Michel Paillarès: ο κεμαλισμός ενώπιον των συμμάχων [1922][απόσπασμα]

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΜΟΝΟΝ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ

Ὅταν πρόκειται νὰ κρίνουν τοὺς Ἕλληνες, οἱ ἡμέτεροι τουρκομανεῖς παρανοοῦν. Δὲν θὰ εὕρητε φιλέλληνα ―ἢ ἀρμενόφιλο― ὁ ὁποῖος δὲν ἐπαινεῖ κἀποιες ποιότητες καὶ ἀρετὲς τοῦ Τούρκου. Ἀλλὰ σᾶς προκαλῶ νὰ εὕρητε ἕναν ἀκόλουθο τοῦ Pierre Loti ἢ τοῦ Claude Farrère[i] ὁ όποῖος νὰ θεωρῇ παρὰ τοῖς ραγιάδαις ἄλλο παρὰ ἐλαττώματα καὶ κακἀ. Δὲν θὰ χρονίσω νὰ ἀποκαλύψω πᾶσες τὶς συκοφαντίες ποὺ κομίζουν, πρὸς τοὺς «ἐκφυλισμένους» Ἕλληνες, οἱ ἐραστὲς τῆς Aziyadé[ii]! Ἔχω νὰ κάμω τὶ τὸ βέλτερο: θὰ περιορισθῶ νὰ ἐπιλέξω τῶν μακρῶν μου παρατηρήσεων, κάποιες ζῶσες ἀλήθειες.

«Ἐν οὐδενὶ ἕθνει τοῦ κόσμου, γράφει ὁ κ. Ἐδουάρδος Helsey [Les Aventures de l’Armée d’Orient], ἡ εὐχέρεια τοῦ πνεύματος δὲν εἶναι τοσούτῳ γενικὴ ὅσον στὴν Ἑλλάδα. Ὁ ἀχθοφόρος τοῦ πανδοκεῖου, ὁ ἁμαξηλάτης, ὁ ταπεινότερος τῶν τεχνιτῶν, σᾶς ἐκπλήσσουν μὲ τὴν ἔντονο ζωηρότητα τῶν ἰδίων ἀντιλήψεων.»

Τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀκριβές. Ὁ Ἕλλην τῆς σήμερον εἶναι ἐκ τῶν πολυπλοκωτέρων δειγμάτων  τῆς άνθρωπίνης φυλῆς. Οὐκ ἔνι λαὸς τοῦ ὁποίου ἡ φυσικὴ διάνοια δύναται νὰ εἶναι ἀντίζηλος τῆς δικῆς του. Ὁ δυστυχέστερος χωρικός δὲν ἔχει ἀνάγκη νὰ περιδράμῃ τὸν κόσμο ὥστε νὰ ἔχῃ τὸ δῶρο τῆς παρατηρήσεως καὶ τῆς κατανοήσεως. Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ θάλασσα ποὺ κατακλύζουν καὶ περικλείουν μὲ γαλάζιο καὶ ἁρμονία τὸν δίδουν ὑπερτάτη εὐαισθησία. Καταλαβαίνει ὅ τι εἶναι εὐπρεπὲς καὶ ὅ τι εἶναι μεγαλοπρεπές. Ἐκθαμβοῦται ἐμπρὸς στὴν λαμπρότητα κάποιου ἡλιοβασιλέματος, ὁνειρεύεται ἐμπρὸς στὴν μελαγχολία κάποιου σεληνόφωτος. Ἀποκτήσατε τὴν ἐμπειρία, ὅπως ἔχω κάμει ἑκατοντάκις:  ἄμετε στὴν Ἑλλάδα, παρεισδῦτε στὸν ἄνθρωπο τὸν ἥκιστα μορφωμένο, περιπατήσατε σὺν μὲ αυτὸν στὸ βουνό, στὴν πεδιάδα ἤ στὶς κλειτῦς. Τοῦτο τὸ ὅν, τὸ ὁποῖο οὐδεμία διδασκαλία ἔχει κατεργασθῆ, ἔχει ῥίγη καλλιτέχνου.  Ἐστέκεται ἐμπρός σὲ κάποιο βουνὸ ποὺ ἀγγίζει τὰ σύννεφα μὲ περήφανο μέτωπο· ἐστέκεται ἐμπρὸς σὲ κάποιο ῥυάκι ποὺ ῥέει γαληνὸ καθὼς ψιθυρίζει γλυκὸ τραγούδι· ἐστέκεται έμπρὸς σὲ κάποιο ἄνθος ποὺ τρέμει στὸν τρυφερό του μῖσχο· ἐστέκεται ἐμπρὸς στὸ ἄπειρο ποὺ τὸν συνθλίβει, καὶ κράζει: τι ὡραῖο![iii] Ἔχει ἰσχυρὴ φαντασία. Βλέπει ἐκεῖθε τοῦ ἐσχάτου ποὺ περιορίζει τὸ βλέμμα του. Ἕκητι τίνος θαύματος μπορεῖ νὰ μεγαλώνει τὸν ὁρίζοντά του; Κρίνει μὲ ἐκπληκτικὴ ὀξύτητα τοὺς λαοὺς ποὺ οὐδέποτε εἶδε. Γνωρίζει τὸν  Ἄγγλο, τὸν Γάλλο, τὸν Ἰταλό, τὸν Γερμανό, τὸν Ῥώσσο. Περὶ τοῦ καθενός, κατέχει τὸ ἴδιον ποὺ ὁρίζει τὴν εἰκόνα. Ποῦ ἔμαθε τέτοιαν τέχνη νὰ μαντεύῃ, νὰ προαισθάνηται, νὰ βολίζῃ τὴν ψυχὴ τῶν ἄλλων;

Ξεύρει ―ποῦ τό ’μαθε;― ὄτι οἱ μεγάλοι τῆς γῆς εἶναι μηδαμινοὶ στὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο. Καὶ δὲν γονατίζει παρὰ πρό τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἀκόμη ἔχει, μὲ τὸ Αἰώνιο, κάποιες ὁμοιότητες. Εἶναι πλἐον δημοκράτης τῶν ἡμετέρων ριζοσπαστῶν καὶ σοσιαλιστῶν. Τὸν βασιλέα, τοὺς μινίστρους του, τοὺς σέβεται βεβαίως ἀλλὰ μέχρις ἑνὸς σημείου. Πρέπει, πρῶτα, νὰ εἶναι ἄξιοι αὐτοῦ. Ὁ Κωνσταντῖνος δὲν ἦταν δημοφιλὴς μέχρι τὶς βαλκανικὲς νίκες. Στὸν Βενιζέλο, θαύμασε κυρίως τὸ πνεῦμα τῆς φυλῆς. Εἶναι ὑπερήφανος καὶ δὲν ἐπιτρέπει στὸν ξένο νὰ ἀναμιχθῆ στὶς οἰκογενειακές ἔριδες.

Στέργει βαθέως, μὲ πάθος τῆν πατρίδα του. Καὶ τὸ ἀποδεικνύει. Εἴτε εἶναι στὴν Ἀνατολὴ εἴτε στοὺς ἀντίποδες, δὲν ἔχει παρὰ μίαν ἔννοια: νὰ ἐμπλουτίσῃ τὸν ἐθνικὸ θησαυρό. Τὸ φρόνημά του εἶναι, στὴν δείλη τοῦ βίου του, νὰ ἀφήσῃ μίαν περιουσία, προϊὸν ἐπιμόνου μόχθου, ποὺ θὰ δωρήσῃ στὸν Ἑλληνισμὸ κάποιο μουσεῖο, κάποια σχολή, κάποια βιβλιοθήκη, κάποιο στάδιο. Παρὰ πάντων τῶν σημείων τῆς ὑδρογείου, ὑφ’ ὅποιο κλῖμα κἂν ἡ μοίρα τὸν ἔχει ὑπάγει, θὰ στείλῃ τὸ ὄβολό του σὲ πάντα τὰ ἔργα διακονίας ἤ μαθήσεως ποὺ οἱ πατριαρχικὲς κοινότητες θὰ ἱδρυσουν σὲ Τουρκία, Αἴγυπτο, Ῥουμανία, Ῥωσσία. Πάντα τὰ δημόσια μνημεῖα, πάντα τὰ παλάτια, ποὺ εἶναι τὸ κόσμημα καὶ τὸ φρόνημα τῶν λευκῶν Ἀθηνῶν, προέρχονται τῆς αὐθορμήτου γενναιοδωρίας του. Ἂν ὁ Ἕλλην τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς Σμύρνης, τῆς Τραπεζούντος ἔχει ἐκκλησίες, σχολεῖα, ὀρφανοτροφεῖα, βρεφοτροφεῖα, θεραπευτήρια, γηροκομεῖα καὶ ἄσυλα ἀναπήρων, οὐδεμία τέτοια εὐεργεσία δὲν ὁφείλει στὴν ὁθωμανικὴ κυβέρνηση· τὶς ὀφείλει στὴν ίδία προσπάθεια, στὶς προσωπικές του θυσίες. Στὴν Γαλλία, πρέπει τὸ κράτος να προμηθεύῃ τὰ πάντα. Ἂν λείψῃ ἡ προνοητική του συμβολἠ εἴμεθα ἀφοπλισμένοι, χῆροι πάσης πνευματικῆς τροφῆς. Στὸν ἑλληνικὸ κόσμο, εἶναι ἡ προαίρεσις τοῦ ἀτόμου ποὺ προνοεῖ ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ κοινοῦ.

Διέδραμον σχεδὸν πᾶσες τὶς χῶρες τῆς Ἀνατολῆς καὶ μπορῶ νὰ βεβαιὠσω πόσο ὁ Ἕλλην ὑπερέχει στὸν ἐποικισμό. Παντοῦ ὅπου ἐγκαθιδρύθη, εἶναι ἀμέσως ποὺ τὸ φῶς τοῦ πολιτισμοῦ παρεισέδυσε κατὰ κύματα. Ἐὰν δὲν ἐπιτελεῖ πάντοτε τὴν ὑλικὴ πρόοδο, εἶναι ποὺ δὲν κατέχει πάντα τὰ μέσα, ἀλλὰ ξεύρει νὰ εὕρῃ ἑαυτῷ ὅ τι πρέπῃ ἵνα ἐπιτελέσει τὴν ἡθικὴ καὶ διανοητικὴ πρόοδο.

Περιφρονεῖ τὸν ἀδαή. Νὰ εἶναι ἀγράμματος, εἶναι τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς κατάντιας. Θέλει νὰ γνωρίζει, θέλει νὰ διδαχθῇ μὲ κάθε τίμημα. Εἰσέλθατε ἐντὸς τοῦ καπηλείου ἑνὸς μπακάλη, θὰ ἴδητε πιθανόν, ὀπίσω κάποιου βαρελιοῦ ἐλαιῶν, κάποιον ἔφηβο σκυμμένο σὲ κάποιο βιβλίο ἢ κάποια ἐφημερίδα. Εἶναι νεαρὸς παραγιός ποὺ ἐκπονεῖται στὴν ἀνάγνωσι. Συνεχίζει, ἐπεκτείνει τὰ μαθήματα τοῦ διδασκάλου, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀπογαλακτισθῆ ἕνεκα τῶν σκληρῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπάρξεως. Τοῦτος ὁ μικρὸς ἀριστοκράτης ἔχει μίαν φιλοδοξία ποὺ τὸν καταβροχθίζει: θὰ εἶναι εὐεργέτης[iv], εὐεργέτης τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ πρέπει πρῶτα νὰ γένῃ δυνάστης τοῦ ἐμπορίου, τῆς μεταποιήσεως ἢ τῆς τραπέζης. Πῶς θὰ ἐδύνατο κερδήσῃ τὶς κορυφὲς ὅθεν κυλάει ὁ Πακτωλὸς ἂν δὲν ἔχει εὐρεία γνῶσι νὰ ὁδηγήσῃ τὴν ἄνοδό του; Κατανοεῖ ἐπίσης ὅτι δὲν εἶναι ἀπὸ τῆς οἰκτρῆς γωνιᾶς του ποὺ θὰ ἐκπετασθῇ. Ἐνημεροῦται λοιπόν, σὲ ὅ τι γράφηται, τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων. Παρατηρεῖ, ἐρωτάει συνεχῶς ἵνα γνωρίζῃ τὶ συμβαίνει σὲ Εὐρώπη, Ἀμερικη, Ἀσία. Φυλάχθητε ἂν δὲν εἶστε οἰκεῖος του· ἔχει ἀδιάκριτο περιέργεια, θὰ σᾶς ἐνοχλῆσῃ, θὰ σᾶς ἐκνευρίσῃ μὲ κάθε εἴδους ἐρωτήσεις: «Πόθεν εἶστε; Ποδαπός; Πῶς ἤλθατε ἀπὸ τόσον ἄπωθε; Μὲ τί ἀσχολεῖσθε; Τί κερδαίνετε;   Ὅταν κρίνῃ ὅτι ἔχει κάτι νὰ άποπλεύσῃ, ὅτι ἔχει ἀρκοῦσα σκευή, θὰ φύγῃ. Θὰ περιπλανηθῆ μέχρις ὅτου εὕρη καλὸ τόπο ἵνα ἀσκήσῃ πᾶσες τὶς δυνάμεις του. Θὰ έργασθῇ μὲ ἀκάματo πόνο. Διαβιῶνει ἁπλῶς, ταπεινῶς, καθὼς ἀποφεύγει νὰ σπαταλάει τὰ εἰσοδήματά του. Συσσωρεύει, ἀποθησαυρίζει μὲ μεθοδικὴ ὑπομονή. Ξεύρει τόσον καλἀ νὰ καρπίζῃ τὶς οἰκονομίες του, ποὺ κάποια ἡμέρα θὰ ἔχει τὶ νὰ ἱδρύσῃ κάποιαν ἐμπορικὴ ἐπωνυμία τῆς ὁποίας θὰ εἶναι ἀρχηγός. Θὰ εἶναι φάκτωρ, έξαγωγεύς, διαμετακομιστής, ἐφοπλιστὴς ἢ τραπεζίτης. Στὴν Μασσαλία, στὸ Παρίσι, στὸ Λονδίνο, στὴν Μαγχεστέρη, στὸ Λίβερπουλ, στὴν Νέα Ὑόρκη, σὲ κέντρα δράσης ποὺ θὰ ἔχει τοὺς τρομερωτέρους συναγωνιστές, θὰ φθάσῃ τὶς πρῶτες τάξεις. Μία τῶν σημαντικωτέρων ἐμπορικῶν φιρμῶν τοῦ κόσμου θὰ εἶναι ἑλληνική: ὁ οἶκος Ράλλη. Ἕνας τῶν κολοσσῶν τοῦ χρήματος θὰ εἶναι ἑλληνικός: sir Basil Zaharoff. Ἐντὸς τῆς λεκάνης τῆς Μεσογείου εἶναι οἱ Ἕλληνες ποὺ κατέχουν τὰ πλείονα ἐμπορικὰ πλοία. Δὲν λάμπουν μόνον στὸ διεθνὲς ἐμπόριο. Θριαμβεύουν ὡσαύτως στὶς ἐπικράτειες τοῦ πνεύματος τόσον ἐκτὸς ὅσον καὶ ἐντὸς τῆς χώρας αὐτῶν. Ὁ Moréas δὲν ἦταν ὁ πρίγκηψ τῶν γάλλων ποιητῶν; Οἱ ἐπιφανεῖς διδάσκαλοι τῶν ἡμετέρων Σχολῶν ἦσαν καθαροὶ Ἕλληνες[v], τέτοιοι ὅπως ὁ κ. Πολίτης ποὺ ἐχθὲς ἀκόμη, ἐδίδασκε τὸ διεθνὲς δίκαιο στὸ Poitiers, κατόπιν στὸ Παρίσι, καὶ ὁ κ. Φωκᾶς, ποὺ εἶχε τὴν ἕδρα  τῆς χειρουργίας τῆς Lille. Ὁ Ἕλλην τῶν ἡμερῶν ἡμῶν διακρίνεται σὲ πάντες τοὺς κλάδους τῆς λογοτεχνίας, τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τέχνης. Αἱ Ἀθῆναι ζοῦν σὲ πραγματικὸ διανοητικὸ πυρετό. Συζητοῦν πάντα τὰ προβλήματα. Καλλιεργοῦν πάντα τὰ εἴδη. Ἐὰν οἱ ἡμέτεροι τουρκομανεῖς ἔκαμαν τὸν κόπο νὰ σπουδάσουν τὴν Ἑλλάδα, θὰ άνεκάλυπτον πλειάδα συγγραφέων οἱ ὁποῖοι, στὴν ποίησι, τὸ δράμα, τὴν ἱστορία, εἶναι ἔτι μᾶλλον ἀπὸ χλομοὶ μιμητὲς τῶν ἀρχαίων χρόνων καὶ τῶν νέων χρόνων. Θὰ ἀπήντων ἐπίσης ζωγράφους, γλύπτες καὶ μουσικοὺς ποὺ προσπαθοῦν, συχνὰ μὲ σπανία εὐχαρίστησι, νὰ δημιουργήσουν ἀριστουργήματα.

Μπορεῖ ὅμως νὰ ἀποδώσῃ τις στοὺς Ἕλληνες μίαν μομφή, τὸ ὅτι χαρίζονται στὶς πολιτικὲς ἔριδες. Ἵσως, πράγματι, νὰ κατατρίβωνται σὲ εὐτελεῖς ἐμφύλιες διαιρέσεις, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐξίσου «στὸν πάταγο τοιαύτων διαμαχῶν ποὺ ὁ ἐθνικὸς  βίος ἀναγνωρίζεται ἐν τίνι χώρᾳ»; Κατανοοῦμε, σεβόμεθα τοῦτη την κοινὴ ἀνάγκη σὲ λαοὺς ἐρωμένους ἐλευθερίας, βλέπομε ὅ τι συμβαίνῃ στὴν ἡμετέρα Πολιτεία, καὶ εἴμεθα ὀλιγότερον αὐστηροὶ καὶ ὀλιγότερον ἄδικοι.

Μ’ ἔτυχον νὰ άναγνώσω φημισμένα μυθιστορήματα τὰ ὁποῖα θέλουν νὰ περιγράψουν τοὺς χαρακτῆρες καὶ τὰ ἤθη τῆς Ἀνατολῆς. Μὲ κίνδυνο νὰ  ταράξω τοὺς πιστοὺς τοῦ Loti ἢ τοῦ Farrère, θὰ ἔλεγον ὀρθὰ κοφτά, καὶ ἂς πρέπει νὰ μὲ θεωρήσουν βάρβαρο, ἀκόμη κἂν εἶχον τὴν εὐκαιρία νὰ θαυμάσω τὶς ταχυδακτυλουργίες λέξεων καὶ εἰκόνων, δὲν ηὗρον οὕτε ἕνα μόριο ἀληθείας..

Ἀπ’ ἄκρης σ΄ ἄκρη, εἶναι καθαρὰ φαντασία· εἶναι μία σειρὰ οἰστροπλήκτων ἀραβουργημάτων γραμμένων ἀπὸ κάποιον ὀραματιστή. Διὰ τῶν ἀπαστραπτόντων χρωμάτων, ἡ ἰδιοτροπία δὲν ἀκολουθεῖ ἀλλὰ ψευδαισθήσεις καὶ φαντάσματα.

Πόθεν ἔρχονται οἱ καπνοί ποὺ ἀποπλανοῦν τὶς ὡραῖες διάνοιες στὴν μέθη ὅπου οὐκέτι εἶναί τις ἀλλὰ τὸ ἄθυρμα κάποιας ἄρρωστης φαντασίας;

Τὸ νὰ βλέπῃς λάθος, ὅταν δὲν ἐνοχλῇ κανέναν, παρέρχεται. Οἱ ποιητὲς ἔχουν τὸ προνόμιο νὰ μποροῦν νὰ περιδιαβαίνουν τὸν πλανήτη ὁ ὁποῖος δὲν μοιάζει σὲ τίποτε μὲ τὴν ἡμετέρα πτωχὴ στρογγύλη μηχανή. Τοὺς βλέπει τις καὶ τοὺς ἀκούει μ’ εύχαρίστησι. Οὺδὲνα κακὸ κάμνουν· συχνά μάλιστα, βαυκαλίζουν τὴν ἀνθρώπινη δυστυχία. Ἀλλ’ ἂν τὸ σφάλμα προκαλεῖ ἁρπαγές, ἂν  κρίσει ἐδραιωθείσῃ σὲ φαντασίες καταδικάζεί τις κάποιον λαὸ στὸν μαρασμό, τὶ κἂν εἶναι ἰδιοφυής, τὶ κἂν εἶν’ ἀθάνατος, διαπράττει ἐκεῖ τὸ χείρον τῆς ἀδικίας, διαπράττει ἔγκλημα.

Οἱ Ἕλληνες ἔχουν λουσθῆ κάθε ἔγχρεμμα τῶν γάλλων δημοσιολόγων οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἐμποτίσει τὴν γραφίδα των παρὰ στὸ ψεῦδος. Δὲν γλιτώσαν οὕτε οἱ γυναῖκες αὐτῶν. Πόσο κατάπτυστο! Καυχῶμαι ὅτι γνωρίζω τὴν Εὐρώπη· πρὸ τριάντα ἐτῶν τὴν διέδραμον συνεχῶς πανταχόσε. Τὴν παραμονὴ τοῦ πολέμου ἤμουν στὴν Ἁγία Πετρούπολι, ὅπου σημείωσα τὴν ἔκπτωσι τῶν ῥωσσικῶν ἠθῶν. Ὀνύχισον τὴν Αὐστρία, τὴν Οὑγγαρία, τὴν Σερβία, τὴν Ῥουμανία, τὴν Βουλγαρία, τὴν Τουρκία, τὴν Ἑλλάδα, τὴν Ἰταλία, τὴν Γερμανία, τὴν Ἀγγλία. Ἐ λοιπόν, οὐκ ἔνι ἑστία πλέον στερέα καὶ πλέον χρηστή, ἠθικῶς, ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ἑστία. Παρεισέδυσον σὲ Αττική, Μακεδονία, Θράκη, Ἰωνία, Αἴγυπτο, στὴν ὑψηλὴ κοινωνία καὶ στὶς μεσαῖες τάξεις. Ἀντίκρυσα τὶς σπανιώτερες ἀρετές, κεῖνες ποὺ τιμοῦν καὶ ἐνδύουν τὴν γαλλικὴ bourgeoisie, κεῖνην τὴν  bourgeoisie ποὺ ὁ ξένος ἀγνοεῖ συχνά… Ἡ ἑλληνὶς γυναίκα εἶναι τὸ κέντρο τῆς οἰκογενείας. Φέρει στὸ μέτωπό της φωτοστέφανον ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς αὐτὴν τὸ σέβας καὶ ἡ λατρεία τῶν παιδιῶν της καὶ τῶν ἐγγονῶν της. Ἐν Αἰγύπτῳ, στὴν Ἀλεξάνδρεια, εἶχον γένει δεκτός, πολλάκις, στὸ τραπέζι τῆς κυρίας χηρὸς Moazzo. Νόμισα ὅτι εἶχον μεταφερθῆ στοὺς βιβλικοὺς χρόνους. Ἡ κυρία Moazzo προήδρευε στὸν δεῖπνο ὡσὰν σὲ θρησκευτικὴ τελετή. Πέρι αὺτὴν ἐκάθοντο οἱ ὑγιοὶ καὶ οἱ κόρες καθ’ ἱεραρχίαν ἡλικίας. Ἦσαν δώδεκα. Ἕκαστος εἶχε πρὸς τὸν πρωτότοκο στοργὴ ποὺ ἀποτυπώνει σεβασμό. Ἀλλα κεῖνο ποὺ ἦταν ἀξιοσημείωτο, εἶναι ὅτι τὰ ἀγόρια ποὺ ἦσαν ὥριμοι ἄνδρες ―ὁ γηραιότερος θὰ έδύνατο εἶναι πάππος― δὲν ἤθελον νὰ νυμφευθοῦν μὴν ἀδειάσῃ τὸ σπίτι. Πάντες διέμενον έκεῖ  στὴν θέση των, ἵνα κάμνουν στὴν μητέρα προμαχῶνα τῆς στοργῆς των. Δὲν διατίθουν τὸ χρήμα των, ὅ τι κερδαίνουν θὰ τὸ ἀποθέσουν στὴν βασίλισσα τῆς ἑστίας ποὺ μόνη αὐτὴ κρατεῖ τὰ κλειδιὰ τοῦ θησαυροφυλακίου. Οὐδέποτε εἶδον καὶ δὲν νομίζω ὅτι στὴν Εὐρώπη ἡ γυναίκα λαμβάνει σεβαστότερες τιμές.

Ἑν Ἑλλάδι, ἡ σύζυγος καὶ ἡ νεαρὰ κόρη εἶναι πολὺ ένάρετες. Ἀγνοοῦν τὴν διαφθορὰ ποὺ ἐκφυλίζει κάποιες Βαβυλῶνες τῆς Δύσεως. Οἱ ἀνύπανδρες μητέρες εἶναι σπάνιες. Ἡ κοινωνία τὶς μεταχειρίζεται ὡς πανωλόβλητες ὧν ἡ ἐπαφὴ πρέπει ν’ ἀποφεύγηται. Ἡ πορνεία ἔνι σὲ μικρὰ κλίμακα. Δὲν εἶναι στὴν Ἀθήνα ποὺ οἱ ἑταῖρες θὰ ἐδύναντο νὰ γένουν δεκτὲς στὰ σαλόνια· οὔτ’ οἱ εἰκονογραφημένες ἐφημερίδες , νὰ δώσουν τὴν προσωπογραφία των, οὔτε στὴν πρώτη σελίδα, οὐδὲ στὴν τελευταία, μὲ πληθώρα λεπτομερειῶν περὶ ὅ τι λέγουν καὶ κάμνουν. Ἔνι ἀδιαπέραστος φραγμὸς μεταξὺ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἡμικόσμου.

[ἀπόδοση: Γ.Α. Σιβρίδης]

[i] Ὀριενταλιστές συγγραφεῖς καὶ τουρκόφιλοι

[ii] Περιώνυμο ἔργο τοῦ Loti

[iii]ἑλληνιστί στὸ πρωτότυπο

[iv]ἑλληνιστί στὸ πρωτότυπο

[v]Hellènes, στὸ πρωτότυπο