Rihaku/Ezra Pound: Η επιστολή του εξορίστου [Cathay 1915]

Πρὸς τὸν Σὸ Κίν τοῦ Ῥακούγο, παλαιό φίλο, πρόβουλο τοῦ Τζέν.
Ἄρτι ἐνθυμοῦμαι πὼς μἔκτισες καπηλεῖο δικό μου,
πρὸς νότο τῆς γεφύρης τοῦ Τενσίν.
Μὲ ὠχρὸ χρυσὸ καὶ ἄσπρα κοσμήματα πληρώναμε πρὸς τραγούδια καὶ γέλωτα,
καὶ ἤμασταν μεθυσμένοι μῆνα μὲ τὸν μῆνα, νἀπολησμονῶμε βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνες.
Συνετοὶ ἄνδρες ἐξώκειλαν, ἐρχόμενοι κατὰ τὴν θάλασσα καὶ τὴν δυτικὴ μεθόριο,
καὶ μὲ αὐτοὺς ἅμα καὶ μὲ σέ μάλιστα,
’ς ταὐτὰ φρονεῖν·
καὶ δὲν διεπέρασαν τῆν θάλασσα οὔτε τὰ ὄρη,
εἰ γὰρ ἦσαν οἰκεῖοι τῆσδε συντροφιᾶς,
καὶ ἄπαντες ἐξείπαμε τὶς καρδιὲς καὶ τὶς φρένες μας, καὶ χωρίς μεταμέλεια.
Κατόπιν μἔπεμψαν στὸ νότιο Βέι,
                    μἔπνιξαν δαφνόσκια ἄλση,
καὶ σὺ κατὰ βορρὰ τοῦ Ῥακουχόκου,
ἄχρις ὅτου δὲν εἴχομε κοινῇ ἀλλὰ σκέψεις κἀναμνήσεις.
Καὶ ὅταν ὁ χωρισμὸς ἔλασσον ἔσχον
ἀπαντήθημε, καὶ συνεπορεύθημε ἐπὶ τὸ Σὲν Γκό,
καθ’ ὅλων τῶν τριάκοντα ἕξ σπειρῶν τῶν παλισσύτων ναμάτων·
Σὲ νάπη χιλίων λαμπρῶν ἀνθῶν,
τούτη ἦταν ἡ πρώτη νάπη·
καὶ σὲ δέκα χιλιάδες νάπες ποὺ γέμουν φωνὲς καὶ ἀήματα πεύκων.
Μὲ ἀργυρὲς σαγές καὶ χρυσοὺς χαλινούς, χαμαιπετεῖς,
ἐξῆλθαν οἱ Ἀνατολὰς τοῦ Κᾶν ταγοὶ καὶ ὁ αὐτῶν λόχος.
καὶ ἦλθε ἐπίσης ὁ ‘γνήσιος ἄνδρας’ τοῦ Σίγο νὰ μἀπαντήσῃ,
παίζων κατάκοσμο πνευστό.
Στὰ πολυώροφα σπίτια του Σὰν Κὸ μᾶς ἔδωσαν ἐπιπλέον μουσικὴ Σεννίν·
Πολλὰ ὄργανα, μὲ ἤχο σὰν νεοσσῶν φοίνικος.
Καὶ ὁ ταγὸς τοῦ Κάν Τσοῦ, μεθυσμένος, χόρευε
                    ἐπειδὴ οἱ μακρὲς του χειρίδες δὲν ἔμεναν ἤρεμες
μὲ τούτη τὴν μουσικὴ νὰ παίζῃ,
κἀγώ, περιβεβλημένος ποικίλμασι, ἔκλινα τὴν κεφαλή μου στὰ γόνατά του,
καὶ τὸ πνεῦμα μου τόσο ὑψηλό ἦταν κατὰ πάντα τὰ ἐπουράνια,
καὶ πρὸ τοῦ τέλους τῆς ἡμέρας ἤμασταν σποράδες σὰν τἄστρα ἢ καὶ τὸν ὄμβρο.
Εἶχα νἀναχωρήσω στὸ Σό, πρόσω ἄνα τὰ ὕδατα,
σὺ πίσω στὴν ποτάμιο γέφυρά σου.
Καὶ ὁ γεννήτωρ σου, ποὺ, ἀνδρεῖος σὰν πάρδαλις,
ἦταν διοικητὴς τοῦ Χέι Σοῦ, κατέβαλε τὸν βαρβαρικὸ συρφετό.
Καὶ κάποιον Μάιο σἔπεμψέ με,
                    παρὰ τὴν μεγάλη ἀπόστασι.
καὶ τί μὲ χαλασμένους τροχούς καὶ ἄλλο τι, μὴν ἔλεγα ἂν ὅτι δὲν ἦταν δύσκολο,
σὲ ἀτραποὺς στρεβλοὺς σὰν ἔντερα προβάτου.
Καὶ πορευόμουν ναί, στὰ τέλη τῆς χρονιᾶς,
                    διὰ τὸν δριμὺ ἄνεμο βορρᾶθε,
καὶ ἐνθυμούμην πόσο λίγο σἔγνοιαζε ἡ δαπάνη,
                    καὶ σὲ ἐπιμελὴν ἀρκούντως νὰ τὴν ἀποδώσῃς.
Καὶ μετὰ τί ὑποδοχή:
Κύπελλα πυρρῆς ἰάσπιδος, ἐδεστὰ εὐπαρατεθειμένα ἐπὶ τραπέζης λαζουροποικίλης,
καὶ μέθυσα καὶ ἀπολησμόνησα νὰ ἀπονοστήσω.
καὶ συμπεριεπάτεις ἂν μετ’ ἐμοῦ στὴν δυτικὴ γωνία τοῦ κάστρου,
στὸ δυναστικὸ τέμενος, μὲ τὸ νερὸ πέριξ καθάρειο σὰν γαλάζιος ἴασπις,
μὲ λέμβους νὰ ἐπιπλέουν, καὶ τὸν ἦχο τῶν πνευστῶν καὶ τῶν τυμπάνων,
μὲ κύματα σὰν λεπίδες δράκου νὰ βαίνουν σὲ πράσινο τῆς χλόης ἐπὶ τοῦ ὔδατος,
χρονίζουσα ἡδονή, μὲ ἑταῖρες νὰ φοιτοῦν κεῖσε καὶ δεῦρο ἀκωλυτί,
μὲ τὶς νιφάδες τῆς ἰτέας νὰ στάζουν ὡσὰν χιόνι,
καὶ τὰ κινναβαρίζοντα κορίτσια νὰ μεθοῦν περὶ τὴν δύσι,
καὶ τὰ ὕδατα σὲ ἑκατὸ πόδια βάθος νἀνακλοῦν πράσινα βλέφαρα—
Βλέφαρα βαμμένα πράσινα εἶναι καλὸ θέαμα στὸ νέο σεληνόφως,
εὐσχήμως βαμμένα—
καὶ οἱ κόρες νὰ ᾄδουν ὀπίσω ἀλλήλαις,
καθὼς χορεύουν σὲ διάφανα ποικίλματα,
καὶ ὁ ἄνεμος νὰ ὑπερυψοῖ τὸ τραγοῦδι, καὶ καθὼς τὸ διακόπτει,
καὶ τὸ σφενδονάει νέρθε τῶν νεφελῶν,
                    καὶ ὅλο τοῦτο τελειώνει.
                    Καὶ δὲν πρόκειται νὰ συναπαντηθῶμε πάλι.
Καὶ ἀνῆλθα στὸ δικαστήριο πρὸς ἀνακρισι,
δοκίμασα τὴν τύχη τοῦ Λάγου, προσέφερα τᾆσμα τοῦ Τσόγου,
καὶ οὐδεμία ἔλαβα προαγωγή,
                    καὶ ὑπέστρεψα ’ς τὰ Ἀνατολικὰ Ὄρη
                    μὲ πολιὰ κεφαλή.
Καὶ πάλιν πότε συναπαντήθημεν, ὕστερα, στὴν κεφάλη τῆς Νοτίου Γεφύρης.
Καὶ τότε ὁ ὄχλος διελύθη—ἐπορεύθης κατὰ βορρὰν ’ς τἀνάκτορο τοῦ Σᾶν.
Κἂν ῥωτᾷς πόσο πικρῶς φέρω τοῦτον τὸν χωρισμό:
Εἶναι ὅπως τἄνθη ὅταν κλίνουν στὰ τέλη τῆς Ἀνοίξεως,
                     καὶ συγκεχυμένα, περιελίσσονται σὲ στρόβιλο.
Ποιά εἶναι ἡ χρῆσις τῆς ὁμιλίας, καὶ οὐδεν ἔνι τέλος τῆς ὁμιλίας,
οὐδὲν ἔνι τέλος τῶν πραγμάτων τῆς καρδίας.
Ἐπικαλοῦμαι τὸ παιδί,
τὸ καθίζω αὐτοῦ ἐπι γούνασι
                    ἵνα σφραγίσῃ τοῦτο,
καὶ τὸ πέμπω χίλια στάδια, καὶ ἐνθυμοῦμαι.

[ἀπόδοση: Γ.Α. Σιβρίδης]

 

ἔλασσον ἔσχον: χειροτέρεψε

νάπη: κατάφυτη κοιλάς, φαράγγι

ἀήματα: ἄνεμοι, πνοές

ἀκωλυτί: ἀνεμπόδιστα

πολιὰ: λευκὴ