β΄
ΑΒΔΑΡΡΑΜΑΝ, Ο ΜΝΗΣΤΗΡ
V
[Στὴν Ἀνδαλουσία: ἡ συνωμοσία τοῦ Ἀβοῦ Ὀθμᾶν τῆς Μοίρας τῆς Δαμασκοῦ]
«Πόσοι ἤλιοι πέρασαν αὐτοῦ στὴν γῆ τῶν Ἑσπερίδων!
Πόσα φεγγάρια πόρρω τῆς Συρίας, νὰ φρουρῶμε
τἀνώφελα λάβαρα τῶν Ὀμεϊαδῶν. Καὶ ἰδοῦ ἄρτι
νὰ λαμβάνω βασιλική σφραγίδα, ἐπιστολή
ποὺ ἔπεμψε ὁ Ἀβδαρραμᾶν, ὁ ἐγγονὸς τοῦ χαλίφη Ἱσᾶμ,
τὴν ὥρα ποὺ εἶναι νὰ βαδίσωμε στὴν Σαραγόσα
σὲ βοήθεια τοῦ Ἀσσουμαΐλ, νὰ λύσωμε τῆν πολιορκία
τοῦ Ἀζζορί, ὥς διέταξε ὁ οὐαλῆς Ἰῶσεφ Ἀλφιρῖ.
Ἀναρχία καὶ πεῖνα πανταχοῦ ἀνὰ τὴν χώρα
αἴσιος εἶναι ἡ ὥρα ὁ Ἐξόριστος νὰ ἀξιώνῃ τὰ βασίλεια
δίκαια. Τοὺς πελάτες τοῦ γένους του νὰ συνεγείρω
κελεύει καὶ φιλέριδες φυλές ποὺ θὰ στηρίξῃ.
Ὅμως, θὰ ἐλάσσωμε στὴν Σαραγόσα, Ἀβδουλλᾶ ὑγιέ μου,
μὴν κἀντιληφθῆ αὐτός, ὁ Ἰῶσεφ, τὴν συνωμοσία
μὰ καὶ νὰ διδάξωμε τὸν Ἀσσουμαΐλ τὰ νέα ποὺ ἔφερε
ὁ Πανσέληνος, ἵνα αὐτός μᾶς εἴπῃ τὶ νομίζει
καὶ νὰ κρίνωμε ἂν εἶναι νὰ τὸν λογίζωμε σύμμαχο.
Εἶναι δοκῶ ἔντιμος αὐτός καὶ δὲν θὰ μᾶς προδώσῃ.
―Ἴσως, ἀλλὰ ἂν εἶναι νὰ πράξωμε ὅπως προτείνεις,
εἶν’ ἀβέβαιο ὅτι θὰ πετύχωμε. Διὸ ἡ ζήλιά του
πρὸς τὸν Ἰῶσεφ καὶ τἀξίωμα ποὺ ἀπεύχεται, τοῦ κόμητος
τῆς ταγγέρης ἴσως αὐτόν προτρέψουν νὰ ἀσπασθῇ
μὲν τὰ τοῦ Ἀβδαρραμᾶν, εἶναι δὲ πιθανόν ὁ φόβος
τῆς ἀπωλείας ὑπὸ τὴν καινήν ἀρχή, πάσης ἰσχύος
καὶ ἐπιρροῆς ποὺ χαίρει νῦν, ν’ ἀποτρέψουν αὐτόν
νὰ συστρατευθῇ μεθ’ ἡμῶν.
                                                ―Μποροῦμε ὠστόσο
νὰ ἀντιπαρέλθωμε τὸ κώλυμα, ἂν τῆν φιλοδοξία του
κολακεύσωμε καὶ τὸν φενακίσωμε ὑποσχόμενοι
πλούτους καὶ τιμές. Νὰ λέγωμε ὅτι ὁ Ἀβδαρραμᾶν,
οὐδὲν ζητεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἀσφαλής καὶ τὸ ἕνα πέμπτο
ἀπ’ τῶν λαφύρων ἔνεκα τοῦ πάππου του.»
Ἀφοῦ πεθερός καὶ γαμβρός, τὴν πολιορκια ἔλυσαν
καὶ διέσωσαν τὸν Ἀσσουμαΐλ, βεζίρη τοῦ οὐαλῆ,
σὲ δῶμα τὸν προσήγαγον καὶ τὸν ἐδίδαξαν πῶς ἔχει.
Κεῖνος τοὺς ζήτησε νὰ τὸν ἀφήσουν κάποιο χρόνο.
Μεταξύ τούτου, ὁ οὐαλῆς ἤθελε νὰ συνάξῃ
τὶς μοῖρες νὰ ἐκστρατεύσῃ στὴν ἄνω ταγγέρη
καὶ ζήτησε τῶν δυὸ ἀρχηγῶν νὰ συγκαλέσουν πάντες
πελάτες τῶν Ὀμεϊαδῶν ποὺ λόγιζε ὡς δικούς του.
«Ἀμιρᾶ μου, τοῦτο εἶναι ἀδύνατο, ἀντεῖπε ὁ Ἀβοῦ Ὀθμᾶν.
Χρόνοι ἀνομβρίας καὶ λιμοῦ ἀπέκαμον τὶς μοῖρες
καὶ τοῦτοι ἀκόμη ποὺ ἦγον σὲ βοήθεια τοῦ Ἀσσουμαΐλ,
εἶναι ἀπὸ τὴν χειμερινή πορεία πονεμένοι.
―Σᾶς δίδω ’γὼ χίλια χρυσᾶ νὰ ὠνήσουν σιτηρά.
―Χίλια χρυσᾶ χάριν πεντακοσίων πολεμιστῶν
ἐγγεγραμμένων στὸ κατάστιχο καὶ μόνον;
Δὲν ἀρκοῦν καὶ μετά, εἶναι καὶ οἱ τιμές ηὐξημένες.
―Οὔφ κάματε ὥς ἐθέλετε, δὲν δίδω τίποτε ἄλλο.
―Φυλάξατε τὸ χρήμα ὑμῶν, δὲν συνακολουθοῦμε.»
Ἅμα ἐξῆλθον τοῦ παλατιοῦ, μόνοι διεβουλευσάσθην
καὶ μετενόησαν:
                            «Ἂς λάβωμε τὰ χρήματα,
καὶ θὰ μηχανευθῶμε τι
                                        ἵνα μὴν ἄγῃ κανείς.
Μᾶς εἶναι χρήσιμα
                                ὑπέρ τοῦ ἡμετέρου σκοποῦ.»
Πράγματι μοίρασαν στοὺς ὁπλῖτες ἀργύρια δέκα
καθ’ ἕκαστον ἀντί σιτηρεσίου, ἀλλὰ σιώπησαν
πρὸς τὸ ὅλον ὅθεν κράτησαν τὰ τρία τέταρτα.
Ὁ Ἰῶσεφ ἄφησε τὴν Κόρδοβα μὲ τὴν φρουρά του
παρὰ τὸν Οὐαδαλκιβῖρ μάτην ἀναμένων βοήθεια:
«Μὰ δὲν εἶν’ οἱ πελάτες μου σὰν καὶ μᾶς ἀμιρᾶ μου·
ἔχουν νὰ θερίσουν τὶς ἄρουρες καθὼς ἀναμένουν
συγκομιδή πλουσία τὸ Ἔαρ τοῦτο. Δὲν θἄθελαν
νὰ πολεμήσητε ἄνευ αὐτῶν, καὶ σὲ παρακαλοῦν
νὰ τοὺς χαρίσῃς κάποια ἀναβολή.»
                                                                Παραμυθεῖτο
ἔτσι ὁ Ἀβοῦ Ὀθμᾶν τὸν Ἰῶσεφ. Τοῦτος ἀνεχώρησε.
Στὸν δρόμο αὐτοὶ συνέτυχον τὴν φρουρὰ τοῦ Ἀσσουμαΐλ.
Εὗρον τὸν καϊσίτη τὸν βεζίρη νὰ κοιμᾶται
μετὰ τὰ συνήθη ὄργια του κατὰ τὴν νύχτα.
Ἠγέρθη δύσκολα νὰ εὐτρεπισθῇ
                                                            ἵνα προλάβῃ
τὸν Ἰῶσεφ.
                    «Τὶ, ἐπιστρέψατε; ἔχετε κάποιο νέο;
―Ἀφήσαμε τὸν ἀμιρᾶ, θὰ σᾶς συνδράμωμε
στὸ Τολέδο ἅμα μὲ τοὺς ἡμετέρους μόλις ἔλθουν.»
Ὁ Ἀβοῦ Ὀθμᾶν ψύθισε ὅτι ἐθέλει κρύφα νὰ ὁμιλήσουν,
καὶ ὁ Ἀσσουμαΐλ αἴνευσε στοὺς οἰκέτες νὰ φύγουν.
«Εἶναι περὶ τοῦ ὑγιοῦ τοῦ Μαυΐα. Δὲν ἔφυγε
ἁκόμη ὁ διάγγελος, καὶ ἐθέλομε τὴν γνώμη σου.
―Δὲν τὸν λησμόνησα, ὅπως οὔτε ὅτι ὁ Φαλακρός
πράγματι τότε μὲ ἄφησε νὰ μάχομαι μονάχος!
Τὸ ἐσκέφθην μὲ τὴν δέουσα προσοχή λοιπόν.
Μηνύσατε στὸν νεαρό τὸν πορθμό νὰ περάσῃ
κἀγὼ θὰ ἄγω να πῶ στὸν Ἰῶσεφ νὰ τὸν δεξιωθῇ
νὰ τὸν τιμήσῃ καὶ μιὰ κόρη του νὰ δώσῃ νύφη.
Ἂν πάλιν ἀρνηθῇ, θὰ κόψωμε μὲ τὶς σπάθες
τὸ φαλακρό του κάρα καὶ θὰ δώσωμε τὸν θρόνο
στὸν φίλο ὑμῶν.»
                                Εἶπε ὁ Ἀσσουμαΐλ Ἰβν Ἁτὶμ καὶ ἔφυγε
στὸ Τολέδο·
                        ὁ Ἀβοῦ Ὀθμᾶν καὶ ὁ γαμβρός του
Ἀβδουλλᾶ Ἴβν Χάλεδ δέ,
                                            ἀφοῦ τὸν χεροφίλησαν,
πρὸς στὴν Ἐλβίρα.
                                    Μόλις ἔφυγον καὶ ὁ Καϊσίτης
ἐξέβη στὸ φῶς καὶ ὁ ἄνεμος τοῦ στέγνωσε τὴν μέθη
καὶ τὸ ἦμαρ ἔσβησε τὸν θυμό πρὸς τὸν Ἰῶσεφ,
νηφάλιο τὸν κατέκλυσαν σκέψεις: δύνανται οἱ γαῦρες,
ἐλεύθερες φυλές τῆς ἐρήμου νὰ ὑποταγῶσι
στὸν πᾶν ἐπικυρίαρχο καὶ στὶς ἰδίες βουλές του;
Ἔστρεψε τὸ γλαυκό μουλάρι του καὶ νὰ προλάβῃ
ἔδραμε τοὺς δύο συνωμότες. Καὶ τοὺς εἶπε:
«Ζύγισα τὸ πρᾶγμα μὲ προσοχή, καὶ εἶδα ὅτι ὁ νέος
ποὺ σεῖς προτείνετε
                                    εἶναι κείνου του γένους ποὺ ἕνας
μόνος ἀρκεῖ
                        ἵνα ἀναφλέξῃ τὴν χερσόνησο ὅλη
καὶ σεῖς κἀγὼ στὴν πυρκαϊά νὰ καοῦμε. Ὁ παρών δε ἄρχων
εἶναι κάποιος ποὺ ἔχω ἐπιρροή
                                                        ἐπὶ τοῦ νοῦ του
καὶ στὸν ὁποῖο βασίζομαι, καὶ δὲν θέλω ν’ ἀλλάξω.
Ἂν ὅτε ἐπιστρέψητε στὶς σκηνὲς ὑμῶν, ἐπιμένετε
’ς ὅ τι βεβούλησθε καὶ καρτερεῖτε νὰ κερδίζητε
ὁπαδοὺς ὑπὲρ τοῦ νεαροῦ τούτου, ἔναντι θαὑρῆτε μέ.
Πρῶτος ἐγώ ἐπ’ αὐτόν θὰ ἔλξω τὸ ξῖφος. Καλὴ τύχη.
―Ἡ συμβουλή σου εἶναι καὶ ἡμῶν καὶ οὕτως σκεπτόμεθα»
οἱ συνωμότες ἔφρασαν,
                                            ἀμέσως δὲ πειράθησαν
νὰ προσεταιρισθοῦν τὶς φυλὲς τῶν Μοδᾶρ καὶ Ῥαβία.
Μετὰ στράφησαν στοὺς ἐχθρούς αὐτῶν, τοὺς Ἰεμενῖτες
ποὺ ἵνα τούτους ἐκδικηθοῦν θὰ ἡσπάζοντο ὅποιον λόγο.
Βεβαίως κοινώνησαν στὴν συριακὴ φρουρά
κἄλλους φυλάρχους πιστικούς τὰ τοῦ πρίγκηπος·
σύντομα στὰ περίχωρα πάντες περί αὐτοῦ ἐλάλουν.
Τέλος, μὲ τὴν βασιλική σφραγίδα μήνυσαν ἅπαντι
πελάτῃ τῶν Ὀμεϊαδῶν καὶ πλοῖο ναυλώσαν
διὰ τὸν Πανσέληνο καὶ ἔδωσαν σ’ ἔμπιστο αὐτῶν
νὰ κομίσει πεντακόσια χρυσᾶ, ἐκ τῶν τοῦ Ἰῶσεφ,
ὁποῖος περὶ τοῦτων ἠγνόει καὶ στὴν ταγγέρη ἀπεῖχε
ὁμάδι μὲ τὸν Ἀσσουμαΐλ. Καὶ ἔτσι ἀκωλύτως δράσαν.
VI
[παραλία τῆς Ceuta]
―Ἀφέντη Ἀβδαρραμᾶν ἐπιτυχία! ἔκραξε ο Πανσέληνος
ἅμα καὶ πάτησε τὸν αἰγιαλό. «Βεβαιῶ τὸ αὐτό»
εἶπε ὁ ἐπόμενος πίσω του. Καὐτός, ὁ Πρίγκηψ ρώτησε:
―Ὄνομα τι ὀνομάζουν σε;
                                                «Ταμμᾶμ»
                                                                ―Ὁ πράκτωρ.
Καὶ ἐπώνυμο;
                        «Ἀβοῦ Κᾶλιβ»
                                                ―Ὁ ἀββᾶς τοῦ νικήτορος!
Εἴη τοὔνομα τοῦ Κυρίου εὐλογημένο! Ἄν οὕτως ἔχῃ,
μὲ δύναμι τοῦ Παντοκράτορος θὰ ἐπικρατήσωμε
στὴν χώρα σου καὶ αὐτῆς θὰ βασιλεύσωμε. Ἂν Ἐκεῖνος
ἐθέλει, θὰ σ’ ἔχω παρά τὸν θρόνο μου.»
                                                                    Πειράθησαν
στὸ πλοῖο νὰ ἐπιβιβασθοῦν μὰ Βερβέροι τοὺς ἐμπόδισαν.
Ἐδράξατο ὁ Ἀβδαρραμᾶν ἕνια τῶν δηναρίων
(τοῦ Ἰῶσεφ) ποὺ κόμισε ὁ Ταμμᾶμ, τοὺς πλήρωσε νὰ φύγουν.
Κατόπιν ἦλθαν ὅσοι δεν πληρώθησαν καὶ ἀνέλαβαν
τὸ καμηλοτρίχινο πρυμνήσιο. Κάποιος Σάκιρ
ἐκ τοῦ πλοῖου ἔσυρε τὴν μάχαιρα καὶ ἀπέκοψε
τὰ χέρια τοῦ Βερβέρου ποὺ κεῖ ἐγλίχετο,
                                                                        κἀπέπλευσαν.
VII
Περὶ τὴν ὥρα τῆς ἑσπερινῆς προσευχῆς, ὥρα
τοῦ νόστου, ὁ Ἀβδαρραμᾶν
                                                ἀφίκετο στὴν νέα του χώρα.
Οἱ συνωμότες τόν ἐδεξιωσάσθην στὴν ἀκτή,
συμπροσεύξαντο ὁμοῦ καὶ τὸν μετέφεραν στὴν πόλι
τῆς Τωρῶς ὅπου τὸν ὡμίλησαν ἄλλοι πελάτες.
Προτοῦ προλάβῃ διασπαρῆ ἡ εὐαγγελία, ὅσοι ἦσαν
οἱ συνειδῶτες περιέρρεον ἐκ πάντοθε μὲ λάβαρα,
ποὺ ποικιλόχρωμα ἔγεμον τὸ ὀπωρινὸ στερέωμα:
Ὁ Ἰῶσεφ Ἰβν Βόχτ, τῶν Ὀμεϊαδῶν πελάτης,
ὁ Ζοδαρᾶν Ἴβν Ἀμροῦ Ἀλμαδᾶζι ἐκ τῆς Μάλαγας,
ὁ Ὁσσᾶν Ἴβν Μαλῖκ Ἀλκελβῖ, νὰ προλάβουν ὀφφίκια.
Μεταξὺ τούτου, ὁ Ἰῶσεφ Ἀλφιρί ἀφοῦ βαρύνθη
νὰ ἀναμένῃ τὴν συριακή φρουρά ἐξεστράτευσε
στὴν ταγγέρη ἅμα μὲ τὸν Ἀσσουμαΐλ, τὴν στάσι
ἐνίκησε, κἀνδράποδα τοὺς ἀποστάτες ἔσυρε
στὸ Τολέδο: τὸν Ἀλοβάβ Ἀζζορί, τὸν Ἀμίρ
Ἀλαβδαρί καὶ τὸν ὑγιό του.
                                                Ἀγόρασε τὴν νίκη:
ἀμνηστία πρόσεφερε στοὺς στρατιώτες
ἂν παραδίδοσαν τοὺς ἀρχηγούς, ἐγγυώμενος
οἴκτο καὶ φειδώ αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁ Ἀσσουμαΐλ ποὺ ἐμίσει
τοὺς Κοραϊσῖτες εἰσηγήθη νὰ καρατομήσουν
τοὺς τρεῖς ὅμως διεφώνησαν οἱ λοιποί Καϊσῖτες,
καὶ ὁ Ἰῶσεφ τὴν ἀπόφασι τοῦτων ἐδέχθη.
Τότε μηχανεύθη ὁ Ἀσσουμαΐλ νὰ ἀπαλλαγῆ
ἀπὸ τοὺς ἀντιγνώμονες στρατηγοὺς και ἔπεισε
τὸν ἀφελὴ ἀμιρᾶ νὰ τοὺς στείλῃ ἐναντίον
τῶν Βάσκων, βέβαιος ὅτι τοῦτοι θὰ νικηθοῦν.
Ὅταν ἐστρατοπέδευσαν στὴν Οὐαδαράμα
ἦλθαν τὰ νέα ὅτι ὁ Ἴβν Σιχᾶβ φονεύθη καὶ ὁ Ὁσαίν,
ὡδήγει τἀπίλοιπα τοῦ βάνδου του στὴν Σαραγόσα.
«Ὑπέροχα! ὁ Ἀσσουμαΐλ εἶπε στὸν Ἰῶσεφ, ἀπηλλάγημεν!
Πρόσταξε τὶς κεφαλές νὰ πάρουν τῶν Κοραϊσιτῶν!»
Μὰ ἀφοῦ τοὺς ἐθανάτωσε τοῦτος, καὶ στὴν σκηνή του
ἑπέστρεφε, κατέφθασε ἄγγελος τοῦ ὑγιοῦ του
ἀπ’ τὴν Κόρδοβα καὶ ἔλεγε:
                                                «Ἀββᾶ μου, νέος
ὀνόματι Ἀβδαραμᾶν Ἴβν Μαυΐα ἀπεβιβάσθη
στῶν Σύρων τὶς ἀκτές καὶ οἱ πιστοὶ ὁπαδοὶ τοῦ Μερουᾶμ
τὸν προυκήρυξαν ἀρχηγό συρρέοντες ἐκ πάντοθε.»
Ἀμέσως ζήτησε τὸν Ἀσσουμαΐλ νὰ φέρουν:
«Τὶ τρομερό συνέβη τὴν κατάκλισι νὰ μοῦ διακόπτῃς;
―Τὸ πιττάκι ἀνάγνωσε» εἶπε ὁ ἀμιρᾶς στὸν σεκρετάρη του,
Χάλεδ Ἴβν Ζαΐδ, προσήλυτον Ἰσπανό. Ψύχραιμος
ὁ βεζίρης (καθὼς γνώριζε), εἶπε: «Εἶναι σοβαρό.
Πρέπει νὰ δράμωμε ἀμέσως ἐπὶ τὸν Ἀβδαρραμᾶν
προτοῦ προλάβουν τὸν συμπράξουν κεῖνοι οἰ Ἰεμενῖτες
ποὺ μισοῦν θανάσιμα ἡμᾶς, τὸ γένος τοῦ Μοδᾶρ.
―Μ’ ἀρέσκει ἡ γνώμη σου, Ἀσσουμαΐλ, ν’ ἀπάγωμε!»
Μὰ ὅταν τὸ νέο διεδόθη μεταξύ τῶν στρατιωτῶν
οἱ ὁποῖοι μὲ τέτοιες ἄτιμες θανατώσεις δυσεφόρουν
τῶν ἡττημένων ἀρχηγῶν, τέτοιας ἐπιφανοῦς
φυλῆς, τῶν Κοραϊσιτῶν, ὥστε ἦρχον κρύφα
αὐτοὶ νὰ μεμψιμοιροῦν καὶ ἤθελον πλεῖστοι
τούτων νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸν ἄτιμο ἀμιρᾶ,
ὥστε νὰ προσχωρήσωσι στὸν πολέμιο στρατό.
Ἡ νύξ μυχία σκίαζε
                                    τὶς κινήσεις· βροχή
ὥς κελάρυζε πύκαζε
                                    τὶς φωνὲς λοχαγῶν
ὡσὰν ἦταν θεόπεμπτος ὁ κελαδεινὸς ὄμβρος.
Τὸ πρωινό ὁ Ἰῶσεφ ἔρημο
                                                ἀντίκρυσε τὸ φοσσᾶτο
ποὺ ἔγεμε μόνο ἡ ἀπόβροχη
                                                    ὀσμὴ τοῦ χώματος,
ὥστ’ ἄλλαξε τὴν γνώμη του:
                                                «Ὡς πρὸς τὸ ὠφέλημα
―συμφωνῶ σοι, Ἀσσουμαΐλ, μὰ μείναμε ἔρημοι
ὀπαδῶν καὶ στρατοῦ ἵνα βαδίσωμε ἐπ’ αὐτόν.
Καὶ μᾶς λείπουν τροφὴ καὶ χρήματα καὶ ἡ χώρα τὴν ὁποῖα
πρέπει μεῖς νὰ διασχίσωμε εἶν’ ἐρῆμη καὶ στέρφα.
Ἔτσι λοιπόν προτείνω νὰ ἄγωμε στὴν Κόρδοβα
πρῶτα, βοήθεια νὰ λάβωμε, νέα ν’ ἀναμένωμε· ἴσως
τόσος δὲν εἶν’ ὁ κίνδυνος οὔτ’ ἡ στάσις μεγάλη.
―Πίστεψέ με, Ἰῶσεφ, ἡ γνώμη μου εἶν’ ἡ ὀρθή.
Ἂν ἐθέλῃς σὺ πράξε ἀλλιῶς, ἀλλὰ καιρὸ μετὰ
θὰ μετανοήσῃς καὶ ἐλεεινά θὰ οἰμώξῃς τούτου.»
Ἀλλ’ ὁ Ἱῶσεφ προτίμησε νὰ κινηθῇ πρὸς Κόρδοβα.
Τὰ πράγματα ὁ Ἀσσουμαΐλ ἔψαυε νὰ βελτιώσῃ.
Τὸν ἀμιρᾶ καθησύχασε ὅτι ὁ ἐξόριστος πρίγκηψ
δὲν ἐζήτει παρὰ ἄσυλο: «δός τον μία θυγατέρα
καὶ χρήματα νὰ παύσῃ αὐτός νὰ ἀπαιτῇ τὸν θρόνο σου.»
Οὕτως ὁ Ἰῶσεφ ἔπεμψε πρεσβεία στὴν Τωρῶς:
τὸν πρωτοσεκρετάρη του, Χάλεδ, τὸν Ὀβαΐδ,
ἐταῖρο τοῦ Ἀσσουμαΐλ, τὸν Ἰσᾶ, μισθοδότη
τοῦ στρατοῦ, νὰ προσφέρουν στὸν πρίγκηπα χλιδανά
ἐνδύματα, δύο φαριά, δύο μουλάρια,
δύο δούλους, χίλια χρυσᾶ νομίσματα.
Κατὰ τὴν πορεία, ὁ Ἰσᾶ ἐσυζήτει μὲ τοὺς ἄλλους:
«Δὲν ἐδόκουν τούτους τοὺς δυό ὡς τόσον ἀφελεῖς,
καὶ μάλιστα τὸν Ἀσσουμαΐλ, νὰ νομίζουν ὅτι τοῦτοι
θὰ ἀφήσουν μᾶς νὰ καταγάγωμε τὰ δῶρα ὀπίσω
στὴν Κόρδοβα.»
Ἔτσι ἄφησαν κεῖ τὸν Ἰσᾶ μὲ αὐτά
οἱ ἐπίλοιποι δύο, και συνέχισαν στὴν Τωρῶς.
Εὗρον νὰ συνωστίζηται κεῖ πλῆθος στρατιωτῶν:
Πελάτες τῶν Ὀμεϊαδῶν, Ἰεμενῖτες τῆς μοίρας
τῆς Δαμασκοῦ, καὶ τῶν μοιρῶν τῆς Ἰορδανίας
τε καὶ τῆς Κιννασρῖν (Χαλκίδος τοῦ Λιβάνου).
Ἠτήθησαν ἀκρόασι τοῦ διβανιοῦ τοῦ πρίγκηπος
ὅπου προήδρευε ὁ Ἀβοῦ Ὀθμάν Ὀβεϊδαλλᾶ.
Ὁ Χάλεδ Ἵβν Ζαΐδ ἀνέγνωσε τὶς προτάσεις τοῦ Ἰῶσεφ
ποὺ τόσον χαῖρον τὸν γέροντα σεΐχη, ἀφοῦ διέσῳζον
τὸν νεαρὸ πρίγκηπα τοῦ ἀγῶνος.
                                                            Τοῦτος νιώθει νῦν
ἀπηλλαγμένος τοῦ χρησμοῦ μὲ μιὰ μελαγχολία.
Μὰ τοῦτο τὸ συναίσθημα
                                            ἥκιστα κράτησε:
Ὀ Χάλεδ ὡς ὑγιός προσηλύτου μὲ πολύ ζῆλο
ἔμαθε τὴν ἀραβική καὶ ἔγινε σεκρετάρης
τοῦ Ἰῶσεφ, ὁποῖος ἄβουλος, ὥς σύμβουλο τὸν εἶχε
ὅποτε ἔλειπε ὁ Ἀσσουμαΐλ. Ἦταν τόσο ἀλαζών δε
πρὸς τοὺς ἄνδρες τῆς πράξεως καὶ δὴ τοὺς Ἄραβες
ποὺ βέβαιος ὅτι τὰ κομψά του ποικίλματα ἔπεισαν
τοὺς ἀγροίκους πολεμιστές, ὅταν ὁ Ἀβοῦ Ὀθμᾶν
νὰ γράψῃ ἔκλινε τὴν ἀπάντησι, τοῦ διέφυγε:
«Θὰ ἰδρώσουν οἱ μασχάλες σου τέτοιο γράμμα νὰ κρίνῃς!
―Ἀνάξιε σὺ! Οὐδαμῶς θὰ ἰδρώσουν διότι οὐδὲν θὰ γράψω!»
ἀγαυρὸς ἀγανάκτησε ὁ σεΐχης, ἐπὶ κόρσης
τὸν κολάφισε ―Ἄρατε αὐτόν κἀλυσοδέσατέ τον!
καὶ στρεφόμενος στὸν πρίγκηπα:
                                                            ―Ἰδοῦ πρίγκηψ μου ἡ νίκη σου:
ὅλη ἡ σοφία τοῦ Ἰῶσεφ κεῖται σὲ τοῦτον αὐτόν.
Δίχως αὐτὸν εἶναι ἀνίκανος.»
                                                    Ὁ Ὀβαΐδ, ὁ Καϊσίτης
ἀφοῦ περίμενε νὰ ἠρεμήσῃ κάπως, ἔφρασε:
«Μὴν ἀμνημονῆτε Ἀβοῦ Ὀθμᾶν ὅτι εἶναι πρεσβευτής!
Καὶ ὡς τοιοῦτος ἔχει ἄσυλο!
                                                ―Ὄχι, πρεσβευτής εἶσαι
σύ, καὶ εἶσαι ἐλεύθερος νὰ φύγῃς ἐν εἰρήνῃ. Τοῦτος
εἶναι ἔνας μιαρός ὑβριστής καὶ νὰ τιμωρηθῇ ἀξίζει.
Εἶναι πόρνης ὑγιός καὶ τοῦ ἔθνους του ἀποστάτης.»
Ὁ Ἀσσουμαΐλ ὅταν ἔμαθε τὰ νέα ἔκραξε μὲ θυμό:
«Ἔλεγον καλὰ ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸν πλήξωμε τὸν χειμῶνα!»
Πράγματι στὴν Ἐλβίρα ὁ Ἀβδαρραμᾶν
ἅμα μὲ ἑπτακοσίους ἱππεῖς ἀραβικῶν φυλῶν
καὶ πελατῶν ἐφώρμησε νὰ περιοδεύῃ
καὶ ἀπὸ μεδῖνα εἰς μεδῖνα, αὔξανε τὸ στράτευμά του:
Στὴν Ράϊα, στὴν Σιδῶνα, στὴν Μιδρούρ,
                                                                        σεΐχες καὶ δῆμος
κεῖνον κήρυσσαν ἐπικυρίαρχο. Στὴν Ἀρχιδῶνα
ὁ καϊσίτης Δζιδᾶρ εἶπε στὴν σύναξι τῶν βάνδων:
«Μὴν φωνῆτε τὸν Ἰῶσεφ, ἀλλὰ τὸν Ἀβδαρραμᾶν
υἱὸ τοῦ Μαυΐα, υἱοῦ τοῦ Ἰσᾶμ! Διότι εἶν’ ὁ ἀμιρᾶς ἡμῶν
ὑγιὸς τοῦ ἀμιρᾶ ἡμῶν! Λαέ τῆς Ράϊας, εἴπετε!
―Τὸ αὐτό!» Ἔτσι στὴν μοίρα τῆς Παλαιστίνης.
Στὴν Ἱσπαλίδα ἢ ὥς τῆν καλοῦν,
                                                        ἐν Ἀνδαλουσίᾳ Ἔμεσα,
ἀπάντησε τὸν φύλαρχο τῶν Ἰεμενιτῶν. Τότε
ὁ πρίγκηψ πάντες ἀρχηγούς συνεκάλεσε σὲ βουλή
καὶ συναπεφάσισαν νὰ βαδίσουν στὴν Κόρδοβα,
ἕδρα τοῦ οὐαλῆ.
                                Ὅπως πορεύοντο στὸν δρόμο
τὰ ποικίλα βάνδα, ἔλειπε ἕν λάβαρο κοινό. Εἶπον
νὰ ντυλίξουν σὲ δόρατος ἄκρη πράσινο φακιόλι,
μὰ καθὼς καθειμένο δόρυ εἶναι τοῦ ἡττημένου,
τούτο στήριξαν μεταξὺ δύο ἐλαιοδένδρων.
«Κείνων τῶν δένδρων μεταξύ, λάβαρο θὰ ὑψωθῇ
ὑπὲρ ἡγεμόνος, πρὸ ὅτου οὔποτε λάβαρο ἄλλο
νικήφορο ἀνασείσεται»
                                            προφήτευσε σοφός.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
V
μοίρα: jund, ἦταν συριακές λεγεῶνες μὲ δικαιοδοσία ἀνὰ περιοχή.
ταγγέρη: μεθόριος, μαρκιωνία
VI
ἀνέλαβαν: κράτησαν
πρυμνήσιο: κάβος
ἐγλίχετο: ἐπέμενε
VII
πύκαζε: σκέπαζε, έκρυβε
φοσσᾶτο: στρατόπεδο
ἐπι κόρσης τὸν κολάφισε: ἔδωσε μπουνιά στὸ πρόσωπο
Ἰσπαλίδα: Σεβίλλη
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Ahmed Ibn Mohammed AL-MAKKARI, Τhe History of the Mohammedan Dynasties in Spain (vol.II) μτφ. Pasqual de GAYANGOS, London, Paris, 1843
Reinhart Pieter Anne DOZY, Histoire des Musulmans d’Espagne: jusqu’à la conquête de l’ Andalousie par les Almoravides (711-1110) (t.1), Leyde,1861
ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Χρονικόν
