὸ Art Deco κτήριο ἀνηγέρθη τὸ 1936. Οἱ bourses de travail τοῦ Bordeaux (1935) ἢ τῆς Lyon εἶναι Art Deco θεατρικὲς αἴθουσες.

Στὴν Ἀγγλία τὸ πρῶτο καφενεῖο ἄνοιξε στὴν Ὀξφόρδη: Ἦταν τὸ 1650, ἀπὸ κάποιον Jacob ‘the Jew’ ἐνῷ τὸ δεύτερο, τὸ 1654 ἀπὸ κάποιον Cirques Jobson ‘Jew & Jacobite’ ―Σύρο μᾶλλον παρὰ Ἐβραῖο. Στὸ Λονδῖνο τὸ πρῶτο καφενεῖο  ἵδρυσε τὸ 1652 ὁ Ῥωμηὸς Pasqua Rosée βοηθὸς τοῦ Daniel Edwards, ἐμπόρου τῆς Levant Company, τῆς ἀγγλικῆς ἐταιρείας στὴν ὀθωμανικὴ ἐπικράτεια, τῆς ὁποίας τὸ ἐμπόριο ἦταν στὴν Σμύρνη καὶ ὁ ὁποῖος ἀπονόστησε στὸ Λονδῖνο τὸ 1651. Τὸ καφενεῖο ἐκεῖτο στὴν St Michael Alley πλησίον τοῦ Royal Exchange καὶ ὁ Edwards ἔθεσε ὡς συνεργάτη τοῦ Rosée τὸν Christopher Kitt Bowman ποὺ ἦταν freeman (δημότης) τοῦ City καὶ οὕτως εἶχε δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐκεῖ. Κατόπιν πλήθυναν τὰ καφενεῖα στὸ Λονδῖνο καὶ σὲ ἄλλες πόλεις τῆς Ἀγγλίας. Τὰ καφενεῖα δὲν διαφέρουν ὡς χῶροι τῶν alehouses καὶ δὲν διακρίνονται τοῦ κτηρίου ποὺ τὰ στεγάζει. Συνήθως μὲ ξυλίνες ἐπενδύσεις στὸ ἐσωτερικὸ ἀποτελοῦνται ἀπὸ μία αἴθουσα μὲ τραπέζια συνήθως καθ’ ἕκαστον ἀφιερωμένα σὲ διαφορετικὸ θέμα. Ἑνίοτε τὰ μεγάλα καφενεῖα ἔχουν καὶ ἄλλα δώματα ἰδιωτικότερα. Τὸ καφενεῖο τοῦ Anthony Sambach’s εἶχε πέντε τραπέζια· τοῦ Samuel North’s ἑννέα, στὸ μεγάλο δωμάτιο τοῦ καφέ. Κάποια καφενεῖα ἔχουν ὡς καθίσματα πάγκους καὶ ἄλλα, καρέκλες. Ἀγόρια κομίζουν τὸν καφέ. Πολλὰ καφενεῖα ἔχουν ζώα, πτηνὰ καὶ κυρίως σκύλους. Οἱ κάπηλοι εἶναι ἄνδρες, χῆρες ἢ σπανιότερο, ἀνύμφευτες γυναῖκες, οἱ ὁποῖοι ἐστέκονται πίσω ἀπὸ τὸν πάγκο μεταξύ παρασκευαστηρίου καὶ σάλλας[vi].  Ὁ Brian Cowan στὴν μελέτη του The Social Life of Coffe, The Emergeance of the British Coffee House (2005) θεωρεῖ ὅτι ἡ μανία τοῦ καφέ, δὲν ὀφείλεται τόσον στὴν ἀνεμπόδιστο ἐμπορικὴ πρόσβαση στὸ ἄγαθο ποὺ τὸ ἔκαμε φθηνό, ὅσον στοὺς λεγομένους virtuosi, ἐμπειρικοὺς φυσικοὺς φιλοσόφους ποὺ καλλιέργησαν τὴν περιέργεια πρὸς τὰ ἐξωτικὰ πράγματα. Οἱ virtuosi ἐπεχείρουν νὰ συνδέσουν τὴν ἐμπειρικὴ παρατήρηση μὲ τὴν χριστιανικὴ μεταφυσική, μὲ πρώτους τὸν Robert Boyle καὶ τὸν Francis Bacon. Τέτοιοι λοιπὸν virtuosi ἔγραφαν πραματεῖες περὶ τῶν καινοφανῶν τονωτικῶν ἀφεψημάτων τοῦ καφέ, τοῦ τσαγιοῦ καὶ τῆς σοκολάτας. Ὁ ἴδιος ὁ Rosée ἄλλωστε δὲν παρέλειψε νὰ τυπώσῃ φυλλάδιο μὲ τὶς θεραπευτικὲς ἰδιότητες τοῦ καφέ. Παρόμοιοι εὐγενεῖς ἐπιστήμονες στὴν ἠπειρωτικὴ Εὐρώπη ἦσαν οἱ Prospero Alpino στὴν Βενετία, ὁ Charles de l’Écluse στὴν Ἀμβέρσα, ὁ Leonhard Rauwolf στὸ Augsburg καὶ ὁ Jean de Thévenot στὸ Παρίσι, πάντες βοτανολόγοι καὶ περιηγητὲς στὴν Ἐγγὺς Ἀνατολή, «Orientalistes». Ὅμως τὸ Λονδῖνο μόνον ἔφθανε νὰ συγκρίνηται μὲ τὴν Κωνσταντινούπολη πρὸς τὸ πλῆθος τῶν καφενείων: Περὶ τὸ 1700 ἂν τὸ Ἄμστερνταμ εἶχε τριάκοντα καὶ δύο καφενεῖα, τὸ Λονδῖνο εἶχε ἑκατοντάδες. Βεβαίως σὲ τοῦτο συνέβαλε τὸ ὅ τι τὸν καφὲ τῆς Μόκα τὸν ἐμπορεύετο στὶς περσικὲς καὶ ἰνδικὲς ἄγορες ἡ EIC (Ἐταιρεία Ἀνατολικῶν Ἰνδιῶν) ἑνῷ ἡ Levant Company τὸν εἰσήγαγε διὰ τῆς ὀθωμανικῆς ἐπικρατείας ―φρεσκότερο. Τὸ 1718 ἡ EIC ἐγκατέστησε μόνιμο φακτώριο (ἐμπόριο) στὴν Μόκα καὶ πλέον μεγάλο μέρος ἐπανεξήγετο ἀπὸ τὸ Λονδῖνο. Ὡστόσο τὸν ἴδιο καιρὸ ἡ EIC ἔστησε φακτώριο στὴν Καντόνα καὶ εἰσήγαγε τσάι. Τὸ φθηνότερο τσάι καὶ καθὼς ἡ ζάχαρη ἔμεινε ἡ βασικὴ καλλιέργεια στὶς δυτικὲς Ἰνδίες, ὡδήγησε τὸν καφὲ μετὰ τὰ μέσα τοῦ ιη΄ αἰ στὸ περιθώριο τοῦ βρεταννικοῦ καθημερινοῦ βίου, ἐν ἀντιθέσει πρὸς ἄλλες χῶρες. Τὸ Coffee House ὅμως εἶναι τὸ σημαντικότερο public house κατὰ τὴν Παλινόρθωση καὶ τὴν αὐγούστειο περίοδο καὶ σβήνει βαθμηδὸν ἐπὶ γεωργιανῆς περιόδου.

μορφὲς σὲ καφενεῖο ἢ ταβέρνα τοῦ Joseph Highmore

Ὅπως μνημονεύονται στὰ ἴδια ἡμερολόγια τοῦ Anthony Wood καὶ τοῦ John Evelyn, τὰ καφενεῖα τῆς Ὀξφόρδης ἦσαν μᾶλλον λέσχες virtuosi, ὅπως τό, ἐπὶ κρομγουελικῆς μεσοβασιλείας, καφενεῖο τοῦ βασιλόφρονα Tillyard ὅπου συνήγοντο virtuosi καὶ wits, ὅπως ὁ νεαρὸς Christopher Wren καὶ ἄλλοι ὀριενταλιστὲς καὶ ἐπιστήμονες. Στὸ αὐτὸ καφενεῖο ὁ ἀλχημιστὴς καὶ ῥοδόσταυρος Peter Staehl ἔδιδε διαλέξεις χημείας ποὺ παρηκολούθουν οἱ Wren, Thomas Millington, Ralph Bathurst, Richard Lower, John Locke, John Wallis καὶ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελέσουν μέλη τῆς Royal Society. Τὸ καφενεῖο διαφέρει τοῦ πανεπιστημίου πρὸς τὴν ἐλευθερία ἐπιλογῆς κάποιου θέματος ποὺ δὲν διδάσκεται στὸ πανεπιστήμιο, ὅπως ἡ χυμεία (chymistry) τότε, ὅπως ἀναφέρει ὁ Wallis, a piece of knowledge not misbecoming a gentleman. Ὅμως πολλοί ὅπως ὁ Wood, ὁ Roger North καὶ ὁ Thomas Tenison σχετλιάζουν πρὸς τὴν παρακμὴ τοῦ πανεπιστημίου καθὼς οἱ σπουδαστὲς καταφεύγουν στὰ καφενεῖα ὥστε νὰ ἀποφεύγουν τὰ μαθήματα καὶ νὰ διατρίβουν σὲ σαχλαμάρες. Δηλώνουν ἔτσι τὴν διάκριση μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ λατινομαθοῦς σχολαστικοῦ λογίου καὶ τοῦ νέου πνευματώδους (witty), ἐπιχωρίου (vernacular) καὶ ἐγκοσμίου (mondain) [vii]. Ἔτσι ἔμεινε ἀπὸ σατιρικὴ ἐπιφυλλίδα τοῦ 1662 τοῦ Richard Leigh ἡ εἰρωνικὴ παρωνυμία τῶν καφενείων ὡς penny universities (καθὼς μία πέννα ἄφιέ τις στὸ πάγκο ὅταν ἔφευγε) ἢ tattling universities («ἀδολεσχῆ πανεπιστήμια»). Ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὸ καφενεῖο διαφέρει τοῦ κάπως κακόφημου alehouse, ὡς ἐξευγενισμένη λέσχη κυρίων. Στὸ Λονδῖνο οἱ λέσχες τῶν virtuosi εἶναι καὶ πολιτικὲς ὅπως ἡ περιώνυμος, βραχύβιος δε, λέσχη Rota τοῦ συγγραφέως τοῦ πολιτικοῦ δοκιμίου τῆς Commonwealth of Oceana [1656], καὶ ῥεπουβλικανοῦ (commonwealth man), James Harrington. Δὲν ἔλειπαν παλαίτερο τέτοιες λέσχες σὲ ταβέρνες ὅπως ἦταν ἡ Mermaid Tavern (Shakespeare (;), Ben Jonson, John Donne, Richard Carew, Inigo Jones κα.) ἢ ἡ Devil’s Tavern. Στὶς παραμονὲς τῆς Παλινόρθωσεως, εἶχε λοιπὸν δημιουργήσει κάποιο commonwealth club στὴν ταβέρνα τοῦ John Wildman στὸ Covent Garden ποὺ μετεστάθη ὡς Rota Coffee Club στὸ καφενεῖο τοῦ Miles (Turk’s Head) στὴν New Palace Yard. Μὲ τὴν λέσχη τούτη ὁ Harrington καὶ ὁ Henry Neville ἤθελαν νὰ προάγουν τὶς ῤεπουβλικανικὲς ἰδέες τῆς Oceana ἐπὶ Rump Parliament ἐμπρὸς στὴν μοναρχικὴ παλινόρθωση. Ὁ William Petty, γραμματεὺς τοῦ Hobbes καὶ ἐπινοητὴς τῆς ἔννοιας τοῦ ἐθνικοῦ εἰσόδηματος, μέλος τῆς λέσχης τοῦ Samuel Hartlib κάποτε εἶχε προκαλέσει τὸν πολιτικὸ φιλόσοφο μὲ τὴν χρήση ἀριθμῶν. Μέλη τοῦ Rota ἦσαν, ὁ νεαρὸς τότε Samuel Pepys (τοῦ ὁποίου τὸ ἡμερολόγιο εἶναι ἡ κύρια πηγή περὶ τῆς λέσχης), ὁ John Aubrey, ὁ Cyriac Skinner, σεκρετάριος τοῦ Μίλτωνος, ἀλλὰ καὶ μελλοντικὰ μέλη τῆς Royal Society ὅπως ὁ Sir John Hoskyns: Τουλάχιστον ἕνδεκα τῶν εἱκοσιεπτὰ μελῶν τῆς λέσχης ἔγιναν μέλη τῆς τελευταίας παρότι ἱδρυθείσης ὑπὸ τοῦ μονάρχου. Ἅμα μὲ τὸν ἀνάρρηση τοῦ Καρόλου Β΄Harrington ἀνεκρίθη καὶ δήλωσε ὅτι σκοπὸς τῆς λέσχης ἦταν φιλοσοφικὸς καὶ ὄχι πολιτικός. Ἡ λέσχη βεβαίως ἔπαυσε ἀλλὰ ἄφησε τὸν Κάρολο καὶ τὸν διάδοχό του Ἰάκωβο Β΄, μὲ ἔχθρα ἔναντι τῶν καφενείων. Ὁ Κάρολος ἐπεχείρει συνεχῶς νὰ τα κλείσῃ καθὼς σὲ αὐτὰ διενέμοντο οἱ διάφορες ἐπιφυλλίδες καὶ ἡ κατηγορία ἦταν ὅτι διέσπειραν ψευδὴ νέα, κυρίως ἀπὸ τὶς συνεδρίες τοῦ παρλαμέντου. Ἡ whig ἱστοριογραφία βλέπει στὰ καφενεῖα τὴν ἀντιπαράθεση τοῦ Λόγου καὶ τῆς αὐταρχικῆς ἐξουσίας τῶν Στούαρτ, καὶ «τὸ ὄργανο διὰ τοῦ ὁποίου ἡ κοινὴ γνώμη τῆς μητροπόλεως ἐπενοήθη» (T.B. Macaulay) πρᾶγμα ποὺ ἀκολουθεῖ ὁ Habermas στὸ βιβλίο του Strukturwandel der Öffentlichkeit [1962]. Ὅμως ὁ Cowan στὸ ἄρθρο του The Rise of the Coffeehouse Reconsidered (2004) δεικνύει ὅτι τὰ πράγματα ἦσαν πολυπλοκώτερα: ὁ μονάρχης ἀπέτυχε νὰ κλείσῃ τὰ καφενεῖα τὸ 1676 ἐπειδὴ οἱ κάπηλοι καφὲ καίτοι δὲν ἦσαν ὀργανωμένοι σὲ συντεχνίες ὅπως οἱ ἀντίστοιχοι (limonadiers) στὸ Παρίσι, ἦσαν ἀναγκασμένοι ὅμως νὰ εἶναι σὲ κατάστιχο ἔναντι ἀδείας ποὺ πλήρωναν καὶ ἀνανέωναν τακτικά. Τὰ ἴδια τὰ συμβούλια τῶν wards (wardmotes) ἂν δὲν συνεδρίαζαν στὸ vestry κάποιας ἐνοριακῆς ἐκκλησίας ἔκαμαν χρήση τῶν καφενείων. Ἡ κατάργηση λοιπὸν τῶν καφενείων ἦταν ἀπώλεια δημοτικῶν ἐσόδων ἂν συνυπολογίσωμε καὶ τὸν φόρο στὸν καφέ[viii].

Cowan παρατηρεῖ ὅ τι ἡ ἄνοδος τῶν καφενείων τοῦ ἄστεως μετὰ τὴν Παλινόρθωσι δεικνύει κάποια ἀλλαγὴ στὴν κοινωνικότητα, ἤτοι τὴν μεταφόρα αὐτῆς ἀπὸ τὴν ἐπαρχία στὴν πόλη. Τὸ ἀρχοντικὸ τῆς ἐξοχῆς ὡς τόπος δεξίωσης ἐκφράζει τὴν σχέση πάτρωνα καὶ πελάτου  καὶ τὸ τελετουργικό· τὸ καφενεῖο ἀπεναντίας, τὴν ἰσότιμη σχέση τῶν συνδαιτυμόνων καὶ τὸν αὐθορμητισμό. Στὰ καφενεῖα ὁ virtuoso ἐδύνατο νὰ κτίσῃ φήμη ἢ νὰ τὴν χάσῃ. Ἐκεῖ μάθαινε νέα ἀπὸ ἄλλους τόπους καὶ εὕρισκε ξένες ἐφημερίδες. Ὁ Pepys  διὰ τὸν ὁποῖο τὰ καφενεῖα ἦσαν χῶροι γνώσης, μνημονεύει στὰ ἡμερολόγιά του ὁγδοηκοντα ἐπισκέψεις (κυρίως πέριξ τοῦ Royal Exchange ἀλλὰ καὶ στὸ Covent Garden). Ὁ James Brydges, ἐπίσης, ἀργότερο Lord Chandos, κατὰ τὴν νεότητά του ἐπισκέπτοταν ἀδιαλήπτως καφενεῖα. Στὰ ἡμερολόγιά του ἀναφέρει 280 ἐπισκέψεις σὲ 65 καφενεῖα, σοκολατοποτεῖα, ταβέρνες. Ἂν δὲν συνήνταε ἐνδιαφέρουσα παρέα, ἔφευγε. Τὰ σοκολατοποτεῖα ὅπως τὸ White’s καὶ τὸ Ozinda’s ἦταν μᾶλλον προσήκοντα στὴν ἀριστοκρατικὴ τάξη τοῦ Brydges, ἀλλὰ αὐτὸς δὲν παρέλειπε τὰ περισσότερο πρὸς business, ὅπως τὰ  Garraway’s, Man’s, Grecian.Ὅταν ἔγινε ὁ ἴδιος πάτρων τῶν τεχνῶν καὶ συλλέκτης ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὰ καφενεῖα καθὼς δὲν χρειάζονταν σὲ αὐτὸν οἱ δημοπρατήσεις ἵνα συλλέξῃ τεχνουργήματα. Ἐκεῖνος ποὺ ἔμεινε μακρὰν τῶν καφενείων ἦταν ὁ John Evelyn ποὺ τὰ ἐθεώρει ἀκατάλληλα πρὸς σοβαρὴ συζήτηση καὶ δὲν ἀνέχετο τὴν παρέα τῶν χαμηλοτέρων τεχνιτῶν «mechanical and capricious persons». Βεβαίως τοῦτο εἶναι ἴσως ὁ λόγος ποὺ ἀπέτυχε ἡ συγγραφή του περὶ τῆς ἱστορίας τῶν ἐπαγγελμάτων[ix].

Ἡ παιδεία καὶ ἡ φιλομάθεια τῶν virtuosi ἔρχεται καὶ συναντάει τὴν λαϊκὴ περιέργεια καὶ τὸ ἐμπόριο ποὺ γινόταν μέχρι τότε στὶς περιοδικὲς καὶ φαντασμαγορικὲς πανήγυρεις, ἡ φυσικὴ ἱστορία συγχέεται μὲ ἐπιδείξεις τεράτων (freak shows) καὶ ἡ ἀρχαιολογία μὲ μυθικὰ λείψανα. Τὰ καφενεῖα ἀλλὰ καὶ τὰ κουρεῖα (barbershops) ἀλλὰ καὶ τὰ νεόκοτα τουρκικὰ λουτρὰ ποὺ θὰ ἴδωμε παρακάτω, προσέφεραν ἔτσι καθημερινὴ ἐπαφὴ μὲ ἀξιοπερίεργα, σπάνια πράγματα ἀγγλιστὶ curiosities, rarities, ἐξωτικὰ θεάματα. Πρὸ τῶν ζωολογικῶν κήπων καὶ τῶν μουσείων φυσικῆς ἱστορίας τοῦ fin-de-siècle, σὲ αὐτὰ πρῶτα ἐνεφάνησαν ἐλέφαντες, ῥινόκεροι ἀλλὰ καὶ ἄνθρωποι ὑπερποντίων τόπων. Ὁ James Salter ποὺ εἶχε μπαρμπέρικο σύν μὲ καφενεῖο στὸ Chelsea, γνωστὸς καὶ ὡς Don Saltero, καὶ προσέφερε ὑπηρεσίες κουρᾶς, ξυρίσματος, ἀφαίμαξης καὶ ἐξαγωγῆς δοντιῶν, ἦταν βοηθὸς τοῦ μεγάλου συλλέκτου, ἱατροῦ Hans Sloane  καὶ ἐπεδείκνυε κεῖ συλλογὴ curiosities θρησκευτικῶν λειψάνων, φυσικῶν curiosities μέχρι ἱστορικῶν rarities. Βεβαίως τὸ καφενεῖο εἶχε γένει ἀντικείμενο σάτιρας ὡς «Chelsea Knack»[x]. Πρὸς τὸν ἐξωτισμὸ τῶν cabinets de curiosités δὲν ἔλειπαν οἱ ψόγοι. Ἀπὸ τὴν μία ἦταν ὅτι πάντα τοῦτα τὰ ξένα πράγματα «θολώνουν τὴν ταυτότητα τοῦ ἐντοπίου πληθυσμοῦ»  (Dennis Todd) καὶ δὲν ἐξιτάρουν ἁπλῶς τῆν φαντασία (ὅπως ἤθελε ὁ Joseph Addison στὸν Spectator), ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὅτι ὁ ἀνατολίτικος θεσμὸς τοῦ καφενείου ἐκφυλίζει τὰ βρεταννικὰ ἤθη ποὺ γίνονται ῥάθυμα καὶ ἐκθηλύνονται, ὅπως ἔγινε μὲ τοὺς Ῥωμαίους (John Evelyn). Σὲ πλέον ξενοφοβικὸ καὶ ἀκριβῶς, τουρκοφοβικὸ τόνο εἶναι τὸ ποίημα τοῦ John Tatham Knavery in All Trades: Or, the Coffee-House:A Comedy (1664).

Ὁ λόγος βεβαίως ποὺ τόσον οἱ virtuosi ἐπεσκέπτοντο τὰ καφενεῖα ὅσον καὶ αὐτὰ ἐσυντήρουν συλλογὲς ἀλλοκότων πραγμάτων, εἶναι οἱ ἴδιοι οἱ ἔμποροι ποὺ ἐπώλουν κεῖ ἀντικείμενα σὲ δημοπρασίες. Οἱ ναυτικὲς ἀσφάλειες Lloyd’s γεννήθησαν στὸ καφενείο τοῦ Lloyd ὅπου συζητοῦντο τὰ διάφορα ναυάγια καὶ γίνονταν δημοπρασίες πλοίων, ἐνῷ στὰ καφενεῖα τοῦ Garraway καὶ τοῦ Jonathan στὴν Exchange Alley γεννήθηκε τὸ Stock Exchange. Ἡ πρώτη δημοπρασία (auction) γουνῶν τῆς Hudson Company ἔλαβε τόπο στὸ Garraway’s τὸ 1671, ἐνῷ οἱ ἐπενδυτὲς στὴν φούσκα τῆς South Sea Company συνηθροίζοντο κεῖ ἀπὸ τὸ 1711. Ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ ιϛ΄ αἰ. οἱ ὑπερπόντιοι ἔμποροι συνήθιζαν νὰ πωλοῦν δημοσίως by an inch of candle (δηλαδὴ κάθε ὡνὴ ἢ διαπραγμάτευση εἶχε τὸν χρόνο τὴς καύσης ἑνὸς ἢ δύο κεριῶν) ὥστε νὰ ξεφορτώνονται σύντομα τὸ ἐμπόρευμα. Τοῦτο, ἤτοι ἡ auction (δημοπρασία) υἱοθετήθη στὸ Λονδῖνο διὰ τὶς πωλήσεις ἔργων τέχνης τὸ 1674, καὶ βιβλίων τὸ 1676. Στὴν ἐπαρχία οἱ δημοπρασίες ἔργων τέχνης συνήθως γίνονταν σὲ ἰδιωτικὰ σπίτια ἢ στὴν δημοτικὴ ἀγορά, ἀλλὰ στὸ Λονδῖνο  σὲ καφενεῖα ὅπως  τὸ Tom’s Coffeehouse, τὸ Barbados Coffeehouse στὸ Cornhill ἢ τὸ Will’s Coffeehouse στὸ Westminster τὸ ὁποῖο τὸ 1691 μετωνομάσθη σὲ Auction House. Στὴν ἐπαρχία οἱ πανεπιστημιουπόλεις τῆς Ὀξφόρδης καὶ τοῦ Cambridge ἦσαν περιώνυμοι διὰ τὶς δημοπρασίες βιβλίων, ἑνῷ ἀριστοκρατικὲς κῶμες ὅπως τὸ Bath καὶ τὸ Epsom ἐφημίζοντο διὰ κεῖνες τῆς τέχνης ποὺ συνέβαιναν συνήθως κατὰ τὸ θέρος. Δὲν ἔλειπαν δημοπρασίες εἰδικῶς διὰ γυναῖκες, κυρίως ἔργων τέχνης.

Οἱ δημοπρασίες ἔργων τέχνης, βιβλίων καὶ curiosities ἀρχαιολογικῶν τεχνημάτων ἢ φυσικῆς ἱστορίας ἦσαν σύναμα μὲ τὰ καφενεῖα ἡ βασικὴ κοινωνικότητα τῶν virtuosi, ὅπως ἦταν ὁ Robert Hooke. Ἡ ἔννοια rarity ἢ curiosity ἐδήλωνε ἀκριβῶς τὴν ἀνεκτίμητη ἀξία ποὺ ἀπέδιδαν στὰ ἀντικείμενα τοῦτα καὶ ὅτι ἦσαν ἔτοιμοι νὰ πληρώσουν ὁποιαδήποτε τιμή. Ἔτσι διὰ τῶν δημοπρασιῶν ἐμφανίζεται ὁ ἐκφυλισμός τῆς παιδείας τῶν virtuosi σὲ ἐμπορικὸ πρᾶγμα. Τέτοια ἦταν ἡ φρενῖτις τῶν δημοπρασιῶν ποὺ εἶχε γένει ῥητορικὸ σχῆμα τῶν σατιρικῶν ὅταν ἤθελαν νὰ κατακρίνουν κάποιον ―ὄχι μόνον ἐπειδὴ ἡ πώληση προσωμοίαζε μὲ τὴν πορνεία ἀλλὰ ἐπειδὴ κατέδειχνε τὸ ἀνάξιο τοῦ προσώπου. Ἐπίσης ἐμφανίζεται ἡ σύγχυση μεταξὺ τιμῆς καὶ ἀξίας ποὺ διέφαινετο ὅταν κάποιος ἀγόραζε κάτι ἀκριβὰ καὶ καταλάβαινε κατόπιν ὅτι εἶχε δαπανήσει πολλὰ πρὸς κάτι ποὺ δὲν ἄξιζε. Ὁ κόμης τοῦ Shaftsbury λέει ὅτι καθὼς οἱ δημοπράτες κολακεύουν τὴν προσωπικὴ ἀρέσκεια τοῦ καθενός, ὁ ἀγοραστὴς θὰ ἀνακαλύψῃ κατόπιν ὅτι τὸ ἀγόρασε μὲ κακὴ φιλοκαλία. Δηλαδή ἡ πραγματικὴ φιλοκαλία ἢ φιλοτεχνία εἶναι ἀπόκτημα πόνου καὶ ἐργασίας καὶ ὄχι ἁπλῶς προσωπικὴ ἀρέσκεια.

They who by pains and industry have acquired a real taste in arts, rejoice in their advantage over others, who either have none at all or such as renders them ridiculous. At an auction of books or pictures, you shall hear these gentlemen persuading every one ‘to bid for what he fancies.’ But at the same time they would be soundly mortified themselves if, by such as they esteemed good judges, they should be found to have purchased by a wrong fancy or ill taste.

Μετὰ τὰ μέσα τοῦ ιη΄ αἰ. τὸ καφενεῖο ὑποχωρεῖ, ὁπότε καὶ οἱ δημοπρασίες ἀποκτοῦν ἴδια κτήρια, ἡ ἐμπορικὲς ἐταιρεῖες ἀποκτοῦν μεγαλώτερα κτήρια ὡς ἔδρες ὅπως ἡ EIC στὴν Leadenhal Street (1726-9, σὲ σχέδιο τοῦ ἐμπόρου καὶ ἐρασιτέχνου ἀρχιτέκτονα Theodore Jacobsen, προέκταση 1796-1800, τῶν Henry Holland καὶ Richard Jupp). Ἔτσι παίρνει βαθμηδὸν τὴν θέση αὐτοῦ ἡ λέσχη ―club, ὅπου συντίθεται ἡ ἰδέα τοῦ ἀρχοντικοῦ μὲ ἐκείνης τοῦ καφενείου. Ἐναντίως πρὸς τὸν δημοκρατικὸ χαρακτῆρα τοῦ καφενείου ὁ χῶρος τῆς λέσχης εἶναι κλειστὸς σὲ μὴ μέλη καὶ ἡ διανομή του εἶναι κεῖνη ἑνὸς ἀρχοντικοῦ μὲ κάποιο parlour ὡς καφενεῖο, μὲ δειπνητήριο, βιβλιοθήκη, αἴθουσα μπιλιάρδου ἀλλὰ καὶ ἑνίους κοιτῶνες ἂν κάποιος θέλει νὰ νυχεύσῃ κεῖ. Ὄχι τυχαίως οἱ λέσχες ὡς καταφύγια τῶν πλουσιοτέρων τάξεων πληθύνουν σύναμα μὲ τὴν ὅλο καὶ καθολικωτέρα μετοχὴ στὴν κοινοβουλευτικὴ ἐκλογή. Ἐνῷ ὁ λαὸς συνεχίζει νὰ φοιτάῃ στὰ public houses (pubs) οἱ πολιτικὲς φράξιες τοῦ παρλαμέντου συνάγονται σὲ λέσχες. Ἐναντίως πρὸς τὸ ἀρχοντικὸ λείπει ὁ πάτρων του σπιτιοῦ ὁ ὁποῖος καλεῖ ἐπισκέπτες πελάτες. Ἄλλωστε, ἡ ἀντίληψη ὅτι τὸ σπίτι εἶναι χῶρος τῆς γυναίκας μὲ ἀνδρικὸ ἀποκλειστικὸ χῶρο μόνον ἐκεῖνον ποὺ καλεῖται σπουδαστήριο ἢ βιβλιοθήκη ὅπου γίνεται τὸ κάπνισμα ἢ εὑρίσκεται τὸ μπιλιάρδο, ἀναπτύσσεται κατὰ τὴν περίοδο τῆς ὕπαρξης τοῦ θεσμοῦ τῆς λέσχης. Τέλος, κατὰ τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ ιη΄ αἰ., καὶ τὸ πρῶτο μισὸ τοῦ ιθ΄,   οἱ λέσχες εἶναι καὶ τρόπος νὰ ὀργανωθοῦν σύλλογοι καὶ σωματεῖα μετὰ τὴν παρακμὴ τῶν συντεχνιῶν καὶ τῆς ἀριστοκρατικῆς πατρωνείας πρὸ τῆς ἱδρύσης ἰνστιτούτων. Εἴδαμε τὴν Royal Society παραπάνω ὅπως καὶ τὶς λέσχες  καλλιτεχνῶν καὶ ἀρχιτεκτόνων στὸ V(β) (Society of Artists, Royal Academy of Arts, Architect’s club, Architects’ & Antiquaries’ Club).

 

Τῶν πρώτων τέτοιων λεσχῶν εἶναι τὸ White’s: Ἀρχικῶς σοκολατοποτεῖο ποὺ ἵδρυσε τὸ 1693 στὸν ἀριθμό 69 τῆς St James’ street, ὁ Francis WhiteFrancesco Bianco ὅπως ἦταν τὸ γενουατικό του ὄνομα, μέτα τὸν θάνατό του πέρασε στὴν χήρα του Elizabeth, ἢ Mrs. White ὅπως μνημονεύεται παρὰ Swift, Pope, Gay καὶ ἄλλοις. Ἐκεῖ, διαβάζομε στὴν Survey of London[xi] ἐπωλοῦντο εἰσιτήρια διὰ τὸ King’s Theater καὶ νοικιάζοντο masquarade habits. Τὸ καπηλεῖο στεγάζετο σὲ terraced σπίτι πρόσοψης 30 πόδων μὲ μπρὸς καὶ πίσω δωμάτιο καὶ πίσω κῆπο ὅπως βλέπομε σὲ σκάριφο τοῦ 1752 ἀπὸ τὸ Crown Estate Office. Μετὰ τὸν θάνατό της 1729, ὁ ὑπηρέτης τῶν Whites, Robert Arthur ἀναλαμβάνει τὴν ἐπιχείρηση ποὺ ἐπεκτείνει στὰ ἑκατέρωθε σπίτια, ἐνῷ τὰ παιδιὰ τῶν Whites συνεχίζουν νὰ κατοικοῦν ὡς συνιδιοκτήτες στοὺς ἄνω ὀρόφους. Ἦταν γνωστὸ ὡς οἶκος παιγνίων καὶ θαμῶνες ἦταν ὁ ἴδιος ὁ ρὴξ καὶ ὁ πρίγκηψ τῆς Οὐαλίας, παρόντες στὴν πυρκαΐα τοῦ 1733 ποὺ ἔκαψε καὶ τὰ τρία κτήρια. Τὸ 1735 τὰ κτήρια ἀνεσκευάσθησαν καὶ τέθησαν οἱ πρῶτοι κανόνες τῆς λέσχης (Rules of the Old Club of White’s). Τὸ 1755 ἡ λέσχη μετεστάθη ἀπέναντι στὸν ἀριθμὸ 37-38, καὶ τὴν θέση της ἔλαβαν ἐφεξῆς, τὸ Mile’s Club (1785-1810), τὸ Arthur’s (1826-1940) καὶ σήμερα κεῖται κεῖ τὸ Carlton.

White’s 1752. Πηγή: Survey of London, British History Online

White’s 1800, James Wyatt, architect, 1787–8, altered by James Lockyer, 1850.  Πηγή: Survey of London, British History Online

 

Ἄλλες λέσχες  ποὺ ἱδρύθησαν τὴν ἴδια ἐποχῆ στὴν ἴδια γειτονιά, εἶναι ἐπὶ τῆς Pall Mall τὰ clubs Almack’s, Brooks’s, Boodle’s, the Macaroni Club, Ladies’ Club, Goostree’s[xii]. Τὸ Almack’s ἱδρύθη ὡς coffee house τὸ 1759 ὅπου δίδοντο δεῖπνα καὶ τὸ 1761 ἔγινε κλειστὴ Society στῶν ὁποίων τὰ 27 μέλη ἀπηγορεύετο ἡ συμμετοχὴ στὸ καταντίκρυ Arthur’s. Τὸ 1764 οἱ θαμῶνες τοῦ Almack’s ποὺ ἠρίθμουν πλέον 88 μέλη ἐχωρίσθησαν εἴτε ἕνεκα πολιτικῶν διαφορῶν εἴτε ἕνεκα τοῦ ὁρίου τῆς χαρτοπαιξίας. Τὸ ἕνα τμῆμα μετεστάθη στὸ ὅμορο κτήριο (ἀρ. 49). Μεταξὺ τῶν μελῶν ἦταν ὁ μετέπειτα ἀρχηγὸς τῶν Οὐίγων, Charles James Fox δεκαέξι ἐτῶν τότε. Ὁ πρωθυπουργὸς Horace Walpole ἐμέμφετο τὸ 1770, ὅτι ἡ χαρτοπαιξία ἀξίζει τὴν παρακμὴ τῆς Αὐτοκρατορίας ἢ Πολιτείας καθὼς νέοι στὴν ἀκμή των χάνουν κεῖ πέντε, δέκα δεκαπέντε χιλιάδες λίρες σὲ μία μόνη βραδιά (the gaming at Almack’s which has taken the pas of White’s, is worthy the decline of our Empire, or Commonwealth. . . . The young men of the age lose five, ten, fifteen thousand pounds in an evening there). Ὁ William Brooks λοιπὸν ἦταν πιστωτὴς τῶν παικτῶν ποὺ ἐφοίτων σὲ τούτη τὴν χαρτοπαικτικὴ λέσχη. Τὸ 1778 αὐτὸς ἀπέκτησε τὸ γωνιακὸ οἰκόπεδο St James καὶ Park Place ὁπότε ἔκτισε τὴν λέσχη ποὺ πῆρε τὸν τίτλο Brooks’s Club. Τὸ κτήριο σχεδίασε ὁ άρχιτέκτων William Holland ὁ νεώτερος ὑγιὸς τοῦ ὁμώνυμου ἐργολάβου πατρός του, τοῦ ὀποίου διαβάζομε στὴν Survey of London, ἀγοράσθη τὸ lease. Σὲ νεοπαλλαδιανὸ ῥυθμὸ ἔξω, μὲ ὠχρὸ τοῦβλο καὶ λύγδο (λευκὸ μάρμαρο) Portland, σὲ νεοκλασικὸ ῥυθμό (Adam style) ἔσω, οἱ χῶροι διενέμοντο σὲ great subscription room, small drawing room καὶ card room. Τὸ ἄλλο τμῆμα τοῦ Almack’s ἔμεινε στὸν ἀριθμό 50 τῆς ταβέρνας τοῦ Almack. Ὁ Edward Boodle συνέταιρος τοῦ William Almack, ἀνέλαβε τὴν διεύθυνση, μέχρι τὸν θάνατό του τὸ 1772, ὁπότε ἡ λέσχη κήρυξε ὁμοθυμαδὸν διευθυντὴ τὸν Benjamin Harding. Ἡ λέσχη ἐκτὸς ἀπὸ χαρτοπαικτικὴ στέγαζε καὶ ἰδιωτικὰ δεῖπνα ποὺ ὀργάνωνε ὁ Boodle ἀνεξαρτήτως τὴς ἰδίας τῆς λέσχης[xiii]. Τὴν λέσχη μνημονεύει ὁ Ε. Gibbons ὁ ὁποῖος ἔγινε μέλος της. Τὸ 1782 ἡ λέσχη μετεστάθη στὸ κτήριο τοῦ Savoir Vivre Club στὸ 28 τῆς St James Street ὅπου καὶ παραμένει. Ἡ Boodle’s πολιτικῶς ἦταν ἐνάντια στὸν William Pitt τὸν πρεσβύτερο καὶ ὑπὲρ τοῦ William Petty 2nd Earl of  Shelburne. Τὰ κτήρια τοῦ Almack προσέφεραν στέγη σὲ δύο ἀκόμη λέσχες, κείνη τῶν Macaroni, τῶν κομψευομένων πολυταξιδεμένων νέων μὲ «μαῦρα ματογυάλια καὶ μακροὺς βοστρύχους» καὶ τὴν μόνη λέσχη δι’ἀμφότερα τὰ φύλα, τὸ Ladies’ Club ἢ Coterie. Μὲ πέντε γκινέες ἐγγραφὴ τὸ 1770 ἠρίθμει 123 μέλη μεταξὺ τῶν ὁποίων πέντε δοῦκες. Τέλη τοῦ 1771 μετεστάθη στὴν Albemarle Street καὶ τὸ 1775 στὴν Arlington Street ὑπὸ τοῦ James Cullen ὁ ὁποῖος καὶ χρεοκόπησε τὸ 1777, πρᾶγμα ὄχι σπάνιο διὰ λεσχάρχες. Τὸ Goostree’s (1773-1787) λειτούργησε στὸ χλιδανὸ σπίτι τοῦ ταγματάρχου John Scott στὴν King’s Street τὸ ὁποῖο εἶχε κατασκευάσει μὲ τὰ κέρδη του ἀπὸ τὴν χαρτοπαιξία καὶ πώλησε στὸν James Goostree. Τὰ 25 μέλη τῆς λέσχης δὲν ἔπαιζαν τόσον χαρτιὰ ὅσον στήριζαν τὸν William Pitt τὸν νεώτερο ὁ ὁποῖος ἐδείπνει κεῖ καὶ λέγουν ὅτι ἦταν καὶ ἱδρυτής της.

Brook’s, σκάριφο τοῦ W. Holland. Πηγή: Soane Collection, John Soane Museum

Brook’s, Great Subscription Room, τοῦ Augustus Charles Pugin, (c. 1769-1832) | Rowlandson, Thomas (1756-1827), 1808. Πηγή: RIBA Collections RIBA15458

Guard’s Club. Πηγή: Survey of London, British History Online

Τὸ 1813 ἱδρύθη τὸ Guards’, ἡ λέσχη τῶν ἀξιολογωτέρων τμημάτων τοῦ στρατοῦ, στὴν St James Street, καὶ τὸ 1848 ὁ ἀρχιτέκτων τῆς λέσχης σχεδίασε τὸ κτήριό της στὸ 70 τῆς Pall Mall. Ἔχει τυπικὴ νομὴ terraced house τῆς Belgravia. Στὸ ἀνυψωμένο εἰσόγειο εὑρίσκεται morning room ἔμπροσθε καὶ ὄπισθε, μετὰ τὰ κλιμακοστάσια, τὸ coffee room. Στὸν ὄροφο ἀντιστοίχως εἶναι ἡ βιβλιοθήκη καὶ τὸ dinning room.

Pall Mall, οἱ λέσχες έπὶ τοῦ Carlton House. Design for the Reform Club on Pall Mall, Charles Robert Cockerell, 1837. V&A

Μιὰ σειρὰ κτηρίων λεσχῶν ἀνηγέρθησαν στὴν θέση τοῦ Carlton House, τοῦ παλατιοῦ τοῦ Γεωργίου Δ΄ ἀφοῦ τὸ κατεδάφισε, ἀντίνωτα μὲ τὶς κατοικίες τοῦ Carlton House Terrace: Πρῶτα, τὸ The United Service Club, λέσχη τῶν ὑψηλόβαθμων στρατιωτικῶν, ἱδρύθη τὸ 1815 καὶ στεγάζετο ἀπὸ τοῦ 1819 στὴν Charles Street σὲ κτήριο ποὺ εἶχε σχεδιάσει ὁ R. Smirke· ἀφοῦ ἡ λέσχη ἀγόρασε μέρος τοῦ lease τοῦ οἰκοπέδου τοῦ Carlton House, ὁ John Nash σχεδίασε τὸ νέο κτήριο ὅπου μετεστάθη ἡ λέσχη τὸ 1828. Ἑκατέρωθεν τῆς εἰσόδου μὲ πρόπυλο ἐπὶ τῆς Pall Pall κεῖνται τὸ dining room καὶ τὸ μεγάλο morning room ποὺ ἀναπέπταται ἐπὶ τὴν ὁδὸ Waterloo Place, ἐνῷ στὴν πίσω πλευρά, τὸ coffee room.

 

United Service Club

Ἀπέναντι στὴν Waterloo Place τὸ ἴδιο καιρό κτίστηκε τὸ Athenaeum ἀπὸ μέλη τῶν Royal Society, Society of Antiquaries, Royal Academy μὲ προσανατολισμὸ στὶς ἐπιστήμες καὶ τὶς τέχνες. Τὸν σχεδιασμὸ ἀνέλαβε ὁ νεαρὸς Decimus Burton ὑγιὸς τοῦ ἐργολάβου τοῦ ἔργου James Burton τοῦ ὁποίου ἡ λέσχη ἐνοικίαζε τὸ πρόχειρο κατάλυμά της στὸ 12 τῆς Waterloo Place. Προστριβές ὑπήρξαν πρὸς τὴν ἐξωτερικὴ μορφή των κτηρίων καθὼς ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ πρώτου ἀφοῦ ἀπεφάσισε νὰ μὴν φτειάξει περιμετρικὸ μπαλκόνι ὡς δαπανηρό, ἀπήτει νὰ κάμῃ τὸ ἴδιο καὶ τὸ δεύτερο. Τελικῶς στὸ Athenaeum τὸ μπαλκόνι ἔγινε μὲ μεταλλικὸ κιγκλίδωμα καὶ τὸ αἰσθητικὸ βάρος ζυγιάσθη μὲ ζωφόρο, μίμηση κεῖνης τοῦ Παρθενῶνος[xiv]. Ἐσωτερικῶς, στὸ ἰσόγειο ἑκατέρωθε τῆς μεγαλοπρεποῦς τρίκλιτης hall μὲ τὸ κλιμακοστάσιο ποὺ ἀπαντάει τις ἀφότου περάσει τὸ δωρικὸ πρόπυλο (ἐπὶ τῆς Waterloo Place), εἶναι τὸ μεγάλο coffee rᵐ καὶ τὸ morning rᵐ μὲ writing rᵐ ὀπίσω. Στὸν ὄροφο εὑρίσκεται μεγάλο drawing rᵐ κατὰ μῆκος τῆς Waterloo Place καὶ βιβλιοθήκες καὶ δωμάτιο τῆς ἐπιτροπῆς ἑκατέρωθε τοῦ κλιμακοστασίου. Περατώθη τὸ 1830.

Athenaeum, ἰσόγειο

Athenaeum, ὄροφος

Ἡ τρίτη λέσχη ποὺ ἀνηγέρθη στὴν θέση τοῦ Carlton House εἶναι τὸ Travellers’ Club ἱδρυθὲν τὸ 1819 διὰ κεῖνους ποὺ ταξίδευαν στὸ ἐξωτερικὸ ὡς χῶρος φιλοξενίας μελῶν ἀποστολῶν καὶ διακεκριμένων περιηγητῶν. Αὐτοῦ ἡ ἐπιτροπή, ἐξεκήρυξε διαγωνισμό μεταξὺ ἀρχιτεκτόνων, κάποιοι δὲν ἀπεδέχθησαν (Smirke, Burton, Lewis Wyatt), ἀπέμειναν ὁκτώ σκάριφα (Barry, Blore, Deering, Harrison, Hopper, Wilkins, Benjamin Wyatt καὶ πιθανῶς ὁ Poynter) καὶ τέλος ἐκέρδησε ὁ Charles Barry. Τὸ 1851 ὁ John Weale, ἀρχιτεκτονικὸς ἐκδότης, περιγράφει τὸ κτήριο ὡς

a structure that fairly makes an epoch in the architectural history of club-houses, as being almost the first, if not the very first, attempt to introduce into this country that species of rich astylar composition which has obtained the name of the Italian palazzo mode, by way of contradistinction from Palladianism and its orders. Grecianism, Nashism, and Smirkeism had been exhausted, when, in an auspicious hour, both for himself and for architectural design, Charles Barry seized upon a style that had all along been quite overlooked by English architects.

London Exhibited in 1851, ed. John Weale, N.D., pp. 295–6.

Traveller’s, τομή, σκάριφο τοῦ Charles Barry Πηγή: RIBA Collection, RIBA22462

Οἱ χῶροι τοῦ κτηρίου διανέμονται πέριξ τετραγώνου αἰθρίου: Ἀριστερὰ τῆς εἰσόδου κεῖται τὸ morning rᵐ, μεταξὺ ὁδοῦ καὶ αἰθρίου· ἀπὸ τὴν εἴσοδο συνεχίζει διάδρομος ἐν εἴδει παστάδας τοῦ αἰθρίου ποὺ ὁδηγεῖ στὸ κλιμακοστάσιο τὸ ὁποῖο κεῖται ἀντίκρυ τοῦ morning rᵐ καὶ κατόπιν στὸ τριμερὲς coffee rᵐ ποὺ καταλαμβάνει ὅλη τὴν πίσω πλευρά. Dining rᵐ κλείνει τὴν τετάρτη πλευρὰ τοῦ αἰθρίου συνδεόμενο μὲ τὸ morning rᵐ καὶ προθάλαμο ποὺ κοινωνεῖ μὲ τὸ κλιμακοστάσιο καὶ τὸ coffee rᵐ. Στὸν ὄροφο ὕπερθε τοῦ morning rᵐ κεῖται drawing rᵐ καὶ card rᵐ, ἐνῷ ὕπερθε τοῦ coffee rᵐ, ἡ βιβλιοθήκη, ἐπίσης τριμερής.

Carlton Club. Πηγή: Survey of London, British History Online

Τὸ Carlton Club ἦταν τὸ πρῶτο μὲ ἀμιγῶς πολιτικὸ χαρακτῆρα. Μέχρι τότε στὰ καφενεία καὶ τὶς λέσχες ἐφοίτων μὲν κάποιοι οἰκεῖοι σὲ κοινὴ πολιτικὴ παράραξη, ὅπως πχ. Tory στὸ σοκολατοποτεῖο τοῦ Ozinda, ἡ ἧττα ὅμως τῶν Τόρυδων τὸ 1831 τοὺς ἀνάγκασε νὰ ἱδρύσουν λέσχη τῆς παράταξης. Τὸ κτήριο τῆς λέσχης στὴν γωνία Pall Mall καὶ Carlton Gardens, σχεδίασε ὁ Sir Robert Smirke τὸ 1833 καὶ προέκταση πρὸς δυσμάς, ὁ Sydney Smirke τὸ 1846. Τὸ κτήριο ὅπως βλέπομε σὲ σκάριφο τοῦ 1851 ὀργανώνεται πέριξ κεντρικοῦ κλιμακοστασίου, μὲ μεγάλο morning rᵐ στὴν βόρειο πλευρὰ ἐπὶ τῆς Pall Mall παρὰ τὴν εἴσοδο στὸ δυτικὸ ἄκρο. Τὸ dining rᵐ κεῖται στὴν ἀνατολικὴ πλευρά ἐπὶ τῆς ὁδοῦ, ἐνῷ τριμερὲς coffee rᵐ ἀναπέπταται κατὰ νότο. Δυτικότερα κεῖται τὸ δωμάτιο τῶν ὑπηρετῶν ποὺ μὲ τὰ ἀποδυτήρια καὶ ταὴν εἴσοδο σχηματίζουν μικρή αὐλή. Ἐκεῖ στεγάσθη ἡ λέσχη μέχρι τοῦ 1940 ὁπότε μετεστάθη στὸν ἀριθμό 100 τῆς Pall Mall. Σύναμα μὲ τὸ Carlton, καὶ καθὼς οἱ Whigs ἤδη συνήγοντο στὸ Brook’s, οἱ Radicals ἱδρύουν τὸ Reform Club, ἀρχικῶς ὡς Westminster Club, τὸ 1833. Στόχος αὐτῶν ἦταν νὰ ἀπορροφήσουν τοὺς Whigs ὥστε νὰ ἀντιπολιτευτοῦν ἐπιτυχῶς τὸ Carlton. Τὸ Reform κεῖται ἐξῆς τοῦ Travellers’ καὶ χωρίζεται τοῦ Carlton μὲ τὴν στενωπὸ Carlton Gardens. Καὶ αὐτοῦ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς λέσχης ἐξεκήρυξε διαγωνισμὸ τὸ 1837 μεταξὺ ἑπτὰ ἀρχιτεκτόνων (Charles Barry, George Basevi, Edward Blore, Decimus Burton, Charles Cockerell, Philip Hardwick καὶ Sydney Smirke): Οἱ Burton καὶ Harwick ἠρνήθησαν, ὁ Basevi κατέθεσε σκάριφα ἀλλὰ ἀπεσύρθη καθὼς εἶχε ἄλλο ἔργο καὶ μετὰ ἀπὸ ἔκθεση τῶν σκαρίφων ἐπὶ δύο ἑβδομάδες ἐπελέγη τὸ σχέδιο τοῦ Barry, πάλιν σὲ ὕφος ἰταλικοῦ palazzo. Σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση τὸ κεντρικὸ αἴθριο στεγάζεται μὲ ὑαλίνη ὀροφή (saloon) καὶ εἶναι περίστυλο, ὅθεν γίνεται ἡ πρόσβαση σὲ πάντες τοὺς χώρους. Ἡ εἴσοδος διαμορφώνεται ὡς πρόδομος-θυρωρεῖο (lobby) καὶ μετὰ εἰσέρχεταί τις στὸ περίστυλο τοῦ saloon. Ἐξ ἀριστερῶν τῆς εἰσόδου κεῖται dining rᵐ, ἐκ δεξιῶν καὶ ἐκτεινώμενο κατὰ τὴν μισὴ πλευρὰ τῆς Carlton Gardens, τὸ morning rᵐ. Καταντίκρυ τῆς εἰσόδου καὶ καθόλην τὴν ὀπίσω πλευρά εὑρίσκεται τὸ coffee rᵐ. Στὴν τετάρτη πλευρὰ τοῦ saloon εἶναι τὸ κύριο κλιμακοστάσιο ποὺ ὀδηγεῖ στὸν ὄροφο, ἐνῷ στὴν πλευρὰ αὐτοῦ μικρότερο, ὁδηγεῖ στὰ λουτρὰ τοῦ ὑπογείου. Στὸν ὄροφο ὕπερθε τοῦ καφενείου εἶναι ἡ βιβλιοθήκη καὶ ὕπερθε τοῦ morning rᵐ, τὸ καπνιστήριο. Πρὸς τὴν Pall Mall εἶναι ἡ αἴθουσα τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἡ αἴθουσα παιγνίων (card rᵐ), ἐνῷ ὔπερθε τοῦ χαμηλοῦ σκέλους τῆς κυρίας κλίμακας τίθεται τὸ billard rᵐ.

Reform Club. Πηγή: Survey of London, British History Online

Reform Club, τομή. Πηγή: Survey of London, British History Online

Στὶς δεκατρεῖς ἀποικίες τῆς Ἀμερικῆς τὰ καφενεῖα ἦσαν χῶροι ποὺ συνήγοντο οἱ ἐπαναστάτες (viz. Green Dragon, Union Oyster House, The Crown Coffee House). Ἐλευθεροτέκτονες, οἱ Ὑγιοὶ τῆς Ἐλευθερίας, ὁ Καῦκος τῆς Βοστώνης (Boston Caucus) καὶ ἄλλοι σύλλογοι, συνηθροίζοντο στὸ Gree Cafe. Τὸ 1774 ἡ πρώτη Ἡπειρωτικὴ Σύνοδος (Continental Congress) συνεκλήθη στὸ City Tavern Cafe, ὅπου οἱ Thomas Jefferson, Benjamin Franklin, Roger Sherman, and Robert Livingson περιεσκέφθησαν τὴν Διακήρυξη τῆς Ἀνεξαρτησίας. Ἅμα μὲ τὸ τέλος τοῦ ἀγῶνα τῆς ἀνεξαρτησίας ἱδρύθη ἕνας νέος τύπος λέσχης προσήκων στὴν δημοκρατία, ἡ λέσχη διὰ τῆς ὁποίας κάποια παράταξη προσελκύει ψηφοφόρους και συστήνει τὸ πελατειακό της σύστημα, κεῖνο ποὺ λέγομε ἐκλογικὸ μηχανισμό. Τέτοια εἶναι ἡ Tammany Hall ποὺ ἱδρύθη ὑπὸ τοῦ ἐμπόρου καὶ φιλανθρώπου John Pintard στὴν Νέα Ὑόρκη τὸ 1789 καὶ ἀνάγεται στὶς Tammanies ἢ Tammany Societies, μυστικὲς ἐταιρεῖες ἐνεπνευσμένες ἀπὸ τὸν σοφὸ φύλαρχο τῶν Lenape ἢ Delaware τοῦ ιζ΄ αἰῶνα, Tammanend. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐταιρεῖας ὀνομάζεται Great Sachem καὶ οἱ ἀξιωματοῦχοι sachems καὶ ἡ αἴθουσα συναγωγῆς, wigwam. Ἦταν ὀργάνωση τοῦ Δημοκρατικοῦ-Ρεπουβλικανικοῦ κόμματος στηριχθείσα ὑπὸ τοὺς Clinton ποὺ ἀντεμάχετο τοὺς Federalists τοῦ Alexander Hamilton ποὺ στήριζαν οἱ Shuylers, οἰκογένεια τῆς συζύγού του. Ὁ ἀντίπαλος τοῦ Hamilton, Aaron Burr προσεταιρίσθη τὴν Ἐταιρεία καὶ τὴν μετεχειρίσθη ὡς ἐκλογικὴ μηχανή. Στὴν διένεξη τῆς Ἐταιρείας μὲ τὸν  Dewitt Clinton ποὺ εἶχε καταγγείλει τὸν Burr ὡς προδότη τοῦ κόμματος (εἶχε φονεύσει τὸν Hamilton σὲ μονομαχία), πολλοὶ ἀξιωματοῦχοι τῆς Ἐταιρείας εὑρέθησαν κατηγορούμενοι ἐπὶ ὑπεξαίρεση. Παρότι ἡ Tammany Hall ἐξέφραζε τοὺς αὐτόχθονες ἀμερικανοὺς καὶ ἀντεμάχετο τὸν δήμαρχο Clinton στὸν προσεταιρισμό του ἰρλανδῶν μεταναστῶν πρὸς ἐκλογικὴ πελατεία, μετὰ τὴν ἀναγνώριση  τούτων ὡς πολιτῶν, ἄρχισε νὰ τοὺς δέχηται ὡς μέλη, μέχρι ποὺ ἔγινε ὁ κατεξοχὴν ὑποδοχεὺς αὐτῶν, ἰδίως μὲ τὸ μεγάλο ἰρλανδικὸ λιμό. Ἡ Tammany Hall ὡς πάτρων μεταναστῶν, περιέθαλπε αὐτούς, τοὺς ἔδιδε νομικὴ προστασία καὶ συστατικὲς ἐπιστολές καὶ βεβαίως τοὺς ἐβοήθει νὰ ἀποκτήσουν ἀμερικανικὴ ἰθαγένεια· ἔστηνε ἔτσι μία ἰσχυρὴ ἐκλογικὴ πελατεία.

Γ.Α. Σιβρίδης

 

[i] Ray OLDENBURG, The great good place: cafes, coffee shops, bookstores, bars, hair salons, and other hangouts at the heart of a community [1999], (2nd ed.) Great Barrington, Massachusetts 2023

[ii] Emİnegül KARABABA, Gülİz GER, Early Modern Ottoman Coffeehouse Culture and the Formation of the Consumer Subject ἐν Journal of Consumer Research, Vol. 37, No. 5 (February 2011), pp. 737-760 https://doi.org/10.1086/656422

[iii]ibid. σελ. 746-749

[iv] Şevket PAMUK, Institutional Change and the Longevity of the Ottoman Empire, 1500-1800 ἐν Journal of Interdisciplinary History, Vol. 35, No. 2 (Autumn, 2004), pp. 225-247 http://www.jstor.org/stable/3656813

[v] Elliott HOROWITZ, Coffee, Coffeehouses, and the Nocturnal Rituals of Early Modern Jewry, AJS Review, Vol. 14, No. 1 (Spring, 1989), pp. 17-46 (30 pages) https://www.jstor.org/stable/1486283 σελ. 38-39

[vi] Brian COWAN, The Social Life of Coffee: The Emergence of British Coffeehouse, New Haven & London 2005, σελ. 79-80

[vii]Ibid., σελ.90-92

[viii] Brian COWAN, The Rise of the Coffeehouse Reconsidered ἐν The Historical Journal, Vol. 47, No. 1 (Mar., 2004), pp. 21-46 (26 pages) https://www.jstor.org/stable/4091544

[ix]Op.cit. COWAN, The Social Life of Coffee σελ. 107-111

[x] ibid. σελ. 120-121

[xi] St. James’s Street, West Side, Past Buildings’, ἐν Survey of London: Volumes 29 and 30, St James Westminster, Part 1, ed. F H W Sheppard (London, 1960), British History Online https://www.british-history.ac.uk/survey-london/vols29-30/pt1/pp459-471

[xii]Pall Mall, North Side, Past Buildings, ἐν ibid. https://www.british-history.ac.uk/survey-london/vols29-30/pt1/pp325-338

[xiii] Robert Mitford . . . was a near relation of the Mr. Boodle who from having squandered away a handsome fortune was reduced to the necessity of accepting the management of one of the fashionable gaming houses in Pall Mall which bore his name, being called “Boodle’s”, and to this Mr. Boodle I was introduced by Mitford, after which introduction I spent many a jovial night at his house. At the time my acquaintance with him commenced he was nearly sixty years of age [sic], and notwithstanding he had lived very freely, had still a good constitution, and was of a remarkably cheerful disposition. He was never happy unless he had a parcel of young people about him. I made one of upwards of a dozen who usually supped twice a week in Pall Mall, where he gave us as much champagne, burgundy and claret as we chose, the table being covered with every variety in the way of eating. Nothing delighted him more than sitting out the boys, as he called it. Indeed, his head was so strong that he generally succeeded in so doing, and when he perceived his young guests began to flag, or become drowsy, he would get up, lock the door of the room, and putting the key in his pocket, strike up the song of ” ‘Tis not yet day” etc. His companionable qualities were extraordinary, and I certainly have passed more happy and jovial nights in his back parlour in Pall Mall than in any other house in London. Περιγραφὴ δείπνου στοῦ Boodle τοῦ William Hickey στὰ Memoirs του. Οὔτε ὁ ἴδιος οὔτε ὁ Mitford ἦσαν μέλη τῆς λέσχης (ibid.).

[xiv] Pall Mall, South Side, Existing Buildings: The United Service Club, The Athenaeum, ἐν ibid. British History Online https://www.british-history.ac.uk/survey-london/vols29-30/pt1/pp386-399