Η (ήδη) γερασμένη ελληνική κοινωνία

«Όταν βγαίνεις στον δρόμο στην Τουρκία είναι μονίμως σαν να βλέπεις σχολείο που μόλις σχόλασε. Στην Ελλάδα πάλι είναι σαν να βλέπεις ΚΑΠΗ σε εκδρομή». Ήταν η καλύτερη σύνοψη που είχα ακούσει εν σχέσει με το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας όπως την διατύπωσε ένας φίλος που κατοικεί μόνιμα στην Κωνσταντινούπολη.

Έχοντας κι εγώ ταξιδέψει αρκετές φορές από τις ακτές της Τουρκίας στην Ελλάδα, μια πρώτη εντύπωση που διαφοροποιεί τα δύο γειτνιάζοντα μέρη είναι η αισθητή διαφορά στην παρουσία παιδιών και νεαρών. Ακόμη και στα πιο ζωηρά νησιά του Αιγαίου απέναντι από την Τουρκία δεν θα δεις όλο αυτόν τον νεαρόκοσμο να κατακλύζει το βράδυ τις προκυμαίες με την ζωντάνια και την ενέργειά του, όπως συμβαίνει στις πόλεις της γείτονος. Αντίθετα, τον τόνο δίνει η μέση ηλικία με την αντίστοιχη διάθεσή της και με τον τρόπο ζωής που κληρονόμησε τις τελευταίες δεκαετίες. Επιβεβαιώνεται εξάλλου και στατιστικά ότι η μέση ηλικία στην Ελλάδα κινείται κατά μέσο όρο πάνω από τα 40 έτη.

Το πρόβλημα του δημογραφικού δεν αφορά μόνον την στελέχωση των ενόπλων δυνάμεων ή την συντήρηση του ασφαλιστικού συστήματος, προβλήματα σοβαρά ασφαλώς αλλά και εμφανή και αυτονόητα. Υπάρχει και μια πτυχή η οποία σπάνια συζητείται και έχει να κάνει με την ζωτικότητα και την δημιουργική διάθεση της ελληνικής κοινωνίας, την επιθυμία να θέσει συλλογικά οράματα μέλλον για την επόμενη γενιά. Αντ’ αυτού ζούμε σε μια κοινωνία όπου λόγω και της φυγής πολλών ικανών νέων στο εξωτερικό τον τόνο δίνουν μεσήλικες που φέρονται ως κακομαθημένοι έφηβοι παρέα, συνήθως, με τα άμοιρα κατοικίδιά τους.

Με δεδομένο λοιπόν ότι ο ελληνικός πληθυσμός βαίνει μειούμενος και γηράσκει (με προβλέψεις να αναφέρουν ότι το 2050 το ποσοστό των ηπερηλίκων θα είναι σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού) θα πρέπει να αναλογιστούμε σοβαρά, πώς θα είναι μια κοινωνία όπου οι γέροντες και οι (σεβαστές) ανάγκες τους θα υπερτερούν και τι δυναμισμό και επιθυμία για ιστορική επιβίωση θα έχει μια τέτοια κοινωνία; Ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι η μετανάστευση μπορεί να δώσει λύσεις σε θέματα όπως το ασφαλιστικό, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι η κοινωνία δεν θα διέπεται από τον γεροντισμό του ιθαγενούς πληθυσμού της, όπως γίνεται και στην Δυτική Ευρώπη. Οι μετανάστες δεν αποτελούν ένα ομοιογενές τμήμα πληθυσμού αλλά αποτελούνται από διαφορετικές εθνότητες και πολιτιστικές ταυτότητες και δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα επιθυμήσουν να «ενταχθούν» στην ελληνική κοινωνία με τον τρόπο που το φαντάζονται αρκετοί, σε ένα ενιαίο σύνολο. Τουναντίον, η τάση που θα επικρατήσει θα είναι περισσότερο να ζουν παράλληλα με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Η περίπτωση της μετανάστευσης από την Αλβανία και τα λοιπά Βαλκάνια αποτέλεσε εξαίρεση και έδωσε όντως μια τονωτική ένεση σε πολλές περιοχές της χώρας, αλλά αυτό ήταν εφικτό λόγω της πολιτιστικής συνάφειας των πληθυσμών μας, κάτι που δεν συμβαίνει με το τρέχον κύμα μετανάστευσης.

Ο εφιάλτης λοιπόν δεν περιορίζεται μόνο στον τρόπο αντιμετώπισης της επιθετικότητας των γειτόνων ή την βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος αλλά στο ότι η ελληνική κοινωνία γερνάει και γερνώντας αποκτά όλα τα κουσούρια ενός γεροντικού σώματος, την έλλειψη ουσιαστικά νέων ιδεών, το όραμα για το μέλλον, την δυναμική. Και όλα αυτά χωρίς να αντισταθμίζονται από μια ενήλικη σοφία. Τι μέλλον λοιπόν να έχει μια κοινωνία γερόντων που μάλιστα πάσχει από έναν αφόρητο παλιμπαιδισμό;

Κ.Σ.