Γ.Α. Σιβρίδης: άσμα ϛ΄: Διόσκορος

ΔΙΟΣΚΟΡΟΣ

a remarkable and intriguing story, which seems to call aloud for literary treatment.
“And, Robert Browning, you writer of plays,
Here’s a subject made to your hand !”

Sir Harold Idris Bell

I

Ὅπως συντυχάνεις παλαιά     ἀγαπὼ ἢ ἄλλη ὅμοιά της
καὶ δὲν σὲ φλέγει γαῦρο πάθος πλιά ἀλλ’ εἶσαι βέβαιος
ὅτι σ’ εἶναι αὐτὴ οἰκεία, ἢ πῶς ἀποκεκαμωμένος
γίνονται μέλη σου, πᾶν τί,   ὅσα ἔξωθέ σου κεῖνται:
θάλπος, ἄημα, μυκηθμοί, κρωγμοί, ὀσμές, ὥς ἕν ὅλο―
ἔτσι γνωρίζεις τὸ χωριό ποὺ νοστεῖς μετὰ χρόνους.

Δεῦρο στὴν ὄχθη τῶν νεκρῶν, νέρθε τούτης τῆς κώμης
        ἀφ’ ὑψηλοῦ τῶν ἡλιαστηρίων
διαυγάζουν, ἅμα διαλυθοῦν οἱ ἡμερινὲς πυρίες,
σμαραγδόχλοι ἄρουρες πρὸς σῖτο καὶ πωμάρια,
ἀμπελῶνες, βοσκήματα, σποράδες τὰ μελίσσια
καὶ οἱ φοίνικες οἱ ἡδύκαρποι. Ὡσὰν ποικίλος τάπης ,
παρήκουν πρὸς τὸν Νεῖλο: Αὐτός Ἄμμων, ἔκ τῶν περάτων
        τοῦ κόσμου φθάνει, ἀρουραβάτης
κατακλύζει τὶς διώρυγες ποὺ διαβρέχουν τὴν γῆ
        τῆς Ἀφροδίτης, ἑνόσῳ ἀνατέλλει
        ἡ νύξ ῥοδόχρους καὶ κυαναυγέτις.

Ἂν ξένε ἀναπλέῃς τὸν ποταμό, καὶ ἀφοῦ περάσεις
τὴν μεγάλη τοῦ Ἐρμοῦ πόλι καὶ τὴν ἀντία Ἀντινόη,
παρέλθεις τὴν Λυκόπολι καὶ τὴν Ἀνταιούπολι,
στὴν ἱερὰ γῆ ἀφικνούμενος τούτη τῆς Θηβαΐδος,
ἀντίπεραν τῆς Πανοπόλεως, τοῦ ἐμπορίου τῆς Παφίης
τὸν ἔμβολο ἀπαντᾷς, ὅθεν αἰσίες ἐμβολές
φεύγουν στὴν βασιλίδα πόλι. Κεῖ στὸ Χηνοβόσκιο
τὸν μέγα ἀετὸ Παχώμιο ἔλουσε διοπετὴς δρόσος
καὶ αὐτοῦ πλήσιον διακόνησε ὁ ἀββᾶς ἡμῶν Σενούθης.

Στῆς οἰκουμένης τὴν ἐσχατιὰ αὐτοῦ, ὑπὸ τὶς γλῆνες
τῶν χριστοφόρων ἁγίων ἡμῶν στὰ σύσκια μοναστήρια
καὶ στὰ τόσα καθολικά τῆς κώμης, ἐπὶ βύβλοις
διετρίβομε, σχολάζοντες στὰ γράμματα τοῦ Ὁμήρου,
μεῖς κτήτορες γαιῶν καὶ προστάτες τῶν ἐνναετήρων,
πόρρω κακῶν: ἡ βασιλίς εἶν’ ποὺ νοσεῖ μὲ στάσεις,
καὶ οἱ πόλεμοι αἴρονται πρὸς τὴν μεθόριο τῆς Συρίας,
ὁ λοιμὸς στὸν λιμένα ἐνέσκηψε τοῦ Πηλουσίου,
καὶ οἱ κακὲς αἰρέσεις βοοῦν εἰς τὰ διδασκαλεία.

II

Ἔτσι κἀγὼ ἐμνημόνευα τὴν πανόλβιό μου ἤβη.
Μακάριε πάτερ μου! Πρωτοκωμήτης τότε
αὐτὸς στὴν βασιλίδαν ἔπλευσε καὶ τῆς Αὐγούστας
πρὸς χάριν τῆς κώμης ἐκέρδησε τὴν προστασία,
τοῦ Λέοντ’ ἀνακαίνωσε, τὴν παλαιὰ αὐτοπραγία.
Ἅμα μὲ τὸν πρεσβύτερο Βίκτορα, ἀνεψιό του
ἔλαβαν δάνειο δὴ εἴκοσι χρυσῶν ὀβρύζων σόλδιων
ἐκ τοῦ καστρησιανοῦ τῆς τραπέζης ἀργενταρίου
’ς ἕξ μῆνες νὰ ἐξοφλήσωσι. Καὶ πάλιν στὴν πατρίδα,
ὁ πατήρ μου, ὁ Ἀπολλῶς Διοσκόρου, γενεῆθε
τῆς Ἀφροδίτης δυνατός, ἔκτισε προτοῦ θάνῃ,
μονὴ ποὺ ἀφιέρωσε στοὺς Χριστοφόρους Ἀποστόλους.
Ἔτσι ἀπὸ Αὐρήλιος ἔγινε Φλαύιος, καὶ ἀββᾶς στὸ τέλος.
Ὅμως προβλεπτικός ἐμένα πάλιν στὴν Φαρία
κοῦρο ἔπεμψε ῥητορική νὰ μάθω καὶ πανδέκτες.
Ἦταν τὸν καιρὸ ὅταν ἐκεῖ ὁ Ἀντιοχείας Σευῆρος
κοιμήθη ἐξόριστος καὶ ἦσαν οἱ χρόνοι ποὺ ὁ γραμματικός
Ἰωάννης ἐκ τῶν φυσικῶν ἐστράφη στὴν θεολογία,
Καὶ ὥς ὁ ἥλιος κάτισχνος δὲν ἔλαμπεν ἀλλὰ λιμνήτης,
ἐγώ, θεράπων τῶν Μουσῶν, ἐσχόλαζον στὸν Νόννο.

Ἐπανῆλθον, κατέλειψα τὶς Μοῦσες καὶ ἄλοχο ἔλαβα
τὴν θυγατέρα τοῦ Ἰωάννη Κορνηλίου, τὴν Σοφία,
κόρη αὐτὴ μὲ τὶς ἀρετές καὶ τὸ σφρίγος τῆς ἐπαρχίας.
Μετά, στὴν Ἀνταιούπολι, παρὰ τὸν κόμητα Ἀμμώνιο
ἦλθον, νὰ δεφενδεύω ὡς ἔκδικος, τὸν λαό στὸν ἄρχοντα.

Τοῦτος, ἀφότου ἀπέκτησε κτήματα στὴν Παφία
ἔγινε προστάτης ἡμῶν, ἔθεσε δὲ τὰ μέτρα.
Ὅμως ἅμα ἀπεβίωσε, ὁ Ἰουλιανός ὁ ἰλλούστριος
φθονερός, νὰ μᾶς θέσῃ ἠθέλησε στὴν παγαρχία
τοῦ ἀνταιοπολίτου νομοῦ, πρὸς βία τῆς προνοίας
τῆς Αὐγούστας καὶ τοῦ Δουκός. Προφάσει φόρων
ἐπέδραμε στὰ ἡμέτερα κτήματα, οὐδ’ ὤκνησε
νὰ τὰ πορθήσῃ, πλειότερο βαρβάρων λυμαντήρων,
χεῖρον λοιμοῦ! Καὶ μεῖς ποὺ οὔτε μᾶς ἔλειπε τροφή
οὐδὲ εὐζωίας σκεύος, ἄποροι μείναμε ἀνίκανοι
καὶ φόρους ν’ ἀποτίσωμε εἰς τὸν δημόσιο λόγο.

Ἤδη ὀρφανὸς τοῦ ἐμοῦ πατρός ποὺ τὸ πρᾶγμα κατεῖχε
εὐλαβῶς, τὴν Μοῦσα ἀνεκάλεσα    ἵνα διδάξω
στὴν Δέσποινα ὅλα τἀδικήματα ποὺ μᾶς περιῆλθον:

«οἶδε ὁ Θεὸς πάντα τὰ παρʼ αὐτῶν κατὰ τῶν νόμων
πεπραγμένα, καὶ τὰς γεναμένας μιαιφονίας»

Ἅμα μὲ τὸν πρεσβύτερον ἀδελφό μου Σενούθη,
πρωτοκωμήτη, νὰ συνάξωμε τὸ κοινὸ ἠθέλομε,
πρεσβυτέρους καὶ κτήτορες, καὶ τεχνῖτες ἀκόμη
ἵνα ὑπογράψουν. Καὶ ἤγομε ὅπου αὐτοὶ ἐφοίτων
καὶ δρέψαμε πεντήκοντα καὶ ἕναν συνόλως.

Πρῶτα ἡμεῖς πολεύσαμεν ἀνὰ τὶς ἐκκλησίες:
Τὸν ἀπᾶ Βίκτορα εὕρομε στὸν κεντρικό ναό
τὸν ἀπᾶ Πέτρο, περὶ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους,
τὸν Προμαῶ, στὸ καθολικό τοῦ ἀγίου Προμαῶτος,
καὶ τὸν Ἀνοῦφι, στὸ καθολικό τοῦ ἀπᾶ Μουσαίου,
τὸν Ψάιο, στὴν νοτινή ἐκκλησία τῆς κώμης,
καὶ τὸν Καλλίνικο στὸ ναὸ τῆς ἀμᾶς Μαρίας,
στοῦ μαρτύρου Μηνᾶ, τὸν Βίκτορα, στ’ἁγίου Βίκτορος,
τὸν Εὐλόγιο· Στὴν καινή ἐκκλησία, τὸν Βίκτορα,
καὶ τὸν ἀπᾶ Ἀβραάμιο στὸν ἁγίο Ῥωμανό.
Μετά, στὴν ἀγορά τῆς κώμης, στὰ ἐργαστήρια
τοὺς κεφαλαιωτές τῶν τεχνιτῶν ζητήσαμε
νὰ ὑπογράψουν. Ἦταν ἐκεῖ  ταβελλίων τῆς κώμης
πρῶτος ὁ Ἰερεμίας, ἔπειτα, ὁ Κωνσταντῖνος
ὁ χαλκοτύπος, ὁ Δωραντίνοος ὁ οἰνοπράτης,
ὁ Ἰωσήφις, γναφεύς καὶ κεφαλαιωτής·
τῶν τεκτόνων ὁ κεφαλαιωτής, Φοιβάμμων,
τῶν καυνακοπλοκῶν, ὁ Ὡρουῶγχις Μαθείου,
τῶν πακτωνοποιῶν, ὁ Ἰερεμίας τοῦ Φιβίου.
Ἀφοῦ δρέψαμε τὶς ὑπογραφές ὅλων αὐτῶν,
καὶ γράψαμε καὶ μεῖς καὶ ὁ Πιλάτος ὁ νομικός,
καλέσαμε τούτους τοὺς συντελεστές τῆς κώμης,
χρυσουποδέκτες καὶ κυρίως τοὺς κτήτορες:
καὶ ἦταν ἐκεῖ ὁ Ἀπολλῶς Ἰωσηφίου, ὁ βοηθός
αὐτοῦ Ἑρμαυὼς καὶ ὁ Αὐρήλιος Ἰακώβ Φοιβάμμωνος·
καὶ οἱ γημόροι ἅπαντες, ὁ Γεώργιος τοῦ Ψεμπνούθου
ὁ Ἰσαὰκ Μουσαίου καὶ ὁ Φοιβάμμων Ψενθαησίου
ὁ Φοιβάμμων Φιβίου καὶ ὁ Ἐνὼχ Ἡρακλείου
ὁ Ἀβραὰμ Ἀνουφίου καὶ ὁ Ἁμαΐς Ἀβρααμίου,
οἱ Φλαύιοι Βισσουρούς, Θεότεκνος Ψαΐου
ὁ Κύρος Βίκτορος καὶ ὁ Μαθίας Ἰωσηφίου,
σύμπαντες μεῖς
                                ἐπιδεδώκαμεν διδασκαλία
                                πρὸς εἴδησιν τῆς δεσποίνης ἡμῶν.

ΙΙΙ

Τότε νὰ ἀποβιώσῃ ἔτυχεν ἡ Αὐγούστα Θεοδώρα,
καὶ ἀναπόκριτος ἔμεινε τούτη ἡ ἡμετέρα δέησις.
Ὀπότε ἐγώ ἔφυγα ―ὄπως πρό δέκα ἐτῶν ὁ πατήρ μου―
στὴν βασιλίδα καὶ ἔνδοξο Ῥώμη τοῦ Κωνσταντίνου
μὲ τοὺς Καλλίνικο, Ἀπολλῶ καὶ Κῦρο (ἀντί Σενούθου)
τῆς κώμης πρεσβευτές στὸν Φλαύιο Παλλάδιο, τοῦ θείου
κωνσιστωρίου κόμητα, τὸν ἰλλούστριο Ἰουλιανό
ἡμεῖς νὰ καταγγείλωμε κατά τὸν νόμο

πὼς μὲν παρέβη τὸ δοτό σὲ μᾶς αὐτόπρακτο
πὼς δὲ οὔτε ἀπέθεσε τοὺς φόρους στὸν δημόσιο λόγο.
Καὶ ὁ κόμης ὡμολόγησε τὰ δικαιώματα ἡμῶν
καὶ στὸν Δοῦκα κέλευσε νὰ τἀποκαταστήσῃ
καὶ θείον ὑπομνηστικό ’ς ἡμᾶς παρέδωσε·
ἐν τῇ πρὸ πέντε εἰδῶν Ἰουλίου τοῦ εἱκοστοῦ καὶ πέμπτου
ἔτους τοῦ δεσπότου ἡμῶν Φλαυΐου Ἰουστινιανοῦ,
αὐγούστου καὶ αὐτοκράτορος αἰωνίου καὶ καλλινίκου.

Τρεῖς χρόνους διήγαγον στὴν βασιλίδα πόλι,
ἄλλωστ’ εἶχον καὶ πράγματα κληρονομικὰ νὰ φτειάσω.
Εἰδήσεις ἔφθαναν ὅτι ὁ Ναρσῆς στὴν Ἰταλία
τῶν Γότθων καὶ Φράγκων κατίσχυε καὶ τὸ ἴδιο θέρος
σεισμὸς ἔσεισε πολλαχοῦ τῆς ἀρχῆς τῶν Ῥωμαίων,
τόσον, ὥστε κατέσκαψε τὴν ἀγλαὴ Βηρυτό,
τὰ περιλάλητα δαιδάλματα οἰκοδομίας
καὶ τὸ διδασκαλεῖο ὅπου φοιτοῦν οἱ εὐπατρίδες

ἐπήλυδες νὰ μάθωσι τοὺς νόμους τῶν Ῥωμαίων.
Κύμα κατέκλυσε τὴν Κῶ καὶ ἐρήμωσε τὴν νῆσο,
ἐνῷ ἡ Ἀλεξάνδρεια ἐλαφρῶς μόνον κλονίσθη.
Τοῦτα μἐδιηγήθη ὁ νεώτερος ἐμοῦ Ἀγαθίας,
Βυζάντιος ποὺ ἔφυγε τῆς πόλεως τοῦ φάρου
―’ς ταὐτὸ διδασκαλεῖο φοιτητής ὅπου ἐγὼ ἐφοίτων―
καθὼς φοβεῖτο ὅτι στὴν Αἴγυπτον οἱ οἰκοδομές
δὲν κτίζονται μέγα σεισμό τέτοιον νὰ ἀντέξουν.

Στὴν βασιλίδα γνώρισα καὶ ἄλλους θεράποντες
τῶν Μουσῶν ἀλλὰ ἐγὼ ἔπρεπε νὰ ἀφήσω τοὐμιχλῶδες
καὶ νοτερό Βυζάντιο καὶ τὶς διάφωτες λέσχες,
καὶ νὰ ἐπανέλθω στὴν μητέρα μου, τὴν πότνια Θῆβη.
Κἂν ἐγὼ χρόνισα στὴν χθόνα τοῦ παμβασιλέως
δὲν ἦταν νὰ διζήσωμαι πλούτο καὶ ὄλβο ὅπως ἄλλοι
―θὰ ἐννοήσῃς τοῦ Ἀπίωνος τὸ γένος, τὸ φαντάζομαι―
μὰ τῶν ὑγιῶν μου τὴν βιοτή, μὴν τοὺς ἰδῶ νὰ χάνωνται.

IV

Ὅπως ὁ τέττιξ στὴν ἀκμή τοῦ θέρους τερετίζει,
γέμει τὴν νύχτα ὅλη μὲ τἄσμα του καὶ τυτθὸς τόσον
λιγαίνει αὐτὸς τὸν ἄφθιτο Θεό, ἔτσι ἤλπιζον ν’ ᾄδω.

Τέτοιους καιροὺς ποὺ πήματα κακά ἀπειλοῦν νὰ φθείρουν
τὸν οἰκεῖο κόσμο, ἡ ἐλικῶπις μου δέσποινα, ἐγένναε
ὡς ἄρουρα παιδιὰ ἐνῷ γώ μέριμνα εἶχον τὴν κώμη
―ἤδη πρωτοκωμήτης― καὶ τὴν πάτρια περιουσία
καὶ μίσθωνα ἄρουρες ἀντί μέρους τῶν γεννημάτων,
καὶ ἅμαξες, πρὸς διακομιδή τῶν γεννημάτων―
σὲ ποιμένες, βοσκές καὶ ἑνίοτε δάνειζα χρήματα.

Διὰ μίαν ἴνδικτο σχεδόν ἡ κώμη εἰρήνευε ἐλευθέρα,
ἐπὶ ὁκτὼ παγαρχῶν νὰ σέβωνται τὰ καθεστῶτα,
μέχρις ὅτου ὁ Ἰουστινιανός ἀπεβίωσε, ἐρῆμο
τὸν φίσκο ἄφησε, κἄμεινε καὶ ἡ κώμη ἄνευ προστάτου.

Στὴν γειτονικὴ κώμη Φθλά ἀνήμεροι ποιμένες
κατέλαβον βοσκές μου, ὑπό κάποιον Κῦρο βοηθό
τοῦ νέου παγάρχου Μηνᾶ, ἄλλοτε σκρινιαρίου
τῆς κυρᾶς Πατρικίας, κοὐδὲν ἄγνωστος μ’ ἦταν.
Μετὰ ὁ Μηνᾶς μὲ κέλευσε ν’ ἀποτίσω τὸν φόρο,
ἂν κἀγὼ οὐδὲ τὶ εἰσέπραξα μίσθωμα πάμπαν.
Ἀλλ’ αὐτὸς δὲν ἡσύχασε μὲ ἐμέ. Διέταξε τὸν κόμη
Σερῆνο τὸν σχολαστικό νὰ πέμψῃ διοικητές του
στὴν ἑτησία ζῳαγορά τῆς Θινός νὰ ἐνεδρεύσουν
τοὺς ἡμετέρους ―δεκατρεῖς ἦσαν ἐκεῖ― κωμήτες,
νὰ τοὺς συλλάβουν καὶ ς’ αὐτόν νὰ παραδώσουν.
Ὁ Μηνᾶς τοὺς φυλάκισε δι’ ἑξάμηνο καὶ ἀφοῦ
τοὺς βασάνισε ζήτησε αὐτῶν νομίσματα
―ἑκατὸν καὶ δεκαεπτά, δῆθεν ἔναντι φόρων―
ἀλλὰ κατόπιν ἅρπαξεν αὐτῶν καὶ ζῴα καὶ ὅσα
ἦσαν ἡμιθανῆ ―κάποιους ὄνους τε καὶ καμήλους―
τὰ ἐκποίησε σὲ χαμηλή τιμὴ καὶ ἀντέμειψε
τὸν ἰλλούστριο Σερῆνο μὲ ἕναν ἵππο καὶ πέντε ὄνους.
Παρήκουσε τὴν ἐντολή τοῦ Δουκὸς δὲ ὁ Μηνᾶς,
νὰ ἀποζημιώσῃ αὐτούς. Καὶ ἀντ’ αὐτοῦ τοὺς τιμώρησε
―ἐπεὶ στὸν Δοῦκα ἐφήκαντο― μ’ ἐπιπλέον τέσσαρες
μῆνες ἐγκάθειρξι στὴν φυλακή στὴν Ἀνταιούπολι.

Ὁ φρεναπάτης πάγαρχος μετὰ ἔφραξε τὴν διώρυγα
καὶ κατέστησεν ἄβροχες τὶς ἡμετέρες γαῖες·
Ἀφοῦ ἔκαμε ἄκοντα τὸν σύζυγο τῆς ἀδελφῆς μου
πρωτοκωμήτη, πόρθησε τὸ σπίτι του, κατέσχε
τοὺς ἀγρούς του, συνέλαβε καὶ τὸν ὑγιό μου ἀκόμη.
Ἑπτακόσια νομίσματα ἀπήτησε τῆς κώμης
καὶ πόρθησε αὐτὴν καὶ ἔμπρησε καὶ κατεσάθρωσε
μὲ βουκελλᾶτα παγανῶν ἢ ληστῶν καὶ ποιμένων,
τὰ περίλαμπρα οἰκήματα τῶν ἀρχαίων κτητόρων.
Οἱ ἄτακτοι τοῦτοι λήσταρχοι λεηλάτησαν τὰ πάντα,
τῶν πατρίων μᾶς δίωξαν καὶ οὔτε τὸ μοναστήρι
σεβάσθησαν, οὐδὲ τὶς μοναχές οἷες διεκόρευσαν.

V

Μείναντες ἄθλιοι κἀνεκδίκητοι―  τὸν οἶκο μου ἔπηρα
καὶ στὴν Ἀντινόη προσέφυγον ὅπου καὶ ὁ νομικός
Ἰωάννης μ’ εὗρε ὀφφίκιο στὴν τάξι τοῦ Δουκός.
Ἔτσι ἔσῳζον τὴν οἰκογένεια μὲ νέους πόρους
καὶ ὡς νομικὸς τῆς αὐλῆς τὸν πάγαρχο πολέμιζον.
Δι’ ἐγκωμίου τὸν Βίκτορα πραιφέτη εὐγνωμόνησα,
δύο ἱκεσίες ἔγραψα στὸν δοῦκα καὐγουστάλιο
Ἀθανάσιο, καὶ περιέγραψα ὅ τι  συνέβη,
καὶ πανηγυρικό, στὸν νέο βασιληᾶ Ἱουστῖνο:

«Ἰουστῖνος ἡμῖν ἵκανεν φερέσβιος ἐσθλοσυνάων
Ἱουστῖνος ἡμῖν ἵκανεν, ἐλευθερίης καὶ ἀρωγῆς
δεινῶν σφαλμάτων λαθικηδέος ἤγαγε τέρψιν
ἀνδράσιν τε κρατεροῖς πολυτερπέσιν ἡδὲ γυναῖξιν»

ἔλεγα, μὰ αὐτὸς ἔφερε τὴν ζωή, συνήγαγε τὰ ἐσθλά;
Καὶ ἐλάθομε τὰ κήδη ἡμεῖς, ἐλευθερώθημεν αὐτῶν;
Ἔδειξε μῆτιν ἄνακτος, καὶ τίναν παρουσία;
Κατήργησε τὴν μίσθωσι τῶν ἀξιωμάτων ὥστε
οἱ τοπάρχες νὰ μὴν πειράωνται ν’ ἀποζημιωθοῦν,
μὰ τοῦτοι ἐλευθερώθησαν πάσης λογοδοσίας.
Πρὸς τὴν Ἐκκλησίᾳ, ἥθελε νὰ εἰρηνεύσῃ τὴν ἔριδα
τῆς Χαλκηδόνος, ἀλλὰ ὁ Κωνσταντινουπόλεως
Ἰωάννης στὸ τέλος ἐδίωξε μονοφυσίτες
κἀνυπόστατες ἄφησε τὶς μονὲς καὶ φυλάκισε
στὴν Χαλκηδόνα αὐτὸν τὸν Ἰωάννη τῆς Ἐφέσου.
Μετά, ἔθνη ἐπέδραμον στὴν Ἰταλία. Ὕπατος ὁ ἴδιος
καθὼς φείδετο δαπανῶν ἀμέλησε νὰ δώσῃ
τὸ φόρο τῶν σπονδῶν σὲ Πέρσες τε καὶ Ἀβάρους.
Μὲ τρεῖς πολέμους σύναμα, γνώρισεν ἧττες τρεῖς,
μαλακίσθη καὶ παρεφρόνησε· καὶ ἔστεψε καίσαρα
τὸν Τιβέριο τὸν στρατηγό. Καὶ τοῦτος ἀφοῦ εὗρε ἕμπλεο
τὸν φίσκο, ἐποίησε σπονδές, ἀνέστειλε τοὺς φόρους
λοιμοῦ ἕνεκα καί, ’ς ὅ τι μᾶς ἀφορᾷ, τὸν διωγμό.

VI

Μετὰ τὴν ἐξορία ἑπτὰ ἐτῶν νοστήσαμε στὴν κώμη.
Ἄφησα συναλλάγματα, διαθήκες, διαιτησίες,
πάλιν νὰ δράξωμαι τὰ τῆς περιουσίας. Κάποια
πωμάρια ἔδωσα, ἐξόφλησα κάποιο τοῦ πατρὸς χρέος,
μερίμνησα τῆς εὐαγοῦς μονῆς, ποὺ μὲ δωρεά
(τοῦ Φοιβάμμωνος) αὔξανε, ἑνὸς ξενοδοχείου.

        Ὦ Θήβη πᾶσα χόρευσον, εἰρήνη δέχου!
        Οὐ θεωρεῖς ἔτι περί σου τὴν κακουργία,
τὴν κρίσι τῶν ἀναίσχυντων, τὸ δέος τῶν βαρβάρων.
Ὁ Νεῖλος φιλοπάρθενος ὑδραίνει ὅλην τὴν γῆ
καὶ τούτη θάλλει μὲ καρπούς σὲ θεόπνευστο εἰρήνη,
τῆς ἀχράντου καὶ ὁμοειδοῦς Τριάδος ἀρωγῆς δῶρο.

Ἔτσι λοιπόν, πόρρω κακῶν εἶχον καιρὸ νὰ πλέξω
στίχους, γὼ ὁ Φλαύιος Διόσκορος τοῦ Ἀπολλῶτος ὑγιός
τοῦ γένους τοῦ Ψιμανοβέτ, θεράπων τῶν Μουσῶν,
κεῖνος ποὺ ὡς τοῦ Θεοῦ παμβασιλέως ἄθλιος
οἰκέτης ἔλαχον τὰ δίκαια τῆς κώμης νὰ ἐκδικήσω.

ΕΠῼΔΟΣ

Σὺ ποὺ σὲ κηρό δέρκεσαι τοὺς τύπους τῶν προσώπων
ἡμῶν σὲ κέδρου μνήματα, δὲν βλέπεις τὰ δυσίμερα
δάκρυα ποὺ ἐκεῖνα ἔλειψαν ὅσον εἶχον πνοή.
Στὸ σύσκιο σχολαστήριο τὸν Διόσκορο μιμνήσκοι
μὲ βύβλους ν’ ἀναπαύεται κυκλωμένος, ὡσὰν τοῦ Ὁμήρου
πολέμαρχος μὲ κτέρεα     ὀσμὲς πηλοῦ καὶ κόπρου,
καὶ τῆς πλάσης μελίσματα ―στὴν Παφία, μακάριο.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ι.

ὄχθη τῶν νεκρῶν: δυτικὴ ὄχθη τοῦ Νείλου ὅπου θάβονταν οἱ Φαραώ

ἄρουρες: χωράφια

πωμάρια: ὀπωρῶνες, κῆποι

ἀρουραβάτης: ποὺ διαβαίνει τὰ χωράφια, προσωνύμιο τοῦ Νείλου

Ἀφροδίτης. Εἶναι ἡ  Ἀφροδίτης πόλις (Per-Wadjet, ϫⲕⲱⲟⲩ, ⲧϣⲕⲟⲟⲩ, ⲧⲕⲟⲟⲩ) μετὰ τὴν ἀλεξανδρινὴ κατάκτηση, ποὺ ἀφοῦ ἔπαυσε νὰ εἶναι πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ περίεπεσε σὲ κώμη. Ἀλλιῶς: Παφία, Ἀφροδιτώ

ἔμβολος: προβλήτα φόρτωσης

αἰσίες ἐμβολές: ἔτσι καλοῦνταν οἱ φόρτοι σίτου ποὺ ἔδιδε ἡ Αἴγυπτος στὴν ‘Ρώμη (Κωνσταντινούπολι)

τὸν μέγα ἀετὸ Παχώμιο ἔλουσε διοπετὴς δρόσος: ὁ Παχώμιος σημαίνει κοπτιστὶ ἀετός. Ἀναφορὰ ἀπὸ τὸν βίο τοῦ Μεγάλου Παχωμίου ποὺ δημιούργησε τὸν κοινοβιακὸ ἀσκητισμό, ὁποῦ δρόσος ἐξ οὐρανοῦ τὸν ἔλουσε

ἀββᾶς ἢ ἀπᾶς Σενούθης: σημαντικὸς ἅγιος τῶν Κοπτῶν

γλῆνες: ὀφθαλμοί

βύβλοις: παπύρους

ἐνναετήρων: κατοίκων ἐκ τοῦ ναίω

βασιλίς: βασιλίδα πόλη, ἡ Κωνσταντινούπολη, παρακάτω, Ῥώμη τοῦ Κωνσταντίνου, Βυζάντιο

πόλεμοι αἴρονται: πόλεμοι ξεσποῦν

ΙΙ.

πανόλβιο: τρισευτυχισμένη

πρωτοκωμήτης: πρόεδρος τῆς κώμης

Αὐγούστας προστασία: παρακάτω Δέσποινα, εἶναι ἡ Θεοδώρα τοῦ Ἰουστινιανοῦ, ἡ ὁποία ὡς μιαφυσίτισσα ἔδειξε συμπάθεια στὴν κοπτικὴ κώμη. Βλέπε, γιὰ τὴν δέηση τοῦ Ἀπολλῶτος P.Cair.Masp.1.67087 .

τοῦ Λέοντ’ ἀνακαίνωσε, τὴν παληά αὐτοπραγία: φορολογικὸ καθεστὼς κατἀ τὸ ὁποῖο ἡ κώμη ἔδιδε ἀπευθείας φόρους στὴν κεντρικὴ ἐξουσία χωρὶς μεσολάβηση ἰδιωτῶν financiers, τῶν λεγομένων παγαρχῶν.

χρυσῶν ὀβρύζων: ἀπὸ καθαρὸ χρυσό.

καστρησιανοῦ τῆς (θείας) τραπέζης άργενταρίου: ὁ κεντρικὸς τραπεζίτης θὰ λέγαμε σήμερα

κοῦρο: ἀγόρι

Φαρία: ἡ Ἀλεξάνδρεια, ὡς πόλη τοῦ φάρου

πανδέκτες: ῥωμαϊκό δίκαιο

Σευῆρος Ἀντιοχείας: Πατριάρχης Ἀντιοχείας ποὺ καθηρέθη ἀπὸ τὸν Ἰουστινιανό, ως μονοφυσίτης ἀφοῦ δὲν ἀποδεχόταν τὶς άποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος.

Ἰωάννης ὁ γραμματικός: γνωστὸς καὶ ὡς Φιλόπονος. Ἀριστοτελικὸς φιλόσοφος στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ πιθανὸν δάσκαλος τοῦ ἥρωα τοῦ ποιήματος, Διόσκορου. Άμφισβήτησε τὴν θεωρία τῆς κίνησης τοῦ Ἀριστοτέλους, καὶ διατύπωσε πρώτη φορὰ τὴν θεωρία τῆς ὀρμῆς γνωστὴ σήμερα ὡς νόμος τῆς ἀδρανείας. Μετὰ τὸ 540 περίπου πέρασε στὴν θεολογία ὅπου ἐφήρμοσε ἀριστοτελικὲς ἔννοιες (πχ. ὁμοειδὴς ἀντὶ ὁμοούσια Τριάς) καὶ κατηγορήθη γιὰ τριθεΐα.

ἥλιος κάτισχνος δὲν ἔλαμπεν ἀλλὰ λιμνήτης: Κατὰ τὸν Ἰωάννη τῆς Ἐφέσου ἀπὸ τὸ 535 γιὰ περίοδο ὁκτὼ ἐτῶν ὁ ἥλιος ἦταν ἀδύναμος καὶ ἡ ἡμέρα μικρότερη. Σήμερα γνωρίζουμε ὅτι τὸ φαινόμενο σχετίζεται μὲ ἡφαιστειακὴ ἔκρηξη.

Νόννου: Νόννος ὁ Πανοπολίτης σημαντικὸς ποιητὴς τοῦ πέμπτου αἰῶνα, μὲ γνωστότερο ἔργο του τὰ Διονυσιακά καὶ ἀφοῦ ἔγινε χριστιανός, μιὰ ἔμμετρη παράφραση τοῦ κατὰ Ἰωάννου Εὐαγγελίου. Βασικὴ ἐπιρροὴ τοῦ Διόσκορου (τοῦ ὁποίου μάλιστα ἡ κώμη βρίσκεται ἔναντι τῆς Πανόπολης).

ἄλοχο: ὁμοκρέβατη, δηλαδή σύζυγο.

ἔκδικος: defensor

ἔθεσε τὰ μέτρα: κεῖνα ποὺ μετρῶνται καὶ φορολογοῦνται τὰ χωράφια.

οὐδ’ ὥκνησε: δὲν δίστασε

λυμαντήρων: καταστροφέων, κεῖνοι ποὺ λυμαίνονται κάτι.

διδάξω: πληροφορήσω, ἐξηγήσω, ἔτσι τὸ χρησιμοποιεῖ ὁ Διόσκορος. Ἡ δέηση τοῦ Διοσκόρου στὴν Θεοδώρα μὲ τὸν κατάλογο τῶν κωμητῶν βρίσκεται στὸν P. Cairo Masp. ΙΙΙ 67283.

κεφαλαιωτής: πρόεδρος συντεχνίας. Γναφεύς, ὁ βυρσοδέψης, καυνακοπλόκος, ὁ ὑφαντής καυνάκης, πακτωνοποιός, ὁ κατασκευαστής λέμβων.

κτήτορες, γημόροι: γαιοκτήμονες

ΙΙΙ.

μὲ τοὺς Καλλίνικο…καλλινίκου: P. Cairo Masp. Ι 67025

δημὀσιο λόγο: λογαριασμό, φίσκο, τὸ δημόσιο θησαυροφυλάκιο

Εἰδήσεις…ἀντέξουν: ἀπὸ τὸ ἱστορίαι τοῦ Ἀγαθίου τοῦ Σχολαστικοῦ.

κἂν ἐγὼ χρόνισα…χάνωνται. Στίχοι τοῦ Διοσκόρου ποὺ ἀπαντῶνται σὲ ποιήματά του ὅπως στοὺς  P. Cairo Masp. ΙΙ 67177, ΙΙ 67184

Ἤλυθον οὐκ ὄλβον διζήμενος  οἷάπερ ἄλλοι/ἀλλὰ πόρον βιοτοίον καὶ υἱήεσσιν ἐμοῖσιν/μὴ σφέας ὁλλυμένους ἀέκων βλεφάροισιν νοήσω

διζήσωμαι: ἀναζητήσω

IV.

τέττιξ: τὸ τζιτζίκι ποὺ ἂν καὶ μικρό (τιτθός) κράζει ἠχηρὰ (λιγαίνει) πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι ἐπαλαμβανομένη εἰκών τοῦ Διοσκόρου.

πήματα: συμφορές

ἐλικῶπις…ὡς ἄρουρα: ἡ γυναῖκα ὡς χωράφι βρίσκεται στοῦ Πινδάρου  ΠΥΘΙΟΝΙΚΑΙΣ VI, ΞΕΝΟΚΡΑΤΕΙ ΑΚΡΑΓΑΝΤΙΝΩΙ ΑΡΜΑΤΙ:  Ἀκούσατ᾽· ἦ γὰρ ἑλικώπιδος Ἀφροδίτας /ἄρουραν ἢ Χαρίτων/ἀναπολίζομεν, ὀμφαλὸν ἐριβρόμου/χθονὸς ἐς νάϊον προσοιχόμενοι·

στὴν γειτονικὴ κώμη Φθλά…διεκόρευσαν: Γεγονότα τοῦ 566 ποὺ περιγράφονται σὲ δύο δεήσεις τοῦ Διοσκόρου στοὺς P.Cair.Masp. Ι 67002 καὶ P. Lond. V 1677

βουκελλᾶτα παγανῶν ἢ ληστῶν, ποιμένων: βουκ(κ)ελλάριοι ἦσαν μισθοφόροι ἰδιωτῶν. Παγανοί σημαίνει κάτοικοι pagus δηλ. πόλεων

V.

Ἰουστῖνος…: P.Cair.Masp.  ΙΙ 16783

ἐλάθομε τὰ κήδη: λησμονήσαμε τὶς ἔννοιες

μῆτιν ἄνακτος: ἐπαναλαμβανομένη ὁμηρικῆ φράση τοῦ Διοσκόρου, ποὺ δηλώνει τὴν ἐξυπνάδα καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ κυβερνήτη.

σπόνδες: ἀνακωχή

Ὦ Θήβη… : συχνὴ ἐπωδὸς τοῦ Διόσκορου, ἐδὼ ὅπως βρίσκεται στὸ ἐγκώμιο τοῦ Ἀθανασίου P.Cair.Masp.  Ι 67097

ΕΠΩΔΟΣ.

κηρός: κερί. Ἀναφορὰ στὶς ἐπιτάφιες ἐγκαυστικὲς εἰκόνες (τύπους) ὅπως στὸ ἐπιτύμβιο (παλ. ἀνθολογία VΙΙ 602) τοῦ Ἀγαθίου: Εὐστάθιε, γλυκερὸν μὲν ἔχεις τύπον  ἀλλὰ σὲ κηρὀν/δέρκομαι, οὐδ’ἔτι σοι κεῖνο τὸ λαρὸν ἔπος

δυσίμερα: δυστυχίας (κυρίως ἀπὸ ἔρωτα), λέξη τοῦ Νόννου

σχολαστήριο: βιβλιοθήκη σπιτιοῦ, study

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

H. Idris Bell, The Byzantine Servile State in Egypt in The Journal of Egyptian Archaeology, Vol. 4, No. 2/3 (Apr. – Jul., 1917), pp. 86-
106

MacCoull, Leslie S. B. Dioscorus of Aphrodito: His Work and His World. Berkeley, California, 1988

Giovani Roberto Ruffini, Social Networks in Byzantine Egypt, 2008

Jean-Luc Fournet. Hellénisme dans l’Égypte du VIe siècle. La bibliothèque et l’œuvre de Dioscore d’Aphrodité, 2 vol. 1999