Εμπόριο, εμποροκρατία και σύγχρονο κράτος, Δ΄: επίλογος

Θα μπορούσε ο αναγνώστης να επιστρέψει στο πρώτο μέρος, στον διάλογο περί πολέμου και εμπορίου, αφού έχει δει πλέον την σημασία των εννοιών που θίγονται εκεί, και έχει παρακολουθήσει τον σχηματισμό αυτών στα επόμενα μέρη. Η συμπλοκή του πολέμου και του εμπορίου είναι μία πρακτική που κληρονόμησε ο σχηματισμός του έθνους-κράτους στην Ευρώπη και κατεγράφη στην ιστορία ως νεώτεροι χρόνοι. Ο πόλεμος και το εμπόριο είναι δύο αντίθετες πρακτικές που έχουν όμως τον ίδιο σκοπό και υπόκεινται στον ίδιο νόμο ―τον νόμο των εθνών (ius gentium), οι οποίες συνηργάσθησαν στο εμποροκρατικό μοντέλο που κείται πίσω από τον σχηματισμό των εθνών-κρατών. Ο Schumpeter σε ένα κείμενο του 1918 σχετικά με την κρίση του φισκαλίου κράτους παρατηρεί ότι τα ευρωπαϊκά βασίλεια κατά το τέλος του μεσαίωνα αντιμετωπίζουν μίαν κρίση του οικιακού μοντέλου οικονομίας που είχαν. Δηλαδή ο εκάστοτε ηγεμών λειτουργούσε μέχρι τότε σαν νοικοκύρης που όταν είχε πόλεμο απλώς καλούσε άλλους νοικοκύρηδες, τους φεουδάρχες του. Οι κοινωνικές αλλαγές που συνέβησαν, αφ’ ενός η χαλάρωση του φεουδαλικού hommage, της αφιέρωσης δηλαδή του φεουδάρχη στον ηγεμόνα και αφ’ ετέρου οι πόλεμοι ―όπως για την Αυστρία ήταν η εμφάνιση των Οθωμανών― πίεσαν τον ηγεμόνα να τρέψει το δικό του οικογενειακό συμφέρον σε γενικό. Έτσι δημιουργήθηκε ένας κρατικός μηχανισμός ανεξάρτητος από την κοινωνία που τροφοδοτεί τον ηγεμόνα με φόρους. Αυτό βέβαια προκάλεσε μία σύγκρουση με τους βαρόνους ή τα États raux από την οποία, εξαιρουμένης της Αγγλίας, βγήκε νικητής ο ηγεμών που ετράπη σε απόλυτος μονάρχης, μέχρι τουλάχιστον τις επαναστάσεις. Και αυτές προέκυψαν επειδή την ίδια στιγμή ο μονάρχης με το κράτος του δίδει αξία στον λαό στον οποίο έπρεπε να δικαιολογήσει τους φόρους, δηλαδή δημιουργεί την αίσθηση ενός έθνους. Έτσι η έλευση της λαϊκής κυριαρχίας πραγματοποιήθηκε ακούσια απ΄ τον ίδιο τον μονάρχη για να μπορεί να κάμει πόλεμο. Μετά την πτώση του, ή κατά την συγκατοίκηση του με την δημοκρατία, ο λαός θα προμηθεύσει εξόν τους φόρους και τους στρατιώτες. Ουσιαστικά η χειραφέτηση του κράτους προκάλεσε την χειραφέτηση του υπηκόου. Οι ρίζες της «εξατομίκευσης» για την οποία μιλούν οι κοινωνιολόγοι ευρίσκονται στο ίδιο το νέο κράτος.

Αυτό είναι το γενικό σχήμα. Γιατί τα βασίλεια, εξαιρέσει ίσως της Γαλλίας, δεν είχαν το μέγεθος ούτε τον φυσικό πλούτο να τροφοδοτήσουν τον πόλεμο μέσῳ των φόρων. Η οικιακή οικονομία που προσπαθούσε να επιβιώσει με πρόγραμμα την μείωση δαπανών-αύξηση φόρων-επινόηση προστίμων, προκαλούσε εξεγέρσεις. Η μόνη διαφυγή από τον φαύλο κύκλο που τα χρέη του πολέμου γίνονται εσωτερικές εξεγέρσεις ήταν ότι έπρεπε να  πλουτίσει η χώρα. Το εμπόριο λοιπόν ήταν αυτή η λύση. Το πρότυπο είναι πλέον οι κοινότητες της Ιταλίας που ξεπήδησαν από την προνομιακή τους θέση υπό την σκιά του βασιλέως των Ρωμαίων, του γερμανού αυτοκράτορα και του Πάπα. Οι ρεπούβλικες αυτές δεν είχαν ακριβώς κρατικό μηχανισμό αλλά ήσαν σαν εταιρείες όπου οι περιφανείς πολίτες κεφαλαιοποιούσαν το κράτος για να τους συνδράμει στις εμπορικές τους επιχειρήσεις. Χρηματικά σημαίνει ότι ο απαιτούμενος φόρος είναι μικρότερος καταρχήν καθώς κατανέμεται στον χρόνο αφού πρέπει να εξοφλήσει μόνον τις αποδόσεις των ομολόγων· απ’ την άλλη, εξαρτά την φορολογία από ένα πιστωτικό σύστημα. Ένα στάδιο περαιτέρω, το κεφάλαιο των ομολόγων συγκεντρώνεται ως δημόσιο χρέος σε μίαν ανεξάρτητη οντότητα, την κεντρική τράπεζα η οποία και εκδίδει χρήμα με εγγύηση το χρέος, οπότε λύνει το θέμα της όποιας εσωτερικής χρηματικής έλλειψης. Κατά κάποιον τρόπο, ο πόλεμος ως πολεμικό χρέος δημιουργεί το χρήμα ως μετοχοποίηση του ίδιου του χρέους. Το χρήμα αυτό αυξάνει τις εμπορικές συναλλαγές και φέρνει περισσότερο πλούτο στην χώρα, απομειώνοντας το χρέος. Έτσι αντί σκοπός του κράτους να είναι η συσσώρευση πολυτίμων μετάλλων που έπρεπε να διεκδικήσει ένας ηγεμών με τον πόλεμο ή την καταστροφή του εμπορίου, είναι πλέον τα ίδια τα πλούτη, ό, τι δηλαδή αγοράζει το χρήμα. Ταυτόχρονα, στα βασίλεια όπου υιοθετήθη το εμπορικό μοντέλο υπήρχε επιπλέον η δυνατότητα παραγωγής και εμπορίας εγχωρίων προϊόντων. Οι άγγλοι έμποροι συνέλαβαν ότι τα μεταποιημένα προϊόντα προσφέρουν μεγαλύτερο κέρδος από όσο τα ακατέργαστα, σε βαθμό που η εμπορία αυτών μπορούσε να εκμηδενίσει  τα άλλα κράτη. Αν κρατώ το μαλλί των προβάτων στην χώρα αντί να το εξάγω όχι μόνον μεγαλώνω την εισροή πλούτου αλλά μειώνω την εισροή στις άλλες χώρες που θα μεταποιούσαν το μαλλί μου. Η λεγομένη «βιομηχανική επανάσταση» ήταν το αποτέλεσμα αυτής της εμποροκρατικής πρακτικής. Οι δασμοί από φορολογικό εργαλείο που προσέφερε κάποια έσοδα στον ηγεμόνα γίνονται έτσι τρόπος οικονομικής πολιτικής: απαγορεύσεις και δασμοί στην εξαγωγή ακατέργαστων προϊόντων και στην εισαγωγή ανταγωνιστικών μεταποιημένων. Από δασμούς εξηρούντο τα αγαθά που χρησιμοποιούνταν στην παραγωγή ή την επανεξαγωγή. Το κεφάλαιο για τα εργοστάσια θα προσέφερε κυρίως το χρήμα που το δημόσιο χρέος δημιουργούσε μέσω της κεντρικής τράπεζας και φυσικά οι αγορές κεφαλαίου ή χρηματιστήρια που μέχρι τότε διεκινείτο το δημόσιο χρέος των κρατών και των εμπορικών εταιρειών. Σε χώρες όμως που έλειπαν τα χρηματοπιστωτικά μέσα αλλά είχαν μεγάλο φυσικό πλούτο, όπως η Γαλλία, το εμποροκρατικό μοντέλο και η προσήλωσή του στην μεταποίηση απορροφούσε πόρους απ’  την γεωργία και εν γένει απ’ το εσωτερικό της χώρας. Ο γεωργός πλήρωνε φόρους για την δημιουργία στόλου που θα προστάτευε τις εμπορικές νηοπομπές. Έτσι είναι κυρίως οι γάλλοι φυσιοκράτες που, ορμώμενοι απ’ τα δεινά που προκαλεί η υψηλή φορολογία, συνέλαβαν εκ νέου την σημασία της κυκλοφορίας του χρήματος για την δημιουργία του πλούτου. Όσα χέρια αλλάζει το χρήμα τόσο μεγαλώνει ο πλούτος της χώρας. Η αντίληψη της συσσώρευσης πολυτίμων μετάλλων που είχε κληρονομηθή απ’ την εποχή της κρίσης του οικιακού μοντέλου οικονομίας αμφισβητείται οριστικά, καθώς εκείνη του laissez-faire, laissez passer είναι αντίθετη στην αποθησαύριση είτε από το κράτος (φορολογία) είτε από τους υπηκόους. Έτσι είτε με την τροφοδότηση με χρήμα της χώρας μέσω του δημοσίου χρέους, είτε με την εξάλειψη των εμποδίων στην κίνησή του, αλλάζει η έννοια της οἰκονομικῆς ως νομής του οίκου και γίνεται πολιτική οικονομία.

Οι βασικές αρχές του εμποροκρατικού μοντέλου υπήρχαν εν γένει στις εμπορικές πόλεις-κράτη (πολιτείες, ρεπούβλικες) που ετρέποντο σε θαλασσοκρατίες, ενώ το μοντέλο του ελευθέρου εμπορίου ήταν ο κανών στις μεγάλες παραδοσιακές αυτοκρατορίες όπου ο δεσπότης έχει την αμερόληπτη θέση του θεού και δεν πολυανακατεύεται στις εγκόσμιες δραστηριότητες ―και τον πόλεμο ακόμη όταν χρειασθή, τον κάμουν οι στρατηγοί του. Η ενδυνάμωση των κρατών της δυτικής Ευρώπης οφείλεται στο ότι πρόκειται περί βασιλείων κάποιας έκτασης που υιοθετούν το πρώτο μοντέλο. Το αποτέλεσμα είναι κάτι πολύ ισχυρότερο της πόλεως-κράτους ικανό να καταβάλει τις ελεύθερες εμπορικά αυτοκρατορίες καθώς το εμποροκρατικό κράτος εισέρχεται σε αυτές με την ελευθερία του εμπόρου, αλλά με την ισχύ μιας ολόκληρης, επικρατείας (είναι άλλο να πωλεί πίθους, αμφορείς και κρατήρες  ο Έλλην ή πορφυρά υφάσματα ο Φοίνιξ, και άλλο να πλημμυρίζει την αγορά σου με φθηνά μάλλινα ο Άγγλος, και φυσικά ο τελευταίος να ακολουθείται από έναν ικανό στρατό!). Η αποικιοκρατία και η επιβολή της ατλαντικής Ευρώπης παγκοσμίως ήταν ακριβώς αποτέλεσμα της εμποροκρατίας. Απ’ την άλλην, τα βασίλεια υπό την επιρροή της πολιτείας μετασχηματίζονται στον υβριδικό τύπο του έθνους-κράτους που αξιώνει να είναι αυτοκρατορία με συνοχή πόλεως. Η σύνθεση εμπεριέχει αντιφάσεις: η ίδια η μοναρχία προωθεί τον τύπο της κινητής ιδιοκτησίας του εμπόρου επειδή ο μονάρχης κυβερνά μέσῳ του νόμου που δίδει δικαιώματα, ενώ η πολιτεία κυβερνάται μέσῳ της ενάρετης μετοχής των ελευθέρων, κυρίως όσων κατέχουν έγγειο ιδιοκτησία. Το νέο πολίτευμα που προκύπτει σταδιακά, ξεκινώντας από το λεγόμενο της βουργησίας τάξης ή αστικοφιλελεύθερο και οδηγεί σε εκείνο της καθολικής ψήφου ή μαζικής δημοκρατίας, δίδει συμμετοχή στην εξουσία κρατώντας τα δικαιώματα, δηλαδή την δυνατότητα κάποιος να αποφασίζει για τα δικαιώματά του. Φύση του νέου πολιτεύματος είναι ο λαϊκισμός, ενώ η ανάρρηση στην εξουσία θα γίνεται από εδώ και πέρα χάρη στον σχηματισμό μιας κοινής γνώμης: καθώς το κοινόν πράγμα γίνεται υπόθεση του καθενός, ο ίδιος τρέπεται πλέον σε μία ψυχολογική προσωπικότητα που διαμορφώνεται από τα μέσα ενημέρωσης. Έπειτα, καθώς το χρηματοπιστωτικό σύστημα βασίζεται στην εμπορική πίστη θα ανθήσει εκεί που υπάρχει ο πατριωτισμός της εμπορικής πολιτείας. Επιπλέον, ανακαλύπτοντας την σημασία του πληθυσμού για την παραγωγή και κυρίως την κατανάλωση, θα εφευρεθή στο βασίλειο ένας εθνικισμός ο οποίος όχι μόνον θα ενοποιήσει τις περιοχές του βασιλείου αλλά, μετά την ερήμωση των θρησκευτικών πολέμων, θα ενσωματώσει τους μετοίκους και θα προσκαλέσει μετανάστες. Ταυτόχρονα, τα ίδια τα νομικά δικαιώματα που έδιδε η μοναρχία θα τραπούν σε φυσικά και πανανθρώπινα. Η μεν Βρεταννία άπαξ έγινε κοσμοκράτωρ υιοθέτησε το ελεύθερο εμπόριο όχι μόνο εντός της αυτοκρατορίας αλλά και εκτός, οι δε ΗΠΑ ως ανερχόμενη δύναμη έφτειαξαν μία πολιτεία με αυτοκρατορικό στόχο και ακολούθησαν εμποροκρατική πολιτική μέχρι και αυτές να γίνουν κοσμοκράτορες. Αυτό που είδαμε να λέει ο Schmitt για την νέα μορφή του διεθνούς δικαίου που προήγαγαν οι ΗΠΑ είναι ουσιαστικά μία ιδεολογική ερμηνεία της πολιτικής οικονομίας που είδαμε να καλλιεργείται στην Βρεταννία του ιθ΄ αι., αλλά εφηρμόσθη με επιτυχία από τις ΗΠΑ, διαλύοντας την ίδια την βρεταννική αυτοκρατορία. Κάθε λαός (ποιος ορίζει άραγε το κάθε σύνολο;) έχει το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού αλλά την ίδια στιγμή θεωρείται σαν ένας πολίτης που υπόκειται σε έναν ius civilis δηλαδή η δικαιοδοσία του ως κράτος μεταφέρεται σε διεθνείς οργανισμούς που φυσικά δεν έχουν καμμία ισχύ χωρίς την ηγεμονική δύναμη των ΗΠΑ. Κάθε κράτος αντί για δικαιοδοσία (imperium, iurisdictio) είναι δεσποτεία (dominium) ενώ ο πόλεμος ή το κρατικό χρέος αντιμετωπίζεται σαν να αφορά φυσικά πρόσωπα. Έτσι ενώ η δημοκρατία προωθείται ως δέον πολίτευμα για τα νέα κράτη ―αφού έτσι μπορούν να διαλυθούν οι παλαιές δικαιοδοσίες, την ίδια στιγμή η υπαγωγή του κάθε κράτους σε έναν διεθνή ius civilis κάνει τα κράτη άδεια πολιτικά κελύφη ικανά για εμπορική εκμετάλλευση. Αν μία joint stock company του ιζ΄-ιη΄αι. έπρεπε να λάβει προνόμιο απ’ τον εκάστοτε πατισάχ, μία σύγχρονη πολυεθνική δουλεύει άνετα χωρίς την καθυστέρηση και τα εμπόδια που μία δημοκρατία μπορεί να φέρει. Η «κατάργηση της πολιτικής» αφορά τα άλλα κράτη, όχι το ηγεμονεύον. Πρόκειται δηλαδή για μία κεκρυμμένη εμποροκρατία υπό τον μανδύα του ελευθέρου εμπορίου και όχι για κάποιον ιμπεριαλισμό του μεγάλου κεφαλαίου, όπως τον ήθελε ο Hobson και ο Λένιν. Σε άλλες περιπτώσεις υπερεθνικών οργανισμών ελεύθερης αγοράς όπως η ευρωπαϊκή ένωση, υιοθετούνται κοινές ρυθμίσεις, όπου η κοινή αγορά κρύβει έναν καμεραλισμό που υποτίθεται προάγει τα προϊόντα της ένωσης, αλλά ουσιαστικά προάγει την οικονομία των ηγεμονικών κρατών που αποφασίζουν, φθάνοντας στην κατάργηση της πολιτικής οικονομίας και την επιστροφή, για τα υπόλοιπα κράτη, στο παλαιό σύστημα της οικιακής οικονομίας όπου η οικονομική ταυτίζεται με την φισκάλιο πολιτική. Αυτό το τελευταίο είναι και η τελευταία μεγάλη αντίφαση: ενώ η ιδεολογία της οικονομίας της αγοράς ευαγγελίζεται την χειραφέτηση (όπως η δημοκρατία εκείνη των λαών) την ίδια στιγμή η υψηλή φορολογία, αν δεν καταστρέφει την ίδια την οικονομία των οικογενειών, θέτει την σχέση προς το κράτος με καθαρά οικονομικούς όρους εξαφανίζοντας τον παλαιό πατριωτισμό που ήταν στην βάση των εμπορικών κρατών.

Θελήσαμε να δείξουμε ότι ο σημερινός κόσμος δεν είναι όπως το θέλει η σύγχρονη ιδεολογική προπαγάνδα κάποιο αποτέλεσμα «χειραφέτησης του ατόμου» ή της τεχνολογίας (όπου οι σύγχρονοι Φιλελεύθεροι ακολουθούν κατά πόδας, αλλά πιο χονδροειδώς, την ιστορική ερμηνεία του Marx) αλλά μία πολιτική διεργασία αξίωσης magnificenza,  εναντίωσης στον χρόνο, όσο κι αν αυτή η ίδια δεν μπορεί να αποφύγει την αιώνια ανακύκλωση.

Γ.Α. Σιβρίδης