[ΛΟΥΤΡΑ: ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΚΑΙ ΠΑΛΑΙΣΤΡΑ, ΒΑΛΑΝΕΙΟ, ΘΕΡΜΑΙ, XAMMAM, PUBLIC BATHS] Στὴν ἀρχαῖα Ἑλλάδα, ἐκτὸς τῆς ἀγορᾶς, χῶρος κοινωνικῆς συναλλαγῆς ἦταν καὶ τὰ γυμνάσια, ἤτοι οἱ χῶροι ἄθλησης καὶ ἐκγύμνασης τοῦ σώματος στὸν τόπο κάποιου ἱεροῦ ἄλσους ἢ ἡρώου, καθὼς οἱ ἀγῶνες ἦταν τρόπος ἵνα τιμηθοῦν ὁ θεός ἢ ὁ ἥρως. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς στὰ γυμνάσια φοιτοῦν νέοι, κεῖ διατρίβουν καὶ οἱ φιλόσοφοι διδάσκαλοι. Ἀκαδημία (Πλάτωνος), Λύκειο (Ἀριστοτέλους), Κυνοσάργες, ἀφιερωμένα στὸν Ἀκάδημο, τὸν Ἀπόλλωνα Λυκέα καὶ τὸν Ἡρακλή, ἦσαν τὰ σημαντικότερα γυμνάσια τῶν Ἀθηνῶν. Ἕνεκα τῆς μεγάλης ἔκτασης ποὺ κατελάμβαναν ἐκεῖντο στὴν μεθόριο τῆς πόλης. Μεγάλα γυμνάσια βεβαίως ἀπαντῶμε σὲ ἱερὰ ὅπως τῶν Δελφῶν καὶ τῆς Ὀλυμπίας.

Τὰ γυμνάσια εἶναι ὑπαίθριοι χῶροι μὲ στοές. Ἔχουν ἕνα στάδιο καὶ στεγασμένο δρόμο σὰν μακρὰ στοά, τὸν ξυστό, ὅπου ἔτρεχαν ἂν εἶχε χειμῶνα. Παρ’ αὐτὸν εἶναι οἱ παραδρομίδες πρὸς ὑπαιθρία ἄσκηση ποὺ οἱ Ῥωμαῖοι καλοῦν xysta, λέγει ὁ Βιτρούβιος στὸ πέμπτο βιβλίο, ἑνδέκατο κεφάλαιο. Μετὰ εἶναι ἡ παλαίστρα, ἐκ τῆς ὁποῖας ὁ Βιτρούβιος ὀνομάζει ὅλο τὸ γυμνάσιο. Εἶναι περίστυλο μὲ αὐλὴ (κατὰ Βιτρούβιο δίαυλο ἤτοι περιμέτρου δύο σταδίων) καὶ συνήθως εἴσοδο μὲ πρόπυλο. Στὸ περίστυλο διαμορφώνονται στὶς τρεῖς πλευρὲς ἐξέδρες πρὸς φιλοσόφους καὶ ῤήτορες (Α), καὶ στὸ μέσο τῆς τετάρτης, ἐφηβεῖον (αἴθουσα τῶν νέων) (B). Παρὰ αὐτὸ τίθεται κωρυκεῖον (C), κονιστήριον (D) καὶ λουτρόν (E) στὴν γωνία. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ ἐφηβείου εἶναι τὸ ἐλαιοθέσιον (F), κρύο λουτρό (G), κάμινος (concamerata) (H) καὶ λακωνικό (πυριατήριο δηλαδή, ἀτμόλουτρο) (I) στὴν γωνία, στοιχεῖο μᾶλλον ἑλληνιστικὸ καὶ ῥωμαϊκό[i].

Ἡ περιγραφὴ τοῦ Βιτρουβίου τῆς παλαίστρας ὡς τετραγωνικοῦ περιστύλου ἔκαμε συχνὰ τοὺς ἀρχαιολόγους να συγχέουν περίστυλα ποὺ ἀνέσκαφαν ὡς παλαίστρες ὅπως ἔγινε στὸ Ἀσκληπεῖο τῆς Ἐπιδαύρου ἢ στὴν Μίλητο ὅπου ἡ οἱονεὶ παλαίστρα δὲν συνδέεται μὲ τὴν παλαίστρα τῶν ῥωμαϊκῶν λουτρῶν ὅπως δεικνύει ὁ Burkhardt Emme[ii]. Τοῦτο εἶναι μᾶλλον ἐμπορικὴ ἀγορά, λέει ὁ Emme, καὶ μᾶς θυμίζει τὴν ἀριστοτελικῆ διάκριση ἐμπορικῆς καὶ πολιτικῆς ἀγορᾶς. Βεβαίως τέτοια σύγχυση συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς θεώρησης ὅτι εἶναι δημόσια κτήρια ποὺ ἡ κοινωνικὴ χρήση αὐτῶν ὑπερβαίνει κείνη τοῦ κέντρου ἄθλησης. Πράγματι οἱ ἐξέδρες εἶναι ἐν γένει ἴδιον τοῦ δημοσίου κτηρίου, ἐνῷ τὰ λουτρὰ ἀποκλειστικῶς ἴδιον τῆς παλαίστρας. Τὰ πρόπυλα δέ, ἐξευγενίζουν τὰ τυφλὰ ἐξωτερικὰ τῶν παλαιστρῶν καὶ δίδουν μεγαλοπρέπεια ―ἐκφράζουν τὴν σημασία του κτηρίου. Ἐν γένει τὰ γυμνάσια ἐμφανίζονται κατὰ τὸν τέταρτο πΧ. αἰῶνα, στὴν Ἐρέτρια, τὴν Ἀμφίπολη καὶ τοὺς Δελφούς, καὶ ἀκολουθοῦν κατὰ τὸν τρίτο, τῶν ἰερῶν τῆς Ὀλυμπίας, τῆς Σάμου, καὶ κατὰ τὸν δεύτερο, τῆς Δήλου καὶ τῆς Πριήνης.

Γυμνάσια. Πηγή: Burkhardt Emme
Τὸ λουτρὸ ὡς εἰδικὸ κτήριο, τὸ βαλανεῖο, ἐμφανίζεται κατὰ τοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους. Στὸ γυμνάσιο τῶν Δελφῶν ἔνι κυκλικὴ δεξαμενή (πισίνα) ὅμως τὰ λουτρὰ χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὴν ὕπαρξη θερμῶν λουτρῶν μὲ ὑπόκαυστα. Στὸ ἁπλούστερο δεῖγμα τέτοιων λουτρῶν στὶς Οἰνιάδες τῆς Ἀκαρνανίας τὸ κρύο λουτρὸ εἶναι ὀρθογωνικὴ αἴθουσα μὲ τετράγωνη δεξαμενη, ἐνῷ τὰ θερμά, εἶναι δύο κυκλικὲς αἴθουσες μὲ λέβητες στὸ κέντρο καὶ κυκλικὲς κερκίδες. Λογικῶς ἔφεραν κωνικὲς στέγες μὲ τρύπα διαφυγῆς. Ὁ A.W. Lawrence ἀναφέρει λουτρὰ τοῦ πρώτου αἰῶνα στὸ Παντικάπαιον (Κέρτς) τῆς Ταυρίδος ὅπου ἐμφανίζεται ἡ τριμερὴς ῥωμαϊκὴ διάκριση σὲ frigidarium, tepidarium, caldarium.

Kεῖνοι ποὺ ἀνέπτυξαν τὰ δημόσια λουτρά, εἶναι ἀκριβῶς oἱ Ῥωμαῖοι. Balneae (balneum, βαλανεῖο) ἐπὶ ῥεπούβλικας, thermae (θέρμαι) ἐπὶ πριγκηπάτου. Κάθε πόλη εἶχε, ἕνα ἢ περισσότερα. Στὰ βαλανεία τῆς Πομπήιας ἡ εἴσοδος γίνεται ὅπως στὸν domus, ἀπὸ στενωπό (fauces) καθὼς ἐπὶ τῆς ἀγυιᾶς ἔχει ἐφεξῆς tabernae. Σὲ τούτο τὸ θυρωρεῖο ὑπάρχει κάποιο ἀβιτώριο, ἀπόπατος (latrina) καὶ ὁδηγεῖ σὲ διάδρομο ποὺ συνεχίζει ὡς παστὰς τοῦ περιστύλου τῆς παλαίστρας. Σὲ αὐτὴν γυμνάζονται οἱ νέοι ἀλλὰ εἶναι ἐν γένει χῶρος ὑποδοχῆς καὶ ἀναμονῆς, ὅθεν καὶ ἡ βαθειὰ ἐξέδρα ἢ οἶκος μὲ ἔδρες (scholae). Κεῖ πλήρωναν τὸ εἰσιτήριο στὸν balneator. Ἡ ἀλλη ἄκρη τοῦ διαδρόμου ὁδηγεῖ στὸ ἀποδυτήριο (apodyterium) μὲ ἔδρες (pulvinus) ὅπου οἱ πελάτες ἀπέθεταν τὰ ἴδια ἐνδύματα σὲ κόγχες στοὺς τοίχους, καὶ ἔχει καὶ ἰδία ἔξοδο. Αὐτὸ κοινωνεῖ ἀφενὸς μὲ τὸ κυκλικὸ frigidarium μὲ δεξαμενὴ κρύου νεροῦ ποὺ καλεῖται βαπτιστήριο (baptisterium) ἢ natatorium ἢ piscina ἢ λουτρόν· ἀφετέρου μὲ τὸ tepidarium. Αὐτὸ δὲν ἔχει λουτρό, ἀλλ’ εἶναι θολωτὸ ὀρθογώνιο ποὺ θερμαίνεται μὲ ζεστὸ ἀέρα καὶ προετοιμάζει τινὰ πρὸς τὸ caldarium ἀλλὰ καὶ ἀντιθέτως ὅταν βγεῖ ἀπὸ αὐτό. Εἶναι χῶρος χαλάρωσης καὶ ἀποδυτηρίου ὅπου ἀλείπτες (aliptae, unctores) χρίζουν τοὺς πελάτες μὲ ἔλαια. Ὡς τέτοιος, εἶναι ὁ πλέον διακεκοσμημένος θάλαμος μὲ μωσαϊκά, νωπογραφίες καὶ γλυπτοὺς τελαμῶνες. Ἀπὸ κεῖ περνάει τις στὸ caldarium. Ὅλο τὸ δάπεδο θερμαίνεται μὲ ὑπόκαυστα, τὰ ὁποῖα ἐπίσης διοχετεύουν τὸν θάλαμο μὲ θερμὸ ἀέρα διὰ τῶν τοίχων. Στὴν ἁψιδωτὴ ἄκρη τοῦ θαλάμου ἔνι μία δεξαμενὴ κρύου νεροῦ, καλουμένη labrum, ὅπου λούζει τις τὸ σῶμα του πρὶν ἐξέλθῃ. Στὴν ἄλλη ἄκρη ἔνι ὀρθογωνικὴ δεξαμενή (puelos, alveus, solium, calida piscina). Ὁ λέβης (praefurnium) τίθεται παρὰ τὸ caldarum μὲ τριπλοῦν θερμοσίφωνο. Εἶναι προσβάσιμος τοῦ ἀποδυτηρίου, ἐνῷ ὁδηγεῖ καὶ στὴν στέγη. Τὰ γυναικεῖα βαλανεῖα κεῖνται ξέχωρα, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ λεβητοστασίου, ὡσαύτως μὲ ἀποδυτήριο, tepidarium, caldarium.

Στὴν Ῥώμη, ὁ Μᾶρκος Βιψάνιος Ἀγρίππας ἐκτὸς τοῦ Πανθέου καὶ τῆς βασιλικῆς τοῦ Ποσειδῶνος ἔκτισε τὰ πρῶτα δημόσια λουτρὰ ποὺ ὑδροδότησε ἀπὸ ὑδραγωγεῖο ποὺ ἔκτισε ὁ ἴδιος. Ἀρχικῶς ἦταν προσωπικὸ βαλανεῖο, μὲ πολυτελῆ μάρμαρα καὶ ἀγάλματα τὸ ὁποῖο κληροδότησε στὸν λαὸ τῆς Ῥώμης. Ὁ Δίων ὁ Κάσσιος ἀναφέρει ὅτι κατασκεύασε πυριατήριον λακωνικόν καὶ κάλεσε οὕτως τὸ γυμνάσιο ἐπειδήπερ οἱ Λακεδαιμόνιοι γυμνοῦσθαί τε ἐν τῷ τότε χρόνῳ καὶ λίπα ἀσκεῖν μάλιστα ἐδόκουν (ῥωμαϊκὴ ἱστορία βιβλίο LIII, κεφάλαιο XXVII). Laconicum, συνήθως κυκλικό ἢ sudatorium (πυριατήριον, μὲ δρομικὸ θόλο) εἶναι τὸ ἀτμόλουτρο τὸ ὁποῖο εἰσήγαγε πρῶτος ὁ Ἀγρίππας καὶ τίθεται παρὰ τὸ caldarium. Τὸ ὅλον ἦταν σὰν λέσχη καὶ ὅπως τὸ ἑλληνικὸ γυμνάσιο, μὲ ἄλσος, περιπάτους. ἐξέδρες καὶ βεβαίως frigitarium, tepidarium καὶ caldarium.

Ὁ Δίων μεταχειρίζεται τὴν ὀνομασία γυμνάσιο, καθὼς οἱ ῥωμαϊκὲς θέρμες δὲν εἶναι ἀλλὰ ἡ ῥωμαϊκὴ ἐξέλιξη τοῦ ἑλληνικοῦ γυμνασίου, ὅπως μαρτυρεῖ ἡ παλαίστρα ποὺ τὶς συνοδεύει: ἁπλῶς οἱ δοῦλοι θάλαμοι τῶν λουτρῶν μεγαλώνουν καὶ γίνονται κύριοι. Ἀφενὸς τὸ ἔθος τῆς πατρωνείας προσφέρει στὸν λαὸ κάτι ποὺ ἐδύνατο νὰ ἀπολαμβάνουν μόνον οἱ πατρίκιοι, ἀφετέρου οἱ Ῥωμαῖοι προκρίνουν τὴν κοινὴ ὠφέλεια καὶ τὴν δημοσία ὑγιεινὴ ὥστε νὰ διαχειριστοῦν μεγάλα ἄστεα. Ὅμως παρὰ τὸν τυπικῶς χρηστικὸ χαρακτῆρα τῶν λουτρῶν, αὐτά, ὅπως τὰ ἑλληνικὰ γυμνάσια, ἔχουν κοινωνικὴ σημασία: Ἀκριβῶς ἐπειδὴ στὰ λουτρὰ κάποιος διατρίβει ἐπὶ ὧρες, ἦσαν τόπος κοινωνικῆς συνεύρεσης, καὶ πρὸς τοῦτο γίνονταν ὡς αὐτοκρατορικὴ πατρωνεία ἐνῷ ἡ φοίτηση σ’ αὐτὰ ἦταν δεῖγμα romanitas. Πλέον εἶναι μνημειώδη καὶ διανενεμημένα συμμετρικῶς. Natatio, frigidarium, tepidarium, caldarium τίθενται ἐφεξῆς στὸν ἄξονα του κτηρίου, μὲ ἑκατέρωθεν παλαίστρες, μᾶλλον πρὸς θεάματα. Βεβαίως δὲν λείπουν ἐξέδρες στὸν κῆπο, ἐφηβεῖα, λακωνικά κτλ. ἀλλὰ καὶ διπλὲς βιβλιοθῆκες, λατινικὴ καὶ ἑλληνική. Τὶς θέρμες τοῦ Τίτου κτισμένες στὸ Domus Aurea, διαδέχονται μεγαλώτερα συγκροτήματα, οἱ θέρμες τοῦ Τραϊανοῦ ―προαίρεση τοῦ Δομιτιανοῦ ποὺ ὁλοκλήρωσε ὁ Τραϊανός σὲ σχέδιο τοῦ Ἀπολλοδώρου τοῦ Δαμασκηνοῦ, οἱ θέρμες τοῦ Καρακάλλα καὶ τέλος οἱ θέρμες τοῦ Διοκλητιανοῦ. Θέρμες ἀπαντῶμε ἀνὰ τὴν ῥωμαϊκὴ ἐπικράτεια, ἀπὸ τὴν Βρεταννία (ὅθεν καὶ ἡ ὀνομασία τῆς πόλης Bath) στὴν Ἀντιόχεια, καὶ ἀπὸ τοὺς Τρεβήρους, στὴν Ἀφρική (Ἀλγερία).

Θέρμαι Τραϊανοῦ. Πηγή: Fletcher

Θἐρμαι Καρακάλλα

Θέρμαι Ἀντιοχείας
Ἰατροὶ ὅπως ὁ Γαληνὸς καὶ ὁ Κέλσος συνιστοῦν τὰ λουτρὰ ἢ προσγράφουν τὴν ἀποφυγὴ αὐτῶν στοὺς πληγωμένους. Ἀγάλματα τοῦ Ἀσκληπιοῦ καὶ τῆς Ὑγίειας ἦταν ἐκεῖ συνήθη. Ὁ Ἀνδριανὸς ἦθελε νὰ λούζωνται σὲ διαφορετικὲς ὧρες ὑγιεῖς καὶ ἀσθενεῖς. Ὅμως Στωικοὶ ὅπως ὁ Κάτων ἔβλεπαν τὰ λουτρὰ μὲ καχυποψία, ὡς προάγοντα τὴν ἐκθήλυνση καὶ τὴν ἀκολασία. Κατὰ τὴν αὐτοκρατορικὴ περίοδο εἶχαν πράγματι γένει μεικτά. Μὲ τὴν ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ συνεχίσθη ἡ λειτουργία τῶν λουτρῶν ὄχι βεβαίως χωρὶς μομφές. Στὸ Βυζαντιο τὰ λουτρὰ τοῦ Ζευξίππου ἀνηγέρθησαν ἐπὶ Σεπτιμίου Σεβήρου καὶ μεγάλωσαν ἐπὶ Κωνσταντίνου. Ἐκεῖντο παρὰ τὸν ἱππόδρομο ἔναντι τῆς Ἁγίας Σοφίας. Κατεστράφησαν κατὰ τὴν Στάση τοῦ Νίκα καὶ ἐπισκευάσθησαν ὑπὸ τοῦ Ἰουστινιανοῦ ἀλλὰ τὸ 713 ἔκλεισαν καθὼς στοὺς χρόνους τῶν ἐξωτερικῶν ἐπιδρομῶν καὶ τῆς οἰκονομικῆς ὕφεσης ποὺ ἀκολούθησαν, τοσούτῳ δαπανηρὰ λουτρὰ παρήκμασαν: Ἡ πόλη εἶχε ὁκτὼ θέρμες καὶ 153 βαλανεῖα. Ὅπως καὶ νὰ ἔχει, ἡ χριστιανικὴ λατρεῖα κληρονόμησε τὸ βαπτιστήριο ἀπὸ τὸ λουτρόν, τὸ frigidarium. Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος θεωρεῖ βεβαίως κατώτερο τὸ φυσικὸ λουτρὸ ἀπὸ τὸ πνευματικὸ πρὸς τὸ ὅτι δὲν αἴρει τὶς ἁμαρτίες (στοχεύοντας τὴν λοῦσι τῶν ἰουδαίων) ἀλλὰ δὲν ἔλιπε ἡ στέγαση γεγονότων τῆς ἐκκλησίας στὰ λουτρὰ τοῦ Ζευξίππου. Ἕνα ἦταν ἡ σύλληψη τοῦ ἐπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Παύλου ἀπὸ τὸν ἔπαρχο Φίλιππο, ἄλλο, ἡ συναγωγὴ τῶν πιστῶν, ὀπαδῶν τοῦ ἐπισκόπου ἐπίσης, Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου στὰ αὐτὰ λουτρὰ τὸ Πάσχα τοῦ 404 μετὰ τὴν ἀπαγόρευση ἀπὸ τὸν Ἀρκάδιο νὰ λειτουργήσῃ αὐτὸς στὸν ἐπισκοπικὸ ναό. Ἐπίσης ἀπαντῶνται θαυματουργὰ λουτρὰ ὅπως στὸ προσκύνημα τοῦ ἀββᾶ Μηνᾶ. Ὡστόσο ἡ ἐκπνευμάτωση τοῦ λουτροῦ στὴν βάπτιση εἴλκυε τὴν παρῳδία ἀπὸ πλευρᾶς τῶν ἐθνικῶν[iii].
Τὰ λουτρὰ γνώρισαν καινούργια ἀκμὴ στὸ ἰσλάμ. Τὸ καθήκον τῆς ἀπολούσεως πρὸ τῆς προσευχῆς συναντάει τὰ ῥωμαϊκὰ λουτρὰ ἀλλὰ καὶ τὶς συμβουλὲς τῶν ἰατροφιλοσόφων. Στὸ ὀμεϋάδικο Qaṣr ʿAmra (قصر عمرة) ἔχει ἀπομείνει ἡ αἴθουσα τοῦ θρόνου μὲ σύμπλεγμα λουτρῶν. Ἀπὸ τὴν τρίκλιτη αἴθουσα (μὲ θόλο σὲ κάθε κλῖτος) περνάει τις σὲ ἀποδυτήριο (τετράγωνο μὲ σταυροθόλιο) καὶ μετὰ στὸ tepidarium (ἐπίσης τετράγωνο μὲ σταυροθόλιο) καὶ τέλος καταλήγει στὸ caldarium (τρουλωτὸ μὲ δύο κόγχες). Στὰ δάπεδα τῶν δύο τελευταίων ὑπάρχουν ὑπόκαυστα. Οἱ φημισμένες νωπογραφίες ῥωμαϊκῆς τεχνοτροπίας ἀναπαριστοῦν στὴν αἴθουσα ἕξ βασιλεῖς (Ῥωμαῖο, Βησιγότθο, Πέρση, Αἰθίοπα καὶ τὸν χαλίφη τὸν ἴδιο, τὸν ἀλ-Ούαλίδ Β΄) μὲ τὴν λέξη ΝΙΚΑ, στὸ ἀποδυτήριο, σκηνὲς μὲ ἐνανθρωπισμένα ζώα καὶ κάποια ἀγγελικὴ μορφή, στὸ tepidarium, γυμνὲς γυναῖκες ποὺ λούζουν τὰ παιδιὰ αὐτῶν καὶ στὸν θόλο τοῦ caldarium, τὸ στερέωμα μὲ 35 ἀστερισμοὺς καὶ τὰ ζώδια[iv]. Παρόμοια λουτρὰ ποὺ ἔχουν εὑρεθῆ εἶναι τὸ ἀς-Σαρὰχ στὸ Qaṣr al-Hallabat. Ύδροδότοῦντο διὰ νερομύλου (sāqiyah).

Qaṣr ʿAmra
Τὰ λουτρὰ στὸ ἰσλὰμ καλοῦνται ḥammām (حمّام) τὰ ὁποῖα οἱ εὐρωπαῖοι ὠνόμαζαν τουρκικὰ λουτρά (Turkish baths). Ἡ διαφορὰ πρὸς τὰ ῥωμαϊκὰ εἶναι ἡ ἀπουσία natatio (πισίνας). Ἐξαίρεση εἶναι τὰ ἰαματικὰ λουτρὰ ılıca ὅπως τοῦ Király στὴν Βουδαπέστη (1566-72). Εἶναι ἀτμόλουτρο, caldarium εἰ μὴ λακωνικό, χωρὶς νὰ βαπτίζεται τὸ σῶμα στὸ νερό, ἁπλῶς λούζεται αὐτὸ μὲ τρεχούμενο ὕδωρ. Ἐπίσης ἐνῷ ἀρχικῶς δὲν ἦταν διὰ τὶς γυναῖκες, τελικῶς εἴτε κατεσκευάστησαν γυναικεῖα εἴτε ῥυθμίστηκαν οἱ ὧρες ἐπίσκεψης χάριν αὐτῶν. Τὰ χαμμᾶμ μὲ τὸ ἰσλάμ ἐξηπλώθησαν ἀπὸ Ἀλδαλουσίας μέχρι Περσίας (ποὺ ὡς μὴ ἑλληνορρωμαϊκὴ ἐπικράτεια δὲν τὰ γνώριζε) ἀλλὰ καὶ Ἰνδουστᾶν, ὅμως κεῖνοι ποὺ ἔκαμαν τὰ χαμμᾶμ ἴδιον τῆς ἀρχιτεκτονικῆς καὶ θεσμὸ εἶναι οἱ Ὀθωμανοί: κάποιο χαμμᾶμ κεῖται πάντοτε σὲ γειτονία σύναμα μὲ τὸ τζαμὶ ὡς οἱονεὶ παρακολούθημά του μὲ σκοπὸ τὴν ἀπόλουση, καὶ οἱ ὀθωμανοὶ πάτρωνες τὸ περιελάμβαναν στὰ κουλιγιέ ποὺ ἔκτιζαν. Τὸ μέγα πλῆθος τῶν χαμμᾶμ δε (ὁ Hafiz Hüseyin Al-Ayvansarayî τὸν ιη΄, μνημονεύει στὴν Κωνσταντινούπολη τουλάχιστον 66), ἦταν καρπὸς τοῦ βακουφικοῦ καθεστῶτος περὶ εὐαγῶν ἱδρυμάτων. Ἔτσι κάθε μαχαλλάς εἶχε ἐκτὸς τοῦ τζαμιοῦ καὶ τοῦ σχολείου καὶ τὸ χαμμᾶμ του.
Τὸ ὀθωμανικὸ χαμμᾶμ ἀποτελεῖται ἀπὸ τοὺς ἑξῆς χώρους: Καταρχὰς εἶναι τὸ soyunmalık, τὸ ἀποδυτήριο, τρουλλαῖο, ὅπου ὁ ἐπισκέπτης ἐκδύνεται καὶ βάζει τὸ peştemal (πατσέτα) καὶ τοὺς κοθόρνους καὶ μπορεῖ νὰ περιμένῃ καὶ νὰ ἔχει καφέ, σερμπέτι ἢ τσάι, ἐνῷ στὸ κέντρο κάποιο σιντριβάνι δροσίζει τὸν χῶρο ὅπως στὰ καφενεῖα. Μετά, ὁ αύτὸς περνάει στὸ soğukluk, τὸν κρύο θάλαμο, ἐνδιάμεσο θάλαμο προσαρμογῆς τοῦ σώματος μεταξὺ κρύου καὶ θερμοῦ. Εἶναι συνήθως στενόμακρος (κατὰ τὴν ἐγκάρσια ἔννοια) στεγασμένος μὲ μικροὺς τρούλους καὶ ἔχει καὶ χρήση ἀποδυτηρίου τὸν χειμῶνα. Τέλος εἰσέρχεται στὸ sıcaklık, τὸ θερμόν. Τοῦτο στεγάζεται μὲ τροῦλλο ποὺ ἔχει μικρὰ ἀνοίγματα μὲ χονδρὸ καμπύλο γυαλὶ περὶ τὰ 15-20 ἑκατοστά, τὰ λεγόμενα «μάτια τοῦ ἐλέφαντα» ὥστε νὰ λαμβάνουν πανταχόθε τὸ φῶς καὶ νὰ φωτίζουν τὸν χῶρο. Στὸ κέντρο τοῦ sıcaklık σὲ λυγδίνη τράπεζα καλουμένη göbektaşı ὁκταγωνικοῦ ἢ τετραγωνικοῦ σχήματος, ὁ λουόμενος κατακλίνεται καὶ τὸν τρίβουν οἱ ὑπηρέτες (tellak) μὲ kesse. Αὐτοὶ τὸν λούζουν ἀπὸ βρύσες ζεστοῦ καὶ κρύου νεροῦ ἄνωθε (ἑνίοτε κοσμημένων) γουρνῶν (kurna), μεταχειριζόμενοι ἀργυρὸ καὶ χάλκινο σκεύος ἀντιστοίχως. Οἱ γοῦρνες εὑρίσκονται στὸ μέσο κάθε πλευρᾶς, ἐνῷ στὶς τέσσερις γωνίες σχηματίζονται κόγχες ἢ θάλαμοι ποὺ καλοῦνται halvet πρὸς θερμότερα λουτρά, ὡς λακωνικὰ πρὸς ἰδιωτικότερο λούσιμο καθὼς δὲν εἶναι δέον νὰ δεικνυῇς γυμνὸ τὸ σῶμα. Κεῖ δύναται εἶναι μικρὸς λουτήρ, κυρίως διὰ τοὺς Ἰουδαίους. Καθὼς λείπουν θύρες ὁ λουόμενος ἁπλῶς κρεμάει τὴν πετσέτα ἔξω ὥστε νὰ φαίνηται καταλελειμμένο. Δύναται sıcaklık καὶ halvet νὰ εἶναι δύο ἐφεξῆς χῶροι (πχ. Mukhfiyya Hammām στὴν Φέζ, hammām al-Kashāshīn στὴν Τύνιδα). Ἡ πρόσβαση στὸ λέβητα külhan γίνεται ἔξωθε. Τὰ χαμμᾶμ εἶναι εἴτε μονὰ ὅπου ἡ πρόσβαση ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν ῥυθμίζεται κατὰ διαστήματα τῆς ἡμέρας εἴτε διπλᾶ (çifte), ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν. Τέτοια εἶναι στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ χαμμᾶμ τῆς haseki Hürrem (1556) τοῦ Σινᾶν στὴν θέση τῶν λουτρῶν τοῦ Ζευξίππου, ὅπου τὰ δύο λουτρὰ κεῖνται ἀντίνωτα, καὶ τὸ Çemberlitaş (1584) ὅπου αὐτὰ παρατίθενται παραλλήλως. Τὸ χαμμᾶμ τοῦ τζαμιοῦ τοῦ Σουλεϋμᾶν (1557) ποὺ σχεδίασε ἐπίσης ὁ Σινᾶν εἶναι μονό, ἐνῷ τὰ παλαίτερα χαμμᾶμ στὴν Κωνσταντινούπολη εἶναι τοῦ Ταχτακαλέ τοῦ Μωάμεθ Β΄τοῦ Πορθητοῦ (τοῦ βακουφίου τοῦ τζαμιοῦ του), τοῦ Μαχμοῦτ πασᾶ (1466, στὸ κουλιγιέ τοῦ τζαμιοῦ του) καὶ τοῦ Γεδίκ Ἀχμὲδ πασᾶ (1475).

haseki Hürrem hammam

haseki Hürrem hammam, ὑπόκαυστα

haseki Hürrem hammam, τομή

Çemberlitaş hammami

Suleymaniyye hammam

hammām al-Kashāshīn
Τὸ χαμμᾶμ εἶναι κοινωνικὸς χῶρος ἰδίως τῶν γυναικῶν καθὼς εἶναι ὁ μόνος τόπος ποὺ αὐτὲς μποροῦν νὰ συναντηθοῦν ἐκτὸς σπιτιοῦ, ἐν εἴδει καφενείου. Στὶς ἀρχὲς τοῦ ιη΄ αἰῶνα ἡ ἐπιστολογράφος, ποιήτρια καὶ virtuosa Lady Mary Wortley Montagu σύζυγος τοῦ ἄγγλου πρεσβευτοῦ στὴν Κωνσταντινούπολη γράφει στὴν Lady Rich τὴν 1η Ἀπριλίου 1717 ἐπισκεπτόμενη τὰ λουτρὰ στὴν Ἀνδριανούπολη ὅτι εἶναι ἐν συντομίᾳ τὸ καφενεῖο τῶν γυναικῶν, ὅπου λαλοῦνται τὰ νέα τῆς πόλης, μηχανεύονται τὰ σκάνδαλα κτλ.―Ἀπολαμβάνουν τούτη τὴν διατριβὴ ἅπαξ ἑκάστης ἑβδομάδος καὶ παραμένουν κεῖ τουλάχιστον τέσσερις μὲ πέντε ὧρες.[v]
Στὴν Ἀγγλία σύναμα μὲ τὰ καφενεῖα εἰσήχθησαν τὰ hummams ἢ bagnios, καθὼς παρόμοια δημόσια λουτρὰ εἶχαν κλείσει στὸ τέλος τοῦ μεσαίωνα πρὸς φόβο ἐξάπλωσης τῆς πανούκλας καὶ τῆς συφιλίδος ἀλλὰ καὶ τῆς πορνείας. Στὶς ἀρχὲς τοῦ ιζ΄ αἰῶνα ἱατροὶ ἄρχισαν νὰ θεωροῦν τὰ θερμὰ λουτρὰ χρηστὰ τῆς ὑγίειας καὶ τὴν σημασία τῆς βαλανειολογίας στηριγμένοι στὴν ἑλληνορρωμαϊκὴ καὶ ἰσλαμικὴ ἰατρική. Συγχρόνως, ὀριενταλιστὲς περιηγητὲς καὶ virtuosi συνηγόρουν περὶ τῆς χρήσης τῶν λουτρῶν στὴν ὀθωμανικὴ ἐπικράτεια. Τὸ 1648 ὁ Dr. Peter Chamberlen ὁ ὁποῖος ἀπεπειράτο νὰ συνδυάσῃ τὸ κοινὸ καλὸ μὲ τὸ ἐμπορικὸ κέρδος θέλησε νὰ ἱδρύσῃ δημόσια λουτρὰ στὸ Λονδῖνο, καὶ ἀφοῦ παραμέρισε τὸν Σύλλογο τῶν Ἰάτρων (College of Physicians) ἐπηυθύνθη κατευθείαν στὶς δύο κάμερες τοῦ παρλαμέντου. Ἐνῷ ἔλαβε ἀπὸ τοὺς Λόρδους ἔγκριση μονοπωλίου δεκατεσσάρων ἐτῶν ἵδρυσης λουτρῶν καὶ λεβήτων λουτρῶν (sole making his Baths & Bath stoves) ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Κοινῶν (μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὁ ὁμωνύμος ξάδελφος τοῦ James Harrington) τὸν παρέμπεμψε στὸν Σύλλογο. Αὐτοὶ ἐνῷ ἀρχικῶς ἔγραψαν μία ἀναφορὰ ὅπου παρότι λουτρὰ δὲν ὑπήρχαν στὴν χώρα ἀπὸ ῥωμαϊκῆς ἐποχῆς ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν σὲ ἄλλες χῶρες ἐπωφέλησε τὴν δημόσια ὑγίεια καὶ τὴν ἴαση τῶν ἀσθενειῶν, τελικῶς, κατόπιν τῆς ἄρνησης τοῦ ἰδίου νὰ παραστῇ παρ’ αὐτοῖς, ἀρνήθηκαν νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν πρότασή του. Ὁ λόγος ποὺ δὲν παρέστη ἦταν ὅτι ἀνώνυμο μέλος τοῦ Συλλόγου εἶχε κατακρίνει τὴν ἐπιφυλλίδα του Vindication of Publick Artificiall Bathes and Bath Stoves καθὼς ἐθεώρει τὰ λουτρὰ ὡς vexatious importunity of impertinent persons[vi]. Ἔτσι, μετὰ τὴν ἀποτυχία τοῦ Chamberlen νὰ λάβῃ κρατικὴ ἔγκριση ὥστε τὰ λουτρὰ νὰ συμβάλλουν στὴν δημόσια ὑγιεινὴ καὶ τὸν περιορισμὸ τῶν ἐπιδημιῶν, ἀνεπτύχθησαν ὅπως τὰ καφενεῖα. Τὸ γνωστότερο ἦταν τὸ Royal Bagnio στὴν Newgate Street ἱδρυθὲν τὸ 1676 ταὸ ὁποῖο διεφήμιζε τὸ τουρκικὸ ὕφος του. Τὸ βαλανεῖο τοῦ Brook’s ἐπροτίμαε νὰ ἀποκαλεῖται κινέζικο χαμμᾶμ, ὁ John Evans ἔλεγε ὅτι τὸ δικό του ἐτήρει «τὸν γερμανικὸ τρόπο», καὶ ὁ Charles Peter, «τὸν ἰταλικό», πάντες δηλαδή, ἐπεκαλοῦντο κάποιον ἐξωτισμό[vii]. Στὴν piazza τοῦ Covent Garden μόνον, ὑπήρχαν τρία, διαβάζομε στὴν Survey of London: Τὰ Hummums, ποὺ ἄνοιξε σὲ σπίτι τὸ 1683 ὁ Richard Lasinby, τὸ Haddock’s bagnio, στὸ No. 8 μεταξὺ 1742 καὶ 1798, καὶ τοῦ Lovejoy’s, ὅμορο τῶν Hummums, ἴδρυθὲν πρὸ τοῦ 1769. Αὐτὰ καὶ τὰ καφενεῖα ἐτράπησαν σὲ διάσημα ξενοδοχεῖα τὸν ιθ΄ αἰ. (Piazza, Russel, Bedford, Hummums, Richardson’s)[viii]. Ὁ George Walter Thornbury τὸ 1872 στὸ Old and New London: a Narrative of its History, its People, and its Places περιγράφει τὰ Royal Bagnios στὴν Νewgate Street[ix]:
In Bath Street, Newgate Street, one of the first bagnios, or Turkish bath, was opened in 1679, as Aubrey carefully records. Strype calls it “a neatcontrived building, after the Turkish mode, seated in a large handsome yard, and at the upper end of Pincock Lane, which is indifferent well-built, and inhabited. This bagnio is much resorted unto for sweating, being found very good for aches, &c., and approved of by our physicians.” A writer in the Spectator, No. 332, mentions the bagnio in Newgate Street, and one in Chancery Lane. Hatton, in 1708, describes it as a very spacious and commodious place for sweating, hot bathing, and cupping, and with a temperature of eighteen degrees of heat. The roof was of a cupola shape, and the walls set with Dutch tiles. The charge was four shillings a person, and there were special days for ladies. There were nine servants in attendance; and to prove the healthiness of the place, Hatton mentions that one servant had been in attendance for twenty-eight years, four days a week.
Τὰ λουτρὰ τοῦτα, καλούμενα bagnios ἢ hummams, προσέφεραν ἐκτὸς ἀπὸ ἀτμόλουτρο, ὑπηρεσίες κουρέως, τριβέων (rubbers, masseuses), βεντοῦζες καὶ βεβαίως καφέ, σερμπέτι, κρασί, ἀλκοόλ, ποὺ χρεώνονταν ἐπιπλέον. Ἐπίσης, ὅπως καὶ στὰ καφενεῖα, στὸ Royal Bagnios δὲν ἔλειπαν διαλέξεις καὶ τελετὲς ὅπως ἡ ὑποδοχὴ τοῦ δουκὸς τοῦ Monmouth, ἢ κάποια δημοπρασία ὅπως μνημονεύεται τὸ 1687. Ὅμως παρὰ τὴν διάκριση ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν σὲ αὐτά, δὲν ἔλειπαν οἱ λεγομένες ἀκόλαστες ἀσέλγειες (licentious incivilities) ποὺ ἐφοβοῦντο οἱ κατακριτὲς τοῦ Chamberlen καὶ ποὺ ὁ ἴδιος ἤθελε νὰ προλάβῃ. Ὁ J.J. Keevil σὲ ἀρθρο τοῦ 1952 ὅπου ἀφηγεῖται τὴν ἱστορία τοῦ Chamberlen ποὺ ἀναφέραμε παραπάνω μελετάει τὸ λογιστικὸ βιβλίο τοῦ 1725 κάποιου bagnio τῆς ἐνορίας τοῦ St James (Piccadily, Haymarket, King Street). Σὲ γειτονιὰ γεροντοπαλλίκαρων (quartier des vieux garçons) κεῖ κανονίζονταν κρυφὲς συναντήσεις ―trysts, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν εὐγενῶν τάξεων μὲ ἐρωμένες καὶ ἐραστές, καὶ ἔτσι τὸ λουτρὸ προσέφερε καὶ κοιτῶνες καὶ ἑστίαση. Οἱ τιμὲς ἦταν ἀνάλογες τῆς τάξης τοῦ ἐπισκέπτου: 10/6 σελίνια διὰ κοιτῶνα καὶ λουτρὸ ὁ εὐγενής, 2 ὁ valet του, καὶ 1 σελίνι ὁ footman.
Τὰ δημόσια λουτρὰ στὴν Βρεταννία ἀπέκτησαν δημοτικότητα σὲ πᾶσες τὶς κοινωνικὲς τάξεις, ἀποκαθάρησαν τῆς κακῆς φήμης καὶ εὑρέθησαν ἀκόμη σὲ ξενοδοχεῖα, νοσοκομεῖα, ἄσυλα ἀνιάτων, ἐργατικοῦς συνοικισμούς, ἀλλὰ καὶ ἐξαπλώθησαν στὶς βρεταννικὲς ἀποικἰες, τὶς ΗΠΑ καὶ σὲ εὐρωπαϊκὲς χῶρες, ἀφοῦ ἐψηφίσθη ἐπὶ Βικτωρίας ὁ νόμος δημοσίων λουτρῶν καὶ πλυντηρίων ―Public Baths and Wash-houses Act 1846 (9 & 10 Vict. c. 74) κατόπιν τῆς πρότασης τῆς ἐπιτροπής πρὸς τὴν προαγωγὴ ἱδρύσεως δημοσίων λουτρῶν καὶ πλυντηρίων τοῦ 1844. Τὰ πρῶτα πλυντήρια στὸ Λίβερπουλ ἄνοιξαν τὸ 1828 καὶ τὸ πρῶτα λουτρὰ στὸ Λονδῖνο ἦσαν τοῦ Marylebone τὸ 1849. Ἡ καθαριότης σώματος καὶ ἐνδυμάτων προεκρίνονταν πρὸς πρόληψη τῶν ἐπιδημιῶν καὶ ἔπρεπε νὰ εἶναι δυνατὴ καθολικῶς. Εἶναι γνωστὰ ὡς Victorian Turkish (ἢ Roman-Turkish) Baths. Ἡ ἰδέα τοῦ τουρκικοῦ λουτροῦ ἐπανεισήχθη κατὰ τὸν ιθ΄ αἰ. ἀπὸ τὸν ὑδροπαθητικὸ ἱατρὸ Richard Barter καὶ τὸν David Urquhart, ὀριενταλιστή, διπλωμάτη καὶ βουλευτή[x] ὁ ὁποῖος ἔγραφε: A nation without the bath is deprived of a large portion of the health and inoffensive enjoyment within man’s reach ; a habit which increases the value of the people to itself, augments its power over other people. Ὁ πρῶτος ἐνεπνεύσθη ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ δευτέρου The Pillars of Hercules [1850] ὅπου περιέγραφε τὰ χαμμᾶμ καὶ παρατήρησε ὅτι τὸ ἀνθρώπινο σῶμα ἀντέχει σὲ ὑψηλότερες θερμοκρασίες ὅταν ἐκτεθῇ σὲ ξηρὸ θερμὸ ἀέρα καὶ ἔτσι δημιούργησε τὰ λουτρὰ τῆς St Anne στὸ Blarney τοῦ Cork. Ὁ ἴδιος ὁ Urquhart ἔφτιαξε τουρκικὰ λουτρὰ στὸ Broughton Lane τοῦ Manchester καὶ τὸ 1862 στὸ Λονδῖνο, στὸ 76 τῆς Jermyn Street μὲ τὴν London & Provincial Turkish Bath Cᵒ Ltd. Τριάκοντα τουλάχιστον χαμμᾶμ στὴν Βρεταννία ἐκτίσθησαν ὑπὸ τὴν καθοδήγησή του.

Τὰ βικτωριανὰ χαμμᾶμ ἔγιναν πολὺ δημοφιλῆ στὴν ἐδουαρδιανὴ Βρεταννία καὶ στὶς ἀποικίες, ἑνίοτε μὲ ὅλον τὸν ἐξωτικὸ διάκοσμο, θόλους καὶ σαρακηνικὰ τόξα ἢ σὲ ῥωμαϊκὸ ῥυθμό. Ἀκόμη καὶ τὰ ἁπλούστερα ἐνεδύοντο ἔξωθε κάποιον ἱστορικὸ ῥυθμό. Ὁ Ἀμερικανὸς J.J. Cosgrove στὸ Design of the Turkish Bath [1913] προσφέρει ὅλες τὶς τεχνικὲς λεπτομέρειες (ὑδραυλικές, θέρμανσης, μόνωσης, ἐξαερισμοῦ κτλ.) τέτοιων λουτρῶν, ἀφοῦ ἐκθέσει τὸν καθολικὸ χαρακτῆρα τῶν θερμῶν λουτρῶν (sweat bath), καθὼς αὐτὰ ἀπαντῶνται ὡς ῥωμαϊκά, ἰνδιανικά, ἰρλανδικὰ καὶ ῥωσικά λουτρά. Ἡ διανομὴ τῶν χώρων τῶν δημοσίων λουτρῶν ἔχει ὡς ἑξῆς: Καταρχὰς εἶναι τὸ ἀποδυτήριο (dressing room) σὲ θερμοκρασία 65⁰F (18⁰C) μὲ πέριξ μικροὺς θαλάμους μὲ νιπτῆρες καὶ πάγκους ποὺ κλειδώνουν ὥστε οἱ λουόμενοι νὰ ἀφίουν τὰ ἰδία πράγματα. Μετὰ εἶναι ἡ αἴθουσα τῆς πισίνας (plunge bath) σὲ θερμοκρασία 110⁰ F (43⁰C) μὲ θαλάμους σαπουνίσματος μὲ νιπτῆρες καὶ ἕνα τουλάχιστον θάλαμο καταιόνησης ―shower bath (douche), ποὺ κοινωνεῖ μὲ τοὺς θερμοὺς θαλάμους ποὺ εἶναι τρεῖς, σὲ θερμοκρασίες 140⁰, 180⁰, 250⁰F (60⁰, 82⁰, 121⁰C) διαδοχικῶς, τοὺς ὁποίους ὁ συγγραφεὺς ἀντιστοιχεῖ στοὺς ῥωμαϊκοὺς χώρους, tepidarium, caldarium, laconicum. Ὁ λουόμενος συνήθως πρῶτα περνάει στὰ θερμὰ λουτρά, κατόπιν στοὺς θαλάμους ὅπου σαπουνίζεται, ἐκπλένεται καὶ τέλος μπαίνει στὴν πισίνα. Πράγματι, στὶς ΗΠΑ τὸ πρῶτο τέτοιο κτήριο λουτρῶν ἄνοιξε ὁ Charles H. Shepard στὸ 63 τῆς Columbia Street στὰ Brooklyn Heights τῆς NY τὸ 1863.


Στὴν Γαλλία, ἐνῷ ὑφίσταντο δημόσια πλυντήρια ―lavoirs, ἀπὸ τοῦ ιζ΄ αἰ. σὲ ρεύματα καὶ πηγὲς σὲ κῶμες, τὰ λουτρὰ εἰσήχθησαν ὡς ἐπιρροὴ τῶν βικτωριανῶν. Τὸ Hammam de Nice στὴν Νίκαια ἱδρύθη ὑπὸ τοῦ Dr Charles Depraz στὴν Place Grimaldi τὸ 1868, ὁ ὁποῖος ἐδήλοι ὅτι τήρησε τὴν διανομῆ τῶν ἀγγλικῶν χαμμᾶμ. Στὸ Παρίσι χαμμᾶμ ἐνεφάνη ὁκτὼ χρόνια ἀργότερο, τὸ 1876 στὴν τομὴ τῶν ὁδῶν Neuve des Mathurins καὶ Auber πλησίον τοῦ βουλεβάρτου Haussmann καὶ τῆς Opéra τοῦ Garnier, ἤτοι στὸ κέντρο τῆς κοσμικῆς ζωῆς τοῦ Παρισιοῦ τῆς Δευτέρας Αυτοκρατορίας. Οἱ ἀρχιτέκτονες William Klein καὶ Albert Duclos τὸ σχεδίασαν σὲ ὕφος νεομαυριτανικό, βασιζόμενο στὰ λουτρὰ τῆς Jermyn Str. (ἀπησχόλουν δη ἄγγλους τρίπτες τῆς Jermyn Str.). Παρότι τὰ γαλλικὰ λουτρὰ βασίζοντο στὸ βρεταννικὸ πρότυπο, δὲν εἶχαν τὸν ἴδιο ὑγιειονομικὸ στόχο, δηλαδὴ τὸ σύνολο τοῦ λαοῦ. Ἦταν ἵδρυμα πολυτελείας διὰ τὴν καλὴ κοινωνία μὲ ἑστιατόριο, κουρεῖο, κάβα πούρων κτλ. Θαμῶνες τοῦ χαμμᾶμ τοῦ Παρισιοῦ ἦσαν ὁ Gambetta, ὁ διάδοχος τοῦ βρετανικοῦ θρόνου, Πρίγκηψ τῆς Οὐαλίας, ‘Bertie’―Ἐδουάρδος VII, ὁ βαρόνος Rothschild, ὁ ἴδιος ὁ βαρόνος Haussmann κα. Ἀμέσως κατόπιν τοῦ παρισινοῦ χαμμᾶμ ἄνοιξε τὸ Friedrichsbad στὸ Baden-Baden τὸ 1877 ὑπὸ τοῦ Δουκὸς Φρειδερίκου, σχέδιο μιᾶς δεκαετίας (ἀπὸ τοῦ 1867), καὶ ὠνομάσθησαν ῥωμαιοϊρλανδικὰ λουτρά. Τὸ Baden-Baden φέρει ἄλλωστε τὸ ὄνομά του ἀπὸ τὰ ῥωμαϊκὰ ἱαματικὰ λουτρά―Aquae, Aurelia Aquensis, τῆς ἐποχῆς τοῦ Μάρκου Αύρηλίου Ἀλεξάνδρου Σεβήρου. Ἀκολούθησαν στὶς ἀρχὲς τοῦ κ΄ αἰ. παρόμοια λουτρὰ στὸ Μόναχο καὶ τὸ Wiesbaden.

Τὰ βικτωριανὰ τουρκορωμαϊκὰ λουτρὰ ἀρχικῶς ξεκίνησαν ὡς ἰδιωτικὲς ἐπιχειρήσεις ἢ μικρὲς ἑταιρεῖες, σύντομα ὅμως ἱδρύθησαν ἐταιρεῖες περιωρισμένης εὐθύνης (μετὰ τὸν νόμο του 1855) ὅπως οἱ Nevill’s Turkish Baths Ltd καὶ Savoy Turkish Baths Ltd ποὺ εἶχαν ἑννέα λουτρὰ ἑκάστη στὸ Λονδῖνο, καὶ κοινοπραξίες ὅπως ἡ Rochdale Subscription Turkish Bath Society τοῦ James Smithies. Ἀργότερο ἀνέλαβαν τὴν ἵδρυση αὐτῶν οἱ δημοτικὲς ἀρχές. Πρώτη ἡ Nottingham Corporation τὸ 1861, ἂν καὶ ἡ πρώτη δημοτικὴ ἀρχὴ ποὺ ἀνήγειρε ἡ ἴδια λουτρὰ εἶναι τοῦ Bradford.

Ἰδιωτικὸ χαμμᾶμ τοῦ Colonel Norton στὸ Avery, δημοσιευθὲν ἐν The Builder 26 Νοεμβρίου 1892.
Στὴν Σκωτία τὰ πρῶτα χαμμᾶμ ἄνοιξαν στὴν Γλασκώβη τὸ 1860, τοῦ Peter Jack στὴν 366 Argyll Street καὶ τοῦ P. Tracy, στὴν 106 West Nile Street. Τὸ πρῶτο προσέφερε πρώτης καὶ δευτέρας τάξης λούσιμο, ἐνῷ ἀμφότερα εἶχαν μίαν ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας διὰ τὶς γυναῖκες. Ἀκολούθησαν τὸν ἴδιο χρόνο στὸ Lochhead Hydro στὰ περίχωρα τοῦ Aberdeen τοῦ Alex Munro καὶ τὸ 1861 στὸ Sciennes Hill Hydro τοῦ Ἐδιμβούργου τοῦ Dr James Lawrie. Ὁ Dr G. E. Allshorn ἄνοιξε λίγους μῆνες μετὰ στὴν 90 Princes Street καθαρὸ χαμμᾶμ ὅπου ἔδωσε τὶς ῥωμαϊκὲς ὀνομασίες στοῦς χώρους. Ἀπὸ πανεπιστημιακὴ ἐργασία στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Ἐδιμβούργου (Douglas Campbell, 1993) [xi] μποροῦμε νὰ λάβωμε κάποιαν ἰδέα τοῦ πλήθους καὶ τῆς ποικιλίας τῶν λουτρῶν μόνον στὴν Σκωτία: Στὴν Γλασκώβη τὰ λουτρὰ στὴν Arlington Str. ἄνοιξαν ὡς κολυμβητικὴ δεξαμενὴ τὸ 1871 καὶ τουρκικὰ λουτρὰ προσετέθησαν τὸ 1875· τὰ Western Baths, τὸ 1878, μὲ πισίνα, τουρκικὰ λουτρὰ καὶ πλυντήρια. Τὰ Drumsheugh Baths στὸ Ἐδιμβούργου ἱδρυθέντα τὸ 1883, (ἀρχιτέκτων John J. Burnet) ἀπευθύνοντο σὲ πλουσιώτερες τάξεις, ὅπως καὶ τὰ σύγχρονα αὐτῶν (1883) Pollockshields Baths στὴν Γλασκώβη. Τὰ Warrender Baths τοῦ Ἐδιμβούργου (1887) ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἦσαν κλειστὴ λέσχη καὶ ἐκτὸς κολυμβητικῆς δεξαμενῆς καὶ τουρκικῶν λουτρῶν εἶχαν αἴθουσα μπιλιάρδου, γυμνάσιο καὶ ἰδιωτικὲς δεξαμενές. Οἱ δημοτικὲς ἀρχὲς ἵδρυσαν καὶ αὐτὲς τουρκικὰ λουτρά: Ἡ Dunfermline Burgh Corporation ἵδρυσε μὲ δωρέες τοῦ Andrew Carnegie δύο λουτρά, τὸ 1877 (£5.000) καὶ τὸ 1905 (£45.000). Στὸ πρῶτο, οἱ θάλαμοι ἀποδυτηρίων ἀναπέπτανται στὴν πισίνα νέρθε ὑπερῴου. Τὸ δεύτερο (ἀρχιτέκτων Hippolite J. Blanc) εἶχε αἴθουσα εἰσόδου, γραφεῖα ἐπιτροπῶν, αἴθουσα μπιλιάρδου, τουρκικὰ λουτρὰ καὶ πισίνα. Στὸ Ἐδιμβούργο τὸ 1901 κτίσθησαν τὰ δημόσια λουτρὰ τοῦ Portobello μὲ δύο πισίνες (ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν), τουρκικὰ καὶ ῥωσικὰ λουτρά, ἀποδυτήρια μὲ 56 θαλάμους, γυμνάσιο, δωμάτιο ἀναψυχῆς, ἀναγνωστήρια, καπνιστήριο, ἰδιωτικὲς μπανιέρες (slipper baths), sitz baths. Στὴν Γλασκώβη, ὁ δήμος κατασκευάζει δημόσια λουτρὰ καὶ πλυντήρια δίχως ἀτμόλουτρα: τὰ Greenhead Baths & Wash House (1878) εἶχαν δύο πισίνες καὶ ἰδιωτικὰ λουτρά· τὰ Cranstonhill (1883), δύο πισίνες καὶ μπανιέρες καὶ βεβαίως, πλυντήρια· παρομοίως, τὰ Townhead (1884), Gorbals (1884, σύν μὲ kosher bath, ἰουδαϊκό), Port Glasgow (1894, μὲ δωρεὰ ἐφοπλιστοῦ), Springburn (1898, μὲ μία μόνον πισίνα). Στὸ Paisley κτίσθησαν δημόσια λουτρὰ ὡς κοινοπραξία το 1868, καὶ προσετέθησαν μεγάλη πισίνα καὶ τουρκικὰ λουτρὰ ἀπὸ τὸν δήμο μετὰ τὸ 1895. Πᾶσες σχεδὸν οἱ πόλεις (Dundee, Alva, Clydebank, Hamilton, Forfar κα.) Στὴν Οὐαλία τὸ 1862 ἄνοιξαν δημόσια τουρκικὰ λουτρὰ στὸ Cardiff καὶ ἀκολούθησαν στὸ Merthyr Tydfil (1866), Llandudno, Neath, and Newport (1864). Ὅμως τὰ πρῶτα δημοτικῆς ἰδιοκτησίας ἦσαν τοῦ Newport τὸ 1890.

Pollockshields Baths, Glasgow. Πηγή: Douglas Campbell
Τὰ δημόσια λουτρὰ ἦσαν χρηστὰ ἕως τοῦ Β΄ παγκοσμίου πολέμου ὁπότε ἀφενὸς ἡ ἄνοδος τῆς τιμῆς τῶν καυσίμων, ἀφετέρου ἡ ἐμφάνιση ὑδραυλικῶν ἐγκατάστασεων σὲ ὅλο καὶ περισσότερες κατοικίες, ἐξασθένισαν τὸν θεσμό, καὶ τὰ περισσότερα λουτρὰ ἄλλαξαν χρήση ἢ, τὸ συχνότερο, κατεσκάφησαν στὶς δεκαετίες ποὺ ἀκολούθησαν. Ἂν τὰ ἑλληνικὰ γυμνάσια θεμελιώνονται στὸ ἱερό, οἱ ῥωμαϊκὲς θέρμες στὸ κοινωνικό, τὰ ἰσλαμικὰ χαμμᾶμ στὸ ἱερὸ καὶ τὸ κοινωνικό, τὰ λουτρά-καφενεῖα στὴν περιέργεια καὶ τὴν κατανάλωση τοῦ ἐξωτικοῦ, τὰ βικτωριανὰ λουτρὰ ἔχουν ὡς σκοπὸ τὴν κοινὴ ὠφέλεια, καὶ λογικὸ ἦταν νὰ παρακμάσουν μόλις βελτιώθη ἡ ἀτομικὴ ὐγιεινή.
Γ.Α. Σιβρίδης
[i] Constituantur autem in tribus porticibus exhedrae spatiosae, habentes sedes, in quibus philosophi, rhetores reliquique, qui studiis delectantur, sedentes disputare possint. in duplici autem porticu conlocentur haec membra: ephebeum in medio (hoc autem est exhedra amplissima cum sedibus) tertia parte longior sit quam lata; sub dextro coryceum, deinde proxime conisterium, a conisterio in versura porticus frigida lavatio, quam Graeci λουτρόν vocitant; ad sinistram ephebei elaeothesium, proxime autem elaeothesium frigidarium, ab eoque iter in propnigeum in versura porticus. proxima autem introrsus e regione frigidarii conlocetur concamerata sudatio longitudine duplex quam latitudo, quae habeat in versuris ex una parte laconicum ad eundem modum, uti quam supra scriptum est, compositum, ex adverso laconici caldam lavationem. in palaestra peristylia, quemadmodum supra scriptum est, ita debent esse perfecta distributa.
[ii] Burkhard EMME, The Emergence and Significance of the Palaestra Type in Greek Architecture, ἐν Ulrich MANIA and Monika TRÜMPER (Eds.), Development of Gymnasia and Graeco-Roman Cityscapes, Berlin: Edition Topoi, 2018, pp.143–159
[iii] Michal ZYTKA, A Cultural History of Bathing in Late Antiquity and Early Byzantium, London & NY, 2019 σελ. 73-111
[iv] K. A. C. CRESWELL, A Short Account of Early Muslim Architecture, Rev. ed. Allan, James W. Aldershot, 1989, Scolar Press, 164-169.
Garth FOWDEN & Elizabeth KEY FOWDEN, Studies on Hellenism, Christianity and the Umayyads, Ἀθῆναι 2004, σελ. 25-96
[v] In one of these covered waggons, I went to the bagnio about ten o’clock. It was already full of women. It is built of stone, in the shape of a dome, with no windows but in the roof, which gives light enough. There were five of these domes joined together, the outmost being less than the rest, and serving only as a hall, where the portress stood at the door. Ladies of quality generally give this woman the value of a crown or ten shillings ; and I did not forget that ceremony. The next room is a very large one paved with marble, and all round it, raised, two sofas of marble, one above another. There were four fountains of cold water in this room, falling first into marble basins, and then running on the floor in little channels made for that purpose, which carried the streams into the next room, something less than this, with the same sort of marble sofas, but so hot with steams of sulphur proceeding from the baths joining to it, it was impossible to stay there with one’s clothes on. The two other domes were the hot baths, one of which had cocks of cold water turning into it, to temper it to what degree of wannth the bathers have a mind to.
I was in my travelling habit, which is a riding dress, and certainly appeared very extraordinary to them. Yet there was not one of them that shewed the least surprize or impertinent curiosity, but received me with all the obliging civility possible. I know no European court where the ladies would have behaved themselves in so polite a manner to a stranger. I believe in the whole, there were two hundred women, and yet none of those disdainful smiles, or satiric whispers, that never fail in our assemblies when any body appears that is not dressed exactly in the fashion. They repeated over and over to me, “Guzél, pék Guzél,” which is nothing but Charming, very charming. — The first sofas were covered with cushions and rich carpets, on which sat the ladies ; and on the second, their slaves behind them, but without any distinction of rank by their dress, all being in the state of nature, that is, in plain English, stark naked, without any beauty or defect concealed. Yet there was not the least wanton smile or immodest gesture amongst them. They walked and moved with the same majestic grace which Milton describes of our general mother. There were many amongst them as exactly proportioned as ever any goddess was drawn by the pencil of Guido or Titian,— and most of their skins shiningly white, only adorned by their beautiful hair divided into many tresses, hanging on their shoulders, braided either with pearl or ribbon, perfectly representing the figures of the Graces.
I was here convinced of the truth of a reflection I had often made, that if it was the fashion to go naked, the face would be hardly observed. I perceived that the ladies with the finest skins and most delicate shapes had the greatest share of my admiration, though their faces were sometimes less beautiful than those of their companions. To tell you the truth, I had wickedness enough to wish secretly that Mr. Jervas [portraitist of females, & A. Pope’s friend] could have been there invisible. I fancy it would have very much improved his art, to see so many fine women naked, in different postures, some in conversation, some working, others drinking coffee or sherbet, and many negligently lying on their cushions, while their slaves (generally pretty girls of seventeen or eighteen) were employed in braiding their hair in several pretty fancies. In short, it is the women’s coffee-house, where all the news of the town is told, scandal invented, &c.―They generally take this diversion once a week, and stay there at least four or five hours, without getting cold by immediately coming out of the hot bath into the cold room, which was very surprising to me. The lady that seemed the most considerable among them entreated me to sit by her, and would fain have undressed me for the bath. I excused myself with some difficulty. They being, however, all so earnest in persuading me, I was at last forced to open my shirt, and show’ them my stays ; which satisfied them very well; for, I saw, they believed I was locked up in that machine, and that it was not in my own power to open it, which contrivance they attributed to my husband, I was charmed with their civility and beauty, and should have been very glad to pass more time with them ; but Mr. W[Wortley] resolving to pursue his journey the next morning early, I was in haste to see the ruins of Justinian’s church, which did not afford me so agreeable a prospect as I had left, being little more than a heap of stones. Adieu, madam: I am sure I have now entertained you with an account of such a sight as you never saw in your life, and what no book of travels could inform you of. ‘Tis no less than death for a man to be found in one of these places.
[The Works of the Right Honourable LADY MARY WORTLEY MONTAGU, including Her Correspondence, Poems, and Essays. Published, by permission, from Her Genuine Papers. The Sixth Edition.In Five Volumes.Vol. II. London 1817 Σελ.153-160]
[vi] J. J. KEEVIL, The Bagnio in London 1648-1725 ἐν Journal of the History of Medicine and Allied Sciences, Vol. 7, No. 3 (Summer 1952), pp. 250-257 (8 pages) https://www.jstor.org/stable/24620043
[vii] Brian COWAN, The Social Life of Coffee: The Emergence of British Coffeehouse, New Haven & London 2005, σελ. 117
[viii]The Piazza: The Social Decline of the Piazza, in Survey of London: Volume 36, Covent Garden, ed. F H W Sheppard (London, 1970), British History Online https://www.british-history.ac.uk/survey-london/vol36/ pp. 82-84
[ix] Walter THORNBURY, Newgate Street, ἐν Old and New London: Volume 2, London, 1878, British History Online https://www.british-history.ac.uk/old-new-london/vol2/ pp. 427-441
[x] Ὁ Σκῶτος Urquhart εἶχε εὑρεθῆ στὴν ὀθωμανικὴ ἐπικράτεια ἀρχικῶς ὡς φιλέλλην μετὰ ἔγινε ὑπάλληλος στὴν βρεταννικὴ πρεσβεία τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅπου εἰργάσθη ὑπὲρ τῶν ἰσλαμικῶν κοινοτήτων τοῦ Καυκάσου καὶ ἀνέπτυξε τέτοια ῥωσοφοβία ὥστε ἀργότερο ὡς βουλευτής ἐκατηγόρει τὸν Λόρδο Πάλμεστον ὡς ῥώσο κατάσκοπο.
[xi] Douglas M. CAMPBELL B.Sc., Scottish Baths 1868-1914 and their Conservation, submitted for the degree of M.Sc. in Architectural Conservation Conservation Unit, Department of Architecture, Heriot-Watt University Edinburgh September 1993
