α΄
ΑΒΔΑΡΡΑΜΑΝ, Ο ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ
Oraque per centum producant pectora cantus :
Non mihi sufficerent sensus, non omne canenti
Ingenium lati uolitans per deuia mundi,
Summatim illa canam, summis et laudibus apta
FLAVII CRESCONII CORIPPI,
AFRICANI GRAMMATICI
IOHANNIDOS SEV DE BELLIS LIBYCIS
Ι
«Τὰ στόματα καὶ ἀνὰ ἑκατό καρδιὲς ἂς ποιοῦν ἄσματα:
Μὰ οἱ αἰσθήσεις δὲν μ’ ἀρκοῦν νὰ ψάλλω αὐτές συνάμα
καθὼς τὸ εὐρὺ πνεῦμα ἵπταται πανταχοῦ ἀνὰ τὸν κόσμο,
ἔτσι θὰ ψάλω τὰ ὑψηλά, ὅ τι ἱκανὸ πρὸς ἔπαινο.»
Ἔνεπε ὁ Νουμιδὸς ὁ Κόρυππος. Μὰ ἐγὼ θὰ ψάλω,
ὄχι Ῥωμαῖο, μὰ τὸν Ἱέρακα τῶν Κοραϊσιτῶν.
[στὴν αὐλὴ τῆς Βαγδάτης, ὁ χαλίφης Ἀλμανσῶρ λέγει]
«Εἴπετε, ποιὸς εἶν’ ὁ ἴρηξ τῶν Κοραϊσιτῶν;»
                                                                            ἐρώτησε
ὁ χαλίφης στὴν κυκλωτή πόλι τοὺς αὐλικούς του.
―Σύ, ὁ Ταγὸς τῶν Πιστῶν ὅς ἵδρυσε τὸ κράτος, στάσεις
ἔπαυσε, κατεῖχε ἀγῶνες, μὲ μία γνώμη διεῖπον.
―Δὲν εἶναι τοῦτη ἡ ἀπάντησις.
                                                        ― ὁ Μαυΐας μὴν εἶναι;
―Ὄχι. ―Eἶναι ὁ Ἀβδαλμαλίκ τοῦ Μαρουᾶμ;
                                                                                ―Καὶ πάλιν ὄχι.»
―Ποιὸς εἶναι, ὦ Ταγὲ τῶν Πιστῶν;
                                                            ―Ὁ Ἀβδαρραμᾶν τοῦ Μαυΐα,
κεῖνος ποὺ μήτι διέφυγε τὶς λόγχες καὶ τὶς σπάθες,
καὶ ἀφοῦ πορεύθη στὴν ἔρημο καὶ διαπέρασε θάλασσες,
ἀφίκετο σὲ φρουρητή γῆ.Ἴδετε πῶς αὐτός
τὴν ἅμιλλα τῶν φυλῶν ἀνακίνησε σὲ πόλεμο,
κέρδησε τὶς καρδιὲς τοῦ λαοῦ, συνήγειρε στρατούς,
ὀργάνωσε πόλεις καὶ παλινόρθωσε τὸ κράτος
ποὺ ἀπόλεσσε, αὐτὸς μὲ χρηστή διοίκησι καὶ φρόνησι.
Ὁ Μαυΐας, ἀναρρήθη αὐτός μὲ τοῦ Ὀμὰρ καὶ τοῦ Ὀθμάν
τὴν εὔνοια, ὁ Ἀβδαλμαλίκ, ὡς ἤδη ἀξιωματοῦχος,
καὶ ὁ Ταγὸς τῶν Πιστῶν μὲ τὸν ἀγῶνα τῆς φρατρίας του
καὶ τὴν πίστι τῶν περί αὐτήν. Ὅμως ὁ Ἀβδαρραμᾶν
τὰ ἐπέτυχε ὅλα μόνος του, μὲ οὐδεμία εὔνοια πλήν
τῆς ἰδίας κρίσεως, ἀνακείμενος στὴν φρόνησί του.»
Ἔτσι εἶπε ὁ Ἀβουτζαφάρ Ἀλμανσῶρ ―Νικηφόρος
ἀφοῦ ὁ ἀδελφός του, Ἀβουλαβᾶς Ἀλσάφφα, ὁ Αἱματοχύτης
ν’ ἀφανίσῃ ἠθέλησε αὐτός τὸ γένος τοῦ Οὐμεϊᾶ·
πάντες σχεδόν ἐφόνευσε,
                                                ἐκτὸς τοῦ Ἀβδαρραμᾶν.
ΙΙ
[στὴν ἀκτὴ τῶν Septem Fratres (Ceuta) χρόνια πρίν, ὁ Ἀβδαρραμᾶν λέγει]
Εἶναι πρωὶ καὶ οἱ νεκροὶ ἀπ’ τὸν πόλεμο δὲν νόστησαν.
Ἔνι μόνον λαλήματα κάποιων ἀπλήστων γλάρων:
Ἀποδημητικοὶ οὐρανοί τοῦ ὁπωρινοῦ πρωινοῦ!
Ἔνα μόνον λατίνι ῥόδινο ποντόθε αὐγάζῃ
καθὼς ὁ ἄσβεστος ἥλιος θάλπει
                                                        τὴν ἐρήμη ψάμμο―
καὶ ὁμοῖα τὸν ἐμέ, ἔρημο καὶ μόνο ν’ ἀναμένω
τὸν πιστικό μου τὸν Πανσέληνο νὰ μὲ κομίσῃ
τὸν ὄρκο πίστεως τῶν πελατῶν μου. Ὧ κῆποι
τῆς Ἀνδαλουσίας! Σὲ σᾶς θὲ πάλιν νὰ εὕρω
τὰ πωμάρια τῆς Δαμασκοῦ, χρυσοπράσινα, σύσκια
γλυκύκαρπα, ποὺ φράγματα ἀπὸ βασάνου πλίνθα
κάμνουν ἕρκος στὴν ἔρημο ποὺ ὁ Θεός μόνος ναίει.
Διὸ ἡ ἁγνεία ἐκλείπει ἀφοῦ τῆς ἀγκάλης τοῦ κήπου ἐκπέσεις.
Καὶ ἡ αὔρα τούτη ποὺ νίζει μου τὸ πρόσωπο, καθαίρει
αὐτὴ κάθε κακὸ ὄνειρο, ὥστε νὰ ἐμφαίνῃ
παράκαιρος ἂν μὴ νεοφανής, καθὼς ἡ φῦσις,
τῶν ἀνθρωπίνων ἔξω ἐστέκεται, ὅπως ἡ μνήμη
Τὶ πέμπει ἡ ψύχρα αὐτῆς καθώς τὰ ῥωθώνια μου γέμει
καὶ μ’ ἐκδύει τὰ πράγματα;
                                                τὶς λίθινες κυρές
τῆς Παλμύρας· τὴν Ῥεσάφα τοῦ Ἱσᾶμ καὶ τὸ προσκύνημα·
τὸ γένος μου· τῆς Δαμασκοῦ πολυρρόθους αὐλές.
Ῥαθυμία παιδική! Κἂν ἔφθασα ’ς ἡλικία ἐγώ,
νυμφίος, τὸν κόσμο ποὺ τὸ γένος μου κράτυνε, χαῖρον.
Καὶ ἐνομίζομε ὅτι τέτοιο Ἔαρ θὰ διήρκει ἀενάως
μέχρις ὅτου ἔφανη πῆμα κακό πέραν τοῦ Τίγριδος.
ΙΙΙ
[στὴν Συρία, πέντε χρόνια πρότερο]
Ἐκεῖνον τὸν καιρό, Χωρασανῖτες Μαυροφόροι
στασιάσαν καὶ κινήθησαν δυσμάς. Ἄσχολοι ἡμεῖς
’ς ἐμφύλιες μάχες ἀμελήσαμε τῆς δυσκολίας
τοῦ λαοῦ, Ἀράβων καὶ πελατῶν. Ὁ Ἀβραΐμ ὁ Ἀββασίδης
κρυφὸς τῶν Ἀληδῶν ταγός ἔπεμψε τὸν ἀπόδουλο
Ἀβουμουσλὶμ στὸ Χωρασάν, στὴν μεθόριο τοῦ κράτους
νὰ συναγείρῃ τοὺς ἐκεῖ. Μᾶς διέβαλλε στὸν λαό
ὅτι στὰ κάστρα σχολάζομε διάγοντες ἐνήδονο βίο:
«Τρεῖς ἀναλωθήσονται ὑπὲρ τοῦ θησαυροῦ σου·
υἱὸς χαλίφη ἕκαστος, οὐδεὶς κερδήσῃ αὐτόν·
τότε ἐλθοῦσι τὰ μέλανα λάβαρα ἀπ’ ἀνατολικά·
ὅταν τὰ ἴδητε πίστι δότε αὐτοῖς κἂν ἕρψητε στὸν πάγο,
διὸ οὗτος ἔσεται τοῦ Θεοῦ ὁ χαλίφης, ὁ Μαχτί.»
Ἕν ἔθνος στὴν Κοῦφα ἔφθασε, στὸ μαρτύριο τοῦ Ἀλῆ.
Στὸν ποταμό Ζαβᾶ, ὁ Ἀββασίδης Ἀβουλαβᾶς
τὴν στρατιά τοῦ Χαλίφη ἐνίκησε καὶ μίανε μὲ αἷμα
τὰ λευκὰ λάβαρα. Καὶ αὐτός, καλούμενος προφήτης
ἐστέφη χαλίφης. Ἀπέστειλε δὲ ὁ Ἀβουμουσλίμης
κατασκόπους ἵνα εὕρουν μας καὶ νὰ ἀποκτείνουν ὅλη
τὴν σπορὰ του Οὐμαϊᾶ. Προφασίσθη ἀμνηστία
ὥστε νὰ παγιδεύσῃ μας. Μὰ μὲ τἀδέλφια μου
καταφυγὴ ηὕρομε ’ς οἰκισμὸ παρὰ τὸν Εὐφράτη,
ἐνῷ τοὺς ἄλλους ἔσφαξαν ’ς αἱματοσταγὲς δεῖπνο.
Δὲν γνώρισα τὴν ταραχή τῆς μάχης, τοῦ θανάτου
τὴν πρόκληση, σὰν τὸν στρατηγὸ πατέρα μου
ποὺ στὴν Ῥωμανία ἐξεστράτευσε μέχρι τὴν Νίκαια.
Στὸ παλάτι ὀρφανό μὲ θρέψαν στὴν σκιά ἕνος χρησμοῦ.
Μόνον ἔτρωγέ μου τὸν νοῦ ἡ ἀδημονία τῆς τύχης.
Νὰ τὴν θεράπευσῃ ―τέτοια εἰρωνεία!― ὁ τρόμος.
Στὴν σκηνή μου ἔθασσον σκηπτόμενος στὴν προστασία
τῆς βροχῆς, ὅτε ἐσώρμησε μὲ κλάμα ὁ νήπιός μου
ὁ Σολεμάν, ἐπ’ ἐμέ, μάστευε κόλπο νὰ μπῆ.
Τὸν ἔσπρωξα πέρα ἀλλά ἐπέμενε νὰ κλαίῃ
ὅπως ὅταν φοβοῦνται τὰ παιδιά καὶ ψαύουν νὰ σωθοῦν.
Ὁπότε ἐγέρθην καὶ ἔκαμα νὰ βγῶ ἔξω νὰ κοιτάξω.
Καὶ ὦ! Εἶδον τοὺς χωρικούς νὰ τρέχουν ἄνω κάτω
καὶ εἶδον μέλανα λάβαρα ἀγγέλων μαυροφόρων
καὶ βγῆκε καὶ ὁ μικρός ἀδελφός μου ὁ Ἰαχιά
καὶ ἔκραζε: «ἄπαγε ἀδελφέ, ἂς φεῦγωμε ! τὰ μαῦρα
κεῖνα λάβαρα, εἶναι τὰ λάβαρα τῶν Υἱῶν τοῦ Ἀββᾶ!»
Κάποια δηνάρια ἅρπαξα ποὺ πρόχειρα εἶχον
καὶ ἔπεμψα τὸν Πανσέληνο νὰ εἰπῆ στὶς ἀδελφές μου
ποῦ ν’ ἀπαντήσουν μας ἅμα καὶ ὁ κίνδυνος περάσει.
Kρυμμένοι πέραν τοῦ χωριοῦ ἐτήρων τοὺς βουκελλαρίους
πέρι τὴν σκηνή νὰ ἀφιππεύουν κεῖ, νὰ εἰσέρχονται
νὰ ψαύσουν τὰ ἡμέτερα πράγματα, κοὐδὲν εὑρίσκοντες
νὰ ἱππεύουν καὶ ν’ ἀπομακρύνονται. Ὁ πιστικός μου
ὁ Πανσέληνος ἦλθε καὶ εὗρε μας σὺν ἔχων ἅμα
κάποιον ποὺ γνώριζε τὸν ροῦ τοῦ ποταμοῦ,
καὶ τὸν διέταξα νὰ μᾶς εὕρῃ φαριὰ νὰ φύγωμε.
Μὰ φεῦ! ὁ δοῦλος του διέφυγε νὰ μᾶς προδώσῃ
καὶ ἐφάνη πάλιν τἀμαυρό βάνδον ἐς ἄγρα ἡμῶν.
Ἐδράμομε τὸ ταχύτερο καὶ φθάσαμε στὶς ὄχθες
καὶ πέσαμε στὸν ποταμό καὶ οἱ ἑπόμενοι ἱππεῖς κράζαν
«ἔλθετε δεῦρο σεῖς, καὶ δὲν θὰ πάθετε κακό!»
Ἄριστος γὼ κολυμβητής εἶχα τὸν νήπιό μου
καὶ ὁ Πανσέληνος βοήθει αὐτός τὸν ἀδελφό μου.
Τοῦτος ὅμως φοβούμενος μὴν καὶ πνιγῇ στὸ ῤεῦμα
ἐστράφη πίσω πρὸς τὴν ὄχθη. Τὸν πλησίασα
νὰ τὸν ἐπικελεύσω τὸν ποταμό νὰ διασχίσῃ
μὰ τοῦτος πίστευε τοὺς λόγους τῶν ἐχθρῶν.
―Ἀδελφέ! ἔλθε ς’ ἐμέ, δεῦρο ς’ ἐμέ! Ἔκραξα.
Τὶς αὐτῶν στὸ νερὸ ἔκαμε νὰ πέσῃ, ἀλλ’ οἱ ἄλλοι
τὸν ἐμπόδισαν, ὅσῳ γώ ἀντιπέραν ἐξέβην.
Κατὰ τὰ νῶτα μου, εἶδον τὸν ἀδελφό μου νἄχουν
οἱ μιαιφόνοι. Οὐδεμιάν ἀπειλή τοῦτοι ἀπέτεινον,
μὰ ἐπὶ τόπου τὸν ἔσφαξαν καὶ παράτησαν κεῖ
τὸ σῶμα του κἀπέρριψαν στὸ ῥεῦμα τὴν κεφαλή του,
ὡς παράδειγμα πρὸς ἡμᾶς φρικῶδες. Εἶχε μόλις
δεκατρεῖς χρόνους ζήσει αὐτός.
                                                        Τοσοῦτος ὁ τρόμος ἦταν
ὥστε ἔπνιγε τὴν ὅποιαν οἰμωγή.
                                                        Μόνον σπουδή εἶχον
νὰ φύγω νὰ κρυφθῶ! Πτερόπους, δὲν ἔνιωθα νὰ πατῶ
στὴν γῆ μέχρις ὅτου ἔφθασα σὲ σύσκιο δάσος.
Ἔτσι ἔληξαν οἱ μάκαρες ἡμέρες τῆς ἀγνείας,
ἔτσι ἔπαυσεν ὅλο τὸ ῥάθυμο πένθος τῆς ἥβης.
Ἐρήμωσαν τ’ἀνάκτορα, συλήθησαν οἱ τάφοι,
ὁ χαλίφης σὰν ἀγρίμι σφαχθείς, καὶ οἱ πρίγκηπες νεκροί.
Καὶ ἦλθεν ὁ καιρὸς ἄνοστος τῆς ἐξορίας
κἀγὼ ἀγκὰς μόνον τοῦ Θεοῦ.
                                                    Καὶ κίνησα κατόπιν
κατὰ τὴν Ἀφρική, τῆς δούλης μάνας μου πατρίδα:
λαθραῖος, διέσχισα Παλαιστίνη, Σινά, Μισίρι.
IV
[στὴν Ἀφρική]
«Ἀφέντη μου, κάποιος νεαρός Κοραϊσίτης τοῦ γένους
τοῦ Μερουᾶμ, ἀπόγονος βασιλέων, ἐν χρόνῳ
μέγας νικήτωρ θὰ γενῆ καὶ στὴν Ἀφρική
χάριν τοῦ ἰδίου καὶ τῶν γόνων του, θὰ ἱδρύσῃ κράτος·
τοὔνομά του εἶναι Ἀβδαρραμᾶν καὶ φέρει βόστρυχο
καθ’ ἑκατέρα τῶν παρειῶν.
                                                ―Ἀβδαρραμᾶν ἐμέ
καλοῦν, κἂν βόστρυχο σ’ ἑκατέρα παρειά ἀφήσω
τότε θὰ γένω βασιλεύς τῆς Ἀφρικῆς;
                                                                ―Ἀφέντη,
σὺ δὲν εἶσαι βασιλικῆς ὅμως γενεᾶς»
                                                                ὁ Ἐβραῖος
ἀστρολόγος προφήτευσε νόσφι στὸν Ἴβν Ἁβίβ,
Φιρίδη τύραννο τῆς Ἀφρικῆς. Ὁ Ἐβραῖος τοῦτος
ἦταν δοῦλος παλαίτερο τοῦ πρίγκηπος Μασλάμα
τοῦ Ἀβδαλμαλίκ, ἐκείνου ποὺ τὴν Μεγάλη Πόλι
τῶν Ῥωμαίων πολιόρκησε, καὶ τοὺς Χαζάρους νίκησε.
Ἀπ’ ἐκεῖνον ἐγνώριζε τὸν νεαρό πρίγκηπα:
Κάποτε ὁ Μασλάμα, ἕφιππος στὴν πόλι τῆς Ῥεσάφα
συνέτυχε κάποια παιδιά στὴν πόρτα τῆς ἐπαύλεως
τοῦ χαλίφη Ἱσᾶμ. ’Ρώτησε τίνος ἦταν.
                                                                    «Τοῦ Μαυΐα!
―Ἆ, πτωχά μου ὀρφανά» εἶπε, καὶ μὲ δάκρυα,
μεταξύ αὐτῶν ἐπέλεξε τὸν μικρό Ἀβδαρραμᾶν
καὶ τὸν πῆρε στὴν σέλλα του μὲ στοργή.
                                                                        «Τὶ εἶναι τοῦτο
τ’ ἀγόρι, ἀδελφέ;» ρώτησε ὁ Ἱσᾶμ καθὼς ἐξέρχετο.
«Ὑγιός τις τοῦ Μαυΐα» εἶπε. Ἐπί τ’ἀδελφοῦ του ἔκλινε,
τονθόρυσε νὰ ἀκροᾶται μόλις ὁ μικρός:
                                                                        «συμβᾶν
μέγα προσπελάζει καὶ τὸ παιδί τοῦτο θὰ γένῃ
τιμωρός.
                ―Εἶσαι βέβαιος;
                                                ―Ναί, σὲ τὸ βεβαιῶ, εἶδον
σημάδια στὸ πρόσωπο καὶ τὸν λαιμό του.»
Ὁ Ἐβραῖος λοιπὸν ἤξευρε τὸν χρησμὸ ποὺ ἔθρεφε
παιδιόθε τοῦ νεαροῦ πρίγκηπος τὴν φαντασία.
Ἀλλ’ οἱ καιροὶ ἄλλαξαν, στοὺς Ἀββασίδες ἀφωσιώθη.
Ὁ Ἴβν Ἁβίβ δε, ὅταν ὁ πατήρ αὐτοῦ Ἁβίβ φονεύθη
κατὰ τὴν στάσι στὸ Μαγγρέβ τῶν Βερβέρων, ἐπέρασε
στὴν Ἀνδαλουσία ὅπου στήριξεν Ἐπαρχικούς
κατὰ τῶν Σύρων στὴν ἐκεῖ διαμάχη. Μετὰ νόστησε
στὴν Ἀφρική· ἅμα μὲ τὴν ταραχή τὴν ἐπομένη
τῆς τελευτῆς τοῦ χαλίφη Ἱσᾶμ αὐτὸς εἶδε εὔκαιρο
τὴν ἐξαρχία τῆς Ἀφρικῆς τὴν ἰδία νὰ σφετερισθῇ,
καὶ νὰ στεφθῇ ἀμιρᾶς. Ὁ Οὐαλῆς, στὴν Συρία ἔφυγε
ἀλλ’ ἀλιτήριο τοῦτον κατηράσθη:
                                                            « Παντοδύναμε
μὴν ἐάσῃς τὸν Ἀβδαρραμᾶν Ἴβν Ἁβίβ νὰ χαρῇ
τῆν τυραννίδα του καὶ ἀνώφελοι οἱ πιστικοί του
ἁμιλλώμενοι ἂς σπαραχθοῦν· Κύριε Σὲ ἐπιθείαζω
ἐπ’ αὐτόν πέμψε τὸν παμπόνηρο τῶν σῶν πλασμάτων·
στὴν χώρα, στὸν ἀγνώμονα λαό, λιμό, πανώλη.»
Ἑξῆς τῆς πτώσεως τῶν Ὀμεϊαδῶν ὁ τύραννος
πάλιν εὗρε εὔκαιρο νὰ κτήσῃ ἐκεῖ ἰδία ἀρχή,
μὰ οἱ Ἀββασίδες αὐτοὶ ζήτησαν τὴν ὑπότελειά του.
Ἀφοῦ ἔπαυσε νὰ φωνῇ τὸν χαλίφη στὴν προσευχή
προσεδέχθη τοὺς πρόσφυγες πρίγκηπες στὸ ἀμιρᾶτο.
Ὅμως φοβούμενος αὐτούς, μετὰ τοὺς κατεδίωκε.
Ἀφοῦ πρῶτα ἔκαμε καδῆ τὸν ἕναν τῶν δυὸ ὑγιῶν
τοῦ χαλίφη Ἀλοὐαλίδ ἀφορμή μηχανεύθη
καὶ ἀμφοτέρους ἐφόνευσε, ἐπὶ δολοπλοκία.
Κάποιου ἄλλου, τοῦ Ἰσμαήλ ὑγιοῦ τοῦ Ἀβᾶν, κατέσχε
τὰ πλούτη καὶ ἔδωσε τὴν ἀδελφὴ στὸν ἀδελφό του.
Ἔτσι περὶ τοῦ Ἀβδαρραμᾶν πεπυσμένος τοῦ Ἐβραίου
κατεμήνυσε αὐτός στοὺς κατασκόπους νὰ τὸν φέρουν
καὶ τοὺς προμήθευσε ὡς δεῖγμα δύο βοστρύχους.
Καὶ πράγματι μόλις ὁ νεαρός πρίγκηψ ἀφίκετο
στὸ Ἐγγὺς Μαγγρέβ, συνέλαβον καὶ τὸν ἥγαγον στὴν αὐλή
μὲ δυὸ πυρσοὺς νὰ κρέμωνται βοστρύχους στοὺς κροτάφους.
Ἅμα τοὺς εἶδε ὁ ἀμιρᾶς κάλεσε τὸν Ἐβραῖο:
«Ἰδοῦ ὁ νεαρός ποὺ εἶπες στὴν προφητεία σου,
καὶ πρέπει νὰ θανατωθῆ.»
                                                ―Ἂν ἀποθάνῃ, τότε
δὲν εἶναι κεῖνος ποὺ ἔλεγον.
                                                Ἔτσι αὐτὸς ἐλευθέρωσε
τὸν ὀμεϊάδη πρίγκηπα.
                                        Τούτη εἶναι μόνον μία
διήγησις, ἀνδαλουσιανή. Ἄλλοι ἀλλιῶς ἔχει λέγουν:
Ὅτι αὐτός, ὁ Ἀβδαρραμᾶν, ἔφθασε στὴν Μεγγίλα
μὲ τρεῖς δούλους καὶ ὅτι ὁ Πανσέληνος, Ῥωμηὸς ἀπόδουλος
τοῦ πατρὸς του καὶ ἐπίτροπος αὐτοῦ τὸν πρόλαβε
μὲ τὸν χρυσὸ καὶ τὰ κοσμήματα τῆς ἀδελφῆς του.
Κεῖ ὁ ντόπιος φύλαρχος τὸν προσεδέχθη, στὴν σκηνή του
τὸν δεξιώθη. Μὰ κάποτε δορυφόροι
τοῦ ἀμιρᾶ κατέφθασαν καὶ μάστευαν παντοῦ
νὰ τὸν εὕρουν, ὡς συνωμότη αὐτόν ἵνα συλλάβουν.
Ἡ σύζυγος τοῦ φυλάρχου, Τεκφᾶ, τὸν ἔκευσε
στὴν σκευή της καὶ ἔτσι ἔφυγον ἄπρακτοι οἱ δορυφόροι.
Ἔτσι ὅμως ἀποχαιρέτισε καὐτὸς ὁ νεαρὸς πρίγκηψ
τὸ φιλόξενο ζεῦγος ὑποσχόμενος ὅτι στὸν θρόνο
ὅταν ἀποκατασταθῆ δὲν θὰ τοὺς λησμονήσῃ,
καὶ ἔφυγε πρὸς δυσμάς.
                                            Ὅσον πρὸς τὸν Ἴβν Ἁβίβ
ἡ νύφη του πριγκήπισσα τὸν ἄνδρα της Ἠλἰα
ἔπεισε στὰ νῶτα του αὐτόν νὰ μαχαιρoκοπήσῃ
ἐνόσῳ μὲ τὰ παιδιά του ἔπαιζε. Λοιπόν μιὰ κόρη
τῆν τίσιν ἔλαβε πρὸς τοὺς ἀδελφούς καὶ τὸ γένος της.
Ἱστορικὸς πάλι ἐκ Φουστᾶτ μνημονεύει ὅτι πέντε
χρόνους ἐκρύπτετο στὴν Βάρκη τῆς Κυρηναϊκῆς
μέχρις ὅτου ἔφυγε κατὰ Μαγγρέβ. Στὴν χώρα
τῶν λιόντων ἀφικνούμενος καὶ τῶν Βερβέρων,
εὗρε προστασία στὴν Τιχέρτ, στοῦ Ρουστᾶμ τὴν φρατρία.
Ἐγνώρισε κἄλλες φυλές καὶ τέλος ἐγκαταστάθη
στὴν περιοχή τῶν Ἰζνατῶν πλησίον τῆς θαλάσσης
στὸν πορθμό καταντίκρυ τῆς Ἀνδαλουσίας.
Σ’ αὐτὸν δὲν ἔμενε ἀλλ’ ἐκεῖ νὰ ψαύσῃ ἕνα βασίλειο.
Ὁ δοῦλος τῆς ἀδελφῆς του, Σελίμ, κατήγετο
ἀπὸ κεῖ ἀλλὰ δὲν ἄντεξε τὴν ἀλητεία καὶ στὴν Συρία
παλινόστησε. Ὁπότε θὰ ἔπεμπε τὸν παιδαγωγό του
τὸν Πανσέληνο μὲ μία ἐπιστολή πρὸς τοὺς πελάτες
τοῦ γένους του. Γνώριζε αὐτός ὅτι ὁ ὑγιὸς τοῦ τυράννου
τῆς Ἀφρικῆς κυβέρναε κεῖ καὶ ἐζήτει προστασία:
«Μὰ ὥς δὲν εἶμαι ἰδιώτης ἁπλοῦς, δὲν θὰ ἔλθω ἀλλ’ ἀμιρᾶς.»
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Ι
μήτι: μὲ μῆτιν, μὲ πονηριά
ΙΙ
βασάνου πλίνθα: λιθοπλίνθοι από βασάλτη
ναίει: κατοικεῖ
τὴν Ῥεσάφα τοῦ Ἱσᾶμ καὶ τὸ προσκύνημα: εἶναι ἡ Σεργιούπολις τοῦ Ἰουστινιανοῦ ὅπου βρισκόταν τὸ προσκύνημα τοῦ Ἀγίου Σεργίου. Ἐπὶ Ὀμεϊαδῶν ὁ χαλίφης Ἱσᾶμ, πάππος τοῦ Άβδαρραμᾶν εἶχε μεταφέρει τὸ χαλιφικό παλάτι κάνοντάς την βασιλίδα πόλη.
πῆμα: συμφορά
ΙΙΙ
μάστευε: ἔψαχνε
ἄνοστος: χωρίς ἐπιστροφή
IV
νόσφι: κρυφά
οὐαλῆς: ἔξαρχος, ἐπαρχος
ἐἀσῃς: ἀφήσεις
ἐπιθειάζω: ἐπικαλοῦμαι τὸν θεό
τὴ τίσιν ἔλαβε: πῆρε ἐκδίκηση
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Ahmed Ibn Mohammed AL-MAKKARI, Τhe History of the Mohammedan Dynasties in Spain (vol.II) μτφ. Pasqual de GAYANGOS, London, Paris, 1843
Reinhart Pieter Anne DOZY, Histoire des Musulmans d’Espagne: jusqu’à la conquête de l’ Andalousie par les Almoravides (711-1110) (t.1), Leyde,1861
ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Χρονικόν
