Δόμος, πόλις ϗ αγορά ―αρχιτεκτονική, πολιτική ϗ οικονομική VI: Ο νόμος του τοίχου (η)

2.3. Χῶροι ἐμπορίου καὶ συναλλαγῆς

[ΣΤΟA, ΚΑΠΗΛΕΙO] Οἱ στοὲς τῆς ἑλληνικῆς ἀγορᾶς εἶναι μιὰ κατεξοχὴν ἀρχιτεκτονικὴ μορφὴ («ἀφηρημένος χῶρος») ποὺ δέχεται διάφορες χρήσεις («βιωμένο χῶρο»). Ἡ Βασίλειος ἢ Βασιλικὴ Στοὰ στὴν ἀθηναϊκὴ ἀγορὰ ἐπὶ παραδείγματι, ἦταν μικρὴ στοὰ (58 ft ―17,75 m  πρόσοψη) τοῦ ἄρχοντος βασιλέως στὴν εἴσοδο τῆς ὁδοῦ τῶν Παναθηναίων στὴν ἀγορά, μὲ δύναμη ἑκατὸ θέσεων. Ὡστόσο ἦταν καὶ χῶρος ἐμπορικῶν συναντήσεων ἐνῷ τελικῶς ἐδἐχθη ἐλαφρά χωρίσματα μαγαζιῶν. Στοὲς ἐκτίζοντο σὲ ὁποιονδήποτε δημόσιο χῶρο, ὅπως ἱερὰ καὶ ἀγορὲς καὶ εἴτε ἁπλῶς προστάτευαν ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ τὴν βροχὴ εἴτε στέγαζαν ποικιλία χρήσεων: Ὕπνο, ἐστίαση, γραφειοκρατικες λειτουργίες, συναντήσεις πάσης φύσεως, ἐμπορικὲς συναλλαγές. Ὡς ἰδιάζοντα κτήρια δὲν ἦσαν ἀλλὰ ὁπλοστάσια καὶ νεώρια. Σχήματος γραμμικοῦ, γᾶμα ἢ μὲ προβάλλοντα ἄκρα, μὲ ἕναν στοίχο κιόνων ἢ καὶ ἕναν δεύτερο ἔσω πρὸς στήριξη τῆς στέγης ―ἢ καὶ δύο στὴν στοὰ τοῦ Φιλίππου στὴ Μεγαλόπολη, σπανιώτερο περίστυλοι (μεσαία στοά στὴν ἀθηναϊκὴ ἀγορά), καὶ κυρίως (μία ἑλληνικὴ ἐπινόηση) μὲ ἐφεξῆς θαλάμους στὴν νωτιαία πλευρά, κάποτε καὶ διώροφες, οἱ στοὲς εἶναι χρηστικῶς προπάντων δοῦλα κτήρια σὲ κάποιο δημόσιο χῶρο, πλατεία ἢ ὁδὸ ποὺ ὅμως ὡς τέτοια τὸν ὁρίζουν. Ὅθεν, ἐν γένει δὲν ὑφίστανται ἰδιάζοντα ἐμπορικὰ κτήρια στὶς ἑλληνικὲς ἀγορὲς καθὼς ἐμπορικὲς χρήσεις εὕρισκαν στέγη στὶς στοές (ὄχι ἴσως στὶς μνημειωδέστερες ὅπως ἡ στοὰ τοῦ Ἀττάλου). Ὁ Βιτρούβιος λέγει ὅτι στέγαζαν τοὺς ἀργυραμοιβοὺς οἱ ὁποῖοι εἶχαν στὸν ὄροφο τὰ θησαυροφυλάκια[i]. Ἡ ἀγορὰ δηλαδὴ εἶχε πρῶτα πολιτικὸ χαρακτῆρα ποὺ ἁπλῶς κατελάμβαναν τὸν χῶρο της οἱ ἐμπορικὲς χρήσεις ἀπὸ τὰ γειτονικὰ ἐργαστήρια καπήλων (ἁσπίδων, ὅπλων, οἴνου καὶ ἄλλων) ἢ καπηλεία, χρήσεις ποὺ ἔχρηζαν μονίμου στέγης πρὸς ἀποθήκη ἢ παραγωγή. Ὠφείλομε ἐπίσης νὰ ἐξαιρέσωμε τὴν Στοὰ τοῦ Ποσειδῶνος (ca.210 πΧ.) στὴν Δῆλο ―ἑνὸς μᾶλλον ἐμπορίου παρὰ χρηστῆς πόλεως, ἡ ὁποία στοὰ ἦταν μία ὑπόστυλος αἴθουσα 185×112 ½ πόδων (56,44×34,28m),  μὲ ἔσω κεντρικὴ κιονοστοιχία καὶ δύο περίστυλα (τὸ ἐσωτερικώτερο πρὸς στήριξη τοῦ φωταγωγοῦ), καὶ ἀνοιχτὴ μὲ κιονοστοιχία στὴν μία πλευρά, ἡ ὁποῖα πιθανὸν εἶχε χρήση ἐμπορικοῦ χρηματιστηρίου[ii].

Tabernae στὸ forum τοῦ Τραϊανοῦ

[TABERNA, BASILICA]  Στὴν Ῥώμη κοινὸς τύπος ἦταν ἡ taberna. Tabernae (ἐκ τῆς tabulae, τραπέζης) ἦσαν ἐφεξῆς μαγαζιὰ συνήθως στοὺς παρόδιους τοίχους τῶν domus καὶ τῶν insulae. Ἡ ἐπέκταση τῶν ἄστεων καὶ ἡ αὔξηση τοῦ ἐμπορίου μὲ τὴν ἐπέκταση τῆς ῥωμαϊκῆς ἐπικράτειας προυκάλεσε αὔξηση τοῦ πλήθους τῶν καπηλείων (τοῦ λιανικοῦ ἐμπορίου δηλαδή). Δὲν λείπουν βεβαίως καὶ οἱ ἐμπορικὲς ἐγκαταστάσεις σὲ fora, ὅπως ἡ ἐμπορικὴ ἀγορὰ τοῦ Τραϊανοῦ στὰ νῶτα τῆς ἐξέδρας τῆς μιᾶς τῶν στοῶν (porticus) τοῦ περιαύλιου τῆς ἀναθηματικῆς ἀγορᾶς (forum) τοῦ Τραϊανοῦ. Σχεδιασμένες ὑπὸ τοῦ στρατιωτικοῦ μηχανικοῦ Ἀπολλοδώρου τοῦ Δαμασκηνοῦ περὶ τὸ 112 μΧ., πιθανῶς μετεστάθησαν οἱ ἐμπορικὲς χρήσεις ποὺ εὑρίσκοντο στὴ θέση ποὺ ἀνηγέρθη τὸ forum. Μιὰ διώροφος σειρὰ tabernae τηρεῖ τὸ ἁψιδωτὸ σχῆμα τῆς ἐξέδρας, ἑνῷ ὕπερθε αὐτῶν σὲ ὑψηλότερο ἐπίπεδο ἀναπτύσσεται στεγασμένη μὲ σκυρόδετα σταυροθόλια ἐμπορικὴ δίοδος μὲ ἑκατέρωθε στοίχους tabernae καὶ ὑπερῴες στοὲς μὲ ἐπιπλέον tabernae. Στὶς tabernae τοῦ χαμηλοῦ ἐπιπέδου ὑπήρχαν τελῶνες  (arcarii caesariani) ἐνῷ στοῦ ὀρόφου, πιθανῶς κρατικοὶ ὑπάλληλοι ποὺ ἔδιδαν τὸ σιτηρέσιο (annona) ἢ ἐνοικιαστές. Ἐν γένει κάθε taberna εἶχε ἕνα θύρωμα καὶ μία θυρίδα ὕπερθε ὥστε νὰ φωτίζῃ τὸ πατάρι. Τούτη εἶναι ἡ μορφὴ ποὺ φθάνει μέχρι καὶ σήμερα. Ἡ δὲ στεγασμένη δίοδος εἶναι ὁ τύπος τῆς δημοτικῆς ἀγορᾶς ἔκτοτε.

τὸ forum τῆς Ῥώμης

Ἄλλος τύπος κτηρίου, οὐσιαστικῶς μία κλειστὴ στοά ―ὡς στοὰ μνημονεύεται καὶ ἑλληνιστί, εἶναι ἡ βασιλική. Ἡ ὀνομασία ἄλλωστε κατάγεται ἀπὸ τὴν Βασίλειο Στοά τῆς ἀθηναϊκῆς ἀγορᾶς. Τόσο οἱ αἰγυπτιακὲς ὑπόστυλες αἴθουσες ὅσο καὶ ἡ Στοὰ τοῦ Ποσειδῶνος στὴν Δῆλο μποροῦν κάλλιστα νὰ θεωρηθοῦν πρότυπα. Ὁ Βιτρούβιος μνημονεύει τὴν ὁμοιότητα τοῦ αἰγυπτιακοῦ ὅπως ἀποκαλεῖ, οἴκου (τρικλίνου), μὲ τὴν βασιλική[iii]. Εἶναι στενομακρὰ κτήρια ποὺ ἔπαιρναν διάφορες χρήσεις μὲ τελευταία ὥς εἴδαμε τῆς χριστιανικῆς ἐκκλησίας. Πρὸς στήριξη τῆς στέγης ἔχουν κατὰ μῆκος κιονοστοιχίες (δύο ἢ τέσσαρες) ποὺ σχηματίζουν κλίτη. Τὸ μεσαῖο εἶναι εὑρύτερο καὶ ἡ στέγασή του ὑπερυψωμένη πρὸς τῶν πλευρικῶν ὥστε νὰ δημιουργῇ φωταγωγό (ὅπως στὶς αἰγυπτιακὲς αἴθουσες). Στὰ πλευρικὰ κλίτη σχηματίζεται συχνὰ ὑπερῷο. Στὸ ἕνα ἄκρο σχηματίζεται ἐξέδρα σὲ σχῆμα ἁψῖδας. Σπανιώτερο, ὅπως στὴν Basilica Ulpia τοῦ Τραϊανοῦ ὑπάρχουν δύο τέτοιες ἁψῖδες. Οἱ ἐξέδρες ―exedrae, εἶναι ἑλληνικὸ στοιχεῖο ὅπως μαρτυρεῖ ἐκτὸς τῆς λέξης καὶ τοῦ Βιτρουβίου, ἡ στοὰ του Φιλίππου. Ἡ πρόσβαση στὶς βασιλικὲς εἶναι συνήθως πανταχόθεν τῶν ἐλευθέρων πλευρῶν (καὶ ὄχι μόνον τῶν στενῶν ὅπως στὶς χριστιανικές) θυμίζοντάς μᾶς τὴν στωικὴ καταγωγή. Κτίζονται ὑπὸ κηνσόρων (ἀξιωματούχων οἰκονομικῶν καὶ δημοσίων ἔργων), κατόπιν, αὐτοκρατόρων ―χωρίς νὰ λείπουν οἱ πάτρωνες, ὅπως ἡ κατὰ Δίωνα Κάσσιο, στοὰ τοῦ Ποσειδῶνος τοῦ Ἀγρίππα μεταξὺ Πανθέου καὶ Λουτρῶν του[iv]. Ἔχουν ὡς τυπικὴ χρήση κείνη τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου, καθὼς ἡ ἐξέδρα εἶναι τὸ βῆμα τῶν εἰρηνοδικῶν (ὅπου στὶς χριστιανικὲς ἐτέθη τὸ πρεσβυτέριο ἢ ἱερὸ βῆμα). Ἀλλιῶς, δύναται εἶναι χῶρος κοινωνικῆς συναλλαγῆς, ἐμπορικῶν συμφωνιῶν (σὰν χρηματιστήριο) ἐνῷ εἶναι ὅμορος tabernae: ἡ Basilica Sempronia (170 πΧ.) ἐκεῖτο στὰ νῶτα τῶν tabernae veteres (μόλις στὴν νοτιανατολικὴ γωνία τῆς συγκλήτου), ἐνῷ νοτιότερο ἡ Basilica Fulvia/Aimiliana (179 πΧ.), στὰ νῶτα τῶν tabernae novae argentariae (τῶν ἀργυραμοιβῶν). Ὅπως καὶ ἡ Basilica Opimia (121 πΧ.) ὅμορος τοῦ ναοῦ τῆς Ὁμονοίας, οἱ βασιλικὲς τῆς ῥεπουβλικανικῆς περιόδου δὲν ὑπερβαίνουν τὰ 40 μέτρα. Ἅμα μὲ τὸ imperium διπλασιάζονται: Ἵνα ἀνεγερθῇ ἡ Basilica Iulia (προαίρεσης Ἰουλιου Καίσαρος ποὺ περάτωσε ὁ Ὀκτάβιος) καθηρέθησαν ἡ Basilica Sempronia καὶ οἱ tabernae veteres. Ἐκτὸς τούτης καὶ τῆς Basilicae Ulpiae, ἄλλη μεγάλη βασιλικὴ εἶναι ἡ βασιλικὴ ποὺ θεμελίωσε ὁ Μαξέντιος τὸ 308 μΧ. καὶ περάτωσε ὁ νικήτωρ Κωνσταντῖνος τὸ 312. Εἶναι 80 μέτρα (260 ft) στὸ μῆκος καὶ 57 (186 ft) στὸ πλάτος, 25 (82 ft)  τὸ μεσαῖο κλῖτος καὶ 16 (52 ft) τὸ κάθε πλευρικό. Τὸ μεσαῖο κλῖτος ἔχει ὕψος 35 μέτρα (115 ft) ἐνῷ τὰ πλάγια, 24,5 (80 ft). Ἡ στέγη δὲν εἶναι ξυλίνη μὲ ζευκτά, ἄλλα σκυρόδετος μὲ τρία σταυροθόλια ποὺ στηρίζονται σὲ τέσσαρες κίονες διαμέτρου 18 πόδων καθ’ ἑκατέρα τὴν πλευρά, ἀντὶ κιονοστοιχιῶν. Ἀντιστοίχως, τὸ ἑκάτερο πλευρικὸ κλῖτος στεγάζεται μὲ τρεῖς ἐγκαρσίους θόλους μὲ τύμπανα καὶ θυρίδες φωτισμοῦ. Βασίλικες ἐκτίσθησαν σὲ πᾶσες τὶς πόλεις τῆς ῥωμαϊκῆς ἐπικρατείας, ὅπως ἡ βασιλικὴ στοὰ τοῦ Ἡρώδου στὸ περίβολο τοῦ δευτέρου Ναοῦ τοῦ Σαλωμόντος στὰ Ἰεροσόλυμα.

Basilica Ulpia (τοῦ J. Guadet 1867)

Basilica Ulpia

[ΠΑΖΑΡΙ, ΧΑΝΙ ΚΑΙ ΜΠΕΖΕΣΤΕΝΙ] Ἀπὸ τῆν ἐποχὴ τοῦ χαλκοῦ, ἀπὸ βορείου Ἀφρικῆς μέχρι Κίνας, ἁπλώνεται δίκτυο ἐμπορικῶν πορειῶν, θαλασσίων καὶ χερσαίων ὁδῶν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι κτισμένες  οἱ πόλεις. Τὸ ἐμπόριο ἔτσι δημιουργεῖ χῶρο (εἶναι κατεξοχὴν «βιωμένος χῶρος»). Ἄλλοτε εἶναι μία πανήγυρις (mouazim) ποὺ στήνεται κάποιες ἡμέρες σὲ ἀνοιχτὸ χῶρο, εἴτε χάριν τῆς ἑορτῆς κάποιου ἁγίου εἴτε ἕνεκα ἐποχῆς τοῦ διατιθεμένου ἀγαθοῦ ―μὴν ξεχνοῦμε τοὺς μουσῶνες ποὺ ἐρρύθμιζαν τους ἐμπορικοὺς χρόνους. Ἄλλοτε χωρεῖ σὲ ὡρισμένα σημεία τῆς πόλης, πύλες ἢ κεντρικὲς ὁδοὺς καὶ πλατείες, ἄλλοτε, σὲ στεγασμένες ἐγκαταστάσεις, ἐπειδὴ χρήζει ἀποθηκῶν ἢ ἐπιπλέον πρέπει νὰ ἔχει στέγη ὁ πραματευτής, καὶ ἄλλοτε γίνεται στὸ τόπο μεταποίησης ἢ ἀποθήκευσης, σὲ ἐργαστήρια ἢ καπηλεία. Ὁ Προφήτης Μωάμεθ δὲν ἤθελε μόνιμες ἐγκαταστάσεις ὥστε τὸ ἐμπόριο νὰ μὴν φορολογῆται. Ἔτσι ἀρχετυπικὴ μορφὴ εἶναι τὸ sȗq ἢ παζάρι ποὺ ὁ Προφήτης ἵδρυσε στὴν Μεδίνα, ἔνας ἄκτιστος χῶρος ποὺ ὁ κάθε ἔμπορος μποροῦσε νὰ στήσῃ τὸν πάγκο του καὶ νὰ τὸν λύσῃ ἀφοῦ τελειώσει. Ἔθεσε μόνον ἔναν ἀγορανόμο ˀāmil ˀalā l-sūq ἢ muḥtasib (محتسب,) σὰν τὸν ῥωμαῖο κήνσορα (τιμητή). Οἱ χαλῖφες ποὺ ἀκολούθησαν ὅμως, ἔκτισαν μόνιμες ἐγκαταστάσεις ὥστε νὰ συλλέγουν καὶ φόρους, ἐνστερνιζόμενοι μᾶλλον ἔτσι τὸ ῥωμαϊκὸ σύστημα. Μεδίνα, Βάσρα, Φουστᾶτ, Καϊρουᾶν, Χαλέπι, ἀπέκτησαν τέτοιες μόνιμες ἐμπορικὲς ἀγορὲς στὰ κεντρικὰ σημεῖα πλησίον τοῦ τζαμιοῦ. Στὴν ἀναπαράσταση τῆς στρογγυλῆς πόλης τῆς Βαγδάτης οἱ Herzfeld καὶ Creswell θέτουν στὶς παρειὲς τεσσάρων ἀκτινωτῶν θολοσκεπῶν λεωφόρων ἀπὸ τὶς πύλες στὸ κέντρο, σειρὰ μαγαζιῶν. Μὲ τὸν καιρὸ οἱ ἀγορὲς ἐπεκτάθησαν ἀπὸ τὴν κεντρικὴ λεωφόρο στὶς γειτονικὲς ἀγυιές. Τὰ ὅμοια ἀγαθὰ δὲ, καταλαμβάνουν ὡρισμένο τμῆμα τοῦ παζαριοῦ τὸ ὁποῖο ἔτσι χωρίζεται σὲ τμήματα.

Τὸ πρῶτο κτήριο στὴν ἰσλαμικὴ οἰκουμένη ποὺ ἔχει χρήση ἐμπορίου εἶναι τὸ fondouk, καραβανσεράι, χᾶνι (khān) ἢ wakāla. Ἡ πρώτη λέξη ποὺ χρησιμοποιήθη, fondouk, κατάγεται τῆς ἑλληνικῆς, πανδοκεῖον (ἀλλιῶς, καταγώγιον). Στὴν Ῥώμη ὀνομάζεται mansio ὅθεν προέρχεται ἡ ἀγγλικὴ mansion καὶ ἦταν ἕνα λιγώτερο στρατιωτικὸ castrum. Ἂς θυμηθοῦμε τὸ qasr τῶν Ὀμεϋάδων ποὺ ἦταν παλάτι τῆς ἐρήμου. Χᾶνι εἶναι περσικὴ λέξη ποὺ ἐμφανίζεται στὸ Μισίρι μετὰ τὸν ιγ΄ αἰ.  ἐνῷ ἡ λέξη fondouk ἐγκαταλείπεται τὸν ιη΄ αἰ.  Ἡ λέξη wakāla ἐμφαίνεται σὲ ἐπιγραφὴ τοῦ 1330 σὲ χάνι στὴν Τρίπολη: Dar-al-wakala σημαίνει σπίτι ἀποθήκευσης καὶ ἐμπιστοσύνης, γαλλιστὶ auquelle ἢ okel. Συνήθως τέτοια χάνια κεῖνται ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν διαδρομῶν ἀλλὰ καὶ σὲ πόλεις ἢ λιμένες: Στὰ χάνια κατέλυε καὶ νύχευε ὁ πραματευτής, ἀνεκούφιζε τὶς καμήλες του καὶ διεφύλασσε σὲ ἀποθήκη τὴν πραμάτειά του. Ὁπότε τὰ χάνια εἶναι καὶ ἐμπορία. Ἐκεῖ ἐπίσης ἐδύνατο νὰ εἰσπραχθοῦν ὅποια κομμέρκια, ὡς τελωνεῖο. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι βακουφικά. Δηλαδὴ τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν πορίζουν τὴν συντήρηση κάποιου τζαμιοῦ, μεδρεσέ καὶ ἄλλων ἱδρυμάτων. Ὅταν εἶναι ξένα ἐμπορία, κεῖ διαμένει ὁ πρόξενος. Ὄχι τυχαίως ἔχομε περισσότερες μνεῖες περὶ τῶν αἰγυπτιακῶν fondouk ἀπὸ εὐρωπαίους ἐμπόρους. Οἱ Ἄραβες εὕρισκαν κατάλυμα ὡσαύτως στὶς zawiya ὅπως ἀναφέρει ὁ Ibn Battuta στὴν Συρία. Πάντα τὰ ἔθνη εἶχαν funduq ὡς ἐμπορία, factories, comptoirs καὶ ἵδρυσαν τέτοια στὴν ἀντίπερα ὄχθη τῆς ῥωμαϊκῆς λίμνης, τῆς Μεσογείου. Ἔτσι ἡ λέξη fondouk ἔδωσε στὴν Μασσαλία τὸ ὀξιτανιστί, fondègue καὶ στὴν Βενετία τὸ fondego ἢ ἰταλιστί, fondaco, ποὺ ἦταν ἀκριβῶς σπίτι ξένων ἐμπόρων, Γερμανῶν ―dei Tedeschi, ἢ τῆς ὀθωμανικῆς ἐπικράτειας ―dei Turchi, εἴτε αὐτοὶ εἶναι Ἑβραῖοι, Ἀρμένιοι ἢ Ῥωμιοί.

khān Murjan, τομή

Ἡ διανομὴ αὐτῶν ἐν γένει, εἶναι μία ὀρθογωνικὴ αὐλὴ περίκλειστος μὲ ἰσόγεια μαγαζιά (ἤτοι ἀποθήκες) καὶ θαλάμους στὸν ὄροφο. Τῶν παλαιτέρων διασεσῳσμένων χανιῶν εἶναι τὸ khān Murjan στὴν σοῦκ τῆς Βαγδάτης κτισμένο στὰ μέσα τοῦ ιδ΄ αἰῶνα (760/1358) ὑπὸ τοῦ Ζαλαγιρίδου διοικήτου τῆς πόλης. Εἶναι μία ὀρθογωνικὴ αὐλὴ περιβαλλομένη μὲ θαλάμους σὲ δύο ὀρόφους. Ἡ αὐλὴ στεγάζεται μὲ ἁψῖδες ποὺ τὴν γεφυρώνουν κατὰ τὴν μικρὴ βεβαίως διάσταση. Περίδρομος ἐξώστης ἐξυπηρετεῖ τὸν ὄροφο. Μεταγενέστερο, τῆς ὀθωμανικῆς περιόδου (1156/1743) στεγασμένο χᾶνι εἶναι τὸ Khān ʾAsʿad Bāşā τῆς Al-Buzuriyah sȗq τῆς Δαμασκοῦ μὲ τετραγωνικὴ αὐλὴ στεγασμένη μὲ ὁκτὼ τρούλλους πέριξ κεντρικοῦ ἀνοίγματος ποὺ ὁρίζουν τέσσαρες κεντρικοὶ πεσσοί. Οἱ Golombek καὶ Wilber στὴν μελέτη τῆς τιμουριδικῆς ἀρχιτεκτονικῆς ἀναφέρουν ἕνα καραβανσεράι στὸ Qush Ribat βορείως τῆς Χερρᾶτ, ποὺ κατὰ τὴν βακουφικὴ ἐπιγραφὴ ἔκτισε ὁ  ἀμιρᾶς ἱερακάρης τοῦ σουλτάνου Husayn Bayqara, Shuja’ al-Din Muhammad Burunduq Barlas, τὸ 796/1393. Τοῦτο ἀποτελεῖται ἀπὸ περίκλειστο αὐλὴ μὲ αἴθουσες καὶ παράπλευρο αἴθουσα. Ἴδιόν του εἶναι τὸ μασγίδιο ἀντίκρυ τῆς εἰσόδου. Διετηρημένα wakāla εἶναι τῶν κιρκασίων Μαμελούκων Qāytbāy καὶ al-Ġūrī ποὺ περιγράψαμε στὸ κεφάλαιο τῶν καϊρινῶν σπιτιῶν, χρηστὲς πολυκατοικίες πέριξ εὐμεγέθους αὐλῆς μὲ ἰσόγεια μαγαζιὰ καὶ μνημειώδεις πύλες. Ἐπίσης τέτοια ἀπαντῶνται στὴν Ἀλγερία (Sidi Mansour στὴν Tlemcen), τὸ Μαρόκο καὶ ἀλλοῦ. Κατὰ τἄλλα, οἱ γνώσεις ποὺ ἔχομε ἔρχονται ἀπὸ σκάριφα τοῦ ιθ΄ αἰ. ὅπως τοῦ Pascal Coste καὶ περιγραφὲς περιηγητῶν ὅπως μᾶς δίδει ἡ Oueded Sennoune περὶ τῶν ἀλεξανδρινῶν, Fondouks, khans et wakalas à Alexandrie à travers les récits de voyageurs (2004) ὅπου οἱ εὐρωπαῖοι ἔνοικοι αὐτῶν τὰ περιγράφουν ὡς αὐλὲς μοναστηριῶν[v].

Khān ʾAsʿad Bāşā, τομή

Qush Ribat καραβανσεράι, πηγή: Golombek & Wilber

Amin Abad καραβάνσεράι, τοῦ Pascal Coste

Pasangan καραβανσράι, τοῦ Pascal Coste

Adji Seid Hussein Bazaar, ἐν Kashan, τοῦ Pascal Coste, ἀπὸ ‘Voyage Pittoresque’ τῆς Περσίας, χαραγμένο παρὰ τοῦ Louis Felix Penel (fl.1780-1830) δημοσιευθὲν ἀπὸ Lemercier, Paris, 1856

Κατὰ τὴν ὀθωμανικῆ περίοδο ἡ ἀγορὰ σοῦκ καλύπτεται. Οἱ στεγασμένες ὁδοί, μὲ ἑκατέρωθε μαγαζιά, λέγονται arasta. Τὸ τυπικὸ μαγαζὶ ἔχει ἐμπρὸς ξύλινο παραπέτασμα ὡς προθήκη καὶ μικρὸ ἐργαστήριο πίσω. Σε πολλὲς σοῦκ τῆς ὀθωμανικῆς περιόδου ὅπως τῆς Δαμασκοῦ ἢ τοῦ Καΐρου οἱ διόδοι καλύπτονται μὲ ξύλο. Ὡς αἴθουσα δέ, εἶναι τὸ μπεζεστένι  ―bedestan ἢ bazzāzestān, ἀκριβῶς περσιστί, ἀγόρα ὑφασμάτων. Ἀρχικῶς ἦταν ἀγορὰ πολυτίμων ἀγαθῶν ὅπως ὑφασμάτων καὶ κοσμημάτων ποὺ ἔπρεπε νὰ φυλάσσωνται. Εἶναι ἐπίσης ὁ χῶρος τῆς ἀγορᾶς ποὺ λειτουργούσε ὡς χρηματοπιστωτικὸ κέντρο, καὶ δεῖγμα ὅτι ἡ πόλη εἶχε διεθνὲς ἐμπόριο. Τὰ μπεζεστένια εἶναι ὀρθογωνικὰ κτήρια ἐντὸς τῆς ἀγορᾶς στεγασμένα μὲ σειρὰ τρούλλων καὶ μὲ ἔσω καὶ ἔξω μαγαζιά. Καὶ αὐτοῦ ἀπαντῶμε βακουφικὸ καθεστῶς ὥστε νὰ μισθοδοτῶνται οἱ ὑπάλληλοι. Τέτοια ἐκτίσθησαν ἀρχικῶς στὴν Προύσα, μετὰ στὴν Ἀδριανούπολη, τὴν Κωνσταντινούπολη (Iç Bedesten, Sandal Bedesten), τὴν Σαλονίκη, τὸ Μοναστήρι κα.

Kapaliçarsi, Κωνσταντινούπολη

Sandal Bedesten, Kapaliçarsi, Κωνσταντινούπολη

Iç Bedesten, τομή. Kapaliçarsi, Κωνσταντινούπολη

παζάρι τῶν μεταξάδων στὴν Ἀλ-Γκουρίγια τοῦ Καΐρου, λιθογραφία τοῦ David Roberts

Παζάρια ἀπαντῶμε στὴν Ἰνδία τῶν Μεγάλων Μογγόλων: Chandi Chowk στὸ Δελχί,  Meena ἀποκλειστικῶς διὰ τὶς γυναῖκες τῶν πλουσίων καὶ τῶν χαρεμιῶν ἢ τὸ Chatta Bazaar, τὸ πρῶτο καλυμμένο. Ἐν γένει στὴν Ἰνδία ἡ ὁποῖα εἶχε καὶ ἐξελιγμένο τραπεζικὸ σύστημα ποὺ διαχειρίζετο ἡ κάστα τῶν Banian, οἱ ἀγορὲς εἶναι ὑπαίθριες καὶ ἀποτελοῦν πανήγυρεις ποὺ συντονισμένες μὲ τοὺς μουσῶνες ἐκκινοῦν ἅμα μὲ τὸν ἐρχομὸ τῶν πλοίων καὶ κρατοῦν ὅλη τὴν περίοδο τῶν μουσῶνων, γράφει ὁ Braudel. Καταλαμβάνουν κεντρικὰ σημεῖα πλησίον τῶν ἀνακτόρων. Στὴν Κίνα ἀντιθέτως, τὸν χῶρο τῶν ἀγορῶν στὴν πόλη ὁρίζει ἡ γραφειοκρατία. Ὅπου δὲν ὑπάρχουν βεβαίως δημόσιες ἀγορὲς ἀνθοῦν τὰ μικρὰ μαγαζιὰ (yao-ten) ὅπως στὸ Σετσουὰν τοῦ ιζ΄ αἰ. Κάποιοι λιμένες ἔχουν εὐρωπαϊκὰ ἐμπορία ποὺ λειτουργοῦν ὡς ἐποχικὲς foires ὅπως ἡ Καντόνα τὸν ιη΄αἰῶνα, μὲ δύο foires, ἢ οἱ Νιγκπό, Ἀμόη. Στὴν Ἰαπωνία ἀγορὲς καὶ μαγαζιὰ ὀργανώνονται ἀπὸ τοῦ ιγ΄ αἰ. δίχως πανήγυρεις. Μόνον μετὰ τὸ 1638 ὁπότε ἡ χῶρα κλείνει τὸ ἐξωτερικὸ ἐμπόριο ἀφήνεται ἐμπορίο σὲ νησίδα στὸ λιμάνι τοῦ Ναγκασάκι φυλαγμένο διὰ τὰ ὁλλανδικὰ πλοῖα τῆς VOC καὶ τὶς κινεζικὲς τζόγκες[vi].

Πανήγυρις στὸν πάγο τοῦ Τἀμεση, Frost Fair 1608

[FOIRE, HALLE, BOUTIQUE, GALERIE] Στὴν μεσαιωνικὴ Εὐρώπη ἡ ἀγορὰ ποὺ ὑπερέβαινε τὸν τόπο ἦταν ἡ πανήγυρις, γαλλιστί, foire, ἀγγλιστί, faire ποὺ συνέβαινε ἑτησίως σὲ θρησκευτικὲς ἑορτές. Συνήθροιζε πλῆθος ἐμπόρων, ἀγαθῶν καὶ λαοῦ, πραγματικὲς ἑορταστικὲς φαντασμαγορίες ποὺ διήρκουν μέρες. Δὲν εἶχε προφανῶς μόνιμες ἐγκαταστάσεις καὶ οἱ διάφορες σκηνὲς καὶ τράπεζες στήνονταν σὲ κάποιο  πεδίο, ἀκόμὴ καὶ στὴν παγωμένη ἐπιφάνεια τοῦ ποταμοῦ ὅπως στὴν Μόσχα καὶ στὸ Λονδίνο. Οἱ καθημερινότερες ἀγορὲς ἄνοιγουν συνήθως Σάββατο ἢ καὶ Τετάρτη. Ὅταν εἶναι περὶ ἀλόγων, κτηνῶν, κρέατος, ἡ ἀγορὰ καταλάμβανει περιοχὴ στὴν παραμεθόριο τῆς πόλης ὅπως στὸ Λονδίνο ἦταν τὸ East Cheap (ἤτοι, ἀνατολικὴ ἀγορά) ἢ στὸ Παρίσι, ἡ περιοχὴ τῶν Tournelles ὅπου ἔγινε ἀργότερο ἡ place de Vosges.

Πανήγυρις στὸν πάγο τοῦ Τἀμεση, Frost Fair 1686

Πρὸς στέγαση χλιδανωτέρων ἀγαθῶν ὅπως ὑφασμάτων, ἢ ἀκόμη χονδρεμπορίου (σίτου κτλ.)  κάθε πόλη ἢ κεφαλοχώρι εἶχε κάποια halle, κυρίως ἅπαξ ὁ μονάρχης ἔναντι κάποιου εἰσοδήματος ἄρχισε νὰ πωλῇ ἄδειες (charter) στοὺς τοπικοὺς ἄρχοντες ἵνα ἔχουν ἀγορὲς καὶ πανήγυρεις ὅθεν νὰ λαμβάνουν τέλη. Πρὸς τοῦτο πολλὲς τέτοιες halles κατεσκάφησαν ἐπὶ γαλλικῆς ἐπανάστασης ὡς σύμβολα τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος ―ancien régime. Ἀξίζει νὰ σημειώσωμε ὅτι τὸ λεγόμενο παρεμπόριο ἢ private market ἀπέφευγε τὶς δημοτικὲς ἀγορὲς καὶ ἔκαμε χρήση ἀγυιῶν ἢ πανδοκείων ὥστε νὰ ἀποφεύγῃ τὰ τέλη, ἂν τὰ ἐμπορεύματα δὲν εἶχαν ἔλθει καὶ μὲ κόντραμπάντο.  Ἡ halle λοιπὸν εἶναι ἕνα μεγάλο τέγος (ὑπόστεγο) συνήθως καθ’ ὅλην ξυλοπαγὴς (Châtillon-sur-Charalonne, Pinay, Faouët, Arpajon, La Côte Saint-André, Milly-la-Fôret, Questembert κα.) χωρὶς νὰ λείπουν οἱ λιθόκτιστες (Salmaise, Crémieu). Τὸ τέγος ἐδύνατο ἐπίσης νὰ προστατεύσῃ ἀπὸ τὴν βροχή, νὰ στεγάσῃ τοπικὲς συνελεύσεις καὶ δικαστήρια, ὅπως ἄλλοτε ἡ στοὰ καὶ ἡ βασιλική. Στὴν Ἰταλία, ἡ halle ἦταν ἡ loggia. Στὴν Φλωρεντία, στὸ Mercato Vecchio (στὸ ῥωμαϊκὸ κέντρο τῆς πόλης, καθηρέθη ὅλο ἅμα μὲ τὸ ghetto στὰ τέλη τοῦ ιθ΄ αἰ.) ἡ πανταχόθεν ἀνοιχτὴ στοὰ τῆς ἰχθυαγορᾶς―loggia del Pesce, ἐσχεδιάσθη ὑπὸ τοῦ Vasari κατ’ ἐντολὴ τοῦ Cosimo I de Medici τὸ 1567, ἐνῷ ἥκιστα νωρίτερο εἶχε ἀνεγερθῆ στὸ Mercato Nuovo ἡ loggia del Porcellino ὡς στοὰ ὑφασμάτων κοσμημένη μὲ ἀγάλματα. Ἡ στοὰ τοῦ σίτου―loggia del Grano, τοῦ 1619 κτισθείσα ὑπὸ τοῦ Cosimo IΙ de’ Medici, εἶχε μορφὴ broletto.

Ἡ ἀνάπτυξη τοῦ μαγαζιοῦ ἰταλιστί, bottega (apotheca) ἢ γαλλιστί, boutique, ἢ ἀγγλιστί, shop, store, ἔρχεται μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῆς χρηματικῆς οἰκονομίας: Μέχρι τότε οἱ τεχνῖτες ὅπως πχ. οἱ ἀρτοποιοί, ἦσαν οἱ μόνοι ποὺ ἐπώλουν στὰ ἴδια ἐργαστήρια τὰ προϊόντα ποὺ παρήγαγαν ἐνῷ μέρος αὐτῶν (τὸ χονδρικό) τὸ ἐπώλουν στὴν δημοτικὴ ἀγορὰ Τετάρτη καὶ Σάββατο. Στὸ Παρίσι, μὲ ἀφορμὴ κάποιαν ἔδικτο τοῦ Law τὸ 1718 ἱνὰ κινήσῃ τὸ χρῆμα, ἀναφέρει ὁ Braudel, οἱ ἀρτοποιοὶ κόμιζαν ἔτι λιγότερο ψωμὶ στὴν δημοτικὴ ἀγορά. Ἐπίσης, ἐνεφάνησαν τὰ τυπικὰ μαγαζιὰ μὲ λιανεμπόρους (merciers, shopkeepers), μεσάζοντες δηλαδή μεταξὺ παραγωγῶν καὶ καταναλωτῶν, ὅπου τὸ χρῆμα γίνεται ἀγαθὸ καὶ δίδει χρῆμα. Ἔτσι ὁ κάπηλος γίνεται καὶ παντοπώλης. Ἀντιθέτως, ὁ ἀγρότης ἢ ὁ τεχνῖτης πηγαίνει στὴν δημοτικὴ ἀγορὰ ὥστε νὰ πωλήσῃ τὰ προϊόντά του καὶ μὲ τὰ χρήματα νὰ ἀγοράσῃ ἐπὶ τόπου ἄλλα ἀγαθὰ ποὺ χρειάζεται. Συγχρόνως ἀναπτύσσονται καὶ μαγαζιά (μαχαζένι, ἐνετικὴ λέξη ἀπὸ τὴν ἀραβικὴ ποὺ σημαίνει ἀποθήκη) ἰδιάζοντα κατὰ τὸν τρόπο μέτρησης τοῦ ἀγαθοῦ: Οἱ ὀπῶρες πωλοῦνται μὲ τὸ βάρος, τὰ ὑφάσματα μὲ τὸ μῆκος, ἡ κιγκαλερία μὲ τὸ κομμάτι. Ἐπίσης, οἱ ὑπηρεσίες ἀποκτοῦν ἰδιωτικὰ καταστήματα, κυρίως ἐπὶ ὁδῶν: Φαρμακοποιοί, ἀργυραμοιβοὶ ἢ τραπεζίτες, χανιτζήδες, ἑστιάτορες ἢ ἀκόμη καὶ οἱ πόρνες οἴκους ἀνοχῆς (maison closes). Οἱ συμβολαιογράφοι καὶ δικηγόροι ἐπίσης, κάθονται πλέον σὲ πάγκους ὡς γραφεῖα ὅπως οἱ ὑποδηματοποιοί. Τέλος ἀναλόγως τοῦ τύπου ἐμπορίου (ἐξωτερικοῦ ἢ ἐσωτερικοῦ) καὶ τοῦ ἀγαθοῦ, οἱ ἔμποροι διακρίνονται σὲ μεγαλεμπόρους καὶ μικρεμπόρους[vii]. Τὰ μαγαζιὰ πληθαίνουν σύναμα μὲ τὴν ἐπέκταση τῆς πόλης ποὺ ἀπομακρύνει τὸν καταναλωτὴ ἀπὸ τὴν κεντρικὴ ἀγορά, ὅμως δὲν παύουν νὰ συναθροίζωνται μαγαζιὰ ὁμοίων ἀγαθῶν σὲ κοινὴ ὁδὸ ὥς ἂν ἦταν δημοτικὴ ἀγορά, ὅπως πχ. στὴν νέα ἰσπανικὴ πρωτεύουσα τοῦ ιϛ΄ αἰῶνα, τὴν Μαδρίτη, ἐπὶ καὶ πέριξ τῆς plaza Mayor οἱ ἔμποροι χλιδανῶν ἀγαθῶν (ὑφασμάτων, λινουδιῶν, κοσμημάτων).

 

Φαρμακοποιεῖο

Yποδηματοποιεῖο, 1568 ξυλογραφία τῶν Jost Amman and Hans Sachs (Frankfurt am Main)

 

Ἄλλο αἴτιο τῆς παρακμῆς τῶν halles εἶναι ἡ μαζικὴ παραγωγή. Ἕνας τύπος halle εἶναι ἡ αἴθουσα ὑφασμάτων ἢ λινῶν (cloth hall, linen hall) ποὺ ἀπαντῶμε σὲ πόλεις ἐριουργίας ἢ λινουργίας  ὅπως στὴν Φλάνδρα καὶ στὴν Βαλωνία  (Ypres, Γάνδη,  χανσεατικὴ Bruges, Leuven, Tournai κα.), στὶς βρεταννικὲς νήσους (Leeds, Halifax καὶ Δουβλίνο) ἢ διεθνοῦς ἐμπορίου (Ἑπτὰ Ἐπαρχίες, Κρακοβία). Στὴν halle τῆς Ὕπρ τὰ μαγαζιὰ εἶναι πέριξ δύο στενόμακρων αὐλῶν μὲ πύργο ὡρολογίου στὴν μέση, στῆς Κρακοβίας, ἐφεξῆς ἑκατέρωθε στενομάκρου διαδρόμου, ἐνῷ στὴν piece hall τοῦ Halifax, πέριξ τετραγωνικῆς αὐλῆς. Ἡ linen hall τοῦ Δουβλίνου (1728) ἀνεπτύχθη βαθμηδὸν σὲ συγκρότημα ὁργανωμένο πέριξ αὐλῶν. Μὲ ἀποθὴκες καὶ σάλλα, στὶς halles aux draps οἱ ἔμποροι ἀγόραζαν τὸ ὕφασμα, καὶ οὐσιαστικῶς τέτοιες αἴθουσες μόνου προϊόντος ἐλειτούργουν ὡς χρηματιστήρια ἀφοῦ μὲ τὴν προσφορὰ καὶ τὴν ζήτηση διαμορφώνονταν οἱ τιμές του. Ὅταν λοιπὸν ἡ Βρεταννία ἵνα αὐξήσῃ τὴν ἐξαγώγιμο παραγωγή της υἱοθέτησε μαζικώτερες μεθόδους παραγωγῆς ―ἡ industrial revolution τοῦ Engels, ἀρχικῶς στὸ βαμβακερὸ ὕφασμα, οἱ μικροὶ παραγωγοὶ βγῆκαν στὸ περιθώριο καὶ οἱ halles βαθμηδὸν ἀχρηστεύθησαν.

Sukiennic, Κρακοβία

 

piece hall τοῦ Halifax, LDN Architects

Linenhall, Δουβλῖνο

Κεῖνες οἱ halles ποὺ περέμειναν μέχρι τὴν ἐμφάνιση τῶν super markets τὸν κ΄ αἰῶνα, ἦταν οἱ τροφίμων καὶ ρουχισμοῦ. Στὸ Λονδῖνο ἔχομε τέτοιες ἀγορὲς παντοῦ: τὸ Stocks Market στὸ City μέχρι τὸ1737 ὁπότε καὶ οἱ ἔμποροί της μετεκόμισαν στὸ γειτονικὸ Leadenhall ποὺ στὰ τέλη τοῦ ιθ΄ ἀπέκτησε σιδηρᾶ στέγαση. Ἐπίσης περιώνυμος ἦταν ἡ ἰχθυαγορὰ τοῦ Billingsgate ποὺ καὶ τοῦτη ἔλαβε σιδηροπαγὴ στέγαση μὲ ὑαλοστάσια. Τὸ Hungerford market μὲ στοὲς καὶ μαγαζιὰ ἐκεῖτο μέχρι τὰ μέσα τοῦ ιθ΄ αἰ. στὴν ἀρχῆ τῆς φερωνύμου γεφύρας, στὴν θέση τοῦ σταθμοῦ Charing Cross. Ἀγορὰ ὀπωροκηπευτικῶν (λαχαναγορά) ἦταν τοῦ Covent Garden, ἐνῷ κάποιες ἀγορὲς ἐνδυμάτων ὅπως ἡ Carnaby παρέμεινε.

Hungerford market

Leadenhall market, London Met Archives

Στὸ Παρίσι ἤδη ἀπὸ δευτέρου μισοῦ τοῦ ιη΄ αἰῶνα, ἀλλὰ κυρίως στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ ιθ΄, σχηματίζονται καλυμμένες μὲ γυαλὶ δίοδοι μεταξὺ ὁδῶν, passages couverts, galeries ἢ arcades ὅπως ἀποκαλοῦνται, μὲ μαγαζιὰ καὶ καπηλεία. Ἡ παλαιτέρα εἶναι τὸ passage du Caire (1798) ἐνῷ προϋπήρχε ἀπὸ τὸ 1745 ἀκάλυπτος πάροδος, ἡ cité Berryer ἢ ὅπως ἀπεκαλεῖτο,  passage du marché d’Aguesseau τὸ ὁποῖο μετεφέρθη κεῖ ἀπὸ τὶς πέριξ ὁδούς. Θυμίζουν τὶς στεγασμένες ἀγορὲς τῆς ἀνατολῆς ἀλλὰ καὶ τὸ θυρωρεῖο-portego τῶν hôtels particuliers, μόνον ποὺ ἀντὶ αὐτὸ νὰ ὁδηγῇ στὴν αὐλὴ διαπερνάει τὸ κτήριο πρὸς τὴν ἄλλη πλευρά. Χῶροι κοινωνικῆς φοίτησης, τὰ passages ἔγιναν ἀντικείμενο μελέτης τοῦ Walter Benjamin. Ἴδιον τοῦ προ-Haussmann Παρισιοῦ πολλὲς αὐτῶν κατεστράφησαν κατὰ τὴν διάνοιξη τῶν βουλεβάρτων. Δημιουργήθησαν καὶ σὲ ἄλλες μητροπόλεις ὅπως ἡ Burlington Arcade στὸ Λονδῖνο τὸ 1819, ἡ Galleria Vittorio Emanuele I στὸ Μιλᾶνο τὸ 1877 καὶ ἀλλοῦ.

passage Jouffroy εἴσοδος ἐπὶ boulevard Montmarte, σχέδιο τοῦ A.P. Martial

passage Vittorio Emanuele, Μιλᾶνο 1878 ἐν Le Monde Illustré (A. Deroy, Archives de Saint Gobain)

Στὸ Παρίσι τῆς Δευτέρας Αὐτοκρατορίας, ὁ βαρόνος Haussmann ἔκτισε τὶς Halles ὡς ὀπωραγορὰ καὶ κρεαταγορά πλησίον τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου καὶ τῆς στρογγυλῆς Halle au Blé, δύο συγκροτήματα ἕξ σιδηροπαγῶν αἰθουσῶν ἡ ἑκατέρα, μὲ στεγασμένες διόδους μεταξὺ αὐτῶν. Ὁ Émile Zola τὶς ἀπoκαλεῖ κοιλιὰ τοῦ Παρισιοῦventre de Paris στὸ φερώνυμο μυθιστόρημά του. Καθηρέθησαν τὸ 1973 καὶ τὴν θέση αὐτῶν πῆρε shopping mall.

Les Halles

Στὸ τέλος τοῦ ιθ΄ αἰῶνα καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ εἰκοστοῦ, ἀρχίζει σὲ μεγαλουπόλεις ἡ δημιουργία πολυκαταστημάτων, μιὰ νέα μορφὴ τῶν halles. Ἱδρυμένα ὡς ἐπιχειρήσεις, εἶναι μεγάλης ἔκτασης μαγαζιὰ ποὺ στεγάζουν ποικιλία παραγωγῶν, κυριώς νεωτερισμῶν καὶ εἰδῶν διακόσμησης. Tὸ πρῶτο τέτοιο κατάστημα εἶναι τὸ Au Bon Marché στὸ Παρίσι, τὸ πρῶτο μὲ ἔνδειξη τιμῆς σὲ κάθε προϊόν. Ἱδρύθη τὸ 1838 ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν Videau ἀλλὰ πῆρε τὴν μορφὴ τοῦ grand magasin, ὑπὸ τοῦ ζεύγους Boucicault μετὰ τὸ 1863 στὴν θέση τοῦ ἀσύλου ἀνιάτων ἐπὶ τῆς ὁδοῦ τῶν Sèvres. Ὁ ἀρχιτέκτων Jean-Alexandre Laplanche ἀρχικῶς καὶ κατόπιν ὁ Louis-Charles Boileau καὶ ὁ μηχανικὸς  Armand Moissant ποὺ περάτωσαν τὸ κτήριο τὸ 1887, δημιούργησαν μία μεγάλη, στεγασμένη μὲ σιδηροπαγῆ ὑαλοστάσια, περίκλειστο αὐλή, συνολικῆς ὠφελίμου ἐπιφανείας 50.000 m² (30.000m² εἶναι τοῦ παζαριοῦ τῆς Κωνσταντινούπολης. Ὁ Boucicault τύπωσε φυλλάδια μόδας, προσέλαβε πωλήτριες πρὸς ἐξυπηρέτηση τῶν γυναικῶν πελατῶν καί, ἀφοῦ εἶχε δημιουργήσει τὸ ἐργασιακὸ εἶδος τοῦ ἐμποροϋπαλλήλου, ἐμπνευόμενος τοῦ χριστιανικοῦ σοσιαλισμοῦ καθιέρωσε ἑβδομαδιαία ἀνάπαυλα καὶ ταμεῖο σύνταξης. Συγχρόνως δημιουργήθη τὸ Bazar de l’Hôtel de Ville κατάστημα bimbelot, εἴδων σπιτιοῦ καὶ κιγκαλερίας καὶ ἀκολούθησαν ἡ Samaritaine καὶ οἱ Galeries Laffayet. Στὸ Λονδῖνο παρόμοια department stores ἦταν τὸ Liberty (1875), ἐξωτικῶν τεχνουργημάτων ἀλλὰ καὶ ἐντοπίων Arts & Crafts, τὸ Harrods (1905), τὸ Selfriges (1908) ἐνῷ στὴν Νέα Ὑόρκη, τὸ Bloomingdale’s (1861, 1886 τὸ κτήριο), ποὺ ἄνοιξε προθήκες ἐπὶ τοῦ δρόμου. Στὸ Βερολῖνο ἦταν τὸ περίφημο KaDeWe (Kaufhaus des Westens, 1907).

Au Bon Marché, ἐσωτερικὸ αἴθριο

Au Bon Marché, τμῆμα μεταξωτῶν

Au Bon Marché

Τὰ πολυκαταστήματα ἔγιναν ὀχήματα τῆς καταναλωτικῆς φρενίτιδας τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα.  Κατὰ  τὴν δεκαετία τοῦ 1960 ἐμφανίζεται ὁ τύπος τοῦ shopping mall ἢ center, ἕνας τύπος ἐμπορικοῦ κτηρίου πιο εὐέλικτος ἀπὸ τὸ πολυκατάστημα ἀφοῦ ἀποτελεῖται ἀπὸ αὐτοτελῆ μαγαζιὰ ὅπως ἦταν στὰ passages couverts. Ἀρχικῶς γνώρισαν ἐφαρμογὴ σὲ προάστια καθὼς προσφέρουν ἀσφάλεια στὸν περαστικὸ καταναλωτή. Τὸ 1978 ὁ Rem Koolhas στὸ Delirious New York ἀνέπτυξε ὁλόκληρο θεωρία τοῦ Manhattanitism ἐμπνευσμένη ἀπὸ πολυχρηστικὰ συγκροτήματα οὐρανοξυστῶν ὅπως τὸ Rockefeller Center τῆς Νέας Ὑόρκης. Ὅμως ἐκεῖνο ποὺ τὸ mall φανερώνει περισσότερο, εἶναι τὴν ἄνοδο τῆς κατασκευαστικῆς ἐπιχείρησης (developers), ποὺ, ἐκκινεῖ ἀπὸ τὴν καταναλωτικὴ φρενίτιδα καὶ βλέπει τὸ κέρδος στὸ ἐνοίκιο ἢ τὴν πώληση τῶν μαγαζιῶν.Ἔτσι τὸ ἐμπόρευμα γίνεται τὸ ἴδιο τὸ κτήριο. Τυπικῶς εἶναι μία ἐπιστροφὴ στὶς μεσαιωνικὲς halles δίχως ὅμως τὸ κοινωνικὸ ἢ πολιτικό περιεχόμενο κείνων (ὁ ἄρχων ποὺ δώριζε τὸ κτήριο εἶχε ἕνα πολιτικὸ καθήκον). Ἡ ἄνοδος του ἐμπορίου τοῦ ψηφιακοῦ διαδικτύου δέ, μὲ τὴν ἐξάλειψη δασμολογικῶν φραγμῶν,  ποὺ χρήζει μόνον ἀποθηκῶν, ὁμοιάζει μὲ ἐπιστροφή στὴν λογικὴ τοῦ πραματευτοῦ (peddler, colporter) ποὺ ἐστέκεται πρὸ τῆς ἐγκαθίδρυσης τῆς ἐμπορικῆς οἰκουμένης (ἐμπορικῶν πόλεων). Βεβαίως ἡ ἀποστολὴ ἐμπορευμάτων κατ’ οἶκο εἶχε ἐγκαινιασθῆ ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ πολυκαταστήματα. Ὅπως καὶ ἂν ἔχει, τὸ ἐμπόριο πορεύεται στὸν χῶρο καὶ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἐκπλήρωση μίας καταναλωτικῆς ἐπιθυμίας διὰ τοῦ χρήματος.

[BOURSE] Ἡ περίπτωση ὅμως ἐμπορικῆς σχέσης δίχα παρουσίας ἐμπορευμάτων εἶναι τὸ χρηματιστήριο, bourse ἢ exchange. Στὸν Nouveau NégotiantSamuel Ricard ὁρίζει τὴν bourse ὡς τόπο συνάντησης τραπεζιτῶν, ἐμπόρων καὶ χονδρεμπόρων (négotiants), χρηματιστῶν καὶ τραπεζικῶν πρακτόρων, μεσαζόντων (courretiers) καὶ ἄλλων. Ἡ ὀνομασία προέρχεται τοῦ hôtel τῆς οἰκογενείας van der Bourse στὴν Bruges τὸ ὁποῖο κοσμεῖτο μὲ τὸ ἐραλδικὸ τῆς οἰκογενείας ποὺ εἶχε τρία βαλλάντια (bourses). Ὁ Braudel μᾶς θυμίζει ἕνιες ὁνομασίες: Place des Changes, στὴν Lyon· Κολλέγιο τῶν Ἐμπόρων, στὶς χανσεατικὲς πόλεις· Loge, στὴν Μασσαλία· Lonja/Llotja, στὴν Βαρκελώνη καὶ τὴν Βαλένσια. Ἐπίσης μᾶς λέγει ὅτι τέτοιες ἀγορὲς δὲν εἶχαν πάντοτε χρηστὸ χῶρο: Στὴν Σεβίλλη ὁ σύλλογος τῶν ἐμπόρων συνεκαλεῖτο στὶς gradas, τοὺς ἀναβαθμοὺς τοῦ καθεδρικοῦ· στὴν Λισαβώννα, στὴν Rua Nova, τὸν μακρότερο δρόμο τῆς πόλης· στὸ Καδίζ, στὴν Calle Nuova· στὴν Βενετία, στὶς στοὲς τοῦ Rialto καὶ στὴν Loggia dei Mercanti κτισθείσα τὸ 1459· στὴν Φλωρεντία, στὸ Mercato Nuovo· στὴν Γένουα, στὴν piazza Banchi ὅπου ἐκτίσθη τὸ 1415 ἡ Loggia della Mercanzia· στὴν Lille, στὸ Beauregard· στὴν Λιέγη, στὸν οἶκο τῶν Δημοσίων Σταθμῶν (maison du Poids Public) ἢ στὶς γαλαρίες τοῦ ἐπισκοπικοῦ μεγάρου ἀλλὰ καὶ σὲ γειτονικὸ πανδοκεῖο· στὴν Rochelle, ἐν ὐπαίθρῳ στὸ «μεταξὺ ὁδοῦ des Petits-Bacs καὶ Admyrauld, στὸ Canton des Flamands» μέχρι νὰ ἀνεγερθῇ κτήριο τὸ 1761· ἐπίσης ἐν ὑπαίθρῳ, στὴν Φραγκφούρτη ἐπὶ τοῦ Μαίν, στὴν ἰχθυαγορά· στὸ Leipzig, οἱ χονδρέμποροι συνηθροίζοντο ὑπὸ κάποια στοά, σὲ κάποιο καπηλεῖο τῆς πανήγυρης ἢ ὑπαιθρίως νέρθε τοῦ ἐκρεμοῦς μέχρι τὴν ἀνέγερση τῆς Bourse (1678-82) στὴν ὀπωραγορά· στὴν Δουνκέρκη, «ἐν τῇ μεσημβρίᾳ, νέρθε τοῦ δημαρχείου»[viii]. Ἡ bourse, εἶναι αἴθουσα χωρὶς ἕδρες ὅπου οἱ ἔμποροι σπεύδουν ὄρθιοι νὰ κλείσουν συμφωνίες. Σὲ ἕνιες περιπτώσεις ὅπως στὸ χρηματιστήριο τοῦ σίτου κομίζουν καὶ σακκοὐς πρὸς ζύγιση.

Lonja del Mar τῆς Βαρκελώνης

 

 

Llotja τῆς Valencia

Ἡ Llotja del Mar τῆς Βαρκελώνης στὰ μέσα τοῦ ιδ΄ αἰῶνα ἦταν μιὰ στοὰ στὸ λιμάνι καὶ τὸ 1397 ἀνηγέρθη αἴθουσα ὡς Saló de Contractacions σχεδίου βασιλικῆς σὲ γοτθικὸ ῥυθμό. Τὸν ἐπόμενο αἰῶνα προσετέθη ὄροφος ὡς Saló dels Cònsols. Στὰ τέλη τοῦ ιη΄ αἰῶνα διεμορφώθη ὡς νεοκλασικὸ κτήριο. Στὴ Βαλένσια ἡ Llotja ποὺ ἐκτίσθη στὰ 1482-98 σὲ γοτθικὸ ῥυθμὸ ἀποτελεῖται ἀπὸ βασιλικὴ μὲ σταυροθόλια (Saló Columnari ἢ Sala de Contractació) καὶ πλευρικὴ περίκλειστο αὐλὴ μὲ πορτοκαλιές (Pati dels Tarongers) ποὺ κλείνει στὴν μία πλευρά της μὲ τὴν Sala del Consulat de la Mar καὶ πύργο. Βορειότερο, στὴν Ἀμβέρσα (Antwerpen, Anvers) ἡ ὁποία πῆρε τὰ ἐμπορικὰ πρωτεία ἀπὸ τὴν Bruges, ἡ bourse ποὺ ἀνηγέρθη τὸ 1531 εἶναι μία περίστῳος αὐλὴ ποὺ στεγάσθη μὲ σιδηροπαγὲς γυάλινο θόλο τὸ 1853. Μετὰ ἀπὸ πυρκαϊὰ τὸ 1858, ἀνασκευάσθη, πάλιν καλυπτόμενη μὲ γυάλινο θόλο. Τὸ 1565 ὁ Thomas Gresham, πρόξενος τῆς Ἐλισάβετ στὴν bourse τῆς Ἀμβέρσας ἐμιμήθη τὴν ἰδέα τῆς αὐλὴς διὰ τὸ Royal Exchange τοῦ Λονδίνου, ἐνῷ ἀργότερο προσετέθη πύργος ὡρολογίου ὕπερθε τῆς εἰσόδου. Μετὰ τὴν πυρκαϊὰ τοῦ 1837 τὸ κτήριο ἀνεσκευάσθη σὲ νεοκλασικὸ ῥυθμὸ σὲ σχέδια τοῦ William Tite καὶ Edward l’Anson. Ὁ πρῶτος κράτησε τὴν ἰδέα τῆς ἐσωτερικῆς αὐλῆς (σήμερα καλυμμένη μὲ ὑαλοστάσιο) ὅπως καὶ τὸν πύργο, ἐνῷ ὁ δεύτερος μετεχειρίσθη σκυρόδεμα στὴν ἐσωτερικὴ διαμόρφωση. Βεβαίως τὸ πλέον φημισμένο χρηματιστήριο (beurs) τῆς ἐποχῆς εἶναι τοῦ Ἄμστερνταμ, τὸ ὁποῖο ἱδρύθη τὸ 1530, ὡς ὑπαίθριος χῶρος, καὶ ἀπέκτησε κτήριο τὸ 1608-13 πάλιν ὡς περίστυλος αὐλὴ σὲ σχέδιο τοῦ Hendrick de Keyser παρὰ τὸν οἶκο τῆς Ἐταιρείας Ἀνατολικῶν Ἰνδιῶν (Oost Indisch Huis) στὴν πλατεία Dam (τοῦ φράγματος). Στὸ beurs ἐγίνοντο συναλλαγὲς σίτου, ρέγγας, μπαχαρικῶν, τουλίπας καὶ ὁμολογιῶν τῆς Ἐταιρείας. Δηλαδή ἐκτὸς ἀπὸ ἐμπορικὸ χρηματιστήριο ἦταν καὶ χρηματιστήριο ἀξιῶν. Τοῦτο δὲν ἦταν καινοφανές, καθότι οἱ ἐμπορικὲς πόλεις τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Φλάνδρας ἐξέδιδαν τέτοια ὁμόλογα ἀπὸ τοῦ ιγ΄ αἰῶνος. Οἱ (κρατικῆς πιστοποίησης) ἐμπορικὲς ἐταιρεῖες ἔπονται καθὼς οἱ ἴδιες χρησιμοποιοῦνται ἵνα ἀγοράζουν τὸ δημόσιο χρέος. Στὸ Παρίσι δημοτικὰ ὁμόλογα πωλοῦντο στὴν κτισμένη τότε μὲ οἰκήματα ἀργυραμοιβῶν, pont au changes. Κατὰ τὴν μανία τῆς φούσκας τοῦ Μισισιπῆ οἱ μετοχὲς τῆς ἐταιρείας πωλοῦνται στὴν ὁδὸ Quincampoix  ἐνῷ ἡ banque générale ἢ banque royale (κεντρικὴ τράπεζα) ποὺ εἶχε ἱδρύσει ὁ πρωθυπουργὸς John Law ὥστε νὰ τυπώνῃ χρῆμα (λίτρες) ἵνα ἀγοράζωνται οἱ μετοχὲς τῆς ἐταιρείας καὶ νὰ ῥευστοποιεῖται τὸ δημόσιο χρέος ποὺ εἶχε ἀγοράσει ἡ ἐταιρεία (τὸ σύστημα ὅπως τὸ ἀπεκάλει) ἐστεγάζετο στὸ hôtel de Nevers. Κεῖ, τὸ 1724 μετὰ τὴν φυγὴ τοῦ Law ἐγκατεστάθη τὸ χρηματιστήριο ἀξιῶν, μέχρις ὅτου τὸ 1808 ὁ Ναπολέων Βοναπάρτης ἀνέθεσε στὸν Alexandre-Théodore Brongniart νὰ σχεδιάσῃ νέο κτήριο νεοκλασικοῦ ῥυθμοῦ ὅπου καὶ μετεφέρθη αὐτὸ τὸ 1825. Πάλιν μὲ κεντρικὴ αὐλή, στὸ περίστυλο τῆς ὁποίας φοιτοῦν οἱ coulissiers συναγωνιζόμενοι τοὺς χρηματιστές (agents de change) στὸ κέντρο τῆς αὐλῆς. Τὸ 1885 μετεκόμισε στὸ αὐτὸ κτήριο τὸ ἐμπορικὸ χρηματιστήριο ποὺ ἐστεγάζετο στὴν Halle au Blé, ὅταν ἔγιναν κεῖ οἱ Halles τοῦ Haussmann. Ἡ Halle au Blé εἶναι κυκλικὸ διπλὸ περίστυλο ποὺ ἀνήγειρε ὁ ἀρχιτέκτων Nicolas Le Camus de Mézières μεταξὺ 1763 καὶ 1767 στὴν θέση τοῦ hôtel de Soissons, πλησίον τῶν ὁδῶν ὅπου ἐλειτούργει ἤδη χρηματιστήριο σίτου καθὼς τὰ δημητριακὰ ἐκφορτώνοντο χαμηλότερα, στὸ  Hôtel de Ville. Στὸν κυκλικὸ περίδρομο ἦταν οἱ ἀστυνομικοί, οἱ ζυγιστὲς καὶ οἱ μετρητές, ἐνῷ οἱ διαπραγματεύσεις γίνοντο στὴν κυκλικὴ αύλή. Ἡ σοφίτα τοῦ περιδρόμου ἦταν σιταποθήκη. Κατόπιν πυρκαϊᾶς τὸ 1802, ἀνεσκευάσθη μεταξὺ 1806 καὶ 1811 ὑπο τοῦ François-Joseph Bélanger καὶ τοῦ μηχανικοῦ François Brunet ὁπότε ἡ στρογγύλη αὐλὴ ἐστεγάσθη μὲ σιδηροῦν τροῦλλο.

Beurs τῆς Ἀμβέρσας 1531

Royal Exchange Λονδίνου, χαρακτικὸ τοῦ Wenceslaus Hollar

Royal Exchange Λονδίνου 1844

Oost Indisch Huis

Beurs τοῦ Ἄμστερνταμ

πρῶτο σχέδιο τοῦ Bourse de Paris (1809)

Bourse de Paris

Halle au Blé

                   Γ.Α. Σιβρίδης

 

[i] VITRUVIUS POLLO, De Architectura, βιβλίο V, κεφ.1, παράγραφος 2: Igitur circum spectacula spatiosiora intercolumnia distribuantur circaque in porticibus argentariae tabernae maenianaque superioribus coaxationibus conlocentur, quae et ad usum et ad vectigalia publica recte erunt disposita.

[ii] A.W. LAWRENCE, Greek Architecture [1957], Harmondsworth, Middlesex, 4η ἔκδοση 1983, σελ. 350-52

[iii] VITRUVIUS POLLO, De Architectura, βιβλίο VΙ, κεφ.3, παράγραφος 9: Inter corinthios autem et aegyptios hoc erit discrimen. corinthii simplices habent columnas aut in podio positas aut in imo; supraque habent epistylia et coronas aut ex intestino opere aut albario, praeterea supra coronas curva lacunaria ad circinum delumbata. in aegyptiis autem supra columnas epistylia et ab epistyliis ad parietes, qui sunt circa, inponenda est contignatio, supra coaxationem pavimentum, subdiu ut sit circumitus. deinde supra epistylium ad perpendiculum inferiorum columnarum inponendae sunt minores quarta parte columnae. supra earum epistylia et ornamenta lacunariis ornantur, et inter columnas superiores fenestrae conlocantur; ita basilicarum ea similitudo , non corinthiorum tricliniorum videtur esse.

[iv] Δίων ΚΑΣΣΙΟΣ, ῥωμαϊκὴ ἱστορία, τόμος Ζ΄, βιβλίον LIII [27] Αὔγουστος μὲν ταῦτά τε ἐν τοῖς πολέμοις ἔπραξε, καὶ τὸ τοῦ Ἰανοῦ τεμένισμα ἀνοιχθὲν δι´ αὐτοὺς ἔκλεισεν, Ἀγρίππας δὲ ἐν τούτῳ τὸ ἄστυ τοῖς ἰδίοις τέλεσιν ἐπεκόσμησε. Τοῦτο μὲν γὰρ τὴν στοὰν τὴν τοῦ Ποσειδῶνος ὠνομασμένην καὶ ἐξῳκοδόμησεν ἐπὶ ταῖς ναυκρατίαις καὶ τῇ τῶν Ἀργοναυτῶν γραφῇ ἐπελάμπρυνε, τοῦτο δὲ τὸ πυριατήριον τὸ Λακωνικὸν κατεσκεύασε· Λακωνικὸν γὰρ τὸ γυμνάσιον, ἐπειδήπερ οἱ Λακεδαιμόνιοι γυμνοῦσθαί τε ἐν τῷ τότε χρόνῳ καὶ λίπα ἀσκεῖν μάλιστα ἐδόκουν, ἐπεκάλεσε. Τό τε Πάνθειον ὠνομασμένον ἐξετέλεσε· προσαγορεύεται δὲ οὕτω τάχα μὲν ὅτι πολλῶν θεῶν εἰκόνας ἐν τοῖς ἀγάλμασι, τῷ τε τοῦ Ἄρεως καὶ τῷ τῆς Ἀφροδίτης, ἔλαβεν, ὡς δὲ ἐγὼ νομίζω, ὅτι θολοειδὲς ὂν τῷ οὐρανῷ προσέοικεν. Ἠβουλήθη μὲν οὖν ὁ Ἀγρίππας καὶ τὸν Αὔγουστον ἐνταῦθα ἱδρῦσαι, τήν τε τοῦ ἔργου ἐπίκλησιν αὐτῷ δοῦναι· μὴ δεξαμένου δὲ αὐτοῦ μηδέτερον ἐκεῖ μὲν τοῦ προτέρου Καίσαρος, ἐν δὲ τῷ προνάῳ τοῦ τε Αὐγούστου καὶ ἑαυτοῦ ἀνδριάντας ἔστησε. καὶ ἐγίγνετο γὰρ ταῦτα οὐκ ἐξ ἀντιπάλου τῷ Ἀγρίππᾳ πρὸς τὸν Αὔγουστον φιλοτιμίας, ἀλλ´ ἔκ τε τῆς πρὸς ἐκεῖνον λιπαροῦς εὐνοίας καὶ ἐκ τῆς πρὸς τὸ δημόσιον ἐνδελεχοῦς σπουδῆς, οὐ μόνον οὐδὲν αὐτὸν ἐπ´ αὐτοῖς ὁ Αὔγουστος ᾐτιάσατο, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πλεῖον ἐτίμησε. τούς τε γὰρ γάμους τῆς τε θυγατρὸς τῆς Ἰουλίας καὶ τοῦ ἀδελφιδοῦ τοῦ Μαρκέλλου μὴ δυνηθεὶς ὑπὸ τῆς νόσου ἐν τῇ Ῥώμῃ τότε ποιῆσαι δι´ ἐκείνου καὶ ἀπὼν ἑώρτασε· καὶ ἐπειδὴ ἡ οἰκία ἡ ἐν τῷ Παλατίῳ ὄρει, ἡ πρότερον μὲν τοῦ Ἀντωνίου γενομένη ὕστερον δὲ τῷ τε Ἀγρίππᾳ καὶ τῷ Μεσσάλᾳ δοθεῖσα, κατεφλέχθη, τῷ μὲν Μεσσάλᾳ ἀργύριον ἐχαρίσατο, τὸν δὲ Ἀγρίππαν σύνοικον ἐποιήσατο. οὗτός τε οὖν ἐκ τούτων οὐκ ἀπεικότως ἐγαυροῦτο, καί τις Γάιος Θοράνιος αἰτίαν ἀγαθὴν ἔσχεν, ὅτι δημαρχῶν τὸν πατέρα, καίπερ ἐξελεύθερόν τινος ὄντα, ἔς τε τὸ θέατρον ἐσήγαγε καὶ ἐν τῷ δημαρχικῷ βάθρῳ παρεκαθίσατο. Πούπλιός τε Σερουίλιος ὄνομα καὶ αὐτὸς ἔλαβεν, ὅτι στρατηγῶν ἄρκτους τε τριακοσίας καὶ Λιβυκὰ ἕτερα θηρία ἴσα ἐν πανηγύρει τινὶ ἀπέκτεινεν.

[v] Oueded SENNOUNE,  Fondouks, khans et wakalas à Alexandrie à travers les récits de voyageurs,  ἐν Annales Islamologiques, 38 (2004), pp. 453-489

[vi] Fernand BRAUDEL, Civilisation matérielle, Économie et Capitalisme, XVe-XVIIe  siècles, Paris 1979, σελ. 108-10

[vii]ibid. σελ. 46-51

[viii] ibid. σελ. 78