2.2 Πολιτικὰ κτήρια
[ΠΟΛΕΙΣ, ΚΟΙΝΑ, ΑΜΦΙΚΤΥΟΝΙΕΣ: ΠΡΥΤΑΝΕΙΟ, ΒΟΥΛΕΥΤΗΡΙΟ, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΡΙΟ] Ὁ Hegel στὴν Αἰσθητική του διακρίνει τὴν ἀρχιτεκτονικὴ σὲ συμβολική, κλασικὴ καὶ ῥομαντική, ὅπου ἡ πρώτη εἶναι οἱ φυσικὲς μορφές, πχ. τὸ ὅρος ἢ τὸ δένδρο ποὺ εἴδαμε στὴν ἔκφραση τοῦ κοσμικοῦ πόλου καὶ συνενώνουν συμβολικῶς λαούς, ἡ δευτέρα, ἡ σύγκρασή του μὲ τὴν χρήση ποὺ ἐπιτυγχάνεται διὰ τῶν κιόνων ποὺ δημιουργοῦν ἐσωτερικὸ χῶρο καὶ ἡ τριτή, ἡ αὐτονομία τοῦ κτηρίου ποὺ συνενώνει σὲ ἕν ὅλον πλῆθος ἰδιασμῶν καὶ βλέπομε στὸν γοτθικό ναό. Πέραν τὴς ἰδεαλιστικῆς προσέγγισης τοῦ Hegel ἡ χρήση τῶν κιόνων, ἐκτὸς τῶν ἑλληνικῶν ναῶν, δημιουργεῖ νέους τύπους κτηρίου ποὺ χρῄζει ἐκεῖνος ὁ χῶρος ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ κατεξοχὴν ἴδιον τῆς ἑλληνικῆς πόλεως: Ἡ ἀγορὰ ἢ λατινιστί, τὸ forum. Ἡ ἀγορὰ εἶναι ἡ χωρικὴ ἔκφραση τῆς πολιτείας, χωρὶς ἀγορὰ δὲν ὑφίσταται ἔργῳ ἡ πολιτεία. Ἡ ἀγορὰ ἦταν ἁπλῶς ἕνας ἀνοιχτὸς χῶρος στὸ ἄστυ, μία πλατεία πρὸς κοινωνικὴ συνδιαλλαγὴ ἄρα ὡς διοικητικὸ κέντρο ὅπου συνηγείρετο ἡ ἐκκλησία τοῦ δήμου, οἱ βουλευτές της καὶ ἡ ἡλιαία, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐμπορικὸ κέντρο. Εἶναι ἡ μήτρα τόσον τῆς πλατείας ὡς δημόσιου χώρου ὅπου ἀναπέπτανται δημόσια κτήρια ὅπως ναοὶ καὶ διοικητήρια ὅσον καὶ τῆς ἐμπορικῆς ἀγορᾶς, τῶν παζαριῶν, τῶν halles κα. Ὡς παλαιτέρα ἀγορὰ ποὺ ἔχει σῳθῆ, δεικνύει ὁ A.W. Lawrence κεῖνη τῆς κρητικῆς Λατοῦς (δ΄ πΧ. αἰ) ὅθεν μποροῦμε ν’ ἀντιληφθῶμε τὰ βασικά της στοιχεῖα: Πέριξ ἑνὸς βωμοῦ καὶ μιᾶς δεξαμενῆς σχηματίζεται πλατεία ποὺ ὁρίζουν κατὰ νότο μία στοὰ και κατὰ βορρᾶ, τὸ πρυτανεῖο (ἁνατολάς) μὲ τὸ παράπλευρο ἑστιατόριο (δυσμάς). Τὸ πρυτανεῖο διαμορφώνεται ὡς αὐλὴ μὲ περιμετρικῶς ἕδρες καὶ ἴσως περίστυλο. Κεῖ συνεδρίαζαν οἱ κρατικοὶ ἐπίτροποι καὶ ἴσως κατεκλίνοντο, ἑνῷ ἐδείπνουν στὸ ἑστιατόριο. Τὸ πρυτανεῖο κοινωνεῖ μὲ τὴν πλατεία διὰ ἀναβαθμῶν ὅπου μποροῦσαν νὰ κάθονται πέρι τοὺς ὁγδόντα πολῖτες, μορφὴ ποὺ προαναγγέλει τὸ βουλευτήριο καὶ τὸ ἐκκλησιαστήριο. Ἴσως νὰ προέρχηται ἀπὸ τὰ μινωικὰ ἀνάκτορα, λέει ὁ Lawrence, συναντᾶται δὲ καὶ πρότερο στὴν Δρῆρο, ἄλλη κρητικὴ πόλη, ἀλλὰ καὶ ἀργότερο κατὰ τοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους στὴν Μοργαντίνη τῆς Σικελίας, μὲ βῆμα.
Στὴν ἀγορὰ τῶν Ἀθηνῶν συνηθροίζετο ἡ ἐκκλησία τοῦ δήμου μέχρι τοῦ 500 πΧ. ὁπότε μετεστάθη λίγο παραπέρα ὅταν κατεσκευάσθη ἡ Πνύξ (ἀττικιστί, τῆς Πυκνός, τὴν Πύκνα) ἡ ὁποία εἶχε ἡμικυκλικό σχῆμα ὅπως ἕκτοτε τὰ θέατρα, καὶ βῆμα στὸ κέντρο τοῦ νοητοῦ κύκλου (στὴν μέση τῆς διαμέτρου). Στὴν ἀγορά δε, στὴν δυτικῆ πλευρᾶ της, ἔμεινε τὸ βουλευτήριο τῆς βουλῆς τῶν πεντακοσίων, ὅπου πεντήκοντα κληρωτοὶ βουλευτὲς ἀπὸ κάθε φυλὴ ἐτοίμαζαν τὰ νομοσχέδια. Ἥταν τετράγωνη μὲ ἐσωτερικὸ περίστυλο καὶ ἕδρες στὶς τρεῖς πλευρὲς καθὼς στὴν μία πλευρὰ ἐκεῖτο τὸ βῆμα. Παρὰ αὐτό, ἦταν ἡ θόλος, κυκλικὸ κτήριο μὲ ἕξ στύλους ἔσω, ὅπου συνεδρίαζαν οἱ πεντήκοντα πρυτάνεις τῆς ἑκάστης φυλῆς ποὺ πρυτάνευε. Τὰ πρῶτα βουλευτήρια ἦσαν μακρόστενα καὶ ἅμα μὲ τὴν προσθήκη ἐσωτερικῶν ὑποστυλωμάτων ἔγιναν τετράγωνα χρηστότερα πρὸς σκοπὸ ποὺ ὑπηρετοῦν. Στὸ νέο βουλευτήριο ποὺ ἐκτίσθη στὰ νῶτα τοῦ παλαιοῦ, οἱ ἕδρες ἐδἐχθησαν τὴν ἡμικυκλικὴ διάταξη τῆς Πυκνός, ἀλλὰ σὲ στεγασμὲνο χῶρο μὲ πρόπυλο. Ἡ Ἡλιαία, ἤτοι τὸ δικαστήριο, ἦταν τετράγωνο κτήριο μὲ περίστυλο αὐλή. Ἡ ἀγορὰ ὡρίζετο ἀπὸ διάφορες στοές, εἴτε περίπτερες, εἴτε μὲ κατὰ μῆκος κιονοστοιχία πρὸς τὴν πλατεία καὶ συνήθως μία ἀξονικὴ ἢ ἐφεξῆς θαλάμους στὴν ὀπίσω πλευρά ὅπως στὴν στοὰ τοῦ Ἀττάλου.


Στὴν Μίλητο τοῦ Ἱπποδάμου, ὅπου οἱ στοὲς διατάσσονται ὀρθογωνίως, τὸ βουλευτήριο, μὲ ἡμικυκλικὲς βαθμιδωτὲς ἕδρες (θέατρο) καὶ τέσσαρες στύλους νὰ ὑποστηρίζουν τὴν στέγη, ἔχει περίστυλο προαύλιο καὶ πρόπυλο. Κατὰ τὴν ἑλληνιστικὴ περίοδο ἔχουν ἐκσκαφῆ ἐπίσης βουλευτήρια τετραγωνικοῦ σχήματος στὴν Θάσο καὶ τῆν Ἄσσο, τετράστυλο μὲ εἴσοδο ἕξ ἀνοιγμάτων. Στὴν Μικρὰ Ἀσία ἐπίσης, στὴν Ἡρακλεία καὶ τὸ Νότιον αὐτὰ ἔχουν ὀρθογωνικὸ σχῆμα. Στὸ πρῶτο βουλευτήριο τέσσαρες στύλοι σχηματίζουν τετράγωνο εὑρισκόμενοι πλησίον τοῦ ἐμπρός καὶ νωτιαίου τοίχου ὥστε νὰ ἀφήνουν τὸν ἐνδιάμεσο χῶρο διὰ τὶς βαθμιδωτὲς ἔδρες ποὺ σχηματίζουν πεῖ. Στὸ δεύτερο, τὶς βαθμιδωτὲς ἔδρες περικλείει περιστύλιο ποὺ σχηματίζει περίδρομο ἀλλ’ ὅμως ἕνεκα μεγαλωτέρου ἀνοίγματος στέγης (περίπου 90 πόδων―30 μέτρων), δύο παχύτεροι στῦλοι παρατίθενται στὸ κέντρο, στὴν ἀρχὴ τῶν κερκίδων. Παρόμοια διάταξη ἀλλὰ δίχως τοὺς μεσαίους στύλους, ἔχει τὸ ἐκκλησιαστήριο τῆς Πριήνης (περὶ τὸ 200 πΧ.) τετράγωνο, μικροτέρας πλευρᾶς (ft60―20m) ἀλλὰ πλειοτέρων ἐδράνων σὲ ἀπότομη κλίση, ὥστε νὰ χωράῃ 600-700 ἄτομα. Στὸ κέντρο κεῖται ὁ βωμὸς καὶ στὴν ἐλευθέρα πλευρὰ εἶναι βεβαίως τὸ βῆμα.

Πολὺ μεγαλώτερο πλῆθος ἐξυπηρέτουν ὑπόστυλες αἴθουσες ὅπως τὸ Θερσίλειο βουλευτήριο στὴν Μεγαλόπολη ὅπου συνεδρίαζε τὸ Κοινὸν τῶν Ἀρκάδων σῶμα 10.000 ἀτόμων. Τὸ κτήριο ἐχώρει περὶ τοὺς 6.000 καθημένους καὶ ἦταν διαστάσεων 218 1/2 ×172 ft ἢ 86,10×67,71m. Οἱ στύλοι ἦταν τεθειμένοι οὕτως ὥστε νὰ μὴν ἐμποδίζουν τὴν θέα τοῦ ῥήτορα, ἤτοι ἀκτινοειδῶς, τοῦ ὁποίου τὴν θέση ὥριζαν τέσσαρες κίονες.

[RESPUBLICUM: CURIA] Στὴν ῥωμαϊκὴ πολιτεία τὴν ἐξουσία ἤσκουν τὰ comitia curiata ἤτοι ἡ σύγκλητος τῶν τριάντα γενῶν (φρατριῶν), ἀρχικῶς συμβούλιο τοῦ βασιλέως ἀργότερο διαμορφωμένα ὡς senatus―σύγκλητος, comitia centuriata (βουλὴ τῶν στρατιωτικῶν), comitia tributa (βουλὴ τῶν φυλῶν). Μετὰ ὑπήρχε τὸ consilium, συμβούλιο που ἰδίαζε ἄνα κοινωνικὴ τάξη ὅπως τὸ consilium plebis καὶ ἡ conventio, γενικὴ συνέλευση ὅπως πρὸς κάποια ὁμιλία. Στὸν χῶρο ἡ σύγκλητος ἐκεῖτο στὸ βόρειο ἄκρο τοῦ forum καὶ ἦταν ναὸς ἐτρουσκικοῦ τύπου ὅπως ἦταν ἀρχικῶς τὰ Curia Veneres στὴν βορειανατολικὴ γωνία τοῦ Παλατινοῦ Λόφου. Ὅπως καὶ στὸν ἑλληνικὸ κόσμο τὸ πολιτικὸ δὲν διακρίνεται τοῦ ἱεροῦ ὅπως δεικνύει ἡ ὕπαρξη βωμοῦ στὸ κέντρο τῶν βουλευτηρίων ἢ ναῶν στὸν χῶρο τῆς ἀγορᾶς. Τὸ κτήριο τῆς συγκλήτου ποὺ ἔκτισε κατὰ τὸν ζ΄ αἰῶνα ὁ Tullius Hostilius στὴν θέση τοῦ ἀρχικοῦ ναοῦ, ὅθεν καὶ Curia Hostilia, ἦταν τεθειμένο μάλιστα κατὰ τοὺς τέσσαρες προσανατολισμούς. Στὴν νοτία πλευρὰ τὸ εὐρὺ πρόστυλο ἀναπέπταντο στὸ Comitium στὸ ὁποῖο ὡς κυκλικὸ ἀμφιθέατρο ἐδύνατο νὰ καθίσουν πολῖτες ὥστε νὰ ἀκούσουν κάποιον ῥήτορα ποὺ ἀγόρευε ἀπὸ τὰ Rostra (ἑλληνιστί, οἱ ἔμβολοι), ἕνα βάθρο στὸ νοτιοανατολικὸ τόξο τοῦ κύκλου. Στὸ Comitium ἐδύνατο νὰ συναντήσῃ συγκλητικὸς κάποιον ποὺ δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ εἰσέλθη στὸν καθιερωμένο χῶρο τῆς συγκλήτου ὅπως ξένους πρεσβευτὲς οἱ ὁποῖοι ἀνέβαιναν στὴν Γραικόστασι, ἕνα βάθρο στὸ νοτιοδυτικό τόξο τοῦ κύκλου. Στὴν δυτικὴ πλευρὰ τῶν Curia Hostilia ἐκεῖτο ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ β΄πΧ. αἰ. βασιλική, ἡ Basilica Porcia, ἡ ὁποῖα ἦταν ἡ βουλὴ τῶν τριβούνων τῶν πληβείων. Εἶναι ἡ πρώτη βασιλικὴ κτισμένη ὑπὸ τοῦ Marcus Porcius Cato τὸ 184 πΧ. Τὸ 52 πΧ. ἅμα μὲ τὸν φόνο τοῦ δημοφιλοὺς τριβούνου, αἰδίλη καὶ προπάντων δημαγωγοῦ Publius Clodius Pulcher οἱ ὀπαδοί του ἔστησαν τὴν ταφική του πυρὰ ἐντὸς τῆς συγκλήτου καὶ τὴν πυρπόλησαν. Ὁ Σύλλας ἔκτισε νέο, μεγαλώτερο κτήριο, καθὼς ηὔξησε τὸ πλῆθος τῶν συγκλητικῶν ἀπὸ 300 σὲ 600, μὲ τὴν ὀνομασία Curia Cornelia. Τέλος ὁ Ἰούλιος Καίσαρ ποὺ ἤθελε νὰ αὐξήσει τοὺς συγκλητικοὺς σὲ 900 ἔκτισε τὰ Curia Julia (25,20×17,61m) μὲ κατεύθυνση πρὸς βορειοανατολικά. Τὸ κτήριο περατώθη ἐπὶ Ὀκταβιανοῦ ἐκ τοῦ δηναρίου τοῦ ὁποίου γνωρίζομε τὴν ὅψη του. Γνώρισε ἐπισκευὲς ἐπὶ Δομιτιανοῦ, ὁπότε καὶ προσετέθη χάλκινη θύρα ποὺ τὸ 1660 μετεφέρθη ὑπὸ τοῦ Πάπα Ἀλεξάνδρου Ζ΄ στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τοῦ Λατερανοῦ. Ὁ Διοκλητιανὸς τὸ ἐπισκεύασε μετὰ ἀπὸ πυρκαϊά τὸ 286 μΧ. Τὸ 630 ἔγινε χριστιανικὴ ἐκκλησία ὁπότε καὶ ξήλωθη ὁ βωμὸς τῆς Victoriae. Ἔξωθε ἦταν ὀπτοπλίνθινο καθὼς ἦταν κτισμένο κατὰ opus latericium μὲ τὶς πλίνθους ἔμπλεκτους στὸ σκυρόδεμα, ἐνῷ τὸ ἐσωτερικὸ ἦταν ἐπενδεδυμένο μὲ μάρμαρο.
Ἡ ῥωμαϊκὴ σύγκλητος διαφέρει τοῦ ἑλληνικοῦ βουλευτηρίου στὸ ὅτι εἶναι ὀρθογωνική, μὲ τὶς ἕδρες στὶς μακρὲς πλευρές, ἑκατέρωθε τῆς θέσης τοῦ βασιλέως ἢ τῶν ὑπάτων στὴν στενὴ πλευρὰ ἔναντι τῆς εἰσόδου. Τὴν αὐτὴ διάταξη ἔχει καὶ τὸ κονκλάβιο τοῦ Κολλεγίου τῶν Καρδιναλίων τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας ποὺ συγκαλεῖται στὴν Capela Sixtina. Στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπαντῶνται δύο οἶκοι συγκλήτου ἢ γερουσίας ἕνας στὴν Μαγναύρα σχήματος βασιλικῆς ποὺ περιγράφει ὁ Προκόπιος καὶ ἕνας δεύτερος στὴν βορεία πλευρὰ τοῦ forum. Μετὰ τὸν ϛ΄ αἰῶνα ἡ σύγκλητος συνεδρίαζε στὸ Μέγα Παλάτιο.
Ἔστι δέ τις ἀγορὰ πρὸ τῶν βασιλείων περίστυλος. Αὐγουσταῖον καλοῦσι τὴν ἀγορὰν οἱ Βυζάντιοι. ταύτης ἐν λόγοις ἐπεμνήσθην τοῖς ἔμπροσθεν, ἡνίκα τῆς Σοφίας περιηγησάμενος τὸν νεὼν τὴν ἐπὶ τῷ ἔργῳ χαλκῆν εἰκόνα τῷ βασιλεῖ ἐπὶ κίονος ὑψηλοτάτου καὶ λίθοις συνθέτου ἀνατεθεῖσαν δεδήλωκα. ταύτης ἐς τὰ πρὸς ἕω τῆς ἀγορᾶς τὸ Βουλευτήριον ἵδρυται, λόγου μὲν τῇ τε πολυτελείᾳ καὶ τῇ κατασκευῇ τῇ πάσῃ κρεῖττον, Ἰουστινιανοῦ δὲ βασιλέως ἔργον. ἔνθα δὴ ξυνιοῦσα ἔτους ἀρχομένου ἡ Ρωμαίων βουλὴ σύγκλητος ἐνιαύσιον ἑορτὴν ἄγει, τὰ τῆς πολιτείας ὀργιάζουσα ἐς ἀεὶ νόμιμα. ἓξ δὲ αὐτοῦ κίονες ἐπίπροσθεν ἑστᾶσιν, οἱ μὲν δύο τὸν τοῦ βουλευτηρίου τοῖχον ἐν μέσῳ ἔχοντες, ὃς πρὸς δύοντα ἥλιον τέτραπται, οἱ δὲ τέσσαρες ὀλίγῳ ἐκτός, τὸ μὲν εἶδος λευκοὶ ἅπαντες, μέγεθος δὲ πρῶτοι τῶν ἐν γῇ, οἶμαι, κιόνων τῇ πάσῃ. στοὰν δὲ ποιοῦσιν οἱ κίονες ὄροφον ἐν θόλῳ ἑλίττουσαν, τὰ δὲ ἄνω τῆς στοᾶς ἅπαντα μαρμάρων μὲν κάλλει διακεκόσμηται τοῖς κίοσι τὸ εἶδος ἴσων, ἀγαλμάτων δὲ πλήθει ὑπεράνω ἑστώτων θαυμασίως ὡς ὑπογέγραπται.
Προκόπιος, περὶ κτισμάτων, 1.10.5
Ὅμως καὶ κάθε ῥωμαϊκὴ πόλη εἶχε curia, στὴν Ἀνατολὴ μάλιστα μὲ 500 μέλη κατὰ τὸ ἀθηναϊκὸ πρότυπο. Ἡ παρακμὴ τῶν πόλεων ἐπῆλθε μὲ τὸν χριστιανισμὸ ὁπότε οἱ πλούσιοι ποὺ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ εἶναι μέλη τῆς δημοτικῆς συγκλήτου ἐπροτίμουν τὰ μοναστήρια. Συναθροίσεις πρὸς λήψη κάποιας ἀπόφασης δὲν σταμάτησαν ποτέ νὰ συμβαίνουν ἁπλῶς εἶναι εἴτε ἔκτακτες, εἴτε συχνὲς ἀλλὰ αὐθόρμητες. Τοῦτες οἱ τελευταίες καταλαμβάνουν δημόσιους χώρους ὅπως πλατείες ἢ τὸ γνωστότερο, τὸν ἱππόδρομο τῆς Κωνσταντινούπολης, ὡς χῶρο ὅπου οἱ Δήμοι ἢ ὁ στρατὸς κυρώνουν ἢ ἀπορρίπτουν βασιλικὲς ἀποφάσεις, τὴν ἀνάρρηση νέου βασιλέως ἢ διαμαρτύρονται περὶ κάποιας κατάστασης. Στὴν δὲ πρώτη περίπτωση εἶναι οἱ διάφορες ἐκκλησιαστικὲς σύνοδοι ἢ τὰ μοναστικὰ συμβούλια. Πρὸς αύτὰ ὑφίστανται χῶροι πρὸς φιλοξενία αὐτῶν, οἱ ἴδιες οἱ ἐκκλησίες, ὅπως ἔγινε τὸ Consilium Tridentium στὸν καθεδρικὸ τοῦ Τρέντο καὶ στὴν Santa Maria Maggiore τῆς αὐτῆς πόλης, ἢ τὰ εἰδικὰ chapter houses. Ἐν γένει τὸ πολιτικὸ πρᾶγμα μᾶς θυμίζει τὴν διάκριση βιωμένου χώρου (τόπου συμβάντος) καὶ ἀφηρημένου (ἀρχιτεκτονικοῦ χώρου).
[ΧΑΛΙΦΑΤΑ, ΣΟΥΛΤΑΝΑΤΑ: DĪWĀN] Στὶς δεσποτεῖες, τὰ χρηστὰ κράτη, ὑφίσταται μία κεντρικὴ κυβέρνηση τοῦ βασιλέως τῆς οἰκουμένης. Ἅμα μὲ τὸ Ἀλέξανδρο καὶ τοὺς Διαδόχους τὸ πολιτικὸ καθεστώς (ἡ πολιτεία) ὑποχωρεῖ ὡς τιμοκρατικὴ αὐτοδιοίκηση ἄστεων. Ἄλλωστε ὁ βασικὸς τρόπος κατάκτησης εἶναι ἡ πατρωνεία, ὁπότε μία κατακτωμένη πόλη περνάει ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ Βασιλέως περσιστί, Πρίγκηπος (Ἡγεμόνος), ῥωμαϊστί. Ὁ βασιλεὺς λαμβάνει διάφορα παρωνύμια ὅπως σωτήρ, θεός, φιλάνθρωπος, εὐεργέτης. Ἡ ῥωμαϊκὴ πολιτεία αὐξανομένη ἐτράπη ὡσαύτως σὲ imperium ἢ οἰκουμένη ὡς princepatus―ἡγεμονία μὲ τὸν Ὀκτάβιο καὶ dominatus―δεσποτεία μὲ τὸν Διοκλητιανό. Τούτη ἔγινε διὰ δύο Αὐγούστων καὶ δύο Καισάρων τὴν λεγομένη Τετραρχία ἡ ὁποία ἔληξε μὲ τὴν διάσπαση του κράτους καὶ τὸ τέλος τοῦ δυτικοῦ τμήματος. Ὁ Salus Populi τρέπεται σὲ Βασιλέα τῶν Ῥωμαίων, διοικεῖ ὡς ἔνσαρκος νόμος καὶ κατέχον τοῦ Θεοῦ καὶ πράξει τοῦτο γίνεται διὰ ἐπάρχων, ἐξάρχων, κατεπάνω καὶ ἄλλων, καὶ ἑνὸς συμβουλίου λογοθετῶν παρὰ τὸν δεσπότη στὸ παλάτιο, τῆς κυβέρνησης. Στὰ χαλιφάτα τηρήθη τέτοια διοίκηση ἀξιωματούχων ποὺ ἔλαβε τὸ περσικὸ ὄνομα dīwān ποὺ σημαίνει πίναξ ἀπογραφῆς, καὶ ἐπομένως, γραμματεία ἢ ὑπουργεῖο. Ἀπὸ κεῖ προῆλθε τὸ ἔπιπλο ποὺ δὲν ἦταν ἀλλὰ οἱ ἕδρες, τὰ ἑδώλια ποὺ κάθονταν οἱ βεζῖρες τῶν διβανιῶν στὸ βασιλικὸ διβᾶνι, ἀλλὰ καὶ τὸ τελωνεῖο κομμερκίων ἰταλιστὶ καὶ ἱσπανιστί, dogana, γαλλιστί, douane. Στοὺς Ὀμεϋάδες ἐμφαίνονται τὰ πρῶτα διβάνια μὲ πρῶτο τοῦ στρατοῦ dīwān al-jund καὶ ἀκολούθησαν τὸ διβᾶνι τοῦ ἐγγείου φόρου (dīwān al-kharāj) καὶ τῆς βασιλικῆς ἀλληλογραφίας (dīwān al-rasāʾil) καὶ ἀρχείων (dīwān al-khātam), γραφεῖα τῶν ὁποίων ἀπαντῶντο σὲ κάθε μεγάλη πόλη. Μετὰ ἦταν τὰ dīwān al-barīd (ταχυδρομεῖο), dīwān al-nafaqāt (δαπανῶν), dīwān al-ṣadaqa (ἐπὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν φόρων zakāt καὶ ʿushr, dīwān al-mustaghallāt (δημοσίας ἰδιοκτησίας), dīwān al-ṭirāz (κρατικῶν ἐργαστηρίων). Ἡ ἔννοια τῆς κυβέρνησης μὲ βεζίρες ἐπικεφαλῆς καθ’ ἕκαστον διβάνι καὶ ἕναν γενικὸ βεζίρη ἐπ’ αὐτῶν, δημιουργεῖται ἐπὶ Ἀββασιδῶν, ποὺ σύναμα μὲ τὴν πολύπλοκη γραφειοκρατία φανερώνουν περσικὴ ἐπιρροή. Ἔτσι ἐμφαίνονται διβάνια ἐλέγχου τῶν εἰδικῶν διβανιῶν (τὸ ἐλεγκτικὸ dīwān al-zimām, καὶ τὸ δικαστικό al-maẓālim). Πέραν τῶν διβανιῶν τῶν φόρων καὶ τῶν τελῶν δημιουργεῖται κεντρικὸς φίσκος ἢ σάκκελος, ἤτοι ταμεῖο, θησαυρός, τοῦ κράτους (bayt al-māl ἢ dīwān al-sāmī καὶ dīwān al-jahbad̲ha ὡς γενικὸ λογιστήριο). Ἡ κεντρικὴ κυβέρνηση ὀνάζεται dīwān al-dār, ἀκριβῶς, διβᾶνι τοῦ οἴκου, ὅπου οἶκος τὸ παλάτι τοῦ βεζίρη. Τὰ τουρκοπερσικὰ σουλτανᾶτα, περὶ ὅσων ἔχουμε γνώσεις, υἰοθέτησαν παρόμοια δομὴ προσηρμοσμένη στὸ λιγότερο συγκεντρωτικό, εἰμὴ περιπλανόμενο ἤθος αὐτῶν. Τὰ χανάτα μεταχειρίζονται bitikčīs διαφόρων ἐθνοτήτων ὥστε νὰ ἔχουν διπλωματικὲς σχέσεις μὲ ἄλλα ἔθνη συμπεριλαμβανομένων τῶν εὐρωπαϊκῶν[i].

Δεξίωση τοῦ γάλλου πρεσβευτοῦ ὑπὸ τοῦ Μεγάλου Βεζίρη τὸ 1724. Τοῦ Jean Baptiste Vanmour
Τὸ ὀθωμανικὸ κράτος ἢ ὑψηλὸ δοβλέτι τηρεῖ τὸ ἔκκεντρο σχῆμα τῶν τελευταίων καὶ κεντρικὴ διοίκηση, γίνεται ἀπὸ τὸ Dîvân-ı Hümâyûn ἢ ἁπλῶς τὴν Ὑψηλὴ Πύλη, σὲ αἴθουσα (divanhane) τοῦ Τοπκαπί. Ἀρχικῶς συμβούλιο τοῦ Σουλτάνου, αὐτὸ συνεδρίαζε καθημέραν μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν μεγάλο βεζίρη μὲ συμμετοχὴ τῶν ἐπὶ μέρους βεζιρῶν, δύο kadi’askers (στρατιωτικῶν δικαστῶν), defterdar (λογιστῶν τοῦ φίσκου), nişancı (γραμματέων), ἀλλὰ ἀργότερο τοῦ Kapudan Paşa (ναυάρχου) καὶ ἐκτάκτως τοῦ βεηλέρβεη τῆς Ῥούμελης καὶ τὸν ἀγᾶ τῶν Γενιτσάρων.

ἑορτὴ στὸ divanhane τοῦ Dîvân-ı Hümâyûn
[ΦΕΟΥΔΑΛΙΚΑ ΡΗΓΑΤΑ: ΠΑΡΛΑΜΑΣ, ÉTATS GÉNÉRAUX, CORTES] Τούτη ἡ διάταξη τῆς ῥωμαϊκῆς συγκλήτου παρέμεινε στὶς αὐλὲς τῶν ῥηγῶν τῶν βαρβαρικῶν φεουδαλικῶν βασιλείων καθὼς εἴλκυε κοινὴ καταγωγὴ τῶν φυλετικῶν συμβουλίων καὶ τῶν ἐπιτροπῶν σοφῶν ὅθεν οἱ φύλαρχοι ἐζήτουν συμβουλές. Στοὺς Ἀγγλοσάξωνες ὠνομάζετο witan ἤτοι σοφοί (βλ. wit, wise) ἢ witenagemot. Τὰ ἀποτελοῦν ἡ βασιλικὴ σύζυγος, πρίγκηπες (aethelings), ἐπίσκοποι, ἡγούμενοι, κόμητες (ealdormen, διοικητὲς τῶν shires), γήμοροι (thengs) ὁμοῦ μὲ τὸν στενότερο κύκλο τῶν καγκελαρίου, κοντοσταύλου, θησαυροφύλακα κτλ. ποὺ ἀπεφάσιζαν περὶ νομοθεσίας, δικαίου καὶ διπλωματίας ἀλλὰ καὶ ἐπέλεγαν κατὰ τὸν νόμο τὸν νέο ῥῆγα. Μετὰ τὴν νορμανδικὴ κατάκτηση πῆρε τὴν λατινικὴ ὀνομασία curia regis ἐνῷ στὰ νορμανδικὰ δουκάτα τὸ ἀπεκάλουν curia ducis. Ἀργότερο τὸ εὐρύτερο συμβούλιο ὠνομάσθη parliament καὶ ἡ στενοτέρα κυβέρνηση τοῦ ῥηγός, privy councel καὶ cabinet. Τὸ ἴδιο τὸ παρλαμέντο ἐχωρίσθη τὸ 1341 σὲ δύο οἴκους, House of Lords καὶ House of Commons. Τέτοια συμβούλια κατὰ τὴν φεουδαρχία ἦσαν περιοδεύοντα καθὼς δὲν ὑπήρχε πρωτεύουσα πόλη καὶ στεγάζονταν στὶς halls τῶν παλατιῶν. Ἡ hall ἔχει χρήση ἀκριβῶς συνάθροισης ὅπως οἱ βασιλικὲς τῶν ὕστερων ῥωμαϊκῶν ἐπαύλεων. Ἐπίσης τὰ chapter houses τῶν θρησκευτικῶν ἱδρυμάτων στέγαζαν βασιλικὰ παρλαμέντα ὅπως τοῦ Westminster Abbey. Τέλος, μόνιμη στέγη αὐτῶν ἔγινε τὸ παλάτι τοῦ Westminster τότε κατοικία τοῦ ῥηγός, κυρίως μάλιστα κατὰ τὴν ἀπόλυτο μοναρχία τῶν Τυδώρ. Ἡ βουλὴ τῶν Κοινῶν ἐστεγάσθη στὸ εὐκτήριο τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, καὶ ἡ βουλὴ τῶν Λόρδων στὸν Painted Chamber καὶ ἀργότερο (1801) στὸν White Chamber δεξιὰ τῆς εἰσόδου. Στὰ ἀριστερά, ἡ μεγαλωτέρα Westminster Hall ἦταν ἡ αἴθουσα ἀκροάσεως τοῦ ῥηγός. Προσθῆκες στὰ κτήρια ἔκαναν νεοκλασικοὶ ἀρχιτέκτονες ὅπως ὁ Wyatt καὶ ὁ Soane. Μετὰ τὴν πυρκαϊά τοῦ 1834 ποὺ ἀπετύπωσε ὁ Turner, καὶ ἀφοῦ διεσῴθη μόνον ἡ Westminster Hall καὶ τὸ εὐκτήριο τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ἀνηγέρθη ὡς μόνιμη ἕδρα τοῦ παρλαμέντου τὸ σημερινὸ συγκρότημα σὲ σχέδια τοῦ Charles Barry στὸ νεογοτθικό ῥυθμὸ τοῦ Pugin. Ἔτσι λοιπόν, ὁ τύπος κοινοβουλίου Westminster ποὺ ἔχουν οἱ χῶρες τῆς βρεταννικῆς κοινοπολιτείας μὲ τὴν μακρόστενη αἴθουσα καὶ τοὺς καταντίκρυ βαθμιδωτοὺς στοίχους ἑδωλίων κατάγεται τοῦ ὥς εἰπεῖν βιωμένου χώρου τοῦ βασιλικοῦ συμβουλίου μὲ τὸν ῥῆγα στὴν κορυφή, ὁ ὁποῖος ἔλαβε μορφή στὴν βασιλικὴ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου. Τέτοια διάταξη εὐνόησε καὶ τὴν ἀνάπτυξη του δικομματισμοῦ τῶν Tory καὶ Whig καὶ τῆς ἔννοιας τῆς ἀντιπολίτευσης, ὡς ἐκείνης τῆς ὁμάδος ποὺ κάθεται στὰ ἔναντι ἕδρανα τῆς κυβερνήσης, δηλαδή ἐξ ἀριστερῶν τοῦ προεδρεύοντος ―Speaker.

King James’ Parliament

House of Lords

House of Commons

Στοὺς Φράγκους ἦταν τὸ conseil du Roi ―Curia Regis τῶν καπετιδῶν ῥηγῶν τὸ ὁποῖο ἔγινε ἡ βάση δικαστικῶν σωμάτων ἀποτελουμένων ἀπὸ μέλη τοῦ κλήρου καὶ τῆς ἀριστοκρατίας, τὰ parlements. Τέτοια ἀπηντῶντο σὲ πᾶσες τὶς πόλεις τῆς Γαλλίας μὲ κυριότερο κεῖνο τοῦ Παρισιοῦ. Διὰ τῆς ἐπικύρωσης τέτοιων σωμάτων οἱ ἀποφάσεις τοῦ ῥηγὸς ἔχαιραν περισσοῦ κύρους. Συγχρόνως τὸ σῶμα ἤλεγχε τὶς ἀποφάσεις τῆς βασιλικῆς κυβερνήσης καὶ δὲν λείπουν περιπτώσεις διάλυσής του ἀπὸ τὸν βασιλέα. Ἡ διάταξη τοῦ γαλλικοῦ παρλαμὰ διαφέρει τοῦ ἀγγλικοῦ στὸ ὅτι οἱ θέσεις εἶναι σὲ τετραγωνικὴ διάταξη καὶ ὁ ῥὴξ δὲν κάθεται στὴν κορυφή, ἀλλὰ στὴν ἀριστερὰ γωνία, μᾶλλον ἀνάμνηση τοῦ πρώτου μεταξὺ ἴσων (στὸ φραγκικὸ πριγκηπάτο τῆς Ἀχαΐας ὁ παρλαμὰς ἦταν ἡ βουλὴ τῶν βαρόνων). Ἔτσι φαίνεται σὲ μικρογραφία (στὸν Boccace de Munich τοῦ Jean Fouquet) τέτοιου lit de justice (lit: κοίτη, κλίνη, τὸ βάθρο τοῦ θρόνου τοῦ βασιλέως) τοῦ Καρόλου Ζ΄ στὴν Vandôme ἐπὶ τὴν δίκη τοῦ Jean d’ Alençon. Ἀπὸ σκάριφο τῆς ἐποχῆς τοῦ Λουδοβίκου ΙΕ΄ βλέπομε τὸν Grand Chambre ἢ Chambre au Plaid―θάλαμο τῆς τηβέννου, τοῦ Palais de la Justice (δικαστικοῦ μεγάρου) κατὰ τὴν σύγκληση τοῦ lit de justice τῆς 13ης Δεκεμβρίου 1756: Ὁ μονάρχης κάθεται στὴν δεξιὰ γωνία καὶ στὸν τοίχο δεξιά του κάθονται οἱ ὅμαιμοι πρίγκηπες καὶ οἱ pairs laïcs, οἱ μεγάλοι δοῦκες καὶ κόμητες, ἐνῷ στὸν τοίχο ἀριστερά του ὁ ἀνώτατος κλῆρος καὶ οἱ στρατηγοί, ἔχοντες στὰ νῶτα τὴν βασιλικῆ φρουρά. Στὸ τετράγωνο ποὺ σχηματίζεται κάθονται πάντες οἱ κρατικοὶ ἀξιωματοῦχοι μὲ τοὺς κρατικοὺς καὶ τοὺς αὐλικοὺς σεκρετέρους (κυβέρνηση) στὶς ἐμπρὸς θέσεις. Τέλος πέραν τοῦ τετραγώνου καὶ κατὰ τὸ μάκρος τῆς αἰθούσης παρατάσσονται οἱ ἕδρες τῶν μελῶν τοῦ παρλαμά.

Lit de justice τοῦ Λουδοβίκου ΙΕ΄
Ἄλλου εἴδους σύνοδος, γενική, ἔκτακτος ἐπ’ ἀφορμὴ κάποιας κρίσης (φορολογικὲς ἀλλαγες, μεγάλα δημόσια ἔργα, δυναστικὰ θέματα κτλ.) καὶ συμβουλευτική, ἦταν τὰ état généraux. Ὁ Philippe le Bel τὴν δημιούργησε ὥστε νὰ δώσῃ γενικὴ ἀποδοχὴ στὶς ἀποφάσεις του ἔναντι τῶν κελευσμάτων τοῦ Πάπα. Συμμετεῖχαν οἱ τρεῖς τάξεις (états), ὁ Κλῆρος, οἱ Εὐγενεῖς καὶ ἡ bourgeoisie des bonnes villes. Ἡ προτελευταία συνεκλήθη τὸ 1614 ὑπὸ τῆς Μαρίας τῶν Μεδίκων. Μετὰ ἀπηγορεύθη (πχ. ἡ Fronde ―Σφενδόνη, ἡ ἀριστοκρατικὴ ἀντιπολίτευση στὸν μονάρχη ἠτήθη τέτοια συνέλευση, δίχως ἐπιτυχία νὰ συγκλήθη) μέχρι τὸν Λουδοβῖκο ΙϚ΄ ὁπότε καὶ ἔγινε ἀφορμὴ τῆς ἔκπτωσής του. Προφανῶς δὲν εἶχαν προσδιωρισμένο χῶρο τέλεσης. Καὶ αὐτοῦ ἐπίσης ἔχομε ἕναν ὥς εἰπεῖν βιωμένο χῶρο ποὺ εὑρίσκει μορφὴ σὲ κάποια μεγάλη αἴθουσα. Κατὰ τὰ état généraux τοῦ 1614 (ἀπὸ 27ης Ὀκτωβρίου 1614 μέχρι 23ης Φεβρουαρίου 1615) ἡ βασιλικὴ ἔντολη ἦταν ὁ Κλῆρος νὰ συνεδριάσῃ στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς τῶν Αὐγουστίνων, οἱ Εὐγενεῖς στὴν μονὴ τῶν Cordeliers καὶ ἡ Βουργήσιοι στὸ Hôtel de Ville. Ὅμως οἱ δύο τελευταίες ὁμάδες ζήτησαν νὰ ἀκολουθήσουν τὸν Κλῆρο στοὺς Αὐγουστίνους. Τελικῶς συνῆλθαν στὴν μεγάλη σάλλα τοῦ hôtel Petit-Bourbon παρὰ τὸ Λούβρο, ποὺ μετὰ τὴν δήμευσή του εἶχε χρήση θεάτρου. Τὸ 1789, τὴν 4η Μαΐου, τούτη ἡ γενικὴ συνέλευση τῶν τάξεων ἔλαβε χῶρο στὴν μεγάλη σάλλα θεαμάτων τοῦ hôtel des Menus Plaisirs (ἔπαυλη ἀναψυχῆς τοῦ Λουδοβίκου ΙΕ΄). Κατὰ τὴν ἔναρξη ὁ μονάρχης ἐκάθετο στὴν κορυφή, στὴν δεξιά του πτέρυγα, οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Κλήρου, στὴν ἀριστερά του, οἱ Εὐγενεῖς, καὶ ἀπέναντί του, στὴν ἀρχὴ τῆς σάλλας, ἡ Τρίτη Τάξις (tiers état). Ἐνῷ οἱ συνεδρίες θὰ γίνονταν χωριστῶς διὰ κάθε τάξη, ἡ Τρίτη Τάξις μὲ προτροπὴ τοῦ Sieyès καὶ μὲ συμφωνία κάποιων εὐγενῶν ζήτησε νὰ εἶναι γενική, ὠς ἐθνοσυνέλευσις (assemblée nationale). Ὁ Λουδοβῖκος ἔκλεισε τὴν αἴθουσα καὶ μὲ πρόταση τοῦ ἱατροῦ Guillotine ἡ συνέλευση μετεφέρθη στὶς 20 Ἰουνίου στὴν σάλλα τοῦ Jeu de Pomme, ἕνα στεγασμένο γήπεδο τέννις ποὺ εἶχε κτίσει ὁ Λουδοβῖκος ΙΔ΄. Ἔτσι περάσαμε στὸ σύγχρονο κοινοβούλιο.

Petit-Bourbon, états généraux 1614

Hôtel des Menus Plaisirs, états généraux 1789

Hôtel des Menus Plaisirs, σχέδιο τῆς Assemblée Nationale

Salle de Jeu de Pomme
Ὅμως τὰ πρῶτα κοινοβούλια στὸν εὐρωπαϊκὸ πουνέντε ἐνεφάνησαν στὴν ἰβηρικὴ χερσόνησο: Οἱ cortes ἢ καταλανιστὶ corts. Ἀνάγονται στὶς φυλετικὲς συνόδους τῶν Βησιγότθων τοῦ Τολέδου (concilio, curia) καὶ μετὰ τὴν ἰσλαμικὴ κατάκτηση ἐπανεφάνησαν στὴν Λεώνη ἤδη τὸ 1188 καὶ στὴν Ἀραγώνα ὅχι νωρίτερo τοῦ 1250. Ἀρχικῶς ἦταν ἐκ δύο τάξεων (brazos) μέλη τοῦ Κλήρου καὶ Εὐγενεῖς (ὑποτελεῖς ἡγεμόνες, δοῦκες, μαρκήσιοι, caballeros, escuderos, hidalgos) ἀργότερο πρόξενοι (procuradores) ἢ σύνδικοι (síndicos) πόλεων, ἤτοι βουργήσιοι, μέλη συντεχνιῶν ἢ πολῖτες. Ἐπίσης ἦσαν πρόσωπα ἢ πόλεις ποὺ προσεκάλει κυρίως ὁ ἴδιος ὁ ῥὴξ ἀνὰ συμβούλιο χωρὶς δικαίωμα ἄρνησης αὐτῶν: Ὁ ἀμιρᾶς τῆς Γρανάδας ἅμα ἔγινε ὑποτελὴς τοῦ Φερδινάνδου Γ΄, ὑπόσχεται ὅτι θὰ ἔρχεται στὶς cortes ὡς Don Mamomad Abenazar, rey de Granada, vasallo del Rey. Οἱ πόλεις δέ, ἐξέλεγαν, ἐκλήρωναν ἢ ὥριζαν κείνους τοὺς προξένους ὄχι πάντοτε χωρὶς κάποια διάφθορα. Τὸ πλῆθος αὐτῶν ὥριζαν τὰ fueros (προνόμια) ποὺ κάθε πόλη εἶχε[ii]. Μετὰ τὴν Καστίλλη καὶ τὴν Ἀραγώνα εἶχαν τέτοια συμβούλια ἡ Καταλωνία καὶ ἡ Ναβάρρα. Ἀρχικῶς τὰ ἔξοδα τοῦ ταξιδιοῦ πλήρωναν οἱ ἴδιοι οἱ πρόξενοι, μετὰ ὁ ῥὴξ καὶ τέλος μπῆκε ἕνα τέλος ὕπερ αὐτοῦ. Οἱ πόλεις ἔτσι συνέλεγαν τοὺς φόρους, καὶ ἕνα τῶν θεμάτων τῶν cortes ἦταν ὁ ἔλεγχος τῆς χρήσης αὐτῶν ποὺ ἔκαμε ὁ ῥήξ. Τὸ palau de la Generalitat de Catalunya στὴν Βαρκελώνη ἔχει χρήση μεγάρου cortes μέχρι σήμερα. Πρῶτα, ἡ Corts ἢ Diputació del General ποὺ ὑφίστατο ἀπὸ τὸ 1356 μὲ σκοπὸ τὴν συλλογὴ φόρων, συνεδρίαζε στὸ φραγκισκανὸ μοναστήρι. Τὸ 1400, ὁ Alfons de Tous ῥέκτωρ τῆς ἐκκλησίας τοῦ Pi ἀγόρασε, πρὸς μόνιμη ἕδρα τῶν corts, στὴν ἑβραϊκὴ συνοικία (Call) τὸ σπίτι κάποιου Bonjudà Cabrit, τὸ ὅποιο ἦταν μὲ περίκλειστη αὐλὴ καὶ ὀπωρῶνα μὲ μάνδρα. Τὸ 1419-18 διεμορφώθη γοτθικὴ πρόσοψη ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Brisbe. Ἀπὸ τὸ γοτθικὸ περίστυλο (pati gòtic) ποὺ διεμορφώθη (1420) κλίμαξ (1424) ὁδηγεῖ στὸν piano nobile ὅπου εὑρίσκεται ἡ αἴθουσα τοῦ συμβουλίου, ὀρθογωνική, πρὸς τὴν πλευρὰ τῆς ὁδοῦ Ἁγίου Ὁνωρίου (calle San Honarat) ὕπερθε τῆς εἰσόδου. Τὸ 1436 προσετέθη τὸ παρέκκλησιο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸν ἴδιο ὄροφο. Κατὰ τὸν ιϛ΄ αἰῶνα περιεκλείσθη ὁ ὀπωρῶνας καὶ προεκτάθη τὸ κτηριακὸ συγκρότημα πρὸς τὴν Plaça Sant Jaume.

[COMUNI: BROLETTO, LOBIA, LOGGIA] Ἂν ὁ παρλαμὰς δὲν ἦταν παρὰ βασιλικὸ συμβούλιο, δομὲς δημοκρατίας ἀπαντῶνται ὅπου ὑφίσταντο κοινότητες ὅπως εἶδαμε στὴν περίπτωση τῶν ἰσλαμικῶν συντεχνιῶν ποὺ ἐλάμβαναν πολιτικὴ ἐξουσία στὰ κενὰ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Στὴν Εὐρώπη ἦταν στὶς αὐτοκρατορικὲς ἢ ἐλεύθερες πόλεις, ἐκεῖνες δηλαδὴ ποὺ ἐλογοδότουν ἀπευθείας στὸν Γερμανὸ αὐτοκράτορα ποὺ τέτοιες συντεχνίες προυκάλεσαν μετὰ τὸ 1200 τὴν δημιουργία ἀνεξαρτήτων πολιτειῶν. Οἱ συντεχνίες βέβαια ἀργότερο ἐξοντώθησαν βαθμηδόν ὅσον ἐνεδυναμώνετο τὸ κεντρικὸ κράτος. Κατὰ συγχρόνους δέ (ὅπως ὁ ἐπίσκοπος Otto Frisingensis, χρονικογράφος τοῦ ἀνεψιοῦ του Φρεδερίγου Α΄ Hohenstaufen ἢ Βαρβαρόσα) ἡ δημοκρατία στὶς λομβαρδικὲς πόλεις εἶναι βαρβαρικὸ ὑπόλειμμα (barbaricae fecis retinent vestigia). Στὸ V(a) εἴδομε τὴν ἐξέλιξη τῶν καθεστώτων τῶν πόλεων. Οἱ comuni consolari χειραφέτησαν μὲν τὶς κοινότητες μὲ τὴν βοήθεια τοῦ popolino ἀπὸ τοὺς κόμητες καὶ τοὺς ἐπισκόπους ἀλλὰ οἱ ἐσωτερικὲς διενέξεις τοὺς ἀνάγκασαν νὰ προσκαλέσουν ἐξωτερικὸ ἀμερόληπτο podestà μὲ χρέη εἰρηνοδίκου καὶ διαχειριστοῦ τῆς φορολογίας, σύντομης θητείας. Τοῦτο μὲ τὴν σειρά του ὡδήγησε στὸ αἴτημα πλειoτέρων (πλούσιων borghesi―τὸ λεγόμενο popolo grasso, τεχνιτῶν, καπήλων, οὐσιαστικῶς, συντεχνιῶν) νὰ συμμετάσχουν στὶς ἀποφάσεις τὶς ἐξουσίας, μὲ πλεῖστες πόλεις κατὰ τὸ duecento νὰ ἀποκτοῦν λαϊκὴ ἐξουσία. Ἡ ἐκτέλεση τῶν ἀποφάσεων τοῦ συμβουλίου τοῦ popolo καὶ τῆς νομοθετικῆς βουλῆς δίδεται τότε στὸν capitano del popolo. Ἔτσι σὲ γεωργικῆς κυρίως οἰκονομίας πόλεις (βορρᾶς, ie. Λομβαρδία) ἄρπαξαν τὴν ἐξουσία condottieri ποὺ ὡς σωτήρες ἀνερρήθησαν σὲ signori (κύροι, τύραννοι) ἐνῷ κεῖνες ἐμπορικῆς (κεντρικὴ Ἰταλία, ie. Τοσκάνη), ἔμειναν στὰ χέρια τῶν πλουσίων συντεχνιῶν ὡς ὀλιγαρχικὲς repubbliche.

Broletto di Brescia. Rilievo e progetto di restauro del lato occidentale interno, Ing. G. Tagliaferri (1909 e 1915) (AFDM E497/5197; AFDM E497/5201)
Στὶς πόλεις λοιπὸν τῆς Λομβαρδίας ἤδη ἀπὸ τὸν ι΄ αἰῶνα ἀπαντᾶται στὸν δημόσιο χῶρο ὁ τύπος τῆς στοᾶς ἢ τοῦ ἐμβόλου (porticο, loggia) ἕνας χῶρος πρὸς δημόσιες συναντήσεις καὶ διαβουλεύσεις. Κυρίως πρὸς προστασία ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ τὴν βροχή, τέτοιες μορφὲς ἔγιναν χῶροι κοινῆς διαβούλευσης. Ἔτσι, ἐνῷ οἱ Ἰταλοὶ ἀπεχθάνοντο τὰ μεγάλα γοτθικὰ ὑαλοστάσια ἀκατάλληλα πρὸς τὸν μεσογειακὸ ἥλιο, τὰ ἴδια ἁψιδώματα εὗραν πολιτικὴ χρήση. Ἀντιθέτως πρὸς τὰ παρλαμέντα ποὺ δὲν εἶχαν προκαθορισμένη ἀρχιτεκτονικὴ μορφή, αὐτοῦ, εἶναι ἡ ὑφισταμένη μορφὴ ποὺ προκαλεῖ τὴν χρήση ἢ τὸν οὕτως εἰπεῖν βιωμένο χώρο. Στὴν νότιο Ἰταλία ποὺ ἕδρευε ὁ Φρεδερῖγος Β΄ Hohenstaufen τὰ διάφορα προστῷα δὲν βρῆκαν βέβαια τέτοια χρήση ἐνῷ στὴν κεντρικὴ Ἰταλία ἐνεφάνησαν ἥκιστα ἀργότερο τῆς Λομβαρδίας. Ἡ Kim Sexton στὸ πόνημά της Excibiting Self-Rule in Early Communal Italy (2015)[ii] δεικνύει τὴν μικρογραφία τοῦ 1195 τῶν annales ianvenses ὅπου ὁ podestà τῆς commune τῆς Γένουας Giacomo Mainero da Milano παρίσταται ὁμοῦ μὲ ἑννέα δικαστὲς σὲ μία τέτοια τοξοτὴ στοά. Ἡ ὑπόθεση της Sexton εἶναι ὅτι ἡ ἀνοιχτὴ καὶ διάφανη μορφὴ τῆς στοὰς ποὺ προσφέρει πρόσβαση στὸν καθένα καὶ ἐποπτεία τοῦ χώρου τῆς διοίκησης εἶναι ἡ κατεξοχὴν χωρικὴ ἔκφραση τῆς μεσαιωνικῆς δημοκρατίας. Ὁ βασικὸς τύπος δημοσίου κτηρίου εἶναι τὸ broletto, μία ἰσόγειος ἀνοιχτή στοὰ μὲ salone στὸν ὄροφο. Τέτοια μέγαρα εἶναι τὸ Palazzo della Ragione στὸ Bergamo (1185-98), τὴν Brescia (1193), τὴν Pavia (1198-99), τὸ Palazzo del Comune στὴν Novara (1206-8). Ἐνῷ κατὰ τὰ προηγούμενα χρόνια οἱ ὕπατοι τῆς Νοβάρας ἔκαναν χρήση τῆς στοᾶς τοῦ ἐπισκοπικοῦ μεγάρου, ἀνήγειραν τὸ 1206 στὸ ἄκρο πλατείας ποὺ εἶχε χρήση ἀγορᾶς ὀρθογωνικὸ κτήριο 28×13m μὲ τρεῖς ἁψῖδες στὸ ἰσόγειο πρὸς νότο καὶ μία πρὸς βορρά. Μνημειώδης κλίμαξ ὁδηγεῖ στὴν αἴθουσα τοῦ ὀρόφου. Οἱ ὕπατοι περιεμάνδρωσαν τὸν ἔμπροσθε (νότιο) χῶρο τὸ 1210 ὥστε νὰ μὴν φαίνονται οἱ συνεδρίες. Ἅμα μὲ τὴν ἄνοδο τοῦ popolo ἄρχισε ν’ ἀντικαθίσταται μὲ κτήρια μὲ προστῷα: Ἐκτίσθη ἀνατολάς τὸ Palazzo dei Paratici (1285) ―αἴθουσα τῶν συντεχνιῶν, καὶ μὲ τὴν κατάκτηση ἀπὸ τὸ Μιλᾶνο, τὸ Palazzo del Podestà (1395-1402) στὸν νότο καὶ τὸ Palazzo dei Referendari (1395-1402) δυσμάς. Τὸ palazzo della Ragione στὸ Μιλᾶνο (1228-33) ἢ Broletto Nuovo, ποὺ ἀνηγέρθη τὴν ἐποχὴ τῆς ἀρχῆς τοῦ popolo κεῖται στὸ κέντρο τῆς πλατείας dei Mercanti μὲ τρίστοιχο στοὰ ἐπὶ βάθρου, πανταχόθε ἀνοιχτὴ καὶ μὲ salone στὸν ὅροφο, ὡς χρηστὸ broletto. Ἀπὸ τὴν στοὰ ἦταν δυνατὸ νὰ βλέπῃ κάποιος τὴν Casa del Podestà, τὴν διώροφο Loggia degli Osii (1316) ὅθεν τοῦ ἐξώστου (balconcino) ἀνακοινώνονταν οἱ καταδίκες καὶ οἱ ἔδικτοι. Ὁ τύπος τῆς στoᾶς σὲ ὅροφο ποὺ ἀπαντᾶται σὲ τούτη εἶναι κάτι σύνηθες σὲ διοικητικὰ κτήρια ὥστε νὰ δίδῃ κάποιο αἴσθημα ἐλέγχου στὸ κοινό. Ἐν γένει τόσον ὁ δικαστικὸς podestà ὅσο καὶ ὁ στρατιωτικὸς capitano del popolo ἦσαν ὕποπτοι ἡγεμονίας (pars principans) καὶ μία τέτοια καχυποψία μετριάζετο διὰ τῆς χρήσης τῆς στοᾶς ὡς ἡλιακοῦ (λιακωτοῦ) ―lobia. Τὸ θέμα θίγει ἡ Sexton σὲ προγενέστερο κείμενο μὲ τίτλο Justice Seen: Loggias and Ethnicity in Early Medieval Italy[iii] ὅπου ἀνάγει τὴν καταγωγὴ τέτοιων στοῶν στὴν laubia (ἐκλατινισμένη φραγκικὴ λέξη, λομβαρδιστί, lóbia, ὅθεν loge, lodge, lobby) τῶν καρολιγγείων δικαστηρίων ὁπότε ἐνεφάνη τὸ σύστημα τοῦ πλανητοῦ ληγάτου τοῦ αὐτοκράτορα. Ἔτσι τέτοιο ἀρχιτεκτονικὸ στοιχεῖο (σὲ Lodi, Mantua, Reggio Emilia, Milano) χρησίμευε ὡς σκηνὴ πρὸς διάφορες πράξεις τῆς ἐξουσίας ὅπως τελετὲς ἀνάρρησης τοῦ ἀξιωματούχου ἢ ὥστε νὰ βεβαιῶται ὁ λαὸς περὶ τῶν ἀλλαγῶν ποὺ εἶχε ζητήσει. Ἡ lobia γεφύρωνε τὴν ἀπόσταση μεταξὺ ἐξουσίας καὶ λαοῦ ―ὅπως βεβαίως, ἂν ἔλεγα, τὴν κράτυνε ἐξίσου. Δὲν εἶναι τυχαῖο λοιπόν ὅτι τέτοιες lobie κτίσθηκαν σὲ περιόδους signoriale (τυραννικῆς) ἐξουσίας ἵνα ἔχουν κάποιον πέπλο ρεπουβλικανισμοῦ. Τὴν Loggia degli Ossi ἐπὶ παραδείγματι, τὴν ἔκτισε ὁ Matteo I Visconti στὸν ὁποῖο τὸ 1287 ὁ θείος του, ἐπίσκοπος τοῦ Μιλάνου, Otto Visconti εἶχε ἀναθέσει ἀντὶ σὲ ξένο, τὸ καθήκον τοῦ capitano del popolo, θέση στὴν ὁποία τὸν ἐπανεξέλεξε κατασκευασμένο λαϊκὸ συμβούλιο δύο χρόνια ἀργότερο. Ἔτσι ὁ Matteo ἐτίμαε στὰ μάτια τοῦ λαοῦ τὴν ῥεπουβλικανικὴ μνήμη καθὼς σφετερίζετο τὴν ἐξουσία καὶ θεμελίωνε δυναστικὴ signoria[iv]. Καὶ τοῦτο δὲν ἐπέρναε ἀπαρατήρητο καὶ διαστρέβλωσε τὴν ἴδια τὴν σημασία τῆς loggia: Μὲ παράδειγμα τὸν μιλανέζο τύραννο ὁ φλωρεντινὸς Matteo Villani τὸ 1356 ἀπέρριψε πρόταση ἀνέγερσης μεγάλης δημοσίας loggia ὡς προσηκούσης σὲ τύραννο καὶ ὄχι πόπολο[v]. Ἄλλο πρᾶγμα ποὺ ἔχρηζε τὴν ὑπαρξη κάποιου ὑποστέγου ἐμβόλου ἔν εἴδει ἐξώστου πρὸς τὸν δημόσιο χῶρο, ἦταν ἡ ἀνάπτυξη τῆς ῥητορικῆς τέχνης, αἴτιο μάλιστα, ὥς εἴδαμε, τοῦ πολιτικοὺ οὐμανισμοῦ. Ὁ ῥήτωρ λαμβάνει φαντασίᾳ τὴν μορφὴ τοῦ στρατιωτικοῦ ταγοῦ ποὺ ἔφιππος, συνεγείρει τὰ πλήθη.

Palazzo del Comune, Novara, πηγή: Sexton

Broletto Nuovo, Μιλᾶνο, πηγή: Sexton
Ἡ ἀρχιτεκτονικὴ μορφὴ ποὺ ἐξέφραζε τοὺς δυνατοὺς εἶναι ἡ τύρση, ὁ πύργος ποὺ προσέφερε ὀχύρωση στὴν βία ποὺ ξέσπαε στοὺς δρόμους εἴτε αὐτὴ ἦταν διαμάχες μεταξὺ οἰκογενειῶν, μεταξὺ Γουέλφων καὶ Γιβελλίνων, nobili καὶ popolani. Ἔτσι τὰ διοικητικὰ κτήρια, τοῦ podestà ἢ τοῦ capitano del popolo ἐμφαίνουν ὡς συνδυασμὸς τοῦ πύργου καὶ τῆς παροδίου στοᾶς. Τέτοια μορφὴ ἔχει τὸ palazzo del Comune στὸ Todi ποὺ ἐκτίσθη τὸ 1201 ὑπὸ τῶν ὑπάτων στὴν νοτιοανατολικὴ γωνία τῆς piazza del popolo, ἕναντι τοῦ καθεδρικοῦ, ἵνα στεγάσῃ τὸν ξένο podestà ποὺ προσεκάλεσαν ὥστε νὰ ἡρεμήσῃ τὴν λαϊκὴ δυσαρέσκεια. Ἡ ἰσόγειος στοὰ εἶναι δίλοβος μὲ παχεῖς πεσοὺς καὶ στενή (8 μὲ 10 πόδια). Τὰ ἔγγραφα τῶν νόμων ἔγραφαν sub voltis palatti Comunis. Κατὰ τὴν λαϊκὴ διακυβέρνηση τῶν συντεχνιῶν ἐκτίσθη (1288) παραπλεύρως τὸ palazzo del capitano del popolo μὲ δίλοβο πάλιν στοὰ ἀλλὰ εὐρυτέρα τετραγωνικοῦ σχήματος μὲ κεντρικὸ πεσσό, ὥστε νὰ συνάγῃ μεγαλώτερο πλῆθος. Τὰ multifore παράθυρα τοῦ ὁρόφου τηροῦν τὴν λογικὴ τοῦ γειτονικοῦ μεγάρου μόνον ποὺ εἶναι μεγαλώτερα γοτθικά μὲ ἀετώματα (τρία τρίλοβα). Καὶ αὐτοῦ παρατηρεῖ ἡ Sexton ἔχομε τὴν ἰδέα ὁ πολίτης νὰ ἐποπτεύῃ τὸ ἔργο τοῦ podestà ἂν ὄχι νὰ εἰσέρχηται καὶ νὰ συμμετέχῃ σ’ αὐτό. Στὸ Palazzo del Podestà τοῦ San Gimignano ἡ ἰσόγειος στοὰ ἔχει μορφὴ pòrtego ἢ iwan μὲ πέτρινους θράνους στὶς τρεῖς πλευρές, ὅπου εἰργάζετο ἡ αὐλὴ τοῦ podestà, ὅθεν καὶ loggia potestatis. Αὐτὴ τηρεῖ τὴν ἔννοια τῆς bottega (ἀποθήκης, μαγαζιοῦ, καπηλείου). Ἡ Sexton μᾶς θυμίζει μία τῶν νωπογραφιῶν τοῦ Ambrogio Lorenzetti στὴν Sala della Pace τοῦ Palazzo Pubblico τῆς Siena, μὲ τίτλο Effetti del Buon Governo in città (1338-1340) ὅπου τὰ ἐπαγγέλματα χειρωνακτικὰ ἐναλλάξ μὲ ἐλεύθερα παρίστανται ἐντὸς τέτοιων botteghe ἐπὶ τοῦ δρόμου. Οἱ ἴδιο οἱ πλούσιοι πολῖτες τῶν repubbliche ὅπως εἴδαμε, φύλασσαν στὰ ἴδια palazzi, τὰ κατὰ τἄλλα πυργοειδῆ, μία στοὰ ἢ μαγαζιὰ ἐπὶ τοῦ δρόμου. Τέλος τὸ ὅτι ἡ μορφὴ τῆς loggia εἶχε τέτοια πολιτικὴ σημασία σὲ σημεῖο νὰ ἀποκτάει συμβολικὸ χαρακτῆρα φαίνεται στὸ πῶς λαμβάνει μνημειωδέστερες ἀναλογίες (πχ. Palazzo Pretorio, Voltera) ἢ τίθεται μόνη της ὡς περίτεχνο κιόσκι (Loggia dei Lanzi, Φλωρεντία) ἢ φέρει ἔσω τοιχογραφίες.

Lorenzetti, Effetti del Buon Governo in città

Βενετία, consiglio pregadi
[REPUBLIQUE: ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ] Κατὰ τοὺς ἐπομένους αἰῶνες οἱ ρεπουβλικανικὲς ἰδέες κερδαίνουν ἔδαφος στὸν βορρᾶ. Ὅπως οἱ ἰταλικὲς πόλεις, οἱ πόλεις τῆς Φλάνδρας εἶχαν κερδήσει κάποια αὐτονομία καὶ ἅμα μὲ τὴν ἔκρηξη τῆς Μεταρρύθμισης οἱ ἑπτὰ βορειότερες ἐπαρχίες τῶν Κάτω Χωρῶν δημιούργησαν ὁμοσπονδία. Πρὸ τῆς δημιουργίας αὐτῶν ὑπήρχαν στὶς διάφορες κομητείες Staten δηλαδή συμβούλια τῶν τριῶν ἢ δύο τάξεων ποὺ συνήρχοντο στὴν αὐλὴ τοῦ κὀμητος. Στὴν κομητεία τῆς Ὁλλανδίας συνήρχοντο οἱ Staten van Holland en West-Friesland δηλαδή οἱ δύο τάξεις, οἱ μὲν ἀριστοκράτες τῆς γῆς (καὶ ἐμμέσως οἱ ἀγρότες) διὰ τοῦ landsadvocaat ἢ raadpensionaris καὶ οἱ Κοινοὶ μὲ προξένους τῶν δημοτικῶν συμβουλίων (vroedshapen) πόλεων. Ἅμα μὲ τὴν δημιουργία τῶν ἑπτὰ ἐπαρχιῶν συγκροτήθηκαν οἱ Staten Generaal ὅπου ἐκπροσωποῦντο οἱ Staten καὶ τῶν ἑπτὰ ἐπαρχιῶν οἱ ὁποῖες καὶ συνάγοντο στὸ Binnenhof τῆς Χάγης. Ἀπὸ χαλκογραφίες ποὺ ἀναπαριστοῦν συνεδρίες τῶν Staten τῆς Ὁλλανδίας μποροῦμε νὰ ἐξετάσωμε τὴν διάταξη τέτοιου κοινοβουλίου ὅπως κεῖνη τοῦ Jan Caspar Philips (ca.1730) καθὼς ἀναγράφει στὸ περιθώριο τὶς θέσεις. Ἔτσι λοιπὸν ἡ σύνοδος ἔχει τετραγωνικὴ διάταξη τὴν ὁποία περικλείει ξύλινο φράγμα καὶ ἀπὸ τὸ κέντρο μέχρι τὴν μία πλευρὰ σὲ τράπεζα κάθονται ὁ raadpensionaris (Α.2) οἱ ἱππότες (riddenshap) καὶ οἱ εὐγενεῖς (edelen) (Α). Στοὺς στοίχους ἐδρῶν ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὸ κέντρο μέχρι τὴν ἀντίπερα πλευρά, στὸν πρῶτο κάθονται οἱ ἐπίτροποι (gecommiteerde raden) (B) καὶ στὴν ἀμέσως ἐπομένη οἱ βουλευτές (gedeputeerden) τοῦ Amsterdam, οἱ ὅποιοι ἦσαν περισσότεροι τῶν ἄλλων (D). Στὶς ὑπόλοιπες σειρές καὶ σὲ μία σειρὰ στὰ ἀριστερὰ τῆς κεντρικῆς τραπέζης κάθονται οἱ βουλευτὲς τῶν ὑπολοίπων πόλεων (C, E, F). Στὴν δεξιὰ πλευρὰ εἶναι στοιχισμένοι οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ἑπτὰ ἐπαρχιῶν (G). Ἐκτὸς τετραγώνου σὲ δύο περιφραγμένες ἐπίσης θέσεις κάθονται οἱ γραμματεῖς (Η). Ὁ raadpensionaris στὶς Staten Generaal εἶναι ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Republiek, γαλλιστί, Grand-pensionnaire, ἀκριβῶς, μέγας γραμματεύς. Λαμβάνει τὶς ἀποφάσεις ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων μετὰ ἀπὸ διαβούλευση μὲ τὶς Staten ποὺ ἔχουν συμβουλευτικὸ χαρακτῆρα. Ἦταν ἀρχηγὸς τοῦ κράτους στὶς ῥεπουβλικανικὲς περιόδους ὅταν ὁ δοὺξ τῆς Ὀράγγης δὲν ἦταν stadtholder. Ὁ raadpensionaris Johan de Witt καὶ ὁ ἀδελφός του φονεύθησαν ὑπὸ τῶν ὀπαδῶν τοῦ δουκός.

Staten Generaal 1651

Staten van Holland en West-Friesland τοῦ Jan Caspar Philips (ca.1730)
Στὴν Ἀγγλία τέτοιες ἰδέες ῥεπουβλικανικοῦ καθεστῶτος ἐνεφάνησαν μὲ τὴν παρένθεση τοῦ Cromwell καὶ μολονότι δὲν μακροημέρευσαν στὴν ἴδια τὴν Ἀγγλία, γονιμοποίησαν τὴν ἀμερικανικὴ ἀποστασία ἢ third british revolution κατὰ J.G.A. Pocock, καὶ βεβαίως τὶς ἰδέες τοῦ Rousseau καὶ ἐν τέλει τὴν γαλλικὴ révolution. Ὁ ῥεπουβλικανισμὸς ὡς πολιτικὸ αἴτημα εἶναι ἡ ἀνακαίνωση τῶν γοτθικῶν estates ἰδομένων ὑπὸ τὸν ἑλληνολατινικὸ οὐμανισμό σὺν μὲ κάποιον πουριτανισμό. Ἂς συνεχίσωμε λοιπὸν μὲ τὴν γαλλικῆ ἐπανάσταση: Σύναμα μὲ τὴν σύγκληση συνταγματικῆς ἐθνοσυνελεύσεως, τὴν ἀποδοχὴ τοῦ συντάγματος ἀπὸ τὸν Λουδοβίκου ΙϚ΄, τὴν μομφὴ τῆς προδοσίας κατά του, ἕνεκα κάποιων ἀπορρίψεων ἀποφάσεών της, και τὴν ἐκτέλεση αὐτοῦ καὶ τῆς αὐλῆς του, ἀπεφασίσθη ἡ διακυβέρνηση διὰ Convention, τὰ μέλη τῆς ὀποίας ἐκλέγονται διὰ καθολικῆς ψήφου. Ἡ συναγωγή της ἔγινε στὸ παλάτι τοῦ Κεραμικοῦ (Palais des Tuileries) τὴν 20η Σεπτεμβρίου 1792 στὴν αἴθουσα τῶν ἑκατὸ Ἐλβετῶν (Salle des Cent-Suisses) καὶ μετεφέρθη τὴν ἐπομένη ἡμέρα στὴν Salle du Manège (αἴθουσα ἵππασίας) ὅπου καὶ δικάσθη ὁ μονάρχης καὶ ἀπεφάνη ἡ ἐκτέλεσή του. Ἕνεκα τοῦ στενομάκρου σχήματός της προσέφερε πτωχὴ ἀκουστικὴ καὶ ἐλάχιστο χῶρο πρὸς θεωρεῖα, ὁπότε μετεστάθη στὶς 10 Μαΐου τοῦ 1793 στὴν Salle des Machines, τὸ θέατρο τοῦ παλατιοῦ. Τὴν Salle du Manège ἀνέλαβε νὰ μετατρέψει σὲ βουλευτήριο ὁ ἀρχιτέκτων Pierre-Adrien Pâris τοῦ ὁποίου ἔχομε τὸ σχέδιο: προσαρμόζει στὸ στενόμακρο όρθογώνιο παραλληλόγραμμο ἀμφιθέατρο (μὲ τὰ πέταλα στὶς στενὲς πλευρές, ἐνῷ στὸ μέσο τῆς μίας μακρᾶς πλευρᾶς (πρὸς τὴν terrace des Feuillants) τίθεται τὸ βάθρο τοῦ προέδρου τῆς βουλῆς. Ἐμπρός του σὲ δύο ἀναβαθμοὺς ἀπὸ τὸ δάπεδο κεῖται ἐλλειψοειδὴς τράπεζα τῶν γραμματέων. Ἔναντι τοῦ προέδρου εὑρίσκεται τὸ βῆμα τοῦ ῥήτορα καὶ ἐμπρὸς τοῦ τὸ ἐδώλιο τῶν ἀντιπροσώπων (προξένων κτλ.). Ἐκεῖ κάθισε ὁ κατηγορούμενος μονάρχης. Ὕπερθε τῶν πετάλων σὲ δύο ἐξώστες ἦσαν οἱ θεατὲς τῆς συνεδρίας. Στὴν Salle des Machines τὰ ἐδώλια τῶν βουλευτῶν λαμβάνουν τὸ κλασικὸ σχῆμα θεάτρου τῶν ἑλληνικῶν βουλευτηρίων. Τὸ βῆμα τοῦ ῥήτορα τίθεται ἐμπρὸς καὶ νέρθε του βάθρου τοῦ προέδρου στὸ κέντρο τοῦ ἡμικυκλίου. Κατὰ τὴν Histoire parlementaire de la Révolution française τῶν Ph. Buchez καὶ R-C. Roux-Lavergne ἡ μετέπειτα ἀριστερὰ καὶ δεξιά παράταξη γεννήθησαν ἀπὸ τὴν θέση τῶν παρατάξεων στὸ βουλευτήριο. Ἐκ δεξιῶν τοῦ προέδρου ἄρα ἀριστερὰ ὅπως τοὺς βλέπει), κάθονταν οἱ λεγόμενοι Ὀρεινοί ―Montagnards διατὶ στὶς ἰακωβίνικες λέσχες κάθοντο ψηλά, καὶ ἐκπροσώπουν πλειότερο τὴν commune τοῦ Παρισιοῦ καὶ τοὺς Ἀβρακώτους. Ἡγοῦντο αὐτῶν οἱ Robespierre, Danton, Saint-Just. Ἐξ ἀριστερῶν δηλαδή δεξιὰ ἠναγκάσθησαν νὰ καθίσουν οἱ ὑπόλοιποι Ἰακωβίνοι ὑπὸ τoὺς Brissot καὶ Roland, ἐκπρόσωποι τῶν βουργησίων τῆς ἐπαρχίας οἱ, ὅπως ἔμειναν στὰ ἱστορικὰ βιβλία, Girondins. Στὸ κέντρο χαμηλὰ κάθονταν οἱ ὑπόλοιποι, ἡ Plaine (πεδιάδα) ἢ ὑποτιμητικῶς, Marais (βάλτος). Βεβαίως τὴν ἐποχὴ κεῖνη δὲν ὑπάρχουν ὀνομασίες «ἀριστερὰ» καὶ «δεξιά».

Salle du Manège 10.10.1792


Salles des Machines
Μετὰ τὴν πτώση τοῦ Ῥοβεσπιέρρου στὶς 9 Θερμιδὼρ τοῦ ἔτους ΙΙ (27 Ἰουλίου 1794) καὶ τῆς Convention τῶν Ὀρεινῶν καὶ τὴν κατάπνιξη τῆς βασιλικῆς ἐξέγερσης στὶς 13 Vendémiaire τοῦ ἕτους ΙΙΙ (5 Ὀκτωβρίου 1795) ὁπότε τελειώνει καὶ ἡ τελευταία, θερμιδωριανὴ Convention, ἀναλαμβάνει τὸ Διευθυντήριο (La Directoire) μιᾶς πενταμελοῦς ὁμάδας ὑπὸ τὸν Paul Barras ποὺ ἐγκαθιδρύει τὸ συμβούλιο τῶν Πεντακοσίων (Conseil des Cinq-Cents) κατὰ τὸ ἀθηναϊκὸ πρότυπο, καὶ τὸ συμβούλιο τῶν Παλαιῶν (Conseil des Anciens) ἤτοι τὴν γερουσία. Τὰ μέλη τῆς ἐκλέγοντο κατὰ τὸ 1/3 διὰ 30.000 ἐκλεκτόρων κάθε δύο χρόνια. Ἀρχικῶς ἔκαμαν χρήση τῆς Salle du Manège μέχρι ποὺ ἐγκατεστάθησαν στὸ Palais Bourbon στὴν ἀριστερὰ ὄχθη ἔναντι τοῦ Κεραμεικοῦ ―ἂν καὶ δὲν εἶναι κεῖ ποὺ εἰσέβαλε ὁ Βοναπάρτης τὴν 18η Brumaire ἀλλὰ στὴν Orangerie τοῦ château τοῦ Saint-Cloud. Σὲ τυπικὸ σχέδιο hôtel particulier, τὸ palais Bourbon μετὰ τὴν κατάσχεσή του, ἀρχικῶς σχεδιάσθη ἵνα στεγάσῃ τὴν École Polytechnique. Καθὼς ἡ εἴσοδος καὶ αὐλὴ κεῖνται κατὰ νότο καὶ τὰ ὑψηλὰ δώματα ἀναπέπταντο ἐπὶ τοῦ Σηκουάνα τὸ ἡμικυκλικὸ βουλευτήριο προσετέθη σὲ σχέδιο τῶν Jacques-Pierre Gisors καὶ Étienne-Chérubin Leconte στὴν θέση τῶν δευτέρων μὲ τὸ βῆμα τοῦ προέδρου νὰ ἔχει νωτιαίως τὴν εἴσοδο, καὶ τὸ ἡμικύκλιο, τὸ ποτάμι, ἐνῷ διὰ στοᾶς τὸ συνένωσαν μὲ τὸ ὅμορο hôtel Lassay (σπίτι τοῦ ἐραστοῦ τῆς δουκίσσης de Bourbon). Πρὸς τὸν Σηκουάνα σχεδιάσθη νέα πρόσοψη ὑπὸ τοῦ Bernard Poyet, ἕνα πρόστυλο δώδεκα κορινθιακῶν κιόνων μὲ ἀέτωμα ποὺ τήρησε τὴν κατεύθυνση τῆς ὄχθης καὶ διόρθωσε τὴν σχέση τοῦ κτηρίου. Ἅμα μὲ τὴν παλινόρθωση ἐπέστρεψε ὁ δεσπότης του ἀλλὰ ὅπως εἶχε διαμορφωθῆ ἀρχικῶς τὸ ἐνοικίασε στὴν νέα ἐθνοσυνέλευση μέχρι ποὺ τὸ παρεχώρησε. Μετὰ τὸ 1827 ὁ ἀρχιτέκτων Jules de Joly ἀνέλαβε νὰ μεγαλώσῃ τὸ βουλευτήριο ὅπως εἶναι μέχρι σήμερα. Ἡ συνταγματικὴ ἐθνοσυνέλευση τῆς δευτέρας république τοῦ 1848 μὲ 900 μέλη καὶ ἡ ἐθνοσυνέλευση ποὺ τὴν διεδέχθη μὲ 750, συνεδρίαζε σὲ πρόχειρο ὀρθογωνικὸ οἰκοδόμημα ἐντὸς τῆς αὐλῆς, τὴν salle de carton, ποὺ καθηρέθη τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1851. Πάντα τὰ βουλευτήρια καὶ πᾶσες οἱ γερουσίες τῶν ἀστικῶν δημοκρατιῶν τῆς Εὐρώπης θὰ τηροῦν τὴν ἑλληνικὴ διάταξη ὅπως καὶ τὸν ἑλληνικὸ ῥυθμό στὴν πρόσοψη ὄχι βεβαίως ἐπειδὴ εἶναι ἔργῳ τέτοια καθεστῶτα, ἀλλὰ ὡς ἰδεολογία, ὡς ἀστικὴ Kultur. Τὸ ἴδιο σχῆμα τήρησαν καὶ τὰ σοβιέτ.

τὸ βουλευτήριο τῶν πεντακοσίων τῶν Gisors & Leconte

τομὲς τοῦ βουλευτηρίου τῶν πεντακοσίων

πρόταση πρόσοψης τοῦ κοινοβουλίου τoῦ Gisors

Palais Bourbon & Hôtel Lassay τὸ 1730

palais Bourbon κατόπιν μετατροπῆς σὲ κοινοβούλιο μὲ τὸ νέο πρόπυλο τοῦ Poyet ἐπὶ τῆς ὄχθης τοῦ Σηκουάνα

Salle de Carton. Gravure. Fêtes et cérémonies de la République française. 4 mai 1848. Première séance de l’Assemblée Nationale. Proclamation de la République une et indivisible par les représentants du peuple. dessin par Ch. Fichot et Jules Gaildreau
[ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΚΑΠΙΤΩΛΙΟ] Ἡ ἄλλη republic ποὺ σχηματίσθη ἥκιστα νωρίτερο τῆς γαλλικῆς εἶναι οἱ Ἡνωμένες Πολιτείες τῆς Ἀμερικῆς. Οἱ δεκατρεῖς ἀποικίες σχηματίσθησαν ὑπὸ τρία εἴδη καθεστῶτος ἀναλόγως τῆς βασιλικῆς χάρτας. Joint-stock companies (μετοχικὲς ἐταιρεῖες) ποὺ ἦσαν τυπικῶς αὐτόνομες πολιτείες (Virginia, Μασσαχουσέττη, Κονέκτικαττ, Rhode Island). Ἀποικίες γημόρων (proprietors), εἴδους φεουδαρχῶν μὲ βασιλικὲς πρόνοιες. Καθὼς σκοπὸς τῆς πρόνοιας εἶναι ἡ πρόσκληση ἀποίκων μοιράσθησαν τὴν διοίκηση μὲ τέτοιους μικροτέρους ἰδιοκτήμονες (Καρολίνες, Maryland, Πενσυλβάνια, Νέα Ὑόρκη). Τέλος, βασιλικὲς (royal) ἀποικίες. Ὅταν πχ. χρεοκόπησε ἡ Virginia Company ἔγινε βασιλική. Τὰ τρία τοῦτα εἴδη διοίκησης ἐκφράζουν καὶ τὸν χωρισμὸ τῆς ἐξουσίας: Commons (κάτω βουλή), Lords (ἄνω βουλή), Governor (ἐκτελεστικὴ ἐξουσία) διωρισμένος ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν βασιλέα. Οἱ δεκατρεῖς βρεταννικὲς ἀποικίες τῆς Ἀμερικῆς εἶχαν καθ’ἑκάστη, τὸ δικαμεραλιστικὸ τύπο διακυβέρνησης τῆς μητρόπολης μὲ ἕναν Governor. Συνήθως τὸ καθήκον τοῦ house of Lords ἢ γερουσίας (senate) εἶχε τὸ συμβούλιο τοῦ Governor τὸ ὁποῖο συνεδρίαζε σὲ μία τράπεζα στὸ Statehouse. Οἱ Commons ἦταν συμβούλιο ἀντιπροσώπων ποὺ ἐξέλεγαν ἑτησίως ἰδιοκτήμονες. Ἐν γένει στὴν Ἀμερικὴ δὲν παρουσιάσθη τὸ πρόβλημα μεταξὺ καθολικῆς ψήφου ―αἴτημα τῆς γαλλικῆς Montagne― καὶ ψήφου ἰδιοκτημόνων ἐπειδὴ ἕνεκα καὶ δουλοκτησίας οἱ περισσότεροι ἄποικοι εἶχαν κάποια ἰδιοκτησία ―περὶ τὸ 60%, ἐνόσῳ στὴν Ἄγγλία τὸ ποσοστὸ ἦταν μέχρι τοῦ 20% (οἱ ἄποικοι ποὺ διεκομίζοντο ἐκουσίως ὡς δοῦλοι ἀπελευθερώνοντο μόλις ἐκπλήρωναν τὸ χρέος διακόμισης). Οἱ Κοινοὶ συνεδρίαζαν σὲ χώρους ποὺ θυμίζουν τὰ States τῶν Κάτω Χωρῶν: μία τράπεζα στὸ κέντρο καὶ ἐδώλια τῶν βουλευτῶν πέριξ, ὅπως εἶναι ὁ θάλαμος τοῦ house of Bourgesses (οἴκου τῶν βουργησίων) τῆς Virginia στὸ Williamsburg. Οἱ κυβερνήσεις τοῦτες ἀπεφάσιζαν περὶ ἐσωτερικῶν ψηφισμάτων, τοπικῆς φορολογίας ἐνῷ οἱ ἐμπορικὲς συμφωνίες δηλαδὴ ἡ πολιτικὴ οἰκονομία ἦταν στὰ χέρια τοῦ ἀγγλικοῦ παρλαμέντου. Καὶ τοῦτος ἦταν ὁ λόγος τῆς διακύρηξης τῆς ἀνεξαρτησίας. Οἱ βασιλικοὶ διοικητὲς διέλυσαν συμβούλια καὶ κοινοβούλια καὶ οἱ ἀποστάτες πατριώτες ἵδρυσαν ἐπαρχικὰ κοινοβούλια (congresses) μέχρι ποὺ τὸ 1775 ἡ δευτέρα ἡπειρωτικὴ σύνοδος (2nd Continental Congress) πρότεινε κάθε ἀποικία νὰ ἀποκτήσῃ ῥεπουβλικανικὸ σύνταγμα, ὅπως καὶ ἔγινε βαθμηδόν.

Boldeian Plate: Williamsburg Capitol (δευτέρα σειρά, ἀριστερά)
Στὶς ῥεπουβλικανικὲς λοιπὸν ΗΠΑ τὸ βασικὸ πολιτικὸ κτήριο εἶναι τὸ καπιτώλιο καὶ κάθε πολιτεία ἔχει ἕνα, στὸ πρότυπο τοῦ κεντρικοῦ καὶ πρώτου καπιτωλίου τῆς ὁμοσπονδίας στὴν πόλη τῆς Οὐασιγκτῶνος. Ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸν καπιτωλῖνο λόφο τῆς Ῥώμης ὅπου εὑρίσκετο ὅπως εἴδαμε ὁ ναὸς τοῦ Iovis, καὶ ὥς φαίνεται ὑφίστατο ἡ παρανόηση ὅτι συνάγοντο κεῖ συγκλητικοί. Ἔτσι ἤδη στὸ Williamsburg τὸ κτήριο τοῦ κοινοβουλίου ποὺ ὡκοδόμησε ὁ ἐργολάβος Henry Cary μεταξὺ 1701 καὶ 1705 ὠνομάζετο καπιτώλιο καὶ ἐνεφάνιζε ὅπως βλέπομε στὸ Boldeian Plate τὴν μορφὴ κτηρίου σχήματος ἦτα μὲ δύο συμμετρικὲς πτέρυγες τῶν δύο κοινοβουλίων συνδεδεμένων διὰ στοᾶς καὶ κεντρικὴ lantern μὲ ὡρολόγιο. Τὸ δεύτερο κτήριο (1753) μετὰ τὴν πυρκαϊὰ τοῦ 1747 ἦταν ἕνα ἁπλούστερο συμμετρικὸ κτήριο μὲ παλλαδιανὸ κεντρικὸ ἀέτωμα. Ὁ Thomas Jefferson ὁ ὁποῖος εἶχε παρευρεθῆ σὲ συνεδρίες καὶ ἦταν ἄσχολος στὴν ἀρχιτεκτονική, πρότεινε στὸν σχεδιαστὴ τῆς πρωτευούσης Pierre L’Enfant νὰ ὀνομάσῃ οὕτως τὸ κτήριο τῶν κοινοβουλίων ἐπὶ ὑψώματος. Ὅταν τοῦτος ἀπελύθη τὸ 1792, ὁ Jefferson ἐξεκήρυξε διαγωνισμὸ τὸν ὁποῖο κέρδησε ὁ William Thornton τοῦ ὁποίου τὸ σχέδιο ἦταν λιτότερο κείνου τοῦ βοηθοῦ τοῦ L’Enfant, Stephen Hallet. Ὁ Thornton θέτει δύο πτέρυγες τῶν δύο βουλευτηρίων ἑκατέρωθε κυκλικοῦ vestibule (saloon) στεγασμένου μὲ χαμηλὸ τροῦλλο. Ἡ εἴσοδος ποὺ κεῖται ἀνατολικὰ εἶναι κλασικὸ προστῷο μὲ ἀέτωμα καὶ ἀναβαθμοὺς πρὸς τὸν piano nobile. Στὰ νῶτα τῆς hall εἶχε σχεδιάσει ἕναν δεύτερο κυκλικὸ χῶρο μὲ ὑψηλότερο τροῦλλο σὰν τοῦ Πανθέου τοῦ Παρισιοῦ. Σχεδὸν ὅλη τὴν νότιο πτέρυγα καταλαμβάνει τὸ βουλευτήριο τῶν ἀντιπροσώπων, ποὺ διατάσσεται ἐντὸς ἐλλειψοειδοῦς περιστύλου. Στὴν βόρειο πτέρυγα τὸ βουλευτήριο τῆς γερουσίας εἶναι μικρότερο ἡμικυκλικὸ μὲ τὴν εὐθεῖα πλευρὰ ἐπὶ τῆς βορείας πρόσοψης. Καθὼς ἡ εἴσοδος γίνεται ἀπὸ τὴν ἁψιδωτὴ πλευρά, σχηματίζεται ἐλλειψοειδὴς προθάλαμος ποὺ τὸ κοινωνεῖ μὲ τὸ vestibule. Κάτωθέ του στὸ ἰσόγειο εἶναι τὸ ἀνώτατο δικαστήριο. Τὸ 1800 εἶχε περατωθῆ ἡ πτέρυξ τῆς γερουσίας. Τὸ 1807 μόλις ἡ κάτω βουλὴ εὗρε στέγη στὴν νότιο πτέρυγα ὅπου καὶ γίνονταν θρησκευτικὲς λειτουργίες τὶς Kυριακές. Οἱ ἐργασίες περάτωσης δὲν πρόλαβαν τὸν πόλεμο τοῦ 1812 ὁπότε καὶ οἱ Βρεταννοὶ πυρπόλησαν τὸ κτήριο στὶς 24 Αὐγούστου 1814. Ὁ Benjamin Henry Latrobe ποὺ εἶχε ἀναλάβει τὴν ἐπίστασια ἔκαμε κατὰ τὴν ἐπισκευὴ κάποιες ἀλλαγὲς καὶ μετὰ τὸν θανατό του τὸ 1820 συνέχισε τὸ ἔργο ὁ Charles Bulfinch. Τὸ περίστυλο τῆς βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων γίνεται ἡμικυκλικό, στὴν δυτικὴ πτέρυγα σχηματίζεται βιβλιοθήκη καὶ στὴν κυκλικὴ αἴθουσα τῆς εἰσόδου περατώθη ὁ χαμηλὸς τροῦλλος (ξυλοπαγὴς μὲ κάλυψη χαλκοῦ), ἐνῷ ἐπεκτείνεται τὸ προστῷο πρὸς βορρᾶ καὶ νότο.

Ἀρχικὸ σχέδιο τοῦ Thornton


Ἡ ἀνασκευὴ τοῦ Latrobe

πίσω ὄψη κατὰ πρόταση τοῦ Thornton

κύρια ὄψη
Μετὰ τὸ 1850 καθὼς προσετίθεντο πολιτεῖες δὲν ἐχώρουν πλέον στὶς ὑφιστάμενες αἴθουσες. Ἔτσι κατόπιν νέου διαγωνισμοῦ ἀνέλαβε ὁ Thomas U. Walter τὴν προσθήκη δύο νέων πτερύγων κατ’ ἐπέκταση, πρὸς βορρᾶ καὶ νότο. Ἀρχικῶς τὶς εἶχε θέσει ἀνατολικά, καὶ εἶχε μεταφέρει τὸ πρόπυλο. Ἡ παλαιὰ βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων ἔμεινε ὡς Statuary Hall. Οἱ νέες πτέρυγες ποὺ διακρίνονται τοῦ ἀρχικοῦ κτηρίου ἔχουν ἴδιες εἰσόδους καὶ εἶναι ὀρθογώνιες. Οἱ θέσεις βεβαίως σχηματίζουν ἡμικύκλιο ἀλλά, καὶ τούτη εἶναι μία διαφορὰ τῶν εὐρωπαϊκῶν, δὲν ἔχουν μεγάλη κλίση. Ὁ διπλασιασμὸς τοῦ μήκους τοῦ κτηρίου ἀνάγκασε τὸν Walter νὰ προσθέσῃ χάριν ἀναλογίας ὑψηλότερο τροῦλλο, διπλοῦ κελύφους μὲ oculus καὶ χυτοσιδήρου σκελετοῦ. Ἡ ἀπόφαση ἐλήφθη τὸ 1855 καὶ τὸ ἔργο περατώθη τὸ 1866. Τὸ καπιτώλιο τῆς Washington εἶναι τὸ πρότυπο τοῦ καπιτώλιου κάθε πολιτείας τῶν ΗΠΑ.

ἀρχικὴ πρόταση τοῦ Walter

νότιος προέκταση

βόρειος προέκταση

κυρία ὄψη τοῦ Walter

ὁ τροῦλλος τοῦ Walter

καπιτώλιο τοῦ Idaho
Γ.Α. Σιβρίδης
[i] C. E. BOSWORTH, (1995), ‘DĪVĀN – ii. GOVERNMENT OFFICE’, ἐν Ehsan YARSHATER (ed.). Encyclopaedia Iranica Vol. VII. pp. 432–438.
[ii] Roger Bigelow MERRIMAN, The Cortes of the Spanish Kingdoms in the Later Middle Ages ἐν The American Historical Review, Vol. 16, No. 3 (Apr., 1911), pp. 476-495, Oxford University Press on behalf of the American Historical Association https://www.jstor.org/stable/1834833 σελ.480-81
[iii] Kim SEXTON, Political Portico: Exhibiting Self-Rule in Early Communal Italy ἐν The Art Bulletin, September 2015, Vol. 97, No. 3 (September 2015), pp. 258-278 https://www.jstor.org/stable/43947740
[iv]Kim SEXTON, Justice Seen: Loggias and Ethnicity in Early Medieval ἐν Italy Journal of the Society of Architectural Historians 68, Νo. 3 (2009): pp. 308-37
[v]οp.cit. SEXTON, Political Portico: Exhibiting Self-Rule in Early Communal Italy σελ. 265
[vi] Nicolai RUBINSTEIN, The Palazzo Vecchio, 1298-1532: Government, Architecture, and Imagery in the Civic Palace of the Florentine Republic, Oxford 1995, σελ.86
