Robert Browning: Ο Εραστής της Πορφυρίας
Ἡ βροχὴ ξεκίνησε νωρὶς τὴν βραδιά,
        Σύντομα εἶχ’ ὁ δύσθυμος ἄνεμος ξυπνήσει,
Ἔσχισε μὲ φθόνο τὶς κορφὲς τῆς φτελιᾶς
        Καὶ ἔκαμε τὰ πάντα νὰ ἐρεθίσῃ τὴν λίμνη:
        Ἄκουα μὲ τὴν καρδιὰ νὰ σπάσῃ ἐτοίμη.
Ὅταν γλίστρησε μέσα ἡ Πορφυρία· εὐθύς
        Ἐκλίσθη τὸ χεῖμα ἔξω καὶ ὁ πρηστήρ,
Γονάτισε καὶ ἔκαμε τὴν κατάλυπη
        Ἑστία νἀναφλεγῇ, τὴν ἀγροικία, ζεστή, ·
        Μὲ τὰ ὁποία πράγματα, ὀρθώθη, καὶ τῆς ὄψης της
Τράβηξε τὸ μαγνάδι, τὴν λείβουσα χλαῖνα
        Καὶ ἀπέθεσε τὶς λυγρές της χειρίδες, ἔλυσε
Τὸν πῖλο κἄφησε τὰ μαλλιά της τὰ βρεγμένα
        Να πέσουν και, τέλος, ἐγγύς μου κάθισε
        Καὶ μὲ κάλεσε. Ὅτ’ οὐδεμία φωνὴ ἀπεκρίθηκε
Μὲ τὸ χέρι μου περιέβαλε τὴν μέση της
        Καὶ ἀπεγύμνωσε τὸν λιπαραυγή της ὦμο
Καὶ ὅλη μετακινήθη ἡ χρυσῆ κόμη της ,
        Καὶ, ἀφοῦ ἔσκυψε, κατέκλινε κεῖ τὴν παρειά μου
        Πέτασε, κατὰ πάντα, τοὺς χρυσοῦς πλοκάμους,
Ἐνόσῳ ὑποτονθόρυζε ὅτι μἀγάπαε τόσο
        ―Αὐτή, τόσο ἀσθενής, τοῦ τολμήματος ἔνεκα
Τῆς καρδιάς της νὰ ἐλευθερώσῃ τὸ ἐναγώνιο
        Πάθος της τῆς ὑπερηφάνιας, καὶ πιὸ μάταια
        Νὰ κόψῃ τὰ δεσμὰ, ὥστε νὰ δοθῇ γιὰ πάντα.
Ὅμως τὸ πάθος κάποτε ἂν τάχα ἐπεκράτει
        Οὔτε θὰ ἠδύνατο ἡ ἀποψινή εὔθυμη ἑορτή
Μάταια, ’ς ἕναν τόσο χλομὸ ἀπ’ τὸν ἔρωτά της
        Νἀπαγορεύσῃ μία σκέψη ξαφνική:
        Ἔτσι, ἦλθε διὰ τἀνέμου καὶ τῆς βροχῆς.
Νἆσαι βέβαιος ἐρεύνησα τα μάτια της
        Εὐτυχῆ καὶ περήφανα· ἐπιτέλους ἤξερα
Ὅτι ἡ Πορφυρία μἐλάτρευε· ἡ ἔκπληξη
        Ἔκαμε τοιαῦτα τὴν καρδιά μου νὰ σπαργᾷ
        Κἀγαλήνευσε ἐνόσῳ τί νὰ πράξω πάλευα.
Τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἦταν δική μου, δική μου, ὥρια
        Παντελὼς ἄσπιλος κἀγαθή: κεὕρηκα
Τὶ νὰ πράξω, καὶ τὰ μαλλιά της ὅλα
        Σὲ μία παμμήκη χρυσῆ χορδὴ τρὶς τὰ τύλιξα
        Ἀμφὶ τὸν μικρὸ τράχηλό της καὶ τὴν ἔπνιξα.
Πόνο δὲν ἔνοιωσε· εἶμαι βέβαιος ἀρκετά
        Πὼς δὲν ἔνοιωσε πόνο. Καὶ ὅπως τὰ κλειστά
Πέταλα ποὺ κατακρατοῦν μία μέλισσα,
        Μὲ φόβο ἄνοιξα τὰ βλεφαρά της: ξανά
        Ἐγέλασαν τὰ γαλάζια της ὄμματα
Δίχως κηλίδα. Καὶ χάλασα τους πλοκάμους
        Ἀμφὶ στὸν τράχηλό της· οἱ παρειές της πάλι
Πύρωσαν φλογωπές στὸ καυτὸ φιλημά μου:
        Ἐστύλωσα ἐγὼ ὅπως πρότερον τὸ κεφάλι
        Μόνον τούτην τὴν φορά ὁ ὦμος βαστάζει
Τὸ κεφάλι της, ποὺ κλίνει ἀκίνητο ἐπ’ αὐτοῦ :
        Τὸ πρόσχαρο μικρό της κεφάλι τὸ ροδαλό,
Ἀγαλλιῶν πὦχε τὴν ἐσχάτη ἐπιθυμία του
        Ὅτι ὅ,τι κατεφρόνει ἔφυγε εὐθύς, κἀγώ
        Ἡ δική του ἀγάπη, ἐκερδήθηκ’ ἀντ’ αὐτῶν!
Ὁ ἔρως τῆς Πορφυρίας: δὲν μάντεψε πόσο πολύ
        Ὁ ἀκριβός της εὔχεται νἆναι δυνατόν
Νἀκουσθῇ. Οὕτως καθόμαστε τώρα μαζί,
        Καὶ δὲν σαλέψαμε στὴν διάρκεια της νυκτός,
        Καὶ ὅμως οὔτε λέξη ἀκόμη δὲν εἶπε ὁ Θεός!
[ἀπόδοση: Γ.Α. Σιβρίδης]
