Εμπόριο, εμποροκρατία και σύγχρονο κράτος, Γ΄: ο χρόνος και η πολιτεία (γ)

2.6. Απ’την πολιτεία στην θαλασσοκρατία: Εμποροκράτες και άμιλλα. Εμπορικό ισοζύγιο και μεταποίηση.

Είδαμε πώς μεταξύ των συγγραφέων του ιη΄ αι. και κυρίως των αὐγουστείωνAugustan, διατυπώνονται επιφυλάξεις ως προς τα αποτελέσματα της τότε δρομολογουμένης αυτοκρατορικής επέκτασης της Βρεταννίας. Ο ίδιος ο Harrington είχε γράψει ότι the sea gives law to the growth of Venice, but the growth of Oceana gives law to the sea, αλλά υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην επέκταση μιας αγροτικής πολιτείας όπως ήταν η Ρώμη ή οι υπόλοιπες παραδοσιακές αυτοκρατορίες που στους κόλπους αυτών δημιουργούνται όπως είδαμε οι συνθήκες του εμπορίου, από μία θαλασσοκρατία όπου το εμπόριο είναι μαζί με τον πόλεμο μέσο της επέκτασής της. Ο William Paterson, ο εμπνευστής του θνησιγενούς σχήματος Darién (και αμέσως μετά, της Τραπέζης της Αγγλίας) έγραφε ότι οι Σκώτοι εποικίζοντας τον ισθμό του Παναμά θα γίνονταν ικανοί to give laws to both oceans and become arbitrators of the commercial world, without being liable to the fatigues, expanses and dangers of contracting the guilt and blood of Alexander and Caesar[i]. Εν τούτοις η εμπορική αυτοκρατορία δεν αποφεύγει τον πόλεμο. Ο Francesco Algarotti στην πραγματεία του περί εμπορίου (1764) γράφει ότι οἱ Ἀγγλοι, οἳ διὰ γῆς καὶ θαλάσσης κάμουσι χρήσιν τῶν ὅπλων των, δεικνύουσι ὅτι ἔξεστι ἐνοφθαλμίσειν τις στρατιωτικὴν ἀρετὴν ἐν τῷ ἐμπορικῷ ἐπαγγέλματι· κἂν διάγωσι τὸ ἐμπόριο καρχηδονίῳ λεπτότητι, οὐ στεροῦνται ρωμαϊκῆς ἀρετῆς ἐν τῷ πολέμῳ. Ο Ferdinando Galiani δε, υποστηρίζει (Dialogues sur le commerce des bleds, 1770) ότι οι ευνοϊκές εμπορικές συμφωνίες είναι μόνον το αποτέλεσμα νικών και κατακτήσεων[ii].   Το «δίδω» ή «υπαγορεύω νόμους» αποδίδεται με την λέξη iurisdictio, λέξη συνώνυμη του imperium. Αφού η έκφραση «to give laws» στην γλώσσα της εποχής αποδίδεται και στο εμπόριο, οι Ἀγγλοι δίδουν μεγάλη σημασία στο να μπορούν να «δίδουν νόμους» και να μην «λαμβάνουν» μέσῳ του εμπορίου[iii]. Ο Davenant υιοθετώντας τον Μακιαβέλλι στις εμπορικές σχέσεις γράφει στο An Essay Upon the Probable Methods of Making a People Gainers in the Balance of Trade (1699): No Wise State, if it has the Means of preventing the Mischief, will leave its Ruin in the Power of another Country. And if Wars have been thought not only Prudent, but just, which have been made to interrupt the too sudden Growth of any Neighbour-Nation, much more justifiable may a Mother-Kingdom exercise the Civil Authority in relation to her own children (σελ. 125). O controleur général des finances (πρωθυπουργός) του Λουδοβίκου ΙΔ΄, Jean-Baptiste Colbert θα γράψει στον εξάδελφό του ότι το εμπόριο είναι η πηγή των οικονομικών και τα οικονομικά είναι το νεύρο του πολέμου (Le commerce est la source de la finance, et la finance est le nerf de la guerre). Η υπεροχή ενός έθνους εντοπίζεται πλέον στους πλούτους του δια των οποίων μπορεί να υποτάξει τ’άλλα έθνη. Αυτοί οι πλούτοι βασίζονται στις εξαγωγές προϊόντων προστιθέμενης αξίας, δηλαδή μεταποίησης. Για την Γαλλία ήσαν κυρίως τα υφάσματα. Για να καταλάβουμε την γλώσσα που χρησιμοποιείται, σ’ένα ανώνυμο μνημόνιο του 1744 αναφέρεται ότι η επέκταση των εξαγωγών υφασμάτων θα πλουτίσει το λαό και θα εκμηδενίσει τους λαούς των Ολλανδών και των Άγγλων[iv]. Η εμπορική υπεροχή έχει αρχικά ως κίνητρο την ελευθερία ενός έθνους προς τα υπόλοιπα· γράφει ο Shaftesbury το 1663 (Delenda est Carthago): When you consider we are an Island, ’tis not Riches nor Greatness we contend for, yet those must attend Success; but ’tis our very Beings are in Question; we fight pro aris & focis, in this War, we are no longer Freemen, being Islanders and Neighbours, if they Master us at Sea: There is not so Lawful or Commendable a Jealousie in the World, as an English Man’s, of the growing Greatness of any Prince or State at Sea. Όμως, καταλήγει στην παγκόσμιο ηγεμονία:  she who commands the Commerce, commands the Wealth; and she who commands the Wealth of the World, must command the World itself, λέει το 1799 ο Thomas Brooke Clarke που βασιζόμενος στον νόμο των εθνών του Vattel θεωρούσε την αντιπαλότητα απαραίτητο συστατικό των διεθνών σχέσεων. Ο ανταγωνισμός αυτός έμεινε γνωστός ως jealousy of tradeἐμπορικὴ ζήλια απ’το φερώνυμο δοκίμιο του Hume του 1758· αναφέρεται επίσης ως jalousie du commerce, απ’τον σεκρετάριο του κράτους επί των εξωτερικών υποθέσεων του Λουδοβίκου ΙΕ΄, René-Louis de Voyer de Paulmy Marquis d’Angenson, και ως gelosia di commercio απ’τον Paolo Mattia Doria (Il commercio mercantile, 1742).

Στην πρόσφατη μελέτη (2005) Jealousy of Trade: International Competition and the Nation-State in Historical Perspective, ο István Hont, ανάγει τον τίτλο του Hume σε μία φράση απ’τον Leviathan (κεφ. XIII — Of the Naturall Condition of Mankind, as Concerning Their Felicity, and Misery) του Hobbes: yet in all times, Kings, and persons of Soveraigne authority, because of their Independency, are in continuall jealousies, and in the state and posture of Gladiators· θέτει το ερώτημα αν η εμπορική ζήλια, αυτή η μείξη πολέμου και εμπορίου, είναι εφαρμογή του ρεπουβλικανισμού του Μακιαβέλλι που προτάσσει την υπεράσπιση της πολιτείας προς μία εξωτερική απειλή ή του φυσικού δικαίου του Hobbes (δηλαδή του αναγεννησιάκου πολιτικού ουμανισμού ή του νομικισμού του ιζ΄αι.). Όμως και οι δύο στέκονται κριτικά προς την εμποροκρατία: αφ’ενός οι ρεπουβλικανοί ηθικοκράτες θεωρούν, όπως είδαμε πριν, ότι οι έμποροι διαφθείρουν τον πατριωτισμό, και αφ’ετέρου, οι νομικοί του φυσικού δικαίου, ότι το πολεμικό πνεύμα είναι αναγεννησιακό κατάλοιπο. Άρα πρόκειται μάλλον για μία συνεργία των δύο[v]. Πράγματι ο Grotius που ήταν και ρεπουβλικανός και νομικός του φυσικού δικαίου, όπως είδαμε και εδώ στο δεύτερο μέρος, δίδει το δικαίωμα στο κράτος στο πλαίσιο του νόμου των εθνών να εμπλακεί σε εχθροπραξίες υπέρ της εμπορικής του επιβίωσης[vi].  Στο βασίλειο της Νεαπόλεως ο Καλαβρέζος Antonio Serra στο Breve Trattato delle cause che possono far abbondare Li Rengni d´oro & argento (1603) προσπαθώντας να εύρει λύση για την έλλειψη χρυσού και αργύρου στην χώρα απ’τις ισπανικές πολιτικές, θα το αποδώσει στο έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου και όχι στην συναλλαγματική ισοτιμία[vii], επικαλούμενος το μακιαβέλλειο κυνήγι του μεγαλείου ως σκοπό του κράτους. Στον ίδιο τόνο ύστερου «μακιαβελλισμού» είναι και ο Giovanni Botero στο Della ragion di stato (1589) με οικονομικές προτάσεις για την καλή διακυβέρνηση: μεγάλο πληθυσμό, πλουτοπαραγωγικές πηγές, αγροτική παραγωγή, τέχνες και μεταποίηση και έγνοια για το εμπορικό ισοζύγιο[viii].

[PARKER] Η αλήθεια είναι ότι η εμποροκρατία ή mercantile system όπως έγινε γνωστό από τον Adam Smith αφού δανείστηκε τον όρο απ’τον Μαρκήσιο Mirabeau (Philosophie rurale, 1763),  και mercantilism κατά τον ιθ΄αι.[ix], ξεκινά κηρύσσοντας την ανάγκη του free trade που έχει περισσότερο την έννοια της ελευθερίας του εμπορικού επαγγέλματος. Δεν είναι ούτε απλός bullionism όπως το θέλει ο Smith, ούτε μία απλή κρατικά κατευθυνόμενη οικονομία όπως υποστηρίζει ο Schmoller. Το μεσαιωνικό σύστημα των staples και αργότερα η βασιλική χάρτα (charter) που έδιδε προνόμια σε μία εταιρεία για την εμπορική εκμετάλλευση μιας περιοχής αποτελούσαν εμπορικά μονοπώλια. Τέτοια είναι η σημασία της επιφυλλίδας Of a free trade. A discourse seriously recommending to our nation the wonderfull benefits of trade, especially of a rightly governed, and ordered trade. Setting forth also most clearly, the relative nature, degrees, and qualifications of libertie, which is ever to be inlarged, or restrained according to that good, which it relates to, as that is more, or lesse ample του Henry Parker που προτού γίνει σεκρετάριος του Cromwell στην Ιρλανδία ήταν φάκτωρ της Αδελφότητος των Merchant Adventurers στο Αμβούργο. O Parker, απαντά περισσότερο στους ριζοσπάστες του παρλαμέντου, Levellers, που εμφανίζονται στο πρόσωπο των «νέων εμπόρων» που κατηγορούσαν την Αδελφότητα για αποκλεισμό των ιδίων στην επιφυλλίδα του Thomas Johnson, A discourse consisting of motives for the enlargement and freedome of trade·: Especially that of cloth, and other woollen manufactures, engrossed at present contrary to [brace] the law of nature, the law of nations, and the lawes of this kingdome. / By a company of private men who stile themselves merchant-adventurers. O επιφυλλιδογράφος απορρίπτει τον ισχυρισμό της εταιρείας ότι χάρη σ’αυτή συντηρούνται οι τιμές του υφάσματος ψηλά στην Ολλανδία και την Γερμανία προς όφελος των Άγγλών εμπόρων, και αποδίδει το φαινόμενο στην εισαγωγή του αμερικανικού αργύρου. Αλλού, στο The Golden Fleece Defended κατηγορεί την Αδελφότητα για την δημιουργία κοινωνικών ανισοτήτων[x]. Ο Parker απαντά φιλοσοφικώς, ότι η ελευθερία πρέπει να υπακούει σε μία τάξη για να έχει μορφή όπως το νερό όταν διοχετεύεται σε κανάλια και έτσι να έχει ευεργητικά αποτελέσματα[xi]. Οι νέοι έμποροι μπορούν είτε να έλθουν στην Αδελφότητα ή να πάνε σε κάποιο άλλο μέρος του κόσμου (σελ.13). Θεωρεί τα μέλη των Merchant Adventurers σαν τους αριστοκράτες μιας πολιτείας, ενώ τους κατηγόρους της ως ένα αγενές στρώμα ανθρώπων. Ο έμπορος είναι μία προσωπικότης που συνεισφέρει περισσότερο στην ισχύ και το μεγαλείο του κράτους απ’τον αγρότη, πράγμα που φαίνεται στις λαϊκές πολιτείες όπου οι έμποροι συμμετέχουν στη διοίκηση. Οι εμπορικές δραστηριότητες του Σολομώντα, της Τύρου και της Αραβίας υπήρξαν πολύ πιο ευεργετικές απ’τα λάφυρα των κατακτήσεων του Αλεξάνδρου και του Καίσαρα (σελ.34). Οι έμποροι κατά τον Parker είναι κάτι ανάλογο με τους σοφούς της πλατωνικής πολιτείας (σελ.30).

[DE LA COURT] Πράγματι την ιδέα του «εμπορικού ρεπουβλικανισμού»[xii] ανέπτυξαν ο Pieter de la Court και ο αδελφός του Johan, στις Επτά Επαρχίες της Ολλανδίας, την «βαταβιανή Αθήνα». Στο βιβλίο του, Interest van Holland, ο Pieter, αφού το αφιερώσει στους αδελφούς Johan και Cornelis de Witt τους εκπροσώπους της ρεπουβλικανικής ολιγαρχίας που θανατώθηκαν απ’τον όχλο των οραγγιστών, οπαδών του ηγεμόνα Wilhelm von Oranien-Nassau τυπικού stadtholder της χώρας (αργότερα και βασιλέα της Αγγλίας), ξεκινά με μία πολεμική προς την μοναρχία. Αναφέρει ότι ο μέγας Ιουστινιάνος, στον οποίο οι χριστιανικές χώρες οφείλουν το ρωμαϊκό δίκαιο, είχε συμβουλέψει τον Βελισσάριο να εξοπλίζει στο ελάχιστο τις πόλεις της αυτοκρατορίας ώστε να εξαρτώνται από την κεντρική κυβέρνηση. Μόνον το καθεστώς της πολιτείας εξασφαλίζει τις πόλεις και την ευμάρεια αυτών, υποστηρίζει αναφέροντας τον Αριστοτέλη. Ενώ θεωρεί την ειρήνη ό, τι πιο συμφέρον για το εμπόριο της Ολλανδίας, αυτή δεν μπορεί να κρατηθή χωρίς τον πολεμικό της στόλο, όπου πρέπει να κατευθυνθούν τα χρήματά της. Άλλωστε ο βασικός πλούτος της Ολλανδίας πέραν απ’την αλιεία και κάποια γεωργία και μεταποίηση είναι η χρήση των πλοίων της για την μεταφορά εμπορευμάτων άλλων χωρών. Θεωρεί τις δύο μεγάλες της εταιρείες, αυτή των Ανατολικών Ινδιών και εκείνη των Δυτικών ως αναγκαία κακά καθώς χωρίς αυτές δεν θα είχε η χώρα το μεγάλο εμπορικό μερίδιο του κόσμου που έχει καταφέρει (κεφ.ΧΙΧ). Όμως το μειονέκτημα αυτών είναι ότι λειτουργούν στις αποικίες μοναρχικά, όχι με νόμους, αλλά με αυθαίρετες εντολές, ενώ αποτελούν μονοπώλια που αποκλείουν πολλούς άλλους απ’το εμπόριο. Παρόμοια πολεμική κατευθύνει προς τις συντεχνίες της μεταποίησης (κεφ.ΧΧ). Έτσι αφού έχουν κάμει την δουλειά τους δεν χρειάζεται να λειτουργούν υπό το ίδιο καθεστώς. Υποστηρίζει ότι η μοναρχία βλάπτει επειδή προσλαμβάνει ξένους μισθοφόρους για διοικητές οι οποίοι ενδιαφέρονται για το ίδιον συμφέρον και όχι της πολιτείας. Απ’την άλλη δέχεται οποιονδήποτε ξένο να εγκατασταθή και να κάμει εμπόριο στην Ολλανδία, και για αυτό δεν πρέπει να ενοχλείται η θρησκευτική ελευθερία (κεφ.XVIII). Άλλο εμπόδιο στην ευμάρεια της χώρας είναι οι βαρείς φόροι σε εισαγώγιμα ή εξαγώγιμα αγαθά, κατανάλωση και ακίνητη περιουσία, αποτέλεσμα των πολέμων (κεφ.ΧΧΙ). Προτείνει έτσι μίαν έξυπνη χρήση των δασμών ώστε να είναι υπέρ της χώρας (κεφ.ΧΧΙΙ): επειδή η χώρα πρέπει να ευνοεί το ναυτικό της, τα αγαθά που φθάνουν δια θαλάσσης πρέπει να φορολογούνται λιγότερο από εκείνα που φθάνουν δια ξηράς· τα αγαθά που φθάνουν από χώρες στις οποίες δεν μεταφέρει αγαθά η χώρα ή τουλάχιστον όχι χωρίς δασμούς, θα χρεώνονται με τους αντίστοιχους δασμούς· εισαγώγιμα επεξεργασμένα αγαθά που όμως παράγει αντίστοιχα η χώρα, θα χρεώνονται επίσης δασμούς· αντίθετα, όλα τα ανεπεξέργαστα, επειδή ακριβώς θα μπορούν να μεταποιηθούν εντός της χώρας, θα φέρουν ελάχιστους δασμούς· όσα αγαθά προορίζονται για επανεξαγώγη θα είναι ελεύθερα δασμών. Όσα αγαθά τεύχονται στην χώρα θα είναι επίσης αφορολόγητα αντίθετα με τα εισαγώγιμα. Γι’αυτήν την συνταγή ο Pieter de la Court υποδεικνύει τους Άγγλους οι οποίοι έχουν εφαρμόσει τέτοια μέτρα απ’το 1660. Αλλά ας δούμε πώς η εμποροκρατική μέθοδος είναι κυρίως αγγλική επινόηση.

 [CARY] Η πολιτική οικονομία γεννήθηκε πράγματι απ’ένα πολιτικό κίνητρο, αυτό της θαλασσοκρατίας. Μία άλλη πρόσφατη μελέτη (2011) σχετικά με την εμπορική ζήλια είναι το Translating Empire: Emulation and the Origins of Political Economy του Sophus A. Reinert, όπου θίγεται ακριβώς αυτό που ονομάζεται ελληνιστί ἅμίλλα ή ζῆλος και λατινιστί aemulatio ή zelus (όθεν και jalousie και jealousy), δηλαδή της αντιπαλότητας που βασίζεται στην μίμηση και το ξεπέρασμα του άλλου και που αντίθετα με τον φθόνο είναι ένα ευγενές πάθος. Χρησιμοποιεί την μεθοδολογία της προλεχθείσης σχολής του Cambridge, όπως εφαρμόζεται στην έννοια της translatio imperii: είναι η μεταφορά της αυτοκρατορικής έδρας από τον Κωνσταντίνο στο Βυζάντιο, ο σφετερισμός του ρωμαϊκού τίτλου απ’τον Καρλομάγνο ή οι διάφορες γενεαλογίες των ευρωπαϊκών κρατών από μεσαιωνικούς συγγραφείς ως διάδοχα παλαιοτέρων αυτοκρατοριών και πολιτειών[xiii]. Η άμιλλα λοιπόν είναι η πρακτική αυτής της «μεταφοράς αρχής» απ’το ένα κράτος στο άλλο. O Reinert περιγράφει την άμιλλα όπως φαίνεται στην μετάφραση κειμένων πολιτικής οικονομίας, και συγκεκριμένα του Essay on the State of England του εμπόρου John Cary, στη γαλλική (ButelDumont, Essai sur l’État du Commerce d’Angleterre), την ιταλική (Genovesi, Storia del commercio della Gran Brettagna) και την γερμανικη (Wichmann, Ökonomischpolitischer Commentarius). Το ότι στο πεδίο της πολιτικής οικονομίας μεταφράζονται ως επί το πλείστον αγγλικά κείμενα δηλαδή ότι η Αγγλία εξάγει τέτοια κείμενα, φανερώνει ότι η Αγγλία κατά την συγκεκριμένη εποχή «δίδει νόμους» στους άλλους. Έπειτα, κάθε μετάφραση καθρεφτίζει την ιδιαιτερότητα της κατάστασης σε κάθε χώρα. Ο Cary ήταν έμπορος των Merchant Venturers του Bristol, έχοντας ταξειδεύσει στις Δυτικές Ινδίες και την Μεσόγειο, αλλά και μέλος της τοπικής ουιγικής Society for the Reformation of Manners. Γράφει το An essay on the state of England in relation to its trade, its poor, and its taxes, for carrying on the present war against France επ’αφορμῃ του Εννεαετούς Πολέμου (1688-1697). Όπως έγραφε ο Davenant οι πόλεμοι θα λήγουν πλέον λόγῳ έλλειψης χρημάτων και ο Cary δεικνύει πώς με το εμπόριο ασφαλές οι συνέπειες του πολέμου δεν θα γίνονται αισθητές. O Cary εκπροσωπεί την Whig πολιτική οικονομία που προσανατολιζόταν στην μεταποίηση (industry) σ’αντιπαράθεση με την Tory που προσανατολιζόταν στην γη, σύμφωνα με την διάκριση του Steve Pincus[xiv]. Ο Cary λοιπόν ξεκινά την εισαγωγή του θέτοντας ως στόχο της εμπορικής ευημερίας την υπεράσπιση της θρησκείας, της ελευθερίας και της ιδιοκτησίας, όπου θρησκεία εννοεί το «συμφέρον τῆς διαμαρτυρήσεως ὲν τῇ Εὐρώπῃ». Όπως είδαμε και στην ανάλυση του Pocock, ο αγγλικός εθνικισμός θεμελιώνεται σ’έναν ιερό πόλεμο προς τους παπιστές, που ως εθνικισμός θα γίνει εμποροκρατία και ως αντιπαπισμός, ο ντεϊσμός της εποχής των Φώτων.  Ενώ θεωρεί ως πλούτο της Αγγλίας εξίσου την γεωργία (husbandry) και την αλιεία (fishery) εκείνο που θεωρεί ότι μπορεί να δώσει πλεονέκτημα είναι η μεταποιηση (industry). Έτσι σκαρώνει μίαν εξελικτική ιστορία του πολιτισμού ως εντατικοποίηση του καταμερισμού της εργασίας. Απηχώντας την θεωρία του φίλου του, Locke, θεωρεί ότι η εργασία είναι αυτό που δίδει επιπλέον αξία στα προϊόντα (σελ.12). Κατ’αυτόν τον τρόπο δεν λύει μόνον τα προβλήματα χρηματοδότησης του βασιλέως δια της εξαγωγής μεταποιημένων προϊόντων αντί των φθηνότερων ακατέργαστων αγαθών αλλά βελτιώνει την κατάσταση των φτωχών στην Αγγλία. Μάλιστα απορρίπτει την διαδεδομένη θεωρία της εποχής ότι η φθηνή εργασία κάνει τα προϊόντα ανταγωνιστικά στο εξωτερικό: είναι η εκβιομηχάνιση της μεταποίησης που μειώνοντας το κόστος παραγωγής δεν έχει ανάγκη να μειώσει τον μισθό του εργάτη αν δεν τον αυξήσει κιόλας (σελ.146). Μπορεί να μοιάζει με παράδοξο λέει, αλλά οι υψηλοί μισθοί προκαλώντας αύξηση της εγχώριας (inland) ζήτησης σε προϊόντα δίδουν ώθηση στην επινοητικότητα και κατ’επέκταση μίαν επιπλέον ώθηση στις εξαγωγές (σελ.148-150): and a Flux of Wealth causing variety of Fashions would add Wings to Mens Inventions, when they shall see their Manufactures advanced in their Values by the Buyer’s Fancy; this likewise would encourage the Merchant to increase his Exports, when he shall have a quick Vent for his Imports. O Cary παραμένει αισιόδοξος ως προς τα αποτελέσματα της ανάδυσης της κατανάλωσης επειδή θεωρεί ότι πρέπει ν’ακολουθείται απ’την καλλιέργεια μιας ηθικής ακεραιότητας. Τα πτωχά παιδιά πρέπει να μαθαίνουν ν’αγαπούν την εργασία (σελ.156) καθώς τα ελαττώματα προκύπτουν απ’την οκνηρία. Το εργατικό πνεύμα θα διαφυλάξει στους νέους το αληθινό αγγλικό πνεύμα  και μία επιθυμία να διασφαλίσουν την ιδιοκτησία αυτών (σελ.165)[xv]. Το 1719 θα θίξει και χρηματιστικά θέματα στο  A Proposal for Paying off the Public Debts by Erecting a National Credit

[MUN] Η προώθηση της μεταποίησης που θα δώσει με τα εργαλεία της «χρηματοπιστωτικής επανάστασης» (την Τράπεζα της Αγγλίας και το Stock Exchange) την «βιομηχανική επανάσταση» στην Αγγλία κατά τον ιη΄ αι., σχετίζεται με την έννοια του balance of tradeεμπορικού ισοζυγίου που μετρά την διαφορά πλούτου ενός κράτους προς ένα άλλο. Μέχρι τότε ως πλούτος λογίζονταν τα πολύτιμα μέταλλα που είχε ένα κράτος και γι’αυτό και δεν ήθελαν τα κράτη να έχουν εκροές χρυσού ή αργύρου, κάτι που έμεινε στην ιστορία με τούνομα bullionism. Οι εταιρείες προσπαθούσαν να κάνουν περισσότερο ανταλλαγές αγαθών και προϊόντων για να μην κατηγορούνται για εξαγωγή χρήματος. O Thomas Mun και ο Edward Misselden, διευθυντής και φάκτωρ αντιστοίχως της Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών, μιας εταιρείας που χρειαζόταν πολυτιμα μέταλλα για το εμπόριο στην άπω ανατολή, το 1622, μπήκαν σε μία δημόσια διαμάχη μέσῳ επιφυλλίδων μ’έναν άλλον έμπορο, τον Gerard de Malynes που εκτελούσε χρέη συμβούλου του βασιλικού νομισματοκοπίου, υποστηρίζοντας ότι ο πλούτος της χώρας δεν είναι ο χρυσός και ο άργυρος αλλά οι ίδιες οι εμπορικές εξαγωγές. Ο Malynes στις επιφυλλίδες A treatise of the Canker of England’s Common Wealth (1601) και The Maintenance of Free Trade, According to the Three Essentiall parts of Traffique, namely, Commodities, Monyes, and Exchange of Monyes by billes of Exchanges, for other Countries (1622) ξεκινώντας από την usura που εμπεριέχουν οι συναλλαγματικές  cambio sicco και cambio fictitio (εν αντιθέσει του cambio commune και cambio real) υποστήριζε ότι η έλλειψη (want) εθνικού κεφαλαίου οφείλεται στο ότι οι Άγγλοι εμπορευόμενοι σε χώρες με υψηλότερες τιμές αγαθών λόγω της μεγαλύτερης ποσότητας πολύτιμων μετάλλων εκεί[xvi]υποτιμούν το νόμισμα υπέρ του κέρδους των αργυροπρατών, πωλώντας φθηνά και αγοράζοντας ακριβά. Πάρα τις ειλικρινείς πατριωτικές προθέσεις του, πρότεινε την αφελή λύση του ελέγχου των τιμών των εξωτερικών συναλλαγών par pro pari (υπό σταθερή νομισματική ισοτιμία) από βασιλική επιτροπή με γνώση των πολύτιμων μετάλλων και των βαρών αυτών[xvii]. Ο Mun και ο Misselden απ’την άλλη θεωρούσαν ότι είναι το εμπορικό ισοζύγιο, εκείνο που επηρεάζει την νομισματική ισοτιμία. Έτσι είναι η αφθονία των εξαγωγών προς τις εισαγωγές που δημιουργεί τον εθνικό πλούτο. Ο Misselden στις επιφυλλίδες Free Trade or, The Meanes To Make Trade Florish. Wherein, The Causes of the Decay of Trade in this Kingdome, are discovered: And the Remedies also to remoove the same, are represented (1622) και The Circle of Commerce or the Balance of Trade in defence of a free Trade (1623) έβλεπε ότι  εντός της «χριστιανικής πολιτείας» είχε αυξηθή η παραγωγή προϊόντων μεταποίησης (warres) ενώ εκτός αυτής (Τουρκία, Περσία, Ανατολικές Ινδίες) το χρήμα (ready money) ξοδευόταν χωρίς να επιστρέφει πίσω. Έτσι λοιπόν προτείνει βελτίωση των αγγλικών προϊόντων ώστε ν’ανταλλάσσονται προϊόντα αντί αγαθών και προϊόντων στις εκτός Ευρώπης αγορές, προστασία νέων αγορών (της Περσίας ώστε να παρακάμπτεται η Τουρκία και η Αγγλία ν’αποτελεί το μαγαζί της Ευρώπης στο μετάξι) άνοιγμα των εμπορικών μονοπωλίων σε περισσότερους εμπόρους, μέχρι επίσης και υποτίμηση του αγγλικού νομίσματος. Η usura επίσης θα μειωνόταν με την εισροή πλούτου στην χώρα και την ελευθερία ανταλλαγής υποσχετικών επιστολών. Παρόμοια είναι η θέση τoυ Mun, στο A discourse of trade, from England unto the East-Indies answering to diverse objections which are usually made against the same (1621) και στο γραμμένο την ίδια εποχή αλλά εκδοθέν μεταθάνατον (1664) England’s Treasure by Forraign Trade or the Balance of Forraign Trade is the Rule of Our Treasure όπου υποστηρίζει ότι η υποτίμηση του νομίσματος σε μία εξωτερική συναλλαγή μειώνει την εκροή του πλούτου απ’όταν γίνει σε par pro pari (κεφ.ΧΙΙ).  Η ιδέα της επικέντρωσης στην μεταποίηση ευρίσκεται ήδη στον Mun όταν λέει ότι ο πλούτος της Αγγλίας θα ήταν αντικείμενο συζήτησης για την χριστιανοσύνη νὰ φοβῆται καὶ νὰ θαυμάζει, ἂν μόνον προσετίθεμεν Τέχνη στὴν Φύσιν, τὸν κάματό μας στὰ φυσικὰ μας μέσα[xviii]. Στο τρίτο κεφάλαιο του England’s benefit and advantage by foreign trade : plainly demonstrated. Dedicated to the merchantadventurers of England, θα προτείνει μία στρατηγική μέτρων που ευνοούν το εμπορικό ισοζύγιο: καλλιέργεια χέρσων εκτάσεων ώστε να μειωθή η εξάρτηση από εισαγωγές (σελ.13)· μείωση της κατανάλωσης εισαγωγίμων προϊόντων χλιδής (σελ.14)· γνώση των αναγκών των άλλων χωρών σε αγαθά (σελ.15-16)· οι μεταφορές πρέπει να γίνονται αποκλειστικώς από αγγλικά πλοία (σελ.17)· ανάπτυξη αλιείας τόσο στην βόρειο θάλασσα όσο και στις αποικίες, καθώς δεν κοστίζει τίποτε και δίδει εργασία σε φτωχούς ανθρώπους (σελ.18-19)· ίδρυση μαγαζιών ή staples για μεταπώληση ξένων αγαθών ευνοώντας έτσι την ναυτιλία, το εμποριο, τον πλούτο (treasure), τα τελωνεία του βασιλέως (σελ.19-21)· ανάπτυξη του υπερπόντιου εμπορίου (σελ. 20-21)· προϊόντα μεταποίησης παραχθέντα από ξένα αγαθά ας είναι ελεύθερα κομμερκίων (τελωνειακών δασμών) (σελ.23)· χαμηλά κομμέρκια σε εγχώρια αγαθά αλλά και σε ξένα προϊόντα (wares) που πρόκειται να επανεξαγάγωνται, υψηλά στα δεύτερα, αν πρόκειται να καταναλωθούν (σελ.24-25)· τέλος, όσον είναι δυνατόν χρήση του δυναμικού της χώρας: όπου ο λαός είναι πολυπληθής και οι τέχνες καλές, εκεί πρέπει να είναι το εμπόριο (traffick) μεγάλο και η χώρα πλουσία (σελ.26-27). Το χρήμα πρέπει να εξάγεται για να αυξάνει το εμπόριο και η εργασία στην χώρα (κεφ.IV), ενώ η αύξηση του εμπορίου θ’αυξήσει την αξία της γης (κεφ.V).

Sir Josiah Child, του John Riley (αποδίδεται). National Gallery

[CHILD] Ένας άλλος διευθυντής της Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών, ο Sir Josiah Child θα αναπτύξει επίσης μίαν εμπορική στρατηγική υιοθετώντας κυρίως το παράδειγμα των Ολλανδών, στα Brief Observations Concerning Trade and Interest of Money (1668) και A New Discourse of Trade  (1668, 1690, όπου και συμπεριλαμβάνεται η πρώτη επιφυλλίδα). Ως προς τα εμπορικά μονοπώλια των joint stock και regulated εταιρείων είναι υπερ της εύκολης εισόδου σ’αυτές και άλλων εμπόρων όπως απλών καταστηματαρχών (κεφ.V). Τάσσεται υπέρ επίσης της νομοθετικής πράξης περί ναυσιπλοΐας (Navigation Act) του Benjamin Worsley που είχε ψηφισθή αρχικά από το βραχύ κοινοβούλιο του Cromwell το 1651 και μετά την παλινόρθωση το 1660 και το 1663 (ακολούθησαν και άλλες)· αυτή επέβαλλε, τα πλοία που μετέφεραν εμπορεύματα στην Αγγλία να είναι αγγλικής ιδιοκτησίας και ο πλοίαρχος και τα δύο τρίτα του πληρώματος να είναι άγγλοι υπήκοοι ενώ κάποια αγαθά των αποικιών (plantations) να μεταφέρονται αποκλειστικώς στην μητρόπολη Αγγλία. Είναι αυτό που ονομάζεται cabotage και πρώτος το είχε εφαρμόσει ο Εδουάρδος Γ΄, την χρησιμότητα του οποίου θα υποστηρίξει και ο Adam Smith. Καθώς το πρότυπο προς μίμηση ήσαν οι Ολλανδοί οι οποίοι δεν είχαν κάτι παρόμοιο, ο Child απαντά ότι οι Ολλανδοί έχουν άλλα πλεονεκτήματα που δεν έχουν οι Άγγλοι, συγκεκριμένα, χαμηλά επιτόκια δανεισμού. Ως προς το εμπορικό ισοζύγιο (κεφ. IX), δεν είναι ενάντιος στις εισαγωγές καθώς αυτές φέρνουν αγαθά που χρειάζεται η χώρα. Αυτό που έχει σημασία είναι να αυξάνεται το ίδιο το εμπόριο, αυτό είναι το μέτρο του πλούτου. Έτσι προτείνει: 1) Αύξηση των εργατικών χεριών στο εμπόριο· απόδοση ιθαγενείας σε ξένους, πιο εύκολη και ελεύθερη είσοδος κατοίκων, εμπόρων και τεχνιτών στις πόλεις, ελευθερία να συντηρεί κανείς όσους υπηρέτες θέλει, ελαστικοί εκκλησιαστικοί νόμοι ώστε να μην εγκαταλείπουν οι μη σύμφωνοι με την επικρατούσα θρησκεία την χώρα και επίσης, να μπορούν να έρχονται και άλλοι απ’το εξωτερικό και τέλος, εργασία και εκπαίδευση για τους πτωχούς ώστε να μην γίνονται οκνηροί. 2) Αύξηση του εμπορικού αποθέματος (stock)· μείωση των επιτοκίων ώστε να αυξηθή η παραγωγή, εύκολη μεταφορά χρεών, περιορισμός όλου του εμπορίου των αποικιών στην Αγγλία και μόνον απ’αγγλικά πλοία, αποτροπή εξαγωγής του αγγλικού μαλλιού ώστε να μεταποιείται από αγγλικές εριουργίες, ενθάρρυνση της λινουργίας στην Ιρλανδία, ενθάρρυνση του εμπορίου που προμηθεύει αυτές τις επιχειρήσεις με πρώτες ύλες. 3) Διευκολύνσεις στο εμπόριο· εμπορικά δικαστήρια, μείωση του επιτοκίου στο 4% 4)Πρόκληση του ενδιαφέροντος των άλλων εθνών να εμπορευθούν με την Αγγλία· ισχύς ναυτική και στρατιωτική ώστε να την δίδει κύρος στα μάτια των άλλων εθνών και να τα υποχρεώνει όχι μόνον να δίδουν σ’αυτήν την ελευθερία να εμπορεύεται μ’αυτά, αλλά και με τους καλύτερους όρους, προμήθεια των άλλων με φθηνά αγαθά (χάρη στην αύξηση των εργατικών χεριών και του κεφαλαίου), δικαιος χειρισμός των διεθνών συνθηκών και αποδοχή των φρούκτων και των αγαθών των άλλων χωρών με εξαίρεση, όσο γίνεται, των προϊόντων μεταποίησης. 

Πράγματι, η Βενετία χάνοντας το εξωτερικό της εμπόριο παρήκμασε, ενώ η Αγγλία αυξάνοντάς το, πλούτισε: ανάμεσα στο 1700 και το 1775 το 40% της αγγλικής παραγωγής πήγαινε στις αποικίες ενώ η αύξηση των εξαγωγών επέφερε 21%  αύξηση στο ΑΕΠ και 50% στα προϊόντα μεταποίησης ανάμεσα στο 1780 και το 1801. Ενώ κατά το 1700 εξήγαγε το ένα πέμπτο της μεταποίησης, έναν αιώνα αργότερα εξήγαγε όχι λιγώτερο απ’το ένα τρίτο. Ανάμεσα στο 1760 και το 1801, η παραγωγή βαμβακερών προϊόντων ηυξήθη από 50% σε 62% όταν τρία από τα πέντε κομμάτια υφάσματος προωρίζοντο για τις ξένες αγορές. Aπ’την άλλην κατά την περίοδο 1699-1702 εισήγετο το 34,7% των πρώτων υλών και το 31,7% των  προϊόντων μεταποίησης, ενώ κατά την δεκαετία του 1840, το 62,3% των πρώτων υλών και μόνον το 4,3% των προϊόντων μεταποίησης[xix].  Αυτό σημαίνει ότι λόγῳ του εμποροκρατικού προγράμματος που πρότειναν στο αγγλικό κράτος έμποροι όπως ο Mun, o Child και o Cary, η Αγγλία ετράπη από αγροτική χώρα σε βιομηχανική. Φυσικά μια τέτοια πολιτική ήταν καταστροφική για τις άλλες χώρες. Αν δεν εξήγετο το αγγλικό μαλλί προκειμένου να μεταποιηθή όλο απ’την αγγλική εριουργία, η γαλλική εριουργία καταστρεφόταν όπως παλαίτερον είχε κάνει ο Εδουάρδος Γ΄ με την φλαμανδική. Με τον νόμο της Ναυσιπλοΐας κατέστρεφαν το εμπόριο των Πορτογάλων και κατ’επέκταση την μεταποίηση αυτών. Ο Cary μάλιστα έφθασε να θεωρεί προτιμώτερη την καταστροφή του υπερπλεονάσματος μαλλιού παρά να αναπτυχθή εριουργία κάπου άλλου στην Ευρώπη, όπως οι Ολλανδοί πέταγαν τα μπαχαρικά στην θάλασσα για να αυξήσουν την τιμή αυτών. Ο εμπορικός εθνικισμός και η ναυτική  επιθετικότητα των Άγγλων είχαν γίνει περιώνυμα θέματα κατά τον ιζ΄ αι. από την Βενετία μέχρι την Γαλλία. Είναι χαρακτηριστική η πέμπτη στροφή απ’το ποίημα (libretto για μίαν αυλική παράσταση ―masque) του James Thomson, Alfred, που έγινε ένας απ’τους εθνικούς ύμνους της χώρας:

To thee belongs the rural reign;
Thy cities shall with commerce shine:
All thine shall be the subject main,
And every shore it circles thine.
«Rule, Britannia! rule the waves:
«Britons never will be slaves.»

όπως επίσης χαρακτηριστικό είναι και ένα άλλο ποίημα του ιδίου, Britannia: A Poem (1729).

[GALIANI] Η εμποροκρατική αγγλική πολιτική συνέβαλε στην παρακμή της Ιταλίας που βασιζόταν σε εξαγωγή προϊόντων μεταποίησης, τραπεζικών και ναυτικών υπηρεσιών, σφετεριζομένη τις αγορές προϊόντων και αποκόπτωντας την από πρώτες ύλες όπως το μαλλί. Το 1816 με την παλινόρθρωση των Βουρβόνων, το βασίλειο των Δύο Σικελιών έλαβε το, ας πούμε, αποικιακό προνόμιο να εξάγονται πρώτες ύλες από την χώρα με βρεταννικά πλοία. Το 1823, ο πρωθυπουργός του βασιλείου Luigi deMedici εφήρμοσε μία σειρά οικονομικών πολιτικών ώστε να εκβιομηχανίσει την χώρα και να την καταστήσει αυτόνομη:  εισήχθησαν δασμοί κατά τον αγγλικό τρόπο, υποκαταστάθηκαν εισαγωγές απ’την βιομηχανία, επικεντρωμένη στα υφάσματα, την ναυπήγηση και την σιδηροδρομική. Αμέσως, από τα ναυπηγεία της Νεαπόλεως καθειλκύσθη το πρώτο ιταλικό ατμόπλοιο, και ετεύχθη ο πρώτος ιταλικός σιδηρόδρομος. Η Βρεταννία απήντησε με κανονιοφόρους που απέκλεισαν τον λιμένα της Νεαπόλεως και έτσι έλαβε τέλος η εκβιομηχάνιση της νοτιου Ιταλίας και αυτό το άλλοτε κοσμοπολιτικό μέρος της Μεσογείου έμεινε πτωχό[xx]. Το σχέδιο για αυτές τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις ευρίσκετο τα κείμενα του Ferdinando Galiani ανεψιού του επισκόπου Celestino Galiani, και του Antonio Genovesi. Ο Galiani δημοσίευσε ανωνύμως στα είκοσι τρία του χρόνια το 1751 το Περί Χρήματος Della Moneta, όπου αντικρούει τις θεωρίες του Carlantonio Broggia και υπερασπίζεται εκείνες του JeanFrançois Melon, συνεργάτη του John Law, ήτοι μία πολιτική υποτίμησης και πληθωρισμού ως λύση για να αντιμετωπισθή η συσσώρευση του πολεμικού χρέους με την λιγώτερη βλάβη για το κράτος και την ευρύτερη οικονομία[xxi]. Για να συντηρηθή μία κοινωνία χρειάζεται μίαν ικανή ποσότητα χρήματος αλλά κυρίως, επιπλέον ταχύτητα κυκλοφορίας (corso) όπως υποστήριζε και ο Melon. Στην Νεάπολη η ποσότητα ήταν ικανή αλλά δεν είχε καλή διανομή και γρήγορη κυκλοφορία καθώς το χρήμα ευρίσκετο στα χέρια των εμπόρων με αποτέλεσμα οι πτωχοί εργάτες των αγρών να αμείβονται σε είδος καθώς οι γαιοκτήμονες ελάμβαναν χαμηλές τιμές. Ανάμεσα στις λύσεις ήταν η ενθάρρυνση των αγορών και τον πανηγύρεων και των συμβολαίων alla voce (ένα είδος προπληρωμής του παραγωγού), αλλά κυρίως η επιστροφή ένος «ἡμετέρου ἡγεμόνος» που θα λειτουργούσε ως ερέθισμα για τα επαγγέλματα αναπτύσσοντας την χλιδή. Μπορεί να μην συμμεριζόταν την άποψη του Melon ο οποίος θεωρούσε τα προϊόντα χλιδής το ύψιστο στάδιο της οικονομικής ανάπτυξης αντιπαρερχόμενος τα επιχείρηματα των ηθικοκρατών, αλλά τα θεωρούσε δείγμα εκπολιτισμού, ειρήνης, καλής διακυβέρνησης και χρησίμων τεχνών όπως είδαμε ότι ήταν για τον Hume.

Στους Dialogues sur le commerce des bleds που υποστηρίζει τις εμπορικές ρυθμίσεις, παρατηρεί ότι ενώ η γεωργία ως οικονομική παραγωγή έχει απομειούμενα κέρδη (αφού μία γεωγραφική έκταση έχει όρια), η μεταποίηση έχει αυξανόμενα κέρδη, πράγμα που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως το βασικό επιχείρημα των Εμποροκρατών υποστηρικτών της μεταποίησης προς τους Φυσιοκράτες υποστηρικτές της γεωργίας. Επίσης θεωρεί ότι τα γεωργικά προϊόντα πριν γίνουν εμπορικό αγαθό είναι είδος πρώτης ανάγκης και υπόκεινται στην διακυβέρνηση η οποία πρέπει να φροντίσει να είναι προετοιμασμένη προ φυσικών καταστροφών. Παρατηρεί ότι οι μικρές χώρες, όπως η Γένουα, η Βενετία και η Ολλανδία έχουν ανάγκη να βασιστούν πλειότερο στο εμπόριο που το χρησιμοποιούν ως υποκατάστατο της έλλειψης φυσικού πλούτου, όμως η Νεάπολη είναι δύσκολο να ανοιγή εκτός Μεσογείου και έτσι πρέπει να εστιάσει στην ανάπτυξη της γεωργίας της. Όμως είχε ένα πλεονέκτημα προς την Γαλλία, τις ιδιωτικές της τράπεζες.[xxii]

[GENOVESI] Ο έτερος συγκαιρινός φιλόσοφος της Νεάπολης ήταν ο Genovesi που όπως ο Galiani υιοθέτησε έναν μετριασμένο επικουρισμό και εστράφη στην πολιτική οικονομία. Διέκρινε την επιστήμη του εμπορίου la scienza del commercio που αφορούσε τον ίδιο, απ’την πρακτική των επιχειρήσεωνla pratica della mercatura που αφορούσε τους εμπόρους, και χρησιμοποίησε για την πρώτη την έννοια της economia politica: τέλη της είναι η αύξηση του πληθυσμού, η επιβίωση, ο πλούτος και η ισχύς του έθνους. Οι πηγές του πλούτου είναι η γεωργία, η μεταποίηση και το εγχώριο και εξωχώριο εμπόριο. Για την αύξηση της γεωργικής παραγωγής εκτός απ’την γονιμότητα της γης, απαραίτητη είναι η πλειότερο ισομερής κατανομή της γης, κάτι που προέβλεπαν οι αρχαίοι με τους αγροτικούς νόμους. Όμως εμπόδια είναι ο ανισομερής φόρος, η υπερβολική χλιδή, η ανεπάρκεια του χρήματος  σε κυκλοφορία και ο υψηλός τόκος. Η μεταποίηση πρέπει να υποστηρίζεται απ’το αγροτικό πλεόνασμα, καθώς τα προϊόντα της θα ευνοήσουν ακολούθως την ίδια την αγροτική παραγωγή. Η μετριασμένη χλιδή είναι ωφέλιμη για την γεωργία και την μεταποίηση καθώς αυξάνει την κατανάλωση[xxiii]. Όπως και ο Galiani και ο Doria δίδει έμφαση στην ανάπτυξη του εγχώριου εμπορίου για την ανάπτυξη της γεωργίας και της μεταποίησης. Όμως γνωρίζει και τα οφέλη του εξωχώριου εμπορίου κατά τον αγγλικό τρόπο, και δεν είναι τυχαίο ότι επέλεξε να μεταφράσει (για την ακρίβεια ο αδερφός του, ενώ ο ίδιος έγραψε την εισαγωγή) το βιβλίο του Cary απ’την γαλλική μετάφραση. O Genovesi θεωρεί ότι τα οικονομικά συγγράμματα που κυκλοφορούν στην Ευρώπη θ’ανανεώσουν τα έθνη, και ότι ουδέν κράτος θα καταφέρει πλέον να πετύχει μίαν «εμπορική αυτοκρατορία» σε βάρος των υπολοίπων, αφού τα μυστικά του εμπορίου είναι γνωστά πλέον ως τέχνη σε όλους.

2.7. Η φισκάλιος επιστήμη του καμεραλισμού και η εξιδανίκευση της διοικητικής πρακτικής στην Mitteleuropa.

Σε χώρες περίκλειστες ή χωρίς δυνατότητα εμπορικής επέκτασης αυτή η διάχυση της οικονομικής γνώσης διεμόρφωσε την διοικητική τέχνη ως φισκάλιο (δημοσιονομική) επιστήμη γνωστή ως Kameralismus. Η ονομασία προκύπτει από την λέξη cameraκάμαρα, μία λέξη που κατά τον μεσαίωνα σήμαινε τον τόπο που φυλάσσονταν τα εισοδήματα του ηγεμόνα, λέει ο Joachim Georg Darjes, προστατευόμενος του Φρειδερίκου Β΄ της Πρωσίας[xxiv]. Ο Albion W. Small στο βιβλίο του για τους Καμεραλιστές (1909) γράφει ότι το ερώτημα στο οποίο αυτοί έπρεπε ν’απαντήσουν ήταν ποιο πρόγραμμα οφείλει μία σοφή διακυβέρνηση να υιοθετήσει, έτσι ώστε πρώτα απ’όλα να προμηθεύσει αρκούντως τον ηγεμόνα με χρήμα, και έτσι να είναι ικανός να εκτελέσει τα κρατικά καθήκοντα του σε διάφορα σημαίνοντα διατάγματα[xxv]. Οι απαρχές του καμεραλισμού ανάγονται στην οργάνωση του αγίου ρωμαϊκού κράτους επί Μαξιμιαλιανού Α΄, με προδρόμους κατά τον ιϛ΄ αι. τον von Osse και τον Georg Obrecht, ενώ ιδρυτής του θεωρείται ο Veit Ludwig von Seckendorff ο οποίος κατόπιν της συνθήκης της Βεστφαλίας με τριακόσια πλέον μικρά κρατίδια στην Γερμανία, έγραψε ένα χρηστό εγχειρίδιο για την δημοσία διαχείριση, το Teutscher Fürstenstaat (1656 & 1678)· εκεί δίδει συμβουλές για τη χρήση  χαρτών ώστε να εμφαίνονται τα σύνορα, οι περιοχές εκάστης δικαστικης δικαιοδοσίας, τα είδη του πληθυσμού κτλ.  Ενώ στους θαλάσσιους Εμποροκράτες το κράτος έχει έναν επιτελικό χαρακτήρα, και σημασία έχει το ίδιο το εμπόριο, στα γερμανικά κράτη το κράτος έχει έναν διοικητικό χαρακτήρα και σημασία έχει η ίδια η οργάνωση, όπου οι φυσικές επιστήμες ανακατεύονται με τις ηθικές, παράγοντας ρυθμίσεις. Η λέξη oeconomica έχει γι’αυτούς την αρχική σημασία της νομής του οίκου, δηλαδή της διοίκησης. Πρόκειται έτσι περί οικοκυρικής που μεταφέρεται στο επίπεδο της πόλης και του κράτους.  Γράφει ο Julius Bernhard von Rohr ότι η Cameralwissenschaft (καμεραλική επιστήμη) δεν διδάσκει μόνον πώς ο ηγεμών θα συντηρήσει και θα αυξήσει τους πόρους του αλλά και πώς θα βελτιώσει την ευτυχία των υπηκόων του και θα βάλει σε τάξη την Oeconomie αυτών[xxvi]. Για τον Justus Christoph Dithmar, η οικονομική επιστήμη ή επιστήμη του οίκου ή τέχνη της οικιακής αγωγής (die Oeconomische Wissenschaft, oder Hausswirthschafts und Hausshaltungskunst) διδάσκει πώς μέσῳ χρηστών επαγγελμάτων του αγρού και της πόλης κερδίζονται τροφή και πλούτη για την προαγωγή της εγκοσμίου ευτυχίας. Policeywissenschaft είναι η επιστήμη που μελετά πώς συντηρείται η εσωτερική και εξωτερική φύση της πολιτείας θεωρώντας το κοινό αγαθό και την ηθική τάξη: H Policey είναι η ζωή και η ψύχη της πολιτείας. Τέλος η Cameralwissenschaft διδάσκει πώς η ηγεμονική επικράτεια και τα βασιλικά δικαιώματα (Regalien) μπορούν να χρησιμοποιηθούν καλά, από τις πληρώμες (Prästarionen) των υπηκόων και άλλων δημοσίων ταμείων ώστε να αυξηθούν τα εισοδήματα του ηγεμόνα και να διατεθούν στην συντήρηση της κοινότητας[xxvii].

καμεραλιστικό γραφείο

[BECHER] Ο αυστριακός αλχημιστής (μελέτησε το φαινόμενο της καύσης και ήθελε να βγάλει χρυσό από τις άμμους του Δουνάβεως) Johann Joachim Becher ο οποίος είχε δουλέψει για ένα σχέδιο αποικίας στην Γουϊάνα για λογαριασμό του κόμητος του Henau, Friedrich Casimir το 1669, θα θίξει την κατάσταση του εμπορίου στο Politischer Discurs von den eigentlichen Ursachen des Auffund Abnehmens der Stadt, Lander und Republicken (1668) με υπότιτλο κατά την δεύτερη, επηυξημένη έκδοση του 1673,  CommercienTractat. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου περιγράφει τον άνθρωπο ως κοινωνικό ζώον, το κράτος ως λαϊκή αυθισταμένη κοινωνία, πώς η κυβέρνηση είναι το μέσο ώστε ο άνθρωπος να ζει συμφωνα με την φύση του και τον φυσικό νόμο και πώς αυτή οργάνωνεται σε πέντε κολλέγια. Στο δεύτερο ασχολείται με το «υλικό της πολιτείας ήτοι τους κυβερνωμένους υπηκόους». Διακρίνει τρία κοινωνικά στρώματα, τους εμπόρους, τους τεχνίτες και τους αγρότες. Τα τρία αυτά πρέπει να ευρίσκονται υπό μία διοίκηση για να μην ανακατεύονται· κύριος σκοπός πρέπει να είναι η πληθυσμιακή αύξηση αυτών· η κατανάλωση είναι η πηγή ευημερίας αυτών των στρωμάτων και η κυβερνητική πολιτική πρέπει να είναι η προώθησή της: η κατανάλωση του τεχνίτη κείται στον έμπορο και του αγρότη στον τεχνίτη άρα ο χονδρέμπορος είναι ο θεμέλιος πυλών της κοινότητας. Όμως εκείνος που εισάγει ξένα προϊόντα όταν αυτά μπορούν να παραχθούν εγχώρια καταστρέφει την κοινότητα και όποιος πλουτίζει έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εγκληματίας. Αντίθετα οι εμποροί απ’τους οποίους κερδίζει το κράτος πρέπει να θεωρούνται μαζί με την φύση, η τροφός μήτηρ που κάνει την έρημο ν’ανθίζει. Τα τρία αυτά κοινωνικά στρώματα έχουν τρεις εχθρούς: το Monopoliumμονοπώλιο (όπου οι πολλοί εξαρτώνται από έναν), το Polypoliumπολυπώλιο (όπου το ανταγωνιστικό πλήθος των έμπορων χαμηλώνουν τόσο τις τιμές ώστε κατακλέβουν την δουλεία του τεχνίτη) και το Propoliumπροπώλιο (εννοεί το forestalling, την αγορά ποσότητας κάποιου αγαθού ώστε να προκληθή αύξηση της τιμής του)[xxviii]. Στον ίδιο τόνο με τον Becher είναι ο Philipp Wilhelm von Hornick και Wilhelm Freyherr von Schröder: αντίθεση στα μονοπώλια των συντεχνιών,  ίδρυση Manufactur Haus και υψηλά κομμέρκια σε ξένα προϊόντα.

[JUSTI] Οι Καμεραλιστές μολονότι παρουσίαζαν όλα τα είδη πολιτευμάτων κατέληγαν στην υπεράσπιση μιας πεφωτισμένης μοναρχίας, όπου ο μονάρχης μεριμνεί για την ευημερία των υπηκόων του. Ο Johann Heinrich Gottlob von Justi, δεν διστάζει να θεωρήσει τον Ηγεμόνα του Μακιαβέλλι ως μία κεκαλυμμένη σάτιρα. Στο δίτομο βιβλίο του περί της επιστήμης του κράτους, Staatswirthschaft, oder systematische Abhandlung aller Oekonomischen und CameralWissenschaften, die zur Regierung eines Landes erfodert werden (1755), ο Justi αφού μιλήσει για την εξωτερική ασφάλεια της πολιτείας, τις σχέσεις των κοινωνικών τάξεων κράτει και αλλήλοις, την ηθική κατάσταση των υπηκόων που αντιστοιχεί στην Wohlfahrt des Staats (την ευημερία του κράτους) και την γρήγορη απονομή δικαιοσύνης, την εσωτερική ασφάλεια, θα φθάσει στα πλούτη του κράτους. Η επιρροή από την δυτική εμποροκρατία είναι εμφανής στην Commercienwissenschaft (εμπορικἠ επιστήμη) του. Αυτή καταρχάς περιγράφει τους τρόπους και τα μέσα διεξαγωγής του εμπορίου και τα αγαθά που χρειάζονται, και κατά δεύτερον, τα μέτρα μέσῳ των οποίων δύνανται να ιδρυθούν εταιρείες και ν’ανθίσουν έτσι ώστε να βελτιωθή η διαβίωση του λαού και ν’αυξηθούν οι πόροι της χώρας. Ωστόσο το δεύτερο, που είναι ευθύνη των κρατικών γραφειοκρατών, προϋποθέτει το πρώτο που ευρίσκεται στις αναφορές των εμπόρων. Η Haushaltungskunst ή η διοίκηση, αφιερώνεται στο να δεικνύει πώς δύνανται οι πόροι των ιδιωτικών προσώπων να συντηρηθούν, ν΄αυξηθούν και χρησιμοποιηθούν κατά βέλτιστο τρόπο. Όσο πιο φειδωλά είναι τα ιδιωτικά πρόσωπα, τόσο μεγαλύτεροι οι πόροι για τον κυβερνήτη. Ο κυβερνήτης λοιπόν πρέπει να εύρει τα μέσα ώστε να προάγει την ευτυχία ―Glückseligkeit των υπηκόων του ενώ οι υπήκοοι πρέπει να έχουν τέτοια καθήκοντα ώστε να ελαφρύνουν την δουλειά του κυβερνήτη. Ο Justi θεωρεί ως πλούτο μιας χώρας την ικανή προσφορά αγαθών που ικανοποιεί τις ανάγκες και τις ανέσεις τις ζωής και μέσῳ του οποίου οι υπήκοοι της με δουλεία μπορούν να θραφούν. Μια χώρα με αφθονία τέτοιων αγαθών ακόμη κι αν δεν έχει εμπορικές επαφές και δεν έχει ίχνος χρυσού και αργύρου μπορεί να θεωρηθή πλουσία (σελ.152). Για τις διεθνείς συναλλαγές χρειάζεται ένα αγαθό (Waare) σπάνιο που έχει για όλους εξίσου αξία, τον χρυσό ή τον άργυρο (σελ.153). Θεωρεί ότι μία γη είναι πράγματι πλουσία όταν περιέχει αυτά τα μέταλλα. Δεν δέχεται ότι το χαρτονόμισμα αυξάνει τον εθνικό πλούτο και αν ο ηγεμών το κυκλοφορήσει σταδιακά θα απορροφήσει όλον τον εθνικό πλούτο. Όμως δεν θεωρεί εθνικό πλούτο το χρήμα εκείνο που δεν κυκλοφορεί, δεν επενδύεται στην εργασία ή ευρίσκεται σε ξένες τράπεζες (σελ.155-156). Έτσι πρέπει το κράτος να αποτρέπει την άσκοπη μετακίνηση του χρήματος εκτός χώρας (σελ.157). Αυτό σημαίνει την παύση αγορών ξένων προϊόντων και αποθάρρυνση ηθών που εξάγουν το χρήμα ιδιωτικών προσώπων. Έπειτα, μία σοφή κυβέρνηση πρέπει να προσπαθεί ν’αυξήσει τον πλούτο του κράτους καθώς η γη δεν δύναται να είναι τόσο πλουσία. Όμως οι πλούτοι δεν πρέπει ν’αυξάνονται με κόστος την καταπίεση άλλων ανθρώπων (σελ.158). Τρείς βασικοί τρόποι υπάρχουν προς αυξηση του πλούτου μιας γης: αυξηση πληθυσμού, εξωχώριο εμπόριο, εξορύξεις. Η αύξηση του πληθυσμού αυξάνει τους πόρους της χώρας επειδή οι νεόφερτοι φέρνουν αγαθά και διεγείρουν την κυκλοφορία του χρήματος (σελ.160)·  θεωρεί ότι ο πολύς πληθυσμός δεν επιβαρύνει την ευτυχία αν η χώρα έχει εργοστάσια, επαγγέλματα, καλούς θεσμούς και κυβέρνηση, ούτε την προσφορά τροφίμων (σελ.162)· η κυβέρνηση πρέπει να ενθαρρύνει την μετανάστευση πλουσίων και ταλαντούχων ανθρώπων με απόδοση τίτλων, τιμών και θέσεων και ν’απαλλάσσει από φόρους και άδειες όσους μετανάστες θέλουν να κτίσουν (σελ.168), όπως και επίσης όσους θέλουν να φτειάξουν εργοστάσια (σελ.169)· για την συντήρηση ενός μεγάλου πληθυσμού πρέπει να ενθαρρυνθή και να ρυθμισθή η ιατρική (σελ. 175) όπως επίσης η καθαριότης των τροφών και των πόλεων που σημαίνει προσοχή στους οικοδομικούς κανονισμούς (σελ. 176). Το εξωχώριο εμπόριο μπορεί να αυξήσει τον πλούτο της γης (σελ. 178)·  η πρώτη αρχη του εμπορίου κατά Justi είναι ότι ο χρυσός και ο άργυρος που εισάγεται στην χώρα πρέπει να είναι περισσότερος απ’όσον μεταφέρεται εκτός. Όταν το εμπόριο γίνεται με εγχώρια προϊόντα κερδίζει η γη αλλά επειδή αυτά εξάγονται ανεπεξέργαστα τα κέρδη δεν είναι υψηλά· όταν γίνεται με ξένα αγαθά, όταν αυτά καταναλώνονται είναι καταστροφικό για την χώρα ενώ όταν επανεξάγονται είναι κερδοφόρο (σελ.180)· ενώ ο έμπορος οφείλει να γνωρίζει τα χαρακτηριστικά των αγαθών, πόθεν προέρχονται και πόσο κέρδος μπορούν να δώσουν, ο καμεραλιστής οφείλει να γνωρίζει πόσο κερδοφόρα είναι για ολόκληρο το οικονομικό σύστημα, την τοπική μεταποίηση και την γή· άλλη ταξινόμηση των αγαθών είναι ως προς την φύση και την σύνθεση αυτών, ή ακόμη ως προς την εξωτερική μορφή, π.χ. αν είναι συσκευασμένα ή όχι, εμπορεύσιμα ή μη, λαθρεμπορεύσιμα (σελ.183). Συνεχίζει με τα είδη αγαθών, τ’αγροτικά προϊόντα, τα βιομηχανικά (Gewerben), τον δανεισμό και τις μετοχές· τα είδη αγοραπωλησίας (τοις μετρητοίς, εν πίστωσει, σε δόσεις, εις είδος, μέσῳ επιχειρήσης ἠ σπέκουλας ―à I’aventure ou en I’air) ή διαμέσου επιτρόπων εμπόρων, φακτόρων κτλ. Ο έμπορος πρέπει να γνωρίζει όλα τα έξοδα μεταφοράς, δασμούς, κινδύνους και πιθανές τιμές (σελ.186) : γι’αυτό πρέπει να κρατεί δεφτέρια (σελ. 188). Αναφέρει την συναλλαγματική, τις τράπεζες, που διακρίνει εκείνες των παρακαταθηκών―Giro από τις δανειστικές (σελ. 190), ενὠ θεωρεί τα πολύτιμα μέταλλα διεθνή μέσα συναλλαγής. Οι Καμεραλιστές δεν είναι έμποροι και ευρίσκονται σε χώρες χωρίς την πλούσια εμπορική δραστηριότητα είτε των ατλαντικών είτε των ανατολιτών και έτσι προσπαθούν να μάθουν την εμπορική τέχνη σαν νεοφώτιστοι και να την περιγράψουν με διδακτικό τρόπο. Σκοπός αυτών δε, δεν είναι να γίνουν οι ίδιοι έμποροι αλλά να ελέγξουν την εμπορική δραστηριότητα, καθώς την θεωρούν μέσο για την ανάπτυξη της χώρας. Έτσι ο Justi, διαχωρίζει τον έμπορο που αποσκοπεί στο κέρδος από τον καμεραλιστή που ενεργεί υπέρ του κράτους και της γενικής ευημερίας ακόμη κι αν οι έμποροι δεν ικανοποιούνται από τις ρυθμίσεις του —μολονότι δεν σημαίνει ότι η ευημερία του εμπόρου δεν είναι συμβατή με την γενική (σελ. 194).

Μετά λοιπόν απ’την ανάλυση της εμπορικής οπτικής περνά στην καμεραλιστική:  καμμία ευρωπαϊκή χώρα δεν είναι εντελώς χήρα εξωχώριου εμπορίου απλώς σε κάποιες μπορεί να είναι βλαβερό (σελ.195), και γι’αυτό δεν θεωρεί ότι αρκεί η ενθάρρυνση πανηγύρεων και αγορών, καθώς αν πωλούνται εκεί περισσότερα ξένα από εγχώρια διαρρέει εκτός χώρας χρυσός και άργυρος υπέρ της πόλης που έχει την αγορά και παρά την γενική πτωχεία της χώρας. Απ’την άλλη δεν μπορεί ν’απαγορευθή η εξαγωγή του χρήματος, καθώς δεν είναι εφικτό: θα στερούσε τους υπηκόους από διάφορα αγαθά και δεν θα μπορούσε να εγκαθιδρυθή εμπόριο (σελ. 196). Έτσι ανατρέχει στο εμπορικό ισοζύγιο για το οποίο πρέπει να ενημερώνεται ο κυβερνήτης από τα τελωνεία και τους εμπόρους με καταγραφή της εμπορικής κίνησης σε πίνακες (σελ.199). Από την μελέτη αυτών πρέπει να δει ποια αγαθά μπορεί να παραγάγει η χώρα ώστε να προαγάγει την παραγωγή αυτών (σελ. 200). Έτσι πρέπει να αποφευχθή η παραγωγή προϊόντων που παράγουν οι γείτονες χώρες εκτός αν μπορεί η χώρα να επιφέρει βελτιώσεις σ’αυτά. Προϊόντα που δεν παράγουν οι άλλοι και τα χρειάζονται πρέπει να προαχθούν (σελ. 204) μέσῳ της καλλιέργειας ενός εμπορικού πνεύματος στον λαό. Ούτε μονοπώλια ούτε προνόμια πρέπει ν’αποδίδονται στην παραγωγή τέτοιων εγχώριων προϊόντων. Για να αγορασθούν απ’τους ξένους πρέπει να είναι καλής ποιότητας, όμορφα και σε ικανοποιητική τιμή (σελ. 211). Για να εξασφαλίσει την ποιότητα των προϊόντων η κυβέρνηση πρέπει να θεσει κάποιους κανόνες την συμφωνία με τους οποίους θα εξετάζουν ελεγκτές. Τέτοια εξαγώγιμα προϊόντα θα είναι ελεύθερα φόρων. Στην προαγωγή τέτοιων προϊόντων βοηθούν βραβεία που μπορούν επίσης να προκαλέσουν τον ερχομό ανθρώπων με δεξιότητες και γνώσεις (σελ. 212). Αφού προαχθή η τοπική παραγώγη τότε θα δημιουργήθούν πανηγύρεις και αγορές (σελ. 214). Γνώστης των πρακτικών των εμποροκρατικών κρατών αναφέρει ότι άπαξ η χώρα έχει καλά λιμάνια ή πλωτά ποτάμια τότε πρέπει να ιδρυθή μία joint stock εταιρεία (σελ. 216) υπό τις εξής συνθήκες: είτε πρέπει να έχει προνόμια ώστε να γίνει θελκτική η αγορά μετοχών της, είτε οι ξένες να ευρίσκονται σε κακή κατάσταση, είτε η αυλή (το κράτος) να την προσφέρει υλική στήριξη. Θεωρεί ότι επιτυχία της εξαρτάται απ’ την καλή διαχείριση και την συνεργασία των διαχειριστών της με τους υπουργούς ναυτικών και εμπορίου (σελ. 217). Οι αποικίες της εταιρείας δεν ιδρύονται αμέσως αλλά σταδιάκα καθώς πρέπει να δίδει κέρδη στους μετόχους (σελ. 221) ενώ δεν αποκλείονται μικροσυγκρούσεις. Όταν η εταιρεία γίνει ανθηρή μπορούν να δράσουν στην περιοχή δικαιοδοσίας της νέες μικρότερες εταιρείες, αν και θεωρεί καλύτερη την μεγέθυνση της μητρικής εταιρείας για να μην προκληθούν καταστροφικές ζηλοτυπιές (σελ.223). Ο Justi υιοθετεί την εμποροκρατική συνταγή: 1)Οι εξαγωγές προϊόντων μεταποίησης πρέπει να βαρύνονται με ελαφρούς δασμούς (σελ. 227). 2) Εξαγωγή πρώτης ύλης πρέπει να φορολογείται βαρέως ή ν’απαγορεύεται (σελ. 230). 3) Όλες οι εισαγωγές αναλώσιμων προϊόντων (κατανάλωσης) πρέπει να φέρουν βαρείς δασμούς (σελ. 231). 4) Εισαγωγές απαραιτήτων προϊόντων, όπως ξένες πρώτες ύλες, πρέπει να φέρουν ελαφρείς δασμούς καθώς σκοπός των δασμών είναι να κατευθύνουν το εμπόριο και δευτερευόντως μόνο να είναι πηγή εισοδήματος για τον ηγεμόνα (σελ. 231) . 5) Αγαθά διαμετακομιστικού εμπορίου οφείλουν να είναι ελεύθερα δασμών (σελ. 232). Άλλα επικουρικά μέσα (Hülfsmittel) είναι οι μη χρηματιζόμενοι τελώνες, οι εμπορικές συνθήκες, τα λιμάνια, τα κανάλια και οι οδοί, το νόμισμα κτλ.

Οι Καμεραλιστές μπορεί να αντιγράφουν τους Εμποροκράτες και γενικά οποιαδήποτε οικονομική συνταγή απ’τον Ατλαντικό, πιστεύουν όμως ότι η εμπορική επιτυχία είναι υπόθεση διοίκησης, οργάνωσης και ρυθμίσεων. Οι Καμεραλιστές είναι απ’τους πρώτους γραφειοκράτες που εφαρμόζουν τον κεντρικό σχεδιασμό (blueprint, planning) της οικονομίας και του βίου, χωρίς να σημαίνει ότι δεν αντιλαμβάνονται τα οικονομικά φαινόμενα εν γένει[xxix]. Τα διδάγματα αυτών εφηρμόσθησαν κατά την ίδρυση του γερμανικού κράτους, στην Σκανδιναβία αλλά και την Ιταλία και βοήθησαν στον εκβιομηχανισμό αυτών· o επιλεγόμενος Staatsozialismus του Bismarck, η σοσιαλδημοκρατία, ο φασισμός και ο μεταπολεμικός Ordoliberalismus και εν γένει όλη η οικονομική συμπεριφορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης σήμερα όπως και η αντίληψη του € ως χρύσου, είναι κληρονομιά του καμεραλισμού. Ο Max Weber μάλιστα στο Οἰκονομία καὶ Κοινωνία (τόμος Ι, κεφ.2ο, §11) βλέπει την αντίληψη της οικονομίας ως νοικοκυριό (του προϋπολογισμού) ακόμη και στην θεωρία της οριακής ωφελιμότητας  (παρότι αποδέχεται και υιοθετεί τις μεθοδολογικές βάσεις της) την όποία θεωρεί ξένη προς την δυναμική της σύγχρονης οικονομίας που σκοπεύει στο κέρδος: δεν είναι ο καταναλωτής που ορίζει τις τιμές τελικά, λέει, αλλά ο επιχειρηματίας. Επιπλέον η κριτική γερμανών λογίων, της γραφειοκρατίας  και της «τεχνικοποίησης» της πολιτικής και του βίου δεν είναι άσχετη με το γεγονός ότι εδιοικούντο από Καμεραλιστές:  η Rationalisierung (εκλογίκευση, εξορθολογισμός) του Weber και η παρουσίαση της αύξησης της γραφειοκρατίας ως αποτέλεσμα της κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης ή η ανάλυση του Carl Schmitt για το πώς το νομοθετικό κράτος ―Gesetzgebungsstaat τρέπεται σε  διοικητικό κράτος ―Verwaltungsstaat και εν τέλει σε ολοκληρωτικό κράτος ―Totaler Staat[xxx]:

Ἡ γραφειοκρατία, ποὺ στηρίζει τὸ διοικητικὸ κράτος, ἀναζητεῖ δικαιολογημένα προσθήκες: κάποιες τῶν παραδοσιακῶν μορφῶν νομιμοποιήσεως ―εἴτε δυναστικῶν εἴτε δημοκρατικῶν-δημοψηφισματικῶν― ποὺ ἀμφότερες δὲν εἶναι κατάλληλες διὰ τὰ καινούργια καθήκοντα ποὺ ἔχει ἡ ὁλότης τοῦ κράτους, τὸ οἰκονομολογικὸ κράτος, τὸ κράτος προνοίας κ.α.

[Aber auch das Beamtentum, das den Verwaltungsstaat trägt, sucht begreiflicherweise nach solchen Ergänzungen. Es ist an die überlieferten Formen der — sei es dynastischen, sei es demokratisch-plebiszitären — Legitimität gebunden, die beide für die neuen Aufgaben des zur Totalität sich wendenden Staates, der Wirtschaftsstaat, Fürsorgestaat und vieles andere wird, nicht geeignet sind.][xxxi]

2.8. Μακροοικονομία και οικονομετρία στην Βρεταννία και την Γαλλία. Εθνικό εισόδημα, κυκλική ροή του εισοδήματος, προσφορά και ζήτηση, χρηματική ζήτηση, καταμερισμός πόρων, τραπεζική.

[PETTY] Μπορεί ο καμεραλισμός να μην υπερβαίνει ποτέ τον σκόπο του, ήτοι το να είναι πλήρης ο φίσκος του κράτους, όμως στην Βρεταννία και την Γαλλία σύντομα ως σκοπός των διοικητικών συμβούλων και επιφυλλιδογράφων περί εμπορίου ετέθη ο πλούτος του έθνους, ενώ σταδιακά η μελέτη των οικονομικών φαινομένων αναπτύχθηκε σε ανεξάρτητη επιστήμη. Καίτοι ο όρος «μακροοικονομία» επινοείται κατά τον μεσοπόλεμο στο γνωστό έργο του Λόρδου Keynes The General Theory of Employment, Interest and Money, για να περιγράψει την μέτρηση του εθνικού προϊόντος, της απασχόλησης, της ανεργίας, του ισοζυγίου συναλλαγών κτλ. ο Antoin E. Murphy μας δεικνύει την γένεση της στο τέλος του ιζ΄αι. Η πρώτη μακροοικονομική θεωρία είναι η πολιτικὴ ἀριθμητική του Sir William Petty. Ο Schumpeter προτιμά να χρησιμοποιήσει τον όρο «οικονομέτρες» λόγῳ της χρήσης της στατιστικής[xxxii]. Ο Petty ξεκίνησε ως προσωπικός σεκρετάριος του Hobbes πλησίον του οποίου γνώρισε την φιλοσοφία του Descartes και του Bacon και εστάλη επί Cromwell στην Ιρλανδία για να χαρτογραφήσει τα αγροτεμάχια που θα λάμβαναν ως πληρωμή οι στρατιώτες, γνωστή ως Down Survey (1656). Ιατρός (ανατόμος), μέλος της Royal Society, βουλευτής, θα γράψει κατά την εποχή του αγγλο-ολλανδικού πολέμου και με αφορμή τα πολεμικά έξοδα, το A Treatise of Taxes and Contributions το 1662 και το Verbum Sapienti; or, An Account of the Wealth and Expences of England and the Method of raising Taxes in the most Equal manner το 1664 που αφορά στον υπολογισμό του εθνικού εισοδήματος. Γαιοκτήμων ο ίδιος, εφοβείτο μην η κυβέρνηση, προς κάλυψη των πολεμικών εξόδων, στραφή σε φόρους επί της γαιοκτησίας και ως σοφός, την συμβουλεύει πώς να υπολογίζει με ακρίβεια της ανάγκες του φίσκου της[xxxiii]. Θα μετρήσει μάλιστα τον πληθυσμό της Αγγλίας και της Ιρλανδίας βάσει των καμινάδων και των bills of mortality (έγγραφα θνησιμότητας) από την έρευνα του φίλου του John Graunt (Observations upon the Bills of Mortality of London), και θα γράψει τα Political Anatomy of Ireland and Political Arithmetick (1672) και Essays in Political Arithmetick (1676). Στην πραγματεία του για τους φόρους θα εμφανίσει πρώτη φορά την έννοια του laissez faire ως vadere sicut vult. Θεωρεί ότι όπως ο ιατρός πολλές φορές δεν πρέπει να παρενοχλεί το σώμα του ασθενή αλλά να παρατηρεί τις κινήσεις της φύσης, έτσι και στην πολιτική (politicks) και την οικονομία (oconomicks). Είναι ο πρώτος Άγγλος που θα χρησιμοποιήσει την λέξη oconomicks[xxxiv]. Όμως ζητεί και κάποια παρέμβαση απ’την κυβέρνηση για τους ανέργους (supernumeraries) έτσι ώστε τους παρέχει εργασία και απ’τις δαπάνες ν’αυξηθή η ζήτηση για προϊόντα απ’την Ιρλανδία και να ελαφρύνει το φορολογικό βάρος από γαιοκτήμονες όπως ο ίδιος. Πίστευε ότι ο άνεργος πρέπει να συνεχίσει να εργάζεται για να μην χάσει τις ικανότητές του και την εργατική του ηθική. Όπως και για τον Keynes, δεν έχει σημασία το είδος της εργασίας, προτείνοντας ακόμη και το κτίσιμο μιας άχρηστης πυραμίδας στο Salisbury Plain κουβαλώντας πέτρες απ’το Stonehenge. Ο Petty ανακαλύπτει τον πολλαπλασιαστή του Keynes: Τα χρήματα που δαπανά κανείς σε χαζά θεάματα δεν χάνονται ματαίως αλλά θα γυρίσουν σε πιο χρήσιμα αγαθά: σε παρασκευαστές μπίρας, αρτοποιούς, ράφτες, υποδηματοποιούς κτλ.

Εκτιμώντας τον πληθυσμό Αγγλίας και Ιρλανδίας στα έξι εκατομμύρια, και την δαπάνη του καθενός στις 4½d. ημερησίως ή ₤6 13s. 4d. ετησίως, ο  Petty υπελόγισε το σύνολο της δαπάνης στα ₤40 εκατομμύρια. Επίσης ώρισε το εθνικό εισόδημα ως την εθνική δαπάνη (flow of income) και την διεχώρισε απ’τον πλούτο (stock of wealth). Παρετήρησε ότι η ροή εισοδήματος που παράγεται απ’τον μη-ανθρώπινο πλούτο, όπως η γη, ήταν μόνο ₤15 εκ. Συγκεκριμένα:
εθνική δαπάνη=εθνικό εισόδημα: ₤40 εκ.
μη-ανθρώπινος πλούτος (γη, οίκηση, ναυτιλία, ζώα, αγαθά, χρυσός και άργυρος): ₤[144+30+3+36+31+6]εκ=₤250 εκ.
εισόδημα από μη ανθρώπινο πλούτο: ₤15 εκ
εισόδημα από ανθρώπινο πλούτο: ₤40 εκ – ₤15 εκ =₤25 εκ
αν τα ₤15 εκ παράγονται από αξία ₤250 εκ. τότε οι άνθρωποι που παράγουν τα ₤25 εκ αξίζουν ₤417 εκ.

Σκοπός του ήταν ν’αποδείξει ότι η εργασία μπορεί ν’αποτελέσει την φορολογική βάση και όχι ο μη-ανθρώπινος πλούτος. Ουσιαστικά είναι υπέρμαχος ενός φόρου επί της κατανάλωσης ή αν υπήρχε τότε, του εισοδήματος, και όχι ενός φόρου κεφαλικού, καπνικού ή γης. Ο Petty παρετήρησε κατόπιν, ότι μπορεί το εθνικό εισόδημα να είναι ₤40 εκ.,  τα νομίσματα όμως που υπήρχαν στην Αγγλία ήταν μόνον ₤6 εκ. Ανεκάλυψε έτσι την σημασία της ταχύτητας κυκλοφορίας του χρήματος: όσο αυξάνει η περίοδος του κύκλου δαπανών και μικραίνει η ετήσια συχνότητά του τόσο μικραίνει η ετήσια εθνική δαπάνη. Αν πχ οι κύκλοι ήσαν σύντομοι, δηλαδή οι μισθοί πληρώνονταν κάθε εβδομάδα, θα χρειάζονταν ₤40.000.000/52 εβδομάδες=₤769.230, ενώ αν οι κύκλοι ήσαν στο ένα τέταρτο του χρόνου, ₤40.000.000/4=₤10.000.000. Ο Petty υπολογίζοντας μισθούς, μισθώματα και φόρους και την ταχύτητα κυκλοφορίας έφθασε στο αποτέλεσμα ότι η Αγγλία χρειάζονταν ₤5,5 εκ κοντά δηλαδή στα ₤6 εκ. Έτσι αντέκρουσε το επιχείρημα των bullionists (και όπως είδαμε και των Καμεραλιστών) ότι πλούτος είναι τα συσσωρευμένα πολύτιμα μέταλλα. Στην Political Arithmetick πρόσεθεσε στα μισθώματα της γης τους μισθούς και τα μισθώματα των κατοικιών, φθάνοντας στα ₤6 εκ. Στο Quantulumcunque Concerning Money (1682) προσέθεσε στον υπολογισμό και τα χρήματα που χρειάζονται για τις εξαγωγές. Τι γίνεται όταν η ζήτηση χρήματος δεν συναντά ικανή προσφορά; Λαμβάνοντας παράδειγμα όπως ο Child, τους Ολλανδούς, απευθύνεται στο τραπεζικό σύστημα. Υποθέτει ότι χρειάζονται ₤100.000 για το εξωτερικό εμπόριο και υπάρχουν διαθέσιμα μόνον ₤60.000: οι ₤40.000 θα κατατεθούν στην τράπεζα η οποία θα επεκτείνει την πίστωση στις ₤80.000 οι οποίες με τις ₤20.000 σε νόμισμα φθάνουν τις ₤100.000. Στο τέλος της Political Arithmetick φαντάζεται μίαν τράπεζα ικανή να χρηματοδοτήσει το παγκόσμιο εμπόριο έχοντας ως εγγύηση την αγγλική γη, ιδέα που θα συναντήσουμε τριάντα χρόνια αργότερα στον John Law[xxxv]. Στο Quantulumcunque Concerning Money, γράφει: We must erect a Bank, which well computed, does almost double the effect of our coined money: And we have in England materials for a bank which shall furnish stock enough to drive the trade of the whole commercial world. Μερικά χρόνια αργότερα θα ιδρυθή η Τράπεζα της Αγγλίας κατά το ολλανδικό μοντέλο. O Petty είναι ενάντιος στους νόμους περί usura και την απαγόρευση εξαγωγής χρήματος, αλλά διαφοροποιείται από τον Child στο ότι θεωρεί το χαμηλό επιτόκιο ως αποτέλεσμα της εμπορικής δραστηριότητας και όχι ως αίτιο, ορίζοντας τον τόκο ως a reward for forbearing the use of your own money for a term of time agreed upon[xxxvi].

Nicholas Barbon

[BARBON] Ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Petty, ο Nicholas Barbon στο A Discourse of Trade (1690) θα δείξει την σχέση της τιμής ενός προϊόντος προς την σπάνιν ή την αφθονία του· αν υπάρχει σε τέτοια υπεραφθονία που δεν χρειάζεται κανείς πλέον να το αγοράσει, η τιμή εκμηδενίζεται, αν είναι σπάνιο, αυξάνει: The Price of Wares is the present Value; And ariseth by Computing the occasions or use for them, with the Quantity to serve that Occasion; for the Value of things depending on the use of them, the Overpluss of Those Wares, which are more than can be used, become worth nothing; So that Plenty, in respect of the occasion, makes things cheap; and Scarcity, dear. Το ότι η σχέση προσφοράς και ζήτησης ενός προϊόντος ορίζει την τιμή του, θέτει τον Barbon υπέρμαχο του ελευθέρου εμπορίου: But the Market is the best Judge of Value; for by the Concourse of Buyers and Sellers, the Quantity of Wares, and the Occasion for them are Best known: Things are just worth so much, as they can be sold for, according to the Old Rule, Valet Quantum Vendi potest· Το 1691 ο «τούρκος» έμπορος (μέλος της Εταιρείας του Λεβάντε)  Sir Dudley North έχοντας ζήσει χρόνια στην Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη, θα γράψει επίσης υπέρ του ελευθέρου εμπορίου στο Discourses upon Trade; principally directed to the cases of the interest, coinage, clipping, increase of Money[xxxvii] υποστηρίζοντας [t]hat no Laws can set Prices in Trade, the Rates of which, must and will make themselves: But when such Laws do happen to lay any hold, it is so much Impediment to Trade, and therefore prejudicial. O Barbon και ο North αντικρούουν για μία ακόμη φορά τους Bullionists, αλλά ο πρώτος θα αμφισβητήσει επιπλέον τον χρυσό και τον άργυρο ως χρήμα (Mony): κάποιοι έχουν σε μεγάλη εκτίμηση τον χρυσό και τον άργυρο ώστε πιστεύουν ότι ενέχουν μίαν εγγενή αξία, και μετρούν την αξία οιουδήποτε πράγματος μ’αυτά· κι ο λόγος γι’αυτό το σφάλμα είναι ότι επειδή το χρήμα φτειάχνεται από χρυσό και άργυρο, δεν μπορούν να διακρίνουν το χρήμα απ’το χρυσό και τον άργυρο. Ενώ η αξία του χρήματος ορίζεται από τον νόμο, η αξία του χρυσού και του αργύρου είναι αβέβαιη, καθώς η τιμή αυτών μεταβάλλεται όπως του χαλκού, του μολύβδου και άλλων μετάλλων. Παρατηρεί ότι η αξία των πολύτιμων μετάλλων έπεσε μετά την ανακάλυψη των δυτικών Ινδιών (να θυμίσουμε εδώ ότι το φαινόμενο του πληθωρισμού παρατηρήθηκε από την σχολή της Σαλαμάνκα κατά την αθρόα εισαγωγή χρυσού στην Ισπανία): Nothing in itself hath a certain Value; One thing is as much worth as another: And it is time, and place, that give a difference to the Value of all things. Τρεις αιώνες αργότερα στην Αυστρία και χρησιμοποιώντας την έννοια του υποκειμένου προς ένα αντικείμενο του γερμανικού ιδεαλισμού, αυτό θα ονομασθή «υποκειμενική θεωρία της αξίας». Η πίστωση δε, για τον Barbon, είναι αξία που δημιουργείται από την γνώμη, αγοράζει αγαθά όπως το χρήμα και σε όλες τις εμπορικές πόλεις πιο πολλά αγαθά πωλούνται αντί πιστώσης παρά αντί χρήματος. Οι περισσότερες πιστώσεις βασίζονται στην εντιμότητα του αγοραστή παρά στην ικανότητά του να το εξοφλήσει. Ο τόκος όμως δεν είναι χρηματιστικό φαινόμενο, αλλά ενοίκιο του κεφαλαίου (Rent of Stock) όπως το ενοίκιο της γης (Rent of Land). Ο τόκος είναι ενοίκιο επί του επεξεργασμένου ή τεχνητού κεφαλαίου (wrough or artificial Stock) ενώ το ενοίκιο της γης επί του ανεπεξεργάστου κεφαλαίου (unwrought Stock). Πολλοί νομίζουν ότι ο τόκος είναι χρήμα επειδή το δανειζόμενο χρήμα αποπληρώνεται σε χρήμα· όμως ο τόκος πληρώνεται αντί του κεφαλαίου: γιατί το δανειζόμενο χρήμα αγοράζει αγαθά. Κανείς δεν αγοράζει χρήμα με τόκο ώστε να το κρατήσει ως χρήμα χάνοντας τον τόκο. Για τον Barbon οι αιτίες που προάγουν το εμπόριο είναι η εργατικότητα (industry) του πτωχού και η ελευθεριότης (liberality) του πλουσίου με την οποία αγοράζει ό, τι η εργατικότητα του πτωχού παράγει. Η αρετή της ἐλευθεριότητος (γενναιοδωρίας) σύμφωνα με τον Αριστοτέλη είναι η μεσότης της αρετής που συνδέεται με τον πλούτο. Το ένα άκρο είναι η ἀσωτία (prodigality), η οποία δεν βλάπτει το εμπόριο, το άλλο, είναι η φιλαργυρία (covetousness). Αν όλοι οι πλούσιοι ήσαν φιλάργυροι, όλο το κεφάλαιο αυτών θα έχανε την αξία του και θα προκαλούσαν μεγαλύτερα δεινά στη χώρα απ’έναν πόλεμο, λέει ο Barbon. Το εμπόριο το εξασφαλίζουν οι δαπάνες τροφής, ενδυμάτων και οίκησης. Ο ίδιος έχοντας ασχολήθη με την ανοικοδόμηση του Λονδίνου μετά την μεγάλη πυρκαϊά του 1666, έχει γράψει και κείμενα για την οικοδόμηση. Απ’την άλλη, οι αιτίες που κάμουν το αγγλικό εμπόριο να φθίνει είναι οι απαγορεύσεις εισαγωγών και ο υψηλός τόκος. Αντικρούει το επιχείρημα των Εμποροκρατών ότι αφήνοντας ένα εισαγώγιμο προϊόν μεταποίησης αποθαρρύνεται η εγχώρια μεταποίηση, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι η ανάγκη εκείνη που προκαλεί την κατανάλωση, η οποία μπορεί να ικανοποιηθή με λίγα, αλλά η πενία του μυαλού, μόδα, και επιθυμία για νεωτερισμούς και για σπάνια πράγματα και αυτά προκαλούν το εμπόριο. Έτσι μπορεί ν’αγοράσει πχ αγγλικά γάντια ή μετάξι αλλά αφού το κάνει, μετά θα επιθυμήσει jessimine γάντια και γαλλικό μετάξι, ή να επιθυμήσει μπέικον Βεστφαλίας όταν βαρεθή το αγγλικό. Άλλωστε, τοιουτοτρόπως οι ξένοι επιθυμούν τ’αγγλικά προϊόντα. Καθώς η μόδα είναι πράγμα ευμετάβλητο, μία απαγόρευση μπορεί να προκαλέσει την κατάργηση της χρήσης του. Αν απαγορεύσεις τις καλαμωτές καρέκλες που είναι στην μόδα μπορεί να γίνει μόδα το να μην χρησιμοποιείς καρέκλα και να κάθεσαι πάνω στο χαλί όπως οι Ρωμαίοι ή όπως κάνουν μέχρι σήμερα οι Τούρκοι, συμπληρώνει ο Barbon. Τέλος μία απαγόρευση είναι ζημιογόνος όχι μόνο ως απώλεια δασμολογικών εσόδων αλλά και εργατικών χεριών που απασχολούνται στην παραγωγή του προϊόντος που ανταλλάσσεται προς το ξένο. Αν πχ το μπέικον Βεστφαλίας ανταλλάσσεται προς αγγλικό μάλλινο ύφασμα, η απαγόρευσή του υπέρ του αγγλικού θα οδηγήσει σε απώλεια θέσεων εργασίας στην εριουργία. Δυνητικά αν η κάθε χώρα απαγόρευε τα προϊόντα της άλλης θα έπαυε το διεθνές εμπόριο. Έτσι προτείνει απλώς δασμούς σε κάποια προϊόντα ώστε να τ’αγοράζουν μόνον οι ευγενείς καθώς θα είναι πιο ακριβά και ο λαός θα αγοράζει τα φθηνότερα αντίστοιχα τοπικά. Έτσι το εμπόριο θα συνεχίσει ανοιχτό και ελεύθερο. Βλέπουμε ότι Barbon, ως ελεύθερο εμπόριο, δεν ορίζει το ελεύθερο δασμών, αλλά εκείνο που δεν υπόκειται σε απαγόρευση. Το υψηλότερο επιτόκιο δανεισμού σε σχέση με την Ολλανδία είναι ένα άλλο μειονέκτημα του αγγλικού εμπορίου. Η παρατήρηση του Barbon δεν συνάδει μόνο με του Child, αλλά κυρίως με εκείνη που θα κάμει λίγα χρόνια αργότερα ο John Law. Ο Ολλανδός για να πωλήσει εμπόρευμα 100 l. χρεώνεται, με επιτόκιο 3%, 103 l. ενώ ο Άγγλος για 100 l. εμπόρευμα, με 6% επιτόκιο, 106 l. Αυτό σημαίνει ότι ο Ολλανδός μπορεί να ρίξει την τιμή του (undersell) και να κερδίσει την αγορά προς τον Άγγλο. Το υψηλό επιτόκιο μειώνει τα εγχώρια προϊόντα που εξάγονται μ’αποτέλεσμα να υποτιμάται το εγχώριο κεφάλαιο και επομένως η τιμή του ενοικίου της γης, άρα και η αξία της γης. Αυτός είναι ο λόγος, προσθέτει, που ο Μωυσής, αφού μοίρασε την γη στους Εβραίους απηγόρευσε Εβραίος να δανείζει αντί τόκου Εβραίο αλλά μόνον ξένο: για να μην χάσουν την γη από τους εμπόρους της Τύρου. Προτείνει έτσι μείωση του επιτοκίου στο 3% για να αυξηθή η αξία της αγγλικής γης, αντίθετα με τον North που επικρίνει μία τέτοια θέση καθώς θεωρεί όπως ο  Petty, ότι το εθνικό stock της Ολλανδίας είναι εκείνο που θέτει το επιτόκιο στο 3%[xxxviii].

 

John Law of Lauriston, του Georg Friedrich Schmidt. National Galleries of Scotland

[LAW] Βλέπουμε ότι το χρηματιστικό Σύστημα του John Law που παρουσιάσαμε αναλυτικά στο 1.3 του παρόντος μέρους, ανακεφαλαιώνει εν πολλοίς τις ιδέες του Petty και του Barbon, αφού απαντά στην ανάγκη χρήματος μιας χώρας προκειμένου να έχει εμπόριο και μεταποίηση. Ο Law όπως είδαμε, είναι ο πρώτος που χρησιμοποίησε την λέξη ζήτησηdemand, την σχέση προσφοράς και ζήτησης με το περίφημο παράδειγμα του νερού και των διαμαντιών, σχημάτισε την έννοια της χρηματικής ζήτησης και ώρισε το φαινόμενο του πληθωρισμού με την σχέση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης χρήματος. Επίσης είδε την σχέση χρήματος και οικονομικής δραστηριότητας, την κυκλική ροή του εισοδήματος μεταξύ γαιοκτήμονα, εργάτη μεταποίησης και αγρότη και το ότι πρέπει να προμηθεύσεις εκ των προτέρων με χρήμα την αγορά σου για ν’αυξήσεις το εμπόριο σου: ο γαιοκτήμων πληρώνει με χαρτονόμισμα τον εργάτη για προϊόντα, ο εργάτης τον αγρότη για τρόφιμα και ο εργάτης τον γαιοκτήμονα το μίσθωμα της γης κ.ο.κ. Αν η ανταλλακτική οικονομία λειτουργεί μεταξύ γαιοκτήμονα και αγρότη, με την δημιουργία χαρτονομίσματος ουσιαστικά αναπτύσσεται ο τρίτος πόλος, η μεταποίηση. Με την χρηματική επέκταση λύει και το θέμα την ανεργίας που έλυε μερικώς η χρήση του μεταλλικού νομίσματος. Όμως δεν μπορείς ν’αυξάνεις απεριόριστα την ποσότητα του χρήματος, γιατί αν αυτή η προσφορά ξεπεράσει την ζήτηση η αξία του χρήματος θα πέσει και η τιμές των αγαθών θ’αυξηθούν. Διακόσια χρόνια μετά την εισαγωγή αργύρου στην Ευρώπη και κατ’επέκταση στο παγκόσμιο εμπόριο, η αξία των αγαθών εικοσαπλασιάσθηκε. Ο Law δίδει απάντηση γιατί στην πατρίδα του την Σκωτία δεν υπάρχει αντιστοιχία ανάμεσα στις τιμές των αγαθών και την προσφορά του χρήματος, δηλαδή οι τιμές είναι υψηλές για μία χώρα που έχει λίγο άργυρο: επειδή σ’έναν ενοποιημένο εμπορικά κόσμο η τιμή ενός αγαθού ορίζεται απ’τις διεθνείς δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης και όχι απ’εκείνες μιας μικρής και ανοιχτής τοπικής οικονομίας (νόμος της μιας τιμής)[xxxix], αντικρούοντας τον William Petyt (Brittania Languens, 1680)[xl]. Γι’αυτό είναι απ’εκείνους που πρώτοι απέρριψαν την διαδεδομένη προκατάληψη ότι αν είσαι φτωχός μπορείς να είσαι ανταγωνιστικός εμπορικά.  Ο Law με την χρηματιστική (monetary) του θεωρία απομακρύνεται απ’τις ιδέες της εμποροκρατίας ότι το έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών δημιουργεί την σπάνιν του χρήματος, καθώς θεωρεί την ποσότητα χρήματος και αίτιο και αποτέλεσμα. Έτσι πιστεύει πως η χρηματική επέκταση θα κάνει το ισοζύγιο πληρωμών να ισορροπήσει όπως είχε παρατηρήσει στην περίπτωση της Ολλανδίας. Όμως αυτό ισχύει υπό μία ρήτρα που ο ίδιος άλλωστε έχει θέσει: ότι η εγχώρια κατανάλωση παραμένει σταθερή. Οι λύσεις που προσφέρει είναι οι εξής: πρώτον, άπαξ το χαρτονόμισμα είναι αποδεκτό μόνον στην χώρα που εκδίδεται δεν θα υπάρχουν χρηματικές εκροές και οι εισαγωγείς προϊόντων θα έχουν ένα όριο στις εισαγωγές· δεύτερον, αν η χώρα πληρώσει το έλλειμμα αντί πίστωσης, μπορεί να εξισορροπηθή επιδοτώντας κάποιες εξαγωγές νεότευκτων βιομηχανιών[xli]. Επίσης βλέπει πιθανή την επιβολή απαγορεύσεων στην κατανάλωση ώστε να μην εισάγονται πολλά καταναλωτικά προϊόντα. Είναι παράδοξο, γράφει ο Antoin E. Murphy, να ξεκινά με την καθαρή παραδοχή της ισχύος του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης και να καταλήγει με παρεμβάσεις όπως οι επιδοτήσεις και οι απαγορεύσεις[xlii]. Όπως και νάχει, η συμβολή του Law στην πολιτική οικονομία ήταν καταλυτική. Μπορεί η λογική των ελευθέρων ισοτιμιών να εφαρμοσθή τριακόσια χρόνια ακριβώς μετά τη γέννησή του, αλλά ως πολιτικός είχε ο ίδιος την δυνατότητα να δείξει ότι το χρήμα είναι η αξία της ανταλλαγής και όχι εκείνο που δίδει αξία στην ανταλλαγή, όπως επίσης πώς μπορούν αγορές κεφαλαίου να χρηματοδοτήσουν τεράστιες επενδυτικές δαπάνες[xliii].

Προσωπογραφία κυρίου (1720) του Nicolas de Largillière. Πιθανολογείται ότι αναπαριστά τον Cantillon

[CANTILLON] Εκείνος που ανέλαβε, ας πούμε, να διόρθωσει το Σύστημα του Law ήταν ο φίλος του, Richard Cantillon. Από ιβερνο-νορμανδική οικογένεια που εγκατέλειψε την Ιρλανδία (είχε χάσει σταδιακά τη γη της με τις κατασχέσεις των κρομβελιανών και γουιλλιαμιτών) με τον διωγμό ρωμαιοκαθολικών οικογενειων (γνωστόν ως «flight of the wild geeze») κατόπιν της συνθήκης του Limerick το 1691.  Έγινε τραπεζίτης κοντά στον θειο του στην Γαλλία και συνήντησε τον John Law στο Παρίσι και έγιναν συνεργάτες για την προετοιμασία της κληρουχίας της Λουιζιάνας. Όταν τον Αύγουστο του 1719 ο Cantillon αντίκρυσε την φρενίτιδα για τις μετοχές της Εταιρείας του Μισσισσιπή πώλησε τις μετοχές του και έφυγε για την Ιταλία. Περίμενε να σκάσει η φούσκα και να κατεδαφισθή το Σύστημα του συνεργάτη του καθώς έβλεπε ότι δεν μπορείς ταυτόχρονα να αυξάνεις την ποσότητα του χρήματος, να χαμηλώνεις τα επιτόκια και να θέλεις επιπλέον να ανεβάσεις την αξία του χαρτονομίσματος προς τον χρυσό και τον άργυρο. Κάτι πρέπει να θυσιάσεις. Η φούσκα δεν έσκασε αλλά αντίθετα η αξία των μετοχών ηυξήθη τον Ιανουάριο του 1720. Την άνοιξη επέστρεψε στο Παρίσι και πήρε θέση «bear» προς την γαλλική ισοτιμία. Ο Law που εν τῳ μεταξύ είχε γίνει πρωθυπουργός, τον έδιωξε απ’την Γαλλία. Όταν έπεσε η μετοχή μετά τον Μάιο, ο Law ζήτησε την βοήθεια του ώστε να ελέγξει το Σύστημα. Εκείνος, παρά έναν αρχικό δισταγμό, ηρνήθη καθώς δεν έβλεπε σωτηρία. Μετά το τέλος του Συστήματος και την φυγή του Law, o Cantillon βγήκε κερδισμένος, και συνέχισε με την μετοχή της Εταιρείας  των Νοτίων Θαλασσών στην οποία έβλεπε μια παρόμοια περίπτωση με την Εταιρεία του Μισσισσιπή. Κέρδισε και σ’αυτήν. Δηλαδή αρχικά κέρδισε χρήματα από την μετοχή της Εταιρείας του Μισσίσσιπή, μετά απ’το στοίχημα κατά της γαλλικής ισοτιμίας και τέλος από το παράγωγο των Νοτίων Θαλασσών. Η περιουσία του ανήρχετο στα είκοσι εκατομμύρια λίβρες αλλά οι πελάτες του στην τράπεζα που είχαν χάσει χρήματα με την μετοχή του Μισσισσιπή τον εμήνυαν για να δικαιολογηθούν στους πιστωτές αυτών. Ο θάνατός του το 1734, παραμένει μυστήριο: τον δολοφόνησε ο γάλλος μάγειρας του; πέθανε απ’την πυρκαϊά που άναψε ένα άσβηστο κερί; Ο βιογράφος του, Antoin E. Murphy, δεν αποκλείει το να σκηνοθέτησε την δολοφονία του για να ξεφύγει απ’τους διώκτες του[xliv]. Το 1755 στο Παρίσι εξεδόθη το μοναδικό βιβλίο που έγραψε ο Cantillon περί το 1728-1730, το Δοκίμιο περὶ τῆς φύσεως τοῦ ἐμπορίου ἐν γένει ―Essai sur la nature du commerce en général. Ο Cantillon θέλει να οικοδομήσει όχι σύστημα όπως ο φίλος του, αλλά μοντέλο, να τυποποιήσει τα οικονομικά φαινόμενα, να τα περιγράψει.  Στο πρώτο βιβλίο μας περιγράφει το πέρασμα από μία οικονομία των γαιοκτημόνων σε μία οικονομία των επιχειρηματιών, στο δεύτερο, πώς αυτή η μεταβολή γίνεται από την ανταλλαγή στην χρηματική οικονομία και από μία κλειστή σε μία ανοιχτή· στο τρίτο, περιγράφει την μετάβαση από ένα νομισματικό σύστημα σ’ένα πιο πολύπλοκο διεθνές σύστημα και την προσθήκη του χαρτονομίσματος, χωρίς ν’αποφύγει την κριτική σε οικονομικές επινοήσεις, δηλαδή το Σύστημα του Law, που εμπεπλεγμένος ο ίδιος, εκείνη την εποχή τον βάρυνε στην ίδια την προσωπική του ζωή.

Η πηγή του πλούτου για τον Cantillon είναι η γη όπως την διαμορφώνει η εργασία, ενώ τα πλούτη είναι η διατροφή, τα αγαθά, οι ανέσεις της ζωής. Ξεκινά περιγράφοντας τους χωρικούς σχηματισμούς των κοινωνιών, το χωριό, όπου διαμένουν οι αγρότες, τα βούργα ή κεφαλοχώρια που έχουν τις αγορές όπου οι έμποροι συγκεντρώνουν τα αγαθά απ’τα τριγύρω χωριά, τις πόλεις όπου μένουν οι γαιοκτήμονες απ’τους οποίους ενοικιάζουν την γη οι αγρότες και οι οποίοι καταναλώνουν τα αγαθά που μεταποιούν εκεί οι τεχνίτες ή τεχνουργοί και οι επαγγελματίες (arts & métiers) και τέλος οι μεγάλες πόλεις (villes capitales) όπου κατοικεί ο ηγεμών με την αυλή του αλλά και όπου γίνεται το διεθνές εμπόριο, είτε επειδή ευρίσκονται στα παράλια, σε όχθες ποταμών ή σε εμπορικούς οδούς. Η εργασία των τεχνουργών είναι πιο πολύτιμη από των εργατών καθώς είναι αναγκασμένοι να καλλιεργήσουν δεξιότητες και να μεριμνήσουν για την ποιότητα της εργασίας προκειμένου να πωλήσουν τα προϊόντα που παράγουν αλλά και είναι εκτεθειμένοι σε περισσοτέρους κινδύνους (VII-VIII). Ορίζει ως valeur intrinseque  ―φυσική αξία, την επιφάνεια της γής συν την εργασία που επενδύεται στην παραγωγή. Ο Adam Smith θα την ονομάσει μερικές δεκαετίες αργότερα natural price δίχως να μνημονεύσει τούνομα του Cantillon[xlv]. Αν οι αγρότες θερίσουν μεγάλη ποσότητα σίτου  έτσι ώστε να υπερκαλύπτει τις ανάγκες ενός ετούς και στην αγορά να υπάρχουν περισσότεροι πωλητές παρά αγοραστές, η τιμή του σίτου θα πέσει κάτω απ’την φυσική αξία· αν πάλι, θερίσουν μικρή ποσότητα ώστε οι πωλητές να είναι λιγότεροι από τους αγοραστές, τότε η τιμή του σίτου θα υψωθή πάνω από την φυσική (Χ). Όλες οι τάξεις και ο πληθυσμός ενός κράτους ζουν και πλουτίζουν σε βάρος των γαιοκτημόνων. Αν δεν επέτρεπαν την καλλιέργεια της γης αυτών κανείς δεν θα μπορούσε να θραφή. Οι αγρότες από τα δύο τρία του προϊόντος της γης που εκμεταλλεύονται πληρώνουν τα έξοδα συντήρησης, τους βοηθούς που ζουν στην εξοχή αλλά και τους τεχνουργούς και επιχειρηματίες της πόλης απ’τους οποίους αγοράζουν αγαθά. Αλλά και ο γαιοκτήμων ξοδεύει το δικό του τρίτο στους τεχνουργούς της πόλης όπως και στους μεταφορείς των αγαθών. Όταν οι τεχνουργοί και οι επιχειρηματίες της πόλης ασχολούνται με το διεθνές εμπόριο πλουτίζουν απ’τους  γαιοκτήμονες των ξένων χωρών (ΧΙΙ). Ο Cantillon σκαρώνει ένα σχήμα, όπως είχε κάνει και ο Law, για να ορίσει έναν βασικό παράγοντα της εμπορικής πρακτικής: τον entrepreneur, τον εργολάβο ή επιχειρηματία τον οποίο θα ξεχάσει η οικονομική θεωρία μέχρι τον Schumpeter, με εξαίρεση τον Turgot και τον Say. Ο αγρότης (fermier) λειτουργεί ως επιχειρηματίας (entrepreneur) ο οποίος υπόσχεται να πληρώσει στον ιδιοκτήτη (proprietaire) ένα  ωρισμένο χρηματικό ποσό, περίπου το ένα τρίτο της αξίας της γης, ως μίσθωμα, χωρίς να γνωρίζει με βεβαιότητα τι θα κερδίσει απ’αυτήν την επιχείρηση. Επίσης χρησιμοποιεί ένα μέρος της γης για να θρέψει τα ζώα, να παραγάγει τον καρπό κτλ. Η τιμή των αγαθών (denrées) εξαρτάται εν μέρει απ’την εποχή, εν μέρει απ’την κατανάλωση: πλούσια συγκομιδή, μικρή κατανάλωση, χαμηλή τιμή· πτωχή συγκομιδή, μεγάλη κατανάλωση, υψηλή τιμή. Ο επιχειρηματίας μην μπορώντας να προβλέψει απόλυτα τα γεγονότα, άγει την επιχείρηση με αβεβαιότητα. Ακολούθως, οι μεταφορείς μεταμορφώνονται σε επιχειρηματίες για να μεταφέρουν τα προϊόντα στις αγορές του βούργου πληρώνοντας μίαν ωρισμένη τιμή (prix certain) προς ένα αβέβαιο κέρδος (profit uncertain). Επειδή όμως οι οικογένειες στην πόλη δεν μπορούν ν’αγοράσουν όλα τα αγαθά και να τ’αποθηκεύσουν, κάποιοι μεταμορφώνονται σε επιχειρηματίες που αγοράζουν τα αγαθά αυτά σε ωρισμένη, κατά τόπο τιμή και τα μεταπωλήσουν χονδρικώς ή λιανικώς σε αβέβαιη. Μάλιστα οι έμποροι αυτοί τα επεξεργάζονται στα μέτρα της κατανάλωσης των κατοίκων της πόλης. Όλοι οι επιχειρηματίες δεν γνωρίζουν την ποσότητα της κατανάλωσης και αυτό είναι το βασικό αίτιο των όποιων χρεοκοπιών αυτών. Όλοι οι επιχειρηματίες γίνονται καταναλωτές και πελάτες (chalands) ο ένας τ’άλλου. Οι επιχειρηματίες για να λειτουργήσουν μπορούν να είναι χρεωμένοι σε κάποιον σαράφη (à gage) με την βοήθεια ενός ενεχύρου, μιας rente επί γαιών και κρατικών ομολόγων. Ο Cantillon καταλήγει ότι οι μόνοι φύσει ανεξάρτητοι μέσα σε ένα κράτος είναι οι γαιοκτήμονες, ενώ όλοι οι υπόλοιποι είναι εξαρτημένοι, είτε επιχειρηματίες, είτε σαράφηδες, και όλη η ανταλλαγή (troc) και κυκλοφορία του κράτους άγεται με την διαμεσολάβηση αυτών των επιχειρηματιών (ΧΙΙΙ). Προκειμένου να μας δείξει πώς φθάνουμε σε μία οικονομία της αγοράς υποθέτει έναν μοναδικό γαιοκτήμονα που δίδει εντολές στους γεωργούς (laboureurs) και τους τεχνουργούς (artisans) μέσω των επιστάτων (inspecteurs) τους οποίους τρέφει με ένα μέρος των καρπών, ενώ ένα άλλο μέρος διαθέτει για τα ζώα. Ένα μέρος της γης θα το διαθέσει για κήπους, αμπέλια για το κρασί του και λιβάδι για τα άλογά του κτλ. Σε αυτήν την φάση ο γαιοκτήμων είναι απόλυτος άρχων όλων, όμως ας πούμε ότι θέλει να αποφύγει όλη αυτήν την μέριμνα και ότι υπολογίζει να δώσει αγρούς στους επιστάτες με τους γεωργούς που έχουν υπό επιστασία και αυτοί γινόμενοι επιχειρηματίες, παραχωρούν στους δουλευτές άλλο ένα τρίτο της παραγωγής προς τροφή, ένδυση και άλλα αγαθά. Ας πούμε ότι υπολογίζει παρομοίως για τους τεχνουργούς  οι οποίοι θα γίνουν μαΐστορες τεχνουργοί και τέλος κανονίζει ένα κοινό μέτρο, όπως το χρήμα βάσει του οποίου οι δραστηριότητες όλων αυτών θα συσχετίζονται μέσῳ των τιμών. Ο κυρ γαιοκτήμων συνεχίζει με τις επιλογές του να επηρεάζει τις ζωές των υπολοίπων, όχι μέσῳ των εντολών αλλά μέσῳ των τιμών. Καθένας μιμείται τον γαιοκτήμονα και αναλόγως ρυθμίζεται η ζήτηση των προϊόντων. Έτσι η ανταλλακτική οικονομία τρέπεται σε οικονομία της αγοράς (XIV). Ο Cantillon δικαιολογεί όχι μόνον την αύξηση του πληθυσμού χάρη στον καταμερισμό των φρούκτων της γης μέσῳ της αγοράς που δημιουργεί η αλλαγή αυτή της συμπεριφοράς των γαιοκτημόνων (XV), αλλά και την αύξηση της εργασίας: πλούσιο λογίζεται ένα κράτος όσο έχει πληθώρα εργασίας. Μάλιστα μετατρέπει το εμποροκρατικό επιχείρημα σε θέμα ζήτησης: για γίνει η κατανάλωση προϊόντων μεταποίησης  (manufactures) υπολογίσιμη στο εξωτερικό, πρέπει πρώτα αυτά να εκτιμηθούν χάρη σε μία μεγάλη εγχώρια κατανάλωση· τότε υποβαθμίζεται κάθε ξένο προϊόν και δίδεται περισσότερη απασχόληση στους κατοίκους. Ακόμη κι αν δεν βρεθή για όλους εργασία χρήσιμη που προσφέρει πλεονέκτημα στο κράτος, η ενασχόληση με την ψυχαγωγία δεν κάνει το κράτος λιγώτερο πλούσιο (XVI). Κλείνοντας το πρώτο μέρος θα κάνει αναφορά στα πολύτιμα μέταλλα των οποίων περιγράφει την εξόρυξη, την επεξεργασία και την χρηστικότητα. Δεν συμφωνεί με τον Locke ότι λόγω μόνον συναίνεσης ο χρυσός, ο άργυρός και ο χαλκός έχουν αναχθή σε μέτρα αξίας. Γιατί το ίδιο ισχύει για την αξία της δαντέλας, των λεπτών υφασμάτων κ.α. Αλλά δεν πρέπει να συμπεράνουμε ότι όλα τα πράγματα έχουν μόνον φανταστική αξία. Αντιστοιχούν πραγματικά και φυσικά, σε τιμή γης και εργασίας, στα πράγματα που δίδουμε σε αντάλλαγμα (XVII).

Στην πραγματικότητα εξεδόθη στο Παρίσι από τον εκδότη Guillyn, αλλά για να ξεπερασθούν τα προβλήματα λογοκρισίας γράφεται ότι έχει μεταφρασθή απ’την αγγλική και εκδοθή από έναν εκδότη που είχε πεθάνει χρόνια πριν, σύμφωνα με τον Antoin E. Murphy

Στο δεύτερο μέρος μιλώντας για την ανταλλαγή (troc) ασκεί κριτική στον ορισμό της τιμής του Locke. Ενώ ο τελευταίος πιστεύει ότι η αξία των αγαθών ορίζεται σε σχέση προς την αφθονία ή την σπάνιν του χρήματος προς το οποίο ανταλλάσσεται, ο Cantillon, χωρίς να διαφωνεί καταρχήν, παρουσιάζει το παράδειγμα μιας διπλάσιας ποσότητας σίτου σε ένα βούργο, που σημαίνει ότι ο σίτος ευρίσκεται σε αφθονία προς το χρήμα που πρόκειται να τον αγοράσει· όμως η τιμή θα παραμείνει, σαν να υπάρχει η μισή ποσότητα καθώς η άλλη μισή θα σταλή στην πόλη και τα μεταφορικά έξοδα θα συμπεριληφθούν στην τιμή του στην πόλη που είναι πιο υψηλή από εκείνη του βούργου (Ι). Οι τιμές της αγοράς διαμορφώνονται από τον πωλητή που θέλει να την κρατήσει υψηλή και τον αγοραστή που θέλει να την χαμηλώσει. Συνήθως είναι πλησίον της φυσικής αξίας. Κάποιοι πωλητές που προσπαθούν να την κρατήσουν χάνουν την ευκαιρία να πωλήσουν ή πράγματι πωλούν σε κάποια άλλη χρονική στιγμή. Επίσης οι τιμή ενός αγαθού σε μία χώρα μπορεί να επηρεασθή από την τιμή του σε μία γειτονική, όπως άλλωστε λέει και ο νόμος της μιας τιμής του Law (III). Στην προσπάθεια του να διερευνήσει την κυκλοφορία του χρήματος ξεκινά από την υπόθεση ότι ένας αγρότης κάνει τρία μισθώματα (rentes) : το πρώτο που πληρώνει στον γαιοκτήμονα, ίσο προς το προϊόν του ενός τρίτου του αγρού του· ένα δεύτερο, για την συντήρησή του και εκείνη των ανθρώπων και των αλόγων που τον υπηρετούν για να καλλιεργήσει τον αγρό του· και ένα τρίτο που οφείλει να κρατήσει υπέρ της επιχείρησής του, αν και συνήθως το καταναλώνει για την οικογένειά του. Ουσιαστικά, καθώς την τροφή την εξασφαλίζει από την γη του, χρειάζεται χρήμα για το πρώτο μίσθωμα και για αγαθά που δεν υπάρχουν στην εξοχή. Καθώς ο μισός πληθυσμός κατοικεί στις πόλεις το μισό προϊόν της γης πηγαίνει εκεί. Πράγματι το ένα τρίτο που δίδει στον γαιοκτήμονα συν το ένα έκτο από την δεύτερη αποτελεί το μισό καθώς ο γαιοκτήμων δαπανά το μίσθωμα που λαμβάνει απ’τον αγρότη σε αγαθά που ψωνίζει λιανικώς απ’την πόλη. Εκεί επαγγελματίες όπως κρεοπώλες, αρτοποιοί κ.α. αγοράζουν χονδρικά ζώα, αλεύρι κ.α. απ’τους αγρότες, οπότε το χρήμα που μαζεύεται στις πόλεις σε μικρά ποσά συγκεντρώνεται και επιστρέφει σε μεγάλα ποσά στην εξοχή, και ο κύκλος επαναλαμβάνεται. Αν υποθέσουμε, λέει ο Cantillon, ότι δέκα χιλιάδες ουγκιές αργύρου[xlvi] είναι οι πληρωμές που γίνονται απ’την εξοχή στην πόλη και απ’την πόλη στην εξοχή και αυτές γίνονται κάθε χρόνο, και ότι αντιστοιχούν σε δύο τρίτα του προϊόντος της γης και σε δύο μισθώματα: αυτό σημαίνει ότι πέντε χιλιάδες παίρνουν οι γαιοκτήμονες και πέντε χιλιάδες κυκλοφορούν ανάμεσα στους κατοίκους της εξοχής και εκείνους της πόλης ετησίως. Αν όμως οι πληρωμές αυτές πραγματοποιούνται κάθε έξι μήνες το ποσό γίνεται πέντε χιλιάδες ουγκιές, αν γίνονται κάθε τέσσερις, δύο χιλιάδες πεντακόσιες (ΙΙΙ). Ο Cantillon, ακολουθώντας τον Petty, ομιλεί περί της ταχύτητας της χρηματικής κυκλοφορίας: ας υποθέσουμε ότι το μίσθωμα που λαμβάνει ο γαιοκτήμων απ’τον αγρότη είναι 1300 ουγκιές αργύρου και κάθε εβδομάδα πληρώνει στον κρεοπώλη, τον αρτοποιό κ.α. 100 ουγκιές και αυτοί ακολούθως επιστρέφουν αυτές τις 100 ουγκιές στον αγρότη εβδομαδιαίως. Αυτό σημαίνει ότι η χρηματική κυκλοφορία είναι 100 ουγκιές και τα υπόλοιπα 1200 μένουν στο ταμείο, κομμάτι στα χέρια του γαιοκτήμονος, κομμάτι στα χέρια του αγρότη. Συμβαίνει επίσης ο γαιοκτήμων να καταθέσει ένα μέρος του μισθώματος σ’έναν αργυροπράτη αντί τόκου. Έτσι τα χρήματα αυτά χρησιμοποιούνται με μύριους τρόπους μέχρι να ξανακαταλήξουν στον αγρότη. Επίσης υπάρχουν περιπτώσεις ανταλλαγών ανάμεσα σε επιχειρηματίες που δεν μεσολαβεί το χρήμα. Η εμπιστοσύνη μεταξύ των επιχειρηματιών κάμει το χρήμα πιο σπάνιο. Άλλοι πάλι φυλάσσουν κάποιο ποσό για το μέλλον έτσι ώστε αυτό να ευρίσκεται εκτός κυκλοφορίας. Ο Cantillon συμπεραίνει ότι πιθανόν το πραγματικό χρήμα (argent effectif) να είναι λιγώτερο απ’την αρχική του υπόθεση (IV). Κατόπιν εξηγεί πώς διαμορφώνεται το ισοζύγιο ανάμεσα στην εξοχή και την πόλη· καθώς το χρήμα πηγαίνει στην πόλη, λιγοστεύει στην επαρχία και γι’αυτό οι τιμές των αγαθών στην πόλη είναι υψηλότερες καλύπτοντας τα έξοδα μεταφοράς (που αντιστοιχούν στους κινδύνους) των αγαθών στην πόλη. Αυτό σημαίνει ότι ο επιχειρηματίας αγοράζει φθηνά στην εξοχή και πωλεί ακριβά στην πόλη. Στην διαφορά αυτή τιμής εμπεριέχονται η συντήρηση του αλόγου, ο μισθός του αμαξά και το κέρδος του επιχειρηματία. Αυτό σημαίνει επίσης ότι κοστίζει περισσότερη γη σ’έναν γαιοκτήμονα να ζει στην πόλη. Αυτήν την ανισότητα χρήματος μεταξύ πόλης και εξοχής πρέπει να λάβει κατά νου όποιος ιδρύει μία βιομηχανία έτσι ώστε να μην είναι πολύ απομεμακρυσμένη απ’την πόλη. Με τον ίδιο τρόπο ο Cantillon αιτιολογεί το ισοζύγιο συναλλαγών ανάμεσα σε χώρες. Η χώρα που εξάγει περισσότερο έχει υψηλότερες τιμές και ανταλλάσσει μία μικρή επιφάνεια γης προς μία πιο μεγάλη (V). Το αίτιο της αύξησης των τιμών στον τόπο όπου ευρίσκεται μεγαλύτερη ποσότης χρήματος είναι η ηυξημένη κατανάλωση. Το εξηγεί με την υπόθεση της εξόρυξης αργύρου σε μία χώρα: όλοι όσοι εμπλέκονται στην επιχειρήση θα αρχίσουν να καταναλώνουν περισσότερο. Αυτό σημαίνει ότι και οι επιχειρηματίες που τους τροφοδοτούν με αγαθά θα απασχολήσουν περισσότερους τεχνουρχούς που και αυτοί ακολούθως θα καταναλώσουν περισσότερο. Η αύξηση της ζήτησης λόγω της ηυξημένης κατανάλωσης θα κάμει πιο σπάνια τα αγαθά και θα υψώσει την τιμή αυτών. Οι αγρότες θ’αναγκασθούν χρησιμοποιούν περισσότερη γη για να παράγουν περισσότερα αγαθά αλλά θα καταναλώνουν και περισσότερο. Εκείνοι που πρέπει να μειώσουν τις δαπάνες καθώς έχουν συμβόλαια με τους αγρότες είναι οι γαιοκτήμονες που θα πρέπει να απολύσουν υπηρετικό προσωπικό το οποίο μπορεί να ξενιτευθή. Όσοι μένουν πρέπει να αυξήσουν τις δαπάνες. Συνεχίζοντας η εξόρυξη ν’αυξάνει την ποσότητα αργύρου στην χώρα, και με τα παλαιά συμβόλαια να έχουν λήξει οι γαιοκτήμονες θα αυξήσουν τα μισθώματα και θα επιστρέψουν στον παλαιό τρόπο βίου. Όμως καθώς οι τεχνουργοί και οι βιοτέχνες θα τεύχουν προϊόντα σε υψηλή τιμή, πολλοί καταναλωτές θ’αναζητήσουν προϊόντα σε φθηνές αγορές του εξωτερικού με αποτέλεσμα οι πρώτοι να καταστραφούν καθώς δεν θα μπορούν να εργάζονται με φθηνές τιμές υπό ένα καθεστώς ακρίβειας. Έτσι ο άργυρος που εξορύσσεται αφού αυξήσει όλες τις τιμές, μειώσει τον πληθυσμό και καταστρέψει την μεταποίηση της χώρας,  θα περάσει σταδιακά στο εξωτερικό από όπου θα γίνεται η προμήθεια των αγαθών. Η χώρα θα εξαρτάται πλέον απ’το εξωτερικό και στο εσωτερικό θα επικρατεί μια γενική πτωχεία. Έτσι ο Cantillon μάς περιγράφει το φαινόμενο του πληθωρισμού. Αν πάλι αυτή η ποσότητα αργύρου έλθει χάρη στο ευμενές εμπορικό ισοζύγιο προς το εξωτερικό, πάλι θ’αυξηθή η κατανάλωση και οι τιμές αλλά με κάποια ισορροπία καθώς όσο θα εισρέει άργυρος απ’το εξωτερικό θα αποστέλλονται εκεί προϊόντα μεταποίησης ή γης. Αν μάλιστα πρόκειται για ναυτικό κράτος, η χαμηλή τιμή των θαλασσίων μεταφορών θα ζυγιάζει την ακρίβεια των προϊόντων λόγω των υψηλών μισθών. Άλλη αιτία αύξησης των τιμών είναι χρήμα που φέρουν ξένοι στην χώρα όπως πρεσβευτές, ταξιδιώτες, περιηγητές κ.α. (VI). Όμως ο Cantillon δεν θεωρεί ότι αν διπλασιασθή η ποσότητα του χρήματος π.χ. από ξένους επισκέπτες, θα διπλασιασθούν κατ’ ανάγκην οι τιμές των αγαθών. Καθώς θα είναι πρόχειρο χρήμα, ρευστό, θα διανεμηθή αμέσως σε πολλούς χωρίς να επιταγχυνθή η κυκλοφορία. Αλλό αίτιο είναι η έλλειψη εμποδίων. Παραδείγματος χάριν, στην Αγγλία μία αύξηση στην κατανάλωση κρέατος που αυξάνει την κτηνοτροφία σε βάρος της αγροτικής καλλιέργειας δεν επιφέρει σημαντική αύξηση της τιμής του άρτου, επειδή επιτρέπεται η εισαγωγή σίτου αντίθετα με εκείνη των βοδιών που απαγορεύεται (VII). Ο Cantillon περιγράφει αυτό που θα ονομασθή αργότερα εμπορικός ή επιχειρηματικός κύκλος (Trade/Business Cycle) και που στην εποχή του είναι η ἀνακύκλωσις της πολιτείας ή η σχέση virtù-fortuna κατά Pocock που παρουσιάσαμε στα προηγούμενα κεφάλαια. Η αύξηση των εξαγωγών προκαλεί σε ένα κράτος εισροή αργύρου και αύξηση των τιμών. Ταυτόχρονα γειτονικές χώρες αρχίζουν να παράγουν και αυτές τα ίδια προϊόντα που, μολονότι χειρότερα σε ποιότητα, εμποδίζουν τις εξαγωγές της πρώτης η οποία χάνει μέρος του εμπορίου της και πολλοί τεχνουργοί μεταναστεύουν στην γειτονική χώρα. Έτσι χάνει σταδιακα στο εμπορικό ισοζύγιο. Ακόμη κι αν η μεγάλη ποσότητα χρήματος μπορεί να το συντηρεί, οι πλούσιες τάξεις στρέφονται στην αγορά προϊόντων χλιδής τα οποία εισάγουν. Οπότε και πάλι σταδιακά η χώρα πτωχεύει. Αν ο πλούτος μιας χώρας μπορεί να την σύρει στην πτωχεία, ο ηγεμών ή οι νόμοι θα πρέπει όταν ευρίσκεται στην κορυφή της οικονομικής ηγεμονίας της ν’αφαιρούν μία ποσότητα χρήματος απ’την αγορά και να την φυλάσσουν για τις κακές εποχές (κάτι που θα επαναλάβει δύο αιώνες αργότερα ο Keynes), να επιβραδύνουν την ταχύτητα κυκλοφορίας ενώ ταυτόχρονα να εμποδίσουν τα προβλήματα της χλιδής. Βέβαια αυτό είναι δύσκολο να γίνει λέει ο Cantillon καθώς κανείς δεν μπορεί να ξέρει πότε είναι η κατάλληλη στιγμή, ούτε οι ηγεμόνες θέλουν να αφαιρέσουν λάμψη απ’την βασιλεία αυτών. Έτσι τελικά μάλλον ακουσίως επιταγχύνουν την παρακμή του κράτους. Αναφέρει ιστορικά παραδείγματα, όπως την Βενετία, τις χανσεατικές πόλεις, την Φλάνδρα και την Ολλανδία. Προφανώς ένα κράτος με μεγάλη ποσότητα χρήματος μπορεί να κρατήσει αυτήν την ποσότητα πιο εύκολα. Καταρχάς λόγω της χρηματικής αφθονίας λιγώτερο κομμάτι γης και εργασίας περιέχεται στην τιμή του κάθε προϊόντος. Έτσι η δουλειά ενός λονδρέζου κεντητή κοστίζει πλέον των δέκα κινέζων μολονότι οι δεύτεροι βγάζουν και περισσότερη και καλύτερη δουλειά. Επειτά το ίδιο το κράτος έχει μεγαλύτερα έσοδα ώστε να είναι ισχυρό και να κερδίζει πλεονεκτήματα προ των άλλων κρατών. Εντοπίζει δύο ακόμη τρόπους αύξησης του χρήματος: πρώτον όταν οι έμποροι δανείζονται απ’το εξωτερικό αντί τόκου, ή το κράτος πωλεί ομόλογά του στο εξωτερικό· όσο αυξάνει η ποσότητα του χρήματος στο εσωτερικό τόσο χαμηλώνει το επιτόκιο και οι επιχειρηματίες δανείζονται ευκολώτερα προκειμένου να δημιουργήσουν νέες βιοτεχνίες, ενώ αυξάνει και η κατανάλωση και το εθνικό εισόδημα. Όμως παρά την ευκαιριακή ευμάρεια το κράτος πρέπει να πληρώσει τους τόκους και ευρίσκεται υπό τον έλεγχο των ξένων πιστωτών του που μπορούν να αφαιρέσουν τα κεφάλαιά αυτών όταν ακριβώς τα χρειάζεται περισσότερο το κράτος. Όσοι υπουργοί κρατών γνωρίζουν τον κύκλο τούτο, μπορούν να διαχειριστούν τα πλεονεκτήματα που δίδει το εμπόριο, αρκεί να μην ευρίσκονται σε όλα τα κράτη εξίσου γνώστες και ικανοί διαχειριστές. Δεύτερον, εισροή χρήματος μπορεί να έλθει με την κατάκτηση άλλων χωρών απ’τους φόρους υποτελείας. Προσφέρει ως παράδειγμα την Ρώμη η οποία παρακμάζει καθώς αφήνεται στην κατανάλωση προϊόντων χλιδής, χωρίς να απέχει η περιγραφή του από εκείνην του Gibbon (VIII). Ο Cantillon διαφώνει με την ιδέα ότι η αφθονία του χρήματος προκαλεί οπωσδήποτε μείωση των επιτοκίων. Όταν αυξάνεται μάλιστα η ζήτηση για δανεισμό όπως στην περίπτωση των μετοχών των Νοτίων Θαλασσών, τα επιτόκια υψώνονται. Εκείνο που έχει σημασία για την τιμή του επιτοκίου δεν είναι η ποσότητα του χρήματος που υπάρχει στο κράτος αλλά η σχέση προσφοράς και ζήτησης δανείων και πόσο κίνδυνο έχει ο δανεισμός για τον πιστωτή. Έτσι όταν οι κύριοι και οι γαιοκτήμονες κτίζουν μεγάλες επαύλεις, οι εργολάβοι και οι μαΐστορες που τους τα προσφέρουν πιστώνονται, όμως καθώς οι πρώτοι έχοντας ξοδέψει τα εισοδήματα που λαμβάνουν πιστώνονται επίσης, το επιτόκιο είναι διπλάσιο. Όταν αντίθετα οι άρχοντες που ζούν με φειδώ και αγοράζουν τα πάντα από πρώτο χέρι χωρίς να χρησιμοποιούν εργολάβους, ελλείψει τέτοιων δανειοληπτών, τα επιτόκια είναι χαμηλά. Όταν ένας ηγεμών κάμει πόλεμο, δανείζεται σε υψηλό επιτόκιο, αφ’ενός λόγω του πλήθους των εργολάβων που εμφανίζονται για να τον προμηθεύσουν με όπλα και άλλα, αφ’ετέρου λόγω του κινδύνου της ήττας. Όταν τελειώσει ο πόλεμος και οι εργολάβοι σταματούν να είναι χρεώστες και γίνονται πιστωτές τα επιτόκια πέφτουν (Χ).

Mary Anne O’Mahony, σύζυγος του Cantillon, του Nicolas de Largillierre. Musée du Louvre

O Cantillon, μολονότι προβάλλει το αδύνατο της συνεχούς επέκτασης του εμποροκρατικού συστήματος με τον εμπορικό κύκλο, είναι αρκούντως πραγματιστής ώστε να μην ξεφεύγει απ’το πλαίσιο της εμποροκρατίας. Ξεκινά το τρίτο μέρος υποστηρίζοντας ότι ο πλούτος ενός κράτους έρχεται απ’το διεθνές εμπόριο. Όταν ένα κράτος ανταλλάσσει ένα μικρό προϊόν γης προς ένα πιο μεγάλο με το εξωτερικό, μοιάζει ότι έχει πλεονέκτημα σ’αυτή την συναλλαγή: και αν το χρήμα κυκλοφορεί σε μεγαλύτερη αφθονία απ’όσο στο εξωτερικό, θα ανταλλάξει ένα πιο μικρό προϊόν της γης προς ένα πιο μεγάλο· όταν ανταλλάσσει την εργασία του προς το προϊόν της γης του εξωτερικού, μοιάζει ότι έχει το πλεονέκτημα στην συναλλαγή και ότι οι κατοικοί του ζούν σε βάρος του εξωτερικού· όταν ανταλλάσσει το προϊόν του μαζί με την εργασία του, προς ένα μεγάλο προϊόν του μαζί με την εργασία του, προς ένα μεγάλο προϊόν του εξωτερικού μαζί με μία εργασία ίδια ή μεγαλύτερη, μοιάζει επίσης να έχει πλεονέκτημα στην συναλλαγή. Π.χ. αν οι υφάντρες της Brabançons που φτειάχνουν την δαντέλα εξαρτώνται απ’τις κυρίες των Παρισίων που την αγοράζουν, και οι οινοποιοί της Καμπανίας απ’τους Βρυξελλιώτες που το πίνουν, προϊόν τιμής 4.000 ουγκιών αργύρου στους πρώτους κοστίζει ένα στρέμμα γης (1/4 arpents) λινού ενώ στους δεύτερους 16.000 στρέμματα (4.000 arpents) αμπελώνα. Αν λάβουμε στον υπολογισμό ότι κυκλοφορεί περισσότερο χρήμα στο Brabant και η γή έχει μεγαλύτερη αξία από εκείνη της Καμπανίας. Η Γαλλία επομένως χάνει σ’αυτήν την συναλλαγή, μάς λέει ο Cantillon. Εν γένει δεν υποστηρίζει κάποια κοινή συνταγή για όλα τα κράτη: οι Ινδοί ζητώντας άργυρο για τα προϊόντα μεταποίησης αδειάζουν την Ευρώπη από άργυρο και εργασία· οι Ολλάνδοί όμως που μεταπωλούν τα μπαχαρικά στην Ευρώπη δεν βλάπτονται απ’το να ενδύουν τις γυναίκες τους με τα φθηνότερα σηρικά και μουσελίνες της Ινδίας ενώ πωλούν ακριβά στην Ευρώπη  κάποια προϊόντα παραγωγής αυτών. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι δεν πρέπει ν’ακολουθήσουν τους Ολλανδούς καθώς έχουν τοπική παραγωγή υφασμάτων. Επίσης οι Ολλανδοί έχουν το καλύτερο ναυτικό με φθηνούς ναυτικούς που κερδίζουν όμως από τις φθηνές ινδικές αγορές (Ι). Σε ό, τι αφορά τις διεθνείς συναλλαγές, ακολουθώντας το παράδειγμα της κατανομής των πόρων ανάμεσα σε εξοχή και πόλη, οι τιμές συναλλαγών μας δεικνύουν το εμπορικό ισοζύγιο: η Αγγλία κερδίζει στο ισοζύγιο την Πορτογαλία και γι’αυτό η συναλλαγή στον Λονδίνο για την Λισαβώνα είναι κάτω από το par· χάνει ως προς την Ολλανδία και γι’αυτό η συναλλαγή στο Λονδίνο για το Άμστερνταμ είναι πάνω από το par. Όμως λόγω των εξόδων και των κινδύνων μεταφοράς αργύρου οι συναλλαγές υψώνονται πιο πάνω από το par και ακόμη πιο πολύ στις πόλεις ή τα κράτη όπου υπάρχουν απαγορεύσεις εξαγωγής αργύρου  (ΙΙΙ). Ως προς την σχετική αξία των πολυτίμων μετάλλων είναι η τιμή αυτών στην αγορά που την ορίζει και πρέπει τα νομίσματα αυτήν να ακολουθούν. Παρότι ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε θέσει ως βασική αξία τον χρυσό, η τιμή του αργύρου είναι πιο σταθερή (IV). Εξηγεί πώς λειτουργεί μια τράπεζα και δημιουργείται το χάρτινο χρήμα: ας πούμε ότι εκατό άρχοντες αποταμιεύουν 1000 ουγκιές αργύρου ο καθένας από τα ετήσια έσοδά τους και για ν’αποφύγουν την έγνοια της φύλαξής αυτών, τα καταθέτουν στα χέρια ενός αργυροπράτη στο Λονδίνο. Ο αργυροπράτης δανείζει τις ℥90.000 και κρατεί τις ℥10.000. Αυτό σημαίνει ότι αυτές οι ℥90.000 αυξάνουν την ταχύτητα χρηματικής κυκλοφορίας. Το γραμμάτιο των ℥1000 που έχει κάποιος στα χέρια του το δίδει σε κάποιον άλλο και ο τελευταίος αντί να πάει να το εξαργυρώσει το κρατεί και πληρώνει κάποιον άλλο. Αν οι άρχοντες καταθέτουν κάθε έξι μήνες με την δυνατότητα να τα αναλαμβάνουν στο τέλος της περιόδου, ο τραπεζίτης μπορεί να συνάψει σύντομα δάνεια, και από την εμπειρία του θ’αντιληφθή ότι μπορεί να δανείζει μέχρι το μισό του ποσού που έχει κατατεθή σ’αυτόν. Αν οι καταθέτες είναι επιχειρηματίες, ο τραπεζίτης μπορεί να δανείσει μέχρι το ένα τρίτο. Εν γένει είναι οι πελάτες εκείνοι που ορίζουν το απόθεμα που θα κρατήσει. Ο πιο τυχερός τραπεζίτης είναι εκείνος που έχει πλουσίους πελάτες που δεν ενδιαφέρονται να το επενδύσουν αντί τόκου. Μία γενική ή εθνική τράπεζα έχει το πλεονέκτημα ότι την εμπιστεύεται κανείς περισσότερο απ’την τράπεζα του εκάστου αργυροπράτη. Καταθέτει κανείς μεγάλα ποσά μέχρι και το ίδιο το κράτος τα έσοδά του, και όσο γίνεται αυτό, τόσο μεγαλώνει η φερεγγυότης της. Γι’αυτό μπορεί να συναλλάσσεται με πιστώσεις και εμβάσματα, όπως η τράπεζα της Βενετίας και του Άμστερνταμ. Η τράπεζα του Λονδίνου (εννοεί της Αγγλίας) που πληρώνει και σε πιστώσεις και σε γραμμάτια και σε άργυρο είναι, κατά τον Cantillon, η πιο ισχυρή (VI). Η αγγλική εθνική τράπεζα φυλάσσει το ένα τέταρτο ως απόθεμα, ήτοι ₤250.000 ή ένα εκατομμύριο ουγκιές αργύρου και κυκλοφορεί τις ₤750.000 ή τα τρία εκατομμύρια ουγκιές. Κάποιες φορές η κυκλοφορία πιστώσεων και γραμματίων έχει αγγίξει τα δύο εκατομμύρια λίβρες στερλίνας. Στην Βενετία όλες οι συναλλαγές γίνονται δια νόμου, σε τραπεζικό χρήμα. Όποιος έμπορος έχει μαζέψει άργυρο πρέπει να τον ανταλλάξει με τραπεζικές πίστωσεις. Η συνολική αξία αυτών κατά τον πληροφοριοδότη του Cantillon, δεν ξεπερνά τις ℥800.000 ενώ το απόθεμα σε άργυρο είναι το ένα δέκατο αυτών. Η χρήση πιστώσεων αντί νομισμάτων εφηρμόσθη απ’την στιγμή του το κράτος έκαμε χρήση των παρακαταθηκών. Όποτε όμως οι πωλήτες πιστώσεων ξεπερνούν τους αγοραστές, το τραπεζικό χρήμα υποτιμάται προς τον άργυρο, μάλιστα μέχρι 20%. Τότε το κράτος αγοράζει αντί τόκου τραπεζικό χρήμα με μέρος των εσόδων του και επανέρχεται ισορροπία. Μολονότι δεν θεωρεί μίαν τέτοια τράπεζα ιδιαίτερα αποτελεσματική σ’ένα  μεγάλο κράτος, δεν μπορεί να μην ομολογήσει τα πλεονεκτήματά της: όταν πρόκειται για μεταφορά πιστώσεων όπως στην περίπτωση που ένας επενδυτής πώλει μετοχές των Νοτίων Θαλασσών  για να αγοράσει μετοχές της Τράπεζας ή της Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών ελπίζοντας ότι σύντομα θα επαναγοράσει σε χαμηλότερη τιμή εκείνες των Νοτίων Θαλασσών· δεν χρειάζεται νόμισμα και χάρη στην τραπεζική πίστωση δεν αφαιρεί νομίσματα απ’την κυκλοφορία. Το 1720 η κρατική μετοχή και οι μετοχές των Φουσκών έφθασαν τις ₤800.000 και όλες οι συναλλαγές έγιναν σε χαρτονόμισμα. Όταν όμως απ’τα κέρδη κάποιοι θέλουν ν’αυξήσουν τις προσωπικές δαπάνες όπου χρειάζεται ρευστό, τούτο γκρεμίζει όλα τα συστήματα (με την χρήση της λέξης αυτής ο Cantillon κτυπά εμμέσως τον Law[xlvii]) (VII). Η εθνική τράπεζα του Λονδίνου (Τράπεζα της Αγγλίας) για ν’αντιμετωπίσει τον τραπεζικό πανικό μετά την κατάρρευση της μετοχής των Νοτίων Θαλασσών, καθώς πολλοί έτρεξαν να εξαργυρώσουν τα τραπεζογραμμάτια που κατείχαν, μηχανεύθηκε διάφορους τρόπους: εξαργύρωνε σε πολύ μικρές υποδιαιρέσεις ώστε να κερδίζει χρόνο, τμηματικά, σε άτομα που περίμεναν χρόνο, ή ακόμη εξαργύρωνε σε φίλους της τράπεζας που τα επέστρεφαν απ’την πίσω πόρτα. Στο τέλος κατέφυγε σε εγγυητές που ενέγραψε στην τράπεζα και έτσι απεκαταστάθη η πίστη σ’αυτήν. Ο Cantillon κλείνει το βιβλίο του κάνοντας μία υπόθεση που σκιαγραφεί τον Law: μία τράπεζα σε συνεργία με έναν υπουργό είναι ικανή να υψώσει και να υποστηρίξει την τιμή των κρατικών μετοχών και να χαμηλώσει το επιτόκιο μες στο κράτος βουλήσει του υπουργού, και έτσι να απελευθερώσει τα χρέη του κράτους· αλλά αυτές οι διορθώσεις που δίδουν ευκαιρία ν’αποκτηθούν μεγάλες περιουσίες, σπανίως διευθύνονται υπέρ του κρατικού ωφέλους· και οι δρώντες συχνώς διαφθείρονται. Τα υπερβολικά χαρτονομίσματα, που τεύχονται και διασκορπίζονται ευκαιριακά, δεν ενοχλούν την κυκλοφορία καθώς χρησιμοποιούμενα για την αγοραπωλησία δημοσίων κεφαλαίων, δεν εξυπηρετούν την δαπάνη των οικογενειών, και δεν εξαργυρώνονται· όμως αν κάποιος φόβος ή απρόβλεπτο συμβάν ωθούσε τους κατόχους αυτών να ζητήσουν τον άργυρο στην τράπεζα, θα έσκαγε η βόμβα, και θα  έβλεπε κανείς ότι είναι επικίνδυνα εγχειρήματα (VIII).

Il est donc constant qu’une banque d’intelligence avec un ministre, est capable de hausser et de soutenir le prix des fonds publics, et de baisser le prix de l’intérêt dans l’État au gré de ce ministre, lorsque les opérations en sont ménagées avec discrétion, et par là de libérer les dettes de l’État ; mais ces raffinements qui ouvrent la porte à gagner de grandes fortunes, ne sont que très rarement ménagés pour l’utilité seule de l’État ; et les opérateurs s’y corrompent le plus souvent. Les billets de banque extraordinaires, qu’on fabrique et qu’on répand dans ces occasions, ne dérangent pas la circulation, parce qu’étant employés à l’achat et vente de fonds capitaux, ils ne servent pas à la dépense des familles, et qu’on ne les convertit point en argent ; mais si quelque crainte ou accident imprévu poussait les porteurs à demander l’argent à la banque, on en viendrait à crever la bombe, et on verrait que ce sont des opérations dangereuses.

[HUME] Μπορεί ο Cantillon θέλοντας να απενοχοποιήσει τον εαυτό του απ’την εμπλοκή του στην φούσκα του Μισσισσιπή, να επισημαίνει τους κινδύνους της χρηματικής επέκτασης, εν γένει όμως οι δύο πανικοί σε Αγγλία και Γαλλία προκάλεσαν μεγάλη δυσπιστία προς το χαρτονόμισμα και τη χρηματιστική μέχρι τουλάχιστον την αποκατάσταση  αυτών θεωρητικά από τον Henry Thornton στο τέλος του αιώνα. Έτσι κατά τον ιη΄ αι. ο χρηματιστικός τομεύς αμελείται στην θεωρία, παρά την, στην πράξη, ουσιαστική συμμετοχή του στην βιομηχανική ανάπτυξη και την επέκταση της βρεταννικής ηγεμονίας. Ο David Hume, ένας δεξιοτέχνης του δοκιμίου, θα πάρει μία θέση υπέρ του μεταλλικού χρήματος. Έχουμε ήδη δει κάποιες θέσεις του ως προς την χλιδή, το συμφέρον και το δημόσιο χρέος. Στο δοκίμιο του On Money, θεωρεί το χρήμα ως απλό μέσο του εμπορίου, ενώ έχει μεγαλύτερη σημασία για το δημόσιο καθώς έτσι μπορεί να κάμει διαπραγματεύσεις και πολέμους. Το χρήμα εισέρχεται σε μία χώρα όταν αυτή πωλεί τα προϊόντα της και μπορεί να τα πωλεί επειδή είναι φθηνά και είναι φθηνά επειδή το χρήμα είναι σπάνιο σ’αυτήν. Γι’αυτό, λέει είναι αντίθετος στις τραπεζικές πιστώσεις και το χαρτονόμισμα το οποίο αφ’ενός κάμει ακριβές τις προμήθειες και την εργασία και αφ’ετέρου δεν είναι αποδεκτό στις υπόλοιπες χώρες. Θεωρεί επίσης ότι η εισαγωγή μέσῳ των εμπορικών ανταλλαγών αργύρου και χρυσού δεν θα επηρεάσει αμέσως τις τιμές αφού πρέπει πρώτα να κυκλοφορήσει. Οι έμποροι θα φυλάξουν αυτό το χρήμα στα σεντούκια και θα το χρησιμοποιήσουν προς αύξηση της εργασίας. Δηλαδή πρώτα ο λαός θα γίνει πιο εργατικός και μετά θα κυκλοφορήσει το χρήμα. Η αύξηση των αγαθών θα εξισορροπήσει την αύξηση της χρηματικής ποσότητας. Επομένως συμπεραίνει ότι εν τέλει το χρήμα είναι ουδέτερο ως προς την διαμόρφωση των τιμών. Μάλιστα σε υποσημείωση καλεί την μαρτυρία του βοηθού και, ας πούμε, συνηγόρου του LawDuTot, ότι η αύξηση του χρήματος στην Γαλλία δεν προκάλεσε αύξηση των τιμών ―μολονότι στην αρχή του δοκιμίου του ο Hume έχει υποστηρίξει το αντίθετο. Στο Of the Balance of Trade, ξεκινά με την θέση ότι όσο διαφυλάσσεις ένα αγαθό στην χώρα σου τόσο το απομειώνεις, ενώ όταν το εξάγεις πρέπει να παράγεις περισσότερο και επίσης, συ θα κάνεις την πρώτη προσφορά. Έτσι θεωρεί την απαγόρευση εξαγωγής σίτου απ’την Γαλλία για τον φόβο του λιμού, γελοία. Το βασικό του αντεπιχείρημα προς την έγνοια για το εμπορικό ισοζύγιο (εμποροκρατία) είναι ότι η συσσώρευση χρήματος εντός της χώρας θα προκαλέσει αύξηση των τιμών και θα κάμει τα εξαγώγιμα αγάθα τόσο ακριβά και των γειτόνων φθηνότερα και καθώς δεν θα πωλούνται τα αγαθά της χώρας στο εξωτερικό αλλά αντίθετα θα αγοράζονται αγαθά από το εξωτερικό θα προκληθή διαρροή του χρήματος προς τους γείτονες μέχρις ότου επέλθει ισορροπία. Η ανάλυση του Hume για την αυτορρύθμιση των τιμών και του ισοζυγίου πληρωμών είναι χρηματιστική και μολονότι την πίστωσαν στον ίδιο, έρχεται κατόπιν του Cantillon, πράγμα που έχει υποστηρίξει και ο Hayek[xlviii]. Όμως, επισημαίνει ο Murphy, ο Cantillon βλέπει την απώλεια στο ισοζύγιο πληρωμών όχι στην αύξηση των τιμών οι οποίες παραμένουν σταθερές λόγω του νόμου της μιας τιμής (δηλαδή είναι ίδιες με εκείνες του εξωτερικού), αλλά στην αύξηση της εγχώριας κατανάλωσης η οποία και προκαλεί αύξηση των εισαγωγών. Ο Hume είναι πιο πιθανόν να πήρε τις ιδέες αυτές απ’τον φίλο του, σκώτο βουλευτή James Oswald of Dunnikier, Επίτροπο Εμπορίου και Λόρδο Θησαυροφύλακα. O Murphy μάς παρουσιάζει μίαν επιστολή του τελευταίου προς τον Hume σχετικά με την πρόχειρη γραφή του Political Discourses, όπου επισημαίνει ακριβώς τον νόμο της μιας τιμής που ο Hume, όπως φαίνεται από την ανταπάντηση του, δεν έλαβε κατά νου. Γράφει λοιπόν ο Oswald:

The increased quantity of money would not necessarily increase the price of all labour and commodities; because the increased quantity not being confined to the home labour and commodities, might, and certainly would, be sent to purchase both from foreign countries, which importation, unless obstructed by arbitrary and absurd laws, would keep down the price of commodities to the level of foreign countries;[xlix]

Αυτή η λεπτομέρεια είναι πολύ σημαντική για την απόρριψη του χαρτονομίσματος και της πίστωσης απ’τη μεριά του Hume, όταν όπως έχουμε δεί είναι το σημείο που ο Law επιζητεί την χρηματική επέκταση. Και τον γνωρίζει, όπως και τους σχολιαστές του Συστήματος, τους υποστηρικτές του, DuΤot και Melon,  και τον επικριτή του Pâris Du Verney, καθώς τον σκιαγραφεί σ’ένα σημείο του Of Public Credit: when the nation become heartily sick of their debts, and are cruelly opprest by them, some daring projector may arise, with visionary schemes for their discharge. And as public credit will begin, by that time, to be a little frail, the least touch will destroy it, as happen’d in FRANCE; and in this manner, it will die of the doctor. Ο Hume θέτει εαυτόν επικριτικά προ του χαρτονομίσματος, όπως και των public securities οι οποίες αφ’ενός κατέχουν ρόλο χαρτονομίσματος, αφ’ετέρου δανείζουν το κράτος το οποίο με την σειρά του φορολογεί για να πληρώσει τους τόκους. Σε κάθε περίπτωση το μεταλλικό χρήμα αποδιώκεται. Σχετικά με το επιτόκιο, ο Hume θεωρεί ότι διαμορφώνεται από τις αποταμιεύσεις: όταν κυριαρχούν οι άσωτοι γαιοκτήμονες και η ζήτηση για δανεισμό είναι υψηλή, τα επιτόκια είναι υψηλά ενώ όταν αυξάνεται η παραγωγή και αρχίζουν να πληθαίνουν οι έμποροι οι οποίοι είναι φειδωλοί και αυξάνεται η προσφορά για δάνεια και οι αποταμιεύσεις, χαμηλώνουν τα επιτόκια. Η μεγαλύτερη όμως προσφορά του Hume είναι η συνηγορία υπέρ του ελευθέρου εμπορίου. Έτσι κλείνει το Of Jealousy of Trade:

Were our narrow and malignant politics to meet with success, we should reduce all our neighbouring nations to the same state of sloth and ignorance that prevails in MOROCCO and the coast of BARBARY. But what would be the consequence? They could send us no commodities: They could take none from us: Our domestic commerce itself would languish for want of emulation, example, and instruction: And we ourselves should soon fall into the same abject condition, to which we had reduced them. I shall therefore venture to acknowledge, that, not only as a man, but as a BRITISH subject, I pray for the flourishing commerce of GERMANY, SPAIN, ITALY, and even FRANCE itself. I am at least certain, that Great Britain, and all those nations, would flourish more, did their sovereigns and ministers adopt such enlarged and benevolent sentiments towards each other.

[SMITH] Το 1772 στην Σκωτία, χρεοκόπησε η Ayr Bank. O Hume έγραψε στον Adam Smith[l]: Do these events any-wise affect your theory? Or will it occasion the revisal of any chapters? O ίδιος ο Smith θα γράψει στο An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations (βιβλίο ΙΙI, κεφάλαιο ii, §73): the design was generous, but the execution was imprudent, and the nature and causes of the distress which it meant to relieve were not, perhaps, well understood. This bank was far more liberal than any other had been, both in granting cash accounts, and in discounting bills of exchange. H Ayr Bank είχε σχηματισθή το 1768 και είχε μορφή partnership (Douglas, Heron & Co) και όχι περιωρισμένης ευθύνης· είχε ως εγγύηση τις γαίες των συνεταίρων κατά το όνειρο του Law, οι οποίοι ήσαν όλοι σημαίνοντες άρχοντες και γαιοκτήμονες της Σκωτίας (lairds) μεταξύ των οποίων και ο πάτρων και μαθητής του Smith, νεαρός Δουξ του Buccleuch· είχε ονομαστικό κεφάλαιο ₤150.000 και εγγραφές ₤96.000. Καθώς σκοπός της ήταν η οικονομική ανάπτυξη της Σκωτίας με motto ὑπερ τοῦ κοινοῦ ἀγαθοῦ pro bono publico, προχώρησε σε μία χρηματική επέκταση ₤1.200.000 σε συναλλαγματικές κ.α. τα δύο τρίτα του σκωτικου χρήματος. Για να αντεπεξέλθει εδανείσθη ₤600.000 από λονδρέζους τραπεζίτες με 8% επιτόκιο όταν η ίδια δάνειζε με 5%. Όταν στις 8 Ιουνίου 1772 χρεοκόπησαν οι τραπεζίτες στο Λονδίνο που την δάνειζαν, η τράπεζα ανέστειλε τις πληρωμές της. Στην προσπάθεια να συγκεντρώσει χρήματα και να μην χρεοκοπήσουν οι πελάτες της εξέδωσε annuities δυο βίων. Για να καλύψουν αυτές τις annuities ητήθησαν στο παρλαμέντο την έκδοση ομολόγου. Αντίθετοι ήσαν λονδρέζοι τραπεζίτες, έμποροι και η Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών, γεγονός που ίσως δικαιολογεί, κατά τον Murphy, την αντιπάθεια που εμφανίζει ο Smith προς τις εμπορικές εταιρείες. Τελικά η τράπεζα εξέδωσε το ομόλογο, απεζημίωσε πολλούς πελάτες αλλά για ένα υπόλοιπο £749,695 αποζημιώσεων οι συνέταιροι ηναγκάσθησαν σε πωλήσεις κτημάτων μεταξύ των οποίων και ο φίλος του Smith[li]. Πράγματι, ο Smith στις Lectures on Jurisprudence λαμβάνει θέση υπέρ του χαρτονομίσματος την οποία θ’άλλαξει κατόπιν στον Πλοῦτο τῶν Ἐθνῶν. Θεωρεί πως το χρήμα που χρησιμοποιείται για τις μεταφορές αγαθών εντός της χώρας θα μπορούσε ν’αγοράζει αγαθά στο εξωτερικό, δηλαδή όσο περισσότερο νόμισμα κυκλοφορεί τόσο φτωχότερη είναι η χώρα: It is therefore evident that the poverty of any country increases as the money increases, money being a dead stock in itself, supplying no convenience of life. Το χρήμα δεν χρησιμεύει για τροφή και ανέσεις κ’αν δεν ανταλλαγή με αγαθά είναι νεκρό κεφάλαιο (dead stock). Το χρήμα είναι όπως οι οδοί που συνδέουν τα χωράφια αλλά τα χωράφια είναι ο πλούτος, όχι οι οδοί. Θέλει εμφανώς να κτυπήσει τους Bullionists, αν και η αναφορά του στον Mun είναι ατυχής. Έτσι θεωρεί το χαρτονόμισμα ως ιδεώδες υποκατάστατο που μπορεί να αντικαταστήσει εσωτερικές ανάγκες της χώρας, και επομένως απαραίτητη την ίδρυση τραπεζών. Φυσικά κάτι τέτοιο θα απεδίωκε το μεταλλικό νόμισμα απ’την χώρα όπως υπεστήριζε ο Hume (βασισμένος στον νόμο του Gresham) αλλά αυτό δεν έχει σημασία καθώς ο πραγματικός πλούτος είναι τα αγαθά που μέσῳ της εργασίας θα φέρουν το νόμισμα πίσω. Από την κριτική του δεν ξεφεύγουν ο Hume και ο Locke οι οποίοι, λέει, δεν κατάλαβαν ότι ο πλούτος μιας χώρας δεν συνίσταται στο χρήμα. Για να αποφύγει τα δεινά μιας τραπεζικής χρεοκοπίας προτείνει να υπάρχει ένα πλήθος τραπεζών που θα αλληλοσυναγωνίζονται[lii]. Δεν παραλείπει ν’αναφερθή στον Law (μέρος ΙI, κεφάλαιο II, τμήμα II, §13) και το σχήμα του Μισσισσιπή, περί του οποίου όμως δεν έχει λάβει γνώση αλλ’απ’το πόνημα του ασπόνδου εχθρού του, Joseph Pâris Du Verney (Duverney), les Réflexions politiques sur les finances et le commerce. Θα ξαναμνημονεύσει τον συμπατριώτη του στον Πλοῦτο τῶν Ἐθνῶν λἐγοντας ότι οι υπέροχες αλλά οραματικές ιδέες του εντυπωσιάζουν πολλούς και έχουν συμβάλλει στις υπερβολές της τραπεζικής[liii].  Ανάμεσα στις Διαλέξεις και τον Πλοῦτο τῶν Ἐθνῶν μεσολαβεί ένα ταξείδι στην Γαλλία με τον πάτρωνα και μαθητή του νεαρό Δούκα του Buccleuch, όπου θα έχει την ευκαιρία να επισκεφθή λογοτεχνικά σαλόνια και να γνωρισθή με τους Diderot , DAlembert, Hélvetius,  μα κύριως με τον κύκλο των économistes, τον Quesnay και τον Turgot, ή Φυσιοκρατῶν. Συγγράφοντας το βιβλίο θα συμβή και το περιστατικό της Ayr Bank. Απ’τους Φυσιοκράτες, θα πάρει την ιδέα της αύξησης της παραγωγής και θα την μεταφέρει στην μεταποίηση (που ήταν η αιχμή του δόρατος του εμποροκρατικού επιχειρήματος) και απ’την τραπεζική χρεοκοπία την εγκατάλειψη του χαρτονομίσματος υπέρ του μεταλλικού νομίσματος. Για τον Smith η παραγωγή εξαρτάται από δύο παράγοντες, την εργασία (labour) και το κεφάλαιο (stock, capital). Η διαφορά του απ’τους προηγούμενους συγγραφείς είναι ότι συνδέει τον καταμερισμό της εργασίας (division of labour) όχι μόνον με την εργασία αλλά και με το κεφάλαιο όταν αυτό είναι η μηχανή. Αυτό είναι μία ιδέα δανεισμένη απ’τους Φυσιοκράτες οι οποίοι έβλεπαν ότι η χρήση μηχανημάτων στην αγροτική παραγωγή μπορεί να προκαλέσει την αυξήση της. Η όρος capital[liv] άλλωστε είναι γαλλικός που αρχικά σήμαινε το κεφάλαιο ενός δανείου (όπως στο ρωμαϊκό δίκαιο) ή μιας rente (μάλιστα capitaliste, είναι εκείνος που αγοράζει κρατικές ομολογίες) όθεν παίρνει την σημασία των αγαθών που έχουν αξία, για να φθάσει στους Φυσιοκράτες να σημαίνει στον πληθυντικό capitaux το σύνολο των ποσών σε κυκλοφορία. O Smith λοιπόν στο τρίτο κεφάλαιο του δευτέρου μέρους θέτει, ούτε λίγο ούτε πολύ, την βάση της θεωρίας του Marx, μιλώντας για παραγωγικό και μη παραγωγικό κεφάλαιο ή αλλιώς για την συσσώρευση του κεφαλαίου. Έχοντας συνδέσει το κεφάλαιο με την εργασία θεωρεί ότι καίτοι το ετήσιο προϊόν της γής και της εργασίας μιας χώρας προορίζεται για την κατανάλωση και το εισόδημα των κατοίκων της, χωρίζεται σε δύο τμήματα. Το ένα, το μεγαλύτερο, προορίζεται για αντικατάσταση του κεφαλαίου που έχει χρησιμοποιηθή στην παραγωγή. Το άλλο για το εισόδημα του κατόχου του κεφαλαίου ως κέρδος του ή του γαιοκτήμονα ως μίσθωμα. Όσοι κάνουν μη-παραγωγικές εργασίες (ήτοι όσοι προσφέρουν υπηρεσίες) ή δεν δουλεύουν, έχουν μόνον εισόδημα —δανείζεται από τους Φυσιοκράτες την έννοια της στείρας ή εμμίσθου εργασίας, η οποία όμως όχι μόνον αφορούσε και στην βιομηχανία, αλλά δεν θεωρούσε άχρηστη αυτού του είδους την εργασία καθώς είναι απαραίτητη για την κυκλοφορία του εισοδήματος. Ο Smith θεωρεί ότι παλαίτερον η μικρή παραγωγή έδιδε μεγάλα κέρδη επειδή μεγαλύτερο τμήμα του προϊόντος πήγαινε στο κέρδος και όχι στο κεφάλαιο. Αντίθετα όταν τα κεφάλαια προορίζονται για την συντήρηση της βιομηχανίας λιγώτερα τρέπονται σε κέρδη και εισόδημα, δηλαδή, κατά τον Smith, σε οκνηρία (idleness). Μάλιστα το πάθος που μεγαλώνει το κεφάλαιο είναι η φιλαργυρία (parsimony): Capitals are increased by parsimony, and diminished by prodigality and misconduct. […]Parsimony, and not industry, is the immediate cause of the increase of capital. Industry, indeed, provides the subject which parsimony accumulates. But whatever industry might acquire, if parsimony did not save and store up, the capital would never be the greater. Ενώ στο πρώτο βιβλίο παρουσιάζει (αντιγράφοντας τον Cantillon) πώς κατανέμονται οι πόροι μέσα σε μίαν αγορά, στο δεύτερο μιλεί για ανάπτυξη χωρίς κατανάλωση, χωρίς δηλαδή αγορά. Και πράγματι στο όγδοο κεφάλαιο του τέταρτου βιβλίου δηλώνει: consumption is the sole end and purpose of all production. Ήταν φυσικό το σημείο της συσσώρευσης να γοητεύσει τον Marx, όταν ουσιαστικά παρουσιάζει μία διαλεκτική μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. Ενώ η βιομηχανία κατά τους Εμποροκράτες είναι ένα μέσο για την ενδυνάμωση του έθνους, στου Smith μπορεί να ληφθή ως αυτοσκοπός καθώς αναπαράγεται μόνη της όπως η γεωργία.  Επιπλέον ανάγοντας την παραγωγή στην συσσώρευση κλείνει τα μάτια του στις δυνατότητες του τραπεζικού συστήματος. Ουσιαστικά αυτήν την ιδέα του Smith, του δέοντος του εκμηδενισμού της καταναλωτικής δαπάνης υπέρ της αύξησης της παραγωγικής δαπάνης, σε σοσιαλιστικά κράτη του κ΄αι. την είδαμε να εφαρμόζεται. Ο Murphy παρατηρεί ότι αυτή η σύγχυση οφείλεται ακριβώς στο μεταλλισμό που υιοθέτησε: έτσι ενώ θεωρεί το χρήμα μέγα τροχὸ τοῦ ἐμπορίου δεν μπορεἰ να δει το χρήμα ως  εισόδημα αλλά ως κεφάλαιο το οποίο μάλιστα σε αντίθεση με άλλα είδη κεφαλαίου δεν παράγει εισόδημα[lv]. Ουσιαστικά o Smith αφ’ενός ορμάται απ’τις ηθικές θέσεις που είχε αναπτύξει στην θεωρία των Moral Sentiments, αφ’ετέρου παραμένει αρκετά Φυσιοκράτης θεωρώντας την γη ως την βάση μιας οικονομίας, και είναι τελικά ο μαθητής του ο Marx, εκείνος που θα συνδέσει το κεφάλαιο με την βιομηχανία. Παρότι δεν είναι αυθεντικός πολιτικός επιστήμων αλλά ηθικός φιλόσοφος που συνέθεσε θεωρίες της εποχής του σε ένα έργο, η φήμη του ως εμπνευστής του ελευθέρου εμπορίου, αν όχι και της ίδιας της οικονομικής επιστήμης, θα καλλιεργηθή σχεδόν αμέσως μετά τον θάνατό του[lvi].  Το 1815 ο J.C.L. Simonde de Sismondi στο άρθρο Political Economy για την Εγκυκλοπαίδεια του Εδιμβούργου, θα διακρίνει τα οικονομικά συστήματα σε τρία, το  mercantile system, το territorial system του Quesnay και ένα τρίτο που δημιουργησε ο Smith, which represents labour as the sole origin of wealth, and economy as the sole means of accumulating it. Πρίν όμως πάμε στην Γαλλία για να εξετάσουμε την φυσιοκρατία ας κλείσουμε με το θέμα του χρήματος.

[THORNTON] Όταν το 1793 η Τράπεζα της Αγγλίας περιώρισε το χαρτονόμισμα επειδή η τιμή αγοράς του χρυσού υπερέβη την τιμή του νομισματοκοπίου, ο τραπεζίτης Henry Thornton θα αποδώσει με δηκτικό υπαινιγμό την κίνηση αυτή σε επιρροή του Smith. Ο Thornton, γόνος εμπορικής οικογενείας του City, βουλευτής, συνέταιρος στην τράπεζα Down, Thornton and Free και αδερφός του επίσης βουλευτή, διευθυντή και κατά τα έτη 1799–1801 διοικητή της Τραπέζης της Αγγλίας, Samuel Thornton, θα εκδώσει το 1802 το An Enquiry into the Nature and Effects of the Paper Credit of Great Britain. Το βιβλίο αρχίζει με την εμπορική πίστη (commercial credit) που υπάρχει μεταξύ των εμπόρων και θεμελιώνει την χάρτινη πίστωση (paper credit) (Ι) για να επιτεθεί ολομέτωπα στον Smith και την διάκριση που κάνει ανάμεσα σε πραγματικά (real notes) και φανταστικά (fictitious notes ή note of accommodationγραμμάτιο ευκολίας) χρεόγραφα, με κριτήριο αν αντιπροσωπεύουν πραγματική ιδιοκτησία. O Thornton θα θέσει το παράδειγμα όπου έξι άτομα εκδίδουν έξι χρεόγραφα για τα ίδια αρχικά αγαθά: ο Α πωλεί στον Β με έξι μήνες πίστωση, ο Β στον Γ, κ.ο.κ. Ουσιαστικά μόνον ένα αντιστοιχεί σε πραγματική ιδιοκτησία. Σ’ ένα σύμπλέγμα συναλλαγών είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς αν το γραμμάτιο είναι real ή fictitious και κυρίως, δεν τον ενδιαφέρει κιόλας (ΙΙ). O Smith ο οποίος αντιλαμβάνεται τα χρήματα σαν μηχανές θεωρεί την χρήση των χρεογράφων απ’την σκοπιά ότι εξοικονομούν ένα ακριβό εμπορικό μέσο όπως ο χρυσός και ο άργυρος. Όταν μία τράπεζα με απόθεμα 20.000 l. εκδίδει 80.000 l. σε χαρτί, οι 20.000 l. χρυσού ή αργύρου, λειτουργούν ως 100.000 l. Όμως, λέει ο Thornton,  συνήθως αυτό το χαρτί δεν θα  εξαργυρωθή με την πρώτη, αλλά θα μεταβιβασθή σε πλείονες του ενός εμπόρους. Αυτό σημαίνει ότι λαμβάνουν την θέση του χρήματος. Και υπάρχουν διάφορα είδη πιστωτικού χαρτιού με διαφορετικές ταχύτητες κυκλοφορίας: ενώ το χαρτονόμισμα όπως η guinea μολονότι έχει έναν μικρό τόκο θέλει κανείς να το ξεφορτωθή γρήγορα, δεν συμβαίνει το ίδιο με τις συναλλαγματικές οι οποίες όσο ωριμάζουν αποκτούν τόκο. Έτσι συμφέρει τον έμπορο να τις φυλάσσει για καιρό. Έτσι λοιπόν το αξίωμα του Smith ότι [T]he whole paper money of every kind which can easily circulate in any country, never can exceed the value of the gold and silver of which it supplies the place, or which (the commerce being supposed the same) would circulate there, if there was no paper money είναι εσφαλμένο, γιατί αυτό που κυκλοφορεί είναι αυτό που είναι ικανό να κυκλοφορήσει και όχι αυτό που ευρίσκεται σε κυκλοφορία. Δεν μπορεί κανείς λοιπόν να γνωρίζει την πραγματική κυκλοφορία ανά πάσα στιγμή, μπορεί να είναι μικρότερη ή μεγαλύτερη απ’την αξία του χρυσού ή του αργύρου που θα κυκλοφορούσε στην θέση των χρεογράφων[lvii]. Ακόμη καν εξαφανίζοταν, το χαρτονόμισμα θα το αντικαθιστούσαν οι συναλλαγματικές οι οποίες όμως θα έπρεπε να είναι σε μεγαλύτερη ποσότητα λόγῳ της χαμηλότερης ταχύτητας κυκλοφορίας αυτών (ΙΙΙ). Εξηγεί ακολούθως την λειτουργία της Τραπέζης της Αγγλίας στο Λονδίνο όπου καταλήγουν όλα τα χρεόγραφα απ’ όλην την χώρα και όχι μόνον καθώς το Λονδίνο είναι παγκόσμιος εμπορική μητρόπολη. Η Τράπεζα δεν είναι κρατική αλλά σε αλληλεξάρτηση με την κυβέρνηση καθώς είναι η μόνη τράπεζα που μπορεί να την δανείσει και η κυβέρνηση ο καλύτερος πελάτης της. Επίσης δανείζει μεγάλες εταιρείες όπως η Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών. Μπορεί να μειώσει το δάνειο προς το κράτος βοηθείᾳ ενός δανείου απ’τους πολίτες. Επειδή το κράτος δανείζεται με επιτόκιο παρόμοιο με κάθε άλλο δεν διακινδυνεύει έναν υπερβολικό δανεισμό που θα έθηκε την Τράπεζα σε κίνδυνο. Αντίθετα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες που οι εθνικές τράπεζες είναι κρατικές, σε περίπτωση ανάγκης αυξάνουν την κυκλοφορία υποτιμώντας το χαρτονόμισμα σε σχέση με τον χρυσό που έχουν μειώνοντας την ισοτιμία του χαρτονομίσματος. Στην περίπτωση της Τραπέζης της Αγγλίας όμως η μείωση του χρυσού και η αναστολή εξαργύρωσης δεν οφείλεται στην υπερβολική κυκλοφορία χρεογράφων αλλά στο δυσμενές εμπορικό ισοζύγιο. Όταν ο χρυσός άρχισε να ξαναεπιστρέφει έτυχε η ανησυχία για γαλλική εισβολή (1797) που προκάλεσε χρεοκοπίες σε τράπεζες στην βόρεια Αγγλία εξόν σε εκείνες που είχαν κερδίσει την εμπιστοσύνη του κοινού. Έτσι όχι μόνον δεν έγινε αισθητή η έλλειψη του χρυσού αλλά ηυξήθη η ζήτηση σε guinea, και αυτή η ζήτηση έγινε μεγαλύτερη στο Λονδίνο και έφθασε υπολογίζει ο Thornton 16-17% ετησίως. Τότε η Τράπεζα έπραξε ό, τι ένας αναγνώστης του Smith θα έκανε και θέλησε να περιορίσει την guinea. Με το γεγονός αυτό ο Thornton μας παρουσιάσει τα δεινά του αποπληθωρισμού με ένα υποθετικό σενάριο: the idea which some persons have entertained of its being at all times a paramount duty of the Bank of England to diminish its notes, in some sort of regular proportion to that diminution which it experiences in its gold, is, then, an idea which is merely theoretic. It must be admitted, however, to be very natural. Το Λονδίνο δεν είναι όπως η επαρχία· υπάρχουν δεκαέξι με δεκαεφτά τράπεζες που έχουν να κάμουν πληρωμές και μία μικρή μείωση στην ποσότητα του χρήματος μπορεί να αναστείλει την εμπορική πίστη, να βλάψει το εμπόριο και να στερέψει την μεταποίηση σ’όλη την χώρα. Επίσης ο χρυσός μπορεί να σωρευθή προ τέτοιας απελπισίας και δεν θα ξαναβγεί στην αγορά αλλά με την εισαγώγη καινούργιου χαρτονομίσματος. Και μία τέτοια κατάσταση δεν λύεται με την έκδοση πιστώσεων απ’τις τράπεζες οι οποίες θα είναι κατώτερες απ’το γνωστό χαρτονόμισμα της Τραπέζης της Αγγλίας καθώς δεν θα έχουν guineas να τις εξαργυρώσουν όταν χρειασθή. Έτσι η μείωση της ποσότητας της guinea θα ωδηγήσει τράπεζες και εμπόρους στην έκδοση μεγαλύτερης ποσότητας χρεογράφων. Τουναντίον, η Τράπεζα της Αγγλίας μην προχωρώντας σε μειώσεις χαρτονομίσματος που να προκαλούν ανάγκη να καλυφθούν από τραπεζικά χρεόγραφα, μπορεί να κρατεί σχετικά ελεγχόμενη την ποσότητα των κυκλοφορούντων γραμματίων. Κάποιος θα υποστηρίξει ότι οι έμποροι θα εύρουν χρυσό απ’τις εξαγωγές πωλώντας φθηνά αγγλικά προϊόντα. Όμως δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο έμπορος στη βιάση να ξεπωλήσει ζητεί προϊντα απ’τον μεταποιητή (manufacturer) χωρίς όμως να μπορεί να τον πληρώσει. Έτσι ο μεταποιητής πρέπει να ξοδέψει χρήμα για να παραγάγει χωρίς να πληρωθή γιατί αντιμετωπίζει την ίδια χρηματική έλλειψη. Έτσι σταματά την παραγωγή. Επιπλέον η πτώση στις τιμές που υποτίθεται θα κάμει ευπώλητα τα προϊόντα δεν ακολουθείται από μία πτώση στους μισθούς καθώς πάνω στην γενική δυσανεξία η πτώση των τιμών θεωρείται εφήμερη ενώ οι μισθοί είναι κάτι μονιμώτερο μ’αποτέλεσμα να αποθαρρύνεται η παραγωγή. Τέλος το χειρότερο είναι ότι τα επιχειρηματικά σχέδια λιμνάζουν ή μεταβάλλονται (IV). Όταν λοιπόν το εμπορικό ισοζύγιο είναι δυσμενές πρέπει να αυξάνεται η ποσότητα χαρτονομίσματος από την εθνική τράπεζα, τον έσχατο δανειστή (V) ενώ θεωρεί ανώφελη την ιδέα κάποιων ότι η αυτή πρέπει να φυλάσσει χρυσό για την περίπτωση που προκύψει ένα δυσμενές εμπορικό ισοζύγιο καθώς αυτό είναι συνήθως ένα τυχαίο γεγονός (κακή συγκομιδή, πόλεμος κτλ) (VI).

Αφού αναφερθή στις επαρχικές τράπεζες στο VII κεφάλαιο, προχωρεί να αναλύσει το αντίθετο φαινόμενο, εκείνο του πληθωρισμού. Λέει άλλωστε στην εισαγωγή: The earlier parts of the work having tended to shew the evil of a too great and sudden diminution of our circulating medium, some of the latter Chapters are employed in pointing out the consequences of a too great augmentation of it. Μην ξεχνάμε ότι γράφει αυτά σε μία περίοδο που λόγῳ των ναπολεοντείων πολέμων η Τράπεζα της Αγγλίας έχει αναστείλει την εξαργύρωση ή αλλιώς κρατεί την inconvertibility (δηλαδή κυκλοφορεί μεγάλη ποσότητα χαρτονομίσματος). Η τιμές εξαρτώνται απ’την σχέση προσφοράς και ζήτησης: αν η προσφορά του αγαθού είναι μικρότερη απ’την ζήτησή του, ο πωλητής είναι στο έλεος του αγοραστή ο οποίος έχει και τον πρώτο λόγο στην τιμή, οπότε και είναι χαμηλή· αν η ζήτηση του αγαθού είναι μικρότερη απ’την προσφορά του, ο αγοραστής είναι στο έλεος του πωλητή ο οποίος έχει και τον πρώτο λόγο στην τιμή, οπότε και είναι υψηλή. Η μεγάλη ποσότητα χαρτονομίσματος δίδει την ευκαιρία στους εμπόρους ν’αγοράσουν δηλαδή ν’αυξήσουν την προσφορά χωρίς να επείγονται να πωλήσουν, έτσι οι τιμές υψώνονται. Επίσης δεν είναι όπως νομίζει ο Smith, η έλλειψη χρυσού και αργύρου που υψώνει τις τιμές, αλλά η ύψωση των τιμών που ευνοεί τα φθηνότερα ξένα προϊόντα και κάμει το εμπορικό ισοζύγιο δυσμενές, μειώνοντας έτσι τον χρυσό και τον άργυρο που εκρέει στο εξωτερικό. Επίσης, η χρυσή ράβδος, ούσα αγαθό, γίνεται ακριβή: ο Smith λοιπόν συγχέει το αιτιατό με το αίτιο, που σημαίνει ότι δεν θεραπεύει κανείς τίποτε με το να επαναπατρίσει απλώς χρυσό ή άργυρο (VIII). Ο Thornton θεωρεί ότι ως προς τον έλεγχο της ποσότητας του χρήματος είναι προτιμώτερη μία εθνική τράπεζα παρά περισσότερες (IX). Όμως εκείνο που κάνει την υπερβολή χάρτινου χρήματος να αυξάνει την τιμή τα αγαθών παρά την παραγωγή αυτών είναι η μεγάλη ταχύτητά του. Αν κάποιος δανεισθή από την τράπεζα ας πούμε, ₤20.000 χαρτονομίσματα, δοθέντος του ότι το ποσό δεν τον δίδει τόκο θα τρέξει να τα ξοδέψει σε αγαθά, μετοχές, γη κ.α. Αυτός που θα τα πάρει στα χέρια του θα δράσει τοιουτοτρόπως κ.ο.κ. Τελικά αν η τράπεζα έχει εκδόσει £35 εκατομμύρια το αποτέλεσμα θα είναι πεντάκις, δεκάκις ή ακόμη εικοσάκις το ποσό αυτό. Ο τρόπος να ελέγχει κανείς την χρηματική επέκταση είναι το επιτόκιο, και γι’ αυτό πρέπει να καταργηθούν οι usury laws του 1545 που απαγορεύουν επιτόκιο άνω του 5%, κάτι που έγινε τελικά το 1854. Η ανάγκη για δανεισμό προκύπτει απ’την υψηλή τιμή του εμπορικού κέρδους όπως για παράδειγμα κατά την περίοδο του πολέμου: το κεφάλαιο είναι σπάνιο και τα κέρδη που απορρέουν απ’τον δανεισμό, σημαντικά. Αν απ’την άλλη αυξηθή ο αριθμός των δανείων και το χρήμα γίνει άφθονο θα χαμηλώσουν κάποια στιγμή τα κέρδη (X). Ο Thornton δεικνύει την διάκριση ανάμεσα σε εμπορική τιμή του επιτοκίου και «φυσική» (που είναι η τιμή του εμπορικού κέρδους) που θα ορίσει έναν αιώνα αργότερα ο Knut Wicksell, παρατηρεί ο Hayek. Κλείνοντας, σημειώνει την μεγάλη σημασία του χαρτονομίσματος προκειμένου ν’αντιμετωπίσει ένα εμπορικό έθνος πολέμους και κάθε είδους δυσχέρια:

In a commercial country, subjected to that moderate degree of occasional alarm and danger which we have experienced, gold is by no means that kind of circulating medium which is the most desirable. It is apt to circulate with very different degrees of rapidity, and also to be suddenly withdrawn, in consequence of its being an article intrinsically valuable, and capable of being easily concealed. If, during the war, it had been our only medium of payment, we might sometimes have been almost totally deprived of the means of carrying on our pecuniary transactions; and much confusion in the affairs of our merchants, great interruption of manufacturing labour, and very serious evils to the state, might have been the consequences.

Paper credit has, on this account, been highly important to us. Our former familiarity with it prepared us for the more extended use of it. And our experience of its power of supplying the want of gold in times of difficulty and peril, is a circumstance which, though it ought not to encourage a general disuse of coin, may justly add to the future confidence of the nation.

2.9. Γάλλοι Φυσιοκράτες: γεωργία και laissez faire

[BOISGUILBERT] Λίγο πριν απ’τον Cantillon, o Pierre le Pesant, Sieur de Boisguillebert, ή απλώς Boisguilbert, συνέλαβε την σημασία της κατανάλωσης για το εθνικό εισόδημα· ακολουθώντας το έργο του στρατιωτικού αρχιτέκτονα και στρατηγού Sébastien Le Prestre, marquis de Vauban, La Dîme royale, εστίασε την πολεμική του στους  γαλλικούς φόρους, tailles, aides, douaines (τελωνειακοί δασμοί) ως αίτιο της μείωσης του εθνικού πλούτου, στο Le Détail de la France, ou Traité de la cause de la diminution de ses biens, et des moyens d’y remédier (Rouen, 1695) και στο Le Factum de la France (1707). Όπως και ο Cantillon θεωρεί ως πλούτο ό, τι δίδει ικανοποίηση (ample jouissance des besoins de la vie[lviii]) και επομένως συνίσταται στην κατανάλωση[lix]  ενώ το χρήμα είναι απλό μέσο που κάνει τον πλούτο να κυκλοφορεί[lx]  ―το ότι η Γαλλία έχει περισσότερο χρυσό και άργυρο από πότε, δεν έχει καμμία σημασία αν αυτό το χρήμα δεν κυκλοφορεί: ένας σκούδος διανύει μεγαλύτερη διαδρομή και επομένως προκαλεί μεγαλύτερη κατανάλωση σε μίαν ημέρα στους πτωχούς παρά σε τρεις μήνες στους πλουσίους οι οποίοι κάνοντας μόνον μεγάλες επιχειρήσεις περιμένουν πολύ για να προμηθευτούν με χρήμα. Ο πλούσιος αγοράζοντας μίαν rente του κράτους ή γη, ακινητοποιεί το χρήμα[lxi]. Οι φόροι λοιπόν εμποδίζουν την κυκλοφορία του χρήματος και ο ίδιος θα προτείνει έναν μόνον φόρο στο ένα δέκατο της εγγείου προσόδου που όμως δεν έγινε αποδεκτός. Έτσι ο Boisguilbert, αφ’ενός θα ιχνογραφήσει αδρά το σχήμα[lxii] που θα αναπτύξει ο Cantillon και ακόμη πιο σχολαστικά, όπως θα δούμε παρακάτω, ο Quesnay, και αφ’ετέρου θα διατυπώσει πρώτος την έννοια του laissez faire:

Tant qu’on laisse faire la nature, on ne doit rien craindre
[Ὅσον ἀφιῶμεν τὴν φύσιν νὰ πράξῃ, οὐδὲν ὀφείλομε νὰ φοβώμεθα]
(Dissertation de la nature des richesses, de l’argent et des tributs)

Εκείνο που τον οδηγεί προς μίαν τέτοια οικονομική  ερμηνεία είναι η φιλοσοφική θέση του ή ακόμη καλύτερα, θεολογική, καθώς ήταν οικείος με την ομάδα των Γιανσενιστών ή της σχολής του Port-Royal. Η περιώνυμη θέση του Adam Smith ότι δεν είναι η ευεργεσία του κρεοπώλη που μάς προμηθεύει με κρέας αλλά η φιλαυτία του, υπάρχει ήδη στου Boisguilbert και εμφανίζεται και σε κείμενο του γιανσενιστή θεολόγου Pierre Nicole, De la Grandeur (Essais de Morale 2ος τόμος, Paris 1715, σελ.135)  ο οποίος λέει ότι θα ήταν θαυμαστό αν οι χανιτζήδες που υπηρετούν τον περαστικό της εξοχής υπακούοντας στις εντολές του, εκινούντο από αγάπη (charité)· αλλά είναι η πλεονεξία (cupidité) που τους κινητοποιεί με τόση χάρη:

On trouve, par exemple, presque partout en allant à la campagne, des gens qui sont prêts de servir ceux qui passent, & qui ont des logis tout préparés à les recevoir. On en dispose comme on  veut. On leur commande, & ils obéissent. Ils croient qu’on leur fait plaisir d’accepter leur service. Ils ne s’excusent jamais de rendre les assistances qu’on leur demande. Qu’auroit-il de plus admirable que ces gens, s’ils étoient animés de l’ésprit de charité ? C’est la cupidité qui les fait agir, & qui le fait de si bonne grâce, qu’elle veut bien qu’on lui impute comme une faveur de l’avoir employée à nous rendre ces services.

[MELON]Ο Boisguilbert επιτίθεται σαφώς στην εμποροκρατία του Colbert και στα φορολογικά βάρη που προκάλεσαν οι πόλεμοι του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Στην Γαλλία, το εμποροκρατικό μοντέλο κατέρχεται θεωρητικά απ’το έργο του Antoyne de Montchrétien, Traicté de l’conomie politique (1615) όπου πρώτη φορά μάλιστα εμφανίζεται η πολιτική οικονομία ως όρος, και πρακτικά, απ’την πρωθυπουργία του Καρδιναλίου Richelieu. Η Γαλλία ήταν μία χώρα με μεγάλο αγροτικό πλούτο που όμως ζούσε υπό τον φόβο μην της λείψει το ψωμί ―το οποίο μάλιστα ελάμβανε συμβολική σημασία. Είναι οι χώρες που δεν είναι αγροτικές εκείνες που ευρίσκουν τρόπους να προμηθεύονται δημητριακά, αναπτύσσοντας το εμπόριο και την μεταποίηση και έτσι να μην υποφέρουν από λιμούς. Γι’αυτό και η υιοθέτηση της εμποροκρατίας απ’τους γάλλους πρωθυπουργούς κατά τον ιζ΄αι. Ο Colbert στόχευε στην ανάπτυξη της μεταποίησης,  με την αύξηση του στόλου (πράγματι τον έφθασε στους 80.000 τ.),  τον εκσυγχρονισμό των υποδομών και την ενοποίηση του φορολογικού συστήματος.  Η εστίαση του στην μεταποίηση σε συνδυασμό με μία διεθνή εμπορική ύφεση κατέστρεψε την αγροτική ενδοχώρα. Προσθέτοντας και τους πολέμους για την εμπορική υπεροχή, το αποτέλεσμα ήταν η συσσώρευση ενός μεγάλου χρέους το οποίο έφερε στην χώρα τον John Law του οποίου μαθητής ήταν ο σεκρετάριος του στην Εταιρεία των Ινδίων, Jean-François Melon. Ο Melon κινούμενος στον κύκλο του Montesquieu και γράφοντας αρχικά, στο ψευδεπιστολικό πρότυπο των Περσικῶν ἐπιστολῶν, τον Mahmoud le Gasnévide, histoire orientale, fragment traduit de l’arabe (1729) θα εκδώσει το 1734 το Essai Politique sur le Commerce (β΄έκδοση, 1736). Υποθέτει τέσσερα νησιά με διαφορετικά προϊόντα: το ένα, με σίτο, το άλλο, με μαλλί κτλ. (είναι εμφανές ότι το πρώτο σημαίνει την Γαλλία και το δεύτερο, την Αγγλία). Αρχικά θ’ανταλλάσσουν αναμεταξύ αυτών τα αγαθά που παράγουν. Αν το νησί του σίτου παράγει αυτά που αναπτύσσονται στ’άλλα ενώ το δικό του προϊόν σε υπεραφθονία, κάτοικοι των άλλων νησιών θα έλθουν στο νησί για να θραφούν. Έτσι αποδεικνύει ότι η γεωργία είναι η βάση του εμπορίου. Μετά την αύξηση της αγροτοκαλλιέργειας και του πληθυσμού, ο νομοθέτης πρέπει να αυξήσει το χρήμα για να διευκολύνει το εμπόριο επιπροσθέτοντας χαρτονομίσματα, συναλλαγματικές, τράπεζες κτλ. Θεωρεί ότι το εμπόριο βασίζεται στην προστασία και την ελευθερία αλλά ανάμεσα στην προστασία και την ελευθερία του εμπορίου επιλέγει την ελευθερία που μπορεί να έχει θέση προστασίας. Σε μία προσθήκη που κάνει το 1736, δέχεται καταρχήν την εμποροκρατική πολιτική αλλά δεν θεωρεί ότι βλάπτεται η Γαλλία με το να ανταλλάσσει οίνο αντί αγγλικού μάλλινου υφάσματος. Επίσης μπορεί το ολλανδικό ναυτικό να είναι φθηνότερο, αλλά ένα κράτος οφείλει για να είναι ανεξάρτητο να έχει το δικό του ναυτικό ακόμη κι αν γι’αυτό το προάγει με έναν νόμο ναυσιπλοΐας όπως οι Άγγλοι. Για να αποφευχθή η αφθονία του σίτου να χαμηλώσει την τιμή του και αφαιρέσει το κίνητρο απ’τους καλλιεργητές να τον παράγουν, πρέπει να είναι απολύτως ελεύθερο το εμπόριο του σ’όλην την χώρα και να εξάγεται όταν αυξηθή η τιμή του. Στα επόμενα κεφάλαια ασχολείται με την αύξηση των κατοίκων, τις αποικίες, το δουλεμπόριο, τις εταιρείες μονοπωλίου οι οποίες θεωρεί ότι μπορούν να κηδεμονεύουν νεότευκτες βιομηχανίες, αλλά δεν πρέπει να δίδονται μονοπώλια στον καθένα. Στο κεφάλαιο για την στρατιωτική διακυβέρνηση θεωρεί έναν αιώνα πριν τον Constant, ότι το πνεύμα της κατάκτησης και το πνεύμα του εμπορίου αλληλαποκλείονται σε ένα έθνος και ότι το πνεύμα της συντήρησης συνάδει πλειότερο με το εμπόριο παρά με την κατάκτηση καθώς το εμπόριο συνοδεύεται απ’την φρὀνηση (sagesse) που είναι απαραίτητη για την συντήρηση. Παρά το εμποροκρατικό πνεύμα, ο Melon δεικνύει πώς το εμπόριο, ήτοι η ανταλλαγή του άχρηστου με το αναγκαίο, μπορεί να αυξήσει το έθνος χωρίς πόλεμο. Επίσης το έθνος πρέπει να προάγει την μεταποίηση ώστε να προσφέρει κίνητρο στους αγρότες να πωλήσουν αυτό που παράγουν και αγαθά για να αγοράσουν οι ίδιοι. Η εκμηχάνιση και η εξειδίκευση μπορούν να αυξήσουν τα προϊόντα μειώνοντας την απαιτούμενη εργασία ενώ οι ικανότητες των εργατών μπορούν να χρησιμοποιηθούν αλλού (σημειώνει μάλιστα την ευελιξία της γυναικείας εργασίας), πράγμα στο οποίο βοηθεί η ευμετάβλητη φύση της μόδας. Υπερασπίζεται την χλιδή καθώς θεωρεί ότι τα πάθη κυβερνούν την ανθρώπινη συμπεριφορά παρά η θρησκεία, ενώ η χλιδή δίδει ένα κίνητρο στους ανθρώπους να βελτιώθουν προστατεύοντας τους απ’την οκνηρία. Δεν αποδέχεται ότι η χλιδή μειώνει την πολεμική αποτελεσματικότητα ενώ οι Sumptuariae Leges (που υποστήριζε ο François de Salignac de la Mothe-Fénelon) έχουν αποδυναμωθή με την τελειοποίηση του πολιτικού νόμου (Police). Ο Melon τελειώνει με την ανάλογη πίστωση και την ανάλογη κυκλοφορία που χρειάζεται μία παραγωγική χώρα για να παραμένει πλουσία. Η κατανάλωση και η άφθονη κυκλοφορία καταστρέφουν την usura. Ουσιαστικά είναι υπέρ της υποτίμησης του νομίσματος και της διαχείρισης της ισοτιμίας. Λέει ότι τα χρέη του κράτους είναι χρέη της δεξιάς χειρός στην αριστερά (απ’τη μία κοινωνική ομάδα στην άλλη)  και αναφέρει ένα αγγλικό μνημόνιο του 1731 που αποδεικνύει πώς γίνεται ένα κράτος πιο ανθηρό απ’την άφθονη κυκλοφορία του χρέους του. Η Αγγλία χρωστά ένδεκα εκατομμύρια στερλίνες στην Τράπεζα, τρία στην Εταιρεία των Ινδιών, τριάντα ένα στην Εταιρεία των Νοτίων Θαλασσών και τέσσερα σε διάφορες annuitez, σύνολο σαράντα-εννέα. Αναφερόμενος στις τράπεζες του Άμστερνταμ και της Βενετίας που διακινούν πιστώσεις λέει ότι είναι ακριβώς στις publiques εκεί που δημιουργήθηκαν οι πρώτες τράπεζες ενώ οι χώρες της Νεαπόλεως και της Σικελίας καίτοι γόνιμες, ελλείψει χρηματικής κυκλοφορίας παραμένουν πτωχές. O Nicolas Charles de Ferrare) DuΤot, o σακελλάριος του Law στην Εταιρεία των Ινδιών, θα γράψει το Réflexions politiques sur les finances et le commerce (1738) όπου μοιραζόμενος με τον Melon την άποψη για την κατάσταση της Γαλλίας διαφοροποιείται κάπως και υπερασπίζεται ανοιχτά τον Law προς τον Duvernay.

[GOURNAY] Ο Jacques Claude Marie Vincent de Gournay όπως κι ο Melon είναι ένας πρακτικός· έγινε γνωστός απ’τον Turgot στην νεκρική εὐλογία του γι’αυτόν, στον Mercure de France, και έχει αποδοθή σ’αυτόν η φράση laissez faire, laissez passer (άφετε να φτειάξουμε, άφετε να περάσουμε) με αποτέλεσμα να θεωρηθή εσφαλμένα από τον Dupont de Nemours το 1808 ως ένας θερμός υποστηρικτής του και να τον συμπεριλάβει στην ομάδα που ο ίδιος ο Dupont ωνόμαζε Physiocracie . Ούτε βέβαια σκληρός μερκαντιλιστής ήταν, όπως τον θέλει ο August Oncken το 1886. Ο Schumpeter τον θεωρεί αμφίσημο. Ο Gournay, γόνος πλουσίου καραβοκύρη (Vincent) του Saint Malο είχε ταξειδέψει ανά την Ευρώπη και κληρονόμησε απ’το άτεκνο φίλο του Jametz de Villebarre κτήματα στο Gournay και έτσι πήρε τούνομα (και την χήρα του φίλου του), ενώ το 1746 ηγόρασε, επί Λουδοβίκου ΙΕ΄, την θέση του intendant du commerce. Δεν έχει συγγράψει κάποιο βιβλίο, πέραν των σημειώσεών του στην μετάφραση που είχε κάμει μαζι με τον Butel-Dumont στο έργο του Child· αλλά στην έκδοση της μετάφρασης, το 1754, αυτές δεν δημοσιεύθηκαν (με απαγόρευση του τότε πρωθυπουργού) και χάθηκαν, ως ότου τις ανακάλυψε ο Takumi Tsuda το 1976[lxiii]. Ο Gournay λοιπόν επαινεί την παρεμβατική οικονομική πολιτική του Colbert που έθεσε τις βάσεις της εκβιομηχάνισης στην Γαλλία και επέκτεινε το εμπόριό της. Οι διάδοχοί του όμως ηκολούθησαν το ύφος του αλλά όχι το πνεύμα του. Έτσι η Γαλλία ευρίσκεται από το 1733 σε συνεχείς πολέμους· όμως για να διαχειρισθή κανείς την οικονομία έχει ανάγκη την ειρήνη. Καθώς η Γαλλία μπήκε κάπως αργά σ’όλο αυτό, πρέπει να μεταφέρει κεφάλαιο απ’τον εμπορικό τομέα στον βιομηχανικό. Έτσι πρέπει η Γαλλία να προάγει την εθνική παραγωγή, και γι’αυτό βασισμένος στον Child απαιτεί την δια νόμου πτώση του επιτοκίου: έτσι θα ευνοηθή η αγροτική παραγωγή, θα δημιουργηθούν καινούργιες επιχειρήσεις, και θα μειωθούν τα έξοδα χρήσης για την κατάκτηση των ξένων αγορών. Ζητεί επίσης ν’αποκατασταθή η εσωτερική κυκλοφορία και να αυξηθή η παραγωγική εργασία δια της κατάργησης των μονοπωλίων, των προνομίων, των αντιφατικών ρυθμίσεων, των συντεχνιών (jurandes). Είναι αυτός που επινόησε την λέξη bureaucratie ―γραφειοκρατία, για να δείξει την ισχύ των διαφόρων οφφικιαλίων. Κατόπιν θέλει να αναπτύξει το εξωτερικό εμπόριο, και ζητεί την εφαρμογή (πάλι βασισμένος τον Child) ενός νόμου ναυσιπλοΐας κατά το αγγλικό παράδειγμα, ώστε να προστατεύει την γαλλική οικονομία προς τις αντίπαλες χώρες χωρίς να βλάπτει τον ανταγωνισμό (δηλαδή χωρίς μονοπώλια και staples). Χρειάζονται υψηλοί δασμοί και ποσοτικοί περιορισμοί όχι όμως απαγορεύσεις, πολιτική που απαιτεί ένα συμβούλιο εμπορίου. Είναι λοιπόν υπέρ του ελευθέρου εμπορίου στο εσωτερικό της χώρας και ενός ήπιου προστατευτισμού στο εξωτερικό. Ο D.H. MacGregor[lxiv] αποδίδει την εισαγωγή της λέξης laissez faire στον δημόσιο λόγο στον René-Louis de Voyer de Paulmy, Marquis d’Argenson υπουργό εξωτερικών του Λουδοβίκου ΙΕ΄ ο οποίος σε μία επιστολή του μιλεί περί ενός συστήματος το οποίο να αφήνει μεγάλη ελευθερία στο εμπόριο (de laisser une grande liberté au commerce) καθώς και το ανέκδοτο (που επαναλαμβάνει ο Benjamin Franklin) στην αυλή του Colbert με κάποιον έμπορο ονόματι Le Gendre που απαντά στον πρωθυπουργό ποιο σύστημα προτιμά: laissez-nous faire! O Argenson είναι επίσης γνωστός και απ’την φράση pas trop gouverner, ήτοι ότι δεν χρειάζεται πολλή διακυβέρνηση.

[QUESNAY] Οι Φυσιοκράτες ωνομάσθησαν έτσι απ’τον Pierre Samuel du Pont de Nemours (πατέρα του πατριάρχη της φερώνυμης αμερικανικής χημικής βιομηχανίας) στην συλλογή κειμένων Physiocratie, Ou Constitution Naturelle du Gouvernement le Plus Avantageux au Genre Humain (1767) ώστε να περιγράψει εκείνους που αποκαλούσαν les économistes. Η φύσις είναι που κυβερνά τα πράγματα και όχι οι άνθρωποι όπως στην περίπτωση της εμποροκρατίας ή colbertisme κατά τον François Quesnay. Μετά την κατεδάφιση του Συστήματος του Law  και στο πλαίσιο της αγγλομανίας, οι Γάλλοι αγρονόμοι στράφηκαν στους Άγγλους όπως φαίνεται στο έργο του Duhamel du Monceau, Traité de la culture des terres, suivant des principes de M. Tull, Anglais: Σωστή άρωση, καλλιέργεια, φύλαξη σπόρων, χρήση τεχνητής ζωοτροφής, εναλλαγή καλλιεργείας κτλ. Το 1761, βασιλική έδικτος παρέδωσε δημόσιες εκτάσεις προς καλλιέργεια (défrichements) κάτι ανάλογο με την Inclosure Act[lxv] του 1773 στην Αγγλία. Ήδη ο Cantillon είχε θεωρήσει ως βάση του πλούτου την γη και την γαιοπρόσοδο, της κυκλοφορίας του εισοδήματος. Θαυμαστής του ήταν ο Victor de Riqueti, Marquis de Mirabeau (πατήρ του κόμητος-επαναστάτη) ο οποίος, έχοντας ένα χειρογραφο του ανά χείρας, ήθελε να το συμπεριλάβει (ως δικό του) στο βιβλίο του L’ami des hommes : ou, Traité de la population· όμως τον πρόλαβε η έκδοση το 1755 του έργου του. Όπως και νά’χει τον έκανε γνωστό στον φίλο του François Quesnay, ο οποίος όμως όπως διαβάζουμε σε μία επιστολή του Mirabeau στον Rousseau, θεωρούσε τον Cantillon ανόητο[lxvi]. Ο Quesnay ήταν χειρουργός και ιατρός της αυλής και μάλιστα έμπιστος της βασιλικής ερωμένης Madame de Pompadour στο περιβάλλον της οποίας γνώρισε τους λογίους εκείνους που ήσαν γνωστοί ως philosophes και έγραφαν στην Encyclopédie, ou dictionnaire raisonné des sciences, des arts et des tiers. Έτσι, σε μεγάλη ηλικία, έγραψε εκεί ένα φιλοσοφικό άρθρο (Évidences) και δύο άρθρα πολιτικής οικονομίας, ένα περί αγροτών, Fermiers (vol.6), και ένα άλλο περί δημητριακών, Grains (vol.7). Στο πρώτο υποστηρίζει ότι η γεωργία είναι κληρονομιά του μονάρχη της οποίας όλα τα προϊόντα είναι ορατά και μπορούν έτσι να υπόκεινται σε φορολόγηση πράγμα που το κράτος αδυνατεί να πράξει με τον χρηματικό πλούτο. Μ’αυτό τον τρόπο θέλει να υπογραμμίσει την πολιτική σημασία της γεωργίας που μένει μέσα στο κράτος, εξαρτάται αποκλειστικά απ’την επικράτεια του και είναι σταθερή χωρίς αυξομειώσεις όπως το εμπόριο και η μεταποίηση που ευνοούσε η εμποροκρατία του Colbert. Όμως η γεωργία έχει ανάγκη κεφαλαίων (αφορμών, avances), κερδών (gains) και αγορών (bouchés). Θεωρεί ότι ο πλούτος γεννά τον πλούτο κ’όχι η πτωχεία. Ένας πλούσιος γαιοκτήμων έχει τα υπάρχοντα ν’αυξήσει το προϊόν του. Η διαφορά των μεγάλων από τις μικρές καλλιέργειες φαίνεται στα υπάρχοντα (κεφάλαιο): άλογα στις πρώτες, βόδια στις δεύτερες. Οι φόροι (tailles) μειώνουν τα υπάρχοντα, ενώ οι κυβερνώντες νομίζοντας ότι προστατεύουν την μεταποίηση και θέλοντας να εξασφαλίσουν φθηνά προϊόντα για τις μεγάλες πόλεις εξαναγκάζουν τους αγρότες να πωλούν φθηνά, και έτσι καταστρέφονται τόσο στον καιρό της αφθονίας απ’την ίδια την αφθονία, όσο και της έλλειψης, καθώς οι υψηλές τιμές δεν μπορούν ν’αντισταθμίσουν την μειωμένη ποσότητα. Η παραγωγή μειώνεται και σταμάτα όταν τα παιδιά αυτών καταφύγουν στην πόλη ως φθηνοί εργάτες. Ζητεί έτσι αναδιαμόρφωση του φορολογικού συστήματος, απελευθέρωση του εμπορίου των δημητριακών, ώστε το κεφάλαιο και οι άνθρωποι να επιστρέψουν στην γεωργία.

Στο δεύτερο, συνεχίζοντας, καταγγέλλει το ότι κατά τον εμποροκρατικό σχεδιασμό η κυβέρνηση ευνοεί την μεταποίηση χλιδής απαγορεύοντας ξένα προϊόντα· επίσης για να κρατήσει τις τιμές των δημητριακών χαμηλές απαγορεύει την εξαγωγή σε ξένες αγορές. Γράφει έτσι δεκατέσσερις αφορισμούς[lxvii]: η μεταποίηση δεν πολλαπλασιάζει τούς πλούτους της γιατί καλύπτει τα έξοδά της και δίδει κέρδος στο έμπορο, ενώ αντίθετα, η καλλιέργεια της γης καλύπτει τα έξοδά της, δίδει κέρδος στους αγρότες και ένα επιπλέον κομμάτι για επανεπένδυση, το κεφάλαιο δηλαδή είναι παραγωγικό. Θεωρεί έτσι το εμπόριο και μεταποίηση ως στείρες δραστηριότητες. Βλέπουμε ότι ο Smith υιοθετεί την έννοια της μη-παραγωγικής εργασίας απ’τoν Quesnay απλώς δεν συμπεριλαμβάνει την μεταποίηση σ’αυτήν. Η Γαλλία δεν είναι όπως τα κράτη εκείνα που ελλείψει αγροτικής παραγωγής πρέπει να εξοικονομούν και ν’αποταμιεύουν για να πλουτίσουν. Πρέπει να καταναλώνει τα αγροτικά της προϊόντα για ν’αυξήθούν οι τιμές αυτών και ν’αυξηθή η παραγωγή. Για τον Quesnay ο αγρότης είναι εκείνος που μπορεί να είναι επιχειρηματίας όπως στο δοκίμιο του Cantillon. Γι’αυτό το σχέδιο του αφορά σε μεγάλες ιδιοκτησίες.  Γι’αυτό θεωρεί το εγχώριο εμπόριο σημαντικώτερο απ’το εξωχώριο. Η αύξηση λοιπόν των εισοδημάτων, θ’αυξήσει τον πληθυσμό και την κατανάλωση· όπου υπάρχει δαπάνη, υπάρχει κέρδος και όπου υπάρχει κέρδος έρχονται οι άνθρωποι, όπως έλεγε και ο Melon. Η ανάγκη να κυκλοφορήσουν τα αγροτικά προϊόντα και ν’αυξηθούν οι τιμές αυτών και τα κέρδη των αγροτών ώστε να τα επανεπενδύσουν τον θέτει θερμό υπέρμαχο του ελευθέρου εμπορίου. Το κράτος για να προάγει την αύξηση των γεωργικών κεφαλαίων οφείλει να μην ενοχλεί την βιομηχανία, να αφήνει στους πολίτες την ευκολία και την επιλογή των δαπανών, να ζωοδοτήσει την γεωργία με το εμπόριο, να καταργήσει απαγορεύσεις, εμπόδια, διόδια, προνόμια που ενοχλούν σ’αυτό:

Tout commerce  doit  être  libre, parce qu’il est de l’intérêt des marchands de s’attacher aux branches du commerce extérieur les plus sûres et les plus profitables. Il suffit au gouvernement de veiller à l’accroissement des revenus des biens-fonds, de ne point gêner l’industrie, de laisser aux citoyens la facilité et le choix des dépenses; de ranimer l’agriculture par l’activité du commerce; de supprimer  les prohibitions et  les  empêchements  préjudiciables  au  commerce; d’abolir les péages excessifs sur les voies de communication; d’éteindre les privilèges qui nuisent au commerce.

Πιστεύει επίσης ότι σε ένα αμοιβαίο εμπόριο, οι χώρες που πωλούν τα πιο αναγκαία και χρήσιμα εμπορεύματα έχουν πλεονέκτημα ως προς εκείνα που πωλούν εμπορεύματα χλιδής.

Σ’ένα άλλο άρθρο του με τίτλο Hommes, υπό χειρόγραφη μορφή, καθώς δεν πρόφθασε να δημοσιευθή στην Εγκυκλοπαίδεια, υποστηρίζει την σημασία του μεγάλου πληθυσμού για την ευμάρεια του κράτους. Οι άνθρωποι καταναλώνουν και δημιουργούν παραγωγή. Δεν θεωρεί το χρήμα ως πλούτο, αλλά μέσο να προμηθευθής τους πλούτους που έχουν την αγοραστική δύναμη του χρήματος. Πλούτος είναι το εισόδημα και όχι η χρηματική ποσότητα (masse cuniaire). Χωρίς καταναλωτές δεν έχεις πλούτους και η Γαλλία λόγῳ των πολέμων έχει χάσει πολλούς άνδρες και γενέες, ενώ η θρησκευτική μισαλλοδοξία διώκει τους ανθρώπους της επαρχίας. Προκειμένου να έχει μόνιμο στρατό έχει παραμελήσει το ναυτικό που θα ευνοούσε την εμπορική ναυσιπλοΐα· οι πωλητές έχουν ανάγκη αγοραστών, και κάθε πωλητής είναι και αγοραστής. Είναι ενάντιος στο ότι το εμπόριο πρέπει να επιτρέπεται μόνο σε υπηκόους, μονοπώλιο που επιζητούν οι έμποροι. Απαγορεύοντας όμως την είσοδο στα λιμάνια της χώρας σε ξένους εκδιώκεις επίδοξους αγοραστές. Ελλείψει κερδών μειώνεται η παραγωγή και κατ’επέκταση ο πληθυσμός. Για να πλουτίσεις δεν πρέπει να πάρεις το χρήμα του γείτονά σου πωλώντας σ’αυτόν προϊόντα χλιδής, αλλά προϊόντα στην πραγματική ή θεμελιώδη τιμή όπως την ονομάζει, που είναι η τιμή των προϊόντων στα διάφορα έθνη όταν το εμπόριο είναι ελεύθερο αφού καλύπτει έξοδα παραγωγής:

L’argent n’est pas la richesse; c’est le moyen de se procurer des richesses qui ont le même pouvoir d’achat que l’argent. Pour s’enrichir, il ne  faut  pas  chercher  à  prendre l’argent de ses voisins, à leur vendre cher quelques marchandises de luxe pour leur acheter cher, en échange, quelques  autres  marchandises;  il faut  leur  vendre  des  produits  au prix réel, au prix fondamental.

Χωρίς εμπορική ελευθερία λοιπόν, οι πλούτοι απομειούνται και ο πληθυσμός εξασθενεί. Και αυτό γιατί οι άνθρωποι δημιουργούν πλούτους όχι με τα χέρια αλλά με διανοητική και χρήσιμη εργασία, η οποία χρειάζεται την άνεση που δίδουν οι πλούτοι για να καλλιεργηθή. Αν μείνουν σε αργία όπως η γή, καθίστανται άγονοι. Σ’ένα άλλο ανέκδοτο άρθρο περί φόρων, το Impôts, θεωρεί ότι πρέπει να λαμβάνονται απ’τους ετησίους πλούτους του έθνους οι οποίοι δεν είναι οι χρηματικοί πλούτοι των εμπόρων και των τραπεζιτών καθώς το χρήμα δεν γεννά χρήμα, ούτε τα έσοδα της βιομηχανίας που καλύπτουν τα έξοδά της ή τα αντίστοιχα των αγροτών· ούτε τα εισοδήματα από μισθώματα κτηρίων, δάνεια, καθώς είναι χρέη που πληρώνονται στον ιδιοκτήτη ή πιστωτή. Το μόνο που δύναται να φορολογηθή είναι το καθαρό εισόδημα της γαιοκτησίας (biens-fonds) που δεν συμμετέχει στην παραγωγή δηλαδή, η γαιοπρόσοδος. Οπότε ο γαιοκτήμων πρέπει να επιστρέψει ένα μέρος στο έθνος, είτε καταναλώνοντας, είτε δίδοντάς το στον ηγεμόνα για τις δημόσιες υπηρεσίες. Αυτός πρέπει να είναι ο impôt unique (μοναδικός φόρος). Είναι τέτοια η θέση του Quesnay επειδή πιστεύει ότι η γαιοπρόσοδος είναι δώρο της φύσεως.

Όμως ο λόγος για τον οποίο ο Quesnay έμεινε στην οικονομική ιστορία είναι το Tableau économique, ένας οικονομετρικός πίναξ που παρουσιάζει την κυκλοφορία του εισοδήματος, εξελίσσοντας το έργο του Petty και του Cantillon (του οποίου τα στατιστικά στοιχεία δεν έχουν σωθή). Η μορφή του είναι βουστροφηδόν ―zigzag, εμπνευσμένη, σύμφωνα με σύγχρονες μελέτες[lxviii] απ’τα ρολόγια με την μπίλια του Nicolas Grollier. Τυπώθηκε τον Δεκέμβριο του 1758 στο βασιλικό τυπογραφείο στις Βερσαλλίες «υπό το βλέμμα του Λουδοβίκου ΙΕ΄» σύμφωνα τον Mirabeau, και θα εικονογραφήσει πολλά φυσιοκρατικά κείμενα όπως του ίδιου του Mirabeau, το Philosophie rurale : ou, Économie générale et politique de l’agriculture, reduite à l’ordre immuable des loix physiques & morales, qui assurent la prospérité des empires του 1763[lxix], βιβλίο που είχε στην βιβλιοθήκη του ο John Adams, όπως θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο. Ο ίδιος ο Quesnay θ’αναλύσει ξανά τον πίνακά του στο Journal de l’agriculture, du commerce et des finances το 1766[lxx]. Είναι ένα μοντέλο της οικονομίας που αναπαράγει τον εαυτό της σαν μηχανισμός ανεξάρτητος απ’την ανθρώπινη δράση, σαν να υπακούει σε νόμο της φύσεως. Περιγράφει την ετήσια διαδικασία της οικονομικής αναπαραγωγής ως ενότητα παραγωγής και κυκλοφορίας. Έχει τρεις στήλες μεταξύ των οποίων ξεδιπλώνεται το zigzag: η κεντρική είναι οι δαπάνες τους εισοδήματος του γαιοκτήμονα μετά τους φόρους και με την υπόθεση ότι δεν αποταμιεύει, η δεξιά, οι παραγωγικές δαπάνες της γεωργίας και η αριστερή οι στείρες (stériles) δαπάνες της μεταποίησης. Το σχήμα του είναι πολύ αφηρημένο και ουσιαστικά θέλει να εικονογραφήσει τις ιδέες του: θεωρεί ότι τα ὑπάρχοντα ή οι ἀφορμὲς[lxxi]avances  (κεφάλαια), που επενδύονται στην εργασία της γης παράγουν 100% πλεόνασμα που πηγαίνει ως γαιοπρόσοδος στον γαιοκτήμονα. Έτσι 600 λίβρες κεφαλαίου παράγουν 1200 λίβρες και δίδουν πρόσοδο 600 λίβρες στον γαιοκτήμονα.

Αυτός, χρησιμοποιεί το μισό για να αγοράσει αγροτικά προϊόντα επιστρέφοντάς τα δηλαδή στην παραγωγή, και το άλλο μισό για να αγοράσει προϊόντα μεταποίησης, ρούχα, έπιπλα κτλ. Οι τεχνίτες, απ’το εισόδημα που κερδίζουν απ’τις πωλήσεις, θα επενδύσουν το μισό για κεφάλαιο στην παραγωγή (αγοράζοντας πρώτες ύλες κτλ) και το άλλο μισό σε μισθούς που θα αγοράσουν αγροτικά προϊόντα για να θραφούν. Οι αγρότες το δικό τους εισόδημα θα το ρίξουν στην παραγωγή που θα δώσει ίση ποσότητα γαιοπροσόδου (300 l.) ενώ το μισό του εισοδήματος θα το χρησιμοποιήσουν σε μισθούς που θα αγοράσουν προϊόντα μεταποίησης απ’ τους τεχνίτες, και το υπόλοιπο μισό θα πάει στην παραγωγή για την επομένη χρονιά. Και αυτό συνεχίζεται μέχρι να μηδενισθή το ποσό του εισοδήματος που διανέμεται μέσῳ του γαιοκτήμονα (όπως και στο μοντέλο του Cantillon) ανάμεσα στην παραγωγική και την στείρα τάξη σύμφωνα με την ακολουθία αᵥ=2αᵥ₋₁[1-(½) ͮ]. Συνολικά η παραγωγική τάξη έχει αναπαραγάγει 600 λίβρες που είναι ίσο με το εισόδημα του γαιοκτήμονα για την επομένη χρονιά. Το σχήμα είναι ιδεοτυπικό και λαμβάνει κατά νου μόνον τις avances annuelles (ετήσιες δαπάνες εργασίας) και όχι τις avances primitives (το πρωταρχικό κεφάλαιο δηλαδή δαπάνες για αγορά μηχανημάτων, οικοδόμηση στάβλων κτλ), ούτε τις avances foncières (δαπάνες για αποψιλώσεις, αποστραγγίσεις, αρδεύσεις κτλ). Στην ανάλυση του Πίνακα του 1766, προβλέπει απόδοση για το σταθερό κεφάλαιο. Έχοντας βάση 2 δισεκατομμύρια τώρα αντί για 600 για τις ετήσιες δαπάνες θεωρεί ότι το πρωταρχικό κεφάλαιο πρέπει ν’ανανεώνεται κάθε δέκα έτη και ότι είναι πενταπλάσιο του ετησίου κέρδους. Άρα χρειάζεται 1 δις κάθε χρόνο. Σύμφωνα με την παλιά έκδοση του μοντέλου ο αγρότης θα είχε προϊόν 4 δις. Τώρα τις υπολογίζει σε 5 δις προσθέτοντας 1 δις που πραγματοποιεί αρχικά η στείρα τάξη για τις πρώτες ύλες της από την παραγωγική. Τον Πίνακα θ’ακολουθήσουν οι εικοσιτέσσερις αφορισμοί που αποτελούν και το δόγμα της φυσιοκρατίας[lxxii]

H εμμονή του Quesnay με την γεωργία οφείλεται εν πολλοίς στην αντίθεσή του στον Colbert, καίτοι μοιράζεται μαζί του τον σκοπό της αναδιάρθρωσης των οικονομικών του μονάρχη. Απλώς ασπάζεται μίαν οργανική ανάπτυξη, σύμφωνη με τους νόμους της φύσεως. Δεν είναι τυχαίο ότι τον αποκαλούσαν «Κομφούκιο της Γαλλίας». Καταγγέλλοντας την κερδοσκοπία των εμπόρων και των τελωνών-χρηματιστών αλλά και το πείσμα των γαιοκτημόνων που δεν δέχονται τον «μοναδικό φόρο» όχι μόνον δεν συνηγορεί υπέρ κάποιας τάξης, αλλά θεωρώντας την πάλη των τάξεων όπου η μία τάξη προσπαθεί να εκμεταλλευθή την άλλη επικίνδυνη για το εθνικό συμφέρον ενός αγροτικού έθνους, θέλει τον μονάρχη δεσπότη. Έτσι δεν υπερασπίζεται την φεουδαρχία, αντίθετα ευαγγελίζεται έναν νομικό δεσποτισμόdespotisme legal συγγράφοντας μάλιστα το Despotisme de la Chine. Όπως γράφει στο Hommes, ο μοναρχικός δεσποτισμός, το γεγονός ότι μπορεί να κυβερνά ένας άνθρωπος μόνος είναι καθαρή φαντασίωση: χρειάζεται τον νόμο. Ο δεσπότης είναι όργανο της φυσικής τάξης. Ο νομικός δεσποτισμός εκφράζει την πολιτική φιλοσοφία των Φυσιοκρατών όπως θα την διατυπώσει ο PierrePaul Lemercier de La Rivière de SaintMédard, στο L’ordre naturel et essentiel des sociétés politiques (1767) έργο που εγράφη υπό την εποπτεία του Quesnay. Έτσι η «καθαρή» κεφαλαιοκρατία είναι αγροτική και λειτουργεί υπό δεσποτικό πολίτευμα και αβίαστο εμπόριο, και πρότυπο των γάλλων λογίων δεν είναι πλέον η Αγγλία αλλά η Κίνα. Πριν περάσουμε όμως στην πολιτική έκφραση του laissez faire, θα κλείσουμε το κεφάλαιο με τον Turgot.

Turgot, του Antoine Graincourt. Versailles

[TURGOT] O Anne Robert Jacques Turgot, Baron de l’Aulne ήταν υγιός του prét des marchands de Paris (δημάρχου) Michel-Étienne Turgot ενώ ο παππούς του Jacques-Étienne  είχε υπάρξει intendant σε Metz, Tours και Moulins· από οικογένεια ευγενών της Νορμανδίας, τούνομά της να φέρει την σκανδιναβική καταγωγή: Thor-Got (θεός Θώρ). Ο μεγάλος του αδερφός ήταν magistrat στο παρλαμέντο, και ο άλλος στον στρατό και ιππότης της Μάλτας, ενώ η αδερφή του παντρεύτηκε έναν δούκα[lxxiii]. Ο ίδιος, ως ο μικρότερος της οικογενείας, εστάλη στην Σορβόννη για να σπουδάσει θεολογία και να γίνει αξιωματούχος του κλήρου. Στα δεκαεννέα του χρόνια περιμένοντας να κλείσει τα είκοσι για να πάρει το πτυχίο γέμιζε τον χρόνο του μελετώντας Descartes, Spinoza, Maupertuis, Buffon, Locke. Με τον θάνατο του πατρός του το 1751, εγκαταλείπει την εκκλησιαστική κατεύθυνση προς την νομική. Το 1753 ανερρήθη σε maître des requêts. Κατά τα έτη 1755-1756 περιοδεύει μαζί με τον intendant de commerce Gournay, στις αυτοψίες του στην γαλλική επαρχία. Στο Παρίσι συχνάζει τα σαλόνια των philosophes και των économistes, ενώ θα επισκεφθή τον Voltaire στην Ελβετία με τον οποίο θα συνάψει φιλία. Το 1761 αναγορεύεται intendant de justice, police, et finances στην généralité de Limoges στο Limousin και το 1774 με την ανάρρηση του Λουδοβίκου IϚ΄ σε μονάρχη, υπουργός ναυτικών και έναν μήνα αργότερα  contrôleur général des finances ήτοι, πρωθυπουργός. Είναι η θέση στην οποία είχε ευρεθή εξήντα χρόνια νωρίτερα ο John Law, και ο ίδιος ο Turgot θα αντιμετωπίσει παρόμοια πολιτικά εμπόδια και δυσχερείς φυσικές συγκυρίες με τον Σκώτο στην εφαρμογή των ιδεών του. Αλλ’αυτό είναι ιστορική ειρωνεία,  καθώς ο Turgot δεν έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια στον Law. Ο Gustave Schelle στην βιογραφία του Turgot στην πεντάτομη έκδοση των έργων του, αναφέρει ότι ο πατήρ του, γνωστός για τα δημόσια έργα του στο Παρίσι και τον περίφημο αξονομετρικό χάρτη του, δεν κατάφερε να γίνει ο Haussmann της εποχής του εξαιτίας των κακών δημοσίων οικονομικών που άφησε πίσω του ο Law[lxxiv]. Έτσι διαβάζοντας την Lettre écrite à M*** sur le nouveau système des finances, & particulièrement sur le remboursement des rentes constituées (1720) και το Mémoire pour servir à  justifier la Compagnie des Indes contre la censure des casuistes qui la condamnent (1720) του Αββά Jean Terrasson ο οποίος, επενδυτής τότε στο Σύστημα του Law συνηγορεί υπέρ του, ο νεαρός Turgot θα το αντικρούσει σε μία επιστολή του για το papiermonnaie (7 Απριλίου 1749) στον φίλο του Αββά Cicé όπου θα υπερασπισθή το μεταλλικό χρήμα[lxxv]. Την εποχή που ήταν στην Limoges πάλι, διαβάζει το κείμενο του φίλου του Dupont de Nemours, Du commerce et de la Compagnie des Indes. Seconde édition revue, corrigée et augmentée de lhistoire du système de Law (1769) και απαντώντας του σε μία επιστολή, χαρακτηρίζει το σύστημα του Law ως grimoire, μαγικό ξόρκι. Αυτή του η προσωπική αντιπάθεια έχει μεγάλη σημασία, σύμφωνα με τον Murphy, στο γιατί στο μείζον έργο του Réflexions sur la formation et la distribution des richesses από τους τρείς τρόπους σχηματισμού κεφαλαίου, τραπεζική πίστωση, αγορές κεφαλαίου (χρηματιστήρια) και αποταμιεύσεις, o άνθρωπος που έβαλε στην πολιτική οικονομία την λέξη capital, αναφέρεται μόνον στην τελευταία: λέξεις όπως «τράπεζα» και «πίστωση» απουσιάζουν παντελώς[lxxvi]. Απ’την άλλην, ο Turgot ήταν και ελεύθερο πνεύμα για να γίνει πιστός ακόλουθος του φυσιοκρατικού δόγματος και κυρίως ήταν μαθητής του Gournay. Έτσι ενώ υιοθετεί πράγματα απ’τους Φυσιοκράτες και γίνεται και ένθερμος υποστηρικτής του laissez faire, laissez passer, τον ενδιαφέρει και η ανάπτυξη της μεταποίησης. Έτσι στην νεκρολογία του για τον δάσκαλό του, την Éloge de Vincent de Gournay, γράφει ότι εν γένει κάθε άνθρωπος γνωρίζει καλύτερα το ίδιον συμφέρον απ’έναν άλλον για τον οποίον αυτό είναι αδιάφορο. Οπόταν το συμφέρον των εκάστων είναι ακριβώς το αυτό με το γενικό συμφέρον, το καλύτερο είναι να αφήνουμε τον καθένα να πράξει ως θέλει. Όμως θεωρεί αδύνατον στο εμπόριο, το καθ’έκαστον συμφέρον να μην αντιμάχεται το γενικό. Το κράτος, είτε ως προστάτης των εκάστων, ώστε ο ένας να μην αδικεί τον άλλον, είτε ως πολιτική οντότητα που αμύνεται προ εξωτερικών κινδύνων και που διαθέτει ποσά για δημόσια έργα, ενδιαφέρεται ώστε οι πλούτοι της γης και της βιομηχανίας να είναι οι μεγαλύτεοι δυνατόν. Άρα οι έκαστοι πρέπει να έχουν ως συμφέρον την γενική ωφέλεια[lxxvii]. Όμως παρότι πιστεύει ότι ο καιρός, με την κατάργηση των εμποδίων, θα επαναπατρίσει την βιομηχανία και θα απλοποιήσει το εμπόριο ώστε να είναι μόνον η ανταλλαγή πραγμάτων καταλλήλων σε κάθε κλήμα, θεωρεί ότι είναι καλό να επισπεύσει κανείς αυτήν την στιγμή με την νουθεσία και μικρές διακονίες, εφηρμοσμένες με διακριτικότητα, κι όχι αποκλειστικά προνόμια, μήτε φισκάλια φράγματα που τρέπουν τους τελώνες σε προστάτες του εμπορίου και τους χρηματιστές σε πολίτες, αναφέρει σ’επιστολή του στον Dupont de Nemours την 20η  Φεβρουαρίου του 1766:

Le temps, à la vérité, avec la suppression des obstacles ramènera le niveau de l’industrie et du commerce, naturalisera partout toute industrie et réduira le commerce à n’être que l’échange des choses propres à chaque climat et qu’elle a refusées aux autres, mais il est bon de hâter ce moment par l’instruction et quelquefois par de légers secours, pourvu qu’ils soient momentanés, appliqués avec discernement, qu’ils n’entraînent aucune préférence décourageante, surtout pourvu qu’il ne soit question, ni de ces privilèges exclusifs odieux, ni de ces barrières fiscales, de ces prétendues combinaisons d’entrée et de sortie, par lesquelles on a prétendu changer les commis des douanes en protecteurs du commerce et les financiers en citoyens. Mais pensez-vous donc qu’après que le métier à faire des bas a été établi en Angleterre,…ce n’ait pas été une chose très sage au gouvernement de France de faire acheter en Angleterre un métier de cette espèce et d’en avoir naturalisé l’usage… C’est une puérilité d’être jaloux de sa prétendue industrie nationale et de la vouloir cacher aux étrangers, mais il est sage de chercher à rompre la barrière que veut élever la jalousie mal entendue de nos voisins.

Saline royale d’Arc-et-Senans, του Claude-Nicolas Ledoux : εργοστάσιο παραγωγής άλατος (αλίτη) της ferme générale,1774, λίγο πριν τον θάνατο του Louis XV

 Πράγματι όταν ήταν στην Limoges, μία πτωχή περιοχή της Γαλλίας, μείωσε αρκετά τους κρατικούς φόρους (taille) και εξάλειψε την corvéeἀγγαρεία, ένα είδος φόρου σε εργασία για τους πτωχούς, για την δημιουργία δημοσίων οδών. Όταν έγινε πρωθυπουργός είχε την ευκαιρία να μεταρρυθμίσει όλο το κράτος με κόστος την ίδια του την θέση. Αλλά πριν φθάσουμε εκεί, ας δούμε το βασικό του έργο που έγραψε την εποχή που ήταν intendant, χάριν δύο κινέζων  μαθητών που είχαν φέρει Ιησουίτες στην Γαλλία, τις Réflexions sur la formation et la distribution des richesses (1766). Αφ’ενός για να γίνει κατανοητός στους δύο νέους, γράφει ότι δεν χρησιμοποίησε άλγεβρα στο ύφος του Tableau économique, αφ’ετέρου απασχολημένος στο οφφίκιο του δεν είχε την ησυχία της σχόλης. Έτσι είναι περισσότερο ένα σχεδίασμα. Δεν δημοσιεύθηκε ως βιβλίο, αλλά σε τρία μέρη στις  Éphérides, στα τεύχη 11 και 12 του 1769 και στο τεύχος 1 του 1770.

Το βασικό πρόβλημα της Γαλλίας ήταν ότι λόγῳ της απαγόρευσης του τόκου δεν είχε τραπεζικό σύστημα και η αποτυχία του Συστήματος του Law προσέθεσε σ’αυτήν την κατάσταση και τον φόβο προς τέτοια εργαλεία. Με την διάλυση του Συστήματος και της Banque Royale από τους αδελφούς Pâris η Γαλλία επέστρεψε στο σύστημα της συγκομιδής φόρων από financiers (που ήταν δουλειά της ιδίας οικογενείας). Η όποια πίστωση καλύπτοταν πίσω από rentes που ως συμβόλαια έκαναν αναγκαίο τον νοτάριο. Έτσι οι νοτάριοι κατηύθυναν την πίστωση που δεν ήταν και οι πιο κατάλληλοι για ένα τέτοιο καθήκον (μην ξεχνάμε πώς ο Law όπως και ο Melon ήθελαν με τα χάρτινα μέσα να παραμερίσουν τους νοτάριους που χαμήλωναν την ταχύτητα χρηματικής κυκλοφορίας). Ο Turgot λοιπόν πρέπει να λύσει το θέμα της δημιουργίας κεφαλαίου. Ξεκινά τους συλλογισμούς του με θέσεις του Quesnay δηλαδή, το πρωτείο της γεωργίας: είναι η ανισότητα των καλλιεργειών εκείνη που δημιουργεί την ανάγκη της ανταλλαγής και αυτή είναι η φυσική κατάσταση· κάθε γή δεν παράγει τα πάντα, έτσι ανταλλάσσονται αγαθά αντί άλλων αγαθών (§I-§II). Καθώς η αγροτική παραγωγή χρειάζεται κάποιες προετοιμασίες, ανταλλάσσονται επίσης αγαθά αντί εργασίας, όπως ο υποδηματοποιός που πρέπει να φτειάξει τα υποδήματα του αγρότη (§III-§IV). Έτσι όπως ο Quesnay, θεωρεί τον γεωργό (laboureur) ως πρώτο κινούν της κυκλοφορίας της εργασίας, αφού παράγει τον μισθό του τεχνίτη που προετοιμάζει πράγματα για τον γεωργό (§V). Ενώ ο εργάτης (ouvrier) απ’τον μισθό του κερδίζει μόνον την διαβίωσή του, ο γεωργός είναι ο μόνος που παράγει πλέον του μισθού του άρα είναι η αποκλειστική πηγή πλούτου (§VI-§VII). Έτσι κάνει την πρώτη διάκριση στην κοινωνία, ανάμεσα στην παραγωγική (productrice) τάξη των καλλιεργητών και την έμμισθο (stipendiée) των τεχνιτών ή τεχνουργών (artisans), που είναι η κατά Quesnay στείρα τάξη (§VIII). Αρχικά ο καλλιεργητής ήταν και ιδιοκτήτης της γης (§ΙΧ), αργότερα έγινε μισθωτός του κυρίου (§Χ-§ΧΙ). Ένα κομμάτι προϊόντος το κρατεί ο καλλιεργητής για να ζήσει και το άλλο το δίδει στον γαιοκτήμονα, και το οποίο είναι το καθαρό προϊόν ή εισόδημα (revenu) (§XIV). Έτσι φθάνει στην φυσιοκρατική τριμερή διάκριση, καλλιεργητές, τεχνουργοί και ιδιοκτήτες, ή παραγωγική, μισθωτή και διαθέσιμη (disponible) τάξη, επειδή ελλείψει εργασίας αυτοί οι τελευταίοι μπορούν να απασχοληθούν σε γενικές ανάγκες της κοινωνίας, όπως ο πόλεμος και η διοίκηση της δικαιοσύνης ή να παραχωρήσουν μέρος του εισοδήματος στο κράτος (i.e. ο μοναδικός φόρος του Quesnay) για να  μισθώσει άλλους να πληρώσουν τις θέσεις αυτές (§XV) (μπορούμε να πούμε ότι ένας ρεπουβλικανός θα έλεγε ότι αυτή είναι η τάξη των πολιτών). Στην διαθέσιμη τάξη θα προσθέσει στο τέλος και όσους δανείζουν κεφάλαια.

Αφού αναφέρει τους πέντε τρόπους καλλιεργείας (με μισθωτούς, με δούλους, με δουλοπάροικους, με κολλήγους, με μίσθωση γης) περνά στον ορισμό της έννοιας του κεφαλαίου, που χρησιμοποιώντας την λέξη capital, μάλιστα στον πληθυντικό ως capitaux, στη θέση της λέξης avances, απομακρύνεται απ’τον Quesnay, καθώς την συνδέει με το χρήμα και τον διαμερισμό του πλούτου. Λέει ότι κάποιοι ζουν χωρίς να κατέχουν γη, απ’το εισόδημα που τους δίδει ο τόκος με τον οποίο δανείζουν (§XXIX) ―αναφέρεται προφανώς στις rentes καθώς είναι εκεί που το υπάρχον (principal) ποσό απεκαλείτο στα γαλλικα capital (απ’το ρωμαϊκό δίκαιο, βλ. σημ. 222) και ο κάτοχος της rente (ομολογιούχος), capitaliste. Πράγματι ξεκινά να μιλήσει για τον χρυσό και τον άργυρο δυο αγαθά λιγώτερο πολύτιμα από άλλα καθώς είναι άχρηστα, τα οποία όμως αποκτούν αξία μέσῳ της ανταλλαγής. Η διαφορά του στον ορισμό του χρήματος απ’τον Law είναι ότι ενώ για τον τελευταίο το χρήμα εκφράζει την αξία της ανταλλαγής, δηλαδή εκείνη δια της οποίας ανταλλάσσουμε ένα αγαθό προς ένα άλλο, για τον Turgot είναι η αξία προς την οποία γίνεται η ανταλλαγή, δηλαδή ότι είναι το χρήμα που αποδίδει αξία στην ανταλλαγή. Αυτό το κάνει θεωρώντας ότι κάθε εμπόρευμα αφού ανταλλάσσεται μετρά και ν’αντιπροσωπεύει αξία (§XXXIX). Αμοιβαίως το χρήμα είναι αγαθό, και δεν υπάρχει απολύτως χρήμα λόγῳ σύμβασης (§XL). Και αυτό το κάνει ανάγωντας την καταγωγή του χρήματος σε αγαθά που χρησιμοποιούσαν αρχαίοι πολιτισμοί αντί νομίσματος. Βλέπει λοιπόν το χρήμα το ίδιο ως αγαθό και επαινεί τα χαρακτηριστικά των πολυτίμων μετάλλων που ως αγαθά είναι προικισμένα με τα πιο ικανοποιητικά γι’αυτήν την χρήση (§XLII) ώστε απ’την φύση των πραγμάτων μπορούν να αποτελούν χρήμα ανεξαρτήτως της όποιας αυθαίρετης σύμβασης ή νόμου (§XLIII). Δεν θεωρεί ως πρόβλημα την μεταβολή στην αξία αυτών είτε επειδή αλλάζει η ποσότητα του αγαθού, είτε του πολυτίμου μετάλλου (§XLVI). Λόγῳ ακριβώς αυτής της αποδοχής του χρήματος ως αγαθού είναι που σχηματίζει την θεωρία της συσσώρευσης του κεφαλαίου που θα υιοθετήσει ο Smith. Όπως ο αγρότης συσσωρεύει (accumuler) ένα απόθεμα (reserve) του προϊόντος του για την επομένη χρονιά σχηματίζοντας τα κεφάλαια του (§XLIX) έτσι και εκείνος που κατέχει κινητούς πλούτους (richesses mobilliaires) μπορεί να το χρησιμοποιήσει σε επικερδείς επιχειρήσεις (§L-LI) όπως ως αφορμές αγροτικής καλλιεργείας (§ LΙΙ-LIΙΙ). Πράγματι λέει ότι οι πρώτες αφορμές είχαν προέλθει από κινητούς πλούτους, την κατοχή κτηνών που χρησιμοποιούνται στην άρωση, και γι’αυτό η κτηνοτροφία προηγείται της γεωργίας (§LIV). Αργότερα ήλθε ένα άλλο είδος κινητού πλούτου, οι δούλοι, που επίσης χρησιμοποιήθηκαν ως δουλευτές της γης (§LV). Οι κινητοί πλούτοι έχουν έτσι μίαν ανταλλακτική αξία ως προς την γη (§LVI) και επομένως η γη μπορεί να εκτιμηθή με την αναλογία της προσόδου προς  το σύνολο των κινητών πλούτων που ονομάζεται denier du prix des terres ―απόδοση της τιμής της γης (§LVII). Τοιουτοτρόπως, ένα κτήμα συγκεκριμένης προσόδου  έχει αξία ίση με την πρόσοδο επί ορισμένες φορές. Το χρήμα που σωρεύει ο ολιγόψυχος φιλάργυρος για να εξασφαλίσει την φαντασία του προς τον φόβο ν’απολέσει απαραίτητα πράγματα σε ένα αβέβαιο μέλλον, θα χαθή αν τύχουν πράγματι δυσχέρειες ή ένας άσωτος κληρονόμος. Μπορεί όμως να το χρησιμοποιήσει για να αγοράσει γή (§LVIII). Έτσι προχωρεί στην άλλη χρήση του χρήματος ως αφορμές κεφαλαίων επιχειρήσεων τεχνουργίας και μεταποίησης (§LIX). Εκεί τα κεφάλαια θα χρησιμοποιηθούν για τις δαπάνες των υλικών, των εργαλείων και των ημερομισθίων, με σκοπό η πώληση των προιόντων όχι μόνον να επιστρέψει σ’αυτόν τα κεφάλαια αλλά και κέρδος (§LX). Έτσι έχουμε μίαν υποδιάκριση της εμμίσθου εργατικής τάξης (classe stipendiée industrieuse), σε entrepreneurs (επιχειρηματίες ή εργολάβους), κεφαλαιοκράτες και απλούς εργάτες (§LXI). Η χρήση χρηματικού κεφαλαίου μπορεί να χρησιμοποιηθή φυσικά και ως αφορμές σε γεωργικἐς επιχειρήσεις (§LXII). Οπότε πλέον η τιμή της εγγείου προσόδου και της γης ορίζεται απ’τον συναγωνισμό των κεφαλαιοκρατών επιχειρηματίων (§LXIII) και μόνον έτσι μπορεί να υπάρξει μεγάλη καλλιέργεια (§LXIV). Η τάξη των καλλιεργητών έτσι χωρίζεται και αυτή σε επιχειρηματίες ή αγρότες (fermiers) και απλούς εμμίσθους, υπηρέτες (valets) ή ημερομίσθιους εργάτες (journaliers) (§LXV). Η επομένη χρήση των κεφαλαίων σε αφορμές είναι οι επιχειρήσεις του εμπορίου: επειδή ο καταναλωτής δεν χρειάζεται τα φρούκτα της γής ή τα τεχνουργήματα την στιγμή που παράγονται, ούτε ευρίσκεται εκεί που παράγονται, και ο καλλιεργητής ή τεχνουργός θέλει το γρηγορώτερο πίσω τα κεφάλαιά του, μεσολαβεί ο έμπορος που τ’αγοράζει και τα μεταπωλεί (§LXVI). Αυτός, πωλώντας, παίρνει πίσω τα χρήματα για να αγοράσει ξανά προϊόντα και επιπλέον σκοπεύει σ’ένα κέρδος ίσο προς το εισόδημα που θα τον εξασφάλιζαν τα κεφάλαια αυτά χωρίς να δουλέψει, και σε έναν μισθό αντίστοιχο της τιμής εργασίας του, των κινδύνων και της εργατικότητάς του. Χωρίς αυτήν την εξασφάλιση δεν επιχειρεί να εμπορευθή (§LXVII). Έτσι η πραγματική κυκλοφορία του χρήματος βασίζεται στα συσσωρευμένα κεφάλαια που επενδύονται στην γεωργία, την μεταποίηση και το εμπόριο (§LXVIII). Καθώς τα κεφάλαια είναι απαραίτητα, ο εργατικός άνθρωπος μοιράζεται τα κέρδη του με τον κεφαλαιοκράτη που τον προμηθεύει με κεφάλαια (§LXX). Τελευταία χρήση των κεφαλαίων είναι ο έντοκος δανεισμός (§LXXI). Αφού αντικρούσει την άποψη των σχολαστικών θεολόγων ότι το χρήμα είναι στείρο και την προκατάληψη αυτών προς τον τόκο, θέτει την βάση του δανεισμού στο γεγονός ότι μπορείς να ενοικιάσεις το χρήμα σου όπως το πωλείς για να αγοράσεις κάτι, θυμίζοντάς μας τον Barbon (§LXXIV). Το επιτόκιο πρέπει να είναι σταθερό όπως και η τιμή του εμπορεύματος μόνον κατά την διάρκεια μιας επιχείρησης, όχι δια νόμου από τον ηγεμόνα (§LXXV). Ενώ στην εκτίμηση του χρήματος σε σχέση με τα αγαθά είναι το χρήμα ως μέταλλο που είναι αντικείμενο αξίας, στην εκτίμηση της απόδοσης (denier) του χρήματος είναι η χρήση του χρήματος στη διάρκεια ενός ωρισμένου χρόνου που είναι αντικείμενο εκτίμησης (§LXXVIII). Όσο για την τιμή του επιτοκίου αυτή ορίζεται απ’την σχέση προσφοράς και ζήτησης μεταξύ πιστωτών και δανειοληπτών, όπως το θέλει ο Cantillon, προσθέτοντας ότι αυτό εξαρτάται απ’την ποσότητα των κινητών πλούτων από τις αποταμιεύσεις  των προσόδων και των ετησίων προϊόντων,  ή από τα κεφάλαια που υπάρχουν σε χρήμα ή σε οτιδήποτε άλλο έχει αξία στο εμπόριο (§LXXIX). Έτσι καταλήγει ότι το πνεύμα της εξοικονόμησης σε ένα έθνος μεγαλώνει το σύνολο των κεφαλαίων ενώ η χλιδή τείνει να τα καταστρέψει (§LXXX) ενώ η πτώση του επιτοκίου αποδεικνύει ότι ότι το πνεύμα της εξοικονόμησης υπερέχει επί της χλιδής (§LXXXI). Οι πλούτοι ενός έθνους είναι το καθαρό προϊόν της γης (έγγειος πρόσοδος) επί την απόδοση της τιμής της γής συν τα κινητά κεφάλαια που υπάρχουν μες στο έθνος (§XC). Κλείνοντας όμως θα επιστρέψει στην φυσιοκρατική αρχή ότι η μόνη πράγματι διαθέσιμη πρόσοδος είναι από την γη και ότι ακόμη και οι κινητοί πλούτοι προέρχονται απ’την γή ως αποτέλεσμα της φύλαξης κάθε χρόνο ενός μέρους του προϊόντος (§XCVIII-XCIX).

Προφανώς ο Turgot αναφέρεται σε αποταμιεύσεις που επενδύονται και όχι που μένουν κλεισμένες σε σεντούκια: οι αποταμιεύσεις μετατρέπονται  αμέσως  (surlechamp) σε κεφάλαια[lxxviii]. O Smith θα το μεταφράσει αυτούσιο ως «immediately»[lxxix]. Με αυτόν τον τρόπο ξεπερνά μεν την μεροληψία των Φυσιοκρατών κατά της αποταμίευσης χωρίς να καταστρέφει δε την κυκλοφορία του εισοδήματος. Όπως και νά’χει, το μοντέλο αναφέρεται σε μία αγροτική οικονομία και συγκεκριμένα στην Γαλλία η οποία δεν είχε τραπεζικό σύστημα. Ο πιστωτής στο σχήμα του είναι κάποιος που μεταφέρει κεφάλαια απ’τον αποταμιευτή στον δανειολήπτη. Ο Schumpeter απορεί πώς τόσοι οικονομολόγοι αναμασούσαν χρόνια την ιδέα ότι μόνον η εκούσια αποταμίευση αποτελεί σχηματισμό κεφαλαίου, σαν ο John Law και άλλοι να μην υπήρξαν ποτέ. Φυσικά, σχολιάζει ο Murphy, θα έπρεπε να γράψει ότι αυτή η μεροληψία οφείλεται ακριβώς λόγῳ της ιστορίας του και του Συστήματός του στη Γαλλία!

First, in the face of frequent criticism, Turgot’s theory proved almost unbelievably hardy. It is doubtful whether Alfred Marshall had advanced beyond it, certain that J.S.Mill had not. Böhm-Bawerk no doubt added a new branch to it, but substantially he subscribed to Turgot’s propositions. Second, the theory was not only swallowed by the large majority of economists: it was swallowed hook, line, and sinker. As if Law—and others—had never existed, one economist after another kept on repeating that only (voluntary) saving was capital creating. And one economist after another failed to look askance at that word ‘immediately.’
(History of Economic Analysis, σελ. 309)

Η ειρωνεία είναι ότι ο Turgot, ως πρωθυπουργός, μόλις, με κάποιες μεταρρυθμίσεις, κατάφερε να χαμηλώσει το έλλειμμα του βασιλέως, διεπραγματεύθη με ολλανδούς τραπεζίτες ένα δάνειο με επιτόκιο 4%. Όπως και νά’χει, υπήρξε ένας πρωθυπουργός που προσπάθησε, όπως ο Law, να εφαρμόσει την οικονομική του θεωρία: ήθελε να μεταρρυθμίσει τις fermes générales όπως ο Law, να καταργήσει (μόλις θα μείωνε σημαντικά το έλλειμμα) όλους τους φόρους αντικαθιστώντας τους με τον impôt unique του Quesnay επί της εγγείου προσόδου (και πράγματι κατήργησε κάποιους μικρούς), και φυσικά ν’απελευθερώσει τελείως το εμπόριο των δημητριακών καταργώντας το droit de hallage. Είχε πολλούς απέναντί του όπως τον Galiani όπως είδαμε, ενώ ο Jacques Necker έγραψε το Essai sur la législation et le commerce des grains (1775). Πράγματι, μία κακή χρονιά ύψωσε την τιμή των δημητριακών και του ψωμιού δημιουργώντας κοινωνικό αναβρασμό που ο ίδιος κατέπνιξε, ένα προέρτιο της γαλλικής επανάστασης. Όπως και στην περίπτωση του Law, μία δυσχερής συγκυρία ακύρωσε την εφαρμογή του σχεδίου του. Το 1776 παρουσίασε στον βασιλέα τα έξι διατάγματα του, εκ των οποίων δύο, η κατάργηση της βασιλικής αγγαρείας (corvée royale) και των συντεχνιών (jurandes & maîtrises) προκάλεσαν σφόδρα αντίδραση. Είχε απέναντί τουπλέον όλους: τους ευγενείς, τον κλήρο, το παρλαμέντο, τους financiersfermiers (φοροεισπρακτορες) και την ίδια την βασίλισσα της οποίας είχε περιορίσει τις κύριες επί των τιμών. Τελικά έπεσε με κάποια μηχανορραφία που τον εξέθεσε στον βασιλιά. Εν τούτοις, ο Turgot όπως και οι άλλοι Φυσιοκράτες ήταν υπέρ της μοναρχίας μίας πατρικής διακυβέρνησης θεμελιωμένης πάνω σε μίαν εθνική σύσταση όπου ο μονάρχης είναι υπεράνω όλων ώστε να διασώζει τα δικαιώματα των υπηκόων και την ισχύ του κράτους[lxxx]. Η οικονομική δραστηριότητα του καθενός είναι ελεύθερη ακριβώς επειδή ο καθείς κρατείται μακριά απ’την εξουσία.

2.10. Η θαλασσοκρατία ως χώρος του laissez faire και ο βιομηχανικός προστατευτισμός των νέων κρατών

Εν γένει, η εγκατάλειψη της σκληρής εμποροκρατίας σχετίζεται με το γεγονός ότι όλα τα κράτη μαθαίνουν την ίδια συνταγή οπότε αν όλα εφαρμόσουν τις ίδιες αρχές, θα εκμηδενισθή το διεθνές εμπόριο. Η επιτυχία της εμποροκρατίας βασίζεται εν πολλοίς στο ότι η μία μεριά μόνον γνωρίζει και εφαρμόζει τις αρχές της. Απ’την άλλη είδαμε ότι το εμπόριο ήταν ελεύθερο ήδη σε ισχυρές αυτοκρατορίες με ενοποιημένους χώρους ή κοσμοοικονομίες, οπότε μπορούμε να φανταστούμε ότι η επίτευξη της θαλασσοκρατίας κάμει πιο ευνοϊκή την υιοθέτηση του laissez faire. Όταν η Βρεταννία κατήργησε τους δασμούς στα δημητριακά στα μέσα του ιθ’ αι. ήταν ήδη παγκόσμιος ηγεμονία. Αλλά ας πάμε πίσω στον ιη΄αι.

Είδαμε ότι στην Γαλλία η συζήτηση για το ελεύθερο εμπόριο είναι ένα ζήτημα διευκόλυνσης της κυκλοφορίας του εισοδήματος που ξεπερνά τα όρια του κράτους επειδή αφορά σε γεωργικά προϊόντα. Δηλαδή έχει να κάμει περισσότερο με την κατάργηση των εμποροκρατικών απαγορεύσεων εξαγωγής πρώτων υλών. Ένα αγροτικό κράτος πρέπει να εξάγει τα φρούκτα της γης και χάρη στην αύξηση των πωλήσεων θα μπορεί να κάμει την καλλιέργεια πιο εντατική. Στην Αγγλία απ’την άλλη, αφορά περισσότερο στην διευκόλυνση εξαγωγής προϊόντων μεταποίησης, δηλαδή στην κατάργηση δασμών ενός έτερου κράτους που θα τα εισάγει. Η ιδέα που είδαμε ν’απορρίπτει ο Law και να υιοθετεί ο Hume, ότι μία πτωχή χώρα ελλείψει χρήματος έχει φθηνά αγαθά και πλεονέκτημα στις εξαγωγές, ενώ αντίθετα η πλουσία, μειονέκτημα, εκφράζεται απ’τον Charles Davenant[lxxxi]:

[G]old and silver being the measure of trade, all things are dear or cheap as that sort of wealth is wanted or abounding. And in all countries of the world where money is rare and scarce, the product of the earth is cheap; as for instance, in Scotland, Ireland, the Northern Kingdoms, Germany, and most parts of Asia and America.

Θεωρεί έτσι πλεονέκτημα της Αγγλίας το ότι έχει πάρει το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου της Ινδικής· καθώς η ίδια είναι χήρα στόλου για να μεταφέρει τα φθηνά προϊόντα μεταποίησής της στην Ευρώπη, κερδίζουν οι Άγγλοι έμποροι: Its beauty lay particularly in the fact that it was based on purely commercial principles and that it followed the basic rule of the market, that the cheapest producer or vendor sells best[lxxxii]. Βλέποντας ότι κάτι τέτοιο θα έδιδε επίσης πλεονέκτημα σε αγγλικές αποικίες και δεσποτείες προς την μητρόπολη, όπως στην  Ιρλανδία, προτείνει την απαγόρευση εριουργίας εκεί με το πλέον εμποροκρατικό ή όπως λέει ο István Hont, «μακιαβέλλειο» πνεύμα[lxxxiii]. Την ίδια θέση για την σχέση πλουσίας και πτωχής χώρας εκφράζει όπως είδαμε και ο Hume. Πιθανόν να την έχει εμπνευσθή απ’τον Montesquieu, όταν ομιλεί περί αλληλεξάρτησης δύο χωρών που εμπορεύονται. Θεωρεί όπως είδαμε, ότι έτσι, μέσῳ του ελευθέρου εμπορίου, η διαφορά ανάμεσα σε μία πλουσία και μια πτωχή χώρα μπορεί ένα εξισορροπήθη. Το 1758 μπήκε στην συζήτηση και ο ουαλός ιερωμένος και οικονομικός και πολιτικός στοχαστής, Josiah Tucker, έργο του οποίου μάλιστα είχε μεταφράσει ο Turgot. Με τον Hume είχαν γνωρισθή στο Παρίσι το 1860. O Tucker[lxxxiv] στο Four Tracks on Political and Commercial Subjects (1776) δεν θεωρεί, όπως ο Hume, ότι η πτωχή χώρα έχει πλεονέκτημα, γιατί δεν έχει τις τεχνικές γνώσεις για να φτειάξει αντίστοιχης ποιότητας προϊόντα. Φυσικά επαναλαμβάνει το επιχείρημα του Barbon και του Law ότι η πλουσία χώρα έχει υψηλότερο κεφάλαιο και χαμηλότερο επιτόκιο και μπορεί να εξάγει φθηνότερα (σελ.34-35). Επίσης τα επίμοχθα και πολύπλοκα προϊόντα μεταποίησης είναι πιο φθηνά στην πλουσία χώρα όπως οι πρώτες ύλες στην πτωχή (σελ. 36). Ο Hume αντίθετα θεωρούσε ότι οι τεχνικές γνώσεις μπορούν να εισαχθούν, διαφυλάσσοντας στο μυαλό του μίαν ελπίδα για την πτωχή πατρίδα του[lxxxv]. Ο Tucker πίστευε ότι οι νεαρές οικονομίες δεν είναι απειλή για τις δυνατές και χρειάζονται παρέμβαση απ’τις τελευταίες: η Αγγλία έπρεπε να δανείσει τους Σκώτους χρήματα σε ήπιο επιτόκιο, συνεργαζομένη μαζί τους σε επιχειρήσεις που απαιτούν μεγάλα κεφάλαια και μακρές πίστωσεις, μαζί με οδηγίες, εξάπτοντας την άμιλλα αυτών, και διευθύνοντας τα εγχειρήματα αυτών με εκείνην την κρίση και την δεόυσα τάξη που μαθαίνει κανείς μόνον απ’την χρήση και την εμπειρία (σελ.42).

Σύμφωνα με μία πρόσφατη μελέτη (2008) με τίτλο Trade & Empire in the Eighteenth-Century Atlantic World του Andrew Hamilton, πάνω σε αυτήν την συζήτηση για την σχέση ανάμεσα σε μία πλουσία και μία πτωχή χώρα βασίζονται οι ιδέες του ριζοσπάστη βρεταννού βουλευτή Benjamin Vaughan γόνου εμπόρου και γαιοκτήμονα των Δυτικών Ινδιών (Jamaica), για μίαν άτυπη αυτοκρατορία μεταξύ Μεγάλης Βρεταννίας και Ηνωμένων Πολιτείων, μέσῳ του ελευθέρου εμπορίου, καθώς ήταν αυτός που χειρίσθηκε τις διαπραγματεύσεις κατά την συνθήκη του Παρισιού το 1783. Ο Vaughan υπήρξε σεκρετάριος του William Petty, 2nd Earl of Shelburne, ο οποίος ήταν υπουργός εσωτερικών (Home Secretary) το 1782 στην διακυβέρνηση του Rockingham και αμέσως μετά τον θάνατο του τελευταίου, πρωθυπουργός (1782-1783)· κατά το τέλος δηλαδή του πολέμου της ανεξαρτησίας των δεκατριών αποικιών της Αμερικής. Ο Λόρδος Shelburne ήταν ο πιο γνωστός πολιτικός υπέρμαχος του ελευθέρου εμπορίου, θέση που οφείλει στις γνωριμίες του με γάλλους économistes όπως τον Abbé André Morellet, τον Hume, τον Adam Smith και τον Benjamin Franklin. Όμως απέτυχε να πείσει τους συναδέλφους του ότι επέτυχε την καλύτερη συνθήκη με τις Η.Π.Α., την Γαλλία και την Ισπανία και παρητήθη. Αντίθετα με τους συναδέλφους του που τον θεωρούσαν υπερόπτη και ύπουλο, τον συμπαθούσαν οι ριζοσπάστες του City, οι Dissenters, οι αμερικανοί επαναστάτες και οι γάλλοι Φυσιοκράτες. Μολονότι Ουίγος, θα χαίρει, κατά τον επόμενο αιώνα, της εκτίμησης του Disraeli που θα τον χαρακτηρίσει ως τον πλέον ικανό και πετυχημένο υπουργό του αιώνα του, ο οποίος υιοθέτησε ένα σχέδιο οικονομικής ελευθερίας που σύντομα ωρίμασε στην οικονομική επιστήμη της Ευρώπης της οποίας ήταν ικανός γνώστης καθώς ήταν και ο πρώτος υπουργός που αντελήφθη την ανερχομένη σημασία της μεσαίας τάξης[lxxxvi]. Η προσωπική πολιτική του θεωρία συνοψίζεται στην ιδέα μιας «άτυπης αυτοκρατορίας» όπως την χαρακτηρίζει ο Isser Woloch[lxxxvii], όπου αντιτίθεται στην στρατιωτική κατάκτηση και τον πολιτικό έλεγχο των αποικιών απ’το Λονδίνο υπέρ ισχυρών εμπορικών σχέσεων ανάμεσα στην μητρόπολη και τις αποικίες. Αυτό, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι θυμίζει την ιδέα περί αυτοκρατορικής συνομοσπονδίας του Disraeli έναν αιώνα μετά. Έτσι, ως εμπορικό κράτος θεωρεί ότι μπορεί να μειώσει το μέγεθος της κυβέρνησης, απηχώντας ρεπουβλικανικές θέσεις. Όπως οι φυσιοκράτες επίσης πιστεύει ότι η Θεία Πρόνοια έχει δημιουργήσει τον κόσμο για εκτεταμένο και ελεύθερο εμπόριο· αντίθετα η κατάκτηση και η εκτεταμένη αυτοκρατορία αντιτίθεται στον ίδιο τον νόμο της φύσεως. Αφού χρησιμοποιεί κανείς τις αποικίες για να εμπορεύεται μ’αυτές, είναι το εμπόριο το πρώτο αντικείμενο της φιλοδοξίας κι όχι η κατάκτηση όπως ήταν παλαίτερον κατά την ισπανική κουγκέστα. Την υπεροχή τούτη του εμπορίου επί της κατάκτησης διατυπώνει στον τελευταίο λόγο του στο παρλαμέντο, τριάντα χρόνια προ του Constant. Ο Λόρδος Shelburne είχε αναθέσει τις διαπραγματεύσεις της Συνθήκης του Παρισιού, στον έμπορο Richard Oswald, καθώς ο Vaughan, ως Dissenter τῃ πίστει δεν μπορούσε να έχει αξίωμα. Όμως ήταν εκείνος που έκανε τις συνεννοήσεις με τον Benjamin Franklin και τον John Adams. Με τον πρώτο μοιράζονταν το όνειρο για το Λονδίνο ως ελεύθερο λιμένα[lxxxviii], ενώ σύχναζε με τον αδελφό του William στην λέσχη που είχε ιδρύσει ο Franklin, με την επωνυμία The Club of Honest Whigs. Μέχρι τέλους ήλπιζε σε μία μορφή συνομοσπονδίας, καίτοι ο υπουργός εξωτερικών Charles James Fox, αναγνώρισε εξ αρχής την ανεξαρτησία των Η.Π.Α. έτσι ώστε να μην τραπούν σε προτεκτοράτο των Γάλλων. Το τελικό κτύπημα στο όνειρό του ήταν η απόφαση της Βρεταννίας ν’αποκλείσει τους Αμερικανούς απ’το εμπόριο των Δυτικών Ινδιών. Αφού απεμακρύνθη απ’την πολιτική ζωή θα γράψει υπ’ανωνυμία το 1788, το New and Old Principles of Trade Compared, or a Treatise on the Principles of Commerce Between Nations: With an Appendix, Respecting I. The Principal General Means of Aiding Commerce, II. The Balance of Trade, III. The Pre-Eminence of Agricultural Industry, IV. A Comparison of Prohibitions, Bounties, and Drawbacks, V. The Commerce of Grain[lxxxix], ενώ θα εγκαταλείψει οριστικά την Αγγλία για την Αμερική, το 1797, όπου θα εγκατασταθή σε μία αγροικία στο Maine. O Vaughan υιοθετεί την άποψη του Hume για την σχέση πλουσίας-πτωχής χώρας ότι το ελεύθερο εμπόριο είναι εξίσου ευνοϊκό και για τις δύο. Η πλουσία δεν απειλείται ενώ η πτωχή κερδίζει. Φέρνει ως παράδειγμα πώς επωφελήθηκαν οι λιγώτερο πολιτισμένοι Άγγλοι σε σχέση με την Κίνα. Μάλιστα στην εισαγωγή αναφέρεται ευθέως στις Η.Π.Α.

The new governments of North-America may offer another instructive instance in this particular. If these governments pursue their advantages for agriculture, if they admit the manufactures of Europe, rendered cheap by bounties and by the real advantages attending the arts in rich and populous countries, without regard to their own manufactures, (which will always be established with ease, when their establishment is beneficial;) and if they avoid politics; they may outwit, by a natural conduct, a multitude of nations who think themselves wise because their plans are intricate. It cannot be useful for America to be noticed at present in Europe, otherwise than by her good sense: she should grow to greatness, like the trees of her wildernesses, in the midst of silence and retreat. Nothing can check her population depending upon a facility of subsistence; or oppress her strength springing from numbers, situation, and knowledge. If Europe does not treat America with wisdom, America would do ill to copy the weak example of those whom the discipline of experience has not yet be enable to instruct. She has the peculiar happiness of being able to shape her course free from the influence of her own errors and those of others; beginning where all nations may be happy to end.

Dr. Benjamin Vaughan, Hallowell, ca. 1800

Υπό καθεστώς ελευθέρου εμπορίου, αν η μία χώρα παράγει ένα  αγαθό και μία άλλη ένα άλλο, το σύνολό τους θα αυξηθή στον κόσμο και η ανταλλαγή μεταξύ αυτών θα είναι κέρδος και για τις δύο (σελ. 12/574). Στο κεφάλαιο ΙΙΙ όπου εξετάζει την εμποροκρατία (σύστημα μονοπωλίου), αντικρούει την άποψη ότι κάθε χώρα μπορεί να παραμείνει έτσι ανεξάρτητη, καθώς κάποιες και δη οι μικρές, δεν μπορούν να παράγουν μία ποικιλία αγαθών (σελ.23/585). Αν πάλι κάποια άλλη χώρα είναι τόσο ισχυρή ώστε να εξαφανίσει την γειτονική, σε ποιον θα πωλήσει (σελ. 25/587); Η ελεύθερη μετανάστευση μεταξύ δύο χωρών θα φέρει στην λιγώτερο αναπτυγμένη χώρα πιο εξειδικευμένους ανθρώπους που θα την βοηθήσουν ν’αναπτυχθή (σελ. 26/588). Επαναλαμβάνοντας το επιχείρημα των Φυσιοκρατών, λέει ότι το μονοπώλιο βλάπτει την γεωργία αφού δεν την αφήνει να εξαγάγει τα προϊόντα της (σελ.27/589). Δεν θεωρεί ότι ο πληθυσμός θα μεταφερθή στην μονοπωλιακή χώρα, επειδή είναι ο πληθυσμός που δίδει την τέχνη όχι το ανάποδο και επειδή είναι πιο φθηνά να ζει κανείς στην αγροτική (σελ.30/592). Αντικρούει τόσο την περίπτωση που η πτωχή χώρα φοβηθή την πλούσια και θέσει δασμούς όσο και την περίπτωση που όταν μια χώρα πλουτίσει κάνει το ίδιο. Καταλήγει να προτείνει μίαν υιοθέτηση σε παγκόσμιο επίπεδο του ελευθερίου (liberal) συστήματος:

In short, since states (like individuals) are too improvident, too intemperate, and too ambitious, to be freed from the rule of equal laws; andsince monopolizing systems are injurious, as well on account of their odiousness and their bad example to other countries, as of their domestic evil consequences; it is wise for all countries to submit in commerce to an universal system, which is not only incapable of perversion either by friends or enemies; but whenever it is once established, requires so little effort and intelligence to carry it on, that it may be said to be self-moving and self-conducted (σελ.38/600)

Επίσης το ελευθέρο εμπόριο θα αμβλύνει τις εθνικές διαφορές όπως θα πει λίγα χρόνια αργότερα ο Constant· για τον Vaughan είναι θεάρεστο έργο:

[I]ndividuals, learning more and more their real public interests, might consider themselves not merely as the members of separate nations (a sentiment which has hitherto seldom been the companion of general liberality or general justice,) but likewise as members of the universe, and as the common children of a common father. That common Father cannot be pleased that the pretended interests of artificial commodities should be made a motive for disturbing either the good order which is said to be the basis of their own institution, or the peace of the general community of nature (σελ. 46-47/608-609)

Βέβαια όλα αυτά λέγονται σε μία εποχή όπου η πτωχή χώρα ήταν η χώρα των ευκαιριών που δεν είχε κάποιος στην πλουσία μητρόπολη. Σήμερα βλέπουμε μετακίνηση πληθυσμών απ’τις πτωχές στις πλουσίες, αλλά θα μας απαντούσε ο Vaughan ότι οι πτωχές είναι ακόμη ύπο την επίρροή των εμποροκρατικών· αλλά αυτό πάλι θα σήμαινε ότι η εμποροκρατική χώρα εκμεταλλεύεται το ελεύθερο εμπόριο υπέρ της. Όπως και νά’χει αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να ισχύσει αυτό που λέει: πχ στο νεότευκτο ελληνικό κράτος η συνθήκη ελευθέρου εμπορίου με την οθωμανική αυτοκρατορία το 1855 βοήθησε την πρώτη να αρχίσει να αναπτύσσεται οικονομικά, αλλά η δεύτερη δεν ήταν μία εμποροκρατική δύναμη. Όσον αφορά τις Η.Π.Α. μία χώρα με μεγάλες εκτάσεις για αγροτική παραγωγή μια συνθήκη ελευθέρου εμπορίου με την Μεγάλη Βρεταννία θα την βοηθούσε, αλλά είδαμε ότι αυτή δεν ήταν η περίπτωση: αντίθετα επειδή η δεύτερη έδειξε τα δόντια της εξ αρχής, ώθησε τις Η.Π.Α. να αναπτυχθούν βιομηχανικά πιο γρήγορα υιοθετώντας την εμποροκρατία της μητρόπολης.

Πράγματι ο John Adams αρχικά ήταν υπέρμαχος του ελευθέρου εμπορίου όπως φαίνεται στην επιστολή του στον πρόεδρο της Βουλής:

The cities of Italy, the Low Countries, Portugal, Holland, England, have all, for their period, as commercial powers, arisen above the common level, but pressing with a Weight which was felt as unequal by those below them; they have each in its turn found, even in the moment of their highest Elevation a general rising all around them, and themselves sinking to the common level. Statesmen must see, how much it is in the interest of all, to liberate each other, from the Restraints, Prohibitions and Exclusions, by which they have aimed to depress each other. They will see, that the most advantageous Way, which a landed nation can take, to encourage and multiply Artificers, Manufacturers and Merchants of their own, is to grant the most perfect freedom, to the Artificers, Manufacturers and merchants of every other nation. …The Spirit of those exclusive Laws of navigation will appear as the Spirit of Piracy.

Όμως η άρνηση τόσο της Βρεταννίας όσο και την Γαλλίας να προχωρήσουν σε ελεύθερο εμπόριο με τις Η.Π.Α άλλαξε την άποψη του Adams υπέρ ενός πιο «μακιαβελλείου»-προστατευτικού συστήματος[xc]. Συγκεκριμένα, γράφει στον John Jay:

We have hitherto been the bubbles of our own philosophical and equitable liberality; and, instead of meeting correspondent sentiments, both France and England have shown a constant disposition to take a selfish and partial advantage of us because of them, nay, to turn them to the diminution of our own means of trade and strength. I hope we shall be the dupes no longer than we must. I would venture upon monopolies and exclusions, if they were found to be the only arms of defense against monopolies and exclusions, without fear of offending Dean Tucker or the ghost of Doctor Quesnay.
(Adams to Jay, August 10, 1785, Works of John Adams, τ. VIII, σελ. 299)

Alexander Hamilton, μινιατούρα του Charles Shirreff, ca.1790

Όταν ο Alexander Hamilton ανακοίνωσε την πρόθεση του να ακολουθήσουν οι Η.Π.Α. την εμποροκρατική οδό με την συγχώνευση του δημοσίου χρέους σε μία κεντρική τράπεζα που θα μπορεί να δίδει πιστώσεις στο εμπόριο και την βιομηχανία, και την δημιουργία μονίμου στρατού, συνήντησε την αντίδραση του Thomas Jefferson ο οποίος έβλεπε σε κάτι τέτοιο την καταστροφή των αγροτικών πολιτείων του νότου. Ως βρεταννικές αποικίες χωρίς μεταποίηση οι δεκατρείς πολιτείες ήσαν αγροτικές και έβλεπαν την φυσιοκρατία ως το πλησιέστερο οικονομικό σύστημα, μολονότι ο Turgot θεωρούσε ότι οι Αμερικάνοι δεν κατάλαβαν την σημασία του μοναδικού φόρου. Απ’την άλλην, πολιτικώς ήσαν πλησιέστερα στην αγροτική πολιτεία  του Harrington. Ο Pocock φυλάσσει τα δύο τελευταία κεφάλαια του Machiavellian Moment, για να δείξει ότι ο αγγλικός ρεπουβλικανισμός του Harrington, της Country παράταξης και των Catos Letters, ήταν η μαγιά της αμερικανικής επανάστασης. Χρησιμοποιεί δύο μελέτες[xci]. Ο εχθρός ήταν η αυλική παράδοση της διαφθοράς των Junto Whigs που οι επανάστατες πίστευαν ότι εκπροσωπούσε η βρεταννική κυβέρνηση. Απ’την άλλη, μετά την επιτυχία της επανάστασης, δύο ήσαν οι δρόμοι για την νεαρή Republic: ή να μείνει πιστή στο πολιτειακό και το φυσιοκρατικό δόγμα ως yeoman commonwealth ή να γίνει σαν την παλαιά της μητρόπολη. Ο Jefferson ήταν ο Κάτων που έβλεπε τoν  Hamilton σαν τον Καίσαρα και ο Hamilton  ακολούθως έβλεπε τον δημαγωγό Burr σαν τον Κατιλίνα. Καθώς ο Hamilton ως «Modern Whig» εβλέπε τις Η.Π.Α. προωρισμένες να γίνουν μία εμπορική και στρατιωτική αυτοκρατορία, αν η αρετή είναι το ίδιον της πολιτείας και το συμφέρον, της αυτοκρατορίας, η ομοσπονδία θα ήταν η σύνθεση: είναι η δυναμική μορφή του μακιαβελλισμού της επεκτατικής virtù, λέει ο Pocock. Οι Republicans εκπροσωπούν την κλασική αρετή και την «Rousseauan» στιγμή και επιθυμούν να μείνουν μακριά απ’την διαφθορά που ενέχει η πρόοδος των τεχνών και το εμπόριο·  οι Federalists, την virtù και την «Machiavellian» στιγμή και πιστεύουν ότι η πραγματική προδιάθεση του ανθρώπου είναι η χλιδή και η αυτοκρατορία. Τελικά ο δρόμος των Η.Π.Α. θα είναι ο δεύτερος. Ο Tocqueville θα συναντήσει τις Η.Π.Α. του Andrew Jackson και θα διατυπώσει τους φόβους προς μία τροπή της δημοκρατίας στον ολοκληρωτισμό, μόνον που ο τύραννος θα είναι πλέον ο λαός.

Οικονομικά, οι Η.Π.Α. μετά τον πόλεμο του 1812-1814 θα ακολουθήσουν μίαν προστατευτική πολιτική εφηρμοσμένη από τον εθνικιστή οικονομολόγο απ’το Kentucky, Henry Clay. Ενώ αμέσως μετά τον πόλεμο βρεταννικά φθηνά προϊόντα κατέκλεισαν τ’αμερικανικά λιμάνια, μέχρι το 1833 υψηλοί δασμοί στα βρεταννικά προϊόντα θα προστατεύουν την βιομηχανία της Πενσυλβανίας και της Φιλαδελφείας. Ο Jackson χαμήλωσε σημαντικά τους δασμούς υπό την επιδοκιμασία των Jeffersonians καθώς ήταν μέτρο υπέρ του αγροτικου συμφέροντος των νοτίων πολιτείων[xcii]. Οι δασμοί υψώθηκαν ξανά επί New Republican Party στις παραμονές του εμφυλίου πολέμου. Το «αμερικανικό σύστημα» είναι ουσιαστικά η κληρονομιά του Hamilton, ο οποίος επεκαλείτο επίσης τον Smith, αλλά το «αντιφυσιοκρατικό» κομμάτι του. Εξηγεί γιατί επιλέγει αυτήν την πολιτική:

If the system of perfect liberty to industry and commerce were the prevailing system of nations, the arguments which dissuade a country, in the predicament of the United States, from the zealous pursuit of manufactures, would doubtless have great force. It would not be affirmed that they might not be permitted, with few exceptions, to serve as a rule of national conduct. In such a state of things, each country would have the full benefit of its peculiar advantages to compensate for its deficiencies or disadvantages. . . . But the system which has been mentioned is far from characterizing the general policy of nations. The prevalent one has been regulated by an opposite spirit. . . . In such a position of things, the United States cannot exchange with Europe on equal terms.[xciii]

Προπολεμικά, οι οπαδοί του ελευθέρου εμπορίου ευρίσκονται στις αγροτικές νότιες πολιτείες επιβεβαιώνοντας την φυσιοκρατική καταγωγή του. Οι βόρειοι μάλιστα έβλεπαν το ελεύθερο εμπόριο ως συνώνυμο με το βαμβάκι και την δουλεία. Οπότε με το τέλος της Νοτίου Συνομοσπονδίας οι πιο ενθουσιώδεις οπαδοί του ελευθέρου εμπορίου σώπασαν[xciv]. O περίφημος Gilded Age ήταν μία εποχή που το βιομηχανικό συμφέρον του βορρά ―που ήταν και το εκλογικό κοινό του Republican Party, επέβαλλε τους βιομηχανικούς δασμούς ως μίαν αδιαμφισβήτητη πολιτική. Η συζήτηση ήταν περί του αν υψηλοί ή χαμηλοί δασμοί ευνοούν τους υψηλούς μισθούς του αμερικάνου εργάτη. Το 1884 το κόμμα του «free trade», το Democratic Party με τον Grover Cleveland, ανήλθε στην εξουσία χαμηλώνοντας το 1888, ελαφρώς τους δασμούς. Το αποτέλεσμα ήταν να επιστρέψει στην εξουσία το Republican Party με τον McKinley που τούς  ανέβασε στην υψηλότερη μέχρι τότε τιμή με την Dingley Act του 1897. Με την έξοδο των Η.Π.Α. στην θάλασσα θα αποκτήσουν και κεντρική τράπεζα που θα δώσει μίαν επιπλέον προστασία στην βιομηχανία. Οι υψηλοί δασμοί θα μείνουν μέχρι την εποχή του Nixon οπότε και θα απελευθερωθούν οι ισοτιμίες κατά τον τρόπο του John Law.  Ουσιαστικά οι Η.Π.Α. επαναλαμβάνουν τον κύκλο της πολιτείας, την ανακύκλωσιν του Πολυβίου. Το ποια οικονομική πολιτική θα ακολουθήσει μία πολιτεία δεν είναι ζήτημα ιστορικού χρόνου αλλά του χρόνου της πολιτείας. Το ίδιο θα κάμει μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η Ιαπωνία και άλλες «ασιατικές τίγρεις» που θ’ακολουθήσουν έναν βιομηχανικό προστατευτισμό μέσα σ’ένα κλίμα σχετικώς ελευθέρου εμπορίου.

Mckinley Tariff Act, 1894, ξυλογραφία του Granger.

“Going to the Tombs for Their Candidates”: Cartoon του Victor Gillam στον Judge της 9ης Ιουλίου1892, σελ. 32 , για τιις εκλογές του 1892. Ο Cleveland και ο υποψήφιος αντιπρόεδρος του Stevenson αναπαρίστανται ως μούμιες συνδεδεμένες με ηλεκτρόδια

Richard Cobden, Prime du Journal L’Evenement, 1865.

2.11. Η πολιτική οικονομία ως ιδεολογία

Κατά το 1830, O Alexander Hill Everett εξηγεί την επιλογή του Hamiltonian μοντέλου καταγγέλλοντας την βρεταννική υποκρισία· οι Βρεταννοί επέλεξαν το ελεύθερο εμπόριο αφού πρώτα ίδρυσαν βιομηχανία:

The beautiful consistency of the British mode of reasoning upon the subject is rendered, if possible, still more conspicuous by the suddenness of their conversion to the principle of free and unrestricted trade. For centuries in succession, they kept their ports hermetically sealed against any foreign product which could possibly be made at home. […] The convenience of every other part of the world, was systematically sacrificed by the promotion of domestic manufacturing in the British islands[xcv].

Πράγματι την ίδια ακριβώς εποχή στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού γίνεται όλο και πιο συχνή η συζήτηση για την απελευθέρωση του εμπορίου (ορμώμενη πάντα απ’τον Smith) κατευθυνομένη στην κατάργηση των Corn Laws από ριζοσπάστες της Anti-Corn Law League  όπως ο βιομήχανος Richard Cobden και ο πολιτικός (και ιδρυτής της) John Bright, στους οποίους ο Disraeli ανεφερόταν ως «σχολή του Manchester». Ταυτόχρονα το οικονομικό εγχείρημα λαμβάνει μίαν ηθικολογική χροιά ειρηνισμού και «αντιμπεριαλισμού». Είναι η πηγή, γράφει ο Magnusson, της «ιδεαλιστικής» παράδοσης στην βρεταννική εξωτερική πολιτική, του Hobson και του Brailsford. Και απ’τον Hobson θα αρπάξει ο Λένιν την έννοια του ιμπεριαλισμού, όπως είδαμε στο πρώτο μέρος. Τελικά οι Corn Laws κατηργήθησαν απ’τον φιλελεύθερο Συντηρητικό Sir Robert Peel με αφορμή τον λιμό της πατάτας στην Ιρλανδία. Η κληρονομιά του Cobden θα γίνει επίσης επίσημη ιδεολογία της βρεταννικής βικτωριανής πολιτικής και αναπόσπαστο κομμάτι της αγαθής διακυβέρνησης κατά τα χρόνια του Gladstone. Την ίδια στιγμή συμβολίζει την νίκη της βουργησίας τάξης επί των αριστοκρατών της γης δηλαδή ακριβώς το αντίθετο από ό, τι στις Η.Π.Α. όπου οι γαιοκτήμονες ήταν (και λογικά) οι οπαδοί του ελευθέρου εμπορίου. Στην Βρεταννία ουσιαστικά κατά το 1830 το free trade είναι πλέον κομματική catchword της εκστρατείας της AntiCorn Law League. Τον ίδιο καιρό  έχει δημιουργηθή μία «χριστιανική πολιτική οικονομία» που δεν γνωρίζουμε σε ποιον βαθμό επηρέαζε τον Cobden. Οι liberal Torries της εποχής χρωστούσαν περισσότερα στους χριστιανούς οικονομολόγους παρά στον κοσμικό Ricardo[xcvi]. O Edward Baines, επί παραδείγματι, βάζοντας σε παρένθεση το πάθος της φιλαυτίας ως αίτιο της οικονομικής συμπεριφοράς, βλέπει την επιρροή του ελευθέρου εμπορίου στην τάση να προάγει ειρηνικές και φίλιες σχέσεις ανάμεσα στα έθνη του κόσμου και να διασκορπίζει τα φώτα του πολιτισμού και της αληθούς θρησκείας στον κόσμο[xcvii]. Ουσιαστικά τα πιθανά αποτελέσματα της οικονομικής πολιτικής τίθενται ως βέβαιοι στόχοι, και το μέσο τρέπεται σε σκοπό. Τόσο οι ιδέες ευγονικής του κληρικού οικονομολόγου Robert Malthus (ο οποίος ήταν γι’αυτό υπέρ της διατήρησης των Corn Laws) όσο και ο ωφελιμισμός του John Stuart Mill (που ήταν μάλιστα υποστηρικτής της ευγονικής του Malthus) σχετίζονται με αυτήν την σύγχυση ανάμεσα στο αποτέλεσμα και τον σκοπό ο οποίος και τίθεται ως ηθικός. Ο Γάλλος JeanBaptiste Say, πνευματικό τέκνο του Cantillon, θα αντικρούσει τις ιδέες του Malthus, με οικονομικά επιχειρήματα. Το 1843 o επιχειρηματίας και τραπεζίτης Σκώτος Quaker, James Wilson εκδίδει το εβδομαδιαίο περιοδικό The Economist υπό ένα σαφές άρθρο πίστεως: Its principles were simple and clear, free enterprise and particular reform at home and the provision of peace, commerce and fraternity abroad, avoiding unnecessary foreign entanglements[xcviii]. Κατά τον θάνατο του Cobden το περιοδικό, υπό την αρχισυνταξία του Walter Bagehot, θα δημοσιεύσει μίαν εκτενή νεκρολογία γι’αυτόν τον «ευαίσθητο ταραχοποιό» ο οποίος έφερε στην πραγματική ζωή τα δόγματα του Smith[xcix]. O Francis Wrigley Hirst, αρχισυντάκτης του περιοδικού στις αρχές του επομένου αιώνα και επινοητής του όρου Collectivism είναι εκείνος που θα συλλέξει κείμενα της «σχολής του Manchester» δίδοντάς της θεωρητικό βάρος και συνδέοντας την απευθείας με τον Smith. Καθόλη την διάρκεια του ιθ΄αι. παράλληλα με την ακαδημαϊκή πολιτική οικονομία, με πρόσωπα όπως ο John Ramsay McCulloch, ή την προσπάθεια να προσδιορισθή το πολιτικό ύφος του Liberalism απ’ τον Λορδο Acton, αναπτύσσεται μία εκλαϊκευμένη πολιτική οικονομία, μ’εκδοτική μάλιστα επιτυχία, όπως το Conversations on Political Economy (1827) της Jane Marcet, το Illustrations of Political Economy, της Harriet Martineau (1837) και το Political Economy for Beginners (1870) της Millicent Fawcett. Τέτοιες εκδόσεις γράφει ο Magnusson, ήσαν κυρίως ηθικά ορθόδοξες, Benthamite και βασικώς δίδασκαν ταξική αρμονία. Η έμφαση του Smith στον ρόλο των κοινωνικών και ιστορικών θεσμών λείπει. Η  πολύμορφη συμπεριφορά του προς την πολιτική ρύθμιση και η επιμονή του στην πάλη ομάδων ή ακόμη τάξεων ως ζωτική δύναμη των κοινωνίων είναι απούσες. Παρομοίως λείπουν από την Ricardian εκδοχή της πολιτικής οικονομίας όλη η τεχνική πολυπλοκότης και το διανοητικό άνοιγμα, όπως επίσης η προοπτική της ταξικής πάλης. Αντ’αυτού ό, τι απομένει είναι ένας σκελετός με απλές «αρχές» έξω απ’τα συμφραζόμενα αυτών. Οι αρχές ή οι γενικοί αφορισμοί συσχετίζονται έτσι ώστε να παράγουν μία άποψη της οικονομικής κοινωνίας που διδάσκει αρμονία, φιλανθρωπία, ειρήνη ανάμεσα στις τάξεις, την συντήρηση της κοινωνικής τάξης και επιπλέον ηθική και κοινωνική πρόοδο, όλα ως αποτέλεσμα της οικονομικής τάξης της ελεύθερης αγοράς. […] όλες οι πολυπλοκότητες έχουν εξαφανισθή. Και απομένουμε με οικονομική που μας ευαγγελίζεται αρμονία, κοινονοημοσύνη και μία πολιτική θεμελιωμένη πάνω στην ατομική ηθική και την αυτοθυσία[c]

Ο Schumpeter βλέπει αυτήν την Benthamite αντίληψη στην βρεταννική κοινωνική πολιτική της εποχής:

Most ‘classic’ economists supported the factory legislation, McCulloch especially. The repeal of the Combination Acts was vigorously pushed by a member of the Benthamite circle. And the Poor Law Amendment Act, which was almost unanimously supported by economists, has other aspects besides what seems to us harsh treatment of people in distress. At the same time, we must not go too far. The support that ‘classic’ economists gave to this act acquires additional significance from the fact that the theory underlying it tallied well with their general scheme of economic and political thought, their scheme of Natural Liberty. It also tallied well with their views on population and wages. It tallied still better with their almost ludicrous confidence in the ability of individuals to act with energy and rationality, to look after themselves responsibly, to find work, and to save for old age and rainy days. This, of course, is Benthamite sociology, hence bad sociology. On this point, the critics were right, however wrong they were in imputing to the ‘classics’ a defective social conscience.
(History of Economic Analysis, σελ. 379)

Τα δημόσια οικονομικά του William Ewart Gladstone[ci] εν τούτοις ήταν πράγματι δημόσια οικονομικά της «natural liberty» και του «free trade» λέει ο Schumpeter. Για να αφαιρέσει φορολογικά εμπόδια απ’την ιδιωτική δραστηριότητα έπρεπε να μειώσει τους διαφόρους φόρους. Το περιώνυμο slogan  της εποχής ήταν retrenchment και σήμαινε δύο πράγματα: πρώτον μείωση του κράτους στις ελάχιστες λειτουργίες του, δεύτερο εξορθολογισμός των απομεινασών λειτουργιών όπως ο στρατός και το ναυτικό. Το παράξενο βέβαια είναι ότι κάτι τέτοιο είναι κατάλληλο για μία πόλιν-κράτος με πολιτοφυλακή και δημόσια λειτουργήματα από πολίτες όχι για μία αυτοκρατορία. Το μικρό κράτος είναι άλλωστε ένα ρεπουβλικανικό επιχείρημα προς την διαφθορά. Τρέποντας το κράτος σε κράτος-νυχτοφύλακα μπορεί να μειώσει τους φόρους: ο φόρος εισοδήματος είχε έρθει με τους ναπολεοντείους πολέμους για να ενισχυθή το ναυτικό, και κατηργήθη με το πέρας αυτών (1816). Ο Peel τον επανεισήγαγε το 1842 για να αντισταθμίσει μειώσεις σε δασμούς και ο Gladstone το 1853 πρότεινε κατάργησή του σ’επτά χρόνια. Για τους έμμεσους φόρους ο Gladstone πρότεινε να φορολογούνται μόνο επιλεγμένα αγαθά, ενώ ο τότε Chancellor of the Exchequer, όλα από λίγο. Τέλος, ισοσκελισμένοι  προϋπολογισμοι για να μειωθή το δημόσιο χρέος. Ένα στοιχείο που πάει μαζί μ’αυτά είναι το «αυτόματο» gold standard: μετά τους ναπολεοντείους πολέμους τα νομίσματα των εμπλεκομένων κρατών χρειάσθηκαν πολύν καιρό για ν’ανακάμψουν λόγῳ του μεταλλικού νομίσματος που χρησιμοποιούσαν εξόν του βρεταννικού. Η Τράπεζα της Αγγλίας είχε έναν αιώνα ήδη χαρτονόμισμα με κανόνα χρυσού και αρκούσε, σε έναν πόλεμο, να σταματά να εξαργυρώνει τα χαρτονομίσματα και μόλις τελείωνε ο πόλεμος, να ξαναμπαίνει στον κανόνα του χρυσού. Το 1844 με την Bank Charter Act του Peel απηγορεύθη σ’άλλες τράπεζες να εκδίδουν χρήμα εκτός από την Τράπεζα της Αγγλίας της οποίας η ποσότητα χαρτονομίσματος πρέπει να αντιστοιχεί σε απόθεμα χρυσού (ή δημοσίου χρέους) κατά τα διδάγματα της Currency School· είχε δικαιώμα να παραβιάζει μόνον τον κανόνα σε περίπτωση οικονομικής κρίσης ή πολέμου, όπως και έπραξε το 1847, 1857, 1866. Έτσι συσχετίζει την ισοτιμίες και τις τιμές κάθε ἐθνους με κάποιου άλλου σε σχέση με τον χρυσό ενώ κάνει απαγορευτικές τις αυξήσεις κυβερνητικών δαπανών. Οπότε κάνει ανεξάρτητο τον bourgeois και το κεφάλαιο του απ’το κράτος. Αυτή είναι η θεωρία τουλάχιστον. Στην πραγματικότητα μόλις απειλήθηκε το βρεταννικό κεφάλαιο που είχε δανείσει το οθωμανικό και το αιγυπτιακό κράτος απ’την αιγυπτιακή εξέγερση, και καθώς δεν θα μπορούσε να το καλύψει η κεντρική τράπεζα, ο Gladstone παρά την ειρηνόφιλη προδιάθεσή του και την φειδώ του ως προς τις στρατιωτικές δαπάνες, έστειλε τον στόλο να βομβαρδίσει την Αλεξάνδρεια και να τρέψει την Αίγυπτο σε προτεκτοράτο το 1882. Εδώ καταλαβαίνουμε το εσωτερικό ανέκδοτο ανάμεσα στον Marx και τον Engels περί «doux commerce».

αφίσα των Συντηρητικών από την εκλογική εκστρατεία του 1906

Το πρόγραμμα του free trade δεν διήρκεσε πολλά χρόνια. Η συνθήκη Cobden–Chevalier του 1860 θα ενώσει εμπορικά την Βρεταννία και την Γαλλία μέχρι το 1892, αλλά ο πανικός του 1873 θα στρέψει τις υπόλοιπες χώρες στον βιομηχανικό προστατευτισμό: Γερμανία το 1879, Ρωσία το 1881, Γαλλία και Αυστροουγγαρία το 1882· καινούργιες αυξήσεις για Ρωσία και Ελβετία το 1884, Γερμανία και Αυστροουγγαρία το 1887, Ιταλία το 1888· και φυσικά οι δασμοί του McKinley στις ΗΠΑ το 1897. Το 1872, και με την περιώνυμη ομιλία του Disraeli στο Crystal Palace, θα εμφανισθή στην Βρεταννία το κίνημα του fair trade που θα κορυφωθή με την ίδρυση της The National Fair Trade League το 1881. Σκοπός του κινήματος ήταν η αμοιβαιότητα στο εμπόριο, και πιο συγκεκριμένα: to promote, by every means at its command, an extension of trade with all countries,and especially with our colonies and dependencies […] and to agitate for such fiscal readjustments as shall prevent the products of foreign states which refuse to deal with Great Britain in fair trade with Great Britain in fair trade from unduly competing with the products of home labour. […] Adequate import duties to be levied upon the manufactures of foreign states refusing to receive our manufactures in fair exchange; […] A very moderate duty to be levied upon all articles of food from foreign countries; […] To develop the resources of our own Empire and to determine the flow of British capital, skill and industry henceforth into our own dominions instead of into foreign protective states, where it becomes a force commercially hostile to us[cii]. Παρά την βιομηχανική ύφεση στην Βρεταννία, δεκάδες βιβλία θα κυκλοφορήσουν εναντίον του fair trade και υπέρ του free trade· το 1887 η League θα διαλυθή, αλλά κατά την δεκαετία του 1890 το κίνημα του fair trade θα ενταχθή στο κίνημα για imperial reform και αποικιακή εξάπλωση. Το 1886, μια ουιγική ομάδα του Liberal Party, αντιδρώντας στην απόφαση του Gladstone για αυτοδιοίκηση της Ιρλανδίας (Irish Home Rule) σχημάτισαν το Unionist Liberal Party ανάμεσα σε αυτούς μάλιστα, και ο συναγωνιστής του Cobden, Βright, λίγο πριν πεθάνει. Καθώς σκοπός αυτών ήταν η ενότης της αυτοκρατορίας, μία ομάδα υπό τον Joseph Chamberlain θα τοποθετηθή υπέρ των δασμών προς χώρες εκτός της αυτοκρατορίας και Imperial Preference ώστε να αντιμετωπίσθουν οι Η.Π.Α. και η Γερμανία. Το 1903 ο Chamberlain  θα διευθύνει μίαν δριμεία εκστρατεία υπέρ της Tariff Reform. Σκόπευε έτσι όχι μόνον να στηρίξει την βρεταννική βιομηχανία και να μειώσει την ανεργία αλλά να χρησιμοποιήσει και τα έσοδα υπέρ συντάξεων. Θα χάσει τις εκλόγες καθώς ήταν δύσκολο να ξεριζωθή η ιδεολογία του free trade, μέχρι τουλάχιστον το 1931 οπότε η Μεγάλη Ύφεση θα αναγκάσει την National Coalition να υιοθετήσει προστατευτισμό και την Imperial Preference.

Γ.Α.Σιβρίδης

[i] Sophus A. Reinert, Translating Empire: Emulation and the Origins of Political Economy, Cambridge, Massachusetts, and London, England 2011, σελ.24

[ii]ibid. σελ.22-23

[iii]ibid. σελ.27

[iv]ibid. σελ.18

[v] István Hont, Jealousy of Trade: International Competition and the Nation-State in Historical Perspective 2005, σελ. 10-11

[vi]ibid. σελ.15

[vii]Joseph Alois Schumpeter, History of Economic Analysis, London 1954 σελ.336

[viii] Lars Magnusson, The Political Economy of Mercantilism, London & New York 2015, σελ.65

[ix] Lars Magnusson, The Tradition of Free Trade, London 2004, κεφ.4

[x] Michael Mendle, Henry Parker and the English Civil War: The Political Thought of the Public’s ‘Privado’, Cambridge 1995, σελ. 149-151

[xi]Liberty therefore may well be compared to fresh waters, it is potable, and sweet whilst it endures a just confinement in the vaines and channells of the earth. But when it once refundes it selfe into the bosome of the briny Ocean, it retaynes no longer its former rellish. And even so we must censure of Liberty by the last, whilest it produces good effects it remains Liberty, the name and thing agree well: but when it supplyes to us no good at all, or bereaves us of some good greater then it supplyes, it remaines no more then the shadow, or meere misnomer of Liberty. Exempli gratiâ: If all Land-inclosures were every where layde open, and all evidences cancelled, upon which mens pri∣vate interests, and proprieties depend, many poore men would expect to have their conditions meliorated; yet undoubtedly their expectations at last would faile them; and together with community in all things a generall confusion of all persons, and things would breake in to the fatall destruction both of poore and rich.

[xii] Arthur Weststeijn, Commercial Republicanism in the Dutch Golden Age: The Political Though of Johan & Pieter de la Court, Leiden-Boston 2011

[xiii] Adso of Montier-en-Der, Γαλλία ι΄αι.: Ρώμη →Καρολίγγειοι Φράγκοι→Σάξωνες
Otto of Freising , Γερμανία: Ρώμη → Κωνσταντινούπολη→ Φράγκοι → Λογγοβἀρδοί→ αγία ρωμαϊκή αυτοκρατορία του γερμανικού έθνους
Chrétien de Troyes, Γαλλία: Ελλάς → Ρώμη → Γαλλία
Richard de Bury, Αγγλία, ιδ΄αι.: Αθήναι→ Ρώμη →Παρίσι→Αγγλία

[iv]Steve Pincus, 1688: The First Modern Revolution, New Haven & London 2009, σελ.396

[xv] Idleness is the Foundation of all those Vices which prevail amongst us, People aiming to be maintained any way rather than by Labour betake themselves to all sorts of Villanies, the ill Consequences whereof cannot be prevented but by encouraging Youth in an early Delight of Living by Industry, which would keep up a true English Spirit in them, and create a Desire to secure a Property in what they have; whereas a sloathful Dependance on another’s Bounty makes Men slavishly give up all at the Will of their Benefactors, and having no Properties of their own to se∣cure, are easily perswaded to part with their Liberties; this a former Reign knew well, when the Ministers of that Court found an Inclination in the People to sell their Priviledges for Luxury and ease.

[xvi] Now even as monyes were invented to bee coyned of the purest mettals of silver and gold to bee the Square and Rule to set a price unto all commodities and other things whatsoever within the Realme, and therefore called Publica Mensura: even so is exchange of monyes by Bills, The Publike Measure between us and forraine countries, according to which, all commodities are bought and sold in the course of Traffique; for this exchange is grounded upon the weight, fineness and valuation of the money of each countrey: albeit the price thereof in exchange doth rise and fall according to scarcity and plenty of money, and the few or many deliverers and takers thereof.

[xvii]E. A. J. Johnson, Gerard De Malynes and the Theory of the Foreign Exchanges, The American Economic Review, Vol. 23, No. 3 (Sep., 1933), σελ. 441-455: Like thousands of other observers, Malynes had mis-taken a correlation for a cause. He was quite right in insisting that when exchange sold at par, specie did not flow out. He was quite right in saying that sterling could be sold at a price above the par of exchange and not precipitate an efflux of specie. And again, he was correct when he noted that whenever foreign money rose in price in the English ex-change markets, that specie would flow out. All this is thoroughly consistent with the influence of the specie import and specie export points. But Malynes’ fundamental error lay in his insistence that «both Commodities and Money are Passive, since the Exchange was invented, which is only active.»Yet so certain was he that he was right, that instead of further analyzing the effect of commodity movements from country to country, or the more significant matter of international prices, he devoted years of his life to a futile effort to prove that these matters were the untoward results of lack of sufficient governmental intervention (σελ.455).

[xviii] The summ of all is this, that the general leprosie of our Piping, Potting, Feasting, Fashions, and mis-spending of our time in Idleness and Pleasure (contrary to the Law of God, and the use of other Nations) hath made us effeminate in our bodies, weak in our knowledg, poor in our Treasure, declined in our Valour, unfortunate in our Enterprises, and contemned by our Enemies. I write the more of these excesses, because they do so greatly wast our wealth, which is the main subject of this whole Books discourse: and indeed our wealth might be a rare discourse for all Christendome to admire and fear, if we would but add Art to Nature, our labour to our natural means; the neglect whereof hath given a notable advantage to other nations, & especially to the Hollanders, whereof I will briefly say something in the next place.

[xix]οp.cit. Reinert, σελ.89

[xx]ibid. σελ.276

[xxi]John Robertson. The Case for the Enlightenment: Scotland and Naples 1680-1760, Cambridge 2005, σελ.348

[xxii]ibid. σελ.350

[xxiii]ibid. σελ.356

[xxiv] Albion W. Small, The Cameralists: the Pioneers of German Social Polity (1909), Kitchener, Ontario 2001, σελ.233

[xxv]ibid.σελ.22

[xxvi]ibid.σελ.161-162

[xxvii]ibid.σελ.190-191

[xxviii]ibid.σελ.112-113

[xxix] Agriculture, manufactures, commerce, money, banking—all come in for discussion from this point of view, technological and organizational aspects receiving much attention. But having thus pinned his faith to a principle of comprehensive public planning, he, like Seckendorff and most of the writers between these two, did not arrive at the practical conclusions this principle might lead us to expect. On the contrary, he was by no means blind to the inherent logic of economic phenomena, and did not wish to replace it by government fiat. Schumpeter op.cit. σελ. 167

[xxx]Carl Schmitt, Legalität Und Legitimität [1932], Berlin 1968, σελ. 13-19

[xxxi]ibid. σελ. 95

[xxxii]op.cit. Schumpeter σελ. 204

[xxxiii] Antoin E. Murphy, The Genesis of Macroeconomics: New Ideas from Sir William Petty to Henry Thornton, Oxford 2008, σελ.31

[xxxiv] ibid. σελ. 29

[xxxv] ibid. σελ. 39

[xxxvi] ibid.

[xxxvii]John Ramsey McCulloch, A Select Collection of Early English Tracts on Commerce from the Originals of Mun, Roberts, North, and Others, with a Preface and Index, London: Printed for the

Political Economy Club, 1856

[xxxviii]Sir Dudley North, Discurses upon Trade, σελ. 1-5 στο ibid. σελ. 515-519  

[xxxix] The value of goods or money differs, as the quantity of them or demand for them changes in Europe; not as they change in any particular country. Goods in Scotland are at or near the same value with goods in England, being near the same in quantity in proportion to the demand as there: Money in Scotland is not above one 40th part of the money in England, proportioned to the people, land or product; nor above a 10th part proportionedto the demand. If Scotland was incapable of any commerce with other countries, and in the state it is now, money here would buy 10 times the quantity of goods it does in England, or more: But as Scotland has commerce with other countries, though money were much scarcer than now, or in much greater quantity than in England; if there were but 10,000 lib. in Scotland, or a million, the value of goods would not differ above 30 per cent from what they were abroad, because for that difference goods may be exported, or imported. Prohibitions may raise the difference higher. John Law, Money and Trade Considered, σελ. 138-139

[xl]op.cit. Antoin E. Murphy, The Genesis of Macroeconomics, σελ. 57

[xli]ibid. σελ. 60

[xlii]ibid. σελ. 61

[xliii]ibid. σελ. 70

[xliv]Antoin E. Murphy, Richard Cantillon: Entrepreneur and Economist, Oxford 1986, σελ.282-287

[xlv]op.cit. Antoin E. Murphy, The Genesis of Macroeconomics, σελ. 81

[xlvi]Να σημειώσω εδώ ότι η λέξη argent σημαίνει στα γαλλικά εξίσου άργυρος και χρήμα καθώς εκείνην την εποχή τα νομίσματα ήσαν κυρίως από άργυρο, τα λεγόμενα «άσπρα». Επομένως μεταφράζω την λέξη argent είτε ως χρήμα είτε ως άργυρο ανάλογα με την σημασία που έχει στην πρόταση.

[xlvii]ibid. σελ. 91

[xlviii]ibid. σελ. 105-106

[xlix]ibid. σελ. 107

[l]ibid. σελ. 180

[li]ibid. σελ. 177-179

[lii] Lectures on Justice, Police, Revenue and Arms delivered in the University of Glasgow by Adam Smith and reported by a Student in 1763, II, ii, §9

[liii] Adam Smith, An Inquiry Into the Nature and Causes of the Wealth of Nations (Cannan ed.), βιβλίο ΙΙ, κεφ.ΙΙ, σελ.300-301

[liv] Étymol. et Hist. 1. 1567 « principal d’une dette, d’une rente » (Junius, Nomenclature, p. 227 ds Gdf. Compl.); 2. 1606 « ensemble des biens que l’on fait valoir » (Nicot, s.v. fond); 3. 1769 (Larue, Bibl. des Négociants, Lyon, s.v. Capital ds Brunot t. 6, 1, p. 336 : c’est en général le bien que l’on a de net, tout ce que l’on doit en étant déduit); 4. 1767 capitaux « ensemble des sommes en circulation, des valeurs disponibles » (Fr. Quesnay, Dialogues sur le commerce et les travaux des artisans, coll. Daire, t. 2, p. 175 ds Brunot, loc. cit.); 5. av. 1832 « richesse considérée comme moyen de production » (J.-B. Say, Cours d’écon. pol., éd. 1843, t. 1, p. 158 ds Littré);

op.cit. Αρμενοπούλου, βιβλίον τρίτον, τίτλος Ζ,΄ §11: Ὁ μὴ κεχρεωστημένος τόκος, εἰ μὲν πρὸ τοῦ κεφαλαίου καταβλήθῇ, εἰς κεφάλαιον καταλογίζεται· εὶ δὲ μετὰ το κεφάλαιον  καταβλήθῇ, ἐπειδὴ οὐκ ἔχει λοιπὸν εἴς τι καταβληθῆναι, ἀναλαμβάνεται.

[lv]op.cit. Antoin E. Murphy, The Genesis of Macroeconomics, σελ. 174

[lvi]Lars Magnusson, The Tradition of Free Trade, London 2004, κεφ. 2

[lvii] Henry Thornton, An Enquiry into the Nature and Effects of the Paper Credit of Great Britain [1802] edited and with an Introduction by F.A. Hayek, London, 1939, σελ. 96-97

[lviii]Pierre de Boisguilbert, Factum de la France 1707 κεφ.IV

[lix]Tous les revenus ou plutôt toutes les richesses du monde,  tant d’un prince que  de ses sujets, ne consistent que  dans la consommation;  tous  les  fruits  de  la  terre  les  plus  exquis  et  les denrées les plus précieuses n’étant que du fumier d’abord qu’elles ne sont pas consommées. Ce qui fait que les pays les plus féconds non  habités  et  par  conséquent  cultivés,  à  cause  du  petit  nombre d’hommes, sont presque entièrement inutiles à leur prince.  ibid. κεφ.V

[lx] L’argent n’est donc rien moins qu’un principe de richesse dans les contrées où il n’est point le fruit du pays : il n’est que le lien du commerce, et le gage de la tradition future des échanges, quand la livraison  ne  se  fait  pas  sur-le-champ à l’égard d’un des contractants ; ibid. κεφ.ΙV

[lxi]Pierre de Boisguilbert, Le Detail de la France, μέρος 2ο, κεφ. ΧΧΙ. 

[lxii] Ainsi  ceux  qui  avaient  1  000 livres  de rentes  en fonds, n’en ayant plus que 500, n’emploient plus des ouvriers que pour la moitié de ce qu’ils faisaient autrefois, lesquels en usent de même  à  leur  tour  à  l’égard  de  ceux  desquels  ils  se  procuraient leurs  besoins,  par  une  circulation  naturelle  qui  fait  que  les  fonds commençant  le  mouvement,  il  faut  que  l’argent  qu’ils  forment pour  faire  sortir  les  denrées  qu’ils  produisent,  passe  par  une infinité de mains avant que, son circuit achevé, il revienne à eux ; ibid. μέρος 1ο, κεφ.ΙΙΙ.

[lxiii] Piquet-Marchal Marie-Odile. Jacques Vincent de Gournay : un économiste trahi. In: Annales de Normandie, 39ᵉ année, n°4, 1989. pp. 442-444;

[lxiv] D.H. MacGregor, Economic Thought and Policy, London, 1949

[lxv] David McNally, Political Economy and the Rise of Capitalism: A Reinterpretation, Berkeley 1990, σελ. 91-92

[lxvi]op.cit. Antoin E. Murphy, The Genesis of Macroeconomics, σελ. 123-124

[lxvii]1) Les travaux d’industrie ne multiplient pas les richesses.2) Les travaux d’industrie contribuent à la population et à l’accroissement des richesses. 3) Les travaux d’industrie occupent les hommes au préjudice de la culture des biens-fonds, nuisent à la population et à l’accroissement des richesses.4) Les richesses des cultivateurs font naître les richesses de la culture.5) Les travaux d’industrie contribuent à l’augmentation des revenus des biens-fonds et les revenus des biens-fonds soutiennent les travaux d’industrie.6) Une nation qui a un grand commerce de denrées de son crû, peut toujours entretenir, du moins pour elle, un grand commerce de marchandises de main d’œuvre.7) Une nation qui a peu de commerce de denrées de son crû et qui est réduite, pour subsister, à un commerce d’industrie est dans un état précaire et incertain.8) Un grand commerce extérieur demarchandises de main-d’œuvre ne peut subsister que par les revenus des biens-fonds.9) Une grande nation qui a un grand territoire et qui fait baisser le prix des denrées de son crû pour favoriser la fabrication des ouvrages de main-d’œuvre se détruit de toutes parts. 10) Les avantages du commerce extérieur ne consistent pas dans l’accroissement des richesses pécuniaires.11) On ne peut connaître, par l’état de la balance du commerce entre diverses nations, l’avantage du commerce et l’état des richesses de chaque nation.12) C’est par le commerce intérieur et par le commerce extérieur, et surtout par l’état du commerce intérieur, qu’on peut juger de la richesse d’une nation.13) Une nation ne doit pas envier le commerce de ses voisins quand elle tire de son sol, de ses hommes et de sa navigation, le meilleur produit possible.14) Dans le commerce réciproque, les nations qui vendent les marchandises les plus nécessaires et les plus utiles ont l’avantage sur celles qui vendent des marchandises de luxe.

[lxviii]Loïc Charles, The Visual History of the Tableau Économique, European Journal

of the History of Economic Thought, 10/4, 2003

[lxix]Gustave Schelle, Le Docteur Quesnay : chirurgien, médecin de Mme de Pompadour et de Louis XV, physiocrate, Paris : F. Alcan, 1907, σελ. 243-252

[lxx]ibid. σελ. 254

[lxxi] 3. means with which one begins a thing, resources, ἀ. τοῦ βίου Lys.24.24; εἰς τὸν βίον X.Mem.3.12.4; τίνας εἶχεν ἀφορμὰς ἡ πόλις; D.18.233; ἀφελεῖν τὴν ἀ. δι’ ἣν ὑβρίζει Id.21.98; πίστις ἀ. μεγίστη πρὸς χρηματισμόν good faith is the best asset for business, Id.36.44, cf. 11.16; ἀ. ἐπί . . Id.3.33; esp. means of war, And.1.109; ἀ. εἰς ξένους χιλίους means for levying 1000 mercenaries, X.HG4.8.33; ἀ. ἔργων means for undertaking . . , Id.Mem.2.7.11, cf.3.5.11; πρὸς ἀφορμὴν ἐμπορίας ἢ γεωργίας Arist.Pol.1320a39; πάντων ἀ. τῶν καλῶν Philem.110. 4. capital of a banker, etc., Lys.Fr.1.2, X.Mem.2.7.12, Lycurg.26,D.14.30,36.11; ἀφορμῆς δίκη suit for restitution of capital, Arg.D.36. (Liddell-Scott)

[lxxii] I. Que la totalité des 600 millions de revenu entre dans la circulation annuelle et la parcoure dans toute son étendue; qu’il ne se forme point de  fortunes  pécuniaires ou du moins qu’il y ait compensation entre celles  qui  se  forment  et  celles  qui  reviennent  dans  la  circulation;  car autrement, ces fortunes pécuniaires arrêteraient le cours d’une partie de ce revenu annuel de la nation et retiendraient le pécule ou la finance du royaume,  au  préjudice  de  la  rentrée  des  avances,  de  la  rétribution  du salairedes artisans, de la reproduction du revenu et de l’impôt. II. Qu’une partie de la somme des revenus ne passe pas à l’étranger, sans retour en argent et en marchandises. III. Que la nation ne souffre pas de pertes dans son commerce réciproque avec l’étranger,  quand  même  ce  commerce  serait profitableaux  commerçants  en  gagnant  sur  leurs  concitoyens  dans  la  vente  des marchandises qu’ils rapportent; car alors l’accroissementde fortune de ces commerçants est un retranchement dans la circulation des revenus, qui est préjudiciable à la distributionet à la reproduction. IV.Qu’on ne soit pas trompé par un avantage apparent du commerce réciproque avec l’étranger, en jugeant simplement par la balance des  sommes  en  argent,  sans  examiner  le  plus  ou  moins  de  profit  qui résulte  des  marchandises mêmes que l’on a vendues et de celles que l’on a achetées;  car  souvent  la  perte  est  pour  la  nation  qui  reçoit  un surplus en argent, et cette perte se tourne aupréjudice de la distribution et  de  la  reproduction  des  revenus.  Dans  le  commerce  réciproque  des denrées du crû que l’on achète de l’étranger, et des marchandises de main-d’œuvre qu’on lui vend, le désavantage est d’ordinaire du côté de ces dernières marchandises, parce qu’on retire beaucoup plus de profit de la vente des denrées du crû. V. Que les propriétaires et ceux qui exercent des professions lucratives ne soient pas portés, par quelque inquiétude qui ne serait pas pré-vue par le Gouvernement, à se livrer à des épargnes stériles, qui retrancheraient  de  la  circulation  et  de  la  distribution  une  portion  de  leurs revenus ou de leurs gains. VI. Que l’Administration des finances, soit dans la perception des impôts, soit dans les dépenses du Gouvernement, n’occasionne pas de fortunes  pécuniaires,  qui  dérobent  une  partie  des  revenus  à  la  circulation, à la distribution et à la reproduction. VII. Que l’impôt ne soit pas destructif ou disproportionné à la masse du revenu de la nation; que son augmentation suive l’augmentationdu revenu; qu’il soit établi immédiatement sur le produit net des biens-fonds et non sur les denrées, où il multiplierait les frais de perception et préjudicierait  au  commerce; qu’il ne se prenne pas non plus sur les avances  des  fermiers  des  biens-fonds; car les avances de l’agriculture d’un royaume doivent  être  envisagées  comme  un  immeuble  qui  doit être conservé précieusement pour la production de l’impôt et du revenu de la nation, autrement l’impôt dégénère en spoliation  et  cause  un dépérissement qui ruine promptement un État. VIII.  Que  les  avances  des  fermiers  soient  suffisantes  pour  que  les dépenses de la culture reproduisent au moins cent pour cent, car si les avances  ne  sont  pas  suffisantes,  les  dépenses  de  la culturesont  plus grandes à proportion et donnent moins de produit net. IX.  Que  les  enfants  des fermiers s’établissent dans les campagnes pour  y  perpétuer  les  laboureurs;  car  si  quelques  vexations  leur  font abandonner les campagnes et les déterminent à se retirer dans les villes, ils y portent les richesses de leurs pères qui étaient employées à la culture. Ce sont moins les hommes que les richesses qu’il faut attirer dans les campagnes; car plus on emploie de richesses à la culture des grains, moins elle occupe d’hommes, plus elle est prospère, et plus elle donne de produit net. Telle est la grande culture des riches fermiers, en comparaison  de  la  petite  culture  des  pauvres  métayers  qui  labourent  avec des bœufs ou avec de vaches. X. Que l’on évite la désertion des habitants qui emportent leurs richesses hors du royaume.XI. Que l’on n’empêche point  le  commerce  extérieur  des  denrées du crû, car tel est le débit, telle est la reproduction.XII. Que l’on ne fasse pas baisser le prix des denrées et des mar-chandises  dans  le  Royaume; car le commerce réciproque avec l’étranger deviendrait désavantageux à la nation. Telle est la valeur vénale, tel est  le  revenu.  Abondance  et  non-valeur n’est pas richesse. Disette et cherté est misère. Abondance et cherté est opulence. XIII. Que l’on ne croie pas que le bon marché des denrées soit favorable  au  menu  peuple,  car  le  bas  prix  des  denrées  fait  baisser  leur salaire,  diminue leur aisance, leur procure moins de travail ou d’occupations lucratives et diminue le revenu de la nation. XIV. Qu’on ne diminue pas l’aisance du bas peuple; car il ne pour-rait pas assez contribuer à laconsommation des denrées qui ne peuvent être consommées que dans le pays et la reproduction et le revenu de la nation diminueraient. XV. Qu’on favorise la multiplication des bestiaux; car ce sont eux qui fournissent aux terres des engrais qui procurent de riches moissons. XVI. Que l’on ne provoque pas le luxe de décoration, parce qu’il ne se soutient qu’au préjudice du luxe de subsistance qui entretient le débit et  le bon prix  des  denrées  du crû  et  la reproductiondes revenus  de  la nation. XVII. Que le Gouvernement économique ne s’occupe qu’à favoriser  les  dépenses  productives  et  le  commerce  extérieur  des  denrées  du crû et qu’il laisse aller d’elles-mêmes les dépenses stériles. XVIII. Qu’on n’espère de ressources pour les besoins extraordinaires de l’État que de la prospérité de la nation et non du crédit des financiers,  car  les  fortunes  pécuniaires  sont  des richesses clandestines qui ne connaissent ni roi, ni patrie. XIX. Que l’État évite les emprunts qui forment des rentes finan-cières, qui chargent l’État de dettes dévorantes et qui occasionnent un commerce ou trafic de finance, par l’entremise des papiers, commerçables où l’escompte augmente de plus en plus les fortunes pécuniaires stériles, qui séparent la finance de l’agriculture,  et  qui la  privent  des richesses  nécessaires  pour  l’améliorationdes  biens-fonds  et  pour  la culture des terres. XX. Qu’une nation qui a un grand territoire à cultiver et la facilité d’exercer un grand commerce des denrées du crû, n’étende pas trop l’emploi de l’argent  et  des  hommes  aux  manufactures  et  aux  com-merces  de  luxe,  au  préjudice  des  travaux  et  des  dépenses de l’agri-culture;  car,  préférablement  à  tout,  le  Royaume  doit  être  bien  peuplé de riches cultivateurs. XXI. Que les terres employées à la culture des grains soient réunies, autant qu’il est possible, en grandes fermes exploitées par de riches laboureurs; car il y a moins de dépense pour l’entretien et réparation des  bâtiments,  et  à  proportion  beaucoup  moins  de  frais  et  beaucoup plus  de  produit  net  dans les  grandes  entreprises de l’agriculture que dans les petites; parce que celles-ci occupent inutilement et aux dépens des  revenus  du  sol  un  plus  grand  nombre  de  familles  de  fermiers  qui ont peu d’aisance par l’étenduede  leurs  emplois  et  de  leurs  facultés pour exercer une riche culture. Cette multiplicité de fermiers est moins favorable à la population que l’accroissement des revenus; car la popu-lation  la  plus  assurée,  la  plus  disponible  pour  les  différentes  occupations et pour les différents travaux qui partagent les hommes en différentes classes est celle qui et entretenue par le produit net.Toute épargne faite à profit dans les travaux qui peuvent s’exécuter par  le  moyen  des  animaux,  des  machines,des  rivières,  etc.,  revient  à l’avantage de la population et de l’État, parce que plus de produit net procure plus de gains aux hommes pour d’autres services ou d’autres travaux. XXII. Que chacun soit libre de cultiver dans son champ telles productions que son intérêt, ses facultés, la nature du terrain lui suggèrent, pour en tirer le plus grand produit qu’il lui soit possible.  On  ne  doit point  favoriser  le  monopole  dans  la  culture  des  biens-fonds,  car  il  est préjudiciable au revenu général de la nation. Le préjugé qui porte à favoriser l’abondance des denrées de  premier  besoin,  préférablement  à celles de moindre besoin, au préjudice de la  valeur  vénale des unes ou des autres est inspiré par des vues courtes qui ne s’étendent pas jusqu’aux effets du commerce extérieur réciproque, qui pourvoit à tout et qui décide du prix des denrées que chaque nation peut cultiver avec le plus de profit. Ce sont les revenus et l’impôt qui font les richesses de premier  besoin  dans  un  État  pour  défendre  les  sujets  contre  la  disette et contre l’ennemi, et pour soutenir  la  gloire  et la  puissance  du  monarque et la prospérité de la nation. XXIII. Que le Gouvernement soit moins occupé des soins d’épar-gner  que  des  opérations  nécessaires  pour  la  prospérité  du  Royaume; car  de  trop  grandes  dépenses  peuvent  cesser  d’être  excessives  par l’augmentation  des  richesses.  Mais  il  ne  faut  pas  confondre  les  abus avec  les  simples  dépenses;  car  les  abus pourraientengloutir  toutes  les richesses de la nation et du souverain. XXIV. Que l’on soit moins attentif à l’augmentation de la population qu’à l’accroissement  des  revenus; car plus d’aisances que procurent de grands revenus sont préférables à plus de besoins pressants de subsistance qu’exige une population qui excède les revenus et il y a plus de  ressources pour les besoins de l’État quand le peuple est dans l’aisance et a plus de moyens pour faire prospérer l’agriculture.

[lxxiii]Gustave Schelle, Œuvres de Turgot et documents le concernant, avec biographie et notes, Paris 1913, τ.Ι, σελ. 16

[lxxiv]ibid. τ.Ι, σελ. 17

[lxxv]ibid. τ.Ι, σελ. 143-151

[lxxvi]op.cit. Antoin E. Murphy, The Genesis of Macroeconomics, σελ. 134

[lxxvii]Ces principes, qu’on qualifiait de système nouveau, ne lui paraissaient que les maximes du plus simple bon sens. Tout ce prétendu système était appuyé sur cette maxime, qu’en général tout homme connaît mieux son propre intérêt, qu’un autre homme à qui cet intérêt est entièrement indifférent.
De là, M. de Gournay concluait que lorsque l’intérêt des particuliers est précisément le même que l’intérêt général, ce qu’on peut faire de mieux est de laisser chaque homme libre de faire ce qu’il veut. Or, il trouvait impossible que dans le commerce abandonné à lui-même l’intérêt particulier ne concourût pas avec l’intérêt général. Le commerce ne peut être relatif à l’intérêt général, ou, ce qui est la même chose, l’État ne peut s’intéresser au commerce que sous deux points de vue. Comme protecteur des particuliers qui le composent, il est intéressé à ce que personne ne puisse faire à un autre un tort considérable, et dont celui-ci ne puisse se garantir. Comme formant un corps politique obligé à se défendre contre les invasions extérieures, et à employer de grandes sommes dans des améliorations intérieures, il est intéressé à ce que la masse des richesses de l’État, et des productions annuelles de la terre et de l’industrie, soit la plus grande qu’il est possible. Sous l’un et l’autre de ces points de vue, il est encore intéressé à ce qu’il n’arrive pas dans la valeur des denrées de ces secousses subites qui, en plongeant le peuple dans les horreurs de la disette, peuvent troubler la tranquillité publique et la sécurité des citoyens et des magistrats. Or, il est clair que l’intérêt de tous les particuliers, dégagé de toute gêne, remplit nécessairement toutes ces vues d’utilité générale.

[lxxviii]§ C. — QUOIQUE L’ARGENT SOIT L’OBJET DIRECT DE L’ÉPARGNE, ET QU’IL SOIT, POUR AINSI DIRE, LA MATIÈRE PREMIÈRE DES CAPITAUX DANS LEUR FORMATION, L’ARGENT EN NATURE NE FORME QU’UNE PARTIE PRESQUE INSENSIBLE DE LA SOMME TOTALE DES CAPITAUX.
Nous avons vu que l’argent n’entre presque pour rien dans la somme totale des capitaux existants ; mais il entre pour beaucoup dans la formation des capitaux. En effet, presque toutes les épargnes ne se font qu’en argent ; c’est en argent que les revenus rentrent aux propriétaires, que les avances et les profits rentrent aux entrepreneurs en tous genres : c’est donc de l’argent qu’ils épargnent, et l’accroissement annuel des capitaux se fait en argent ; mais tous les entrepreneurs n’en font d’autre usage que de le convertir sur-le-champ dans les différentes natures d’effets sur lesquels roule leur entreprise ; ainsi cet argent rentredans la circulation, et la plus grande partie des capitaux n’existent qu’en effets de différentes natures, comme nous l’avons déjà expliqué plus haut.

[lxxix]Γράφει ο Schumpeter στην History of Economic Analysis (σελ. 308): And so was the Turgot-Smith theory of saving and investment. With tremendous emphasis, A.Smith lays it down (ch. 3 of Book II) that ‘parsimony, and not industry, is the immediate cause of the increase of capital’; that ‘it puts into motion an additional quantity of industry’; that it does so ‘immediately’ (without lag) for ‘what is annually saved is as regularly consumed as what is annually spent,’ that is, the saver spends as promptly as the prodigal, only he does so for different purposes and the consuming is done by other people, that is, ‘productive’ laborers; and ‘every frugal man is a public benefactor.’ Turgot, only with a lighter touch, had written all this before. But not Quesnay, nor Cantillon, nor Boisguillebert. Turgot evidently broke away from an antisaving tradition establishedin his circle. Nor do I know of any earlier French economists—with the possible exception of Refuge—who could be credited with genuine ‘predecessorship.’ Among English economists only Hume had any claim. No doubt a host of writers, in the seventeenth century and before, declaimed against luxury (and the mischief of idleness), especially against imports of luxuries, called for or approved of sumptuary laws, and commended economy, at least for the bourgeois and the workman.

[lxxx]Qu’est-ce que l’impôt ? Est-ce une charge imposée par la force à la faiblesse ? Cette idée serait analogue à celle d’un gouvernement fondé uniquement sur le droit de conquête. Alors le prince serait regardé comme l’ennemi commun de la société ; les plus forts s’en défendraient comme ils pourraient, les plus faibles se laisseraient écraser. Alors, il serait tout simple que les riches et les puissants fissent retomber toute la charge sur les faibles et les pauvres, et fussent très jaloux de ce privilège. Ce n’est pas là l’idée qu’on se fait d’un gouvernement paternel, fondé sur une constitution nationale où le monarque est élevé au-dessus de tous pour assurer le bonheur de tous ; où il est dépositaire de la puissance publique pour maintenir les propriétés de chacun dans l’intérieur par la justice, et les défendre contre les attaques extérieures par la force militaire. Les dépenses du gouvernement ayant pour objet l’intérêt de tous, tous doivent y contribuer ; et plus on jouit des avantages de la société, plus on doit se tenir honoré d’en partager les charges. Il est difficile que, sous ce point de vue, le privilège pécuniaire de la noblesse paraisse juste.  Observations du Garde des Sceaux (de Miromesnil) et Réponses de Turgot

[lxxxi]István Hont, Free Trade and the economic limits to national politics: neo- Machiavellian political economy revisited, in John Dunn, ed., The Economic Limits to Modern Politics, Cambridge, 1990, σελ. 71 & István Hont, Jealousy of Trade: International Competition and the Nation-State in Historical Perspective, 2005 σελ. 215  

[lxxxii]ibid.

[lxxxiii]ibid. σελ. 85-86

[lxxxiv] Bruce Truitt Elmslie, Retrospectives: The Convergence Debate Between David Hume and Josiah Tucker, The Journal of Economic Perspectives, vol. 9, no. 4, 1995, pp. 207–216. JSTOR, www.jstor.org/stable/2138398.

[lxxxv] I am pleased when I find the author, insist on the advantages of England, and prognosticate thence the continuance and eveb further progress of the opulence of that country, but I still indulge myself ine the hopes that we in Scotland possess also some advantages which may enable us to share with them in wealth and industry. Επιστολή του Hume στον Lord Kames

[lxxxvi] Benjamin Disraeli, First Earl of Beaconsfield, Sibil; or the Two Nations, London, 1845, τ.I, σελ. 36-37.

[lxxxvii] Isser Woloch, Eighteenth-Century Europe: Tradition and Progress, 1715-1789, New York, W. W. Norton and Co., 1982, σελ. 130, από όπου χρησιμοποιεί τον χαρακτηριασμό ο Andrew Hamilton, Trade & Empire in the Eighteenth-Century Atlantic World, Cambridge 2008.

[lxxxviii] Craig C. Murray, Benjamin Vaughan (1751-1835), the Life of an Anglo-American Intellectual, New York: Arno Press, 1982 σελ.174-176

[lxxxix]John Ramsay McCulloch, A select collection of scarce and valuable tracts on commerce, from the originals of Evelyn, Defoe, Richardson, Tucker, Temple, and others, 1859 σελ. 564-609

[xc]Andrew Hamilton, Trade & Empire in the Eighteenth-Century Atlantic World, Cambridge 2008, σελ. 150

[xci] Gerald Stourzh, Alexander Hamilton and the Idea of Republican Government, Stanford University Press, 1970
 Lance G. Banning, Ph.D. dissertation, The Quarrel with Federalism; a study in the origins and character of Republican thought, Washington University, 1972.

[xcii]Lars Magnusson, The Tradition of Free Trade, London 2004, σελ. 106

[xciii]Alexander Hamilton, Report of the Secretary of the Treasury of the United States on the Subject of Manufacturers, in Lars Magnusson (ed.) Free Trade, vol. II,pp. 19ff.

[xciv]op.cit. Magnusson, The Tradition of Free Trade, σελ. 117

[xcv] Alexander Hill Everett, British Opinions on the Protection System, Boston 1830, σελ. 10

[xcvi] op.cit. Magnusson, The Tradition of Free Trade, σελ. 55

[xcvii]ibid.

[xcviii]ibid. σελ. 59

[xcix]ibid.

[c]ibid. σελ. 63

[ci]op.cit. Schumpeter σελ. 379-381

[cii]op.cit. Magnusson, The Tradition of Free Trade, σελ. 65

One thought on “Εμπόριο, εμποροκρατία και σύγχρονο κράτος, Γ΄: ο χρόνος και η πολιτεία (γ)”

  1. Pingback: Εμπόριο, εμποροκρατία και σύγχρονο κράτος, Γ΄: ο χρόνος και η πολιτεία (γ) – Cognosco Team
  2. Trackback: Εμπόριο, εμποροκρατία και σύγχρονο κράτος, Γ΄: ο χρόνος και η πολιτεία (γ) – Cognosco Team

Comments are closed.