Alexander Pope: Επιστολή στὸν Richard Boyle, κόμη του Burlington. Περί (ψευδούς) Φιλοκαλίας [1731/32] {Περί χρήσεως των Πλούτων [1754]}

Περὶ ΦΙΛΟΚΑΛΙΑΣ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ στον ἀξιοσέβαστο Richard Boyle, κόμη του Burlington

ἀφορμῇ τῆς ἐκδόσεώς του: Σχέδια τοῦ ΠΑΛΛΑΔΙΟΥ, ΛΟΥΤΡΩΝ, ΑΨΙΔΩΝ, ΘΕΑΤΡΩΝ, κ.α. τῆς ΑΡΧΑΙΑΣ ῬΩΜΗΣ

{Πέρι Χρήσεως τῶν Πλούτων}

 

Εἶν’ ἀλλόκοτο ὅτι ὁ Φιλάργυρος πρέπει νὰ μέλῃ
νὰ κτᾶται ὅποια Πλούτη οὔποτε μπορεῖ νὰ χαίρῃ.
Εἶν’ ἧσσον ἄτοπο, ὁ Ἄσωτος ὅτι πρέπει αὐτὸς νὰ ξοδεύῃ
τὸν Πλοῦτο του, ν’ ἀγοράζῃ ὅ τι οὔποτε μπορεῖ νὰ γευθῇ;
Δὲν βλέπει, ἀκούει ἢ τρώει ὁ ἴδιος· μὰ πρέπει νὰ προκρίνουν
Καλλιτέχνες, τοὺς Πίνακες, τὴν Μουσική καὶ τὴν Τροφή του:
Ἀγοράζει χάριν τοῦ Τόπχαμ, Σκάριφα καὶ Σχέδια,
χάριν Κρηνῶν, Ἀγάλματα, διὰ Μπιχλιμπίδια, Ἀργύρια
σπάνια Μοναστικὰ Χειρόγραφα διὰ τὸν Χαίρνιο καὶ μόνον,
καὶ Βιβλία διὰ τὸν Μαίδ, καὶ Πεταλοῦδες διὰ τὸν Σλῶν.
Νομίζομε ὅτι πάντα τοῦτα εἶναι δι’ αὑτόν; πλειότερο ὄχι
τῆς ὥριας Συζύγου του, φεῦ! ἢ περικαλλοῦς Πόρνης.

Πρὸς τὶ ὁ Bῆρος ζωγράφησε, ἔκτισε καὶ φύτευσε;
Μόνον ἵνα ἐπιδείξῃ αὐτός, πόσα Κάλλη ἤθελε.
Τὶ ἔφθειρε τὸν αἰσχροκερδῆ Πλοῦτο τοῦ Κυρ Συλόκ;
Κάποιος Δαίμων ψιθύρισε, «πᾶς Ἱππότης εἶναι Φιλόκαλος
Μὲ Φιλοκαλία τὸν πλούσιο Μωρό ἐπιφοιτοῦν τὰ οὐράνια,
ὥστε οὐ χρή Ῥάβδου, ἀλλὰ τοῦ Ρίπλευ μὲ Κανόνα.
Ἰδέ! Μοίρα ἀγωνιστική, ἵνα κολάσει Φρόνημα ἄμουσο,
κελεύει τὸν Βοῦφο νὰ κτίσῃ, καὶ πέμπῃ τον τέτοιον Ὁδηγό:
Χρόνιο τι Κήρυγμα, κατ’ ἀνάλωμα Ἐτήσιο,
ποὺ οὔποτε Κομψευόμενος ἵκανε αὐτὸς σὲ Μεγαλεῖο!

Συχνὰ ἔχεις ὑπαινιχθῆ στὸν Ὁμότιμο Ἀδελφό σου,
μιὰν κάποια Ἀλήθεια, ποὺ πολλοί πανάκριβα ἀγοράζουν:
Ἔνι τί, ἀναγκαιότερο τῆς Δαπάνης, τί
πρότερο ἀκόμη τῆς Φιλοκαλίας―εἶναι ἡ Αἴσθησις:
Καλή Αἴσθησις, ἡ ὁποία εἶναι μόνον Δῶρο ἐξ Οὐρανῶν,
καὶ μόλο μὴ Ἐπιστήμη, εὖ ἐπαξία εἶναι τῶν Ἑπτά Τεχνῶν:
Φῶς, ποὺ ἐν σἑαυτῷ πρέπει νὰ ἀντιληφθῇς·
ἀλλ’ ὁ Τζῶνς καὶ ὁ Λενῶτρ δὲν εἶχαν νὰ τὸ δώσωσι.

Νὰ κτίζῃς, νὰ φυτεύῃς, ὁτιοῦν προαιρεῖσαι,
ν’ ἀνορθώσῃς τὸν Κίονα, ἢ νὰ κάμψῃς τὴν Ἁψῖδα,
καὶ νὰ ἐξογκώσῃς τὴν Αὐλή, ἢ νὰ βυθίσῃς τὸ Ἄντρο·
στὰ πάντα, μὴν ἀφῇς τὴν Φῦσι γένῃ ἀμνάμων.
{Ἀλλὰ μεταχειρίσου τὴν Θεά σὰν ταπεινὴ Ἑορτή,
μήτ’ ὑπερστολίσῃς αὐτήν, μηδὲ τὴν ἀφήσῃς γυμνή·
μὴν ἀφῇς πᾶν τι Κάλλος πάντοθε νὰ κατοπτεύῃ τις,
ὅταν ἡ μίση Τέχνη εἶναι διακριτικῶς νὰ κρύπτῃς.
Κερδαίνει πάντα τὰ σημεῖα ὅποιος ἡδέως φύρει,
ἐκπλήσσει, ποικίλει καὶ τὰ ὅρια καλύπτει.}
Συμβουλεύσου στὰ πάντα τὸ Πνεῦμα του Τόπου·
Τοῦτο λέγει στὰ Νάματα νὰ ὑψωθοῦν ἢ νὰ χαμηλώσουν,
ἢ βοηθεῖ τὸν φιλόδοξο Λόφο στὸν Οὐρανὸ νὰ ἀνεβῇ,
ἢ σκάπτει κυκλικά Θέατρα στὴν Νάπη· τὴν Ἐξοχή
παρακαλεῖ καὶ καταλαμβάνει Κοιλάδες ἀνοιχτές,
συνδέει Δάση πρόθυμα, καὶ ποικίλει Σκιὲς ἀπὸ Σκιές·
ἄρτι σπάζει, ἢ ἄρτι κυβερνᾷ, τὶς Γραμμὲς ποὺ ἐπινοεῖς
Ζωγραφίζει ὅταν σπείρῃς, καὶ Σχεδιάζει ὅταν γεωργῇς.

Ἐσαεὶ ἔπου μὲ τὴν Αἴσθησι, τὴν Ψυχὴ κάθε Τέχνης,
σὲ Ἕν Ὅλον θὰ ὀλισθήσουν Μέρη ποὺ ἀπαντοῦν σὲ Μέρη,
αὐθαίρετα Κάλλη ἀμφιπέριξ προχωρήσουσι,
κἂν ἐκκινοῦν Ἀμήχανα, καθὼς τὰ πλήττει ἡ Τύχη·
Φῦσις θὰ συνδράμῃ σέ· θὰ τὴν αὐξήσῃ ὁ Χρόνος
Ἔργο ἵνα θαυμάσῃς―ἵσως κάποιο STOW.

Δίχως αὐτή, γαῦρες Βερσαλλίες! Τὸ Κλέος σου πίπτει,
καὶ τοῦ Νέρωνος οἱ Αὐλές ἐρημοῦν τὰ αὐτῶν Τείχη:
Τὶς ἀπέραντες Πρασιές θὰ φτειάξουν χίλιες χέρες,
Ἰδέ! ὁ Βρίδζμαν ἔρχεται, καὶ μία Λίμνη ἐπιρρέει σὲ αὐτές:
Ἢ κόψε στὰ Βουνά εὐρεῖες Θέες πρὸς στὴν πεδιάδα,
θὰ ἐζήτεις πάλιν τὸν Λόφο σου ἢ τὴν εὐάνεμο Ἕδρα.
{Kαὶ ναὶ σὲ κάποιο Κόσμημα τὴν θέσι του θα ὑπομνήσκῃ,
κ’ οὐδὲ τὸν δόκτορα Κλάρκ θὰ θέσῃ σὲ κάποια σκήτη.}

Ἰδὲ τὸν δεκαετὴ Μόχθο τοῦ Βηλάριου περατωμένο·
τὰ Ψυκτήριά του μαύρισαν, συνέτυχoν οἱ Στοῖχοι δένδρων·
ἡ Ξυλεία τὴν Πλάκα στηρίζει, συνενοῦνται τὰ Μέρη,
ἡ ἰσχύς τῆς Σκιᾶς μὲ τὴν ἰσχύ τοῦ Φωτός παλεύει:
παλλόμενες Λάμψεις ἐπιδεικνύουν οἱ ἀνθιστὲς Πρασιές,
καθὼς ἐρυθριοῦν πρὸς τὶς φαιδρές Μεθημερινές Ποικιλίες,
μὲ ἀργυροτρομώδη Ῥεύματα νὰ ἐλίσσονται ὕπερθε―
χαίρετέ αὐτά, σεῖς! οὐκέτι ὁ Βηλάριος δύναται·
καμωμένος τῶν Σκηνικῶν τὰ ὁποῖα Πρασιὲς καὶ Κρῆνες δίδουν,
ὅτι στέργει μᾶλλον κάποιον Ἀγρό, θεωρεῖ ἐπιτέλους.

Διὰ τῶν νέων του Δασῶν πῶς στὸν Σαβίνον ἄρεσε
νὰ πλανᾶται ἢ εὐτυχὴς στὴν Σκιά ποὺ παχαίνει νὰ κάθεται,
μὲ ἐπετεία Χαρὰ νὰ χαίρῃ τοὺς Βλαστούς ὥς κοκκινίζουν,
ἢ νὰ βλέπῃ τοὺς Κλώνους ὥς μακραίνουν νὰ συμβάλλουν.
Τοῦ ὑγιοῦ του τὸ λεπτὸ Φιλόκαλον τὶ τὴν Θέα ν’ ἀνοίγῃ κάπως
στέργει, ἐχθρὸ τῶν Δρυάδων τῶν Ἀλσῶν τοῦ Πατρός,
ἀπεριόριστό Πράσινο, ἢ ἀνθοποίκιλτου Τάπητος
φυγές, σύναμα μὲ τῶν κατηφῶν Ἰτάμων πᾶν τὸ Γένος·
καθὼς τὰ ὅλβια Φυτά τρέπονται ’ς ἄσημα Σκουπόξυλα,
τὶς Λαῦρες σαίρουν κεῖνες πλιά, ποὺ νὰ σκιάζουν γεννήθησαν.

Ὅμως ὅθεν οἱ Πτωχοὶ ἐνδύονται, οἱ Πεινασμένοι ἔχουν τροφή·
Ὑγίεια στὸν ἴδιο αὑτόν καὶ στὰ παιδιά του Ψωμί
φέρει ὁ Ἐργάτης: ὅ τι ἀπαρνεῖται ἡ σκληρά του Καρδία
προσπορίζει αὐτὸ ἡ στοργική του Ματαιοδοξία.
Ἄλλοι Καιροὶ θὰ ἴδουν αὐτοί τὸν χρυσοῦν Στάχυ
νὰ ξανθίζῃ τὴν Κλιτύ σου καὶ στὴν Πρασιά νὰ νεύῃ,
νὰ θάπτουν βαθεῖς Ἄροτοι πᾶν τι ἔχει ἡ Ὑπεροψία σχεδιάσει,
καὶ ἡ Δήμητρα καθὼς γελᾷ τὴν γῆ ν’ ἀνακαταλαμβάνῃ.

Στὴν Ἔπαυλη τοῦ Τίμωνος ἂς διάγωμε μία ’Μέρα,
ὅπου πάντες ἀναβοοῦν, «τὶ ποσὰ αὐτοῦ χαθήσαν!»
Τόσο γαῦρος, τόσο λαμπρά, κεῖνου τοῦ θαυμαστοῦ
Πνεύματος, Ἀβρὴ καὶ Ἠδεία οὐδέποτε   ἐφάνη αὐτοῦ.
Τὸ Μεγαλεῖο, μὲ τὸν Τίμωνα, οἰκεῖ σὲ τέτοια Πνοή
ὥς φέρει ἐμπρὸς στὴν Σκέψη σου τὴν Brobdignag ὁλόκληρη.
Ἵνα περιβάλει τοῦτο, τὸ Κτήριο του εἶναι Πόλις
ἡ Λίμνη του Ὠκεανός, καὶ ἡ Πρασιά του Χνοῦς μόλις:
Ποιὸς δὲν μπορεῖ ἀλλὰ νὰ γελᾷ, τὸν Κύριο ὅταν βλέπει;
Ἕνα μικρὸ Ἔντομο, καθώς σὲ μίαν Αὔρα τρέμει.
Ἰδέ! Τὶ πελώριοι Σωροί Μικρότητος τριγύρω!
Τοὕλον, ἕνα ταλαίπωρο ὑπέργειο Λατομεῖο.
Δύο Ἐρωτιδεῖς ἐκφυσοῦν ἐμπρός: Τέλμα νωτιαῖο
βελτιώνει τὴν πικρότητα τοῦ Βορέου ἀνέμου.
Οἱ Κῆποι ἐφεξῆς προσκαλοῦν τὴν ἔκπληξί σου,
πρὸς ὅτινα πλευρὰ κοιτᾶς, βλέπεις τοὺς ἰδίους Τοίχους!
Οὐδεμιὰ εὐφραντική ποικιλομορφία παρεμβαίνει,
οὐδεμιὰ γραφικὴ Ἀγριάς τὸ Σκηνικὸ νὰ ἐμπλέξῃ·
Ἄλσος νεύει σὲ Ἄλσος, κάθε Λαύρα ἔχει Ἀδελφό,
καὶ τὸ μισό Ἄνδηρο καθρεπτίζει τὸ ἄλλο ἁπλῶς.
Τὸ ταλαίπωρο μάτι ἀνεστραμμένη τὴν Φῦσιν ὁρᾷ,
Δένδρα κομμένα σὰν Γλυπτά, Γλυπτὰ σὰν Δένδρα παχιά,
μὲ αὐτοῦ κάποια Κρήνη, μηδέποτε νὰ ψάλλῃ, κεῖ
κάποιο Θέρειο κατάλυμα, ποὺ Σκιὰ δὲν ἔχει δεῖ.
Δεῦρο ἡ Ἀμφιτρίτη πλέει διὰ ψυκτηρίων Μύρτου
κεῖ Μονομάχοι μάχονται, ἢ φονεύονται, ’ς ἄνθους·
Ἄρραντοι βλέπουν τὸν προνωπὴ νὰ ὀδύρεται Ἱππόκαμπο,
καὶ Χελιδόνες κάθονται στοῦ Νείλου τὴν Σποδό.

Ἰδέ! Ὁ Ἄρχοντας πορεύεται ὕπερθε τοῦ Πρασίνου, {σὲ σχῆμα μεγαλείου},
κολασμένος μὲ τὴν δεινὴ ἡδονή, ἵνα τὸν ἴδουν:
Ἀλλὰ ἠπίως―μόνον κατὰ πρόσβασι χρηστή―ὅμως ὄχι―
πρῶτα διὰ τοῦ μήκους τῆς ἐκεῖθε θερμῆς Αὐλῆς, ἰδρώνεις,
καὶ ὅταν σὲ δέκα ἀπότομες Κλιτύες ἔσυρες τοὺς μηρούς σου,
μόλις στὴν θύρα τοῦ Γραφείου του μακαρίσει τοὺς Ὀφθαλμούς σου.

Τὸ Γραφείο του! Τὶ συγγραφεῖς ἔχει κεῖ θησαυρίσει;
Περὶ Βιβλίων καὶ ὄχι Συγγραφέων εἶν’ φιλομαθὴς ὁ Κύρης·
σὲ πάντα τὰ παλαιὰ Ὀπισθόφυλλα αὐτῶν σὲ περιφέρει:
Τοῦτα ὁ Ἄλδος ἐκτύπωσε, κεῖνα ἔχει ὁ Du Suëil δέσει.
Ἰδὲ ἕνια εἶναι Διφθέρινα, καὶ τὰ λοιπὰ ἐξίσου καλά
ὅ τι ξέρῃ ἡ Ἀφεντιά του εἶναι ὅτι εἶναι Ξύλινἀ.
Περὶ Λόκ ἢ καὶ Μίλτωνος εἶν’ ἐπὶ μάτην νὰ ζητῇς,
τὰ Ράφια τοῦτα οὐ δέχονται Σύγχρονο συγγραφή.

Καὶ ἄρτι νῦν τὸν ἀργυρὸ κώδωνα τοῦ Εὐκτηρίου ἀκούεις,
ποὺ σὲ καλεῖ σὲ ὅλο τὸ Φρόνημα τῆς Προσευχῆς:
ἐλαφρὰ Καπρίτσια τῆς Μουσικῆς, ἄνισα καὶ σπασμένα,
νὰ ὀρχέουν τῆν Ψυχή σὲ Βαλισμό στὸν Αἰθέρα.
Τὶς ζωγραφημένες Ὀροφές εὐσεβῶς θέασαι
ὅπου οἱ Ἅγιοι ἐκτείνονται τοῦ Βερρίου ἢ τοῦ Λαγγέρ,
ἐπὶ ποικιλτῶν Νεφελῶν κεῖνται σὲ ἔκτασι πάλλευκο,
καὶ φέρουν μπρὸς στὰ Μάτια σου ὅλον τὸν Παράδεισο.
Προσκέφαλο καὶ Πάστωρ μαλθακός καλοῦν ’ς ἀνάπαυσι,
ὁ ὁποῖος σὲ κόσμια Ὦτα οὕποτε μνημονεύει τὴν Κόλασι.

Ἀλλ’ ἄκου! Τὰ ἠχηρὰ Ὡρολόγια καλοῦν στὸ Γεῦμα·
ἑκατὸ Βήματα ξυρίζουν τὴν μαρμάρινη Αἴθουσα:
Τὸ πλούσιο Τραπέζι ποικιλόχρωμα Φίδια κοσμοῦν,
χάσκοντες πτύουν Τρίτωνες ἵνα νύψῃς τὴν Ὄψι σου.
Εἶναι τοῦτο Δεῖπνος; Εἶναι τοῦτο Δῶμα Εὐπροσήγορο;
Ὄχι, Ναὸς εἶναι καὶ Ἑκατόμβη αὐτό,
σεπτὴ Θυσία, ποὺ τελεῖται σὲ Σχῆμα ὑψηλό,
πίνεις μὲ Μέτρο, σὲ Λεπτά τῆς ὥρας τρῶς.
Τόσο ταχὺ ἀποσείρεται κάθε φευγαλέο Πιάτο, ποὺ θὰ ὥμνυς
πὼς τοῦ Σάντσο ὁ Ἱατρός τοῦ φόβου καὶ ἡ Ῥάβδος του ἦταν κεῖ.
Ἀναμέσο κάθε Πράξεως τὰ ποσσίκροτα ἠχοῦν Σανίδια,
ἀπ’ τὸ Ζωμὸ σὲ Οἶνο γλυκύ, καὶ τὸ «ὁ Θεὸς σῴζοι τὸν Ῥῆγα».
Ἐν Μεγαλείῳ λυπημένος, ἐν Ἀφθονίᾳ πεινών,
καὶ μ’ εὐχέρεια βοηθούμενος σὲ ὅ τι μισῶ,
ἀφοῦ μὲ ἔτερψε, φρόντισε καὶ ἀπέκαμε, φεύγω μ’ ἀηδία
ἀπ’ τὸ εὐπρεπές του Φρόνημα, ἀπ’ Αὐγῆς μέχρι Ἐσπέρας·
καταρᾶμαι τέτοια ἄσωτη Δαπάνη, καὶ Τέχνη ἥκιστη
καὶ ὀρκῶ ὅτι δὲν ἔχω ἄλλη Ἡμέρα περάσει τόσο κακή.

{Τὴν γῆ λοιπόν, τὶς τὴν κοσμήσει ἢ τὶς τὴν βελτιώσει ;
Ὅς φυτεύῃ ὡσὰν τὸν ΒΆΘΩΡΣΤ ἢ κτίζῃ ὡσὰν τὸν ΒΌΥΛ.
Ὅποιος τὰ Πατρῶα του ἐκτάρια χαίρει ἐν Εἰρήνῃ,
ἢ εὐφραίνει τοὺς Γειτόνους του ἂν τὴν αὐξήσει·
Ὅποιου οἱ Χαρωποὶ Κολλήγες μακαρίζουν τὸν ἐτήσιο πόνο,
καὶτοι στὸν Κύρη ὀφείλουν μᾶλλον παρὰ στὸ ἔδαφος.
Τοῦ ὁποίου οἱ Λειμῶνες οἱ εὐρεῖς νὰ θρέψουν δὲν αἰσχύνονται
τὴν γαλακτώδη Δάμαλι καὶ τοὺς ἀξίους Ἐπιβήτορες·
Τοῦ ὁποίου τὰ νέα Δάση, ὄχι ἐπὶ ὑπεροψία ἢ ἐπίδειξι,
ἀλλὰ Κτήρια μελλοντικά καὶ Πλοῖα θὰ θρέψωσι:
Ἄφες τὶς Φυτεῖες του ν’ ἁπλωθοῦν ἀπ’ἄκρης ’ς ἄκρη,
πρῶτα νὰ σκιάσουν μιὰ Ἐξοχή, κατόπι νὰ ἐγείρουν Πόλι.}

Κατὰ σέ, Κύρη μου, ἡ Χρῆσις καθαγίζει τὴν Δαπάνη,
καὶ δανείζει ἡ Αἴσθησις πᾶσες τὶς Ἀκτῖνες στὴν Λάμψι.
Μᾶς ἔδειξες, ἡ Ῥώμη ἦταν λαμπρά, ὄχι δαπανηρά,
καὶ τὰ ἐπιφανῆ Κτήρια κάποτε ἦσαν χρηστικά.
Ὅμως ὅπως ἔχουν, οἱ δίκαιοι, εὐγενεῖς σου Κανόνες
θὰ γέμουν τὴν μισή χώρα μὲ Μωροὺς Μιμητές·
κάποιος φύρδην Σκάριφα ἀπὸ τὰ Χαρτιά σου θὰ πάρῃ
καὶ ἀπ’ ἕνα Κάλλος μόνο, Σφάλματα πολλὰ θὰ κάμῃ·
Θα φορτώσῃ Ἐκκλησία ὑψηλή μὲ ἀρχαίου Θεάτρου σχῆμα,
θὰ τρέψῃ Πύλες Θριαμβικές σὲ Κήπου Θύρα·
θα στρέψῃ τὸν σὸν Διάκοσμο, καὶ θὰ κρεμάσῃ τὰ πάντα
σὲ μία μπαλωμένη Σκυλότρυπα ηὐξημένη μὲ Τοίχου Ἄκρα,
μετὰ θὰ κτυπήσῃ τέσσαρες φλοίδες Παραστάδος ἐπ’ αὐτῆς,
ποὺ, δεμένα μὲ ψώμους Ῥούστικο, κάμουν μίαν Πρόσοψι:
Ἢ θὰ καλέσῃ τοὺς Ἀνέμους νὰ βοοῦν διὰ μακρῶν Στοῶν,
γαῦρος ποὺ ἔπιασε κρύωμα σὲ θύρωμα Βενετικό·
ἔμφρονες ὅτι ὑποκρίνονται τὸ Παλλαδιανὸ τἀληθές,
κἂν ἀσιτοῦν, αὐτοὶ ἀσιτοῦν κατὰ τῆς Τέχνης τὶς Ἀρχές.

Ὅμως σὺ προχώρει! Τὶς χαμαιπετεῖς Τέχνες φρόντιζε,
ἔγειρε νὲα Θαύματα, καὶ τὰ Παλαιὰ ἐπισκεύαζε,
Παλλάδιος καὶ ὁ Τζῶνς οἱ ἴδιοι αὑτοὶ ἀνασκεύασαν
καὶ θἆσαι ὅ τι ὁ Βιτρούβιος πάλαι ποτέ ἦταν:
Ἕως νὰ καλέσουν Βασιλεῖς τὶς ἰδέες του Νοῦ σου,
(γαῦροι ὅ τι τέτοια χέρια σχεδίασαν, νὰ ἐπιτελέσουν,)
ἂς προστάξουν Λιμένες ν’ ἀνοιγοῦν, Ὁδοὺς νὰ ἐπεκταθοῦν,
ἂς προστάξουν Ναούς ὑπεραξίους τοῦ Θεοῦ, νὰ ὀρθωθοῦν,
τὴν εὐρεία Ἁψῖδα, τὴν δεινὴ Ἐπίκλυσι νὰ συλλάβῃ,
καὶ τὴν Προβλήτα τὸν βρυχώμενο Πόντο νὰ σπάσῃ·
ἂς ἐπιστείλουν ὁπίσω στὰ ὅρια της τὴν ὑπήκοο Θάλασσα,
καὶ ἄς κυλήσουν Ποταμούς πειθήνιους διὰ τῆς Χώρας:
Τοῦτες οἱ Τιμές, στὴν εὐδαίμονα Βρεταννία κομίζουν Εἰρήνη,
τοῦτα εἶν’ Ἔργα Βασιλικά, καὶ ἐπάξιοι τοῦτοι Βασιλεῖς.

Of Taste, an Epistle to Richard Boyle, Earl of Burlington {of the Use of Riches} ἀπόδοση : Γ.Α. Σιβρίδης

Richard Boyle, 3rd Earl of Burlington and 4th Earl of Cork by Jonathan Richardson oil on canvas, circa 1717-1719 57 1/2 in. x 46 in. (1461 mm x 1165 mm) Purchased with help from the Art Fund and Dr D.M. McDonald, 1970 Primary Collection National Portrait Gallery  4818

{} : ἀλλαγὲς στὴν ἔκδοση τοῦ 1754

Τόπχαμ: Topham, διάσημος συλλέκτης ζωγραφικής

Χαίρνιος: Hearne, συλλέκτης χειρογράφων

Μαίδ, Σλῶν: Maed, Sloane, ἱατροί, ὁ πρῶτος μὲ φημισμένη βιβλιοθήκη, ὁ δεύτερος μὲ συλλογή φυσικής ἱστορίας

Ρίπλευ: (στὴν πρώτη ἔκδοση δὲν ἀναφέρεται ὄνομα) Ripley, ξυλουργὸς ποὺ πρωθυπουργός προήγαγε σὲ ἀρχιτέκτονα

Βοῦφο: βλάκα

Τζῶνς, Λενῶτρ: Inigo Jones, ὁ εἰσαγωγεὺς τοῦ παλλαδιανοῦ ὕφους στὴν Άγγλία, Le Nôtre, ὁ σχεδιαστὴς τῶν πλέον περιωνύμων κήπων στὴν Γαλλία

STOW(E): ἔδρα τοῦ Λόρδου Ὑποκόμητος Cobham στὸ Backinghamshire

γαῦρες: ὑπερήφανες

Βρίδζμαν: Charles Bridgman, κηποτέχνης στὸ Hertforshire, ὅθεν τὸ παρακάτω παράδειγμα ὅπου καταστρέφοντας τὸ δάσος ἔμεινε ἀπροστάτευτη ἀπὸ τὸν ἄνεμο ἡ ἔπαυλη.

Ψυκτήρια: πέργκολες. Quincunx ἀρχικῶς, Arbours στὴν ἔκδοση του 1754

Στοῖχοι δένδρων: ἐσπαλιέρες, espaliers

ἐπετεία: κάθε χρόνο

ἀνθοποίκιλτου Τάπητος φυγές: flourished carpet views, ἐννοεῖ κάτι τέτοιο, ἀπ’ τὴν ἀνακαίνιση τοῦ Hampton Court τὸ 1736

κατηφῶν Ἰτάμων πᾶν τὸ Γένος: ἐννοεῖ τὰ δένδρα κομμένα σὲ σχῆμα πυραμίδας

λαῦρες: ἀλλέες, στενωποὶ μέ ἑκατέρωθε δένδρα.

Ἔπαυλη τοῦ Τίμωνος: φανταστικὴ βίλλα στὴν ὁποία σατιρίζει ὅλες τὶς πομπώδεις βίλλες τῆς ἐποχής του. Κάποιοι ἔλεγαν ὅτι ὑπονοεῖ τὸ Cannons  τοῦ  πρώτου Δουκὸς τοῦ Chandos δαπάνης διακοσίων χιλιάδων στερλινῶν (σήμερα: £39.400.000)

Brobdignag: ἡ χώρα τῶν Γιγάντων στὸν Gulliver τοῦ Swift

θέρειο: θερινό

Μονομάχοι μάχονται, ἢ φονεύονται: ἀναφέρεται στὰ ἀγάλματα gladiator pugnans καὶ gladiator moriens

διφθέρινα: ἀπὸ βαμμένο δέρμα

βαλισμό:  άρχαῖος πηδηχτὸς χορός. Γράφει jig χοροπηδηχτό χορό γιὰ νὰ δείξει πόσο ἀνάρμοστη εἶναι ἡ μουσικὴ τοῦ ὀργάνου μὲ τὴν θρησκευτική τελετή

ἐπίκλυσι: κατακλυσμό