Ένα σχόλιο στό άρθρο “κι αν επιστρέφαμε στην καθαρεύουσα;”

Σε πρόσφατο άρθρο του (30.05.2015) στην Καθημερινή υπό τον τίτλο “Κι αν επιστρέφαμε στην καθαρεύουσα;” ο κ. Τάκης Θεοδωρόπουλος θέτει εκ νέου το γλωσσικό ζήτημα από μια κάπως ασυνήθιστη οπτική γωνία.

Θεωρώ το άρθρο του Θεοδωρόπουλου περισσότερο μια πρόκληση παρά μια σοβαρή πρόταση και ως φιλόλογος και γλωσσολόγος βρίσκω την αφορμή για να συζητηθούν τα περί της γλώσσης ενδιαφέρουσα. Φυσικά και μια “επιστροφή” σε ένα προγενέστερο στάδιο είναι όχι μόνον αδύνατη (τίποτα δεν μπορεί να “ξανασυμβεί”) αλλά και ανούσια.

Ωστόσο, υπάρχουν μερικές παρανοήσεις:

Πρώτο(ν), η καθαρεύουσα δεν επιβλήθηκε εκ του μηδενός, όπως περίπου πιστεύεται, αλλά αποτέλεσε μια γραπτή γλωσσική ποικιλία, μεταξύ άλλων ποικιλιών κυρίως της καθομιλουμένης, με μεγάλη παράδοση στην ιστορία των ελληνικών γραμμάτων που για μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρξε κυρίαρχη στα εκπαιδευτικά πράγματα, αν και στην πράξη μία ενιαία “καθαρεύουσα” δεν υπήρξε ποτέ (και ουσιαστικά η χρήση της ευτελίστηκε όταν η “απλή καθαρεύουσα” έγινε το όργανο έκφρασης των χουντικών, όπως παρατηρεί και ο κ. Θεοδωρόπουλος). Η εμφάνιση της καθαρεύουσας λοιπόν δεν έγινε “αίφνης” αλλά αποτέλεσε το τελικό στάδιο μιας μακρόχρονης ύπαρξης του φαινομένου της “κοινωνικής διγλωσσίας” (αγγλιστί: ‘diglossia’, να μην συγχέεται με το ‘bilingualism’, δηλ. την παράλληλη γνώση και χρήση δύο διαφορετικών γλωσσών από έναν συγκεκριμένο ομιλητή), δηλ. της ύπαρξης δύο γλωσσικών ποικιλιών, μιας “επίσημης” (συνηθέστερα αρχαΐζουσας) και μιας καθομιλουμένης, εντός μιας γλωσσικής κοινότητας, όπως συμβαίνει και σήμερα σε Ελβετία / Αυστρία ή στις αραβικές χώρες μεταξύ άλλων. Το φαινόμενο αυτό χρονολογείται ουσιαστικά από τους Αλεξανδρινούς χρόνους (αττικισμός κτλ.) όταν οι κλασσικίζοντες επιχείρησαν την επιστροφή στην γλώσσα της κλασσικής Αθήνας ως αντίδραση στον “παρηκμασμένο” κατ΄αυτούς λόγο της Κοινής Ελληνικής (τα ελληνικά της Καινής Διαθήκης π.χ.). Το φαινόμενο παρατηρείται και στα Βυζαντινά χρόνια όπου οι συγγραφείς επιλέγουν για αιώνες την λόγια γλώσσα για τα γραπτά τους και μόνον μεταγενέστερα κείμενα από περίπου τον 12ο αιώνα, όπως π.χ. το έπος του “Διγενή Ακρίτα” ή το λεγόμενο “Χρονικόν του Μορέως” (14ος αιώνας) είναι γραμμένα στην καθομιλουμένη. Λόγω λοιπόν αυτής της παράδοσης κοινωνικής διγλωσσίας, η λόγια γλώσσα πέρασε ως το κύριο γλωσσικό όργανο στην εκπάιδευση του μεταβυζαντινού ελληνισμού, για λόγους όχι μόνον “συντηρητισμού” αλλά και γιατί η πρακτική ανάγκη της συνέχισης μιας εκπαιδευτικής παράδοσης δεν δημιούργησε το αίτημα για κάποια ρηξικελευθη αλλαγή παρά πολύ αργότερα, τα χρόνια του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, όπου και πάλι όμως το γλωσσικό όργανο ήταν, ακόμη και στις πιο “προοδευτικές” εκδοχές του, αρκετά αρχαΐζον με τα σημερινά μέτρα και σταθμά. (Είναι ασφαλώς δύσκολο να δούμε στην παρούσα ανάρτηση το γλωσσικό ζήτημα σε όλες του τις εκφάνσεις λεπτομερώς, προτείνω πάντως, παρά τις επιμέρους διαφωνίες, το βιβλίο του Peter Mackridge (2009): “Language and National Identity in Greece, 1766 – 1976”, Oxford)

Δεύτερο(ν), η σημερινή κοινή ελληνική (γνωστή και με το ενδιαφέρον ακρωνύμιο ΚΝΕ) είναι ένα αμάλγαμα στοιχείων της καθομιλουμένης και της λόγιας γλώσσας. Μπορεί, πλέον, να μην χρησιμοποιούνται πνεύματα και τόνοι ή μερικές καταλήξεις, αλλά η ουσία παραμένει ότι η λόγια γλώσσα εμπότισε τον λόγο μας που πλέον αποτελεί και μητρική μας γλώσσα. Εξάλλου, όταν μια νόρμα διδάσκεται ως υποχρεωτική στο σχολείο, αποτελεί σε κάποιο βαθμό ένα είδος “καθαρεύουσας” στο οποίο απαιτείται προσκόλληση.

Επειδή όμως η γλώσσα “δεν είναι κοινωνικά αθώα” όπως έιπε ο Barthes, έτσι και η συζήτηση περί δημοτικής και καθαρεύουσας έχει ακόμη πολιτικές προεκτάσεις, κακώς κατά την γνώμη μου. Και για αυτό το φαινόμενο του “γλωσσαμυντορισμού” απαντάται πλέον και από την πλευρά των “νεοδημοτικιστών”, όσων δηλ. κυνηγούν όποιον τολμά ακόμα να χρησιμοποιεί κανένα τελικόν -ν- ή καμιά κατάληξη της τρίτης κλίσεως, προφανώς γιατί μια τέτοια “παρέκκλιση” δεν συνάδει με ένα ιδεολογικό “πακέτο”. Είναι επίσης σημαντικό να καταστεί περισσότερο κατανοητό από μερίδα συναδέλφων γλωσσολόγων ότι η γλώσσα δεν αποτελεί μόνον σύστημα επικοινωνίας και δομή, ούτε φέρει μόνον κοινωνικό χρωματισμό αλλά ότι έχει και πολιτιστικές και αισθητικές προεκτάσεις που ενίοτε κείνται πέραν της όποιας γλωσσολογικής ανάλυσης. Ο γλωσσολόγος λοιπόν μπορεί και πρέπει να διαλύσει τα όποια μυθεύματα π.χ. περί της ελληνικής ως «μητέρας όλων των άλλων γλωσσών», ή τις φαιδρότητες για το πώς «το τελικό -ν- βοηθάει στην λειτουργία του εγκεφάλου», παρα-επιστημονικά μυθεύματα που έχουν δυστυχώς πλατιά απήχηση. Θα πρέπει όμως ομοίως να είναι ειλικρινής ώστε την επιστημονική του ανάλυση να μην την χρησιμοποιεί ως πρόσχημα επιβολής ιδίων ιδεολογικών απόψεων, γιατί το επιστημονικό συμπέρασμα σπάνια πρέπει να συνεπάγεται και συγκεκριμένη πολιτική πρόταση, ειδικά όταν αυτό το συμπέρασμα, ακόμη κι αν είναι επιστημονικά επαρκές, λησμονεί άλλες παραμέτρους.

Όταν ο Εμπειρίκος “κατηγορήθηκε” από κάποιους ως “γλωσσαμύντωρ”, απάντησε ότι απλώς γράφει στην γλώσσα των κειμένων που αυτός έχει μελετήσει περισσότερο. Γνώμη μου λοιπόν είναι ότι και στην εκπαίδευση πρέπει να υπάρχει καλή και ενιαία γνώση της Νέας Ελληνικής, παράλληλα με την σωστή μελέτη των αρχαίων Ελληνικών (και δη καταρχήν των νοημάτων των κειμένων αυτών), της συναρπαστικής διαχρονίας της γλώσσας (είναι τραγικό πόσο αγνοούμε την Βυζαντινή γραμματεία), των διαλεκτικών παραλλαγών. Στόχος μας δεν πρέπει να είναι τα ομογενοποιημένα ελληνικά, αλλά τα ελεύθερα Ελληνικά τα οποία στον ελεύθερο γραπτό λόγο δεν θα υπακούουν σε άκαμπτες νόρμες αλλά στο ύφος του συγγραφέως, όποιο κι αν είναι αυτό, και που θα μπορούν να αντλούν λεξικολογικό και γραμματικό υλικό από όλες τις περιόδους της Ελληνικής. Και φυσικά κάθε ύφος θα κρίνεται εκ του αποτελέσματος.