Ἵνα ’δῃς τὸν Κόσμο στὸν Κόκκο τῆς Ψάμμου
καὶ τὶ τὸ Θεῖο σ’ ἕν Ἄνθος Ἄγριο,
κράτησε τἄπειρο στὴν παλάμη τῆς χέρας σου
καὶ σὲ μίαν ὥρα τὸ αἰώνιο.
Ὁ Κοκκινολαίμης σὲ κλωβό
ὅλα τὰ Ἐπουράνια θέτει σὲ θυμό,
ὁ Περιστερὼν μεστός μὲ περιστέρες, φάσσες
φρίττει τὸν Ἅδη ἄνα τις περιοχές πᾶσες.
ὁ σκῦλος ποὺ στὴν Πύλη τοῦ Κυρίου του λιμοκτονεῖ
προοιωνίζει τοῦ Kράτους τὴν καταστροφή.
Τἄλογο λυμασμένο στὸν ἁμάξιτο
δέεται Ἀνθρωπίνου αἷματος τῶν Ἐπουράνιων.
Κάθε μιὰ κραυγῆ τοῦ κυνηγημένου Λαγοῦ
σχίζει κάποιο νῆμα τοῦ Μυαλοῦ.
Ὁ Κορυδαλλὸς στὴν πτέρυγα πληγείς,
κάποιο Χερουβίμ παύει νὰ ὑμνωδεῖ.
Ὁ Κίκκιρος ξυρήκης, καὶ πάνοπλος πρὸς μάχη
αὐτὸς τὸν Ἀνατέλλοντα Ἥλιο ταράσσει.
Κάθε Λύκου καὶ Λιόντα βοή
τοῦ Ἅδου ἐγείρει κάποια Ἀνθρώπινη Ψυχή.
Τἄγριο ἐλάφι, σποράδην καθὼς στρωφάει,
τὴν Ἀνθρώπινη Ψυχή φροντίδος ἀφιστάει.
Ὁ λυμασμένος Ἀμνός γεννᾷ Κοινὴ Ἅμιλλα
καὶ ὅμως τοῦ Σφαγέος συγχωρεῖ τὴν μάχαιρα.
Ἡ νυκτερὶς ποὺ αἰωρεῖται ὁπόταν τὸ Βράδυ τελεύει
ἐρημώνει τὸ Μυαλὸ ποὺ δὲν πιστεύει.
Ἡ Γλαῦξ ποὺ τὴν Νύχτα κικλήσκει
τὸν φόβο τοῦ Ἀπίστου φημίζει.
Ὅποιος τὸν μικρὸ Σπουργίτη βλάψῃ
οὕποτε τῶν ἀνδρῶν τὴν φιλία θἄχει.
Ὅποιος παρώθησε τὸν Βοῦν στὴν ὀργή
οὕποτε τῶν Γυναικῶν θἀγαπηθῆ
Τὸ μάργο Ἀγόρι ποὺ σκοτώνει τὸν Οἶστρο
αὐτὸ θὰ νιώσῃ τῆς ἀράχνης τὸ μῖσος.
Ὅποιος βασανίζῃ Χρυσοσκάθαρο
ὑφαίνει Μυχὸ σὲ Νύχτα ἀτέρμονο.
Τὴν Κάμπια ἐπάνω στὸ φύλλο,
ἀναπολεῖ τῆς Μάνας τὸν θρῆνο.
Μὴν τὸν Σκόρο μήτε τὴν Ψυχή ἀποκτείνῃς,
καθὼς ἡ Δευτέρα Παρουσία προσεγγίζει.
Ὅποιος γυμνάσει τὸ Ἄτι πρὸς πόλεμο
δὲν θὰ περάσῃ τὸ Πολικό Ὅριο.
Τοῦ Ἀγύρτου τὸν σκύλακα καὶ τὴν γαλῆ
τῆς Χήρας, θρέψε καὶ θὰ παχύνῃς σύ.
Ὁ κώνωψ ποὺ ᾄδει τὴν θερινή του ᾠδή
φαρμάκι ἀπ’ τὴν γλώσσα ἔχει τῆς Διαβολῆς.
Τὸ φαρμάκι Σαλαμάνδρας καὶ Φιδιοῦ
εἶναι τοῦ Φθόνου ὁ ἱδρὼς τοῦ Ποδιοῦ.
Τὸ Φαρμάκι τῆς μελίσσης
εἶναι ἡ ζήλια τοῦ Τεχνίτη.
Ῥάκη τοῦ Πτωχοῦ, τοῦ Πρίγκηπος Ἐσθῆτες
στοῦ Φιλάργυρου τοὺς Σάκκους εἶναι Μύκητες.
Ἡ ἀλήθεια ποὺ λέγεται μὲ κακὴ πρόθεση
κατανικάει πάντα τὰ ψεύδη ποὺ μπορεῖς
νὰ ἐπινοῇς. Εἶν’ ὀρθό, πρέπει νἆναι ἔτσι ·
ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη πρὸς Χαρά καὶ Λύπη·
καὶ ὅσον ξεύρωμε τοῦτο ὀρθῶς
διὰ τὸν Κόσμο ἄγομε ἀσφαλῶς.
Χαρὰ καὶ Λύπη ἔχουν καλὰ ὑφανθῆ
καὶ ἐνδύουν αὐτὲς τῆν θεία ψυχῆ·
Κάθε στεναχώρια καὶ φθίσι
ὑποτρέχει ἡ χαρά μὲ σηρικὴ κλωστή.
Tὸ Βρέφος, τῶν Σπαργάνων, εἶναι ἐπιπλέον ·
δι’ ὅλων τοῦτων τῶν Ἀνθρωπίνων Γαιῶν,
ἐργαλεία τεύχθησαν, καὶ Τέχθησαν χέρες,
κάθε Γεωργὸς αὐτὸ ἀντιλαμβάνεται.
Κάθε δάκρυ κάθε ὄμματος
γένεται Βρέφος στὸ αἰώνιο·
Τοῦτο ἁρπάζουν Θήλεα λαμπρά
καὶ τὸ ἐπιστρέφουν στὴν δική του χαρά.
Τὸ βρύχημα, τὸ ὕλαγμα, μύκημα καὶ κραυγή
Κύματα εἶν’ ποὺ Παταγοῦν στοῦ Οὐρανοῦ τὴν Ἀκτή.
Τὸ Βρέφος ποὺ κλαίει ὑπὸ τῆς Ῥάβδου
γράφει Δίκη στὶς ἐπικράτειες τοῦ Θανάτου.
Τὰ Ῥάκη τοῦ Ἀγύρτου, ὥς σαλεύουν στὸν Ἀέρα
καταρρυγνύουν σὲ Ῥάκη τὰ Ἐπουράνια.
Ὁ στρατιώτης ἔνοπλος μὲ πυροβόλο, ξίφος
ἀσθενὴς βάλλει αὐτὸς τοῦ Θέρους τὸν Ἥλιο.
Ὁ Χαλκοῦς τοῦ Πτωχοῦ ἀξίζει πλέον πολύ
ὅλου τοῦ Χρυσοῦ στὴν ἀφρικανικὴ Ἀκτή.
Μόνος Χαλκοῦς κάρπιμος ἀπ’ τοῦ Θητός τὶς χέρες
θὰ ἀγοραπωλήσῃ τοῦ Φιλαργύρου τὶς Γαῖες:
Ἢ ἂν ἀπ’ ἐπάνω προστατευμένο,
θὰ πωλήσῃ καὶ θὰ ἀγοράσῃ, ὅλο τὸἜθνος.
Ὅποιος περιγελάῃ τοῦ Νηπίου τὴν Πίστι
Θὰ τὸν περιγελάσουν σὲ Γῆρας καὶ Τελευτή.
Ὅποιος διδάξῃ τὸ Παιδὶ νὰ Ἀπιστῇ
τὸν σαπρὸ Τάφο οὐδέποτε θὰ διαφύγῃ.
Ὅποιος σέβηται τὴν πίστι τοῦ Νηπίου
τοῦ Ἅδου ἐπικρατεῖ καὶ τοῦ Θανάτου.
Τὰ ἀθύρματα τοῦ Παιδιοῦ καὶ τοῦ Γέροντος
οἱ Λόγοι εἶναι καρποὶ τῶν Δύο ἐποχῶν.
Ὁ Ἐξεταστής ποὺ κάθεται τόσον δόλιος
οὐδέποτε θὰ μάθῃ νὰ ἀπoκριθῇ τὸν τρόπο.
Ὅποιος ἀποκρίνηται σὲ ἔπεα Ἀμφισβητήσεως
θὰ σβέσῃ τὸ Φῶς τῆς Γνώσεως.
Τὸ Φαρμάκι τὸ Ἰσχυρότερο ποτέ γνωστό
ἦλθε ἀπ’ τὸν δαφνίνο στέφανο τοῦ Καίσαρος.
Οὐδὲν δύναται χαλάσῃ τὴν Ἀνθρώπινη Φυλή
ὅπως τοῦ Θώρακος τὴν σιδηρὰ ἐξάρτησι.
Ὅταν τὸ ἄροτρο κοσμοῦν Χρυσὸς καὶ Λίθοι
τὶς εἰρηνικὲς Τέχνες ἡ Ζήλια προσκυνήσει.
Τὸ Αἴνιγμα εἴτε τοῦ Γρύλου ἡ Φωνή,
εἶναι νὰ Διστάζῃς νὰ ἀποκριθῆς ὥς ἁρμόζει.
Τοῦ Μύρμηκος ὁ δάκτυλος καὶ ὁ παρασάγγης
τοῦ Ἀετοῦ, κάμουν τὴν Χωλὴ Φιλοσοφία νὰ γελάῃ.
Ὅποιος Ἀπορεῖ πρὸς ὅ τι βλέπῃ
οὔποτε θὰ πιστέψῃ ὅ τι θέλῃς.
Ἐὰν ὁ Ἥλιος καὶ ἡ Σελήνη πρέπει ν’ ἀπορήσουν,
ἀμέσως ἀμφότερα πρέπει νὰ σβήσουν.
Τὸ νὰ εἶσαι ἐντὸς Πάθους ἴσως νὰ κάμῃς Καλό,
ἀλλ’ οὐδένα καλὸ ἂν φέρῃς τὸ Πάθος ἐντός.
Ἡ Πόρνη καὶ ὁ Παίκτης, μὲ τὴν ἐξουσία
τοῦ Κράτους, δομοῦν τοῦ Ἔθνους τὴν μοίρα.
Ἡ βοὴ τῆς Πόρνης ἀπ’ Ὁδοῦ σὲ Ὁδό
θὰ ὑφάνῃ τῆς Παλαιᾶς Ἀγγλίας τὸ σάβανο.
Ἡ Κραυγὴ τοῦ Νικητοῦ, τοῦ Χαμένου ἡ Κατάρα,
ὀρχοῦνται μπρὸς στῆς Νεκρᾶς Ἀγγλίας τὴν νεκροφόρα.
Κάθε Νύχτα καὶ κάθε Αὐγή
ἕνιοι στὴν δυστυχία γεννῶνται αὐτοί.
Κάθε Νύχτα καὶ κάθε Αὐγή
ἕνιοι Γεννῶνται στὴν γλυκειὰ χαρμονή.
Ἕνιοι Γεννῶνται στὴν γλυκειὰ χαρμονή
ἕνιοι Γεννῶνται σὲ Νύχτα Ἀτέρμονη.
Φερόμεθα τὸ Ψεῦδος νὰ πιστεύωμε
ἐπειδὴ διὰ τοῦ Ὀφθαλμοῦ δὲν βλέπομε
ὅποιον γεννήθη Νύκτωρ, Νύκτωρ ἵνα χαθῆ
ἐνόσῳ ’ς Ἀκτῖνες Φωτὸς νύχευε ἡ Ψυχή.
Ὁ Θεὸς ἐπιφαίνεται καὶ ὁ Θεὸς εἶν’ Φῶς
σὲ κεῖνες τὶς πτωχὲς Ψυχὲς ποὺ στὴν Νύχτα Κατοικοῦν,
μὰ κάποια Ἀνθρωπίνη Μορφή δείκνυται
σὲ ὅσους Κατοικοῦν στὶς ἡμερινὲς Ἐπικράτειες.
[Auguries of Innocence, άπόδοση: Γ.Α. Σιβρίδης]
Χαλκοῦς: ἡ πιο μικρὴ ὑποδιαίρεση τοῦ νομίσματος (farthing, mite)
Θητός: μισθωτοῦ ἐργάτου γῆς
παρασάγγης: μονάδα μέτρησης πολλαπλάσια του σταδίου
νυχεύει: κοιμᾶται
