Edgar Allan Poe: Ταμερλάνος [1827, 1845]

Φιλία παραμυθία στοῦ θανάτου τὴν ὥρα!
        Τέτοιο, πάτερ, δὲν εἶν’ (ἄρτι) τὸ θέμα μου—
Δὲν θὰ κρίνω ἀφρόνως ὅτι τούτη ἡ Χθόνια
                δύναμις μπορεῖ νὰ μ’ ἀγνίσῃ τ’ἁμαρτήματος
                ποὺ θεία περηφάνεια βάκχευσε—
        Δὲν ἔχω χρόνο πρὸς ἔρωτα ἢ ὄνειρο:
τὸ καλεῖς ἐλπίδα —τοῦτο τὸ πῦρ τοῦ πυρός!
Δεν εἶναι ἀλλὰ τοῦ πόθου ἀδημονία:
Ἂν μπορῶ νὰ ἐλπίσω—Ὧ Θέε! Μπορῶ—
        Ἡ πηγή του εἶναι ὁσιοτέρα— θεία μᾶλλον—
Γέρον, δὲν σὲ καλῶ μωρό,
        ἀλλὰ τέτοιο δὲν εἶναι δικό σου δῶρο.

Κάποιου πνεύματος τὸ μυστικό ξεύρεις σύ
        ποὺ ἔκλινε τῆς ἀγρίας του ὑπεροψίας στὴν αἰσχύνη.
Ὦ! Καρδιὰ ποὺ ἰμείρεις! Κληρονόμησα δή
        τὸ πικρό σου λάχος ἅμα μὲ τὴν φήμη,
τὸ ἰσχναίνον κλέος ποὺ ἔχει λάμψει
μεταξὺ τῶν πετραδιῶν τοῦ θρόνου μου,
ἅλω τοῦ Ἅδου! Καὶ μὲ μία λύπη
οὐδέποτε Ἅδης μὲ πτοήσει—
Ὦ! Καρδιά ποὺ πόθο ἔχεις, τῶν χαμένων ἀνθῶν
καὶ αἰθρία τῶν θερινῶν μου ὡρῶν!
Ἡ ἀθάνατος φωνή σου τοῦ νεκροῦ χρόνου κείνου,
μετὰ τἀπεράντου της ἦχου
κλάζει, ἐν πνεύματι μαγεύματος
ἐπὶ τῆς ἐρημιᾶς σου—ἕναν γόο.

Δὲν ἤμουν πάντοτε ὥς τὰ νύν:
τὸ πυρέσσον διάδημα στὸ μέτωπό μου
        τἀξίωσα καὶ ἔλαβα διὰ τῆς βίας—
ὁμοία δεινὴ κληρονομία δὲν ἔδωσε
        ἡ Ῥώμη στὸν Καίσαρα—τοῦτο ’ς ἐμέ;
                Τὸν κλῆρο βασιλικοῦ νοῦ,
καὶ τὸ γαῦρο πνεῦμα τ’ ὁποῖο ἠγωνίσθη
                θριαμβικῶς μὲ τὴν ἀνθρώπινη φῦσι.

Σὲ ὀρεία γῆ πρῶτα πῆρα ζωή:
        οἱ ὀμίχλες τοῦ Ταγλάι σκόρπισαν νύκτωρ
        τὶς δροσιές των στὴν κεφαλή μου,
καί, δοκῶ, ὅτι κατάπτερες ἡ ταραχή
καὶ ἡ μάχη τοῦ σφοδροῦ ἀέρος
ἐφώλιασαν στὴν ἰδία τὴν κόμη μου ἔνδον.

Τόσον ὀψὲ τῶν Οὐρανίων—τούτος ὁ δρόσος—διοπετής
        (ἀναμέσον ὀνείρων ἀνοσίου νυκτός)
ἔπεσε ἐπ’ ἐμοῦ —μὲ τοῦ Ἅδου τί,
        ὅταν ἡ κόκκινη λάμψις τοῦ φωτός
ἀπὸ νεφῶν σὰν λάβαρα ἐπεκρέματο,
        φανερώθη στὰ μισόκλειστά μου ὀμμάτια
        τὸ σχῆμα τῆς μοναρχίας,
καὶ ὁ ὡσὰν σάλπιγγος βαθὺς πάταγος ὁ κεραυνός
        ἦλθε χαλεπῶς κατ’ ἐμοῦ, καὶ ἔλεγε
                περὶ ἀνθρωπίνης μάχης, ὅπου ἡ φωνή μου,
        ἡ δική μου φωνή, ἀνόητο παιδί! ἐσφρίγαε
                (ὦ πόσο ἂν εὐφραίνετο τὸ πνεῦμα μου,
καὶ ἐπήδαε ἐντὸς μου στὴν κραυγή)
ὁ ἀλαλαγμὸς τῆς νίκης!

Ὁ ὑετὸς ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μου κατῆλθε
        τῆς ἀστεγοῦς—καὶ ὁ σφοδρὸς ἄνεμος
        ἦταν γιγαντιαῖος—ἔτσι καὶ σύ, ἆ νοῦ μου!—
Δὲν ἦταν ἀλλ’ ἄνθρωπος, εἶπα, ποὺ σκέδασε
        δάφνες ἐπ’ ἐμοῦ: καὶ ἡ ὀρμή—
ὁ χείμαρρος τοῦ ψυχροῦ ἀέρος
καχλάζων στὸ ἀφτὶ μου τὴν συντριβή
        τῶν αὐτοκρατοριῶν—μὲ τὴν δέησι τοῦ αἰχμαλώτου
τὸν βόμβο τοῦ ὀψικίου—καὶ τὸν τόνο
τῆς κολακείας πέρι τὸν ἀρχοντικὸ θρόνο.

Τὰ πάθη μου, ἀπὸ τούτη τὴν ὥρα τῆς δυστυχίας,
        σφετερίσθησαν τυραννία τὴν ὁποία ἄνθρωποι
ἔκριναν, ἅπαξ πῆρα τὴν ἐξουσία·
                Ἡ ἔγγενής μου φῦσις—ἂς εἶναι ἔτσι:
        Ἀλλά, πάτερ, κεῖ ἔζησε κάποιος πού τότε,
τότε—στὴν παιδεία μου—ὅταν αὐτῶν τὸ πύρ
                ἔκαιγε μὲ μια ἤρεμη ἐντονοτέρα λάμψι,
(Καθὼς τὸ πάθος πρέπει νὰ ἐκπνέῃ ἅμα μὲ τὴν ἀκμή)
        ἤδη τότε ὅποιος γνώριζε τὴν σιδηρὰ τοῦτη καρδία
        μετείχε στὴν γυναικεία ἀδυναμία.

Δὲν ἔχω λόγια—ἀλίμονο—νὰ πῶ
τὸ κάλλος τοῦ νὰ ἀγαπᾶς καλῶς!
Οὔτε μπορῶ νὰ τόλμησω νὰ ἰχνεύσω
τοσούτῳ μᾶλλον τῆς ὀμορφιᾶς προσώπου
τοῦ ὁποίου ὁ τύπος, στὸν νοῦ μου
εἶναι—σκιὲς ἐντὸς τοῦ ἀσταθοῦς ἀνέμου:
Οὕτως θυμοῦμαι ὅτι ἐνδιετρίβησα
        κάποια σελίδα παλαιφάτου μύθου,
μὲ σχολαῖο μάτι, μέχρις ὅτου ἔνιωσα
τὰ γράμματα—μὲ τὴν σημασία αὐτῶν—νὰ λύονται
        σὲ φαντασίες—μὲ κανένα.

Ὦ, ἄξιζε ὅλον τὸν ἔρωτα αὐτή!
        Ἔρως—ὡσὰν ἀπὸ παιδὶ μ’ ἦταν οἰκεία—
ἦταν τέτοια ποὺ νόες ὕπερθε ἀγγελικοί
        ἐζήλευαν· ἡ νεαρά της καρδία
τὸ ἱερό ὅπου κάθε μου ἐλπίδα καὶ σκέψι
        ἦσαν θυμίαμα—μετὰ ἕνα εὐπρεπὲς δῶρο,
        ἐπειδὴ ἦσαν παιδαριώδεις—καὶ πρᾶγμα ὀρθό—
ἀγνό—ὅπως τὸ νεαρό της παράδειγμα διδάσκῃ:
        διατὶ τὸ ἄφησα, καί, ἔρμαιος,
        ἐμπιστεύθην τὸ ἔσω πύρ, ὡς φῶς;

Μεγαλώσαμε σὲ ἡλικία—καὶ στοργή—σύναμα,
        περιπολῶντες τὸ δάσος, καὶ τὴν γῆ τὴν ἀγρία ·
τὸ στῆθος μου ἡ ἀσπὶς της στὸ χείμα—
        καὶ, ὅταν μειδίαζε ἡ φιλικὴ αἰθρία,
καὐτὴ ἐπεσκόπει τοὺς ἀνοιχτοὺς οὐρανούς,
δὲν ἔβλεπα τὰ Οὐράνια—παρὰ στοὺς δικούς τῆς ὀφθαλμούς.

Πρῶτο μάθημα τοῦ νεανικοῦ Ἔρωτος εἶναι—τὸ ἦτορ:
        ἀφοῦ ἀναμέσο τῆς αἰθρίας, κακείνων τῶν γελώτων
ὅταν, πέραν τῶν μικρῶν μας φροντίδων,
        καὶ ὥς ἐγέλαα στὶς παρθένειες πανουργίες της, ἑμαυτόν
θὰ ἔρριπτα’ς τἀσπαῖρον της στῆθος,
        καὶ θὰ ἐξέχυνα τὸ πνεῦμα μου σὲ δάκρυα—
ἀνάγκη δὲν ἦταν νὰ εἴπωμε τί ἄλλο—
        κἀνάγκη νὰ πραΰνω τοὺς φόβους της καμιά —
ἡ ὁποία δὲν ἐρώταε τὸ διατί
ἀλλὰ ἔστρεψε κατ’ ἐμοῦ τὸ γαληνό της μάτι!

Ὅμως ὑπεράγαν ἄξιον τοῦ ἔρωτος
τὸ πνεῦμα μου πάλαιψε καὶ ἠγωνίσθη,
ὅταν, στὴν βουνοκορφή, μόνος,
ἡ φιλοδοξία τὸ δάνεισε νέα φωνή—
δὲν εἶχα ὕπαρξι—ἀλλὰ ἐν σοῖ:
        ὁ κόσμος, καὶ ὅ τι περιείχε
στὴν θάλασσα—τὸν ἀέρα—τὴν γῆ—
        τὴν χαρμονή του—τὸν μικρό του πόνου κλῆρο
ποὺ ἦταν νέα τέρψι—τὰ νοητά,
        ἀμυδρά, ματαιότητες ὀνείρων νύκτωρ—
καὶ ἀμυδρότερα μηδενός τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀληθινά—
        (σκιές —καὶ πλέον σκιώδες φῶς!)
ἐπὶ τῶν ἀμαυρῶν των πτερύγων μοιράσθησαν,
                καί, ἔτσι, χύδην, ἔγιναν αὐτά
                ἡ εἰκόνα σου, καὶ—ὄνομα—ὄνομα!
Δύο διακριτὰ—μά οἰκειότατα πράγματα.

Ἤμουν φιλόδοξος—
                γνώρισες τὸ πάθος, πάτερ; Ὄχι:
καλυβίτης, σκόπευσα τὸν θρόνο
τοῦ μισοῦ κόσμου σὰν δικό μου
                καὶ γόγγυσα ἐπὶ τέτοια ταπεινὴ τύχη—
Ἀλλά, ὅπως κάθε ἄλλὴ εὐχή
                στὴν ζάλη τῆς δροσιᾶς
ἡ δική μου θὰ παρέρχετο, ἂν ἡ ἀκτίς
                τοῦ κάλλους δὲν ἐβάρυνε κατά
τὸ λεπτό—τὴν ὥρα—τὴν ἡμέρα—
τὸν νοῦ μου μὲ διπλάσιο κάλλος.

Συμπορεύθημε στὶς κορυφές
ὑψηλοῦ ὄρους τὸ ὁποῖο καθόραε ἄπωθε
τῶν λαμπρῶν ἐγγενῶν πυργωμάτων του
        ἀπὸ πέτρες καὶ δάση, τοὺς λόφους—
τοὺς ἐξιτήλους λόφους! Ὅπου περιέβαλλον
        ψυκτήρια καὶ χίλιοι ῥύακες ἐβόαον.

Τὴν εἶπα περὶ ἐξουσίας καὶ φρονήματος,
        ἀλλὰ αἰνιγματωδῶς—μὲ τέτοιο τρόπο
ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ νὰ τὸ θεωρήσῃ πέραν
        τοῦ ἀκαριαίου διαλόγου· στὰ μάτια
αὐτῆς ἀνέγνωσα, ἴσως πολὺ ἀμελῶς—
        αἴσθημα σύμφυρτο μὲ τὸ δικό μου—
τὸ κοκκίνισμα στὴν λαμπρά της παρειά, ’ς ἐμέ
        ἐφαίνετο νὰ τρέπηται σὲ βασιλίσσης θρόνο
τόσον πολὺ ποὺ τ’ ἄφησα γενέσθαι
        φῶς στὴν ἐρημία μόνον.

’Ντύλιξα ἑμαυτὸν σὲ μεγαλεῖο ἀμέσως,
        καὶ ἔδωσα ὀνειρώδες στέμμα—
                ὅμως δὲν ἦταν ὅτι ἡ Φαντασία
                ἔρριψε τὸν πέπλο της ἐπ’ ἐμοῦ—
ἀλλ’ ὅτι, μεταξὺ τoῦ συρφετοῦ—ἀνθρώπων,
                ποδίζεται ἡ φιλοδοξία τοῦ λέοντα—
καὶ συμπτύσσεται στοῦ φύλακος τῆν χέρα—
Ὄχι τόσον στὶς ἐρήμους ὅπου τὸ μέγα
τὸ ἄγριο—τὸ τρομερὸ συνωμοτοῦν
μὲ τὴν ἰδία πνοὴ νὰ ῥιπίσουν τὴν φωτιάν αὐτοῦ.

Σκοποῦ περὶ σου ἄρτι τὴν Σαμαρκάνδη!—
        Δὲν εἶν’ τῆς Γῆς ἡ βασιλίδα; τὸ φρόνημα αὐτῆς
ὑπὲρ πάντες τὶς πόλεις; στὴν παλάμη
        αὐτῆς τὰ πεπρωμένα αὐτῶν; στὰ πάντα πλήν
τοῦ κλέους τοῦ ὁποίου ὁ κόσμος πῆρε γνῶσι
αὐτὴ δὲν στέκεται εὐγενὴς καὶ μόνη;
Κατὰ τὴν πτῶσι—ἡ ἀπόλυτος της ἐπιβάθρα
θὰ σχηματίσῃ τὸ βάθρο θρόνου—
καὶ τίς ὁ ἄρχων της; Ὁ Τιμούρ—αὐτός
        τὸν ὁποῖο ὁ ἔκπληκτος λαὸς ὁρᾷ
νὰ διαβαίνῃ ἐπ’ αὐτοκρατοριῶν
        ὑψιπετῶς, ὁ ἐστεμμένος φυγάς—

ὦ ἔρως ἀνθρώπινε! καὶ δοτό τὸ σὸν πνεῦμα,
στὴν Γῆ, ἀπ’ ὅ τι ἐλπίζωμε στὰ Οὐράνια!
Τὸ ὁποῖο πίπτει στὴν ψυχὴ σὰν ὄμβρος
ἐπὶ τοῦ πεδίου ποὺ ἐμάρανε ὁ σιρόκος,
καὶ ὅπως ἀτυχεῖ ὑποχείριος σου νὰ εὐλογήσῃ
μόνον ἀφίει τὴν καρδία ἐρήμη!
Ἰδέα! Ποὺ περιέδεσες τὴν ζωή
μὲ τόσον ἀλλοκότου ἤχου μουσική
καὶ τόσο ἀγρίας γεννήσεως κάλλους—
Χαίρε! Ἀφοῦ ἐκέρδησα τὴν Γῆ!

Ὅταν ἡ ἐλπίς, ὁ ἀετός ποὺ μετωρίζεται, νὰ δεῖ
                δὲν δύναται κρημνὸ ἀπωθέ του στὸν οὐρανό,
οἱ πτέρυγές του κύρτονται προνωπεῖς —
        καὶ οἴκαδε στρέφει τὸν δακρυσμένον ὀφθαλμό.
Ἦταν δείλη: ὅταν ὁ ἥλιος ἀπολείπεται
τότε τὸ σκυθρωπὸ τῆς καρδιᾶς ἔρχεται
’ς αὐτὸν ποὺ ἀκόμη ἔβλεπε ἂν
τοῦ θερινοῦ ἡλίου τῆν δόξα.
ἐκείνη ἡ ψυχὴ τὴν βραδινὴν ὁμίχλη θὰ μισήσῃ,
τὴν συχνὰ τόσο ἀγαπητή, καὶ θὰ ἀκούσῃ
τὸν ἦχο τῆς ἐπερχομένης ὄρφνης
(γνωστὸ σὲ ὅσων τὸ πνεῦμα ἀκούῃ) ὡς τίς
ὁ ὁποῖος, σὲ νυχτερινὸ ὄνειρο, κάμει νὰ φύγῃ
κάποιου κινδύνου ποὺ πελάζει, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ.

Τὶ κἂν ἡ σελήνη—ἡ λευκὴ σελήνη
ἔχυσε ὅλη τὴν λάμψι τῆς μεσημβρίας της,
ὁ γέλως της ψυχρός—και ἡ ἀκτίς της
στὸν καιρὸ τούτο τῆς ἐρημίας, θὰ φανῇ
(ἔτσι ὅπως κρατεῖς τὴν ἀνάπνοια)
προσωπογραφία μεταθανάτια.
Καὶ ἡ παιδικὴ ἡλικία εἶναι θερινὸς ἥλιος
τοῦ ὁποίου ἡ ὠχράδα εἶναι ἡ πλέον ἄξενος—
καθὼς ὅλα ὅσα ζῶμε νὰ γνωρίζωμε εἶν’ γνωστά,
καὶ ὅλα ὁπόσα ζητῶμε νὰ φυλάξωμε, ἔχουν φύγει—
Ἂφες τὴν ζωή, ὥς ἄνθος τότε ἐφήμερο, νὰ πέσῃ
ἅμα μὲ τὸ μεσημβρινό κάλλος—ὅν εἶν’ τὸ πᾶν.

Ἔφθασα σπίτι μου—οὐκέτι τὸ δίκο μου—
        καθὼς εἶχε φύγει ὅ τι τὤκαμε οὑτωσί—
διέβην τὸ θύρωμά του τὸ κατάχλωρο,
        καί, ἂν καὶ τὸ βῆμα μου ἦταν ἁπαλό καὶ ταπεινό,
φωνὴ ἦλθε διὰ τῆς πλίνθου στὸ κατώφλι
κάποιου ποὺ εἶχα πάλαι γνωρίσει—
        Ὦ! Σὲ προκαλῶ, Ἅδη, νὰ δείξῃς
        σὲ κρεβάτια ποὺ νέρθε καίουσι, πυριφλεγῆ,
        μία ἔτι τάλαινα καρδιά—μία ἔτι βαθειά οἰμωγή.

Πάτερ, βεβαίως πιστεύω—
        γνωρίζω—διατὶ ὁ Θάνατος, ποὺ ἔρχεται ὑπὲρ ἐμοῦ
                ἀπὸ περιοχὲς τοῦ εὐλογημένου ἄπωθε,
ὅπου οὐδὲν ἔνι ἐξαπάτησις,
                ἄφησε τὴν σιδηρά του πύλη ὀρθάνοιχτη,
        καὶ ἀκτῖνες ἀληθείας ποὺ δὲν δύνασαι νὰ δεῖς
        ἀστράφτουν διὰ τοῦ Αἰωνίου—
Πιστεύω δὴ ὅτι ὁ Ἐβλῆς ἔχει
ἐνέδρα σὲ κάθε ἀτραπό ἀνθρωπίνη—
Πῶς ἄλλως, ὅταν στὸ ἄλσος τὸ ἱερό
ἐφοίτων τοῦ εἰδώλου, Ἔρωτος,
ὁ ὁποῖος τὶς πάλλευκές του πτέρυγες μυρίζει
καθημέραν μὲ θυμίαμα καιομένων προσφορῶν
τῶν πλέον ἀκηράτων πραγμάτων,
τῶν ὁποίων οἱ εὐχάριστοι ψυκτῆρες εἶναι τόσο διάτριτοι
ὕπερθε μὲ πλεγματοειδεῖς ἀκτῖνες διοπετεῖς,
ἐξ Οὐρανῶν, οὐδεῖς κόκκος διαφεύγει—
οὔτ’ ἡ μικροτέρα μύγα, τὴν ἀστραπή
τοῦ ἀέτοματιοῦ του—Πῶς, ἡ Φιλοδοξία εἷρπε,
        λάθρᾳ, ἀναμέσο τῶν βακχειῶν
μέχρις ποὺ πῆρε θάρρος, γέλασε καὶ πήδηξε
        στοὺς πλοκάμους τῆς κόμης τοῦ Ἔρωτος;

[ἀπόδοση: Γ.Α. Σιβρίδης]

λάχος: κλῆρος, τύχη

σκέδασε: σκόρπισε

ὀψίκιο: ἀκολουθία

παιδεία: παιδικὴ ἡλικία

ἦτορ: καρδιά

ἐξιτήλους: ξεβαμμένους

ψυκτήρια, ψυκτῆρες: πέργκολες μὲ πράσινο ποὺ προσφέρουν δροσιά

προνωπεῖς: ποὺ στρέφονται πρὸς τὰ πίσω

δείλη: δειλινό

πελάζει: πλησιάζει

ὄρφνης: σκότους νύχτας

Ἐβλῆς: ὁ Ἑωσφόρος στὸ Κοράνι

εἰκονογράφηση τοῦ Edmund Dulac

εἰκονογράφηση τοῦ Edmund Dulac

ἐξώφυλλο τὴς πρώτης μορφής τοῦ ποιήματος