Δόμος, πόλις ϗ αγορά ―αρχιτεκτονική, πολιτική ϗ οικονομική III: Ο κτιστός χώρος ως μέθοδος κατανόησης του κοινωνικού βίου. Ο τόπος ως χωρική αξία. Το αγγλικό σπίτι.

Neither of us, however, could say whether our lived experiences on that occasion were identical. […] Nevertheless, during the flight of the bird you&I have “grown older together”; our experiences have been simultaneous. Perhaps, while I was following the bird’s flight I noticed out of the corner of my eye that your head was moving in the same direction as mine. I could say that the two of us, that we, had watched the bird’s flight.[…] The basic We-relationship is already given to me by the mere fact that I am born into the word of directly experienced social reality […]. Ιt is further essential to the face-to-face situation that you&I have the same environment.
Οὐδεὶς ἡμῶν, ὅμως, θὰ μποροῦσε νά ’πῃ ἂν οἱ βιωμένες ἐμπειρίες μας κατ’ ἐκείνη τὴν περίσταση ἦσαν οἱ αὐτές. […] Ἐν τούτοις, κατὰ τὸ πέταγμα του πτηνοῦ σὺ κἀγὼ «γεράσαμε μαζί»· οἱ ἐμπειρίες μας ἦσαν ταυτόχρονες. Ἴσως, ὅταν ἀκολούθαα τὴν τροπὴ τοῦ πτηνοῦ σημείωσα στὴν γωνία τοῦ ματίου μου ὅτι τὸ κεφάλι σου ἐκινήτο στὴν ἴδια κατεύθυνση μὲ τὴν δική μου. Θὰ μποροῦσα νά ’πω, ὅτι οἱ δύο μας, εἴχαμε παρακολουθήσει τὸ πέταγμα τοῦ πτηνοῦ. […] Ἡ βασικὴ «ἡμετέρα σχέση» ἔχει δοθῇ σ’ἐμὲ ἀπ’ τὸ ἁπλοῦν γεγονὸς ὅτι ἔχω γεννηθῇ μέσα στὸν κόσμο τῆς κοινωνικῆς πραγματικότητας τῆς ὁποῖας ἔχω  ἄμεσο ἐμπειρία […]. Εἶναι ἐπιπλέον οὐσιώδες στὴν κατὰ πρόσωπο θέση, σὺ κἀγὼ νὰ ἔχωμε τὸ ἴδιο περιβάλλον.
Alfred Schütz, On Phenomenology & Social Relations σελ.186-192

Ὁ χῶρος δίδει σὲ ἐμὲ τὴν δυνατότητα νὰ ἀντιληφθῶ τὸν ἑαυτό μου ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἐμπεριέχει τὸ ἄλλο:  ὅταν βαδίζοντας ἀκούω τὸν κρότο τῶν ποδιῶν μου στὸ δάπεδο, ὁ κρότος εἶναι ἕνας ξένος κρότος ποὺ ὅμως θεωρῶ ὅτι προκαλῶ ἐγὼ ἐπειδὴ ὁ κρότος συμβαίνει τὴν ἴδια στιγμή καὶ μὲ τὸν ἴδιο ρυθμὸ μὲ τὸν βηματισμό μου. Ὅταν πάλι βλέπω τὸ πρόσωπό μου (ἂς ὑποθέσωμε μετὰ ἀπὸ κάποια ἀμνησία) νὰ καθρεπτίζεται σὲ μία ἐπιφάνεια, εἶναι τὸ πρόσωπο ἑνός ἄλλου μέχρι νὰ κινήσω τὸ κεφάλι μου καὶ κινηθῆ μαζὶ τὸ εἴδωλο. Θέλω νά ’πω ὅτι ὁ χῶρος δὲν ἐμπεριέχει ἀκριβῶς ἐμέ, ἀλλὰ τὴν σχέση μου μὲ τὸν κόσμο.  Ἐπίσης τὸ σώμα μου δὲν εἶναι ἀκριβῶς δικό μου: ὅταν τείνω τὰ χέρια μου ἔχω δημιουργήσει χῶρο θέτωντας τέσσερις κατευθύνσεις, ἐκεῖσε ποὺ βλέπουν τὰ μάτια μου, τ’ ὀπίσω μέρος τοῦ κεφαλιοῦ μου, τὸ δεξιό καὶ τ’ ἀριστερό μου χέρι. Κινούμενος μάλιστα, σαρώνω χῶρο. Γι’ αυτὸ αἰσθάνομαι ἄνετα σὲ χῶρο πού ὁρίζεται ἀπὸ παράλληλες γράμμες ἐνῷ ἀντιλαμβάνομαι τὴν ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν παραλληλία ὡς κλείσιμο ἢ ἄνοιγμα· χῶρος δὲ μὲ συμμετρία ὡς προς κέντρο μὲ δίδει τὸ αἴσθημα τῆς στάσης. Τὰ νεύματα καὶ οἱ χειρονομίες ὡς ἐκτάσεις τοῦ σώματός μου γίνονται σήματα κλήσης ἢ ἀποτροπῆς καὶ βάση τῆς γλώσσας. Ὁ χῶρος λοιπὸν ὡς ἔκταση του σώματός μου εἶναι ἐκεῖ ποὺ συναντῶ τοὺς ἄλλους, ἕνας τόπος. Ὁ τόπος ὅμως, ὡς κοινωνικός μου κόσμος εἶναι καὶ χωρισμὸς, διάκριση, ἀπ’ τὸ ὑπόλοιπο σύμπαν. Ἔτσι μπορῶ ν’ ἀντιληφθῶ καὶ τὰ ὑπόλοιπα γένη κοινωνικῆς σχέσης ὡς ἔμμεσα. Ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ σφίγγω τὰ χέρια μὲ κάποιον φίλο καὶ εὔχομαι καλὸ κατευόδιο μέχρι σημείου πού γίνεται ἕνα ἀπόμακρο περίγραμμα στὸν ὁρίζοντα, ὁ φίλος ἐγκαταλείπει τὴν κατὰ πρόσωπο ἐμπειρία καὶ εἰσέρχεται στὴν λυγαία ἐπικράτεια τῶν ἁπλῶν συγχρόνων μου [contemporaries], ὅπως μᾶς λέγει ὁ Schütz. Τούτη βέβαια ἡ μετάβαση ἀπ’ τὴν ἄμεσο στὴν ἔμμεσο κοινωνικὴ ἐμπειρία δὲν γίνεται ἀντιληπτὴ στὴν καθημερινότητά μας ὅπου ἡ μνήμη τῆς πρώτης συντηρεῖ τὴν αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ προσώπου, συνεχίζει, ἀλλὰ εἶναι χρήσιμη στὸν ἀναλυτή. Ἐν τούτοις ἡ φυγὴ ἑνὸς οἰκείου προσώπου στὴν ξενιτιά λογιζόταν πάλαι ὡς θάνατος ἐπειδὴ γνώριζαν ἐκ τῶν προτέρων ὅτι δὲν θὰ ἐπέστρεφε. Οἱ βαθμοὶ τῆς ἀνωνυμίας τῶν συγχρόνων μου ὁρίζονται βάσει τῆς ἀπόστασης καὶ τῆς πιθανότητας νὰ τοὺς συναντήσω. Ἀπ’ τὴν ἄλλη, δὲν μπορῶ νὰ προσανατολισθῶ πρὸς τοὺς ἀνωνύμους συγχρόνους μου παρὰ μόνον ὡς τύπους. Ὅταν προσανατολίζομαι πρὸς «αὐτοὺς» [They-oriented] ἔχω «τύπους» γιὰ συντρόφους, λέγει ὁ Schütz[i]. Δὲν ἀντιλαμβάνομαι τὸν ταχυδρόμο ὡς συγκεκριμένο πρόσωπο ἄλλα ὡς ἕναν ρόλο ἢ μία λειτουργία, ἐκείνη τῆς μεταφορᾶς τὴς ἐπιστολῆς μου. Ὁπότε οἱ χῶροι κατὰ τοὺς ὁποίους προσανατολίζομαι στὴν καθημερινή μου δραστηριότητα κατοικοῦνται ἀπ’ τὰ φαντάσματα τῶν συγχρόνων μου. Ὅταν πάω στὸ θέατρο δὲν γνωρίζω ὅλους ὅσους εὑρίσκονται ἐκεῖ καὶ οὔτε πρόκειται νὰ τοὺς γνωρίσω. Ἂν μάλιστα ἀπαντήσω κάποιον ἐκεῖ, εἶναι σὰν μίαν ἀνάδυση ἀπ’ τὶς σκιές, σὰν φάντασμα ποὺ ἐνδύεται τὴν σάρκα ἑνὸς προσώπου, καθὼς ὁ χῶρος εἶναι κεῖνο ποὺ κάμει δυνατὴ τὴν συνάντηση. Μάλιστα ὑπάρχει ἕνα τέτοιο «φαινομενολογικό» παράδειγμα στοῦ J.-P. Sartre, ὅπου ὁ χῶρος ἑνὸς καφφενείου λαμβάνει νόημα ὡς ἀπουσία ἑνός φίλου τὸν ὁποῖο περιμένω[ii]. Ὅμως ὅτι περιμένω κάποιον εἶναι ἐπειδὴ εἶμαι στὸ καφφενεῖο. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ προσοχή μου ποὺ διατάσσει τὸν χῶρο ὡς σκηνικὸ τῆς ἐμφάνισης τοῦ φίλου μου, ὅπως λέγει ο Sartre, ἀλλὰ ἡ τάξη τοῦ χώρου πού τὸ ἐπιτρέπει. Ὁ χῶρος εἶναι τάξη, ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ Leibniz, καὶ ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ ἐξετάσωμε λοιπὸν, εἶναι ἡ σχέση ἑκάστης χωρικῆς τάξης μὲ τὰ κοινωνικά συμβάντα. Κάμοντας ὅμως αὐτὸ θὰ ἔχωμε στὰ χέρια μία μέθοδο κατανόησης τοῦ ἴδιου τοῦ κοινωνικοῦ βίου βάσει τῆς ὑφισταμένης χωρικῆς τάξης.

1. Ὁ ἰδεότυπος τῆς σχέσης ἀρχιτέκτονα καὶ κατοίκου

Ἂς ξεκινήσωμε ὅμως ἀνάποδα καὶ ἂς ἀναρωτηθῶμε λοιπὸν, θὰ μποροῦσε ἕνας ἐξωγήινος νὰ σχεδιάσῃ ἕνα οἴκημα γιὰ ἀνθρώπους; Ἂς θεωρήσωμε ὅτι ἔχει τὶς τεχνικὲς γνώσεις, καὶ ὅτι εἶναι κύριος τῆς γεωμετρίας καὶ τῶν ἀναλογίων καὶ ἀνατίθεται σ’ αὐτὸν νὰ σχεδιάσῃ μία γήινη κατοικία. Ὁ ἐξωγήινος ἀρχιτέκτων ζητεῖ κάποιες πληροφορίες πρὸς τὰ φυσικὰ χαρακτηριστικά τοῦ ἀνθρωπίνου εἴδους. Ὁλοκληροῖ τὸ οἴκημα· ἔχει ἱκανοποιήσει τοὺς γήινους κατοίκους; «Φυσικά», κρένει κάποιος ἀρχιτέκτων. Ὅμως ὁ ἐξωγήινος κοινωνιολόγος, ψυχολόγος θὰ ἀντιλέξουν ὅτι τὸ ἀνθρώπινο εἶδος ἔχει ἀπομακρυνθῆ ἀπ’ τὴν κτηνώδη κατάσταση καὶ ἄγεται ἀπ’ τὰ θελήματα τῆς ψυχῆς του, προμηθεύοντάς τον μὲ πληροφορίες ποὺ θὰ τὸν βοηθήσουν νὰ ὁρίσῃ καλύτερα τὶς ἀνάγκες ποὺ πρόκειται νὰ στεγάσῃ. Ἐπαναλαμβάνομε τὸ ἐρώτημα γιὰ νὰ λάβωμε καταφατικὴ ἀπάντηση ἀπ’ ὅλους τοὺς ἐξωγήινους. Ὅμως ἐκεῖνο ποὺ προκύπτει εἶναι ἕνα οἴκημα προωρισμένο νὰ ἱκανοποιήσῃ τὶς ἀνθρώπινες ἀνάγκες ὅπως «ὀφείλουν νὰ εἶναι» σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιστημονικὲς ἀναλύσεις τῶν ἐξωγήινων. Ἔτσι ὅμως, ἐνῷ σκοπὸς τοῦ οἰκήματος εἶναι ἡ ἱκανοποίηση τῶν οἰκιστικῶν ἀναγκῶν τῶν ἀνθρώπων, θὰ εἶναι πράγματι μία ὑπόθεση πρὸς αὐτές. Μὲ τοῦτη τὴν ὑπερβολή θέλησα νὰ δείξω μὲ μία «ἀπαγωγή εἰς ἄτοπον», τὸ παράλογο τῆς μονόπλευρης ἄποψης τοῦ κτιστοῦ χώρου ποὺ διδάσκει ἡ σύγχρονη θεωρία τῆς ἀρχιτεκτονικῆς ποὺ θέλει ἑαυτὸν καὶ διαμορφωτὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τελικὰ καταντάει ἐμπορικὴ προπαγάνδα (marketing) μὲ τὸν ἀρχιτέκτονα ἕναν «αἰσθητή». Φυσικὰ τοῦτο τὸ τελευταῖο δεικνύει ὅτι ὁ κτιστὸς χῶρος εἶναι ἐντός τοῦ κοινωνικοῦ, παρότι μὴ λαμβάνοντας κατὰ νοῦ ὅτι εἶναι, ὁ, ὡς εἰπεῖν, παραγωγὸς τοῦ χώρου, ἀναγκάζεται νὰ καταφύγῃ σὲ μίαν πολύ ἔμμεσο σχέση: παραμένει στὸ ἐργαστήριό του ἀκοινώνητος, ἐξοικονομώντας χρόνο καὶ πληροφορούμενος ἁπλῶς γιὰ νὰ παράγῃ, καὶ συγχρόνως διαδίδει πληροφορία γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ διανέμῃ τὸ προϊόν. Μία τέτοια προσπάθεια γεφύρωσης τοῦ χάσματος «παραγωγής»-«ζήτησης», «λογίου»-«λαϊκοῦ», μέσῳ τῆς μαζικῆς ἐπικοινωνίας μὲ τοὺς ἐνδιάμεσους καὶ τὶς γενικεύσεις μάλλον ἔχει ἀδιάφορα ἀποτελέσματα ποὺ, ὑποβιβάζοντας τὸ οἴκημα σὲ καταναλωτικὸ προϊόν, μήτε χῶρο διατάσσει, μήτε τόπο ὁρίζει. Ἄλλα καὶ τοῦτη ἡ ἀναγωγὴ τῆς κοινωνικῆς σχέσης στὴν γνώμη (ὅπου «εἶμαι» ἡ γνώμη ποὺ ἐκφράζω ἐπειδὴ πλέον ἐλλείψει κοινωνικῆς ἱεραρχίας δὲν μπορῶ νὰ «εἶμαι» ὁ ρόλος μου) δηλοῖ τὸν ἐγγενῶς γνωριστικὸ χαρακτῆρα τῆς κοινωνικῆς σχέσης. Ὅταν ὁ φελλάχος θάλπει τὰ πλυμμένα του ροῦχα στὸν ἐξώστη τῆς πρόσοψης τῆς πολυκατοικίας ποὺ σχεδιάσθηκε γιὰ τὴν bourgeoise τάξη, παραβιάζοντας τὸν σκοπὸ τῆς πρόσοψης, μᾶς δηλοῖ τὶς δικές του ἱεραρχήσεις, τὶ ἔχει σημασία γιὰ τὸν ἴδιο. Δὲν ἐκφράζει κάποια γνώμη γιὰ νὰ καμωθῇ κάποιον, ὅπως ἂν ἦταν κάποιος σημερινὸς καταναλωτής, ἀλλὰ πράττει, οἰκειούμενος τὸ κτήριο. Ὅ ἀρχιτέκτων μὲ τὸ σινάφι του λοιπὸν πρέπει νὰ εἶναι μὲν ἕνας ξένος, ἔξω ἀπὸ τὴν συγκεκριμένη κοινωνικὴ ὁμάδα γιὰ τὴν ὁποῖα σχεδιάζει, προκειμένου νὰ ὁρίσει τὸν χῶρο της, δὲν παύει δὲ νὰ εἶναι ἕνα κοινωνικὸ ὅν ὥστε ἡ δράση του ἀφοῦ γίνεται ἔντὸς τῆς κοινωνίας, νὰ εἶναι κοινωνική, καὶ μέσῳ ἀκριβῶς τοῦτης τῆς δράσης γνωρίζει τὸν ἄλλο. Ἂν ἐπιστρέψουμε στὸν Schütz, ἡ κατηγορικὴ τυποποίηση τῶν συγχρόνων μου ἢ «They-orientation» (προσανατολισμὸς πρὸς αὐτούς) προϋποθέτει τὴν κατὰ πρόσωπο ἐμπειρία ἢ «Thou-orientation» (προσανατολισμὸ πρὸς σέ). Εἶναι ὁ τύπος τῆς ἁλληλοκατανόησης [Wechselverständis] ἢ συνεννόησης [Einverständis] κατὰ Max Weber. Καὶ αὐτὸ γιατί ὅταν μοιράζομαι μίαν κοινὴ ἐμπειρία μὲ τὸν ἄλλον, δὲν προσανατολίζω τὴν κοινωνική μου πράξη ἁπλῶς στὴν φυσικὴ παρουσία τούτου τοῦ «alter ego» ὅπως τοὐνομάζει, ἀλλὰ στὴν ἀντίδραση τοῦ ἄλλου τὴν ὁποῖα ἀναμένω νὰ προκαλέσω μὲ τὴν δική μου πράξη. Κ’ ὅταν φαντάζομαι ὅτι θὰ κατανοήσῃς τὴν πράξη μου, καὶ τούτη ἡ κατανόηση θὰ σὲ πείσῃ ν’ ἀντιδράσῃς ἀπὸ μέρους σου τοιουτοτρόπως, προκαταβάλλω ὅτι τὰ ἐπὶ σκοπόν κίνητρά μου [in order to motives] θὰ γίνουν ἐπὶ αἴτιον κίνητρα σου [because motives] καὶ τοὔμπαλιν: ὅπως ὅταν σ’ ἐρωτῶ τι, τὸ κάμω ἐπειδὴ ἀναμένω πὼς θ’ ἀποκριθῇς, ὅχι μόνον νὰ κατανοήσῃς τὴν ἐρώτησή μου[iii].  Ὅταν ὁ ἄλλος εἶναι ἀνώνυμος προσανατολίζομαι βάσει τῆς ἐν γένει προσωπικῆς μου ἐμπειρίας τοῦ κοινωνικοῦ πράγματος ὅθεν κατατανοῶ ἀντικειμενικοῦς συνειρμοὺς σημασιῶν καὶ ἔτσι ἀναγνωρίζω τοὺς κοινωνικοὺς τύπους ὅπως εἴδαμε στὴν περίπτωση τοῦ ξένου κατὰ Schütz. Ὅμως στὴν περίπτωση τοῦ κτιστοῦ χώρου ἔχομε κάτι ἐπιπλέον: ὅτι τὸ ἴδιο τὸ κτίσμα εἶναι τὸ σημεῖο ποὺ διασταυρώνονται οἱ δράσεις τοῦ ἀρχιτέκτονα καὶ τῆς ὁμάδας του μὲ ἐκεῖνες τῶν κατοίκων. Ἂν μὲ ἀριστοτελικοὺς ὅρους οἱ πρώτοι εἶναι οἱ ποιοῦντες καὶ οἱ δεύτεροι οἱ πάσχοντες, τὸ προϊόν τῶν πρώτων ἔχει ὡς ἀντικείμενο τὴν δράση τῶν δευτέρων, ὅχι ὅμως ἁπλῶς ὅπως τὸ ἐργαλείο ποὺ χρησιμοποιεῖ κανεὶς γιὰ νὰ φθάσῃ στὸν σκοπὸ του. Ἂν πχ. μιλοῦμε γιὰ μία γέφυρα, ὁ σκοπὸς τῶν δευτέρων εἶναι νὰ διασχίσουν τὸν ποταμό ὁπότε οἱ πρώτοι θὰ δράσουν «ὀρθολογικῶς πρὸς ἕναν σκοπό», ὅπως εἶναι ὅρος τοῦ Weber, ὑπολογίζοντας τὴν ἀντοχὴ τοῦ φορέα. Στὴν περίπτωση ὅμως ποὺ ἡ γέφυρα πάρει ἐπάνω της καὶ μαγαζία, εἶναι κάτι ποὺ ξεπερνάει τὸν ἁπλοῦν σκοπό τῆς γεφύρωσης καὶ ἔχει νὰ κάμῃ μὲ τὶς ἰδιαίτερες κοινωνικὲς συνθήκες τῆς πόλης (ὅτι δηλαδή εἶναι μία ἐμπορικὴ πόλη). Στὶς περισσότερες περιπτώσεις λοιπὸν ἡ ὁρθολογικὴ δράση ἅπαξ συμβαίνει ἐντὸς τῆς κοινωνίας πρέπει νὰ τραπῇ σὲ «δράση πρὸς μία συνεννόηση»  [Einverständis-handeln]. Αὐτὸ σημαίνει κατὰ Weber, ὅτι ἡ δράση μου ποὺ προσανατολίζεται κατὰ τὶς προσδοκίες ποὺ προκαλεῖ ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἄλλου, ἔχει μίαν «ἔγκυρη» εὐκαιρία νά ’δει τοῦτες τὶς προσδοκίες νὰ πραγματοῦνται, ἐπειδὴ ὑφίσταται ἀντικειμενικὰ μία πιθανότητα οἱ ἄλλοι νὰ θεωροῦν πρακτικὰ τὶς προσδοκίες τοῦτες ἐξίσου «ἔγκυρες» γιὰ τὴν συμπεριφορὰ αὐτῶν, ἀπουσίᾳ κάποιας προϋπάρχουσας συμφωνίας. Δηλαδή προσανατολιζόμαστε βάσει μιᾶς κοινῆς ἐμπιστοσύνης, «ὡς ἂν» [as if] ὁ σκοπὸς εἶχε προσυμφωνηθῆ ἀμοιβαίως βάσει κάποιου γραπτοῦ συμβολαίου. Ὁ κτιστὸς χῶρος δηλαδὴ εἶναι ἐνσάρκωση ἕξεως, ἐθῶν, νόμου, καθεστώτος ἑκάστης κοινωνίας. Κοινωνιολογικῶς ἐκφράζει τὴν κοινονοημοσύνη [common sense] ποὺ σημαίνει τὴν τυποποίηση ἢ ἐξιδανίκευση τῶν πραγμάτων ποὺ θέτει τὸ «ἀμοιβαῖον τῶν ἀπόψεων» [reciprocity of perspectives], ἡ δυνατότητα νὰ φαντασθῶ ἑμαυτὸν στὴν θέση τοῦ ἄλλου [interchangeability of standpoints] καὶ ἡ «ἁρμονία τῶν σημασιῶν» [congruency of relevances], κατὰ Schütz.

Ὁ ἀρχιτέκτων λοιπὸν καὶ τὸ σινάφι του ἐκφράζουν χωρικὰ τοὺς κανόνες μιᾶς κοινωνίας ἐπειδὴ κινοῦνται  οἱ ἴδιοι ἐντός της, ἔστω στὸ περιθώριο ὡς ξεχωριστὴ συντεχνία. Μποροῦμε ὅμως νὰ ἀνασυστήσωμε ἕναν τύπο τῆς σχέσης αὐτῆς, ἔστω φανταστικό, γιὰ νὰ βγάλωμε κάποια συμπεράσματα. Ὁ τύπος εἶναι ἰδεατὸς γιατὶ πράγματι παλαίτερον, δὲν ἀπαντῶμε κάποιον διάλογο μεταξύ ἀρχιτέκτονα καὶ πελάτη ἐκτὸς ἀπὸ περιπτώσεις κτηρίων δημοσίας ἀρχῆς, κυβερνείων, ἀνακτόρων, τεμένων, ὅπου ὁ μηχανικὸς, ἀρχιτέκτων ἢ πρωτομαΐστωρ, παρουσιάζει κάποιαν ἀναπαράσταση τοῦ κτηρίου πρὸς ἀνάθεση, στὴν δημογεροντία, τὸν μονάρχη ἢ τὸν τοπικὸ κύριο. Καὶ σὲ τοῦτες τὶς περιπτώσεις ἡ συζήτηση γίνεται ὡς πρὸς τὴν αἰσθητικὴ ἔκφραση τοῦ κτηρίου, δηλαδὴ τὴν πολιτικὴ ἐπίδρασή του ὠς μνημείου. Ὁ Colbert γιὰ παράδειγμα, ὡς πρωθυπουργὸς τοῦ Λουδοβίκου ΙΔ΄, εἶχε καταφέρει νὰ πείσῃ τὸν βασιλέα του νὰ διώξῃ τὸν Bernini ἀπὸ τὴν ἐπέκταση τοῦ Λούβρου καὶ νὰ τὴν ἀναθέσῃ στὸν Claude Perrault, ἐπειδή θεωροῦσε ὅτι τὸ αὐστηρότερο ὕφος τῆς ἀρχιτεκτονικῆς τοῦ δευτέρου ἁρμόζει πλειότερο στὸν βασιλέα τῆς Γαλλίας, παρὰ τὸ ἰταλικὸ barocco τοῦ πρώτου ποὺ ἦταν τῆς ἀρεσκείας τοῦ Mazarin. Ἐπεκαλέσθη δε, οἰκονομικοὺς λόγους. Ἔχομε καὶ τὴν περίπτωση ποὺ ἡ ἐπιπόλαια ἀρνητικὴ κρίση τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Αὐστροουγγαρίας Φραγκίσκου Ιωσήφ πρὸς τὸ ὕψος τοῦ κτηρίου τῆς Ὅπερας στὴν Ringstrasse, ὡδήγησε τὸν δημιουργό του Eduard Van der Nüll στὴν αὐτοκτονία, ἐνῷ ὁ συνεργάτης του Augustus Siccard πέθανε ἀπ’ τὴν λύπη του δύο μῆνες αργότερα. Ἐν γένει ὅμως, λόγῳ τῶν περιορισμῶν ποὺ ἔθεταν οἱ κατασκευαστικές μέθοδοι καὶ τοῦ ὅτι τὰ μορφολογικὰ χαρακτηριστικὰ ―ὅπου ὑπήρχαν― ὑπάγονταν σὲ μία αὐστηρῶς τεκτονικὴ γλώσσα, καὶ τοῦ ὅτι ἡ θέση τῶν οἱκοδόμων ἦταν διακριτὴ στὴν κοινωνία ὅπως τῶν ἱερέων, δὲν ὑπήρχαν πολλά πρὸς συζήτηση. Ὁ βίος ἦταν ἐπίσης δεδομένος ἄρα καὶ ἡ διάταξη τῶν χώρων κοινή. Τὸ χάσμα μεταξύ πελάτη και ἀρχιτέκτονα ἐμφανίζεται κατὰ τὸν κ΄ αἰῶνα ὁπότε καὶ διαρρυγνύεται τὸ ἔρυμα ποὺ τοὺς χωρίζει, χάρη στοὺς νέους τρόπους δόμησης ποὺ δίδουν μεγαλύτερες ἐπιλογὲς καὶ ἕνα ὅλο καὶ περισσότερο ἀφηρημένο αἰσθητικὸ ὕφος. Μποροῦμε νὰ λάβωμε ὡς παράδοξο τὸ ὅτι ὅσο ὁ ἀρχιτέκτων θέλῃ νὰ πλησιάσῃ τὸν κάτοικο μέσῳ ἑνὸς πνεύματος ὠφελιμισμοῦ (viz. Functionalismus, μαζική στέγαση) τόσο ἐντονώτερο γίνεται τοῦτο τὸ χάσμα.

Ὁ ἀρχιτέκτων Christian NorbergSchultz θίγει τοῦτο τὸ θέμα στὴν εἰσαγωγὴ του βιβλίου του Intentions in Architecture (1961): ἡ κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖ ὁ πελάτης στὸν ἀρχιτέκτονα μπορεῖ νὰ εἶναι ὡς πρὸς τὴν πρακτικότητα, τὸ αἰσθητικὸ ὕφος ἢ τὴν χρηματικὴ δαπάνη. Σύνηθες παράδειγμα γιὰ τὸ πρῶτο, εἶναι κατὰ τὴν ἀνέγερση συγχρόνων κατοικίων γιὰ ἀνθρώπους παραδοσιακῶν κοινωνιῶν. Ἄλλοτε πάλι, θὰ λέγαμε ἑμεῖς, μπορεῖ κάποιος ἰδεολόγος ἀρχιτέκτων νὰ θεωρῇ ἕναν συγκεκριμένο δέοντα τρόπο βίου ποὺ θέλει νὰ ἐπιβάλλει στὸν κάτοικο. Πρὸς τὸ δεύτερο, ὁ πέλατης μπορεῖ νὰ διαμαρτυρηθῇ ταυτόχρονα γιὰ τὴν μονοτονία» καὶ γιὰ τὶς φαντασίες του ἀρχιτέκτονα. Ὁ NorbergSchultz ἀντιλαμβάνεται ὅτι τέτοιες κρίσεις ἀφοροῦν κυρίως τὴν λεγομένη μοντερνιστικὴ ἀρχιτεκτονικὴ καὶ θεωρεῖ ὅτι καθὼς ὁ πελάτης δὲν εἶναι κάποιος εἰδικὸς ἱστορικὸς, δὲν μπορεῖ νὰ δώσῃ στὸν ἀρχιτέκτονα νὰ καταλάβῃ τὶ ἀκριβῶς εἶναι κεῖνο ποὺ τὸν ἀρέσει τῆς παλαιότερης ἀρχιτεκτονικῆς. Ὅ ἴδιος δὲν θεωρεῖ ἐπίσης τὸ ὕψος τῆς δαπάνης σημαντικό, καθῶς πολλοὶ δύνανται νὰ πληρώσουν παραπάνω τι γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουν τὴν ἀρέσκεια αὐτῶν, καὶ ἡ πιὸ πετυχημένη μαζικὴ δόμηση εἶναι ὄχι ἡ φθηνότερη ἄλλα κεῖνη ποὺ ἀκολουθῆ τὸ «κυρίαρχο γούστο» στὴν περιοχή. Ἄλλωστε πολλὲς λύσεις μποροῦν νὰ ἐπιλεγοῦν μὲ τὸν ἴδιο προϋπολογισμό. Ὅμως, θ’ἀντιλέξουμε, ὅτι ἡ δαπάνη εἶναι πάντοτε ἕνα ἀμερόληπτο ἄνω φράγμα. Ὁ NorbergSchultz  ἀποδίδει τὶς διαφωνίες στὸ ὅτι δὲν ὑφίσταται πλέον ἕνα ἐνοποιημένο καὶ εὔτακτο περιβάλλον. Ὁ πελάτης θεωρεῖ τὶς ἐπιθυμίες του ξεκομμένες ἀπὸ ἕνα ὅλον, ἐνῷ δὲν ἔχει τὴν εὐκαιρία νὰ δοκιμάσῃ καὶ νὰ συνηθίσῃ τὸ ὁλοκληρωμένο σχέδιο. Ἐν γένει ὁ ἄνθρωπος εἶναι φύσει συντηρητικὸς χαρακτὴρ καὶ κεῖται ἕνα χάσμα ἐπικοινωνίας μὲ τὸν ἀρχιτέκτονα ποὺ προάγει ἐλαφρῶς τὰ πράγματα, πολλῷ δὲ μάλλον ὅταν οἱ ἀρχιτέκτονες εἶναι ἀναγκασμένοι νὰ ἐπινοοῦν νέες τεχνολογικὲς καὶ οἰκονομικές λύσεις. Ὅσο γιὰ τὴν κοινωνία, δὲν μπορεῖ να διατυπώσῃ τὰ αἰτηματά της ἱκανῶς ὥστε νὰ διακρίνονται ἀπὸ τὸ «κυρίαρχο γούστο». Τὸ ὅτι ὁ πελάτης καὶ ἡ κοινωνία ἀντιμετωπίζουν τὸν ἀρχιτέκτονα διὰ ἀσαφῶν καὶ μονόπλευρων προβλημάτων, συνεχίζει, δὲν ἀποτελεῖ δικαιολογία γιὰ αὐτόν, καθὼς καθήκον του εἶναι νὰ διατυπώσῃ τοῦτα ταὰ προβλήματα βασισμένος στὶς διάφορες, συχνὰ ἀντιφατικὲς ἀπαιτήσεις. Συνήθως οἱ σύγχρονοι ἀρχιτέκτονες, ἀπορροφημένοι μὲ θέματα λειτουργίας, δὲν μποροῦν νὰ κατανοήσουν πῶς κάποιος «τρόπος βίου» δύναται νὰ διατυπωθῇ ἢ νὰ  «μεταφρασθῇ» στὸ ἀρχιτεκτονικὸ πλαίσιο. Ὁ συμβολικὸς χαρακτὴρ τῆς ἀρχιτεκτονικῆς ποὺ συσχέτιζε τὸν ἀπομονωμένο ἄνθρωπο μὲ τὴν κοινότητα ἐχάθη κάπου μέσα στὴν σύγχυση περὶ τὴν «αἰσθητικὴ» διάσταση τῆς ἀρχιτεκτονικῆς. Τὰ ὕφη καὶ οἱ ἰδεώδεις μορφὲς ἐπολεμήθησαν πρὸς τὸ ὅτι τὰ σύγχρονα προβλήματα ἀπαιτοῦν σύγχρονες λύσεις. Ὁ Schinkel ἐντυπωσιασμένος ἀπ’ τὶς νεότοκες βιομηχανικὲς κατασκευὲς ποὺ εἶδε στὴν Ἀγγλία τὸ 1826, εἶχε διερωτηθῆ ἂν πρέπει νὰ εὕρωμε ἕνα ὕφος προσήκον σ’ ἑμᾶς. Ὅμως συνέχιζε νὰ κτίζει συγχρόνως σὲ νεοκλασικό καὶ νεογοτθικὸ ὕφος. Τὸ ὕφος ἐτράπη σὲ προσωπεῖο ποὺ κάλυπτε τὴν πραγματικὴ δομὴ τοῦ κτηρίου. Οἱ ἱστορικοὶ ρυθμοὶ τῶν ὁποίων μέχρι τούδε γίνονταν χρήση σὲ κτήρια ὅπως παλὰτια καὶ ναοὶ,  ἀπηξιώθησαν σὲ νέους τύπους κτηρίων (πχ. ἄσυλο ἀνιάτῶν). Ἔτσι προέκυψε ἡ neue Sachlichkeit τοῦ Bauhaus ἡ ὁποῖα ἀνεζήτησε τὸ λεξιλόγιό της στὴν ἀφηρημένη τέχνη καὶ τὴν χρήση νέων ὑλικῶν ὅπως τὸ ὡπλισμένο σκυρόδεμα, ὁ σίδηρος καὶ ὁ ὕαλος. Ὁ NorbergSchultz δὲν θεωρεῖ ὅτι σκοπὸς της σχολῆς τοῦ Bauhaus ἦταν τόσο ἡ ἐγκαθίδρυση ἑνὸς καινούργιου ὕφους ὅσο νὰ ἐγκαινιάσῃ μιὰ πλειότερο «ἐλεύθερη» προσέγγιση, γι’ αὐτὸ καὶ κατηργήθη τὸ μάθημα τῆς ἱστορίας τῆς ἀρχιτεκτονικῆς. Αὐτὸ ἐφάνη μετὰ τὸν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ὅταν, κυριάρχη πλέον ἡ νέα άρχιτεκτονικὴ, οἱ ἀρχιτέκτονες ἐπιθυμοῦν νὰ τὴν κάμουν πιὸ «ἀνθρώπινη» καὶ νὰ μαλακώσουν ἢ νὰ ἐμπλουτίσουν τὶς γυμνὲς ἁπλὲς μορφές, «ὑπὸ χαρακτῆρα συνήθως φαντασιῶν ποὺ ἐκφυλίζονται σ’ἕνα ἐπιτηδευμένο παιχνίδι μὲ παράξενες μορφὲς καὶ άποτελέσματα». Παρατηρεῖ ἕτσι ὅτι ἡ κριτικὴ δὲν συμβαίνει μόνον ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν ἰδιωτῶν μη-ἀρχιτεκτόνων, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν ἀρχιτεκτόνων. Ὅμως οἱ πρῶτοι δὲν μποροῦν νὰ συμμετάσχουν ἐκεῖ ποὺ γίνεται ἡ συζήτηση τῶν δεύτερων ὅταν μεταφέρουν τὴν σύζητηση στὸ δίκο των γήπεδο. Δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν τὴν σημασία τῆς σχέσης λειτουργίας, τεχνικής καὶ οἰκονομίας μὲ τὴν μορφή. Τὸ πρόβλημα τοῦ ἰδιώτη λύεται ὅσο τὸ κτήριο ἀκολουθεῖ ἕνα ἀγαπημένο πρότυπο καὶ δὲν κοστίζει πολύ.  Οἱ ἀρχιτέκτονες δὲ, πράγματι δὲν ἀκολουθοῦν ἕνα δόγμα «τέχνης γιὰ την τέχνη» ἄλλα εἶναι ἰδεαλιστές ποὺ πιστεύουν πὼς ἱκανοποιοῦν τὸν ἰδιώτη. Ὅμως γι’ αὐτὸ ἡ μοντερνιστικὴ ἀρχιτεκτονικὴ εἶναι περισσότερο πεποίθηση, παρὰ σοβαρὴ σπουδὴ σχέσης τῆς μορφῆς ἑκάστης χρήσης μὲ τὴν κοινωνία. Τέλος τοῦτο τὸ χάσμα ὄχι μόνον μεταξύ ἰδιωτῶν καὶ ἀρχιτεκτόνων ἄλλα καὶ ἀρχιτεκτόνων μεταξύ των εἶναι ἡ παντελὴς ἔλλειψη ὁρολογίας. Ὅλη τούτη ἡ σύγχυση εἶναι δεῖγμα μη ἀκριβοὺς χρήσης τῆς γλώσσας καὶ ἀσήμαντων διατυπώσεων. Ἐν κεφαλαίῳ, ὁ NorbergSchultz ἑστιάζει καὶ αὐτὸς τὸ ζήτημα τοῦ χάσματος ἐπικοινωνίας μεταξὺ κατοίκου καὶ ἀρχιτέκτονα στὴν ἔλλειψη κάποιας κοινῆς τάξης. Ἡ μεταξὺ αὐτῶν διαφορὰ ἐπαναφέρει τὸ ζήτημα τῆς διάκρισης βιωμένου-ἀφηρημένου χώρου.

Ὁ κάτοικος ἀκόμη κι ἂν ζήσῃ ―ὅχι δηλαδὴ μόνον νὰ εἰσέλθῃ― σ’ ἕναν χῶρο καὶ τὸν εὕρει ἱκανοποιητικό, δὲν μπορεῖ νὰ τὸν ἀναπαραγάγῃ, γιατὶ δὲν ἔχει τὶς τεχνικὲς γνώσεις, δὲν γνωρίζει τὴν διαδικασία διὰ τῆς ὁποίας ἔχει παραχθῆ τὸ συγκεκριμένο ἀποτέλεσμα. Ὁ ἀρχιτέκτων ἀπ’ τὴν ἄλλη θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάμῃ, νὰ μπῇ στὴν θέση τοῦ κατοίκου ὅπως ὁ συγγραφεὺς στὴ θέση τῶν χαρακτήρων του, καθὼς λέει ὁ Karl Kraus, ὥστε νὰ δώσῃ κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει κατὰ νοῦ ὁ κάτοικος ἀλλὰ νὰ τὸν ἱκανοποιεῖ ὡς εὐχάριστη ἔκπληξη. Ἄλλωστε καὶ τὸ πρότυπό του κάποιος τὸ σχεδίασε. Δὲν εἶναι δουλειά μας ὅμως ἐδῶ τὸ δέον τῆς ἰδιοφυΐας ποὺ οὐσιαστικὰ ἐμπεριέχει τὴν κοινωνικὴ σχέση ποὺ θέλωμε νὰ δείξωμε[iv]. Χρειαζόμαστε μίαν πιὸ συνηθισμένη καὶ τυπικὴ περίπτωση γιὰ τὸν ἰδεότυπό μας. Καθὼς στὴν κατασκευή τοῦ χώρου δὲν ὑπάρχει ἡ εὐκολία τῆς δοκιμῆς ὅπως μ’ ἕνα ὑπόδημα, ἡ δοκιμὴ πρέπει νὰ γίνῃ μέσῳ τῆς ἀναπαράστασης τοῦ χώρου. Ὅχι ὅμως ὁ ἀρχιτέκτων νὰ ξεγελάσῃ τὸν κάτοικο μὲ κάποιο «φωτορεαλιστικὸ» σχέδιο. Ποτὲ ἡ ἀναπαράσταση τοῦ χώρου δὲν μπορεῖ νὰ δώσῃ τὴν ἴδια τὴν αἴσθηση τοῦ χώρου. Καταρχὰς εἶναι ἡ διαφορετικὴ θέση παρατήρησης. Ὅμως θὰ ἀντιλέξῃ κανεὶς ὅτι αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ λύσῃ κάποιο εἶδος «virtual reality», ποὺ χάρη σὲ προσαρμοσμένους στὸν δυνητικό κάτοικο αἰσθητῆρες θὰ ἀναπαρήγαγε τὴν ἐντύπωση. Ὅμως ἄραγε  ποῦ  θὰ καθίσει ὁ δυνητικὸς κάτοικος στὸ παράθυρο; Ὁ χῶρος γνωρίζεται ὡς χρηστὸς καὶ ἁπτικὸς χῶρος. Τὸ ξύλο μᾶς ἐγείρει ἕνα θαλπνὸ αἴσθημα, τὸ μάρμαρο μᾶς φανερώνει τὴν κρυσταλλική του διαφάνεια, ὄχι τὰ ἀπεικάσματα αὐτῶν. Εἶναι ἡ ἴδια αἰσθητηριακὴ διαφορὰ ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε μεταξὺ μιᾶς ἐλαιογραφίας καὶ τῆς φωτογραφίας της. Τέλος, τὸ ὅτι γνωρίζομε πὼς ἔχει κτισθῆ μᾶς δίδει τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς κτήσης· ὅτι «εἶναι». Ἐπομένως ὅσο ρεαλιστικότερη ἡ ἀναπαράσταση τόσο πιὸ ψευδαισθητικὴ εἶναι. Τοὐναντίον, ἡ ἀπόσταση της ἀναπαράστασης ἀπὸ τὴν πραγματικότητα γεφυρώνεται μὲ τὴν φαντασία ἡ ὁποῖα συμπληροῖ τὸ ἀπολεσθέν χωρικὸ αἴσθημα. Χρειαζόμαστε λοιπόν μίαν ἀναπαράσταση ὅπου νὰ δύναται νὰ συντάσσῃ τὶς συμβάλλουσες θελήσεις. Τὸ οἰκοδομικὸ σχέδιο ὅπως εἴπαμε εἶναι, καταρχὴν, κατασκευστικό, τρόπος γιὰ νὰ πληροφοροῦνται οἱ τεχνίτες: ἀποτυπώνει τὸ σχέδιο μιᾶς ὀρθολογικῆς δράσης πρὸς ἕναν σκοπό ὅπου περιγράφονται τὰ μέσα ποὺ πρέπουν γιὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπός, δηλαδὴ ν’ ἀνεγερθῇ τὸ κτήριο. Ἄν ὅμως ὁ σκοπός εἶναι ἡ δράση τῶν κατοίκων τὸτε ὁ ἀρχιτέκτων πρέπει νὰ τοπάσει, νὰ κάμει μία ὑπόθεση γιὰ αὐτὴν. Οἱ χῶροι ποὺ σχεδιάζει, εἶναι μονάδες χρήσεων οἱ ὁποῖες ὅμως δὲν ταυτίζονται μὲ αὐτές. Πχ. στὴν χρήση τοῦ ὕπνου ἀντιστοιχεῖ  ἡ μονὰς τοῦ κοιτῶνος, οἱ διαστάσεις τοῦ ὁποίου, δὲν μποροῦν νὰ ὁρισθοῦν καθολικὰ καὶ ἀμερόληπτα, παρὰ οἱ ἐλάχιστες ὥστε νὰ ἁρμόζῃ τὸ κρεβάτι. Οἱ ὠφελιμιστὲς ἢ «φογξιοναλιστὲς» ἀρχιτέκτονες ἐξομοιοῦν τὴν χρήση μὲ τὴν μετρητὴ μονάδα ὑπὸ τοὔνομα τῆς «λειτουργίας» [function, fonction, Funktion] γι’ αὐτὸ καὶ ἀκολουθοῦν τὶς ἐλάχιστες ἀναγκαίες διαστάσεις. Ὁ Vilfredo Pareto (τὸν ὅποιο γνωρίζομε ὡς κοινωνικό, οἰκονομικὸ καὶ πολιτικὸ στοχαστή, ἄλλα εἶχε σπουδάσει πολιτικὸς μηχανικός) στὸ Trattato di Sociologia Generale (1916) διακρίνει τὶς δράσεις σὲ λογικές, ὅταν συνάγονται λογικῶς στὸν σκοπό αὐτῶν, ὅπως τὸ κατασκευαστικὸ σχέδιο τοῦ μηχανικοῦ, καὶ μὴ λογικὲς ποὺ εἶναι ὅλες οἱ ὑπόλοιπες ―χωρὶς νὰ σημαίνει ὅτι εἶναι ἄλογες. Οἱ πρῶτες ἔχουν ὡς κίνητρο κάποιο λελογισμένο συμφέρον, ἐνῷ οἱ δεύτερες, συναισθήματα καὶ ἔνστικτα ποὺ ὀνομάζει «résidus» (ἱζήματα), τὰ ὁποῖα καὶ ἐπενδύονται μὲ λογικὲς ἢ ψευδολογικὲς προτάσεις ἐν εἴδει λόγου, δικαιολόγησης, ποὺ ὀνομάζει «dérivations» (ἐκτροπές) οἱ ὁποῖες ἀντίθετα μὲ τὰ «résidus», μεταβάλλονται κατὰ βούληση. Φαντασιώδεις φιγούρες τοῦ ὠφελισμισμοῦ ὅπως ὁ «homo economicus» ἢ τὸ σπίτι ὡς «machine à habiter» λειτουργοῦν ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ἑνὸς ὁμοιογενοῦς περιβάλλοντος, ὅπου ὅλοι οἱ ποιοῦντες κινοῦνται ὁμοίως καθὼς πραγματοποιοῦν τοὺς ἴδιους ὑπολογισμούς κατὰ λογικὸ τρόπο (ὀρθολογισμὸ πρὸς ἕνα σκοπό). Ὁ πραγματικὸς κόσμος ὅμως εἶναι ἀνομοιογενής: πχ. δὲν μπορῶ νὰ ὑπολογίσω τὶς διαστάσεις ἑνὸς κοινωνικοῦ χώρου ὅπως ὑπολογίζω ἐκεῖνες ἑνὸς ἀποχωρητηρίου ποὺ χρησιμοποιεῖ μόνο ἕνας· δὲν μπορῶ νὰ γνωρίζω πόσοι θὰ συναθροισθοῦν κεῖ στὸ μέλλον, ὁπότε εἶναι ἡ τυχαῖα ἐπιλογὴ τῶν διαστάσεων ἀπ’ τὸν σχεδιαστὴ ποὺ θὰ τὸ ὁρίσῃ τελικά. Μνημειακὰ κτήρια ἐξυπηρετοῦν κοινωνικὲς ἀνάγκες καλύτερα ἀπὸ «φογξιοναλιστικὰ», χωρίς κανέναν «εὐδαιμόνικο ὑπολογισμό» [felicific calculus], ἐπειδὴ ἁπλῶς εἶναι γιγαντιαία. Ὑπάρχει λοιπὸν ἕνα ζήτημα «μεταβάσεως εἰς ἄλλο γένος»: οἱ μὴ μετρήσιμες χρήσεις («βιωμένος» χῶρος») πρέπει νὰ τραποῦν σὲ μετρήσιμες χωρικὲς μονάδες («ἀφηρημένος χῶρος»). Ἀκόμη κι ἂν ὁ ἀρχιτέκτων εἶχε ὅλα τὰ στοιχεῖα (κοινωνιολογικά, ψυχολογικὰ, ἀνθρωπολογικά) τοῦ κατοίκου, εἶναι ἄχρηστα γι’ αὐτὸν ἂν δὲν κοινωνηθοῦν μὲ οἰκοδομικό τρόπο. Ἐλλείψει κάποιας ὑπόθεσης λέγει ὁ Pareto, ποὺ θὰ κάμῃ συγκρίσιμες τὶς πρῶτες, μένει μόνο ἡ καταφυγὴ σὲ «dérivations». Λειτουργία μιᾶς τέτοιας «dérivation» ἐπιτελεῖ τὸ αἰσθητικὸ ὕφος, ὅπως ἡ ἰδεολογία στὴν πολιτικὴ τῆς μαζικῆς δημοκρατίας. Ἄν ἡ κατάφαση στὴν ἐμπειρία ὅπου συγχέεται τὸ συναίσθημα μὲ τὸ γεγονός, κατατάσσεται στὸ πρῶτο εἶδος,  ἡ ὑπακοή στὴν αὐθεντία, στὸ δεύτερο, ἡ ἐσωτερίκευση γενικῶν προτάσεων, στὸ τρίτο, τὸ τέταρτο εἶδος ἀφορᾷ τὴν περίπτωση ὅταν κάποιο φθέγμα ἀσαφὲς, ἀμφισημο ἢ ἀμφίβολο, χωρὶς σχέση μὲ τὸ πραγματικό, λαμβάνει νόημα ἐξαιτίας τῆς ἐπαναλαμβανομένης χρήσης του, ἀνάλογα μὲ τὸ συναίσθημα ποὺ ἐπενδύεται σ’ αὐτό. Τὸ αἰσθητικὸ ὕφος ἢ ἡ μόδα πράγματι μπορεῖ νὰ γεφυρώσῃ ἄλλα ἐπιφανειακῶς, τὸ σχέδιο του ἀρχιτέκτονα καὶ τὴν χρήση τοῦ κατοίκου. Ἀμφότεροι πετυχαίνουν ἄμεσες ἱκανοποιήσεις: ὁ κάτοικος λαμβάνει ἕνα ἔτοιμο καταναλωτικὸ ἀγαθὸ και ὁ ἀρχιτέκτων, τὴν ἀμοιβή του. Ἡ ἰσορροπία μεταξὺ τῶν δύο θ’ ἀποκαλυφθῇ φαντασιώδης μόλις εἰσβάλλουν οἱ πράγματικὲς συνθήκες τοῦ βίου ἀπαγοητεύοντας τὸν κάτοικο καὶ ὁδηγώντας τὸν ἀρχιτέκτονα σ’ ἀπώλεια τοῦ κύρους του.

Γιὰ τὸν Talcott Parsons ἡ ἐκτίμηση ποὺ κάμει κανεὶς διὰ τοῦ συναισθήματος κατὰ τὴν δράση του ἢ «κάθεξις» ἀκολουθεῖ τὴν γνώση [cognition] τοῦ πράγματος. Τοῦτο σημαίνει ὅτι τὸ ἀσύμπτωτο τῶν δράσεων τοῦ ἀρχιτέκτονα καὶ τοῦ κατοίκου περιγράφεται ἀπ’ τὸ φαινόμενο ποὺ ἀποκαλεῖ ὁ Hayek, «καταμερισμὸ γνώσης» [division of knowledge]. Ἄμφω, ἀρχιτέκτων καὶ κάτοικος κατέχουν μόνον μερικὴ γνώση: ὁ μὲν ἀγνοεῖ τὸν βίο τοῦ κατοίκου, ὁ δὲ περὶ ἀρχιτεκτονικῆς. Ὁ ἴδιος καταμερισμός ἀφορᾷ κάθε ποιοῦντα ποὺ ἔχει κλῆρο στὴν παραγωγὴ καὶ τὴν διανομή τοῦ άρχιτεκτονικοῦ προϊόντος, ἀπὸ τοὺς προμηθευτὲς ὑλικῶν, μέχρι τοὺς κτηματομεσίτες καὶ τοὺς γραφειοκράτες ποὺ γράφουν τὸν οἰκοδομικό κανονισμό. Τὸ νὰ θέλῃ κανεὶς νὰ γεφυρώσῃ ὅλο τοῦτο τὸ χάσμα μέσῳ τῆς ἐνημέρωσης ἀκαδημαϊκοῦ ἢ περιοδικοῦ τύπου (περιοδικὰ, ἐκθέσεις), διαφήμισης, στατιστικῆς κτλ. σημαίνει νὰ ἀμελήσῃ «τὴν γνώση τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων τοῦ τόπου καὶ τοῦ χρόνου» ἅπαξ «ἡ γνώση τοῦ λαοῦ ἀντιστοιχεῖ σ’ ἀντικειμενικὰ γεγονότα τῆς κατάστασης» ὅπως γράφει ὁ Hayek[v].  Ἄλλωστε δὲν τίθεται θέμα ἀβεβαιότητας γιὰ τὰ καταναλωτικὰ προϊόντα ποὺ μᾶς προσφέρουν ἄμεσο τέρψη, ἀλλὰ γιὰ προϊόντα ποὺ αὐτὴ ὡριμάζει στὴν διάρκεια τοῦ χρόνου (ὅπως πχ. τὰ ἐπενδυτικὰ προϊόντα)[vi].

Ἐπιστρέφοντας στὸ ζήτημά μας, τὸ μόνο ποὺ δύναται νὰ συσχετίσῃ ἑκάτερες δράσεις δὲν εἶναι οὔτε ἡ γνώση, οὔτε τὸ συναίσθημα, ἀλλὰ ἡ σημασίες ποὺ μποροῦν νὰ φανερωθοῦν χάρη στὸ σχέδιο. Ἂν, στὴν περίπτωση μιᾶς κατοικίας, ὁ ἀρχιτέκτων ρωτήσῃ τὸν πελάτη καὶ ἐν δυνάμει κάτοικο, τὶ ἐπιθυμεῖ, τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ περιγράψει ἕνα παλάτι. Τὸ παλάτι περιέχει ὅλες τὶς δυνατές χρήσεις: μπορεῖ νὰ ἔχει ἕνα θάλαμο γιὰ κάθε χρήση ποὺ μπορεῖ νὰ φαντασθῇ κανείς· δυνητικά οἱ χρήσεις εἶναι ἄπειρες, ὅπως πχ. «βίγλα γιὰ νὰ ἀτενίζω κάθε ἀπόγευμα τὸ ἡλιοβασίλευμα», παρότι μπορεῖ μόλις νὰ τῆς κάμω χρήση. Ἐκεῖνο ποὺ περιορίζει τὸ δυνατό, εἶναι τὸ πραγματικό, δηλαδή τὰ ὅρια τοῦ τεχνοοικονομικοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ γηπέδου, τῶν κανονισμῶν κτλ. Ἐκεῖ ὁ πελάτης πρέπει νὰ ἐπιλέξει ὡς κάτοικος ποιές χωρικὲς μονάδες ἔχουν τὴν μεγαλύτερη σημασία γιὰ τὴν ζωή του, δηλαδὴ νὰ προβῇ σὲ μίαν ἱεράρχηση τῶν ἀναγκῶν του. Ἔτσι μέσῳ τοῦ σχεδίου του οἰκήματος ὁ μὲν κάτοικος καταλαβαίνει τὶ ἐπιθυμεῖ ἢ ἀλλιῶς ποιὲς ἀξίες τηρεῖ, ὁ δὲ ἀρχιτέκτων τὶς μαθαίνει ὥστε νὰ προχωρήσῃ. Τὸ ἀναλυτικὸ σχῆμα μέσα-σκοπός προσλαμβάνει ἕναν τρίτον ὅρο, τὴν ἄξια ποὺ ὁ ποιῶν ἀποδίδει στὸ σκοπό μὲ τὸ μέσο ποὺ ἐπιλέγει γιὰ νὰ ἐκπληρωθῇ ὁ σκοπός. Ἀντίθετα πρὸς τὶς φυσικὲς ἐπιστήμες ὅπως ἡ μηχανικὴ ποὺ ἀρκεῖ ν’ ἁρμόζει τὸ μέσο στὸν σκοπὸ (πχ. σιδηροῦς φορεύς βέλτιστης μορφῆς γιὰ μία γέφυρα), τὶς ἐπιστήμες τοῦ πολιτισμοῦ ἐνδιαφέρει, λέγει ὁ Weber κατόπιν τοῦ Heinrich Rickert, ὁ «προσανατολισμὸς κατ’ ἀξίαν»  [Wertbeziehung]. Στὰ μέσα τῆς δράσης ἐνσαρκοῦνται οἱ ἀξίες της καὶ μόνο σ’ αὐτὰ μποροῦμε νὰ τὶς ἐπιβεβαιώσωμε.

2. Ὁ τόπος ὡς ἀξία τοῦ χώρου. Genius loci.

Τὰ πράγματα εἶναι, καθὼς ἐμφαίνονται ὡς αἰσθητὰ μέσ’ στὸν χῶρο. Συγχρόνως, ἔχουν κάποια ἀξία γιὰ ἐκεῖνον ποὺ τὰ παρατηρεῖ, ὡς εὐκτά, ἐπειδή τὰ ποθεῖ. Τὸ εἶναι (ἡ γνώση τῶν πραγμάτων, τὸ ὅτι ὑπάρχουν) καὶ ἡ ἀξία (ἡ ἐπιθυμία τῶν πραγμάτων, τὸ ὅτι εἶναι πολύτιμα) ἐμφανίζονται μαζί μόλις ὁ ἀνθρωπος λάβει ἀπόσταση ἀπ’ αὐτά, δηλαδὴ σχηματίσει χῶρο. Εἶναι δύο παράλληλες γλώσσες, λέγει ὁ Simmel, στῶν ὁποίων τὴν ἕνωση ἡ γλώσσα ἀδυνατεῖ νὰ εὕρῃ λέξεις ἐκτὸς θρησκευτικῶν συμβόλων: ὁ οὐρανος ποὺ σχηματίζει ὁ θόλος καθὼς στεκόμαστε ἀπ’ κάτω του ἔχει σημασία γιὰ ἑμᾶς, δὲν εἶναι ἁπλῶς ὁ ἀφηρημένος οὐρανὸς τοῦ ἀστρονόμου. Γι’ αὐτό καὶ ὁ Wittgenstein θεωρεῖ ὅτι ἡ θρησκευτικὴ γλώσσα καὶ εἰκονογραφία δὲν ἔχουν κάνενα νόημα, δὲν θέλουν νὰ περιγράψουν τι, οὔτε εἶναι ἀλληγορίες, παρὰ νὰ μὲ παροτρύνουν νὰ κράξω ἀπὸ μέρους μου: «ὁ κόσμος ὑπάρχει!» δηλαδὴ ὡς γεγονός, προτοῦ γίνῃ ἀναπαράσταση. Δὲν εἶναι στὸν ἄπειρο πόνο, στὸν ἄκρατο χωρισμὸ ἀπ’ τὸν κόσμο ποὺ ἐμφανίζεται ὁ Θεός; ἔχει νόημα ὁ κόσμος γιὰ τὸν Ἀβραάμ, τὸ «ἀπόλυτο ἄτομο» τοῦ Kierkegaard, ὅταν πρέπει νὰ θυσιάσῃ τὸν μονάκριβο ὑγιό του; ἄπειρη ἀπόσταση καὶ ἄπειρη ἐγγύτης, ἰδοὺ τὸ χαρακτηριστικὸ τῆς ἀξίας. Ἐνῷ κατὰ τὴν παρατήρηση δὲν αἰσθανόμαστε τὴν ἀπόσταση, καθὼς τὰ πράγματα τοῦ κόσμου παρουσιάζονται ἐξίσου ὑπὸ μίαν φυσικήν ἰσότητα, κατὰ τὴν ἐπιθυμία νιώθω τὴν ἀπόσταση ὡς ὀδύνη, σὰν νὰ ἔχω θυσιάσει τι ἀντὶ τοῦ πράγματος ποὺ δίδεται στὴν ἀντιληψή μου. Συλλογίζομαι τὰ πράγματα μὲ τὸν νοῦ, τὰ ἐκτιμῶ μὲ τὴν ψυχή. Ἡ ἴδια ἡ ἔννοια τῆς κτήσης ἔχει πλείοτερο νόημα ὅταν μισθώνω τὸ κτῆμα, ὅταν ἀπέχω αὺτοῦ, παρὰ ὅταν τὸ νέμομαι φυσικά: εἶναι «ψυχῇ νομή». Ὄταν τὸ νέμομαι ὁ ἴδιος, εἶναι ἡ ἀντίδρασή μου πρὸ τῆς ἀπειλῆς νὰ τὸ ἀπολέσω ἐκεῖνο ποὺ δεικνύει ὅτι εἶναι δικό μου. Μακρὰν τοῦ νὰ εἶναι μία φαντασιώδης σχέση μὲ τὸν κόσμο, ἡ ἀξία ἀντιτιθέμενη στὸ εἶναι[vii] εἶναι κεῖνη ποὺ μᾶς φανερώνει τὴν ὕλη τῶν πραγμάτων: ἡ ἀντίσταση τῆς ὁποῖας τυγχάνω ὅταν σμιλεύω τὸ ὑλικό, δεικνύει αὐτό ν’ ἀπέχει τοῦ σώματός μου ὡς διάφορο, ἄλλο.  Εἶναι τούτη ἡ ἐπιθυμία ποὺ θὰ ἐγείρῃ μέσ’ τοὺς ἄλλους ἡ τελικὴ μορφή του: τὸ ἄγαλμα ἐπειδὴ ἐμφανίζει μία οἰκεῖα μορφὴ στὸν θεατὴ, τὸν καλεῖ νὰ τὸ ἐκλάβῃ ὡς ζώντανό ἀλλὰ τὸ ὑλικό πάλι ὑποδεικνύει σ’ αὐτὸν τὴν ἀπόσταση, τὸν προτρέπει νὰ τὸ ἐπιθυμῇ χωρὶς νὰ δύναται νὰ τὸ ἀναλώσῃ. Τὸ ἴδιο τὸ ἔμμορφον τοῦ ζωντανοῦ ὄντος ἀπ’ τὴν ἄλλη, μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι εἶναι σὰν ἄγαλμα, καὶ μᾶς προτρέπει νὰ τὸ σεβαστοῦμε. Ἡ ἴδια ἡ μορφή ὡς «ἀξιοποιημένο εἶναι» (ὅπως τὸ θρησκευτικὸ σύμβολο) δύναται νὰ σημάνει τόπο ἐπειδὴ διακρίνεται ἀπὸ τὴν φυσικὴ ὕλη, εἴτε εἶναι ἀδρανὴς, εἴτε ἔμψυχος. Ὅ τι παριστᾷ τὸ ἔργο τέχνης, ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὸ ὑλικὸ μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι δὲν εἶναι ἔμβιο (μία μαρμάρινη Ἀφροδίτη δὲν θ’ ἄνοιξῃ τὰ χέρια της νὰ μὲ ἀγκαλιάσῃ), γίνεται ριζικὸ «ἄλλο», καὶ τοιουτοτρόπως ζωντανεύει ὡς εὐκτό. Ἀκόμη καὶ τὸ κακὸ τίθεται σὲ ἀπόσταση καὶ ὀμορφαίνει, λυτρώνοντάς με. Ἄρα καὶ ὅ τι τεύχω γιὰ νὰ καταμερίσω τὸν χώρο ἢ νὰ τὸν σημάνω σημειακά, μὲ καλεῖ νά ’δω τὸν τόπο ὡς «ἄλλο», ὡς σημείο προσανατολισμοῦ, σὰν ἔξω ἀπ’ τὸν χρόνο. Καὶ μπορεῖ νὰ προσανατολίσῃ τὴν μέσ’ τὸν χρόνο δράση μου, ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶναι ἐκτὸς χρόνου, ἀμετάβλητο.

Ὁ genius loci τῶν Ῥωμαίων, ὁ «δαίμων τοῦ τόπου», εἶναι μία ἔννοια ποὺ δεικνύει ὅτι ἐκεῖνο ποὺ γεννάει τὸν τόπο δὲν εἶναι ἡ χρήση ποὺ ἔχει, ἀλλὰ ἕνα ὡρισμένο φαντασιακό, χωρὶς τὸ ὁποῖο δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ χρήση. Εἶναι τὸ ἤθος καὶ ἡ Gestalt τοῦ τόπου, ἡ ἀξία ποὺ ἔχει γιὰ ἑμᾶς. Πόσοι μυθικοὶ τόποι δὲν ἦσαν προαιρέσεις περιπλάνησης; Eldorado, Χαναάν. Τὸ πρότυπο ποθεινῶν τόπων εἶναι μία ἀπολεσθείσα κατάσταση, ὁ Παράδεισος, καὶ ἡ κίνηση πρὸς κάπου, ἐρμηνεύεται ὡς ἐπιστροφή. Σκοπὸς τοῦ βίου εἶναι ἡ ἄφιξη σὲ τόπο καταφυγῆς ποὺ θὰ ἐπανεύρῃ κανεὶς τὴν ἀνεμελιά τῆς παιδικῆς ἡλικίας. Ὁ κῆπος μάλιστα εἶναι τὸ κατεξοχὴν εἴδωλο τοῦ Παραδείσου. Μέχρι καὶ ὁ θάνατος εὐφημεῖται ὡς «κάτω κόσμος».

Πχ. ἕνας ἀναθηματικὸς κίων στὸ κέντρο μιᾶς πλατείας σημαίνει τὴν πλατεῖα ἐπιπλέον τῶν ὁρίων ποὺ σχηματίζουν οἱ προσόψεις τῶν κτηρίων ποὺ τὴν περιβάλλουν, καθὼς διακρίνεται ἀπὸ τὰ δένδρα ἄλλα καὶ τὸ ἀνθρώπινο πλῆθος ποὺ συρρέει ἐκεῖ. Τὸ ἴδιο βέβαια ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς τοίχους τῶν προσόψεων ποὺ εἶναι ἀναπεπταμένες στὴν πλατεία. Ἅπαξ τόπος σημαίνει ὁριοθέτηση καὶ ἐπομένως χωρισμός, σημαίνει καὶ ἀξιοποίηση τοῦ φυσικοῦ ἀδιαφοροποίητου κόσμου. Γιὰ τοὺς κατοίκους μιᾶς πολιτείας, ἐπειδὴ ἡ πόλις ὡς κοινότητα ἔχει μεγαλύτερη ἀξία ἀπ’ τὴν πέριξ ἐξοχή, τὰ τείχη δηλώνουν τούτη τὴν ἀξία,  καθὼς τὴν προστατεύουν ἀπ’ τὴν ζήλια τῶν ἐχθρῶν. Ἀξία ἔχει καὶ ἡ ἀκρόπολη καὶ οἱ ναοὶ ὅπου κατοικοῦν οἱ προστάτες θεοί. Πράγματι, ἂν κοιτάξωμε στὸ ρωμαϊκὸ δίκαιο, τείχη καὶ ναοί ὑπόκεινται στὸν ἱερὸ νόμο καὶ ἡ τιμωρία γιὰ τὴν ζημία αὐτῶν εἶναι ἡ κεφαλική.

Ἡ ἀπόδοση ἀξίας συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν κόσμο ἐπειδὴ ἐνέχει τὴν θυσία ποὺ εἶναι  προσωπική. Τὸ μέρος ποὺ φθάνω καὶ ἐγκαθίσταμαι, ἔχει ἀποκτήσει ἀξία γιὰ ἐμὲ κατὰ τὴν περιπλάνηση, ἐπειδὴ ξεκινῶ αὐτὴν στοιχειωμένος μὲ τὴν ἀπώλεια του Παραδείσου. Ἡ δαπάνη (ἐνεργείας, χρημάτων κτλ) τοῦ δρόμου εἶναι ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ ἀνταλλάξω γιὰ νὰ ἐκμηδενίσω τὴν ἀρχικὴ ἀπώλεια. Ἀλληλοσυνδέει καὶ τ’ ἀνθρώπινα ἄτομα ὅταν θυσιάζουν καθ’ ἕκαστόν τι προκειμένου νὰ σχηματίσουν μίαν κοινωνικὴ ὁμάδα. Ὁ τόπος τῆς ὁμάδας ἔτσι ἐπενδύεται φαντασιακῶς μὲ τὶς ἐπιθυμίες τῶν μελῶν της ὡς σύμβολο. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὡς μέλος μιᾶς οἰκογενείας εἶναι τὸ πατρικὸ σπίτι, γιὰ τὸν ἴδιο ὠς μέλος μιᾶς ἐνορίας ὁ ναός,  ὡς πολίτη ἢ ὑπήκοο, τὸ βουλευτήριο ἢ τὸ παλάτι τοῦ μονάρχη κτλ. Παρότι τὸ σπίτι τοῦ καθενὸς ἔχει μεγαλύτερη σημασία γιὰ τὸν ἴδιο, ἕνα κτήριο δημοσίου ἐνδιαφέροντος συναγείρει ἐπάνω του ἕνα πλῆθος βουλήσεων, ποὺ σημαίνει ὅτι ἔχει κοινωνικὰ μεγαλύτερη ἀξία. Ἄν καεῖ μία κατοικία θὰ εἶναι τραγωδία γιὰ τὴν οἰκογένεια ποὺ τὸ ἐγκατοικεῖ, μὰ δὲν θ’ ἀλλάξει τι στὸν χαρακτῆρα τῆς πόλης, ἂν καεῖ ἕνας ναός μιᾶς ἐνορίας θ’ ἀλλάξει ὀλίγον τι, ἐνῷ ἂν καεῖ τὸ παλάτι ἢ τὸ κυβερνεῖο ἰσοδυναμεῖ μὲ κατάρρευση τῆς πόλης. Οὐδέποτε θὰ συναθροισθῇ πλῆθος λαοῦ ἐμπρός σὲ μία ἁπλῆ κατοικία, ἀλλὰ στὸ κυβερνεῖο. Καταλαβαίνομε ὅτι σὲ μία πόλη, συνήθως οἱ σπανιώτεροι τύποι κτηρίου ἔχουν τὴν ὑψηλότερη ἀξία,  ἐνῷ ὅσοι εἶναι σὲ ἀφθονία τὴν χαμηλότερη. Τὸ ἀντιλαμβανόμαστε ἀπὸ τὴν μνημειακότητα τῶν πρώτων, τὸν διάκοσμο κτλ. ποὺ τὰ κάμει νὰ διαφέρουν ἀπ’ τὸν βασικό ἱστό τῆς πόλης. Ἂν δὲν διαφέρουν, σημαίνει ὅτι ὁ θεσμὸς ποὺ ἐκφράζουν εἶναι δίχως κύρος. Τὸ ἴδιο σημαίνει ὅταν κατοικίες λαμβάνουν μορφή παλατιοῦ. Ἀρκεῖ νὰ ἀναλογισθῶμε τὴν ἀνησυχία τοῦ Machiavelli γιὰ τὸν κίνδυνο ποὺ διατρέχει ἡ πολιτεῖα ἀπ’ἐκείνους ποὺ κτίζουν πύργους.

3. Παράδειγμα: τὸ ἀγγλικὸ σπίτι

Ἕνα δωμάτιο ἢ τοὐλάχιστον ἕνας ἁπλοῦς χῶρος γιὰ νὰ κοιμηθῇ κανεὶς προστατευμένος ὰπ’ τὸ χεῖμα, εἶναι ἀπαραίτητο στὰ κλίματά μας γιὰ νὰ φυλάξῃ τὴν ζωὴ ἑνὸς ἀτόμου, καὶ πιὸ εὐρύχωρα δωμάτια γιὰ νὰ φυλάξῃ τὴν ὑγίεια του. Ἐντούτοις, οἱ ἄνθρωποι συνήθως, ἐὰν ἔχουν τὰ μέσα,  κατέχουν ἐπιπρόσθετες στεγασμένες μονάδες μὲ σκοπό μόνον τὴν εὐδαιμονία (σαλόνια, αἴθουσες χοροῦ, παιγνίων, pavilions, κυνηγετικὰ περίπτερα κτλ.). Οὔτως δὲν εἶναι δύσκολο ν’ ἀναγνωρίσουμε πῶς διάφορες πράξεις ἱκανοποίησης τῆς ἀνάγκης στέγασης ἔχουν διαφόρους βαθμοὺς σημασίας : μέχρι ἑνὀς σημείου, οἱ ζωές μας ἐξαρτῶνται ἀπ’ τὴν ἱκανοποίηση τῆς ἀνάγκης μας γιἀ στέγη. Κατόπιν, ἡ ὑγίειά μας ἐξαρτᾶται ἀπὸ μία πληρέστερη ἱκανοποίηση. Ἐπιπλέον προσπάθειες νὰ ἱκανοποιήσωμε τὴν ἴδια ἀνάγκη θ’ ἀποφέρουν, στὴν  ἀρχή, μεγαλύτερη, κατόπιν μικρότερη χαρά, μέχρι τοῦ τελικοῦ σημείου ποὺ μποροῦμε νὰ συλλάβωμε, ὅπου ἡ οἱαδήποτε περαιτέρω χρήση διαθεσίμων στεγασμένων μονάδων , θὰ ὁδηγήσῃ κάθε ἄτομο στἠν ἀδιαφορία καὶ ἐν τέλει, ἀκόμη καὶ στὸν βάσανο.
Carl Menger, Grundsätze der Volkswirtschaftslehre, 1871  (αγγλιστί Principles of Economics, μτφ. J. Dingwall&B.F. Hoselitz, 1976, σελ. 124-5)

Carl Menger προκειμένου νὰ ὁρίσῃ τὴν ἀξία, χρησιμοποιεῖ τὴν θεωρία τοῦ κορεσμοῦ τοῦ Hermann Heinrich Gossen ὅπως τὴν ἐκθέτει στὸ Die Entwickelung der Gesetze des menschlichen Verkehrs, und der daraus fließenden Regeln für menschliches Handeln, Braunschweig, 1854 (Ἡ ἀνάπτυξις τῶν νόμων τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων καὶ oἱ κανόνες τῆς ἀνθρωπίνου δράσεως τῶν ὁποίων ἐκπηγάσουσι).  Ἐμπειρικῶς, ἀπ’ τὶς ἀρχὲς τοῦ ιη΄ αι. ὁ χρηματιστὴς John Law εἶχε ἐπισημάνει ὅτι μπορεῖ τὰ ἀγαθὰ νὰ λαμβάνουν ἀξία ἀπὸ τὴν χρήση ποὺ τοὺς γίνεται, τὸ μέγεθος ὅμως τῆς ἀξίας δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ μέγεθος τῆς ἀξίας ἢ ἀνάγκης τῶν χρήσεων, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ μέγεθος τῆς ποσότητας τῶν ἀγαθῶν ἀναλογικῶς πρὸς τὴν ζήτηση γι’ αὐτά: τὸ νερὸ εἶναι μεγάλης χρήσης ἀλλὰ χαμηλής άξίας, ἐπειδὴ εὑρίσκεται σὲ ἀφθονία σὲ σχέση μὲ την ζήτησή του. Τὰ διαμάντια εἶναι μικρῆς χρήσης, ὅμως μεγάλης ἀξίας, ἐπειδὴ ἡ ζήτηση διαμαντιῶν εἶναι μεγαλύτερη τῆς ποσότητας αὐτῶν. Ὁ Galiani ἀργότερα θὰ ὁρίσῃ τὴν ἀξία ὡς λόγο ὠφελείας καὶ σπάνεως.

Αὐτὸ ποὺ μᾶς περιγράφει τὸ παράδειγμα τοῦ Menger εἶναι μία ἱεράρχηση χωρικῶν μονάδων δηλαδή, δωματίων. Ἀπ’ τὴν ἱεράρχηση τούτη μποροῦμε νἀ συμπεράνωμε ποιες εἶναι οἱ ἀξίες μιᾶς κοινωνίας μὲ τὴν θεώρηση τῶν σημαντικωτέρων. Γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχωμε πρέπει νὰ μελετήσωμε μία σειρά χωρικῶν συνόλων τοῦ ἴδιου τύπου (πχ. κατοικίας), ἀπ’ τὰ περιωρισμένης ἐπιφανείας ὅπου ἐμφαίνονται οἱ πιὸ σημαντικοὶ χῶροι στὰ πιὸ ἐκτεταμένης ὅπου ἐμφαίνονται οἱ χρήσεις. Θὰ χρησιμοποιήσω ὡς παράδειγμα τὸν τύπο τῆς κατοικίας ὁ ὁποῖος ἔχει πλῆθος ἑτερογενῶν χρήσεων, καὶ εἰδικὰ τὸ ἀγγλικό σπίτι, μάλιστα τὴν ἀγροικία,  λαμβάνοντας στοιχεῖα άπ’ τὴν μελέτη τοῦ Hermann Muthesius, The English HouseDas englische Haus (1903). Σὲ μία μεγάλη ἔπαυλη ὑφίσταται ἕνας χῶρος γιὰ ἑκάστη χρήση, ἀλλὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ κατανοήσωμε πῶς ἱεραρχοῦνται. Ἐπομένως πρέπει νὰ ἐξετάσωμε μία σειρὰ δειγμάτων ἀπ’ τὸ μικρότερης ἔκτασης σ’ ἐκεῖνα μεγαλύτερης, ὅπου κάθε προστιθέμενος χώρος θὰ ἔχει μικρότερη σημασία ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ὑφίστανται στὸ προηγούμενο. Ἀλλά πρώτα πρέπει νὰ δείξωμε τὶ σημαίνει ὅτι ἕνας χῶρος ἔχει σημασία καὶ τὶ ὅτι εἶναι ὠφελιμος.

Χῶροι μὲ τὴν μεγαλύτερη σημασία εἶναι συνήθως ἐκείνοι τοῦ ἰσογείου δηλαδή, οἱ κοινωνικοὶ χώροι. Δοθέντος τοῦ εἴδους τῆς κατασκευής ἂν ἀφαιρέσωμε ἔναν ἀπ’ αὐτοὺς καταργεῖται ἕνα ὑπνοδωμάτιο τοῦ ὀρόφου. Τοὺναντίον, ἄν αφαιρέσωμε ἕνα υπνοδωμάτιο δεν ἐπηρεάζονται οἱ ὑπόλοιποι χῶροι. Στὴν περίπτωση τοῦ St Mary’s Home, Wantage, Berkshire, ο M.H. Baillie Scott μὲ τὸ νὰ τοποθετήσῃ το drawing room (καθιστικό, sellaria) στὸν ὄροφο μαζὶ μὲ τοὺς κοιτῶνες, τ’ ἀποδίδει λιγώτερη σημασία, καὶ καθὼς ἀπέχει τῆς εἰσόδου, φυλάσσεται γιὰ πιὸ οἰκεῖες δραστηριότητες. Γι’ αὐτὸ ἐξάλλου χῶρος ὑποδοχῆς εἶναι στὸ ἰσόγειο ἡ ζευγμένη hall (αἴθουσα, σάλλα) και dining room (συσσίτιο, τράπεζα).  Παρόμοια περίπτωση ἀποτελοῦν τὸ Red House τῶν Philip Webb καὶ William Morris ἀλλὰ καὶ οἱ κατοικίες τοῦ Alexander ‘Greek’ Thomson (Seymour Lodge, Cove, Maria villa, Langside, Holmwood House, Cathcart) ὁ ὁποῖος φαίνεται νὰ νοιάζεται πλειότερο για το αισθητικό, Grecian-picturesque, αποτέλεσμα. Έτσι διανέμει κοιτῶνες καὶ κοινωνικοὺς χώρους στοὺς δύο ὀρόφους. Ἐντούτοις οὐδέποτε τοποθετεῖ κοιτῶνα κάτω ἀπὸ κοινωνικὸ χῶρο, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι στὴν ὑπόθεση τῆς ἀφαίρεσης ἑνός ὑπνοδωματίου στὸ ἰσόγειο, δὲν χάνεται παρὰ ἕνα δεύτερο ὑπνοδωμάτιο. Χαρακτηριστικὸ δεῖγμα ἀποτελεῖ τὸ Hill House ὅπου ο Charles Rennie Mackintosh εἶχε ἀρχικῶς σχεδιάσει μία αἴθουσα μπιλλιάρδου ἀριστερὰ τῆς εἰσόδου. Ὑπεράνω του εὑρίσκετο ἕνας κύριος ἀλλὰ ἀπομεμονωμένος, καθότι στὸ πλατύσκαλο τῆς κλίμακας, κοιτών. Δὲν πραγματοποιήθηκε οὔτε ἡ αἴθουσα τοῦ μπιλλιάρδου οὔτε βέβαια ὁ ἄνω του κοιτών, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ἀφ’ ἕνὸς  ἡ αἴθουσα τοῦ μπιλλιάρδου ὡς πολυτέλεια ἦταν ὁριακὴ ἐπιλογή, ἀφ’ ἑτέρου, ὁ κοιτών, ὡς τέταρτος στὴ σειρὰ τῶν κυρίων κοιτώνων, δὲν ἦταν ἀπαραίτητος.

St Mary’s Home, Wantage, Berkshire τοῦ M. H. Baillie Scott. Πηγή: Η. Muthesius, The English House

The Red House τῶν Ph. Webb καὶ W. Morris. Πηγή: Η. Muthesius, The English House

Holmwood, Cathcart τοῦ Alexander Thompson

Blackie Hill House, Helensburgh τού C. R. Mackintosh. Κάτοψη ἰσογείου. ¨Η αἴθουσα μπιλλιάρδοῦ δὲν κτίσθηκε

Γιὰ νὰ τὸ διατυπώσωμε ἁπλούστερα, ὅταν ἀνεγείρωμε μίαν οἰκοδομὴ ἐξασφαλίζομε καταρχὰς τοὺς σημαντικοὺς χώρους καὶ κατόπιν προσθέτομε τοὺς ὀλιγώτερο σημαντικούς. Ἂν γιὰ παράδειγμα δὲν μᾶς φθάσουν τὰ διαθέσιμα χρήματα ἢ προκύψει μία ἀτυχία στὸ βίο μας μπορεῖ τὸ σπίτι μας ν’ ἀπομείνει μ’ ἕνα ὑπνοδωμάτιο ὀλιγώτερο ἀλλά ὄχι δίχως καθιστικὸ ἢ μαγειρεῖο. Στὸ καθιστικό, ὅπως μᾶς ἐπαληθεύει ἡ καθημερινὴ ἐμπειρία δύναται νὰ βολευθῇ κάποιος φιλοξενούμενος γιὰ νὰ κατακλιθῇ. Τὸ ἀντίθετο, νὰ χρησιμοποιήσωμε δηλαδὴ, τὸ ὑπνοδωμάτιο γιὰ καθιστικό, δὲν συμβαίνει. Μάλιστα, ὁ NorbergSchultz ἀναφέρει τὴν περίπτωση μιᾶς κοινωνικῆς ὁμάδας στὴν Σουηδία ποὺ τὰ μέλη της προτιμοῦν νὰ κοιμῶνται ὅλοι μαζὶ παρὰ νὰ μὴν ἔχουν καθιστικό. Ἡ ἀπόδοση δὲ μεγαλύτερης σημασίας στὰ ὑπνοδωμάτια πρὸς τοὺς χώρους ὑποδοχῆς, σημαίνει ὅτι τὸ ἐν λόγῳ κτήριο εἶναι χάνι, ξενοδοχεῖο καὶ ὅχι κατοικία. Ὁ συλλογισμός μας λοιπὸν ἱεραρχεῖ τοὺς χώρους στοὺς ὁποίους διαμοιράζομε ἕνα κτήριο, σὲ πλέον σημαντικοὺς και ὀλιγώτερο σημαντικούς. Προτίθεμαι νὰ δείξω ὅτι οἱ χῶροι μὲ τὴν ὑψηλότερη σημασία εἶναι οἱ κοινωνικοὶ χῶροι καὶ μὲ τὴν χαμηλότερη οἱ περισσότερο ὠφέλιμοι. Ἂς ἀκολουθήσωμε τὸν παρακάτω συλλογισμό.

Ἂν κάμωμε μία ἀναδρομικὴ ὑπόθεση καὶ ἐπιστρέψομε στὸν τύπο τῆς ἁπλῆς κατοικίας, ἤτοι τὴν πρωταρχικὴ καλύβα, θὰ ἴδωμε ὅτι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἐξὸν ἕνα περὶ παντὸς σκοποῦ μονόχωρο ποὺ λαμβάνει  χρήσεις ὑποδοχῆς, μαγειρέματος, κατάκλισης. Ἡ θέρμη ποὺ ἐξέλυε ἡ μαγειρικὴ ἑστία (poêle, stove) χρησίμευε γιὰ αἰώνες, πρὸς θέρμανση τῆς οἰκογενείας. Ὅθεν καὶ οἱ λέξεις ποὺ ἀναφέρονται στὴν οἰκία χρησιμοποιοῦν ὡς συνθετικὸ τὴν λέξη «ἑστία»: ἐφέστιος, ἀνέστιος, ὁμέστιος. Ἐντούτοις ἡ μορφή του μονόχωρου συναντᾶται ἀκόμη καὶ στὴν ἐμπορική, ἀνεπτυγμένη οἰκονομικῶς Ὁλλανδία τοῦ ιζ΄ αι.: ζωγραφικοὶ πίνακες τῆς ἐποχῆς ἐμφανίζουν κρεβάτι μὲ βῆλα στὴν γωνία μιᾶς μεγάλης αἴθουσας. Ὁ λόγος ποὺ διαμοιράζεται τοῦτο τὸ ἀρκτικὸ μονόχωρο σὲ δωμάτια ποὺ λαμβάνουν διάφορες εἰδικὲς χρήσεις —ἅπαξ τὸ ἐπιτρέπῃ ἡ οἰκονομικὴ ἐπιφάνεια καὶ τὸ εὖρος τοῦ οἰκοπέδου— εἶναι διπλοῦς: ἀφ’ ἕνος ὑγιεινῆς καὶ πρακτικότητας, ἀφ’ ἑτέρου κοινωνικότητας. Συγκεκριμένα, ἀποσπῶνται καὶ ἀπομονώνονται οἱ πιὸ ἰδιωτικοὶ (ὑπνοδωμάτια) καὶ οἱ πιὸ ὀχληροὶ χῶροι (μαγειρείο). Ὁ πρωταρχικὸς πυρῆνας ἀπομένει ἔτσι μὲ τὴν κοινωνικὴ καὶ συμβολική του σημασία, χωρὶς δηλαδὴ ἀποκλειστικη ὠφέλιμη χρήση, ὅπως εἶναι οἱ ἐκκλησίες ἢ οἱ δημόσιες στοές· δὲν σημαίνει ὅμως ὅτι παύει νὰ ὑφίσταται ὡς χῶρος, τοὐναντίον: εἶναι καθαρό κέλυφος τὸ ὅποίο, ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν σχηματίζεται βάσει κάποιας ἀποκλειστικῆς χρήσης εἶναι πιὸ βασικὸς ὡς χῶρος, δύναται δηλαδὴ ν’ ἀναλάβῃ ἄπασες τὶς χρήσεις ποὺ ἀπώλεσε. Μὲ ὅρους Gossen καὶ Menger, θὰ ἔλεγα ὅτι

ἂν χρειασθῇ νὰ ἐγκαταλείψω τοὺς λοιποὺς χώρους μὲ τὴν καθ’ ἕκαστην ὠφέλεια ποὺ μὲ προσφέρουν, ὁ τελευταῖος ποὺ θὰ ἐγκατέλειπα θὰ ἦταν αὐτός.

Ἡ θερμαντικὴ ἑστία δύναται ἀνάγκῃ νὰ εἶναι πάλι μαγειρική, τὸ ἀνάκλιντρο, κλίνη κτλ. Ἡ μεγαλύτερη σημασία τοῦ κοινωνικοῦ χώρου, ἡ κοινωνικότης ἀλλὰ καὶ ἡ «ἀχρηστία» του φαίνεται ἀπ’ τὸ ὅτι αὐτὸν διακοσμῶ μὲ μεγαλύτερη ἐπιμέλεια καὶ ὄχι τὸν ὠφέλιμο ἢ τὸν βοηθητικό. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα εἶναι ἡ hall, ἡ κεντρικὴ αἴθουσα ἢ σάλλα ποὺ ἔχει τὸν πλουσιώτερο διάκοσμο, καὶ καθὼς περιέχει σὲ θέα τὴν κυρία κλίμακα, περιορίζεται σὲ πέρασμα προς αὐτὴν μόνον στὰ σπίτια τοῦ ἄστεως (townhouses) ὅπου ἄλλοι χῶροι τὸ ἀντικαθιστοῦν (drawing room, morning room).

Τούτη ἡ παραπάνω διάκριση μεταξὺ σημαντικοῦ καὶ ὠφελίμου δημιουργεῖ τὸ ἐξῆς σχεδιαστικὸ παράδοξο: ὅτι ἐνῷ μπορῶ νὰ γνωρίζω μὲ ἀκρίβεια τὶς ἐλάχιστες διαστάσεις ἑνὸς ὠφελίμου χώρου, ἀφοῦ προβάλλω ἁπλῶς τὶς κοινές σὲ κάθε ἄνθρωπο, χρήσεις ποὺ λαμβάνει, δὲν μπορῶ νὰ κάμω τὸ ἴδιο μὲ τὸν κοινωνικὸ χῶρο. Ἂν στὴν περίπτωση τοῦ μαγειρείου ἔχω γνώση τῆς δραστηριότητας τοῦ μάγειρα καὶ τῶν μέσων παραγωγῆς φαγητοῦ, ἀδυνατῶ νὰ ὑποθέσω ὁτιδήποτε γιὰ τὸ τὶ θὰ συμβῇ μέσ’ σ’ ἕναν καθιστικὸ χῶρο. Προκειμένου νὰ θέσω τοὺς κυρίους, ἀνώτερης τάξης, σημαντικοὺς χώρους, πρέπει πρῶτον νὰ ὑποθέσω τοὺς δευτερεύοντες, χαμηλότερης τάξης, ὠφελίμους χώρους, οἱ ὁποίοι θὰ μὲ δώσουν ὡς περίσσευμα τοὺς πρῶτους. Οἱ ὠφελιμιστὲς ἀρχιτέκτονες τοῦ λεγομένου μοντερνισμοῦ ἀντίθετα, σχεδιάζουν ὅλους τοὺς χώρους ὡς ὠφελίμους, σὰν ἁπλᾶ καταναλωτικὰ ἀγαθά, εἴτε γιὰ νὰ χαμηλώσουν τὴν οἰκονομικὴ δαπάνη, εἴτε ἐπειδὴ θεωροῦν τὴν ἀξία ὡς κενὸ φετιχισμό.

Ἂς ἐπιστρέψωμε στὸ παράδειγμα τῆς ἀγγλικῆς ἀγροικίας. Αὐτὴ ὑπακούει στὶς ἐξῆς ἀρχές:

—Διατάσσεται σὲ δύο στάθμες, μὲ τοὺς χώρους τοῦ ὕπνου στὸν ὄροφο γιὰ νὰ τοὺς προφυλάξει ἀπ’ τὴν ὑγρασία τοῦ ἐδάφους. Πιθανὸς λόγος ἐξαίρεσης στὸν κανόνα τοῦτον, ἤτοι νὰ συναντήσωμε κοιτῶνα στὸ ἰσόγειο, εἶναι ὅταν αὐτὸς φυλάσσεται γιὰ κάποιον ποὺ ἀδυνατεῖ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν σκάλα (πχ. ἡλικιωμένο ἄτομο).

—Γιὰ τὴν ἐπιλογὴ τῶν σημαντικῶν χώρων ὁ ἀρχιτέκτων ἀνατρέχει σὲ παραδεδομένους τύπους τοὺς ὁποίους προσαρμόζει στὴν κοινωνικότητα τῆς ἐποχῆς καὶ τοῦ τόπου. Ὁ Baillie Scott, γράφει ὁ Muthesius, ἕχει κατὰ νοῦ τὸν  εὐρὺ παντός σκοποῦ δόμο τῶν παραδοσιακῶν ἀγροικιῶν, λαϊκὴ παραλλαγὴ τῆς μεσαιωνικῆς hall τοῦ ἀριστοκρατικοῦ σπιτιοῦ  τὸ ὁποῖο θεωρεῖ ἰδεώδες ὅταν ἔχει νὰ σχεδιάσει μία μικρὴ ἀγροικία (κάτω τῶν 500m² ἢ δαπάνης £3750 — σὲ τιμὴ στερλίνας τοῦ 1900). Προσπαθεῖ ἕτσι νὰ συνενώσῃ hall/living room/dining room ὅπως δεικνύει τὸ σχέδιο του γιὰ τὸ «σπίτι ἑνὸς ἀρχιτέκτονα» ἢ τὸ δικό του σπίτι ὅπου οἱ τρεῖς χῶροι διαχωρίζονται μὲ συρόμενα πετάσματα, καὶ προαναγγέλουν ἔτσι τὰ «Prairie Houses» τοῦ Frank Lloyd Wright. Σ’ ἕνα σχέδιο του στὸ περιοδικὸ The Studio μᾶς φανερώνει την ὑποθετική, ἰδεατή κατοικία ὅπου drawing room και dining room τοποθετοῦνται ἑκατέρωθεν τῆς διωρόφου συνήθως hall χωριζόμενα ἀπό «κινητὲς ὀθόνες» [movable screens]. Ὅπως καὶ νά ’χει, ὁ Baillie Scott κυρώνει τοὺς σημαντικοὺς χώρους μὲ τὴν ἔννοια ποὺ προανέφερα.

Ἑνα ἰδεώδες σπίτι προαστίων τού Baillie Scott δημοσιευμένο στὸ περιοδικό The Studio τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1895

Τὸ σπίτι τοῦ Baillie Scott, The Red house στὸ Douglas  (1892-3). Σχέδιο τοῦ Peter Davey.

—Οἱ καθημερινοὶ χῶροι καὶ οἱ κοιτῶνες εἶναι ἀναπεπταμένοι κατὰ μεσημβρία ἐνῷ τὸ μαγειρεῖο μὲ τὰ δοῦλα δωμάτια [ancillary rooms] κατὰ βορρὰν καὶ ἐπιπλέον οἱ κοιτῶνες, στοὺς ἀντίποδες του δρόμου.

Βάσει τῶν παραπάνω μποροῦμε νὰ ἐπανασχεδιάσωμε ἰδεατὰ μία τέτοια κατοικία, καὶ νὰ ἐπιλέξωμε στὸ ἰσόγειο τὶς ἀξίες hall,  drawing room, dining room ὡς πυρῆνα καὶ τὸ συγκρότημα τοῦ μαγειρείου —viz. kitchen (μαγειρεῖο), pantry (σκευοθήκη), scullery (πλυσταριό πιάτων), meat-larder (κρεοθήκη), coal etc. παρά το dining room. Στὸν ὄροφο σχεδιάζομε τοὺς κοιτῶνες. Ὁ λόγος ποὺ τοῦτα τὰ τελευταῖα εἶναι εὐρύχωρα (20-40 m²) ὀφείλεται στὴν ἀντιστοιχία αὐτῶν μὲ τοὺς χώρους τοῦ ἰσογείου. Ἂν σχεδιάζαμε τοὺς πρώτους κατὰ τὶς ἐλάχιστες διαστάσεις τούτοι-δῶ οἱ χῶροι τοῦ ἰσογείου θὰ προέκυπταν πολύ περιωρισμένοι καὶ θὰ ἔχαναν τὸν «περὶ παντὸς σκοποῦ» χαρακτῆρα ὁμοιούμενοι ὡς ἀξίες μὲ τὶς ἄνω. Ἔτσι οἱ κοιτῶνες εἴτε ἀποκτοῦν μεγάλες διαστάσεις εἴτε προσλαμβάνουν ἕνα dressing room, εἴτε διπλασιάζονται καὶ καλύπτοῦν ἕναν χῶρο τοῦ ἰσογείου σὺν πιθανώς κάποιων δούλων δωματίων. Οἱ ἐξισώσεις ποὺ ἰσχύουν εἶναι: γιὰ κάθε α ἐπιφάνεια χώρου τοῦ ισογείου εἶναι:

Bd=α, Bd+Drss=α ἢ 2Bd=α(+ancillary).

Ἕτσι ἀναλόγως μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν κοιτώνων προεξοφλείται grosso modo τὸ μέγεθος της κατοικίας. Ἂν γιὰ παράδειγμα ἡ οἰκονομικὴ δυνατότης τοῦ ἰδιοκτήτη ἐπιτρέπει περισσότερη ἔκταση, τὰ δωμάτια τοῦ ὀρόφου αὐξάνονται καὶ μαζὶ του ἰσογείου ὅπου προστίθεται ἕνα ξεχωριστὸ study ἢ library ἢ smoking room ἢ ἀκόμη ἔνα billiard room (ἀπαραίτητο γιὰ τὴν ψυχαγωγία τῶν φιλοξενουμένων στὴν ἐξοχή), χρήσεις ποὺ συνηνοῦντο στὴν hall. Ἀκόμη δύναται νὰ προστεθῇ ἕνα καθιστικὸ δωμάτιο γιὰ τὸ πρωί (morning-room). Φυσικὰ ἂν τὰ ὑφιστάμενα δωμάτια τοῦ ὀρόφου ἀρκοῦν, τὸ ἰσόγειο μπορεῖ νὰ ἐπεκταθῇ χωρὶς νὰ λάβῇ ἐπάνω του ὄροφο, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ billiard room τῆς κατοικίας τοῦ Sunning Hill στὸ Berkshire τοῦ R. Norman Shaw ἢ τῆς Cavenham Hall στὸ Suffolk τοῦ A.N. Prentice. Μποροῦμε ὅμως νὰ καταλάβουμε πῶς τέτοιοι ἐπιπρόσθετοι στὸν βασικὸ ὄγκο τοῦ κτηρίου χῶροι ἔχουν, ὅπως εἶναι ἐκ λειτουργίας τὰ θερμοκήπια (conservatories), μικρότερη σημασία καὶ ἀποτελοῦν τελευταῖες ἐπιλογές, καθὼς δὲν ἐξαρτᾶται αὐτῶν, ἄμεσα τοὐλάχιστον, κάποιος ἄλλος χῶρος. Ἂν ἔλειπαν δηλαδὴ δὲν θ’ ἄλλαζαν πολλὰ στὸ σύνολο τοῦ κτηρίου.

Sunninghill, Berkshire τοῦ R. Norman Shaw. Πήγη: H. Muthesius, The English House

Cavenham Hall, Suffolk, τοῦ A.N. Prentice. Πηγή: Η. Muthesius, The English House

 

Μόνον σὲ μία μεγάλη κατοικία μποροῦμε ν’ ἀπαντήσωμε «ἐξαντικειμενικευμένες» σὲ δωμάτια ὅλες σχεδὸν τὶς πιθανὲς χρήσεις. Κάθε δραστηριότητα ἀντιστοιχεῖ σὲ δωμάτιο. Πχ. ἡ δραστηριότητα του «παίζειν»  ὠφελείται παρὰ τοῦ billiard room. Ἂν λείπῃ τέτοιο δωμάτιο τοποθετεῖται στὴν βιβλιοθήκη ἢ τὸ σπουδαστήριο. Ἂν πάλι λείπῃ καὶ τὸ τελευταῖο, στὴν σάλλα (hall). Μποροῦμε νὰ σχηματίσουμε ἔτσι ἕνα «τοπολογικὸ δένδρο» ὅπου τὸ billiard room εἶναι παρακλάδι τοῦ study καὶ αὐτὸ μὲ τὴν σειρά του, τῆς hall. Ἡ hall λοιπὸν εἶναι πιὸ, ὡς εἰπεῖν, θεμελιώδης, ἀπ’ τὰ ὑπόλοιπα, ἔχει δηλαδὴ μεγαλύτερη σημασία. Τὸ study ἔχει μικρότερη σημασία τοῦ hall ἀλλὰ μεγαλύτερη τοῦ billiard room τὸ ὁποῖο καθὼς ἀντιστοιχεῖ σὲ μία ἀποκλειστική χρήση,  ἔχει χαμηλή σημασία, «πρώτης τάξης», ποὺ τείνει στὸ μηδέν. Φυσικὰ ἂν στὸ ἴδιο οἴκημα ὑφίστανται συγχρόνως, δωμάτιο μπιλλιάρδου, σπουδαστήριο, ἴσως καὶ βιβλιοθήκη καὶ business room, ἀντιστοιχοῦν ὅλα σὲ μίαν ἀποκλειστικὴ χρήση, μ’ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν μποροῦμε νὰ διακρίνωμε τὴν ἀξία αὐτῶν.  Τοὐναντίον ἂν δύο ἢ περισσότερες χρήσεις ἐξυπηρετοῦνται ἀπ’ ἕνα δωμάτιο τότε τὸ δωμάτιο τόδε κατέχει ὑψηλότερη ἀξία, πρᾶγμα ποὺ γίνεται ἀντιληπτὸ ἀπ’ τὴν σχετικῶς μεγαλύτερη ἐπιφάνεια του, ἢ μάλλον, ἀπ’ τὴν πυκνότητα τῶν χρήσεων ἀνὰ μονάδα ἐπιφανείας. Ἕνα σπουδαστήριο μὲ βιβλιοθήκη καὶ μπιλλιάρδο, πρέπει νὰ περιέχει βιβλιοστάσια μὲ τράπεζα γιὰ ξεφύλλισμα, μικρό γραφεῖο, καὶ τράπεζα μπιλλιάρδου. Ὅσο περισσότερο διασπείρονται οἱ χρήσεις σὲ εἰδικοὺς χώρους τόσο κατακερματίζεται ἡ ἐπιφάνεια τῆς κατοικίας .

Κατὰ τὰ παραπάνω, κατανοοῦμε γιατὶ εἶναι ἀπ’ τὴν ἁπλῆ  κατοικία ποὺ ἔπρεπε νὰ ξεκινήσωμε γιὰ νὰ εὕρωμε τὴν σημασία τοῦ κάθε χώρου. Τότε μποροῦμε νὰ φτειάξωμε ἕναν πίνακα μὲ τοὺς χώρους ποὺ καταλαμβάνουν κάθε τύπο κατοικίας κατὰ τὸ αὔξον μέγεθος τῆς ἐπιφανείας.

Aggregate SurfaceVALUEARCHITECTONIC UNITIESEXAMPLES
ordinalSocial spaces

 

AncillaryUtile spacesAncillarySocial/utile

spaces

Ancillary
IAll-Purpose RoomAnglo-Saxon
IIHallKitchenElementary Cottage
<200III

 

Parlour/HallKitchenLarder

Coal, WC

1-3BedroomsBath

WC

Gate Lodges
<400IVDrawing-room

(Hall)

Dining-room

WCKitchenScullery

Pantry

Meat-larder

Laundry

3BedroomsBath

WC

Gallop’s Homestead,

Sussex

by C.H.B.Quennell

<500V

 

Drawing-room

Hall

Dining-room

Fumoir /Study

WC

Vestibule

KitchenScullery

Pantry

Meat-larder

Laundry

3Bedrooms

Nursery

Winter

nursery

Bath

WC

The White House,

Helensburg

near Glascow

by M.H. Baillie Scott

<600VI

 

Drawing-room

Hall

Dining-room

Study

Conservatory

WC

Vestibule

Kitchen

Servants’ hall

Scullery

Pantry

Meat-larder

Laundry

Bicycles

4Bedrooms

2Dressing-rooms

 

Bath

WC

House-maid

House at Cobham,

Surrey

by M.H. Baillie Scott

<1000VII

 

Hall

Drawing-room

Dining-room

Billiard-room

Morning-room

WC

Vestibule

 

Kitchen

Servants’ hall

Butler

Scullery

Pantry

Meat-larder

Laundry

Silver

China

4Bedrooms

2Dressing-rooms

4Bedrooms

 

 

Bath

2WC

Linen

Sunninghill,

Berkshire

by R.Norman Shaw

 

1000<VIIIHall

Drawing-room

Dining-room

Library

(Billiard-room?)

 

WC

Vestibule

Cloakroom

 

Kitchen

Servants’ hall

 

Scullery

Pantry

Meat-larder

Laundry

Silver

China

Bicycles

3Bedrooms

(+1?)

2Dressing-rooms

 

3Baths

WC House-maid

W.Blackie’s

Hill House

Blackhill, Helensburg

Dunbartonshire

(near Glascow)

by Charles Rennie

 Mackintosh

Cost £6000

2Daughters’-Bedrooms

Nursery

Night nursery

3Maids’rooms

Children’s play- room

 

 

Gallop’s Homestead, Sussex, τοῦ C.H.B. Quennell. Πηγή: Η. Muthesius, The English House

The White House τοῦ M.H. Baillie Scott. Πηγή: Η. Muthesius, The English House

Κατοικία στὸ Cobham, Surrey τοῦ M.H. Baillie Scott. Πηγή: Η. Muthesius, The English House

Ἀπὸ τὸν ἄνω πίνακα μποροῦμε νὰ ἐπανασυστήσωμε τὸ ἀξιολογικὸ πλαίσιο τῆς βρετανικῆς κοινωνίας του ιθ΄ αι. Πχ. τὸ ὅτι τὸ parlour ἢ withdrawing room εἶναι κατὰ παράδοση καὶ τύποις χῶρος ἀπόσυρσης τῶν γυναικῶν ἐνῷ ἡ βιβλιοθήκη των ανδρών, καὶ τὸ πρῶτο τοποθετεῖται ὑψηλότερα (ἢτοι εἶναι πιὸ ἀναγκαῖο) ἀπ’ τὸ δεύτερο, ἀποδεικνύει τὴν βασιλεία τῶν γυναικῶν στὸ σπίτι. Ὁ ἀποκλειστικὰ ἀνδρικὸς χῶρος κεῖται ἐκτὸς σπιτιοῦ στὸν χῶρο ἐργασίας του, τὸ  coffee house, τὸ club ἢ τὸ public house. Τὸ ἴδιο δηλοῖ ἡ ἐμφάνιση παρὰ τὸν κοιτῶνα, ἑνὸς dressing-room, χώρου προετοιμασίας τοῦ ἄνδρα. Ἐπιπλέον, ὅσο αὐξάνῃ τὸ πλῆθος τῶν χώρων αὐξάνουν καὶ τὰ δωμάτια τῶν ὑπηρετῶν, προστίθεται μία σάλλα γι’ αὐτοὺς, ὅπως καὶ τὰ διάφορα βοηθητικά. Πράγματι, σ’ ἔνα manor δύναται τὰ domestic offices νὰ ὑπερτεροῦν σ’ ἐπιφάνεια τῶν residential rooms. Τὸ townhouse στὴν πόλη, διατάσσεται κατὰ τὸν τύπο τῆς ἀγροικίας καὶ ὄχι τ’ ἀντίθετο, ἀναφέρει ὁ Muthesius, πρᾶγμα ποὺ ἐπιβεβαιοῖ ἡ παρούσα ἀνάλυση καθὼς ἡ ἴδια ἱεραρχία χώρων ἀπαντᾶται σὲ πλέον περιωρισμένο χῶρο. Στὸ τυπικὸ terrace house πρόσοψης 20-25-30ft (6,10-7,63-9,10m) ἡ κατηγορία VII διατάσσεται ὡς ἐξῆς: τὸ συγκρότημα τοῦ μαγειρίου τοποθετεῖται στὸ ἡμιυπόγειο, τὸ συγκρότημα τῶν κοινωνικῶν χῶρων διαμοιράζεται στὸ ἰσόγειο καὶ τὸν πρῶτο ὄροφο, καὶ οἱ κοιτῶνες σὲ δεύτερο, τρίτο και τέταρτο. Τὸ πρῶτο εὑρίσκεται ἐγγὺς τοῦ δρόμου γιὰ τὴν τροφοδοσία ἀλλὰ ὑποβαθμισμένο στὸ ἡμιυπόγειο· τὸ δεύτερο, σὲ ὁπτικὴ σχέση μὲ τὸν δρόμο ὡς κοινωνικότητα,  μὲ τὸ morning room ὡς ἀνεπίσημο καθιστικὸ παρὰ τὴν εἴσοδο στὸ ἰσόγειο ὅπως καὶ τὸ  dining room στὴν ὁπισὼ πλευρὰ προκείμενου νὰ ἐξυπηρετῆται ἀπ’ τὸ μαγειρεῖο. Λόγῳ στενότητας τοῦ κτηρίου ἡ μεγάλη hall τῆς ἀγροικίας ὑποβαθμίζεται σὲ παστάδα, vestibule. Ἔτσι ἕνα μεγάλο drawing room πάει στὸν α΄ ὄροφο. Μετὰ ἀκολουθεῖ ὁ ὄροφος τῶν κυρίων ὑπνοδωματίων, ὁ ὄροφος ὕπνου τῶν παιδιῶν, καὶ τέλος, παρὰ τὴν στέγη, τῶν ὑπηρετῶν. Πρὸς τὴν γαλλικὴ bourgeoise πολυκατοικία τῆς ἴδιας ἐποχῆς ὁποῦ ὁ ὁπίσω χῶρος ὑποτιμᾶται, ἐδῶ, κατὰ τὸν κανονισμό τῆς ἐποχῆς οἱ ἀνώτεροι ὄροφοι ὑποχωροῦσαν ἀπ’ τὴν ὀπίσω  αὐλὴ τοῦ κτηρίου ὥστε αὐτὴ νὰ εἶναι ἡλιόβλητος καὶ εὐάερος. Τὸ ὑπερώον δὲν μποροῦσε παρά νὰ προορίζεται γιὰ ὕπνο λύοντας καὶ τὸ πρόβλημα τοῦ θορύβου ποὺ προκύπτει ἀπ’ τὴν ἀναγκαία θέση αὐτῶν ἐπὶ τοῦ δρόμου. Τούτη ἡ παράμετρος δὲν ἀναιρεῖ τὸν κανόνα τῆς ὑψηλότερης σημασίας τῶν ὀρόφων πλησίον τοῦ ἐδάφους ποὺ θέσαμε στὴν ἀρχή.

 

 

ATTIC 

 

 

 

 

 

 

4TH FLOOR

(servants)

[Stairs+Passage]

3Bedrooms

Dressing-room

3RD FLOOR

(children)

[Stairs+Passage]

2Bedrooms

Dressing-room

2ND FLOOR

(main bedroom)

[Stairs+Passage]

2Bedrooms

Dressing-room

WC
1ST  FLOOR[Stairs+Passage]

Drawing-room+ladies’ parlour

Boudoir

Bath

WC

GROUND FLOOR[Hall]

Dining-room

Morning-room

Study/Library/Billiard-room

WC

Vestibule

 

BASEMENTKitchen

Servants’ hall

Butler

Scullery

Pantry

Meat-larder

Laundry

Silver

China

Cellar

 

13, Lincoln Inn Fields, οíκία John Soane

Τὸ παραπάνω κτήριο εἶναι τῆς τάξης τῶν 600-700m². Σὲ μεγαλύτερης κάλυψης οἰκοδομές ὅπως τὸ terrace house στὸ 196 τῆς Queensgate, παραμένει ἡ ἴδια διάρθρωση χώρων αὐξανόμενης μόνον τῆς ἐπιφανείας τῶν κοινωνικῶν χώρων καὶ τοῦ πλήθους τῶν κοιτώνων. Τοὐναντίον, σὲ μικρότερα, δύο ἐπιπέδων, χωρίς ὑπόγειο, terrace houses (16ft πρόσοψης) ἢ semi-detached houses των προαστίων παραλείπεται τὸ σπουδαστήριο καὶ τὸ morning room, τὴν θέση τῶν ὁποίων καταλαμβάνουν κατ’ ἀντιστοιχία τὸ μαγειρεῖο καὶ τὸ living-room, ὅπως φυσικὰ μικραίνει τὸ πλῆθος τῶν κοιτώνων, έλλείψει πλήθους ὑπηρετῶν. Οἱ ἴδιες μονάδες  χώρων ὑπάρχουν, ἐξαιτίας τῆς περιωρισμένης έκτασης, στὸν τύπο τοῦ διαμερίσματος. Τὸ ὅτι οἱ χῶροι τῆς (κυρίας) ἐξοχικῆς κατοικίας ἐπανευρίσκονται σὲ πλέον περιωρισμένο χῶρο στὴν κατοικία τῆς πόλης, πρέπει νὰ ἔχουν ὑψηλότερη σημασία ἐν γένει ἀπ’ τὶς ἀντίστοιχες τῆς ἐξοχῆς. Ὅμως τὸ ὅτι ὁ ἴδιος ὁ κάτοικος θεωρεῖ σημαντικώτερο τὸ σπίτι του στὴν ἐξοχή, «τὸ κάστρο του», ἐξηγεῖ τὴν μεγαλύτερη κινητικότητα στὴν πόλη πρὸς τὴν ἐξοχή. Τὸ σπίτι στὴν πόλη ἔχει πιὸ μεγάλη ζήτηση, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ ἰδιοκτήτης του τὸ ἐγκαταλείπει πιὸ εὐκολα μεταβιβάζοντας τὸ leasehold ἢ δίδει αὐτὸ πρὸς ἐνοικίαση, γιατί σημαίνει πιὸ ὀλίγα πράγματα γι’ αὐτόν. Οὔτως ἡ ἄλλως τόπος κατ’ ἐξοχὴν τοῦ freehold εἶναι ἡ ἐξοχή.

Κάθε παρέκκλιση ἀπ’ τὴν παραπάνω τάξη μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν παρουσία ἑνός κατοίκου ἰδιαίτερης δραστηριότητας. Τέτοια εἶναι ἡ περίπτωση κατοικιῶν ἀρχιτεκτόνων, ζωγράφων κτλ. ποὺ ἐμφανίζουν ἕνα ἐργαστήριο σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἡ συνεύρεση κατοικίας καὶ ἐπαγγελματικοῦ χώρου στὸ ἰσόγειο ἔχει καταργηθῆ. Τὸ πιὸ χαρακτηριστικὸ δεῖγμα εἶναι ἡ οἰκία τοῦ ἀρχιτέκτονα John Soane. Ὁ Soane εἶχε ἀγοράσει διαδοχικὰ τὰ terrace  houses στοὺς ἀριθμοὺς 12, 13, 14 τῶν Lincoln Inn Fields ὑπὸ τὴν τυπολογία ποὺ προαναφέραμε. Ἑντούτοις κράτησε τὴν μεσαία κατοικία (No 13) καὶ διεμόρφωσε στοὺς τρεῖς ὁπίσω ἀκαλύπτους χώρους στάβλων (mews) ἕνα συγκρότημα χώρου σχεδιαστηρίων, μουσείου ἀρχαιοτήτων, πινακοθήκης (picture gallery), χαρτοπαιξίας (card room), ἀναμέσον μικρῶν φωταγωγῶν καὶ αἰθρίων. Ἀνέπτυξε δηλαδὴ τὸ study/library τοῦ τυπικοῦ terrace house, ἀποδίδοντας τοῦ χρήσεις ποὺ στὶς τυπικές περιπτώσεις θὰ ἦταν τελευταία ἐπιλογή χλιδῆς καὶ θὰ μπορούσαμε ν’ ἀπαντήσωμε μόνον σὲ μεγάλες ἐπαύλεις (πχ. Dawpool τοῦ R.N. Shaw), ὅπως ἕνας χῶρος πινακοθήκης. Παρόμοια περίπτωση ἀποτελεῖ τὸ σπίτι τοῦ ζωγράφου Frederic Leighton στὸ Holland Park ποὺ προσαρτᾷ ἐπιπλέον καὶ μίαν«ἀραβικὴ σάλλα».

Ἀπαντῶμε τὴν τυπικὴ διάταξη τῆς κατοικίας σὲ κτήρια ποὺ δὲν ἀποτελοῦν κατοικίες ἀλλὰ προσομοιώσεις αὐτῶν ὅπως οἱ ἀνδρικὲς λέσχες, gentlemen’s  clubs. Εἶναι ἐξέλιξη τῶν καφφενείων, coffee houses. Ἀντίθετα πρὸς τὴν ἐξέλιξη αὐτῶν τοῦ λονδρέζικου City σὲ ἐπενδυτικὲς τράπεζες ἢ τῶν Docks σὲ ἐταιρεῖες ναυτιλιακῶν ἀσφαλίσεων, τοῦτα τοῦ West End (St James & Pall Mall) διεφύλαξαν τὸν κοινωνικό χαρακτῆρα καὶ ὑιοθέτησαν τοὺς κοινωνικοὺς χώρους τῆς κατοικίας. Ἔτσι τὸ Guard’s club ποὺ ἐκεῖτο στὸν ἀριθμὸ 70 τῆς Pall Mall ἀποτελεῖ μετατροπὴ κατοικίας. Στὸ ἰσόγειο ἕνα morning room εἶναι ἀναπεπταμένο στὸν δρόμο, ἐνῷ στὴν ὁπίσω αὐλή το coffee room, ὁ μόνος χῶρος ποὺ δὲν ἀνήκει στὴν κατοικία καὶ σημαίνει τὴν καταγωγὴ τῶν λεσχῶν. Στὸν ὄροφο, ἐμπρὸς τοποθετεῖται μία βιβλιοθήκη και ὁπίσω, τὸ dining room. Τούτη ἠ τυπολογία παραμένει καὶ στὰ μεγαλύτερα, παλλαδιανῆς (νεοκλασικῆς) ἔμπνευσης ὅπως τὸ Reform, τὸ Travellers’, τὸ Carlton, τὸ Conservative club. Τὸ ἰταλιώτικο αἴθριο καλύπτεται καὶ τρέπεται σὲ saloon ἔτσι ὤστε ἀντιστοιχεῖ στὴν διώροφο hall τῶν κατοικιών, χωρίς ὅμως νὰ λαμβάνῃ τὸν καθιστικὸ χαρακτῆρα τοῦ τελευταίου. Παραμένει ἕνα vestibulum ἀφιερωμένο στὴν κίνηση. ἄλλωστε ἡ ἐπανεκτίμηση τῆς hall ποὺ ἀπαντήσαμε στὸν τύπο τῆς ἀγροικίας ἔρχεται μὲ τὴν ἐπιστροφὴ στὶς παραδοσιακὲς ἀξίες κατὰ τὴν βικτωριανή περίοδο τοῦ κινήματος τῶν Arts & Crafts καὶ τὴν ἐναντίωση αὐτῶν στὸν νεοκλασικὸ παλλαδιανισμό. Τὸ βιβλίο δε, τοῦ Muthesius ἔφερε στὴν Mεσευρώπη τὸ ζήτημα τοῦ πρακτικοῦ, παρότι πλείστοι οἱ «μοντερνιστὲς» ἀνέγνωσαν αὐτὸ ὑπὸ ὅρους μόνον ὠφελείας καὶ ὄχι σημασίας.

Carlton Club, St James Street. Πηγἠ: London Survey vol. 29-30, ch,XXVI, British History Online

Ἡ μέθοδος τούτη δίδει μία γενικὴ σύνδεση τῆς ἀνθρώπινης δραστηριότητας μὲ τὸν χῶρο, καὶ μποροῦμε νὰ τὴν χρησιμοποιήσωμε καὶ γιὰ ἄλλους τύπους οἰκημάτων. Ἄλλωστε ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι περιώνυμοι τύποι κατοικίας ὅπως τὸ πέριξ αίθρίου (ἑλληνικό, ῥωμαϊκό, ἀραβικό), τὸ ἰαπωνικό, τὸ ὀθωμανικό κτλ. Ἡ μέθοδος βάζει τὴν ἔννοια τῆς σημασίας στὴν συζήτηση, ὅμως ἔχει κάποιους περιορισμούς. Ἔθεσα ἕναν ἤδη, ὅτι πρέπει νὰ ἔχω ἕνα πλῆθος δειγμάτων ἀπὸ τὸ πιὸ ἁπλοῦν στὸ πιὸ πλούσιο. Καὶ αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ μόνον σὲ μία χρονικὴ περίοδο ἀλλὰ καὶ στὸ σύνολο τῆς ἱστορικοῦ κύκλου μιᾶς κοινωνίας. Εἶναι ὅταν ἡ κοινωνία πλουτίζει καὶ μπαίνει στὴν περίοδο, ὡς εἰπεῖν, τῆς παρακμῆς ποὺ χάνονται οἱ σημασίες καὶ οἱ χρήσεις διαμοιράζονται σὲ καθ’ἑκαστὸν χώρους μέχρι ποὺ λησμονεῖται τὸ νόημα αὐτῶν. Ἡ βικτωριανὴ ἀγροικία εἶναι πρόσφορο παράδειγμα ἐπειδὴ συνδυάζει μίαν ἀνεπτυγμένη πολιτισμικὰ κοινωνία μὲ τὸ παρελθόν μιᾶς λιτῆς διαβίωσης. Ἔπειτα, ἡ κατασκευὴ αὐτής ἀφήνει ἀρκετὴ ἐλευθερία στὴν κάτοψη ὥστε νὰ μποροῦν νὰ ληφθοῦν ἀξίες ἀπὸ τὰ σχετικὰ μεγέθη τῶν ἐπιφανειῶν. Στὰ ἀμερικανικὰ σπίτια τῆς ἴδιας περιόδου ὅπως δίδονται στὴν συλλογὴ σχεδίων τοῦ George Frankin Barber, Modern Dwellings and their proper construction (1905) παρότι εἶναι μεταφορὰ τῶν χωρικῶν μονάδων τοῦ βρεταννικοῦ προτύπου, οἱ χῶροι ἰσομοιράζονται ὑπακουοῦν σὲ συμμετρίες, οὐσιαστικὰ στὴν ἀνάγκη πού ὑποβάλλει τόσο τὸ ὑλικὸ καὶ ὁ τρόπος κατασκευῆς (ξύλινος κλωβός) ὅσο καὶ ἡ μαζικὴ σκόπευση. Ἰσομοιρασμό καὶ συμμετρία ὑποβάλλει καὶ ἡ κάλυψη μὲ θόλους καὶ σταυροθόλια, ὅπως στὰ παλλαδιάνα νεοκλασικὰ ὅπου ἡ μορφολογικὴ ἰδέα τῶν πλατωνικῶν ἁπλῶν στερεῶν συναντάει μία κατασκευαστικὴ πρακτική. Ἄρα ἡ μέθοδος ποὺ παρουσίασα εἶναι ἕνας μόνον ἀπ’ τοὺς νόμους ποὺ συμμετέχουν στὸν σχηματισμὸ του χώρου. Νόμοι τέτοιοι μποροῦν νὰ εἶναι τὸ ὑλικό καὶ ἡ οἱκοδομική ποὺ πάλαι διέφεραν ὅχι μόνον ἀπὸ τόπο ἄλλα καὶ ἀπὸ χρονικὴ περίοδο σὲ περιόδο· μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ κοινωνία τοῦ οἱκοδομικοῦ σιναφιοῦ: ἄλλο πρᾶγμα τεύχουν οἱ τεχνίτες, ἄλλο ἡ μαζικὴ παραγωγή· μποροῦν νὰ εἶναι οἰκοδομικοὶ κανονισμοί ἢ ἁπλῶς οἰκοδομικὰ συγγράμματα. Ὅπως καὶ νά ’χει θὰ μετατοπίσουμε τὴν ἐρευνά μας ἀπ’ τὴν ἔννοια τῆς δράσης, στην ἔννοια τοῦ νόμου, ὡς σύνδεση μεταξύ κοινωνικῆς δράσης καὶ κτισμένου χώρου. Ἀντὶ νὰ φτειάξωμε δηλαδή ὑποθετικοῦς γενικοὺς τύπους δράσης γιὰ νὰ εὕρωμε τοὺς κανόνες της, μποροῦμε κατευθείαν νὰ ἐντοπίσουμε τοὺς νόμους στοὺς ὁποίους αὐτὴ τηρεῖ πράγματι.

Γ. Α. Σιβρίδης

 

 

 

[i]Alfred SCHÜTZ, Indirect Social Relationships, in On Phenomenology & Social Relations, Chicago 1970, σελ. 227.

[ii]Jean-Paul SARTRE, L’être et le néant, Paris 1943, σελ. 44-45

[iii]Alfred SCHÜTZ, Interactional Relationships, in op.cit. σελ. 182.

[iv]

[v]Friedrich Augustus von HAYEK, The Use of Knowledge in Society, in Individualism & Economic Order, σελ. 80-1, 90

[vi]Carl MENGER, Grundsätze der Volkwirtschaftslehre, ἀγγλιστί:  Principles of Economics p.71