Δόμος, πόλις ϗ αγορά ―αρχιτεκτονική, πολιτική ϗ οικονομική V: Ο κόσμος των κτιτόρων και των οικοδόμων (α)

Architektur verherrlicht etwas (denn sie dauert). Darum kann es Architektur nicht geben, wo nichts zu verherrlichen ist.
Ἡ ἀρχιτεκτονικὴ ὑμνεῖ κάτι (ἐπειδὴ ἀντέχει). Ἐπομένως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀρχιτεκτονικὴ ὅπου οὐδὲν ἔνι νὰ ὑμνήσῃς.

Ludwig Wittgenstein MS 167 10v: 1947-8

The good man is the builder, if he build what is good.
Κρείσσων ἀνθρώπων ὁ κτίστης ἐστί, ἐὰν κτίζῃ τὸ κρεῖσσον

T.S. Eliot, The Rock

Ὁ πλανήτης ῥωμαῖος ἀρχιτέκτων Σιννιμᾶρ (ἴσως Συμεών), ὡς εἶναι γνωστὸς στὰ ἀραβικὰ κείμενα,  ἀνεδέχθη ν’ ἀνεγείρῃ ἔπαυλη στὴν Al-Ḥirā ἀπὸ μέρους τοῦ λαχμίδου φυλάρχου Al-Nu‘man I ibn Imru’ al-Qays γιὰ τῆν φιλοξενία τοῦ ἀσθενοῦς ὑγιοῦ τοῦ ἐπικυριάρχου σασσανίδου σάχου ―οἱ χριστιανικὲς ἀραβικὲς δυναστεῖες (ὑαμανίτες ἢ ἰμανίτες)  ἠρέσκοντο ἄλλωστε πολύ στὴν ῥωμαϊκὴ ἀρχιτεκτονική. Ἀφοῦ περάτωσε τὸ παλάτι ποὺ ὠνοματίσθη Χαουαρνάκ (Khawarnaq,  الخورنق ), ἕνα θαῦμα τοῦ κόσμου, ὁ Σιννιμᾶρ κάλεσε τὸν λαχμίδη βασιλέα νὰ τὸ παραλάβῃ. Τότε ἀπεφάνθη στὸν πάτρωνά του ὅτι ὑπήρχε μία πλίνθος στὸ παλάτι τὴν θέση τῆς ὁποίας γνώριζε μόνον ὁ ἴδιος, ἡ ὁποία ἂν ἀπεμακρύνετο θὰ κατέρεε ἡ σύνολος κατασκευή· καυχήθη δέ, ὅτι ἂν ἐγνώριζε ὅτι θὰ τὸν ἐπλήρωνε παραπάνω καὶ θὰ τὸν ἔδειχνε μεγαλύτερο σεβασμό, θὰ ἔφτειαχνε παλάτι ν’ ἀκολουθῇ τῆν κίνηση τοῦ ἡλιακοῦ φωτός. Τόσο τρόμαξε ὁ βασιλέας ἀπ’ τὴν γνώση τοῦ ἀρχιτέκτονα καὶ ζήλεψε ὅτι μπορεῖ ν’ ἀνεγείρει ἕνα πιὸ θαυμαστὸ κτήριο γιὰ κάποιον ἄλλο βασιλέα, ποὺ διέταξε νὰ τὸν καταρρίψουν ἀπὸ τὰ δώματα του παλατιοῦ. Ἔτσι ἔμεινε ἡ παροιμιώδης φράση «ἡ ἀποζημίωση τοῦ Σιννιμᾶρ» (جزاء سنيمار). Ὅσο γιὰ τὸν βασιλέα, λέγεται ὅτι πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του καθὼς στεκόταν στὴν μεγάλη αἴθουσα καὶ ἐθέατο δυσμὰς τοὺς ὁλάνθιστους κήπους μὲ τοὺς ὑδάτινους διαύλους, ἀνατολὰς τὸν  ποταμὸ Εὐφράτη, ρώτησε τὸν βεζίρη του ἂν εἶχε δεῖ ποτὲ πιὸ θαυμαστὸ θέαμα. Ὁ βεζίρης ἀπεκρίθη ὄχι, ἀλλὰ μὸνον ἂν ἔμενε τάχα στὸν χρόνο. Στὴν ἀντερώτηση τοῦ βασιλέα τὶ μένει στὸν κόσμο, ὁ βεζίρης ἀπεκρίθη πάλι, ὅ τι εἶναι μὲ τὸν Θεὸ στὸ ἐπέκεινα. Πῶς τοῦτο ἐπιτυγχανεται τάχα; Παραιτηθεὶς τῶν ἐγκόσμιων καὶ ἱερώθεὶς τῷ Θεῷ ἀναζητήσας τὶ ἀπόκειται τῷ Θεῷ. Ἔτσι παρητήθη τοῦ ἀξιώματός του καὶ ἀφοῦ ἐπεσκέφθη τὸν Συμεὼν τὸν Στυλίτη, ἀσκήτεψε[i].

μικρογραφία τοῦ ια’ αἰώνα ποὺ παριστἀει τὸν ἀλ-Νουμὰν νὰ καταρρίπτῃ τὸν Σιννιμᾶρ

Ἡ ἱστορία τούτη μᾶς ἀποκαλύπτει δύο ἀλληλένδετα πράγματα: τὴν διαφορὰ τοῦ οἰκοδόμου ἀπὸ τὸν πελάτη ἢ μᾶλλον, τὸν πάτρωνα του, ἡ ὁποία κεῖται στὴν τεχνικὴ γνώση ποὺ κατέχει ὁ πρῶτος. Ἀπεναντίας, οἱ οἰκοδόμοι συνενοῦνται ὡς διακριτὴ κοινωνικὴ ὁμάδα βάσει τῆς κοινῆς γνώσης περὶ τῆς οἰκοδομικῆς διαδικασίας. Φυσικὰ ὁ καταμερισμός ἐργασίας ποὺ ἐμφανίζεται καὶ ἐντὸς τῆς οἰκοδομικῆς κοινωνίας βασίζεται ἐξίσου σ’ ἕναν καταμερισμὸ γνώσης ἐπὶ τῆς διαδικασίας. Ὁ ξυλουργὸς καὶ ὁ λιθοξόος κατέχουν διαφορετικὴ γνώση, ἂν καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχει συνεννόηση μεταξύ των, γνώση τῆς ὕπαρξης τοῦ ἄλλου, ἡ ὁποία καὶ ἐνορχηστρώνεται ἀπὸ τὸ σχέδιο τοῦ ἀρχιτέκτονα, ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῦται νὰ γνωρίζῃ τὴν ἐργασία τοῦ καθενός. Δηλαδή, οἱ τρόποι δόμησης ποὺ παρουσιάσαμε προηγουμένως ἀντιστοιχοῦν σὲ ἕνα κοινωνικὸ σύμπαν ὀργανωμένο πέριξ τῆς οἰκοδομικῆς παραγωγῆς, ἤγουν ἕναν κόσμο, ποὺ ἀποτελεῖ ἕναν ἐπιπλέον νόμο ποὺ ἀποτυπώνεται στὸ οἰκοδόμημα. Τοῦτο εἶναι ἐμφανὲς στὴν διαφορὰ μεταξύ μίας ἀρχιτεκτονικῆς μᾶλλον ἐκμηχανισμένης ποὺ καὶ προορίζεται γιὰ ἀνωνύμο τινὰ κάτοικο, καὶ μιᾶς ὀλιγώτερο, ὅπου ὁ πελάτης εἶναι πάτρων καὶ ἐκμισθωτής τοῦ ἔργου (bespoke) καὶ ἀποβλέπει σὲ τὶ τὸ πλέον τοῦ ὡφελίμου.

1. Ἡ οἰκονομικὴ καὶ κοινωνικὴ ἔννοια τοῦ οἰκοδομικοῦ ἔργου

Traditional economic theory has little place for them [the buildings] in its scheme of things. Buildings have functions and style, and all the motives of building they cannot be understood in the usual terms of economic analysis.

Richard A. Goldthwaite, The Building of Renaissance Florence· an Economic and Social History, σελ. 67

Ἂν θεωρήσωμε τὶς βασικὲς ἀνθρώπινες ἀνάγκες ἐκεῖνες τῆς τροφῆς, τῆς ἔνδυσης καὶ τῆς στέγασης, ἡ οἰκόδομηση διαφέρει τῶν ἄλλων δύο βασικῶν παραγωγικῶν ἐργασιῶν, τὴν γεωργία και τὴν ἐριουργία: Ὁ Goldthwaite παρατηρεῖ ὅτι ἀφ’ ἑνός ἡ οἰκοδομικὴ ἐργασια δὲν εἶναι σύνηθες θέμα τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, ἀφ’ ἑτέρου, δὲν χαρακτηρίζεται ἀπὸ σημαντικὲς ἀλλαγές. Αὐτὸ, ὑποστηρίζει, ὠφείλεται στὸ ὅτι ἀντίθετα μὲ τὶς ἄλλες δύο ποὺ παράγουν γιὰ ἀνωνύμους καταναλωτὲς καὶ ἐκτός τῆς περιοχῆς παραγωγῆς, ἡ οἰκοδομικὴ ἐργασία γίνεται συνήθως γιὰ κάποιον συγκεκριμένο πελάτη ἐπὶ τόπου. Ἄρα δὲν μπορεῖ νὰ ἰδωθῇ ὡς χρηστὴ ἀγορὰ ποὺ ἔχει χρεία ν’ αὐξήσῃ τὸ προϊόν της[ii]. Ἐδῶ θὰ λέγαμε ἑμεῖς βάσει ὅσων εἴπαμε προηγουμένως, ὅτι τοῦτο τὸ πρόβλημα ὅπως τὸ ἀποκαλεῖ ὁ Goldthwaite,  δὲν εἶναι ἄσχετο μὲ τὴν λειτουργία τῆς οἰκοδομῆς ὡς ὁριοθέτησης τόπου. Μία σκηνή τοὐναντίον, ποὺ δὲν διαφέρει πολύ τοῦ ἐνδύματος, δὲν ὁρίζει τόπο. Ἀλλὰ ἂς ἐπιστρέψωμε στὴν ἐξιστόρησή του: Ἀνεκκλίτως τὸ λόγιο ἐνδιαφέρον γιὰ την οἰκοδομικὴ ἐπιχείρηση περιορίζεται σὲ μεγάλα ἔργα, ὅσα δηλαδὴ ἐνδιαφέρουν καὶ τὴν ἱστορία τῆς ἀρχιτεκτονικῆς καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα ἔχομε συνήθως καὶ κιτάπια. Θὰ λέγαμε ὅτι τὸ μέγεθος ἀκριβῶς τοῦ οἰκοδομικοῦ ἐγχειρήματος συλλέγει σ’ ἕναν τόπο καὶ ἕνα ἔργο τὸ σύνολο δεῖγμα τῆς ὀργάνωσης τοῦ οἰκοδομικοῦ ἔργου μιᾶς κοινωνίας, ὅπως μποροῦμε νὰ ἴδωμε τὸ σύνολο τῆς παραγωγῆς προϊόντων τροφῆς ἢ ἔνδυσης σὲ μία πανήγυρι. Ἡ παραγωγή καὶ ἡ ζήτηση συνευρίσκονται ἐπὶ τοῦ κτηρίου καὶ τοῦ τόπου, σὰν ὁ οἱκοδόμος νὰ τὸ κατοικῇ ὅσο τ’ ἀνεγείρῃ[iii]. Χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ κάμωμε κάποια περίπλοκη ἀναγωγή μὲ τὴν διάνοιά μας, ὁ κόσμος τῶν οἰκοδόμων καθρεφτίζεται στὸ κτήριο ἐξίσου μὲ τὸν κόσμο τῶν κατοίκων που θὰ μελετήσωμε ἀργότερα.

Πράγματι, ἐκεῖνο ποὺ δίδει τὸ μέγεθος τῶν μνημειακῶν ἔργων ὅπως εἶναι οἱ αἰγυπτιακὲς πυραμίδες, τὰ ζιγκουράτ τῆς Μεσοποταμίας ἢ τοῦ Μεξικοῦ εἶναι ἡ δεσποτικὴ ὀργάνωση μεγάλου πλήθους ἐργατῶν πρᾶγμα ποὺ δὲν ἦταν δυνατόν ἀλλοῦ, ὅπως πχ. στὴν προ-βιομηχανικὴ Εὐρώπη. Ὁ ἀνάπτυξη τῆς οἰκονομίας τῆς ἀγορᾶς ἐμφανίζεται στὸν ἐλληνορρωμαϊκὸ κόσμο: Στὶς ἐλληνικὲς πολιτείες, γιὰ τὴν ναοδομία, ἡ δημοσία ἀρχὴ συναλλάσσεται μὲ ἐλευθέρους τεχνουργοὺς σὲ κάθε ἔργο. Τὸ ἔργο δε, πρὸς τὸ σχέδιο καὶ τὴν ἐφαρμογή του εἶναι ὑπὸ τῇ ἐπιβλέψει ἐπιτροπῆς ἐπιφανῶν πολιτῶν. Ἄλλες ἐργασίες ἐφαρμόζονται ἀμέσως κἄλλες κατ’ ἐντολή ὅπου ὁρίζονται οἱ λεπτομέρειες τῶν ἐργασιῶν. Ὅμως ἡ ἀνοικοδόμηση ναῶν ἦταν σπάνιο ἔργο, καθὼς οἱ κατοικίες κτίζονταν κυρίως με πηλὸ ἢ ὠμοπλίνθους ―ἐξαιρέσει ἴσως τῶν πλουσιωτέρων ποὺ μετεχειρίζοντο πέτρα καὶ ξύλο, καὶ ἔτσι οἱ τεχνουργοὶ οἰκοδόμοι ἦσαν ἀναγκασμένοι νὰ εἶναι πλανήτες, ἐπὶ ὅπου ἐτύγχανε ἔργο. Στὴν Ἀθήνα, ἡ οἰκοδομικὴ παραγωγή τοῦ πέμπτου αἰώνα προκάλεσε τὴν αὔξηση τοῦ πλήθους τῶν εἰδημόνων, ἰδρίων τεχνιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν πλανήτες. Κατὰ τὶς συνθήκες τοῦτες ἕκαστος αὐτῶν τρέπεται σὲ ἐργολάβο (entrepreneur) ποὺ συμφωνεῖ γιὰ κάποια ἐργασία ὀλίγων ἑβδομάδων ἢ ἂν πρόκειται περὶ μεγαλυτέρου ἔργου, λαμβάνει ἀφορμές (avances, advances, κεφάλαια) παρὰ τοῦ πάτρωνα. Στὸ ἱερό τοῦ Ἀσκληπιοῦ στὴν Ἐπίδαυρο, τὸ ἀκριβώτερο συμβόλαιο ἦταν στὸ 1% τῆς ὅλης δαπάνης, ὅταν ἡ μέση τιμή ἦταν στὸ ½ %[iv]. Στὴν ῥωμαϊκη πολιτεία ὅμως ἐνεφάνη ἕνα πάθος γιὰ μνημεῖα καὶ ἡ ἄρχουσα τάξη τῶν συγκλητικῶν οἰκογενειῶν ἀπετέλεσαν τοὺς μεγαλύτερους κτίτορες ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ὅπως εἴδαμε  προηγουμένως τούτη ἡ ζήτηση προκάλεσε μία πρωτόγνωρη ἄνθιση τῶν λατομείων καὶ τὴς κεραμοποιίας. Ἡ ἀγορὰ τούτη ἐντούτοις λειτουργεῖ κατὰ μέγα μέρος διὰ δούλων ἢ πελατῶν ὅπως μνημονεύει ο Richard DuncanJones στὴ μελέτη του περὶ τῆς ῥωμαϊκῆς οἰκονομίας[v]. Τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ τοὺς ἐργολάβους ποὺ ἔκτιζαν δημόσια ἢ ἰδιωτικὰ ἔργα. Ὁ Κράσσος μετεχειρίζετο δούλους στὶς οἰκοδομές του καὶ ὁ Frontinus μᾶς ἀναφέρει ὅτι πολλοὶ μεταξύ ἐκείνων ποὺ εἶχαν τέτοια συμβόλαια γιὰ τὴν συντήρηση ὑδραγωγείων, μετεχειρίζοντο τοὺς δούλους γιὰ ἰδιωτικὰ ἔργα[vi].  Στὴν μεσαιωνικὴ Εὐρώπη, ἀντίθετα μὲ τὴν Ῥωμανία καὶ τὶς αὐτοκρατορίες τῆς ἐνδιαμέσου περιοχῆς, ἀλλάζει ἡ οἰκοδομικὴ παραγωγὴ γιὰ τοὺς ἐξὴς λόγους, κατὰ τὸν Goldthwaite: καθὼς ἡ ἐξουσία εἶναι φεουδαλικὴ, ἡ πραγματικὴ ζήτηση δὲν συναθροίζεται σὲ ὀλίγα ἄστεα· τὰ μέλη της δὲν εἶναι τόσο πλούσια ὅσο τῆς ῥωμαϊκῆς καὶ ἡ κατανάλωσή της δὲν συνίσταται σὲ δημόσια κτήρια· ἡ Εὐρώπη στερεῖται ἀστικῆς [urban]  ἀγορᾶς κάποιας μητρόπολης ὅπως ἦταν ἡ ἀρχαία Ῥώμη. Εἶναι κατὰ τοὺς ιβ΄ καὶ ιγ΄ αίῶνες τότε ποὺ ἀρχίζουν νὰ ἐμφανίζονται πόλεις, ἀλλὰ καὶ πάλιν, ἡ ἄρχουσα φεουδαλικὴ τάξη δὲν κατοικεῖ σὲ αὐτές. Ἔτσι, ἐξαιρέσει καθεδρικῶν καὶ ὀχυρώσεων οἱ οἰκοδομές εἶναι ταπεινές. Ὁ λόγος ποὺ ἀλλάζει αὐτὸ στὴν Φλωρεντία καὶ τὶς ἰταλικὲς πόλεις εἶναι ἐπειδὴ ἡ ἄρχουσα τάξη εἶναι τῶν βουργησίων (bourgeois) ποὺ εἶναι ἀστική (urban), κατοικεῖ δηλαδὴ ἔνδον τοῦ ἄστεως καὶ ξοδεύει χρήματα ὑπερ οἰκοδόμησης κτηρίων. Κατὰ τοὺς χρόνους ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν πτώση τοῦ δυτικοῦ μέρους τοῦ ῥωμαϊκοῦ κράτους λείπει ἡ ἀφθονία τῶν ἐργατῶν καὶ οἱ σπάνιοι κτίτορες, ἐπίσκοποι ἢ ἱππότες, ὡς ἐργάτες μεταχειρίζονταν τοὺς δουλοπαροίκους, ἐνόσῳ χρήση δούλων ἀπαντᾶται μόνο στὴν περιφέρεια τοῦ εὐρωπαϊκοῦ κοινωνικοῦ συστήματος ―μὴν λησμονοῦμε ὅτι ὁ δοῦλος εἶναι ἀνδραποδισμένος αἰχμάλωτος πολέμου, καὶ ἐμφανίζεται σὲ κράτη ποὺ εἶναι ἐκτεθειμένα σὲ πόλεμο. Μὲ τὴν παρακμή τοῦ δουλοπαροικοῦ συστήματος καὶ τὴν μεταφορὰ τῆς οἰκοδομικῆς ζήτησης στὰ ἄστεα ὁ εὐρωπαίος κτίτωρ ἔπρεπε νὰ στραφῇ στὴν ἀγορὰ γιὰ ἐργάτες. Πράγματι στὶς βασιλικὲς ἐργασίες στὴν Μαγιόρκα στὶς ἀρχὲς τοῦ ιδ΄ αἰ. ἀπαντῶμε σὲ ἐγγραφές χρήση δεκαπέντε μαυριτανῶν αἰχμαλώτων οἱ ὁποῖοι ὅμως λαμβάνουν ἡμερομίσθιο. Στὰ ὀχυρωματικὰ ἔργα στὸν λιμένα τοῦ Cagliari ἐπίσης (1376-1377) μαρτυροῦνται ἕνδεκα Μαυριτανοὶ καὶ πέντε ἄλλοι αἰχμάλωτοι νὰ λαμβάνουν τὸ μισὸ ἡμερομίσθιο τῶν ἐλευθέρων. Ἐπίσης οἱ κτίτορες ἐξησφάλιζαν χαμηλές τιμὲς βασιζόμενοι στὴν εὐσέβεια τοῦ ἐργάτη ἂν ἐπρόκειτο γιὰ ἱερὸ ναό ὅπως στὴν ἀρχαἰα Ἑλλάδα, ἀλλὰ ὁ Golthwaite ἀμφιβάλλει ἂν ἡ πίστη ἐπεισέρχετο κατὰ τὴν διαπραγμάτευση πρὸς προικισμένους μὲ σπανιώτερες ἱκανότητες ὅπως μάστορες, ἴδριες τεχνίτες. Ἄλλος τρόπος εὕρεσης ἐργατῶν ἧταν τὸ δικαίωμα ποὺ εἶχε ἡ ἐξουσία γιὰ βραχείας διαρκείας στρατολόγηση μέρους τοῦ πληθυσμοῦ. Κατὰ τοὺς οὑαλικοὺς πολέμους (1282-3) ὁ Ἐδουάρδος Α΄ προσέλαβε 7.630 ἄτομα γιὰ 40 ἡμέρες (τόσες εἶχε δικαίωμα) ἀπ’ ὅλην τὴν Ἀγγλία γιὰ ἀποψίλωση δασῶν καὶ ἀνέγερση ὀχυρώσεων καὶ δυναμαρίων. Γιὰ τὴν ἀνέγερση τοῦ κάστρου τοῦ Windsor διεφυλάσσετο ἡ αὐτομολία καὶ ἐξεδόθησαν διαγγέλματα ἐπὶ τὴν ἀπαγόρευση ἐργασίας αὐτομόλων σὲ ἰδιωτικὰ ἔργα ὅπως καὶ κάθε κτίστη καὶ τέκτονα χωρὶς ἄδεια. Στὴν μικρὴ Νάντη ἦταν δυνατόν νὰ διατάξουν ἄνω τῶν 500 ἀνδρῶν γιὰ τα τείχη της καὶ στὴν Γένουα τὸ 1486 κάθε ὀρθοκόπος (λιθοξόος) ὑποχρεώνονταν σὲ μιᾶς ἡμέρας ἐργασία στὸν Μόλο. Στὴν Φλωρεντία οἱ Μέδικοι στρατολόγησαν 3.000 ἄνδρες ἀπ’ τὴν ἐξοχὴ γιὰ νὰ συντομεύσουν τὴν περάτωση τῆς Fortezza da Basso στοὺς ὁποίους προσέφεραν φαγητὸ καὶ στέγη ἀλλὰ ὄχι μισθό. Συχνὰ ὅμως ἡ ἀρχὴ ἔπρεπε νὰ καταβάλλει τοὺς μισθούς τῆς ἀγορᾶς. Ἀλλα δὲν παύει νὰ εἶναι μία περιωρισμένη λύση. Ὁ μέγας Πέτρος τῆς Ρωσίας θὰ ἀπαγορεύσῃ κάθε οἰκοδομικὴ ἐργασία στὴν χώρα ὥστε νὰ ἔλθῃ κάθε τεχνίτης νὰ ἐργασθῇ γιὰ αὐτόν στὴν Ἀγία Πετρούπολη, ἀλλὰ καὶ πάλι δὲν μποροῦσε νὰ κρατήσῃ τοὺς τεχνίτες για πολὺ[vii]. Προτοῦ ὅμως ἀναλύσωμε τὸ οἰκοδομικὸ ἔργο καὶ τὶς κοινωνικὲς ὁμάδες ποὺ σχηματίζει, πρέπει νὰ δείξωμε τό, ὥς εἰπεῖν, πρῶτον κινοῦν τῆς οἰκοδομικῆς παραγωγῆς, ὅπου ἡ ζήτηση τρέπεται σὲ παραγωγή, τὸν κτίτορα τοῦ ἔργου.

Πάπας Πασχάλης Α’ ὡς κτίτωρ σὲ ψηφιδωτὸ τῆς basilicae Sanctae Praxedis

Μικολάι Σαπιέχα ὁ εὐσεβἠς, κτίτωρ

2. Κτίτωρ, πατρωνεία καὶ εὐεργεσία.

 ὁ δὲ Ῥωμύλος ἐπικλήσει τε εὐπρεπεῖ τὸ πρᾶγμα ἐκόσμησε πατρωνείαν ὀνομάσας τὴν τῶν πενήτων καὶ ταπεινῶν προστασίαν, καὶ τὰ ἔργα χρηστὰ προσέθηκεν ἑκατέροις, καὶ φιλανθρώπους καὶ πολιτικὰς κατασκευαζόμενος αὐτῶν τὰς συζυγίας.

Διονύσιος ὁ Ἁλικαρνασεύς, Antiquitates Romanae, Books I-XX

Καίτοι ὁνομάζoμε πελάτη τοῦ ἀρχιτέκτονα ἐκεῖνον ποὺ πορίζει τὸ οἰκοδόμημα, καθὼς τὸ κοιτάζομε ἀπὸ πλευρᾶς τοῦ ἐπαγγέλματος, ὁ κτήτωρ, ὁ κάτοχος, ὁ κύριος κάποιου ἔργου εἶναι πάτρων, πρῶτος κτίτωρ, θεμελιωτής, ἱδρυτής. Ὁ Βιτρούβιος ἀφιεροῖ τὸ βιβλίο του De Architectura στὸν Ὀκταβιανὸ Αὔγουστο στὸν ὁποῖο ἦταν ὑποχρεωμένος γιὰ τὸ βενεφίκιο μὲ τὸ ὁποῖο ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴ ballistarum (βαλλιστρῶν) καὶ scorpionum (καταπελτῶν). Ἂν τὸ γενικεύσωμε, ἀκόμη καὶ τὸ σπίτι ποὺ κτίζει κάποιος καὶ θὰ κληρονομήσουν οἱ ἀπόγονοί του εἶναι πατρωνεία πρὸς τὴν οἰκογένειά του. Αὐτὸ, ὅτι δηλαδή, ὅταν ξοδεύω χρήματα γιὰ τὴν ἀνέγερση ἑνός κτηρίου δὲν ἀγοράζω ἁπλῶς ἕνα ἀγαθὸ γιὰ νὰ ἱκανοποιηθῶ ἀπὸ τὴν χρήση του ἢ τὴν κατανάλωσή του, εἶναι τὸ πρακτικό, ἱστορικὸ παράδειγμα τῆς διαφορᾶς τοῦ κτηρίου ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα ἀγαθά. Θὰ λέγαμε ὅτι εἶναι δῶρο, προσφορὰ στὸν χῶρο, κατὰ τὴν ἔννοια τῆς θρησκευτικῆς θυσίας, ἀφοῦ τὸ κτήριο θὰ ὑφίσταται καὶ χωρὶς ἐμένα. Πράγματι, γιὰ νὰ κατανοήσωμε τὸ φαινόμενο τῆς πατρωνείας πρέπει νὰ πᾶμε πίσω στὴν γένεση τῆς καταλλαγῆς ποὺ ἦταν τὸ δῶρο, ὅπως τὸ ἀνέλυσε ὁ Marcel Mauss. Τὰ δῶρα ποὺ ὑποχρεοῦνται οἱ ἄρχοντες νὰ κάνουν ἔχουν τὶ τὸ ἐπιπλέον τῆς οἰκονομικῆς ὠφελείας, ὡς θυσία ἀπὸ μέρους αὐτῶν, ὡς ἀναγκαῖα γιὰ τὴν δημιουργία ἀντιπεπόνθησης ἀπὸ μέρους του εὐεργετηθέντος που μεταφράζεται σὲ φιλία ἢ πολιτικὴ πίστη, καθὼς τὸ δῶρο δὲν ἔχει μετρητή ἀντικαταβολή.

Ἂν ΕΧΗΣ τὴν ἀγάπη κάποιου, τότε οὐδεμία θυσία εἶναι ἀρκούντως ὑψηλὴ γιὰ νὰ πληρώσῃς γι’ αὐτήν, ἀλλὰ κάθε θυσία εἶναι πολύ μεγάλη γιὰ νὰ τὴν ΑΓΟΡΑΣΗΣ.

Ludwig Wittgenstein, MS 125 21r: 1942

[ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΑΤΡΩΝΕΙΑ] Ἀκόμη καὶ στὴν ἀνταλλαγή δῶρων ἐκεῖνο ποὺ ἀνταλλάσεται εἶναι πίστη, καὶ μάλιστα ἐθεωρεῖτο ὅτι τὸ δῶρο εἶχε τι τοῦ πνεύματος τοῦ δωρητοῦ. Ἔτσι, καίτοι τὸ δῶρο καθιδρύει τὴν καταλλαγή καὶ τὸ ἐμπόριο καθὼς δημιουργεῖ τὸ ἀναγκαῖο κλίμα τοῦ ἀμοιβαίου, δὲν παύει νὰ συντηρῇ μίαν ἀσυμμετρία ποὺ δὲν ὑπάρχει κατὰ τὴν τυπικὴ ἀγοραπωλησία. Ἡ πατρωνεία (patrocinium ἢ clientela) στὴν Ῥώμη λοιπὸν, γράφει ο R. Saller στὸ πόνημα του  Personal Patronage under the Early Empire [1982], ἦταν ἀνταλλαγὴ ἀγαθῶν καὶ ὑπηρεσιῶν, οἱ ὁποῖες διέφεραν τῶν ἀγοραίων στὸ ὅτι ἦταν προσωπικὲς καὶ κάποιας διαρκείας, καὶ τῆς φιλίας μεταξύ ἴσων, στὸ ὅτι ἦταν ἀσύμμετρες πρὸς τὴν κοινωνικὴ τάξη καὶ τὸ εἶδος τῶν ἀγαθῶν καὶ τῶν ὑπηρεσίων[viii]. Μέλη τῆς πατρωνείας εἶναι ὁ πάτρων (patronus) και ὁ πελάτης (cliens), και σκοπός της εἶναι ἡ φιλία (amicia). Μία συνήθης περίπτωση patroni εἶναι ὁ μέντωρ ποὺ ἔχει προστατευόμενο τοῦ ὁποίου πληρώνει τὴν ἐκπαίδευση καὶ τὸν βοηθεῖ νὰ κτήσῃ κάποιο ἀξίωμα καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ὁ δεύτερος θὰ εἶναι ὑπὸ τὴν ἐπιρροή του, θὰ τὸν ὑποστηρίζῃ στὴν σύγκλητο, θὰ τὸν συντροφεύῃ στὰ γεράματά του, θὰ στηρίζῃ τὴν κόρη του ὅταν αὐτὸς ἀποθάνῃ κτλ. Ὄμως στὴν λογοτεχνία τῆς πρωίμου αὐτοκρατορίας ὁ patronus εἶναι ὁ νόμιμος συνήγορος, ὁ πρόεδρος κοινοτήτων καὶ ὁ πρώην κύριος λιβερτίνων (ἀπελευθέρων) καὶ σπανιώτατα γίνεται χρήση τοῦ ὅρου κατὰ τὴν γενικὴ ἔννοια τοῦ προστάτου ἢ εὐεργέτου. Τοὐναντίον ἀπαντᾶται κατὰ τούτη τὴν ἔννοια σὲ ἀφιερωματικὲς μαρμάρινες ἐπιγραφές ἀνὰ τὴν ῥωμαϊκὴ ἐπικράτεια. Ὁ Saller κάμει τὸν ἐξὴς συλλογισμό: οἱ συγγραφεὶς εἶναι, ὡς ἀνήκοντες στὴν ἄρχουσα τάξη, οἱ ἴδιοι πάτρωνες ὁπότε καταλαβαίνομε ὅτι μία τέτοια μνεία θὰ ἦταν ἀπρεπής, ἀλαζονικὴ καὶ θὰ κατέστρεφε τὴν ἴδια τὴν ἔννοια τῆς πατρωνείας. Ἀπεναντίας, ἐκεῖνοι ποὺ γράφουν τὶς ἀναθηματικὲς ἐπιγραφὲς εἶναι πελάτες ποὺ εὐχαριστοῦν τοὺς εὐεργέτες αὐτῶν. Πάλι, λέμε ἑμεῖς, ὁ κτιστὸς χῶρος μᾶς ἀποκαλύπτει κοινωνικὰ ἤθη ποὺ τὰ προσωπικὰ κείμενα, γραμμένα ὑπὸ προσωπικὲς ὀπτικὲς, ἤτοι, ἔνθεν τοῦ κοινωνικοῦ χώρου, μποροῦν νὰ  ἀποκρύπτουν. Ὁ κτιστὸς χῶρος ἀντίθετα ἐκφράζει τὴν κοινωνικὴ πρακτική, τὴν ἴδια τὴν κοινωνικὴ διαλλαγὴ μεταξὺ τῶν προσώπων.

Ἡ ἔννοια τοῦ φίλου (amicus) εἶναι ἐπίσης γενικὴ καὶ δὲν προσδιορίζει ἂν πρόκειται περὶ amicitiae regum, pares amicitiae ἢ amicitiae inferiores. Ὅμως φαίνεται καὶ αὐτὸ στὸν χῶρο: Ὁ Σενέκας μνημονεύει τοὺς Γάιο Γράκχο (C. Gracchus) καὶ Λίβιο Δρούσο (Livius Drusus) ποὺ διακρίνουν τρεῖς κατηγορίες φίλων: ἐκείνους ποὺ δέχεται κανεὶς ἰδιωτικῶς, ἐκείνους τοὺς ὀλιγώτερον φίλους ποὺ δέχεται ὁμάδι στὸ atrium γιὰ τὴν πρωινὴ δεξίωση καὶ τὰ πλήθη ταπεινῶν πελατῶν ποὺ ἐκράτουν οἱ δοῦλοι ἐν ἀναμονῇ ἐκτὸς τοῦ οἴκου. Καίτοι φιλοσοφικῶς διακρίνεται ἡ φιλία ἀπ’ τὴν πατρωνεία, δὲν συμβαίνει αὐτὸ πράξει. Ἡ φιλία λέγει ὁ Σενέκας βασίζεται στὴν ἀρετὴ (virtute) καὶ ὄχι στὴν ὠφέλεια (utilitate). Πράξει ὅμως εἶναι πάντοτε μία ἀμοιβαία διαλλαγὴ ‎‎ὑπηρεσιῶν (officiorum) ἀντὶ εὐεργεσιῶν (beneficiorum). Ὁ Σενέκας ἀποδέχεται ὅτι τούτη ἡ διαλλαγὴ εἶναι ἀναγκαία ἀλλὰ δὲν εἶναι σκοπὸς τῆς φιλίας. Ἔτσι ὁ εὐεργέτης ἔπραττε δίχως ν’ ἀναμένῃ ἀνταπόδοση, ἀλλὰ ἂν δὲν ἐλάμβανε τὶ συντόμως, ὁ εὐεργετηθεὶς χαρακτηριζόταν ὡς ἀγνώμων φίλος (ingratus amicus). Ἀρχικῶς officium ἦταν ὁ τύπος κοινωνικῆς δράσης τοῦ τεχνίτη, ἡ ὑπηρεσία· τρέπεται κατὰ τὴν ἔννοια τῆς χάριτος μὲς στὴν σχέση τῆς πατρωνείας. Τόσο ὁ εὐεργετὼν ὅσο ὁ εὐεργετηθείς, ἀσκοῦν ἀλλήλοις κάποιο officium ποὺ γεννάει χρέος (debere). Ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ ληφθῇ αὐστηρῶς αὐτὸ γιατὶ θὰ διέλυε τὴν φιλία. Γι’ αὐτὸ προτιμᾶται ἡ λέξη beneficium. Ὁ Σενέκας μνημονεύει τὴν ἄποψη τοῦ στωϊκοῦ Ἑκάτωνος : beneficium esse quod alienus det (alienus est qui potuit sine reprehensione cessare), officium esse filii, uxoris, earum personarum quas necessitudo suscitat et ferre opem iubet [βενεφίκιο εἶναι ὅ τι ξένος τις δίδει, ὀφφίκιο, ὅ τι ὁ υἱός, ἡ σύζυγος ἢ ἄλλο πρόσωπο ὅπερ ἀναγκαία σχέσις ἐκκινεῖ καὶ φέρει, προσφέρει ὡς διακονία]. Ὅμως αὐτὴ πάλιν εἶναι μία φιλοσοφικὴ ἐρμηνεία καθὼς στὴν κοινὴ χρήση ἀπαντῶμε εὐεργεσία σὲ οἰκεῖες σχέσεις, μάλιστα δὲν εἶναι ἀπίθανη κάποια εὐργεσία δούλου πρὸς ἀφέντη, ὑγιοῦ πρὸς πατέρα ἢ ὑποτελοῦς κράτους πρὸς τὴν Ῥώμη. Ἡ πιὸ σταθερὴ χρήση ἐντούτοις εἶναι μεταξύ ἀριστοκρατῶν φίλων. Ἐν γένει λοιπὸν σημαίνει τὴν αὐθόρμητο χάρι (δίχα ἀνταλλάγματος) σὲ καταβεβλημένες φιλίες, ἡ ἀσκησή της δέ, δεικνύει κοινωνική τινα ὑψηλότητα. Μία τρίτη συνώνυμος λέξη γιὰ τὴν χάρι εἶναι τὸ meritum (ἀξία, ὑπηρεσία, εὐεργεσία, ὑπούργημα). Ἡ gratia (χάρις, εὐνοια) δηλοῖ συμπεριφορὰ παρὰ δράση, τόσο τὴν ἀπόδοση (ἀντιπαροχή) τοῦ εὐεργετηθέντος ὅσο καὶ τὸ ὅτι αὐτὸς εἶναι ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴ τοῦ εὐεργέτη. Κατὰ κάποιους μελέτητες (Hellegouarch, Moussy) μὲ τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴν republica (πολιτεία) στὸ principatum (ἡγεμονία) ἡ πατρωνεία καθίσταται ἄχρηστη καθὼς ἀντικαθίσταται ὑπὸ τῆς γραφειοκρατίας: ἐπὶ παραδείγματι, τὸ ὀφφίκιο σημαίνει πλέον μία κρατικὴ λειτουργία. Ὁ Saller ὅμως θεωρεῖ ὅτι παρὅλα αὐτὰ ἡ γλῶσσα τῆς πατρωνείας συνεχίζει στὴν θρησκεία, τὴν οἰκογένεια καὶ τὴν φιλία, καὶ ὁ ἴδιος ὁ princeps, ὁ αὐτοκράτωρ, εἶναι ἕνας πάτρων ποὺ μεταχειρίζεται βενεφίκια καὶ δωρήματα, ὄχι μόνον γιὰ νὰ κατορθώσῃ κοινωνική τιναν ὑποστήριξη ἀλλὰ καὶ τοὺς χρηστοὺς ἀξιωματούχους, παρὰ τὴν ὑποτιθέμενη ἀμερόληπτη θέση του ὡς αὐτοκράτορα. Ὁ David Braund θεωρεῖ ὅτι ἤδη ἐπὶ πολιτείας ἡ προσωπικὴ πατρωνεία ἦταν τὸ πλαίσιο αὐτοκρατορίας καὶ ἡ αὐτοκρατορία ἐλειτούργει διὰ τῆς πατρωνείας[ix]. Beneficium imperatoris ὀνομάζεται ἀλλωστε τὸ αὐτοκρατορικὸ διάταγμα. Ὁ Πλίνιος μὲ τὴν λέξη βενεφίκιο, μνημονεύει συμβούλους, ἐκτάκτους ναύλους σίτου πρὸς τὴν Αἰγυπτο, ἀπόδοση πολιτείας (ὑπηκοότητας), ἐγκαθίδρυση δικαστηρίων φιλικωτέρων στὸν λαό, ἀπαλλαγές φόρου κληρονομιᾶς[x].

Μὲ τὴν αὐτοκρατορικὴ μετάπλαση τῆς πατρωνείας ἀκόμη, ὁμοιοῦται μὲ τὴν εὐεργεσία ἢ φιλανθρωπία ἢ φιλοτιμία τῶν ἀλεξανδρινῶν ἀρχόντων ποὺ εἶναι κατά τὸν Ἀριστοτέλη στὰ πολιτικά του (1286b) λόγος τις τῆς μοναρχίας:  ἔτι δ’ ἀπ’ εὐεργεσίας καθίστασαν τοὺς βασιλεῖς, ὅπερ ἐστὶν ἔργον τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν. Ἔτσι καταλαβαίνομε τὴν σημασία βασιλικῶν παρωνυμίων εὐεργέτης, φιλάνθρωπος, σωτήρ, θεός, παρὰ τῶν νικάτωρ, εὐπάτωρ κλπ. Ἡ βασικὴ εὐεργεσία πρὸς τὸν λαὸ ἦταν τόσο στὰ βασίλεια τῶν ἀλεξανδρινῶν Ἐπιγόνων ὅσο καὶ στὴν Ῥώμη, ἡ σιτωνία, ἡ προμήθεια δηλαδή σίτου, ποὺ εἶναι κάτι καθολικώτερο τῆς χορηγίας θεατρικῶν ἀγώνων στὴν ἑλληνικὴ πόλη ἢ τῆς πατρωνείας ἐπὶ ῥωμαϊκῆς πολιτείας. Ἤδη ἑλληνιστὶ ἡ λέξη προστάτης σημαίνει τὸν ἄρχοντα, ἐπιμελητή (προστάτης χώρας, Ἑλλάδος, ἐμπορίου, πολέμου, εἰρήνης, μετοίκων) ἢ ἀκόμη τὸν πρόεδρο (γυμνασίου, δαμιοργῶν κτλ.)· ἐπίσης ἐκφράζει τὴν ἀρετὴ τοῦ ἐλευθερίου ἢ λατινιστὶ liberalis (liberalitas, ἐλευθέριον, γενναιοδωρία, χαριστικόν) ποὺ προσήκει σὲ ἐλεύθερο ἄνθρωπο καὶ κυρίως εὔσχολο πλούσιο καὶ ποὺ εἶναι κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη ἡ μεσότης τῶν παθῶν τῆς ἀσωτίας καὶ τῆς φιλαργυρίας (ὑπερβολὴ καὶ ἐλλειψή της ἀντιστοίχως). Κοινωνικῶς, τοιουτοτρόπως ἡ φυσικὴ ἀνισότης πραύνεται καὶ γι’ αὐτὸ πολλάκις προστατευόμενοι εἶναι μέτοικοι, ἀλλότρια ἀδύναμα ἔθνη, ἢ ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ Κωνσταντίνου οἱ Χριστιανοί, μία θρησκεία ὑπὸ διωγμό. Γιὰ τὸν Κικέρωνα ἡ διαλλαγὴ χαρίτων εἶναι φυσικὴ καὶ προσφέρει στὴν κοινὴ ὠφέλεια καθὼς δίδοντας καὶ λαμβάνοντας μὲ τὶς δεξιότητες, τὴν τέχνη καὶ το ἔργο μας συσφίγγομε τὴν ἀνθρώπινη κοινωνία:

Sed quoniam, ut praeclare scriptum est a Platone, non nobis solum nati sumus ortusque nostri partem patria vindicat, partem amici, atque, ut placet Stoicis, quae in terris gignantur, ad usum hominum omnia creari, homines autem hominum causa esse generatos, ut ipsi inter se aliis alii prodesse possent, in hoc naturam debemus ducem sequi, communes utilitates in medium adferre, mutatione officiorum, dando accipiendo, tum artibus, tum opera, tum facultatibus devincire hominum inter homines societatem.

Cicero, De officiis, I. 22.

Ὄμως ὁ ἀνταγωνισμὸς γενναιοδωρίας μετάξυ πατρώνων γιὰ τοὺς πληβείους δύναται νὰ ὠθήσῃ εἴτε σὲ καταστροφὴ περιουσιῶν εἴτε σὲ ἐμφύλιο πόλεμο μεταξὺ τῶν εὐγενῶν ὅπως συνέβη μὲ τὸν Σύλλα, τὸν Πομπήιο καὶ τὸν Ἰούλιο Καίσαρα. Ὁ Κικέρων ἀναγνωρίζει τὸν πολιτικὸ χαρακτῆρα τῆς πατρωνείας ἀλλὰ συμβουλεύει νὰ μὴν ἀναλώνεται σὲ θεάματα, ἀγώνες, θηριομαχίες ποὺ δὲν μένουν στὴν μνήμη τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ σὲ δημόσια ἔργα:

Omnino duo sunt genera largorum, quorum alteri prodigi, alteri liberales; prodigi, qui epulis et viscerationibus et gladiatorum muneribus ludorum venationumque apparatu pecunias profundunt in eas res, quarum memoriam aut brevem aut nullam omnino sint relicturi, liberales autem, qui suis facultatibus aut captos a praedonibus redimunt, aut aes alienum suscipiunt amicorum aut in filiarum collocatione adiuvant aut opitulantur vel in re quaerenda vel augenda [ΙΙ.55.][…] Quanto Aristoteles gravius et verius nos reprehendit, qui has pecuniarum effusiones non admiremur, quae fiunt ad multitudinem deleniendam. At ii, ‘qui ab hoste obsidentur, si emere aquae sextarium cogerentur mina, hoc primo incredibile nobis videri omnesque mirari, sed cum adtenderint, veniam necessitati dare, in his immanibus iacturis infinitisque sumptibus nihil nos magnopere mirari, cum praesertim neque necessitati subveniatur nec dignitas augeatur ipsaque illa delectatio multitudinis ad breve exiguumque tempus capiatur eaque a levissimo quoque, in quo tamen ipso una cum satietate memoria quoque moriatur voluptatis.’ [IΙ.56.][…] Atque etiam illae impensae meliores, muri, navalia, portus, aquarum ductus omniaque, quae ad usum rei publicae pertinent, quamquam, quod praesens tamquam in manum datur, iucundius est, tamen haec in posterum gratiora. Theatra, porticus, nova templa verecundius reprehendo propter Pompeium, sed doctissimi non probant, ut et hic ipse Panaetius, quem multum in his libris secutus sum non interpretatus, et Phalereus Demetrius, qui Periclem, principem Graeciae vituperat, quod tantam pecuniam in praeclara illa propylaea coniecerit. [IΙ.60.]

[ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΕΡΓΕΣΙΑ] Ὁ Πλίνιος μνημονεύει ὅτι ἕνα δημόσιο ἔργο φέρει gloriam (φήμη, δόξα) στὸν εὐεργέτη καθὼς κρατεῖ ζώσα τὴν εὔθραυστη memoriam (μνήμη). Ὁ δωρητὴς λαμβάνει κάποια τελετή, κάποιο ἄγαλμα, ἐπίγραμμα ὁπόθεν καὶ γνωρίζομε τὸν κάθε εὐεργέτη κτίτορα. Μιὰ τυπικὴ ἐπιγραφὴ στὴν Ἔφεσο[xi] εἶναι ὡς ἐξῆς:

Ἱέρων Ἱέρωνος  τοῦ Ἱέρωνος Ἀριστογείτων ἁγνός φιλοσέβαστος [ποὺ ἀγαπάει τὸν αὐτοκράτορα]
πρυτανεύσας τὴν ψαλίδα [τὴν ἁψιδωτὴ εἴσοδο] κατασκευάσας ἐκ τῶν ἰδίων ἀνέθηκε τῷ δήμῳ

Τοὔνομά του γίνεται γνωστὸ τόσο στοὺς πολίτες ὅσο στὸν αὐτοκράτορα γιὰ μία θέση στὴν σύγκλητο ὡς ἐκπρόσωπος τῆς πόλης· τέτοια καὶ εἶναι ἡ «πατρωνεία διὰ τῆς κατακτήσεως» ὅπου προστατευόμενοι πελάτες εἶναι οἱ πολίτες μιᾶς ξένης, φοιδεράτης ἢ ἄρτι κτηθείσης πόλεως[xii]:

πειράσομαι ἐν τῇ Ῥώμῃ κατὰ
τὰ ἑμαυτοῦ φροντίσαι ἵνα ὑμὶν κατάμονα ἧι τὰ ἐξ ἀρχῆς ὑπάρχοντα πάτρια, σωζομένης
τῆς πόλεως καὶ τοῦ ἱεροῦ αὐτονομίας[xiii]

ὑπόσχεται ὁ ῥωμαῖος ὕπατος Μάνιος Ἀκίλιος Γλαβρίων (Manius Acilius Glabrio) μετὰ τὴν ἐλευθέρωση τῶν Δελφῶν ἐκ τοῦ ἐλέγχου τῆς αἰτωλικῆς συμπολιτείας. Ἄλλοτε πάλιν ὁ εὐεργέτης ἐκφράζει τὴν μέριμνα γιὰ τὴν πατρώα του πόλη, συνήθεια ποὺ δὲν ἔσβησε ἐντὸς τοῦ αὐτοκρατορικοῦ περιβάλλοντος. Κάποιοι μάλιστα, καίτοι ἔχουν γνωριμίες στὴν Ῥώμη προτιμοῦν μᾶλλον τὴν δόξα σὲ μίαν ἀνατολικὴ ἑλληνικὴ πόλη τῆς θέσης στὴν σύγκλητο ἢ τοὺς ἱππεῖς καὶ παρὰ τὴν ζηλοτυπία τῶν συντόπων[xiv]. Τέτοιοι ἦσαν οἱ συγκλητικοὶ καὶ ἱστορικοὶ Δίων Κάσσιος (Lucius Cassius Dio) τῆς Νικαίας καὶ Φλαύιος Ἀρριανὸς (Lucius Flavius Arrianus) στὴν Βιθυνία, ὁ ρήτωρ, φιλόσοφος καὶ ἱστορικός, Δίων Χρυσόστομος (Dio Cocceianus) τῆς Προύσης, ὁ αἰδίλης καὶ ἱστορικὸς Αὖλος Κλαύδιος Χάραξ (Aulus Claudius Charax) στὴν Πέργαμο, ὁ σοφιστὴς Μάρκος Ἀντώνιος Πολέμων ὁ Λαοδικεὺς (Marcus Antonius Polemo) στὴν Σμύρνη, ὁ μέγας λύκιος εὐεργέτης Ὀπραμόας τῆς Ῥοδιαπόλεως, ὁ ἱππεὺς Ἰούλιος Δημοσθένης (C. Iulius Demosthenes) τῶν Οἰνοανδῶν[xv], ἐπίσης στὴν Λυκία, καὶ ὁ περιώνυμος συγκλητικὸς καὶ σοφιστὴς Ἡρῴδης ὁ Ἀττικός στὴν Ἀθήνα[xvi]. Ἀναθηματικὴ ἐπιγραφὴ στὸν Ὀπραμόα στὴν Ῥοδιάπολιν ἔχει ὡς ἐξῆς:

Λυκίων τὸ κοινὸν καὶ ἡ βουλὴ ἐτείμη-
[σε]ν Ὀπραμόαν Ἀπ̣ολλωνίου δὶς τοῦ Καλλι-
άδου Ῥοδιαπολείτην καὶ Κορυδαλλέα, ἄν-
δρα καλὸν καὶ ἀγαθὸν καὶ εὐγενὴ καὶ μεγαλό-
φρ[ο]να, πορφύρᾳ διὰ βίου καὶ προεδρίᾳ καὶ

ἀναθηματικὴ έπιγραφῆ στὸν Ὀπραμόα

Ὁ πορισμὸς τῶν δημοσίων ἕργων (ὅπως ὑδραγωγεῖα, βουλευτήρια, στοές, λουτρά, δρόμοι κτλ.) γινόταν παρὰ τῶν ἐσόδων τῆς πόλης ἢ παρὰ εὐεργεσιῶν. Ὁ Arjan Zuiderhoek στὴν πρόσφατη μελέτη του The Politics of Munificence in the Roman Empire, Citizens, Elites and Benefactors in Asia Minor,  [Cambridge 2009] ἀντικρούει τὶς ἀπόψεις ποὺ ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ εὐεργεσίες ἁπλῶς ἐκάλυπταν ἐλλείψεις τοῦ δημοτικοῦ προϋπολογισμοῦ. Καταρχὰς οἱ εὐεργέτες ἀναλαμβάνουν συνήθως ἐπὶ μέρους ἐργασίες ὅπως τὴν συντήρηση ἢ τὸν ἐξωραϊσμό, καὶ εἶναι σπάνιες οἱ περιπτώσεις πχ. ἀνέγερσης ὑδραγωγείου (δύο ἐκατομμύρια δηνάρια τοῦ Κλαυδίου Ἐρυμνέως τῆς Ἀσπένδου στὴν Παμφυλία) ἢ ἐπισκευές ζημιῶν σεισμοῦ (ἕνα ἐκατομμύριο δηνάρια τοῦ Ὀπραμόου στὴν Λυκία). Ὁ Zuiderhoek μνημονεύει τὸν Πλίνιο τὸν νεώτερο νὰ διαμαρτύρεται στὸν Τραϊάνο γιὰ τὴν σπατάλη δημοσίου χρήματος δέκα ἐκατομμυρίων σηστερτίων γιὰ θέατρο στὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ ὁποῖο ἔχει μείνει ἀπεράτωτο καὶ ἔτσι οἱ προσφορὲς τῶν ντόπιων εὐεργετῶν δὲν μποροῦν νὰ δοθοῦν, καθὼς ἀφοροῦν δευτερεύοντα στοιχεῖα του κτηρίου[xvii]. Ἔπειτα, ἡ κλασική φιλανθρωπία δὲν εἶναι ἀκριβῶς φιλοπτωχία ὥσπερ στὸν χριστιανισμό ὅπως ὑποστηρίζουν H. Bolkestein (Wohltätigkeit und Armenpflege im vorchristlichen Altertum) καὶ A. R. Hands (Charities and social aid in Greece and Rome): Οἱ εὐεργέτες ἴσως τάχα νὰ πωλοῦν ἐνίοτε σῖτο κάτω τῆς ἀγοραίας τιμῆς ἢ νὰ διανέμουν τροφή, ἐνίοτε νὰ συμβάλλουν στὴν παιδεία τῶν παιδιῶν τῶν πολιτῶν, ἐνίοτε νὰ δωρίζουν κάποια βιβλιοθήκη καὶ κατὰ καιροὺς νὰ προσφέρουν στὴν ὑγίεια καὶ τὴν ὑγιεινὴ τῶν πολιτῶν· ὅμως ὁ μεγαλύτερος ἀριθμὸς εὐεργεσιῶν ἐξ ὅσων ἔχει καταμετρήσει ὁ Zuiderhoek ἀφορὰ σὲ ἀρχιτεκτονικὴ ἐπίδειξης, μνημειώδεις οἰκοδομὲς, σύμβολα πολιτικά, ἱερὰ καὶ ψυχαγωγίας, ἀγώνες, πανήγυρεις, καὶ καθ’ ἱεραρχία διανομὲς ἐλαίου, σίτου, οἵνου, χρήματος. Ἐπὶ παραδείγματι, ἡ εὐεργέτις [κτίστρια] Μηνοδώρα[xviii] στὸ Σίλλυον τῆς Παμφυλίας ἔδιδε ὀγδοηκοντα καὶ ἕξ δραχμὲς στὰ μέλη τοῦ κοινοῦ, ὀγδοήκοντα, στοὺς γερουσιαστές, ἑβδομήκοντα καὶ ἑπτά, στοὺς βουλευτές, ἐνόσῳ οἱ πολίτες ἐλάμβαναν μόνον ἐννέα δραχμές, καὶ οἱ ἀπελεύθεροι, τρεῖς. Ὡς πρὸς ὅ τι ὀνομάζεται στὴν οἰκονομικὴ πολλαπλασιαστής, οἱ εὐεργεσίες ὡς σπανίες δαπάνες δὲν ἐξασφαλίζουν δραματικὴ αὔξηση στὴν ῥοὴ τοῦ εἰσοδήματος καὶ τὴν ἐθνικὴ δαπάνη ἀλλὰ μόνον μακροπρόθεσμα[xix]. Ὁ Zuiderhoek συμπεραίνει ὅτι καταρχὴν ἡ εὐεργεσία στὴν Μικρὰ Ἀσία ἀποσκοπεῖ στὸν ἔπαινο τῆς πολιτείας [citizenship] καὶ τοῦ πολιτικοῦ [civic] ἰδεώδους κατὰ τὸ ἑλληνικὸ ἔθος ἀλλὰ ἀφύκτως τρέπεται σὲ ἐγκώμιο τῆς δημοτικῆς ἱεραρχίας τῆς αὐτοκρατορικῆς περιόδου: δὲν εἶναι μόνον ὅτι ἤδη ἀπὸ τοὺς Μακεδόνες τὰ πολιτεύματα στὶς τέως πόλεις κράτη εἶναι τιμοκρατικά, ἀλλὰ ὅπως ἐπισημαίνει ὁ συγγραφεύς, κατὰ τὴν αὐτοκρατορία ὁ πλοῦτος συγκεντρώνεται σὲ ὀλίγους. Ἀντίθετα μὲ τὴν φεουδαλικὴ Εὐρώπη ποὺ ὁ γαιοκτήμων κατοικεῖ στὴν ἐξοχή, στὴν ἑλληνορρωμαϊκή ἐπικράτεια διαμένει στὶς πόλεις: ὁ κάτοικος τῶν πόλεων ἔτσι, συνεχίζει, ἀποδέχεται χωρὶς μομφὴ τὶς εὐεργεσίες.

[ΠΟΡΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗΣ ΔΑΠΑΝΗΣ] Ὁ Richard DuncanJones στὸ Structure and Scale in the Roman Economy (Cambridge, 1990) δίδει δύο ἀντίθετα παραδείγματα ἀνέγερσης πόλης, ἕνα καθ’ ὁλοκληρία ὑπὸ εὐεργετῶν καὶ ἕνα ἕτερο ἐκ τοῦ δημοσίου φίσκου[xx] . Οἱ πηγὲς ἐσόδων τοῦ δημοσίου φίσκου ἦταν καταρχὰς κομμέρκια,  καπηλικά, τέλη ἀργυραμοιβῶν καὶ ἄδειες ἐμπορίου, ἔπειτα εἰσοδήματα δημοτικῶν γαιῶν (πχ. ὁ Αὔγουστος ἔδωσε στὴν πόλη τῆς Καπούης γῆ στὴν Κρήτη πλησίον τῆς Κνωσσοῦ) καὶ τέλος τὰ summa honoraria ἤτοι τὰ χρηματικὰ δῶρα ποὺ ἔδιδαν ἀντὶ μίας δημοσίας λειτουργίας (ὀφφικίου) (ἡ ἀγορὰ ἀξιώματος κληρονομήθῃ καὶ στὸ ὀθωμανικὸ δοβλέτι, τὸ mazor consegio τῆς γαληνοτάτης ἐνετικῆς πολιτείας καὶ τὴν γαλλικὴ μοναρχία). Στὴν Thubursicu Numidarum πχ. τὰ summa honoraria γιὰ τὴν curia καὶ τὸ duovirate ἦσαν τέσσερις χιλιάδες σηστέρτιοι, γιὰ τὸν ἱερέα (flamen), ἕξ χιλιάδες, γιὰ τὸν aedilis, τέσσερις χιλιάδες, ἄρα τὸ ἐτήσιο εἰσόδημα τοῦ δήμου ἀπὸ τέτοια ἔφθανε τοὺς τριάκοντα πέντε χιλιάδες σηστερτίους. Ὁ Πλίνιος μνημονεύει ὅτι τὰ summa honoraria στὴν Κλαυδιόπολιν ἐδόθησαν ἀμέσως γιὰ τὴν ἀνέγερση λουτρῶν.

ἐπιγραφὴ στὴν Thugga

.

Ἔτσι λοιπὸν ἡ Thugga ἢ ἑλληνιστὶ, Τοῦκκα, στὴν ἀνθυπατικὴ Ἀφρικὴ ἦταν μία πόλη ποὺ ἐκτίσθη μὲ εὐεργεσίες. Στὴν ἀρχὴ εἶχε δύο κοινότητες, τὸν ῥωμαϊκό pagum (κοινότητα, περιοχή) καὶ τὴν ντόπια καρχηδονιακὴ civitas μὲ τοὺς δύο σουφέτες, οἱ ὁποῖες ἔγιναν ἕνα municipium παρὰ τοῦ Σεπτημίου Σεβήρου ὡς municipium septimium aurelium liberum Τhugga. Καθὼς ἡ πόλη μέχρι τότε δὲν εἶχε τὴν προσήκουσα σύσταση, καὶ ἦταν μέρος τῆς ἐλεύθερης κομμερκίων καὶ τελῶν ζώνη τῆς Καρχηδόνος, τὰ δημόσια κτήριά της πορίζονται δαπάνες ὑπὸ τῶν πλουσίων λειτουργῶν της. Ἐπὶ τῶν Ἰουλίων καὶ τῶν Κλαυδίων αὐτοκρατόρων, ἡ πόλη ἀπέκτησε στὰ ὄψιμα χρόνια τοῦ Τιβερίου ἕνα templum caesaris καὶ τὸ 36-37 μ.Χ. ὁ πάτρων του pagi Postumius Chius, ἀνήγειρε forum καὶ πλατεία πρὸ τοῦ ναοῦ τοῦ αὐτοκράτορα, μικρὸ ναὸ στὸν Saturnο, καὶ ἁψῖδα· συγχρόνως ὁ πάτρων ἀπελευθέρων, Licinius Tyrannus, ἀποκατέστησε ναὸ καὶ τἀγαλματά του καὶ ἔκτισε ναὸ στὴν Cereri καὶ ἡ σύζυγός του, στὴν Concordiae· ἐπὶ Καλιγούλα, ἄλλος εὐεργέτης, ὁ Caesetius Perpetuus, ἀνήγειρε ἁψῖδα, καὶ ἐπὶ  Κλαυδίου, ἄλλος πάλι, βωμὸ στὸν Iovi. Τὸ  48 μ.Χ. ὁ αὐτόχθονος λειτουργός Iulis Venustus τοῦ Thinoba, ἀνέθεσε ἄγαλμα τοῦ Αὐγούστου, καὶ τὸ 54 μ.Χ. ὁ ἱππεὺς, praefectus alae στὴν Συρία ἀλλὰ καὶ πάτρων τοῦ pagi τῆς Thugga, Μ. Licinius Rufus ἐδώρησε ἀγορὰ καὶ μικρὸ ναό. Δείγματα οἰκοδομικοῦ ἔργου στὴν πόλη ἔχομε πάλι μισό αἰῶνα ἀργότερο, ἐπὶ Ἁδριανοῦ ὁπότε κτίζονται δύο ναοὶ τῆς Ὁμονοίας ὑπὸ τῆς οἰκογενείας ὀνόματι Gabinius κομίστριας ἢ μισθώτριας τῶν αὐτοκρατορικῶν κτημάτων, δαπάνης πεντήκοντα χιλιάδων σηστερτίων. Ἄλλος πάτρων καὶ ἡ κόρη του, λειτουργὼν ὡς ἱερεύς, δαπάνησε ἑβδομήκοντα χιλιάδες σηστέρτιους γιὰ ναὸ τῆς Fortunae, καὶ κάποιος τρίτος δώρησε ἕναν μικρὸ ναὸ τῆς Pietatis. Ἑπὶ Ἀντωνίνου τοῦ Εὐσεβοὺς οἱ Gabinii δώρισαν τὴν στοὰ ποὺ περικλείει τὸ forum, καὶ μία εὐεργέτις, ἡ Iulia Paula Laenatiana, ἀνήγειρε εὐμεγέθη ναὸ ἀφιερωθέντα στὴν Minervae. Ἐπὶ Μάρκου Αὐρηλίου ἡ πόλη ἀναβαθμίζεται καθὼς ὁ pagus μπορεῖ πλέον νὰ δέχεται δωρεές, πρᾶγμα ποὺ ἑορτάζεται μὲ τὴν ἀνέγερση καπιτωλίου, ὑπὸ τοῦ iudicι (δικαστῆ) κεχρισμένου ὑπὸ τοῦ Ἀντωνίνου στὴν Ῥώμη,  Marcum Simplex. Ὁ ἀδελφός του Marcius Quadratus, ἐδώρισε τὸ θέατρο, καθὼς κάποιος ἄλλος ἔκτισε μεγάλο ναὸ δαπάνης IIS150.000. Ἐπὶ Κομμόδου συνεχίσθησαν τὰ οἰκοδομικὰ ἔργα (πλατεία, στόα, ναός Μercuri) μὲ σημαντικώτερο τὸ ἑπτὰ μιλίων ὑδραγωγεῖο· IIS100.000 ἔδωσε ὁ Octavius Victor Roscianus γιὰ ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Saturno, τὸν καιρὸ τοῦ Σεβήρου ὁπότε καὶ ἡ πόλη ἔγινε δήμος, μὲ ἐπιπλέον θριαμβικὴ ἁψῖδα· IIS100.000 ἐπίσης ξόδεψε ἡ Gabinia Hermione γιὰ ναὸ ἐπὶ Καρακάλλα, ἐνόσῳ διάφοροι εὐεργέτες ἐπόρισαν χρήματα γιὰ τὸν ἱππόδρομο (circus) ὑπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ Σεβήρου Ἀλεξάνδρου. Ἡμικυκλικὸς ναὸς ἀφιερωθεὶς στὴν Caelesti δωρήθη ἀπὸ κάποιον ἀκόμη Γαβίνιο, καὶ ἀνηγέρθη μία ἀκόμη θριαμβικὴ ἁψὶς ἐπὶ εὐχαριστία στὸν αὐτόκρατορα γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς ἐλευθερίας τῆς Τούκκας (τῶν φορολογικῶν της προνομίων).  Κατὰ τὸν τρίτο μ.Χ. αἰῶνα μειώθηκαν τὰ ἔργα μὲ ἐξαίρεση τὰ λουκίνια λουτρά γιὰ νὰ ἑορτασθῆ ἡ νέα ἀποικιακὴ σύσταση τῆς πόλης ὑπὸ τοῦ Γαλλιηνοῦ, ἕναν ναὸ στὸν Tello, καὶ μία στοά. Τὰ οἰκοδομικὰ ἔργα ἐκκινοῦν πάλι ἐπὶ Διοκλητιανοῦ ὁπότε ἀνεγείρονται ναὸς στὸν Geniο Patriae ἰδιωτικῇ δαπανῃ, καὶ στοὰ τοῦ ναοῦ τῆς Matris Deum, δημοσίᾳ.

ἐπιγραφὲς στὴν Thamugadi

Ἂν στὴν περίπτωση τῆς Τούκκας ἡ ἐλλειψη διοικητικῶν δομῶν ἀλλὰ καὶ τὸ μικρὀ της μέγεθος καλλιέργησαν τὸ ἔθος τῆς ἰδιωτικῆς εὐεργεσίας, σὲ ἄλλες πόλεις τῆς Ἀφρικῆς ὅπως ἡ Thamugadi (Θαμονδάκανα) στὴν Νουμιδία (colonia marciana ulpia traiana Thamugadi) ὁ κανὼν γιὰ τὴν οἰκοδόμηση τῶν δημοσίων κτηρίων εἶναι οἱ δημόσιοι πόροι τῆς πόλης. Καταρχὰς ἡ Thamugadi ἦταν μεγαλύτερη τῆς Thugga. Ἡ δεύτερη εἶχε δύο λουτρά, καθὼς ἡ πρώτη, τέσσερα. Ἐπιπλέον ἡ Thamugadi ἦταν πλήρης ῥωμαϊκὴ ἀποικία ἱδρυθεῖσα ὑπὸ τοῦ Τραϊανοῦ γιὰ βετεράνους τῆς λεγέωνας ΙΙΙ Augusta, ἔτσι εἶχε summae honorarie γιὰ λειτουργίες. Ἡ θέση τοῦ flaminis ἐτιμᾶτο IIS10.000, ἐνῷ τοῦ duumviri, IIS 2.000, ἀλλὰ βέβαιον εἶναι ὅτι εἶχε καὶ δημοτικὲς γαῖες. Ἔτσι ἠδύνατο νὰ ἀνεγείρῃ πολὺ μεγαλύτερα κτήρια προς ἐκεῖνα τῆς Τούκκας: Τὸ καπιτώλιο τῆς εἶχε εἴκοσι δύο κίονες πρὸς ἕξ τοῦ καπιτωλίου τῆς Τούκκας. Πλείστα τὰ δημόσια κτήρια ἔγιναν δημοσίᾳ δαπάνῃ ἐξὸν ἡ ἀγορὰ κατὰ τὰ τέλη τῆς δυναστείας τῶν Σεβήρων μὲ πόρους του eques Μ. Plotius Faustus καὶ ἡ βιβλιοθήκη μὲ IIS 400.000 τοῦ συγκλητικού Julius Quintianus Flavius Rogatianus. Ὁ DuncanJones μνημονεύει τὸν κατάλογο κτηρίων τοῦ Romanelli στὴν Ἀφρικὴ ἀπὸ τοῦ Τραϊανοῦ μέχρι τοῦ Καρακάλλα ὅπου ἐξαιρέσει Thugga καὶ Thamugadi εἶναι 42% δημοσίαις δαπάναις καὶ 58% ἰδιωτικαῖς. Ὅταν ὅμως κατατάσσει τὰ κτήρια κατὰ χρονολογία συμπεραίνει ὅτι ἀρχικῶς (98-138 μ.Χ.) ἡ ἀναλογία εἶναι 1/3 γιὰ νὰ καταλήξῃ  (193-217 μ.Χ.) 52% ἀντὶ 48%. Θεωρεῖ λοιπὸν ὅτι αὐτὴ ἡ μεταλλαγὴ ὀφείλεται στὸ ὅτι ῥωμαϊκοὶ οἱκισμοί, ἀρχικὰ pagi ἀποίκων καὶ civitates αὐτόχθονων, βαθμηδόν ἀπέκτησαν σύσταση δήμου (municipii) καὶ ἀποικίας (coloniae) μὲ summae honorariae. Βέβαια καὶ στὴν τελευταία περίπτωση τὰ χρήματα ἐμμέσως δίδονται ἀπὸ τοὺς πλουσίους ποὺ δύνανται νὰ ἀγοράσουν ἀξίωμα.

Μετὰ τὸν τρίτο αἰῶνα οἱ ἀναθηματικὲς ἐπιγραφὲς εὐεργετῶν μειώνονται, δεικνύοντας ἔτσι ὅτι ἐξασθενεῖ τὸ πολιτικὸ (civic) ἰδεώδες, πρᾶγμα ὄχι ἄσχετο μὲ τὴν πολιτικὴ (political) κρίση τῆς ἐποχῆς καὶ τὶς οἰκονομικὲς μεταρρυθμίσεις καὶ τὶς φορολογικὲς ἐπιβαρύνσεις τοῦ Διοκλητιανοῦ. Ὁ Κωνστάντιος, γράφει ὁ Gibbon (κεφ. XIV), ἀντὶ νὰ μιμηθῇ τὴν ἀνατολικὴ munificence τῶν προκατόχων του διετήρησε τὴν αἰδῶ ποὺ προσήκει σὲ ῥωμαῖο ἡγεμόνα. Πλέον τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰουστινιανοῦ, ὁ κύριος κτίτωρ εἶναι ὁ αὐτοκράτωρ μὲ πόρους ποὺ προέρχονται ἀπὸ φόρους. Τὸ περὶ κτισμάτων de aedificiis τοῦ ἰλλουστρίου Προκοπίου Καισαρέως, εἶναι ἕνας πανηγυρικὸς στὸν Ἰουστινιανὸ ποὺ παρουσιάζει τὸν χριστιανὸ αὐτοκράτορα νὰ κτίζῃ τεμένη στὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ ἔργα ὑπὲρ τῆς εὐδαιμονίας τῶν ὑπηκόων του. Μνημονεύει τὸν ναὸ τῆς ἀγίας Σοφίας, τὴν γέφυρα στὸν Σαγγάριο, νέα ἢ ἐπισκευασμένα ὑδραγωγεῖα καὶ ἄλλα, ἀλλὰ καὶ ἔργα προηγουμένων αὐτοκρατόρων ὅπως ἡ ὀχύρωση τῆς Κωνσταντίας καὶ τῆς Ἰστρίης ὑπὸ τοῦ Ἀναστασίου ποὺ ἀποδίδει στὸν Ἰουστινιανό. Ὅσο γιὰ τὴν φιλοπτωχία, αὐτὴ εὑρίσκεται πλέον ὑπὸ μερίμνῃ τῆς Ἐκκλησίας. Οὐσιαστικῶς δὲν παύει τὸ ἔθος τῆς εὐεργεσίας, ἁπλῶς ἀλλάζει: ἡ ἐκκλησιαστικὴ καὶ μοναστικὴ περιουσία δημιουργεῖται παρὰ δωρεῶν ἰδιωτῶν, καθὼς ἡ ἰδεώδης πολιτεῖα εἶναι πλέον ὑπερουράνιος.

[ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ] Πράγματι ἡ νέα χριστιανικὴ ἰδέα τῆς διακονίας ἤλθε σὲ σύγκρουση μὲ τὴν ὑφισταμένη ἰδέα τῆς εὐταξίας. Κατὰ τὴν δεύτερη πρέπει νὰ συντηρεῖται ἡ κοινωνικὴ ἱεραρχία στὸν δημόσιο χῶρο, ὅταν κατὰ τὴν πρώτη ὁ πλούσιος πρέπει νὰ ἐκδυθῇ τῶν χλιδανῶν του ἐνδυμάτων καὶ νὰ φροντίσῃ ἀσθενείς, πτωχοὺς καὶ ὁδοιπόρους, ἂν ὄχι νὰ παραιτηθῇ τῶν πλούτων του καὶ ν’ ἀσκήσῃ βίον ἀσκητικό· ὁ Ἰουστινιανὸς θὰ εἰσαγάγῃ στὸν νόμο νέοτοκο γιὰ τὴν ῥωμαϊκὴ ἀντίληψη διάταξη κατὰ τὴν ὁποία ἅπαξ μονάσει τις, ἡ ὑπόστασή του περνάει αὐτομάτως στὴν κυριότητα τοῦ μοναστηρίου, πρᾶγμα ποὺ θέτει ὅρια στὴν ἐκουσία πενία τοῦ χριστιανισμοῦ (δηλαδὴ νὰ μοιράσῃς τὰ ὑπάρχοντά σου στοὺς πτωχοὺς καὶ μετὰ νὰ μονάσεις). Οἱ προηγούμενοι αὐτοκράτορες διὰ νόμου ἀπηγόρευαν τὴν ἐκποίηση τῆς περιουσίας τῶν γαιοκτημόνων ποὺ ἦσαν πολιτευόμενοι ἢ βουλευταὶ τῶν δήμων (decuriones, curiales) ἕνεκα θρησκείας, καθὼς ἔχαναν λειτουργούς (ἡ λεγομένη φυγὴ τῶν λειτουργῶν), βασικοὺς γιὰ τὴν διοίκηση καὶ τὸν φίσκο[xxi]. Στὸν πανηγυρικὸ του γιὰ τὸν Κωνσταντῖνο, ὁ Εὐσέβιος ὁ Καισαρεὺς ἐπαναπροσδιορίζει τὶς αὐτοκρατορικὲς ἀρετές:

[1.9.1] Εἶτ’ οὐ λόγοις μὲν τοῦτ’ ἔπραττεν ἀφυστέρει δὲ τοῖς ἔργοις, διὰ πάσης δὲ χωρῶν ἀρετῆς παντοίοις εὐσεβείας καρποῖς ἐνηβρύνετο, μεγαλοψύχοις μὲν εὐεργεσίαις τοὺς γνωρίμους καταδουλούμενος, κρατῶν δὲ νόμοις φιλανθρωπίας, εὐήνιόν τε τὴν ἀρχὴν καὶ πολύευκτον ἅπασι τοῖς ἀρχομένοις κατεργαζόμενος, εἰσότε λοιπὸν μακραῖς περιόδοις ἐτῶν κεκμηκότα αὐτὸν θείοις ἄθλων ἀγῶσι βραβείοις ἀθανασίας ὃν ἐτίμα θεὸς ἀναδησάμενος, θνητῆς ἐκ βασιλείας ἐπὶ τὴν παρ’ αὐτῷ ψυχαῖς ὁσίαις τεταμιευμένην ἀτελεύτητον ζωὴν [1.9.2] μετεστήσατο, τριττὴν παίδων γονὴν τῆς ἀρχῆς διάδοχον ἐγείρας.

Σὲ παρόμοιο τόνο εἶναι οἱ νουθεσίες τοῦ Ἀγαπητοῦ τοῦ διακόνου στὸν Ἰουστινιανό, ὅπου ἡ αὐτοκρατορικὴ εὐεργεσία νοουμένη πλέον χριστιανιστὶ ὡς φιλοπτωχία καὶ ἐλεημοσύνη, πέραν τῆς ἐπιγείου βασιλείας ἐξασφαλίζει καὶ τὴν ὑπερουράνιο, καθὼς ἐξυψοῖ τοὺς ὑπηκόους του μαζὶ του στὴν μίμισιν θεοῦ. Ἡ ῥωμαϊκὴ πατρωνεία καὶ ἡ ἑλληνικὴ φιλανθρωπία ποὺ ἦσαν ἐπίσης μιμήσεις θεοῦ, λαμβάνουν στὴν Ῥωμανία χριστιανικὸ περιεχόμενο. Πὲραν ὅμως τοῦ αὐτοκράτορα μέγα μέρος τῶν ἱερῶν ἱδρυμάτων ὑπήρξε ἰδιωτικό θέμα, τὸ ὁποῖο καὶ  μελετάει ὁ John Philip Thomas στὸ πόνημά του Private Religious Foundations in the Byzantine Empire [1987]. Ἄρχει μνημονεύοντας τὴν ἀρχιτεκτονικὴ μεταφορά τῆς Ἐκκλησίας στὴν πρὸς Ἐφεσίους επιστολή (2.19-22), θὰ λέγαμε μάλιστα μὲ ὅρους βιωματικοῦ χώρου (ἐκκλησία, conventiculum):

ἄρα οὖν οὐκέτι ἐστὲ ξένοι καὶ πάροικοι, ἀλλὰ συμπολῖται τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ, ἐποικοδομηθέντες ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν, ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐν ᾧ πᾶσα ἡ οἰκοδομὴ συναρμολογουμένη αὔξει εἰς ναὸν ἅγιον ἐν Κυρίῳ· ἐν ᾧ καὶ ὑμεῖς συνοικοδομεῖσθε εἰς κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ ἐν Πνεύματι.

Μελανία ἡ νεωτἐρα

Πρὸ ἀναγνώρισης τοῦ χριστιανισμοῦ πράγματι, ἡ domus ecclesiae στὴν Δοῦρα Εὐρωπὸ (235) ἦταν ἰδιωτικὸ οἴκημα καὶ ἐν γένει κατὰ τὸν γ΄ αἰῶνα, ἐκκλησίες καὶ κοιμητήρια ἦσαν δεσποτεῖες τῶν ἐπισκόπων ἢ κοινοτικὲς κατὰ τὸν ius corporis, πράγματα ποὺ γνωρίζομε ἀπὸ τὶς κατασχέσεις τῶν διωγμῶν καὶ τὶς ἐπιστροφὲς αὐτῶν. Οἱ καθολικὲς (i.e. δημόσιες) ἐκκλησίες  ἢ βασιλικές, ἐμφανίζονται ἅμα τῇ πατρωνείᾳ τοῦ Μέγα Κωνσταντίνου. Ὅμως ἱερὰ ἱδρύματα, κυρίως μοναστήρια, δὲν ἔπαυσαν νὰ βασίζονται σὲ ἰδιώτες πάτρωνες:  Ὁ αἰγύπτιος γαιοκτήμων Πετρώνιος ἀνήγειρε τὸ κοινόβιο τοῦ Παχωμίου τὸ 340 στὸ Ταβεννήσι τοῦ Νείλου· ὁ σύρος μοναχὸς Ἰσαὰκ ἔπεισε τὸν Φλάβιο Σατουρνίνο (Flavius Saturninus)νὰ κτίσῃ τὸ 382, μοναστήρι στὴν Κωνσταντινούπολη· ἡ ὁσία Μελανία ἡ πρεσβυτέρα θυγάτηρ τοῦ ὑπάτου Μαρκελλίνου τῆς Ἱσπανίας ἔκτισε μονὴ στὰ Ἱεροσόλυμα στὴν ὁποία ἐμόνασε ἡ ἴδια γιὰ εἴκοσι ἑπτὰ ἔτη μέχρι τῆς κοιμήσεως της τὸ 410 ὅπως καὶ ἐκκλησίες καὶ ξενοδοχεῖα γιὰ προσκυνητές. Ἡ ἐγγονή της Μελανία ἡ νεωτέρα ἀφοῦ ἐγκατέλειψε μὲ τὴν οἰκογένειά της τὴν Ῥώμη κατὰ τὴν ἐπιδρομή του Ἀλαρίχου, ἵδρυσε δύο μεγάλα μοναστήρια ἕνα στὴν Ταγάστη τῆς Νουμιδίας καὶ ἀργότερα στὰ Ἱεροσόλυμα, δίδοντας ἀντὶ δωρεῶν, οἶκο καὶ πρόσοδο. Ἄλλη εὐεργέτις ἡ ὁσία Ὀλυμπιᾶς ἡ διακόνισσα ἀνήγειρε μοναστήρι στὴν Κωνσταντινούπολη παρὰ τὴν ἁγία Εἰρήνη, ἐπὶ ἀρχιεπισκόπου Ἰωάννου Χρυσοστόμου. Τὸ ἰδιωτικὸ εὐκτήριον (εὐκτήριος οἶκος, domus oratorionis, oratorium) ἦταν ὁ κανὼν στὴν ἐξοχή. Τέτοιου τύπου κτήρια ἦσαν ἀναγκαῖα γιὰ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν παγανιστικῶν ἀκόμη ἀγροτικῶν περιοχών (ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μέμφεται τοὺς γαιοκτήμονες ποὺ κτίζουν ἀγορὲς καὶ λουτρὰ γιὰ τὸν λαὸ ἀλλὰ ὄχι ἐκκλησίες), ἀλλὰ σὲ τέτοια κατέφευγαν καὶ οἱ αἰρετικοί. Ἐπίσης ἡ ἰδιωτικὴ πατρωνεία ἀπαντᾷ καὶ στὴν ὑστεροφημία πατρικίων οἰκογενειῶν τὰ μέλη τῆς ὁποίας ἐθάβοντο καὶ μνημονεύονται στὸ δωρισθέν τέμενος. Τέτοια ἦταν ἡ περίπτωση τοῦ ναοῦ τοῦ ἀγίου Θεοδώρου στὴν Κωνσταντινούπολη, στὸν τόπο ποὺ ἐμαρτύρησε ὁ ἅγιος, κτισθεὶς κατόπιν πυρκαϊᾶς ὑπὸ τοῦ πατρικίου Σφωρακίου (Sporacius, ὕπατος ἐπὶ Ἀρκαδίου, 452) καὶ ὅπου ἐτάφη ὁ ἀνεψιός του, ὅπως φανερώνουν τὰ δύο ἀναθηματικὰ ἐπιγράμματα στὴν παλατινὴ ἀνθολογία:

Σφωράκιος ποίησε φυγὼν φλόγα μάτρυρι νηὸν

Σφωράκιε, ζώοντι φίλα θρεπτήρια τίνων
γήθεεν Ἀντόλιος, σὸς ἀνεψιός· οἰχομένῳ δε
αἰεὶ σοι γεραρῆν τελέει χάριν· ὥςτε καὶ ἄλλην
εὗρε, καὶ ἐν νηῷ σ’ ἀνεθήκατο, τὸν κάμες αὐτός.

Παλατινὴ Ἀνθολογία Ι: Τὰ τῶν Χριστιανῶν Ἐπιγράμματα, 8, 7

ψηφιδωτὸ τοὺ 705 μὲ παράσταση τοῦ Πάπα Ἰωάννου Ζ΄ ὡς κτίτορος

Ὡς τὴν ἐποχὴ τῆς ἰουστινιανείου δυναστείας ὁ ναὸς ἔγινε βασιλικός, συλλειτουργὼν μὲ τὸν ναὸ τῆς ἀγίας Σοφίας. Παρομοίως καὶ ὁ ναὸς τῆς Θεοτόκου τῶν Χαλκοπρατείων ποὺ ἐκτίσθη ὑπὸ Πουλχερίας καὶ ἔγινε βασιλικός. Ὁ praefectus praetorio καὶ ὕπατος Φλάβιος Ρουφίνος (Flavius Rufinus) ἵδρυσε ἐκκλησιαστικὸ συγκρότημα στὰ περίχωρα τῆς Χαλκηδόνος μὲ ναὸ τῶν ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, μοναστήρι καὶ προσωπικὸ εὐκτήριο. Ὁ πελάτης του ἐχθροῦ του, Φλαβίου Στιλίχωνα, ποιητὴς Κλαύδιος Κλαυδιανός, τὸν κατέκρινε γιὰ μελαυχία. Μετὰ τὴν πτώση του Ρουφίνου, τὸ συγκρότημα πέρασε στὸν ἀντίπαλο καὶ διάδοχό του στὴν θέση τοῦ ὑπάτου, εὐνοῦχο Εὐτρόπιο καὶ μετὰ τὴν καθαίρεσή του ὑπὸ τοῦ Ἀρκαδίου, κατεσχέθη (399). Παρὅλα ταῦτα, ὁ ἅγιος Ὑπάτιος ποὺ κατῴκησε τὰ ἐρείπια τοῦ μοναστηρίου καὶ το ἐπισκεύασε, μνημόνευε τὸν Ρουφίνο ὡς μακάριο. Ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ εὑρίσκεται στὴν κατοχὴ τοῦ στρατηγοῦ Φλαβίου Βελισαρίου πιθανὼς ὡς σύνταξη γιὰ τὶς ὑπηρεσίες του. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὁ αὐτοκράτωρ θέλοντας νὰ περιορίσῃ τοῦ αἰρετικοὺς ποὺ κάμουν χρήση τῶν ἰδιωτικῶν εὐκτηρίων,  ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν τρέπονται πολλὰ τέτοια κτίσματα σὲ βέβηλες χρήσεις (ταβέρνες, ἐργαστήρια, ἰδιωτικὲς κατοικίες κ.α.) ἐπιβάλλει τὴν μὴ ἐπιστροφὴ τῆς δωρεᾶς (ὁ ἅπαξ δωρησάμενος οὐ δύναται ἀνατρέπειν τὴν δωρεάν) καὶ ὅλα τὰ θρησκευτικὰ ἱδρύματα νὰ ὑπάγονται στὸν τοπικὸ ἐπίσκοπο. Ἔτσι ὁ Ἰουστινιανὸς πέρασε τὶς ἀποφάσεις τοῦτες τῆς συνόδου τῆς Χαλκηδόνας (451) στὸν κώδικά του, περιορίζοντας οὐσιαστικὰ καὶ τὰ εὐκτήρια. Μάλιστα, γιὰ νὰ μὴν ἀλλοτριοῖ κανεὶς τῆν δεσποτεία του κατὰ τὴν δωρεὰ καὶ νὰ μὴν ἀφιένται τὰ ἱδρύματα παραμελημένα[xxii] προτείνεται ἡ ὑποθήκευσή της ἢ ὅπως ὀνομάζεται στὸ ῥωμαϊκὸ δίκαιο, ἐμφύτευσις (ἡ ὁποία οὔτε μίσθωσίς ἐστιν οὔτε ἐκποίησις) καὶ ἡ δωρεὰ τοῦ ἐτησίου τέλους (annuities) ὑπὲρ ἐπισκευῶν καὶ μισθῶν κληρικῶν (χορηγιῶν). Ἐπίσης ἐπικελεύεται γιὰ ἐπισκευὲς, ἡ ἁπλῆ δωρεὰ δαπανημάτων ἢ ὅπως θὰ ὀνομασθοῦν τὸν δέκατο αἰώνα, χαριστικῶν, καθὼς ἀπονέμεται ὁ τίτλος τοῦ κτίτορος καὶ σὲ μικροτέρους δωρητές. Τέλος, ἐδόθη τὸ δικαίωμα στὸν δωρητὴ νὰ ἐπιστάται στὸ εὐεργετηθὲν ἵδρυμα προτείνοντας διοικητικὰ μέλη ἢ νὰ προβάλλῃ (προτείνῃ σὲ ἐκλογή, designare) ἱερεὶς ἂν πρόκειται περὶ ναοῦ. Παρὅτι ὁ κλήρος δὲν πλήρωνε κεφαλικὸ φόρο, collation lustralis, munera, ἡ γῆ τῶν ἱερῶν ἱδρυμάτων ὑπήγετο σὲ φορολόγηση. Καθὼς νόμος τοῦ Ἀναστασίου ἀπηγόρευε τὴν συλλογὴ ἀπαρχῶν καὶ προσφορῶν ἐξ ἀνάγκης, εἴτε ἀπὸ μέρους τοῦ κλήρου εἴτε τῶν εὐεργετῶν, ὁ Ἰουστινιανός, γιὰ νὰ μὴν γεμίσῃ ὁ φίσκος μὲ κατασχεθέντα ἀκίνητα, δίδει τὴν δυνατότητα πώλησης σὲ ἰδιώτες.  Ὅμως κατὰ νόμο τοῦ 529, δωρηθεῖσα ὑπὸ συγκλητικῶν ἰδιοκτησία ἐκπίπτει φόρων καὶ κατὰ τὴν κθ΄ νεαρὰ τοῦ Λέοντος δωρεά μέχρι 500 νομισμάτων εἶναι ἀνεμφάνιστος (ἀφορολόγητος).  Ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ πέραν τῆς αὐτοκρατορικῆς πατρωνείας ἀπαντῶμε ἰδιωτικὲς εὐεργεσίες ὀφφικιαλίων (Βελισάριος ―ξενοδοχεῖο καὶ ἐκκλησία στὴν Ῥώμη, Πέτρος ὁ πατρίκιος―ἔτρεψε τὴν ἐπαυλή του σὲ γηροκομεῖο, Φαρασμάνης ὁ παρακοιμώμενος―μοναστήρι τοῦ ἁγίου Μάμα, Ναρσῆς―ἵδρυμα μὲ γηροκομεῖο, ξενῶνα, ἐκκλησία) ἀλλὰ καὶ δωρέες τοῦ Ἰουστινιανοῦ σὲ εὐαγὴ ἱδρύματα[xxiii]. Τὸν ια΄ αἰ. εἶχε γίνει κατάχρηση τῶν χαριστικῶν ἀπὸ ὅσους λάμβαναν τὸ δικαίωμα τῆς διοίκησης ἱδρυμάτων ὥστε οἱ εὐεργέτες ἰδιοκτήτες αὐτῶν νὰ φοβοῦνται τὴν ὑφαρπαγὴ αὐτῶν παρὰ τῶν χαριστικαρίων. Παρὰ τὴν προσπάθεια τοῦ Ἀλεξίου Κομνηνοῦ νὰ ἀποτρέψῃ αὐτὸ διὰ ἐπιτροπῶν καὶ ἀπαγόρευσης πώλησης καὶ κληρονόμησης του δικαιώματος, οἱ εὐεργέτες κινήθησαν πρὸς τὴν αὐτονόμηση μονῶν καὶ ἱδρυμάτων[xxiv] πρᾶγμα ποὺ ὑπεστήριξε ὁ διάδοχός του Μανουὴλ μὲ τὴν ἐπέκταση τῶν φορολογικῶν ἐκπτώσεων καὶ τῆς ἀπαγόρευσης τῆς ἀναγκαστικῆς ἐργασίας τῶν μοναχῶν.

κτιτορικόν χρυσόβουλλον τοῦ Ἀλεξίου Γ΄ τῶν Μεγἀλων Κομνηνῶν ὅπου παριστᾶται μὲ τὴν σύζυγό του Θεοδώρα

Ἐνόσῳ ἡ εὐεργεσία στὸ κέντρο τοῦ ῥωμαϊκοῦ κράτους ἔπασχε ὑπὸ κάποιου αὐξανομένου κρατικοῦ ἐλέγχου, ἡ περιφέρεια, ἔχαιρε ἰδιωτικῶν εὐεργεσιῶν ὅπως δεικνύουν οἱ μνεῖες σὲ αἰγυπτιακοὺς παπύρους ποὺ παρουσιάζει ὁ Thomas στὸ τρίτο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου του: τὰ βασιλικὰ ἱδρύματα περιορίζονται στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὑπὸ Θεοδοσίου Α΄ καὶ Ἀρκαδίου ὅπως ἦταν καὶ τὸ Caesarium ἢ Σεβαστεῖον ποὺ μετετράπη σὲ χριστιανικὸ τέμενος καὶ πατριαρχικὴ ἕδρα ὑπὸ τοῦ Κωνσταντίου Β΄ καὶ ἐγκαινιάσθη παρὰ τοῦ Μέγα Ἀθανασίου Ἀλεξανδρείας. Οἱ ἐπίσκοποι ἦσαν συχνὰ πάτρωνες καθολικῶν ἐκκλησιών, στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀλλὰ καὶ σὲ Ἀφροδιτώ, Ὀξύρρυγχο, Ἐρμούπολι, Ἀπολλωνόπολι. Στὴν Ἀφροδιτώ, ὁ σακελλάριος τοῦ κόμητος Ἀμμωνίου, Ἀπολλῶς ἔκτισε μονὴ καὶ ἔγινε ἡγούμενός της. Σὲ μονὲς τῶν Θηβῶν ἡ διοίκηση ἐκληρονομεῖτο στὸν κάθε ἡγούμενο διὰ διαθήκης μαζὶ μὲ τὴν ἰδιοκτησία τῆς μονῆς πρᾶγμα ποὺ φανερώνει τὸ καθεστὼς ἀνεξαρτησίας αὐτῶν. Μοναχοὶ ἐπίσης ἔκτιζαν ἱδρύματα ὅπως τὸ ξενοδοχεῖο τοῦ Ψαιοῦ στὸ μοναστήρι τοῦ Ἀπολλῶ. Σὲ ἄλλον πάπυρο κόμης προτίθεται νὰ προμηθεύσει τὰ ἀναγκαῖα σὲ ἐπίσκοπο γιὰ ἀνέγερση ἐπισκοπείου δίδοντάς τον τὴν ἐπιστασία ἀλλὰ ὡς φαίνεται καὶ τὴν δεσποτεία ἐπὶ τοῦ κτίσματος.

ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου στὴν Νίσιβι

Χριστιανικὰ ἱδρυματα ἀπαντῶνται καὶ ἐκτὸς ῥωμαϊκῆς ἐπικρατείας, στὰ ἰμανιτικὰ βασίλεια τῶν Γασσανιδῶν καὶ τῶν Λαχμιδῶν καὶ στὴν ἐπικράτεια τῶν Σασσανιδῶν[xxv]. Ὅπως μνημονεύει τὸν ι΄ αἰῶνα ὁ Abū Nu‘aym alIṣfahānī στὰ κιτάπια τῶν μονῶν (kitab ad-diyarat), τρεῖς ὁμάδες ἰμανιτῶν Χριστιανῶν εἶχαν ἅμιλλα ἀναμεταξύ των γιὰ τὴν οἰκοδόμηση ἐκκλησιῶν (biya‘) μὲ ἐπιμέλεια στὴν διακόσμηση (ziyyi) καὶ τὸ κάλλος τῆς δομῆς: ὁ οἶκος τοῦ Ἀλαμουνδάρου στὴν Χιρᾶ (Λαχμίδες) καὶ τοῦ Γασσᾶν στὴν Ἀσσάμ καὶ τοῦ Banū al-Ḥārith ibnKab τῶν Χαριθιδῶν στὴν Ναϊρᾶν. Οἱ μονὲς αὐτῶν (diyarat) ποὺ ἦσαν πολὺ ὑψηλές, ἵσταντο σὲ τόπους ὅπου πληθοῦν δένδρα, κῆποι καὶ πηγές. Συνήθιζαν νὰ ἔχουν σκεύη (alat) χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, καὶ ποικιλτὰ βῆλα. Οἱ τοίχοι ἦσαν ἐπενδεδυμένοι μὲ ψηφιδωτά καὶ οἱ ὁροφὲς μὲ χρυσό. Ὀ Ἰωάννης τῆς Ἐφέσου, στοὺς βίους ἀνατολικῶν ἁγίων κατὰ τὸν ϛ΄ αἰῶνα, ἐπιβεβαιοῖ ὅτι ὁ γασσανίδης Φλάβιος Ἀλαμουνδάρος κατόπιν νικηφόρου ἐκστρατείας κατὰ τῶν Λαχμιδῶν τὸ 575, τῶν λαφύρων ἐμοίρασε δῶρα σὲ μοναστήρια, ἐκκλησίες καὶ πτωχούς. Ὁ Ἰσαὰκ τῆς Ἀντιοχείας ἀπεναντίας μέμφεται τὸ ὅτι οἱ μοναχοί, μὲ τὰ μεγαλαυχὴ ἔργα, ἐγκατέλειψαν τὰ ὕψη καὶ ἐποντίσθησαν στὰ βάθη: Ὁ ἥλιος ἐρυθριεῖ νὰ βλέπῃ μοναχοὺς νὰ τρέπωνται σὲ ἐμπόρους. Χάριν προσηλυτισμοῦ τῶν νομάδων ὁ ἰακωβίτης (μιαφυσίτης) μητροπολίτης (maphryānā) τῆς ἀνατολης  Ἀχουδεμμὲχ (ܐܚܘܗܕܐܡܗ) ὅταν ἦταν ἐπίσκοπος στὴν Βέθ Ἀραβάγε («γῆ τῶν Ἀράβων»,  βόρειος Μεσοποταμία), ἔκτισε μονὲς καὶ ἱερὰ κτήρια μὲ πάτρωνες τοὺς φυλάρχους τῆς περιοχῆς. Κτισμένα σὲ πηγάδια ἐπὶ ἐμπορικῶν ὁδῶν χρησίμευαν ὡς σταθμοὶ γιὰ νομάδες καὶ ἐμπόρους. Τέτοια ἦταν ἡ μεγαλοπρεπής μονὴ τοῦ ἁγίου Σεργίου ποὺ ἵδρυσε ὁ διαδοχός μητροπολίτης Μαροῦθα (ܡܪܘܬܐ ܕܬܓܪܝܬ) στὸν δρόμο μεταξὺ Ταγρίτ (ἀλεξανδρινὴ Βίρθα) καὶ ’Āqūla (μελλοντικὴ ἀλ-Κοῦφα), ὅπου ὁ ὁδοιπόρος εὕρισκε στέγη, πῶμα καὶ τροφή, καὶ ἀκόμη νὰ θαυμάσῃ τὴν ὑπέροχη ἀρχιτεκτονική, ἂν ὄχι νὰ ἴδει τὴν λειτουργία, καὶ βεβαίως ν’ ἀσπασθῇ τὰ λείψανα. Ὁ Andrew Palmer στὸ Monk and Mason on the Tigris Frontier: The Early History of TurAbdin[xxvi] παρατηρεῖ μὲς στοὺς βίους ἁγίων μιὰ βαθμηδόν μετάβαση ἀπ’ τὰ θαύματα ζώντων ἁγίων σὲ λείψανα ἁγίων. Ὅμως τὸν ζ΄αἰῶνα ζῶντες μοναχοὶ καὶ λείψανα εἰλκύουν ἐξίσου τὸ ἐνδιαφέρον. Ἄλλος κτίτωρ ἧταν ὁ ἁγιος Συμεὼν τῶν ἐλαιῶν (ܫܡܥܘܢ ܕܙܝ̈ܬܐ) μητροπολίτης τῆς Χαρρὰν (γνωστὴ καὶ ὡς Κάραι ἢ Ἑλληνόπολις) ποὺ, κατὰ τὸν ἁγιογράφο του, χάριν συντήρησης τῶν μοναστηριῶν, τὰ προμήθευσε μὲ κτήματα, γαῖες (τὸ παρωνύμιο ἀφορᾷ τὰ 12.000 ἐλαιόδενδρα ποὺ φύτεψε) ἀλλὰ καὶ ἐγκαταστάσεις ποὺ ἔφεραν προσόδους, χάρις σὲ κάποιον θησαυρὸ ποὺ ἀνακάλυψε: Στὴν Νίσιβι (Ἀντιόχεια ἐν Μυγδονία), σὲ ἐρείπια ἔξω τῆς ἀνατολικῆς πύλης, ἵδρυσε αὐτὸς μεγάλη καὶ κατάκοσμο μονή γιὰ ἀναχωρητὲς μὲ ξενοδοχεῖο (daira putqa) γιὰ ἐμπόρους καὶ ὁδοιπόρους καὶ ἀγόρασε πέντε μυλόπετρες καὶ τρεῖς κήπους γιὰ τὴν μονή. Ἐντὸς τῆς πόλης ἀφιέρωσε δυὸ ἐκκλησίες στὴν Θεοτόκο καὶ τὸν ἅγιο Θεόδωρο. Ἐπισκεύασε τὶς μονὲς τῆς Γεννήσεως καὶ τῆς ἁγίας Φεβρωνίας γιὰ μοναχές. Γιὰ τὰ τρία μοναστήρια ἀπέκτησε μαγαζιά, αὐλὲς καὶ σπίτια. Ἔφτειαξε λουτρὰ γιὰ τὴν μονὴ τοῦ ἁγίου Ἐλισσαίου. Τὰ ἱδρύματα στὴν πόλη ἐκτίσθησαν μὲ προσόδους τῆς παλαίτερης μονῆς Qartmin στὴν Tur ‘Adbin (κτισμένης χάρις σ’ εὐεργεσίες ῥωμαίων αὐτοκρατόρων, Ἀρκαδίου και Ὁνωρίου, Θεοδόσιου Β΄, Ἀναστασίου) ὅπου ἔφτιαξε μάλιστα μύλο, ὅπως ἀκριβῶς συνέβαινε τὴν ἵδια ἐποχὴ στὴν Αἰγυπτὸ καὶ τὴν Ῥωμανία μὲ τὸ ἱουστινιάνειο σύστημα πορισμοῦ τῶν δωρημάτων. Ἄλλος ἐπιφανὴς μιαφυσίτης εὐεργέτης περί τὸ 700, κατὰ τὴν ἰσλαμικὴ κατάκτηση, εἶναι ὁ Ἀθανάσιος bar Gumaye τῆς Ἐδέσσης ποὺ ἀπαντῶμε στὸ χρονικό τοῦ ἰακωβίτου πατριάρχου Μιχαὴλ τοῦ Σύρου[xxvii] (βασίζεται στὸ χρονικὸ τοῦ Διονυσίου Telmaharensis): πλούτισε ὡς σύμβουλος τοῦ κυβερνήτου τῆς Αἰγύπτου Ἀβδ ἀλ-Ἀζίζ ἀδελφοῦ τοῦ Ἀβδ ἀλ-Μαλίκ καὶ ἵδρυσε ἐκκλησίες καὶ μονὲς στὴν Αἰγυπτο (δύο μεγαλοπρέπεις ναοὺς μάλιστα στὴν Φουστάτη) καὶ βαπτιστήριο στὴν Ἐδεσσα (ἡ κυρία ἐκκλησία ἦταν χαλκηδονία) κατάκοσμο μὲ χρυσό, ἄργυρο καὶ ὀρθομαρμαρώσεις. Κατὰ τὸν Γρηγόριο bar HebraeusἈθανάσιος κατείχε 400 μαγαζιά στὴν Ἔδεσσα καὶ μὲ τὶς προσόδους ἔκτισε τὸν ναὸ στὴν Θεοτόκο.

μονὴ τοῦ ἁγίου Ἐλισσαίου πρὸ τῆς καταστροφής της άπὸ τὸ ISIS

Στὰ νεστοριανὰ ἱδρύματα τηρεῖται παρόμοιο σύστημα πορισμοῦ: Οἱ ἀποφάσεις τῶν συνόδων τοῦ 576 καὶ 585 ἐπιβάλλουν τὴν ὕπαρξη πόρων γιὰ τὴν συντήρηση καὶ λειτουργία τῶν ἱδρυμάτων θυμίζοντας τὸν ἰουστινιάνειο κώδικα. Τεσσαράκοντες μονὲς καὶ ἐκκλησίες μνημονεύονται στὴν ἀλ-Χιρᾶ, τὴν πρωτεύουσα τῶν Λαχμιδῶν, ἀκόμη κατὰ τὴν περιόδο τῶν Ἀββασιδῶν. Τὸ ὅτι οἱ δωρέες στὴν περιοχὴ ἦσαν ἰδιωτικὲς φαίνεται στὸ ὅτι φέρουν τοὔνομα τοῦ κτίτορα ἀντὶ τοῦ ἁγίου ὅπως τὸ μοναστήρι της Dayr alHind alKubra (τῆς πρεσβυτέρας) ποὺ ἀνήγειρε, κατὰ τὴν ἀναθηματικὴ ἐπιγραφή, ἡ πριγκήπισσα τῶν Λαχμιδῶν γιὰ νὰ συγχωρεθῇ γιὰ τὶς ἁμαρτίες της,. Ὁ τελευταῖος λαχμίδης ἡγεμὼν Numan III, προσήλυτος ὁ ἴδιος στὸν νεστοριανισμό, δώρισε 500 χρυσοῦς καὶ ἀργυροῦς λυχνοὺς γιὰ τὴν θυγατέρα του  Dayr alHind alSughra (τὴν νεωτέρα). Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ περίπτωση τῆς σχολής τῆς Νισίβεως ποὺ στὰ τέλη του ε΄ αἰῶνα, ὅταν ὁ νεστοριανὸς ἐπίσκοπος ἀγοράζει ἐκ μέρους τοῦ διευθύνοντος μὰρ Ναρσῆ (Narsai, ܢܪܣܝ‎) ἕναν στάβλο γιὰ καμήλους. Τὸν ἐπόμενο αἰῶνα, ὁ μικρανεψιός του, ἅγιος Ἀβραὰμ τοῦ Βὲθ Ράββαν, ὡς διευθυντής, κτίζει ξενοδοχεῖο γιὰ τοὺς φοιτητές, θεραπευτήριο καὶ λουτρά καὶ στὰ τυπικὰ ἀπ’ τὰ 590 μνημονεύεται ξενοδόκος. Τὴν γῆ γιὰ τὰ 80 κελιά δώρισε ὁ ἱατρὸς τῆς σασανιδικῆς αὐλῆς Qashwi. Γιὰ τὴν συντήρηση τῶν διδασκάλων, ὀ Ἀβραὰμ ἀγόρασε χωριὸ ἀντὶ χιλίων στατήρων ὥστε τῶν προσόδων νὰ ἀμείβονται οἱ διδάσκαλοι καὶ νὰ πορίζεται τὸ  ξενοδοχεῖο. Ἄλλη περίπτωση εἶναι ἕνα μοναστήρι μεταξὺ τριῶν ποὺ ἵδρυσε ὁ ἅγιος Ἰωάννης τοῦ Daylam στὶς ἀρχὲς του η΄ αἰῶνα στὴν ἐπαρχία τῆς Περσίδος ὅπου ἔστειλε μοναχοὺς στοὺς τοπικοὺς γαιοκτήμονες (dihqans) νὰ ἀγοράσουν γῆ μὲ ζωροάστρες ἱερεὶς (mobeds) ὡς μάρτυρες. Τὰ εὐρύχωρα καὶ ὑπέροχα μοναστήρια ἐπορίζοντο χάρη στὸ μακρὸ ἐμπόριο τοῦ Ἰωάννου (μνημονεύεται ὅτι ἔστειλε δύο μοναχοὺς στὴν Ταπροβάνη (Κεϋλάνη) ποὺ ἔφεραν 70.000 ἀργυρᾶ νομίσματα. Ἐπὶ Ἀββασιδῶν ὁ νεστοριανὸς καθολικὸς Τιμόθεος Α΄ μνημονεύει ὅτι ἵδρυσε θεραπευτήριο στὴν Κτησιφῶνα μὲ δαπάνη 20.000 ἀργυρᾶ νομίσματα.

Γιὰ τὰ ῥωμαιορθόδοξα (χαλκηδόνια) ἱδρύματα μετὰ τὴν ἀραβικὴ κατάκτηση δὲν ὑπάρχουν μνεῖες ἰδιοκτησίας· τὸ μόνο ποὺ ἔχομε εἶναι ἀφιερωματικὲς ἐπιγραφὲς σὲ ψηφιδωτὰ ἐκκλησιῶν τῆς Ὑπεριορδανίας ὅπως τοῦ ἁγίου Στεφάνου (φωτ.) στὸ κτηριακὸ συγκρότημα στὸ Κάστρον Μεφάα ὅπου ἐμφανίζονται μετὰ τὸν ἐπίσκοπο ὅσοι σπουδῇ (χάρις στὸν ζῆλο) τῶν ὁποίων ἀνηγέρθῃ ὁ ναὸς, ὁ διάκονος ποὺ τὸ ἐπέβλεψε καὶ ὁ φιλόχριστος λαός τῆς πόλης, καὶ χωριστὰ οἱ δωρητὲς ὑπὸ τῷ τύπῳ μνήσθητι κύριε τοὺς δούλους σου. Στὴν ἐκκλησία τῆς Παρθένου Μαρίας στὴν Μήδαβα ἡ ἀντίστοιχη ἐπιγραφὴ εὔχεται τὴν σωτηρία τῶν καρποφορησάντων ἀλλὰ καὶ τῶν καρποφορησόντων τῷ ἱερῷ τούτῳ τόπῳ, ὅσων δηλαδὴ θὰ φέρουν δωρήματα στὸ μέλλον. Τὸν ἁγίο Μηνᾶ στὸ Ριχὰβ ἔκτισε μία οἰκογένεια (Προκόπιος τοῦ Μαρτυρίου, Κομίτισσα καὶ ὑιοί) ὡς εὐκτήριο δικό της καὶ τῶν πελατῶν της κατὰ τὸ τέλος τῆς συντόμου ῥωμαϊκῆς ἐπανάκτησης μόλις πρὸ τῆς ἀραβικῆς κατάκτησης.

ἁγιος Στέφανος στὸ Κάστρον Μεφάα: ἐμπρὸς στὸ κράσπεδο τοῦ ἱεροῦ ἡ άναθηματικὴ έπιγραφή, στὰ άριστερὰ οἱ έπιγραφὲς μὲ τοὺς δωρητές.

[ΙΣΛΑΜ: ΝΙ‘ΜΑ, ṢADAQA Ϗ WAQF] Τὸ ἔθος τῆς ἑλληνορρωμαϊκῆς πατρωνείας καὶ εὐεργεσίας καὶ τῆς χριστιανικῆς διακονίας παραλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ Ἰσλὰμ καὶ τῶν τουρκοπερσικῶν αὐτοκρατοριῶν καὶ δικαιολογεῖται κατὰ τὸν ἰσλαμικὸ νόμο μὲ τὶς ἔννοιες τῆς ṣadaqa (الصَدَقَة‎) ―δικαιοσύνης ἢ εὐεργεσίας, ἢ τῆς zakāt (زکات)―ὑποχρεωτικῆς δωρεᾶς σὲ πτωχούς (εἶδος φόρου), καὶ τῆς al shukr ‘alā al-ni‘ma ―εὐγνωμοσύνης πρὸς κάποια χάρι· ἡ τελευταία, ἡ νίμα (نيماه) εἶναι ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ὡς προστάτου, καὶ χαρακτηρίζει τὴν σχέση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ἐξουσίας καὶ λαοῦ. Ἐνῷ κατὰ τὴν σαντάκα, ἤδη στοὺς Ἰουδαίους, ὁρίζεται ὅτι ἂν κάποιος εὐεργετήσῃ κάποιον λαμβάνει ἐπιβράβευση παρὰ τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ ὄχι τοῦ εὐργετηθέντος, κατὰ τὴν νίμα ὁ εὐεργέτης διανέμει μία χάρι ποὺ ἐκπηγάζει τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ εὐεργετηθεὶς ὀφείλει νὰ δώσῃ ἔναντι πίστη καὶ ἀφοσίωση ὡς σούκρ[xxviii]. Δηλαδὴ ἡ πρώτη θυμίζει τὴν χριστιανικὴ διακονία ἐνῷ ἡ δεύτερη, τὸ ἁμοιβαῖο τῆς κλασικῆς πατρωνείας. Γι’αὐτὸ καὶ τὸ Ἰσλάμ προάγει τὴν ἀπόκτηση πλούτου καὶ ἰδιοκτησίας (kasaba)[xxix].

βασιλικῆ τοῦ ἁγίου Σεργίου καὶ τζαμὶ τού χαλίφου Χισσᾶμ

Πέριττο νὰ λεχθῇ ὅτι τὸ ἔθος τοῦτο παραδίδεται διαμέσου τῶν ἰδίων τῶν ὑφισταμένων κτηρίων. Ἔξοχο παράδειγμα εἶναι τὸ μαρτύριο καὶ ἡ βασιλικὴ τοῦ ἁγίου Σεργίου στὴν Σεργιούπολι (Ruṣāfa) ὅπως ὠνομάτισε ὁ Ἰουστινιανὸς τὴν πόλη που σχηματίσθη πέριξ τοῦ προσκυνήματος. Προστάτης ἅγιος μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Βάκχο τοῦ ῥωμαϊκοῦ στρατοῦ ἐκτὸς τῶν αὐτοκρατορικῶν δωρημάτων ἔλαβε καὶ ἀπὸ τὸν σάχη Χοσρόη Β΄, μάλιστα δίς, ἕναν σταυρό τὸ 591 ὡς εὐχαριστήριο γιὰ τὴν νίκη ἐπὶ τῶν σφετεριστῶν τοῦ θρόνου του (τὸν ἐφιλοξένει στὴν Συρία ὁ Μαυρίκιος), καὶ τὸ 593 ἱκέτευσε γιὰ ἕνα παιδὶ γιὰ τὴν σύζυγό του Σιρίν (ἡ ὁποία ἦταν Χριστιανὴ καὶ κτίστρια μοναστηριῶν καὶ ἐκκλησιῶν) καὶ δώρησε ἔναν ἀκόμη χρυσοῦν σταυρὸ καὶ 5.000 δραχμὲς γιὰ τὴν ἱερὰ τράπεζα καὶ τὰ σκεύη στὰ ὁποῖα θ’ ἀνεγράφετο τοὔνομα τοῦ δωρητοῦ. Ὁ Φλάβιος Ἀλαμουνδάρος (Al-Mundhir ibn al-Ḥārith) βασιλεὺς τῶν Γασσανιδῶν, φύλαρχος τῶν Σαρακηνῶν καὶ ῥωμαῖος πατρίκιος ἐπίσης δώρησε τὸ προσκύνημα, μάλιστα μ’ αἴθουσα ποὺ φέρει ἀναθηματικὴ ἐπιγραφὴ ἑλληνιστί. Τὸ προσκύνημα, ἐφοδιασμένο δὴ μὲ κιστέρνα γιὰ νερό, ἐκεῖτο στὸν ἐμπορικὸ δρόμο Παλμύρας καὶ Δούρης Εὐρωποῦ, στὰ σύνορα ῥωμαϊκῆς καὶ περσικῆς ἐπικρατείας καθὼς καὶ χαλκηδονίων καὶ προχαλκηδονίων ἐκκλησιῶν, γι’ αὐτὸ καὶ ἀπετέλει κοινό σύμβολο. Ἐπιπλέον, μετὰ τὴν ἰσλαμικὴ κατάκτηση ὁ χαλίφης Χισσᾶμ  (Hishām ibn ʿAbd al-Malik, هشام بن عبد الملك) στὰ μέσα τοῦ η΄ αἰῶνα, ἐκτὸς τῶν τοιχῶν ἐγγύς τοῦ προσκυνήματος ἔκτισε παλάτι, ἀλλὰ καὶ τζαμὶ ποὺ ἐμοιράζετο τὴν αὐλὴ τοῦ ναοῦ ὥστε νὰ μποροῦν νὰ προσκυνοῦν οἱ μωαμεθανοί. Οἱ ὀμεϋάδες χαλίφες καὶ οἱ ἀββασίδες κατόπιν (ὅπως ὁ Hārūn Ar-Rašīd, هَارُون الرَشِيد), συνέχισαν τὶς δωρέες σὲ χριστιανικὰ μοναστήρια, νεστοριανὰ ἢ μιαφυσιτικά, ἐνῷ χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ δωρεὰ στὰ λουτρὰ στὴν Ἑμμαθὰ ἢ Ἄμαθα τὸ 41/661 τοῦ ἐπάρχου Ἀβδουλὰχ υἱοῦ τοῦ Ἀβουασέμου ὅπως μαρτυρεῖ ἑλληνικὴ ἐπιγραφή, συνεχίζοντας τὴν ἀπὸ τοῦ β΄ αἰώνα ῥωμαϊκὴ πατρωνεία τῶν λουτρῶν[xxx].

Πράγματι, γιὰ τὰ ἀπόμερα κάστρα τῶν Ὀμεϋαδῶν ἰδεατὸ πρότυπο εἶναι ἀφἑνὸς τὸ λαχμιδικὸ παλάτι τοῦ ἀλ-Χαουαρνὰκ ὅπου ἔκανε ὁ Ἀβδ ἀλ-Μαλὶκ ( عبد الملك ابن مروان ابن الحكم ) συμπόσιο μετὰ τὴν νίκη του στὴν ἀλ-Κοῦφα[xxxi]· ἀφἑτέρου, τὰ ἴδια τὰ εἰδυλλιακά μοναστήρια μέσα στὴν ἔρημο ὅπου διέμεναν συχνὰ οἱ ὀμεϋάδες ἡγεμόνες καὶ ἐνέτεκαν σ’αὐτοὺς τὴν ἐπιθυμία τῆς ζωῆς μακρὰν τῶν ἄστεων καὶ τὰ ὁποῖα περιγράφουν οἱ λογοτέχνες τῆς ἐποχῆς[xxxii]. Ὅσο γιὰ τὰ εὐαγὴ ἱδρύματα, τὸ waqf (وَقْف‎) ἢ βακούφι δὲν εἶναι τὶ ἄλλο παρὰ ἐξέλιξη τῆς ἰουστινιανείου τύπου δωρεᾶς ἰδιοκτησίας ὡς ἐμφυτεύσεως ποὺ ἦταν, ὡς εἴδαμε, ὁ κανὼν στὴν ἀνατολικὴ προχαλκηδονία Ἐκκλησία τὴν ὁποία γνώριζαν ἤδη οἱ Ἄραβες ἀλλὰ καὶ παρέμεινε στὶς ἐπικράτειες τοῦ Dar al-Islam μέχρι τὴν θέσπιση τοῦ βακουφίου[xxxiii]. Σὲ ἐπιγραφὴ στὸ μέγα τζαμὶ τοῦ Καϊραουὰν στὴν Τυνησία τῶν Ζιριδῶν ἀναγράφεται: τὸ ἔργο τοῦτο ἐτελέσθη κατ’ ἐντολὴ τοῦ Abu Tamim al-Mu’izz ibn Badis ibn al-Mansur, Θεὸς σῴζοι καὶ εὐλογοίη αὐτὸν καὶ ἐπαινοίη τὰ ἔργα αὐτοῦ. Ἐκέλευσε αὐτὸς ἵνα ἀμειφθῇ παρὰ τοῦ μεγαλοδώρου Θεοῦ καὶ τῆς μεγάλης χάριτός του, ἕνεκα οὐ διαφεύγουν Κυρίου τἆθλα τῶν εὐεργετῶν[xxxiv].

Ὅταν τὰ κάστρα τῶν Ὀμεϋαδῶν ἠριπώθησαν οἱ λαϊκοὶ μύθοι ἀπέδιδαν τὸ κτίσιμο αὐτῶν σὲ τζίνια ποὺ στρατολόγησε ὁ βασιλεύς Σολωμὼν κατὰ τὴν παράδοση ποὺ εὑρίσκεται στὸ χρονικό τοῦ Ἰωάννου Νικίου[xxxv].  Ὁ ἀλ-Οὑαλίδ (الوليد بن عبد الملك ابن مروان), εἶναι ὁ πρῶτος μέγας πάτρων τοῦ Ἰσλάμ. Ἐκμεταλλευόμενος τὰ ἔσοδα ποὺ συνέρρεαν ἀπὸ τὶς ἄρτι κτηθείσες περιοχές, ἀπεξήρανε ἔλη, ἔσκαψε πηγάδια, ἤδρευσε ἀνύδρες περιοχές, δημιούργησε ὁδούς, ἀγορὲς καὶ χάνια, ἔκτισε σχολεῖα καὶ νοσοκομεῖα, τὸ πρῶτο λοιμοκαθαρτήριο, ἄσυλα γιὰ γέροντες, ἀναπήρους καὶ τυφλούς, φώτισε τὶς ὁδοὺς τῶν ἄστεων. Μεγάλωσε τὰ τζαμιὰ Μέκκας, Μεδίνας, Ἱεροσολύμων, καὶ ἀνήγειρε τὸ τέμενος τῆς Δαμασκοῦ ἐπὶ τοῦ ναοῦ τοῦ Βαπτιστοῦ. Ἦταν εὐειδής, ποιητὴς, μουσικός, μὲ ἀθλητικό φρόνημα, προστάτης τῶν τεχνῶν καὶ τῶν γραμμάτων, λάτρης τῆς οἱνοποσίας καὶ τῶν συμποσίων. Λέγεται ὅτι στὴν διάρκεια τῆς βασιλείας του ὁ λαὸς ὡμίλει περὶ ἀρχιτεκτονικῶν σχεδίων ἐνῷ κατὰ τὴν βασιλεία τοῦ διαδόχου τοῦ, ἀδελφοῦ του, Σουλαϋμᾶν, γιὰ ἐδέσματα, θεραπαινίδες καὶ συνουσίες· ὅμως κατὰ τὸ χρονικὸ τοῦ σύρου ἰακωβίτου πατριάρχου Ἀντιοχείας τοῦ θ΄ αἰ. Διονυσίου Telmaharoyo Telmaharensis, καὶ ὁ δεύτερος ἔκτισε ἀκροπόλεις, κήπους καὶ μύλους στὴν κοιλάδα του Ἰορδάνη πλησίον τῆς Ἰεριχοῦ[xxxvi] ―στὴν Ῥάμλα. Παρὰ τὴν εὐσέβεια τοῦ Ὠμὰρ Β΄ καὶ τὴν εἰκονοκλαστικὴ ἔδικτο τοῦ Γιαζῖδ Β΄, οἱ ἀρχιτεκτονικές δαπάνες τῶν Ὀμεϋαδῶν, ὅπως τὰ περιώνυμα κατάκοσμα κάστρα στὴν ἔρημο, ἦσαν ἐκ τῶν μομφῶν κατὰ αὐτῶν ποὺ τοὺς ὡδήγησαν στὴν ἐκθρόνηση.

Τοῦτο δὲν σημαίνει βέβαια ὅτι ἡ πατρωνεία τῆς ἀρχιτεκτονικῆς, τῶν τεχνῶν καὶ τῶν γραμμάτων διεκόπη, κάθε ἄλλο: οἱ ἀββασίδες χαλίφες θὰ κτίσουν νέες πόλεις, ὅπως τὴν Σαμάρρα (ποὺ παρουσιάσαμε στὸ προηγουμένο κεφάλαιο), καὶ τὴν κυκλικὴ Βαγδάτη. Μὲ πρότυπο τὴν ἑλληνορρωμαϊκὴ οἰκουμένη καὶ τοὺς Σασσανίδες, βασικὸς πολιτικὸς σκοπὸς εἶναι ὁ ἐντυπωσιασμὸς λαοῦ καὶ ξένων διπλωματῶν, διὰ τοῦ αἰσθήματος τοῦ θαύματος (ajab), ὅπως κατὰ τὴν ἐπίσκεψη ῥωμαϊκῆς πρεσβείας τὸ 917 ποὺ περιηγεῖται στὸ παλάτι al-Firdaws (Παράδεισος) ἀναμέσο πολυτίμων τεχνουργημάτων, ποικίλων ὑφασμάτων, περιτέχνων ὅπλων[xxxvii]. Μιὰ τέτοια ἅμιλλα πατρωνείας ἐξαπλώνεται σὲ ὅλες τὶς μουσουλμανικὲς δυναστεῖες ποὺ ἀφἑνὸς ἀλληλαντιγράφονται, ἀφἑτέρου προσπαθοῦν νὰ ὑπερβοῦν ἡ μία τὴν ἄλλη: Τὸ Κάιρο τῶν Φατιμιδῶν, ἡ Κόρδοβα τῶν Ὀμεϋαδῶν εἶναι χωρικὲς ἐκφράσεις ἑνὸς ἀνταγωνισμοῦ ἐπὶ τῆς χαλιφικῆς ἀρχῆς. Ἡ ὀμεϋαδικὴ Madinat al-Zahra καὶ ἡ φατιμιδικὴ al‐Mansuriyya καθομοιοῦνται ἀντιστοίχως στὴν Σαμάρρα καὶ τὴν Βαγδάτη[xxxviii]. Πόλη, οἰκοδομήματα, τεχνουργήματα και τελετές, εἶναι ἕνα σύνολο πατρωνείας ποὺ ὅπως στὴ ἑλληνορρωμαϊκὴ εὐεργεσία σκοπὸς ἦταν ἡ δόξα τῆς πολιτείας, ἐδῶ εἶναι ἡ δόξα τοῦ χαλιφάτου. Ὁ πολύς Aḥmad ibn ūlūn πχ. διέθεσε 120.000 χρυσᾶ δηνάρια γιὰ τὸ τζαμί του, X̶60.000 γιὰ τὸ ξενοδοχεῖο καὶ τὶς ὑπηρεσίες του, X̶80.000 γιὰ προμαχώνα, X̶150.000 γιὰ τὸν ἱππόδρομο καὶ τὸ φρούριο του, X̶200.00 γιὰ mirma (καταπέλτες ἢ βαλλίστρες), X̶1.000 ἀνὰ ἡμέρα γιὰ τὶς προμήθειες μαγειρείου καὶ κτηνῶν, X̶1.000 ἀνὰ μῆνα γιὰ ἀγαθοεργίες (ṣadaqa) καὶ X̶2.000 γιὰ δωρήματα στὰ σύνορα, μνημονεύει ὁ βεζίρης τῶν Ἀγιουβιδῶν Ibn āfir. Ἡ παράδοση συνεχίσθη στὶς ἐπόμενες δυναστεῖες ὅπως τῶν Σελτζουκιδῶν, τῶν Ἀγιουβιδῶν καὶ τῶν Μαμελούκων. Πλανήτες τεχνίτες ἀποδημοῦν τοῦ ἕνος πάτρωνα στὸν ἄλλο: Ἕτσι πολλοὶ ἴδριες τεχνίτες ποὺ δὲν εἶχαν πλέον ἐργασία στὸ Κάιρο τῶν Μαμελούκων πῆγαν στὴν Συρία καὶ κατόπιν στὰ μπεηλίκια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας νὰ ἐργαστοῦν σὲ κτήρια σαρουχανιδῶν, αϋδινιδῶν, καραμανιδῶν, ὀσμανιδῶν πατρώνων[xxxix].

Τὸ ὅτι πάτρων μετὰ τὸν δέκατο μὲ δωδέκατο αἰῶνα παύει νὰ εἶναι ἀποκλειστικὰ ὁ μονάρχης ὀφείλεται ἐν πολλοῖς στὴν καταστροφὴ τοῦ μέχρι τότε οἰκονομικοῦ συστήματος, βασισμένου στὸ ῥωμαϊκό, ποὺ ἦταν γεωργικό. Εἶναι ἡ μετανάστευση νομαδικῶν πληθυσμῶν ποὺ προκαλεῖ ἐγκατάλειψη τῶν ἀγροτικῶν οἰκισμῶν ἀλλὰ καὶ ὁ ἐξισλαμισμὸς μεγάλου μέρους πληθυσμοῦ ποὺ ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν μείωση τῶν ἐσόδων (kharaj, khums, jizya) τοῦ φίσκου: Ὀ alIṣfahānī μνημονεύει ἐκατὸ ἐρείψιμα τζαμιά, ἐνῷ τὰ νομισματικὰ δείγματα φανερώνουν συρρίκνωση τῆς χρηματικῆς οἰκονομίας σὲ προ ἀλεξανδρινῶν χρόνων μεγέθη. Οἱ νέοι τοῦρκοι πολέμαρχοι συμφέρουν ἕνα διοικητικό σύστημα (ποὺ σχεδιάσε ὁ πέρσης νομικὸς καὶ βεζίρης τῶν Σελτζουκιδῶν, Nizam al-Mulk) κατὰ τὸ ὁποῖο κάθε ἀμιρᾶς ἔχει ὡς μουχτάρης (muqta‘) ἐπὶ τῆς μερίμνης του ἕνα iqta‘ (τιμάριο, τὸ ὁποῖο ἀντίθετα μὲ τὸ εὐρωπαϊκό φέουδο δὲν κληρονομεῖται καὶ ὁ μουχτάρης δὲν παρεμβαίνει στὸν προσωπικὸ βίο τοῦ ὑπηκόου). Ἔτσι τὰ ἰσλαμικὰ κράτη ἀντίθετα μὲ τὸ ῥωμαϊκὸ κράτος ποὺ καταρχὰς ἐμιμήθησαν, βαίνουν κατὰ ἕνα πιὸ ἔκκεντρο σύστημα ποὺ εὐνοεῖ τὴν τοπικὴ πατρωνεία καὶ τὸ θεσμὸ τοῦ βακουφίου. Ἤδη τὸ 461/1097-98 ξενοδοχεῖο, μεδρεσὲς καὶ khanaqah (δερβισικὴ στοά) ἐκτίσθησαν στὴν Δαμασκὸ χάρις σὲ βακούφι τοῦ τοπικοῦ σελτζουκίδου ἄρχοντα καὶ τῆς μητρός του· τὸ 508/1114-5 μνημονεύεται βακούφι στὸ Χαλέπι καδῆ ἐπιφανοῦς οἰκογενείας τοῦ al-Khashab· ὁ πρῶτος μεδρεσές στὸ Χαλέπι τὸ 516/1122-3, φαίνεται νὰ εἶναι βακουφικός, ἐνῷ στὴν al-Raqqa στὸν Εὐφράτη ἀπαντᾶται βακουφικὴ ἐπιγραφὴ ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ ϛ΄/ιβ΄αἰῶνα, μνημονεύοντας ὡς ἱδρυτὴ κάποιον ἀμιρᾶ ὀνόματι Uqaylid. Εἶναι ὁ περίφημος Nūr al-Dīn Maḥmūd Zengī (نور الدين محمود زنگي ), τοῦρκος βαλὴς τοῦ Χαλεπίου, ποὺ γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῶν πόλεων, θὰ κάμῃ εὐρεῖα χρήση, ἀντὶ φόρων, τοῦ βακουφικοῦ θεσμοῦ, ἤτοι τῆς ἐμφύτευσης ἰδιωτικῆς περιουσίας, μὲ ἀφορμὴ μάλιστα τὶς ζημιὲς ἀπὸ σεισμὸ τοῦ ὀμεϋαδικοῦ τζαμιοῦ τῆς Δαμασκοῦ (Safar 554/ Μάρτιος 1159) [xl].  Οἱ μαμελοῦκοι ἄρχοντες ἐπίσης χρησιμοποίησαν τὴν ṣadaqa καὶ τὸ βακούφι[xli]. Ἔτσι μὲ ἀφορμὴ ἐπινίκια, τελετὲς περιτομῆς, κηδεῖες  κ.α. διένειμαν τροφὴ καὶ χρῆμα στὸν λαό, ἢ ἔδιδαν μηνιαίως χρήματα σὲ παλαίμαχους στρατιώτες, χῆρες καὶ ὀρφανά, θρησκευτικοὺς ἀξιωματούχους κ.α. καὶ φυσικὰ ἀνήγειραν οἰκοδομήματα μὲ ἐπιγράφες ποὺ δήλωναν εὐσεβὴ λόγο: ἀναζητὼν τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ (πχ. Sanjar alDawadar, 695/1295, Ἱεροσόλυμα, khanaqah· Ḫusam al-Din Lajin, τζαμί, Κάιρο) ἢ ἐδωρήθη ὑπὸ πτωχοῦ δούλου, Θεοῦ ἔλεος καὶ συγχώρεσιν χρῄζων· ἢ συμπληρώνει: ὁ Θεὸς συγχωρήσαι οὕς ἀναγιγνώσκουσι τὴνδε ἐπιγραφὴ καὶ προσεύχονται ὁ Θεὸς συγχωρήσῃ αὐτήν (τὴν δωρήτρια) (ἐπιτύμβιος στήλη, Κάιρο 738/1337), καὶ ἀκόμη: ὁ Θεὸς συμφωνήσαι ἵνα δεχθῇ παρὰ αὐτοῦ τὰς εὐεργεσίας καὶ διπλασιάσῃ τὸ ἆθλον αὐτοῖς (Ἰκόνιο, 733/1333) κτλ. Ὁ σουλτᾶνος Baybars (بيبرس‎) I ἐκέλευσε ν’ ἀναγραφῇ στὸν τάφο τοῦ AbuUbayda στὴν ἀνατολικὴ ὄχθη τοῦ Ἰορδάνου ὅτι τὸ ἔκτισε γιὰ νὰ ἔχει τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Προφήτου του. Συχνὰ ἐμφανίζεται ὀ κορανικὸς στίχος γιὰ τὸ ἆθλο ποὺ θὰ ἀνταποδώσῃ ὁ Θεὸς ἢ ἡ εὐχὴ ὑπὲρ τῆς θείας ἐγγύτητας. Ὅμως πέραν τῆς προσωπικῆς θρησκευτικῆς μετάνοιας ἢ τῆς πολιτικῆς ἐπιδιώξης τῆς εἰκονογράφησης ἑνὸς εὐσεβοὺς ἄρχοντα, τὰ ἰδιωτικὰ βακούφια προσέφεραν τρόπους οἰκονομικῆς ὑποστήριξης συγγενῶν καὶ πελατῶν μὲ μισθοδοσία διοικητικῶν θέσεων, χρηματικὰ δῶρα, οἴκηση κ.α. Ἡ φιλοπτωχία ἐπίσης ἔργῳ ἦταν ἐπιλεκτικἠ ὅπως πρὸς φουκαρά (πληθυντικὸς τοῦ φακίρη, σούφφι μυστικοὶ καὶ ἀσκητές) ἢ πρὸς ὀρφανὰ τὴν ἡμέρα τῆς περιτομῆς, ἐνῷ τὰ δῶρα δὲν περιορίζονταν στοὺς ἀδυνάμους, ὅπως έκεῖνα ποὺ ἀντήλλασσαν οἱ ἀμιρᾶδες. Ὅμως τὸ βακούφι προσέφερε γενικώτερα στὴν παραγωγή: Τὸ 885/1480 ὁ σουλτᾶνος Qaytbay στὴν ἐπέτειο τοῦ Προφήτου ἐπέδειξε ἐξήκοντα χιλιάδες χρυσᾶ νομίσματα ὄχι τοῦ φίσκου ἀλλὰ τῆς προσωπικῆς του περιουσίας, ὑπὲρ τῆς ἀγορᾶς ἰδιοκτησίας (κτημάτων γῆς, κεφαλαίων, κτηρίων κ.α.) βακουφίου ποὺ θὰ προμήθευε μὲ τροφή τὴν Μεδίνα. Ἔτσι στὸ Κάιρο ἀνηγέρθησαν κτήρια ποὺ στέγαζαν ἐργαστήρια βαλλιστρῶν, ἐμπόρους ξυλείας, ὀρνιθοπώλες καὶ ἀλλὰ μαγαζιά. Ἀπ’ τὴν ἄλλη, χάρις σὲ βακούφια πορίσθηκε ἡ ἵδρυση καὶ ἡ λειτουργία τζαμιῶν, τάφων, σχολείων, khanaqah, καραβανσεραγίων, ἡ ἀνέγερση πυλώνων, δημόσιων κρηνῶν, γεφυρῶν, τειχῶν, ἡ διάνοιξη ὑδροφόρων αὐλάκων, ὅπως και ἡ ἐπισκευὴ ἀκροπόλεων καὶ ἱερῶν τάφων. Πολλάκις οἱ ἰδιοκτησίες ποὺ ἔδιδαν πρόσοδο στὰ βακούφια ἦταν μακρὰν τῶν εὐεργετημάτων, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι, γαῖες στὴν Συρία καὶ τὴν Παλαιστίνη γιὰ ἰδρύματα στὸ Κάιρο. Τὸ βακουφικὸ σύστημα εἶναι ἕνα πλήρες οἰκονομικὸ σύστημα ποὺ ἐπιπλέον δημιουργεῖ μία κοινότητα ποὺ συνάγει ἄρχοντες, ἱεροὺς λειτουργούς, ἀσκητές, ἀστικὰ ἱδρύματα καὶ ἀγροτικὲς κοινότητες καὶ τέλος, συντηρεῖ τὴν εἰκόνα τοῦ κράτους ὡς ἀξιοῦν τὸ αἰώνιο, τὸ ἐλευθέριο καὶ τὸ δίκαιο.

Στὴν μελέτη The Timurid Architecture of Iran and Turan [1988], ἡ Lisa Golombek καὶ ὁ Donald Newton Wilbur προσδιορίζουν τέσσερις τάξεις πατρώνων στὸ Ἰσλάμ: εἶναι ἡ βασιλικὴ δυναστεῖα, ἡ γραφειοκρατία (οἱ λειτουργοί), ἡ στρατιωτικὴ ἀριστοκρατία καὶ ἡ ‘ulamā (οἱ λόγιοι). Ἕνα μέλος τῆς βασιλικῆς οἱκογενείας ἠδύνατο νὰ κτίσει τρία κτήρια. Ὁ λόγος γιὰ τὶς ὑπόλοιπες τάξεις εἶναι 2/3, 4/5, 1/1. Οἱ τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας πορίζουν κυρίως τὰ μείζονα κτήρια τῆς πόλης ὅπως τζαμιά (masjid-I jami’) ἢ τὸ ἱεροδιδασκαλείο (madrasa), καὶ οἱ ὑπόλοιποι εἶναι χορηγοὶ μικροτέρων: Μικρῶν τζαμιῶν (majdid), σχολείων, παζαριῶν, λουτρῶν, θεραπευτηρίων κ.α. ὅπως ἐπίσης ἐξωραΐζουν χωριὰ ἐκτὸς πόλεων. Οἱ κυβερνητικοὶ λειτουργοὶ και οἱ στρατιωτικοί, καθὼς ἐδίδοντο τιμάρια καὶ ἦσαν ἐλεύθεροι φόρων (soyurghal) συσσώρευαν πλούτους, ἱκανοὺς νὰ δώσουν εὐεργεσίες: Τῶν 250 μνημείων τῶν ὁποίων γνωρίζομε τοὺς πάτρωνες ἀπὸ κείμενα καὶ ἐπιγραφές, τὸ 17% ἐδωρήθησαν παρὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀριστοκρατίας καὶ το 20% παρὰ τῆς γραφειοκρατίας. Οἱ χορηγίες τῶν λογίων εἶναι ἐπίσης τὸ 17% τῶν δημοσίων οἰκοδομῶν. Ἐνόσῳ ἄνω τοῦ μισοῦ τῶν δημοσίων οἰκοδομικῶν ἔργων ἀνελαμβάνετο παρὰ τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας καὶ τὸ 1/5 παρὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀριστοκρατίας, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Σαχρὼχ (Šāhrokh, شاهرخ) τὸ 1450, οἱ χορηγίες ἄμφω τούτων τῶν τάξεων πέφτει κάτω τοῦ μισοῦ, ἐνῷ αὐξάνει ἡ συμμετοχή τῶν δύο ἄλλων, μὲ τοὺς λειτουργοὺς μάλιστα νὰ κτίζουν τὸ 1/3. Τοῦτο φανερώνει μίαν ἀναδιανομὴ τοῦ πλούτου μεταξὺ τῶν ἀνώτερων, μὴ βασιλικῶν τάξεων, καὶ τὴν κένωση τοῦ βασιλικοῦ φίσκου ὑπὲρ τῆς διατήρησης τῆς εὐνοίας τούτων τῶν τάξεων. Οἱ Golombek και Wilbur εἰκάζουν τέσσερις σκοποὺς τῆς πατρωνείας: Πρῶτον, εἶναι ἡ ἀνάγκη γιὰ ἐπέκταση καὶ ἐξύψωση τοῦ κύρους τῶν πόλεων, τῆς Σαμαρκάνδης καὶ τῆς Shahrisabz τοῦ Ταμερλάνου (تيمور لنگ ), τῆς Χερᾶτ τοῦ Σαχρώχ, τοῦ Ἰσφαχᾶν τοῦ Λευκοπροβατᾶ Οὐζοῦν Χασᾶν (اوزون حسن), τῆς Tabriz τοῦ Μαυροπροβατᾶ Τζαχᾶν Σᾶχ (Cahan Şah, جهان شاه), πρᾶγμα ποὺ ἐπηρεάζει καὶ τὰ πέριξ χωριά. Στὴν Χερᾶτ ἐπὶ παραδείγματι, ἡ ὀχυρὴ πόλη ἀποκατεστάθη ἀλλὰ ἐπεκτάθη πρὸς βορρὰ καὶ δυσμάς· ἐνόσῳ ἡ ἀκρόπολη ποὺ ἐπισκεύασαν ὁ Ταμερλάνος καὶ ὁ Σαχρώχ, παρέμεινε ὡς δυναμάρι καὶ φίσκος, ἡ κυβέρνηση μετετοπίσθη στὰ παλάτια στοὺς κήπους τῶν προαστίων, πρᾶγμα ποὺ προκάλεσε καὶ τὴν μετακόμιση τοῦ πληθυσμοῦ ἐκτὸς τειχῶν στὴν πέριξ περιοχή. Ἐκεῖ ὁ ‘Alī Shīr Navā’ī (نظام‌الدین علی‌شیر نوایی), ἀξιωματούχος τοῦ σουλτάνου Husayn Bāyqarā (حسین بایقرا), μύστης, λόγιος καὶ κτίτωρ, ἵδρυσε συνοικία μὲ μεντρεσέ, δερβισικὸ khaneqah, majdid, θεραπευτήριο καὶ τὴν ἔπαυλή του. Δεύτερον, εἶναι ἡ ἀποκατάσταση καὶ ἡ συντήρηση ὑφισταμένων κτηρίων καὶ ὑποδομῶν ποὺ ὑπόκεινται σὲ φθορὲς πολέμου, λοιμοῦ, πλημμύρας, σεισμοῦ, πυργκαϊᾶς, ἀνυδρίας. Ὁ Ταμερλάνος ἀνέκτισε τὴν πόλη Khvarazm μετὰ τὴν καταστροφή της ἀπὸ τὸν ἴδιο. Ὁ Σαχρὼχ ἀποκατέστησε τὴν Merv ποὺ κατεστράφη ὑπὸ τῶν Μογγόλων. Ὁ Tārākhi Jadīdi Yazd μνημονεύει πολλὰ δημόσια καὶ ἰδιωτικὰ κτήρια ποὺ κατεστράφησαν ὁλικῶς ἢ μαζικῶς ἀπὸ πλημμύρα τὸ 860/1456. Σημαντικὲς ἀποκαταστάσεις ἀνελήφθησαν ἀπὸ τὸν Μαυροπροβατὰ Τζαχᾶν Σὰχ στὸ κεντρικό Ἰρὰν τὸ 862/1457-8. Τρίτον, εἶναι οἰκονομικοὶ στόχοι, δηλαδή τὰ βακούφια ποὺ περιλαμβάνουν μεντρεσέδες, khanaqah, masjid, βιβλιοθήκες, dār al-ḥadit̲h̲, καταλύματα γιὰ πτωχοὺς, ὁδοιπόρους, ἱερεῖς, ἀλλὰ καὶ μὴ θρησκευτικῆς φύσης, ὅπως ἰμαρέτ (μαγειρεῖα γιὰ σούπες), πηγάδια καὶ κρῆνες, θεραπευτήρια, ποὺ προσέφεραν ὑπηρεσίες σὲ πτωχοὺς καὶ ὁδοιπόρους ἀλλὰ καὶ στὶς ἑορτές. Εἰσοδήματα εἶχαν καὶ δῶ ἀπὸ μαγαζιά, διώρυγες, σπίτια, μύλους, ἐργοστάσια. Τὰ τυπικὰ, τὰ vaqf nameh, σώζονται σὲ ὑποθηκοφυλακία ἀλλὰ καὶ σὲ ἐπιγραφὲς σὲ μνημεῖα ὅπως στὴν Gazurgah. Ἐνίοτε, οἱ προσοδοφόρες ὑπηρεσίες ὅπως λουτρά, παζάρια, καραβάν σεράγια, ἐστεγάζοντο μαζί μὲ τὸ ἵδρυμα στὸ ἴδιο κτηριακὸ σύμπλεγμα, σὲ στρατηγικὰ σημεῖα ἐντὸς τῆς πόλης. Τὸ συγκρότημα τοῦ Registan κτισθὲν ὑπὸ τοῦ Ulugh Beg (الغ‌ بیگ )στὴν Σαμαρκάνδη περιελάμβανε μεδρεσέ, masjid καὶ khanaqah, μαζὶ μὲ ἐμπορικὲς ὑπηρεσίες πέριξ τῆς πλατείας (meydân). Τὸ Majmūʿa Meydân τοῦ Amir Čaqmaq στὴν Yazd περιελάμβανε masjid-i jami’, khanaqah, κρήνη, κιστέρνα, χαμᾶμ, παζάρι, καραβανσεράι καὶ ἐργαστήριο ζάχαρης. Ἀντιλαμβανόμαστε γιατὶ τὰ κτήρια τῶν βακουφίων εἶναι τῶν πιο συχνῶν στὴν ἰσλαμικὴ οἰκουμένη. Τέλος, εἶναι ἡ πνευματικὴ ἐπιρροὴ ἐπὶ τῶν δεσποτῶν, ἀγίων, σούφι σεΰχηδων καὶ δερβίσηδων. Ὁ Ταμερλάνος ἐσέβετο τοὺς ἀγίους καὶ ὁ ἴδιος ἀπέδιδε τὴν ἐπιτυχία του σὲ πνευματικοὺς ταγοὺς, τὸν Shams al-Din Kulal, τὸν Sayyid Barakah, καὶ τὸν Zayn al-Din Tayabadi. Γιὰ τὸν πρῶτο ἔκτισε μαυσωλεῖο, ὁ  δεύτερος ἐτάφη παρὰ τὸν ἴδιο. Ἐσέβετο τόσο τοὺς sayyid, ποὺ ὅταν τὸν ἔψεξαν γιὰ τὴν κατεδάφιση σπιτιῶν πτωχῶν γιὰ τὰ ἔργα του, οὔτε λογόκρινε τὶς μομφές αὐτῶν οὔτε τοὺς τιμώρησε. Οἱ διάδοχοί του Σαχρὼχ καὶ Οὐλοὺγ Βέης θεωροῦνται κατεξοχὴν εὐσεβείς μουσουλμάνοι μονάρχες. Κατόπιν, τόσο στὶς τιμουριδικὲς δυναστεῖες ὅσο καὶ δυσμάς, στοὺς Μαυροπροβατάδες καὶ τοὺς Λευκοπροβατάδες, τὰ δερβισικά τάγματα ὅπως οἱ Naqshbandi ἐκέρδησαν πολιτικὴ ἐξουσία, πρᾶγμα ποὺ ἀπεδυνάμωσε τὴν αὐλικὴ νοοτροπία ὑπὲρ πιὸ λαϊκῶν ἔργων, ἀμβλύνοντας κάπως τὴν ἀρχιτεκτονικὴ ἐπινόηση. Ὁ σουλτάνος τῆς Χερᾶτ Husayn Bāyqarā καὶ ὁ λόγιος σύμβουλός του ‘Alī Shīr Navā’ī μὲ τὴν προστασία στὰ σουφικὰ ἱδρύματα ἀποδυναμώνουν τὴν ἐπιρροὴ τῶν ταγμάτων κτίζοντας khanaqah καὶ εἰσάγοντας μάλιστα τέτοιους χώρους γιὰ δερβίσηδες (murshidiyah) στὰ νέα τζαμιά (πχ. Khizrshah 849/1445-46). Ὅπως καὶ στὴν Ῥώμη, ἡ πατρωνεία ἔχει πολιτικὸ χαρακτῆρα.

πλατεία Registan μὲ τὸν μεδρεσὲ τοῦ Οὐλοὺγ βέη

Ἑπτὰ ἔργα τοῦ Ταμερλάνου ἦσαν θρησκευτικά, καὶ ἀπουσιάζουν τὰ οἰκονομικά, γιατὶ ἵσως νὰ μὴν τὰ εἶχε ἀνάγκη ὡς βασιλέας λέγουν οἱ συγγραφείς, ἂν καὶ στὴν ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία καὶ τὸ μαμελουκικὸ σουλτανᾶτο ὡς εἴδαμε, ἦταν συνήθη τὰ σουλτανικά βακούφια. Ὅμως πέραν αὐτῶν, στὰ ἔργα τοῦ Ταμερλάνου εἶναι ἐπιπλέον ἡ ἀρχιτεκτονικὴ ἔκφραση: τὸ μέγεθος, τὰ ὑλικά, ἡ διακόσμηση, οἱ ἐπιγραφές. Ἡ χρήση καθίσταται δευτερεύουσα πρὸς τὸ συμβολικό. Τὸ τζαμί τῆς Σαμαρκάνδης, τὸ Aq (λευκὸ) σεράι, ὁ τάφος του, Gur-i Amir, ὁ τάφος τοῦ ποιητοῦ Ahmad Yasavi (أحمد يسوي), τὰ μαυσωλεῖα τοῦ ὑγιοῦ του Jahangir, εἶναι ὑπερμεγέθη, μάλιστα σὲ τρία ἐξ αὐτῶν ζήτησε νὰ αὐξηθῇ τὸ ὕψος τοῦ πυλῶνα ἢ τοῦ θόλου. Διὰ τῶν μνημείων τούτων ἠξίωνε νὰ καταστῇ ἀμύντωρ τῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Τζένγκις Χάν. Τὸ ὕφος τῶν κτηρίων τοῦ ἄλλωστε συνεχίζει ἐκεῖνο τῶν Ἰλχανιδῶν στὴν Ταμπρὶζ καὶ τὴν Σουλτανίγια. Ἐπιπλέον οἱ ἐπιγραφὲς στὰ κτήρια του δεικνύουν ὅτι ὁ Ταμερλάνος ἠξίωνε καὶ τὴν ἀββασιδικὴ διαδοχή. Ὠνόμαζε τὸ σεράι του «πράσινο θόλο» ὅπως τοῦ Ἀββασίδη χαλίφη καὶ ἀνέγραφε τὴν φράση «ἡ (ἐπὶ γῆς) σκιὰ τοῦ Θεοῦ» ἐπὶ τῶν κτηρίων.  Γιὰ τὸ τζαμὶ τῆς Σαμαρκάνδης ὁ IbnArabshah (ابن عَرَبْشَاه)  μνημονεύει ὅτι τὸ ἐνεπνεύσθη ἀπὸ κάποιο ἰνδικὸ τζαμὶ κατὰ τὴν ἐκστρατεία του ἐκεῖ.

βακουφικὸ τυπικὸ τοῦ ἰμαρέτ τῆς Χουρρὲμ σουλτάνας στὰ Ἱεροσόλυμα

Ἐπίσης πάτρωνες τῆς ἀρχιτεκτονικῆς εἶναι καὶ οἱ γυναῖκες τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας, ἀδελφὲς καὶ σύζυγοι τοῦ Ταμερλάνου, οἱ ὁποῖες καὶ ἔκτισαν μεντρεσέδες, khanaqah, μαυσωλεῖα στὴν Σαμαρκάνδη. Περιώνυμος εἶναι ἡ σύζυγος τοῦ Σαχρώχ, Gawharšād ( گوهرشاد‎) ποὺ ἔκτισε τὸ κτηριακὸ σύνολο Μουσάλλα στὴν Χερᾶτ. Μιὰ ἄλλη σύζυγός του (χήρα τοῦ άδελφού του), ἡ Μαλικάτ Ἀγᾶ, μνημονεύεται ὅτι ἔκτισε khanaqah, ἕναν μεντρεσὲ ὅπου ἐδιδάσκετο ἱατρική, δύο λουτρά κ.α. Ἡ μητέρα του Husayn Bāyqarā καὶ κάποιες τῶν συζύγων καὶ ἀδελφῶν του ἐπίσης ἔκτισαν μαυσωλεῖα στὴν Χερᾶτ. Γυναῖκα πάτρων ἐκτὸς βασιλικῆς οἰκογενείας εἶναι ἡ σύζυγος τοῦ Amir Čaqmaq, ποὺ μοιράζεται ὡς κτίστρια τὰ ἔργα του συζύγου της. Αὐτὰ ἴσχυαν καὶ στὶς ὑπόλοιπες δυναστεῖες ὄπως ἡ ἀββασίδου δέσποινα  Ζubaidah bint Ja`far ibn Mansur ( زبيدة بنت جعفر ابن    المنصو) τοῦ Hārūn Ar-Rašīd (هَارُون الرَشِيد‎), ποὺ εἶναι ἴσως καὶ τὸ πρότυπο τῆς γυναικείας πατρωνείας στὸ Ἰσλάμ ἢ ἡ Χουρρὲμ χασεκί σουλτᾶνα (خرم سلطان‎ τοῦ ὀσμανίδου Σουλεϋμᾶν Α΄ γνωστὴ γιὰ τὸ κουλιγιὲ (κτηριακὸ συγκρότημα) μὲ τζαμί, δύο μεντρεσέδες, ἰμαρετ, γυναικεῖο θεραπευτήριο, κρήνη (Haseki Hürrem Sultan Külliyesi) σχεδιασμένο ὐπὸ τοῦ Μιμᾶρ Σινᾶν· ἔκτισε ἀκόμη λουτρὰ παρὰ τὴν Ἀγία Σοφία, ἰμαρὲτ στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὴν Μέκκα κ.α.

Μελετητὲς ἔχουν δείξει ἀκόμη ὅτι ὑπήρχε κάποια πατρωνεία ὑπὲρ ἐργαστηρίων κυρίως γιὰ τεχνουργήματα χλιδῆς (γυάλινα ἢ ὀρυχάλκινα σκεύη, ἐσθῆτες, χρυσοποίκιλτα χειρόγραφα, προϊόντα μεταλλουργίας, κεραμικῆς ἢ λιθοξοϊκῆς) μεταξὺ τῆς νεόπλουτης ἀστικῆς βουργησίας τάξης ἐμπόρων, ἱατρῶν, λογίων κ.α. ποὺ διευκόλυνε ἡ πλανητικὴ φύση πολλῶν τεχνουργῶν[xlii]. Δὲν λείπουν μάλιστα τεχνουργήματα ἀγιουβιδικῶν ἐργαστηρίων μὲ χριστιανικὲς παραστάσεις ἴσως γιὰ δῶρα σὲ Σταυροφόρους (κάτι σὰν ἐνθύμια τῶν Ἀγίων Τόπων) ποὺ δὲν ἀντέβαινε πρὸς τὴν κορανικὴ παράδοση[xliii]. Ἐπίσης ὁ A.C.S  Peacock ἀναφέρει μνεῖες σὲ waqfiyya  γιὰ χριστιανικὰ βακούφια τὸ 1272 καὶ 1280 ἐκκλησιῶν καὶ μοναστηριῶν στὴν Μικρὰ Ἀσία, πρακτικὴ ποὺ συνηθίζετο στὴν Συρία καὶ τὴν Αἴγυπτο.Τὸ 1184 ὁ ἀρμένιος νομοθέτης καὶ ἱερεὺς Μεχιτὰρ Γκός (Մխիթար Գոշ) μέμφεται ὅσους καταφεύγουν στὸν καδή. Ὅμως στὴν ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία τὰ χριστιανικὰ βακούφια, τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ μοναστικὰ ἱδρύματα, δὲν ὑπάγονται στὸ ἰσλαμικὸ δίκαιο ἀλλὰ ἰδρύονται ἀπευθείας μὲ σουλτανικὸ φιρμάνι καθὼς ὁ σουλτᾶνος εἶναι ὁ πάτρων τοῦ μιλλετιοῦ, καὶ κατὰ τὸ βεράτι κεῖνται ὑπὸ τὴν δεσποτεία καὶ τὴν κατοχὴ τοῦ πατριαρχείου, τῶν κατὰ μέρους μητροπόλεων ἢ μοναστηριῶν[xliv]. Αὐτὸ δὲν ἀποκλείει τὸ ὅτι οἱ Ῥωμηοὶ δὲν μετεχειρίζοντο ἐνίοτε τὶς βακουφικὲς διαδικασίες. Ὅπως καὶ νά ’χει, μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο τὸ πνεῦμα τῆς εὐεργεσίας καὶ τῆς πατρωνείας διετηρήθησαν. Οἱ πλούσιοι ῥωμηοὶ ἔμποροι θὰ κτίσουν τόσο τὶς παροικιακὲς κοινότητες ὅσο καὶ θὰ εὐεργετήσουν τοὺς τόπους καταγωγῆς αὐτῶν. Ὁ ἴδιος ὁ σουλτᾶνος Ἀβδουλμεζίτ θὰ ἀποστείλῃ βοήθεια στὴν Ἰρλανδία κατὰ τὸν λιμό τῆς πατάτας τὴν ὁποία μάλιστα θὰ τοῦ ζητηθῇ νὰ τὴν περικόψη ὥστε νὰ μὴν ξεπερνάει τῆς ἀνάσσης Βικτωρίας.

βασιλίς Ἐλισάβετ τῆς Καρινθίας ὡς κτίστρια

[ΠΑΤΡΩΝΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ] Ἡ πατρωνεία καὶ ἡ εὐεργεσία πέραν ἧστινος κοινωνικῆς ὠφελείας εἶναι πρωτίστως καλλιέργεια δικαϊκοῦ αἰσθήματος, ἀναγκαίου γιὰ τὴν ὕπαρξη νόμου, γιὰ αὐτὸ δοξάζεται οὐσιαστικῶς ὁ νόμος ὡς κόσμος (ἡ πολιτεία, ἡ δυναστεία, ὁ Θεός). Ὁ ἑλληνιστικὸς εὐεργέτης εἶναι ἄλλωστε προπάντων ἐγγυητὴς δικαιοσύνης. Φυσικὰ οἱ τέχνες εἶναι τὸ κατεξοχὴν μέσο καὶ τελικὰ ἀποδέκτης, καθὼς οἱ τέχνες εἶναι πάντοτε κάτι παραπάνω ἀπὸ τὸ χρηματικὸ τίμημα, ὅπως τὸ δῶρο γιὰ τὴν φιλία. Στὸν εὐρωπαϊκὸ Πουνέντε ὅμως λόγῳ γενικῆς ἐνδείας, ἡ ἐξέλιξη τῶν ἀντιστοίχων πατρωνικῶν δομῶν εἶναι κάπως διαφορετικὴ: Ἤδη στὶς ῥωμαϊκὲς πόλεις ἡ εὐεργεσία σπανίζει καὶ ὅπως ἀναφέρει ὁ Τάκιτος, Βρεταννοὶ ἔπρεπε νὰ ξοδεύουν σχεδὸν ὅλην τὴν περιουσία ποὺ εἶχαν ὅταν ὑπηρετοῦν ὡς ἱερεῖς στὸ Camulodunum. Τὸ ἀντίστοιχο τοῦ βακουφίου στὸν ἀγγλοσαξωνικὸ common law εἶναι τὸ trust ποὺ ἀφορᾷ ὅμως στὴν ἀνάγκη τοῦ ἱππότη νὰ διαφυλάξῃ τὴν περιουσία του ὅσο ἔλειπε στὶς σταυροφορίες, ἐνῷ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Καρλομάγνου ἡ σύμβαση census ἔδιδε τὸ δικαίωμα στὶς μονὲς νὰ ἀποκτήσουν καλλιεργήσιμη γῆ ὡς οὐσουφρούκτον (ἐπικαρπία) ἀποδίδοντας ἐτήσιο εἰσόδημα στὸν εὐεργέτη, τὸ redditus ἢ ὅπως ὠνομάσθη ἀργότερα ἀγγλιστὶ, annuity. Εἶναι ἡ γέννηση τῆς rente[xlv], ὁ πρόδρομος τοῦ ὁμολόγου ποὺ ἔγινε βασικὸς τρόπος πορισμοῦ τῶν δήμων τῆς Φλάνδρας κατὰ τὸν ιγ΄αἰῶνα καὶ ἀργότερα τῶν δυτικῶν κρατῶν, καὶ τρόπος νὰ παρακαμφθῇ ἡ θρησκευτικὴ ἀπαγόρευση τοῦ τόκου. Δηλαδὴ ἀντὶ εὐεργεσίας ἀναπτύσσεται χρηματιστική τινα ἀντίληψη ποὺ θὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἰσχὺ τοῦ δυτικοῦ κόσμου, καὶ ἡ δόξα ὑποκαθίσταται βαθμηδὸν παρὰ τοῦ ὑπολογισμοῦ. Ἡ πολιτικὴ πατρωνεία θὰ λάβῃ ἔτσι τὸν χαρακτῆρα τῆς διαφθορᾶς (corruption) ποὺ καταγγέλουν οἱ Ἄγγλοι ρεπουβλικανοί: οἱ ἄρχοντες τοῦ ἀγγλικοῦ παρλαμέντου εὐνοοῦν ὡρισμένες ἑταιρεῖες διὰ τῶν ὁποίων μποροῦν νὰ ἀνακυκλώνουν τὸ δημόσιο χρέος. Ἡ θρησκευτικὴ διαμαρτύρηση δὲ, ἀντικαθιστάει τὴν ἐκκλησιαστικὴ, ἱεραρχικὴ ὀργάνωση μὲ τὴν σεκταριστική: Γράφει ὁ Ernst Troeltsch ὅτι ἡ ἰδιωτικὴ δεσποτεία μὲς στὴν κατάσταση ποὺ δεσπόζεται ὑπὸ τὴν ἁμαρτία θεωρεῖται θεϊκὸς προκαθορισμός, ὁπότε τούτη ἡ δεσποτεία πρέπει νὰ χρησιμοποιηθῇ, ὅχι μόνον γιὰ τὴν εὐμάρεια τῆς οἰκογενείας ἀλλὰ καὶ πρὸς συμφέρον τοῦ κοινωνικοῦ ὅλου. Οἱ μὲν Λουθηρανοὶ προσπάθησαν νὰ διατηρήσουν τὴν οἱκονομικὴ ζωὴ κατὰ τὸ δυνατότερο στὴν γεωργία καὶ τὴν τεχνουργία, βδελυσσόμενοι τὴν χρηματιστικὴ speculation, οἱ δὲ Καλβινιστὲς ἀπεδέχθησαν τὸν σωματειακὸ [corporatiste] βίο καὶ ἐνεπιστεύθησαν τὸ χρηματοπιστωτικὸ σύστημα καὶ τὸν δανεισμὸ κατὰ τὴν ἔννοια ὅτι προάγει τὴν γενικὴ εὐμάρεια[xlvi]. Στὰ γραπτὰ τοῦ γερμανικοῦ Cameralismus ὁ κυβερνήτης φροντίζει γιὰ τὴν τὴν εὐτυχία ―Glückseligkeit, τῶν ὑπηκόων του ἀλλὰ οἱ ὑπήκοοι πρέπει νὰ ἔχουν τέτοια καθήκοντα ὥστε νὰ ἐλαφρύνουν τὸν κυβερνήτη[xlvii]. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶναι μία συλλογικώτερη ἀντίληψη τῆς κλασικῆς, καὶ πλέον ὠφελιμιστικὴ ποὺ προαναγγέλει τὸ κοινωνικὸ κράτος καὶ τὴν οὐτοπία τῆς προόδου. Ἄλλωστε οἱ πρῶτες ὠφελιμιστικὲς οὐτοπίες ἐφηρμόσθησαν ἀπὸ βιομηχάνους ἐν φιλοπτωχίας εἴδει ἀλλὰ κατὰ τὴν ἔννοια ὥστε νὰ ἐξαφανισθῇ ἡ ἀνάγκη ὕπαρξης πάτρωνα. Μέχρι ὅμως νὰ κυριαρχήσουν οἱ ὠφελιμιστικὲς ἀξίες, ἡ ἔννοια τῆς magnificènza ἐπιζεῖ δίδοντας ὤθηση στὶς ἡγεμονίες τῶν κρατῶν τῆς Εὐρώπης ποὺ θέλουν νὰ μιμηθοῦν τὰ ἀρχαῖα καὶ ἐξ ἀνατολῶν πρότυπα.

[ΙΤΑΛΙΚΗ MAGNIFICENZA]Πράγματι, στὰ ἰταλικὰ ἄστεα τῆς Λομβαρδίας τοῦ trecento καὶ τοῦ quattrocento, ὅσο αὐτὰ ἀποκτοῦν συνοχὴ πολιτείας, ἀναπτύσσεται ἐκεῖ ἕνα πολιτικὸ (civic) πνεῦμα. Ἀρχικὰ πόλεις ὑπὸ ἄμεσο αὐτοκρατορικὴ ἀρχὴ, regalia (χωρὶς φεουδάρχες) ποὺ ἀντιμετώπιζαν μόνες  ἐπιδρομὲς Σαρακηνῶν, περνοῦν μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἑρρίκου Γ΄ ὑπὸ τὴν ἀρχὴ τῶν ἐπισκόπων τῶν ὁποίων οἱ μεταξὺ διαμάχες φέρνουν στὸ προσκήνιο τὸ popolo καὶ τὶς ἀστικὲς κοινότητες ―comuni, ποὺ ὑφαρπάζουν διάφορα προνόμια (νόμισμα, δικαστικὰ τέλη, gabelle, καπηλικά, κομμέρκια). Ἤδη λοιπόν τὸν ια΄ αἰῶνα, ἡ ἀρχὴ τῶν πόλεων εἶναι ἀριστοκρατικὴ (signorile) ἀποτελουμένη ἐξ ἀνθρώπων κάποιας ὑπόστασης (περιουσίας) ἤτοι ὅσων ἦσαν ἱππότες, μικροὶ γαιοκτήμονες, ἐλεύθεροι ἰδιοκτήτες, γιὰ νὰ προστεθοῦν πλούσιοι ἔμποροι, ἀργυροπράτες, ντόπιοι νοτάριοι, ἀλλὰ καὶ μέτοικοι, κοντολογὶς civi ἢ cittadini, ὑποστηριζόμενοι στὶς βίαιες συγκρούσεις ἀπ’ τὸ popolino.  Κατὰ τὸ  duecento ὁπότε οἱ κοινότητες διοικοῦνται ὑπὸ τοὺς ὑπάτους ―comuni consolari, ἀποκτοῦν πολιτεία ἔτι πλέον οἱ ὑποκείμενοι σὲ φόρους popolani, πλούσιοι βουργήσιοι ―borghesi, τεχνίτες συντεχνιῶν ―arti e mestieri, κάπηλοι, ὄχι δίχως βία καὶ συχνὰ ὑπὸ τὴν διαιτησία παπικῶν λεγάτων ἢ αὐτοκρατορικῶν ἀξιωματούχων. Ἡ ἔννοια τῆς πολιτείας γίνεται ἔτι πλέον αἰσθητή: Νοτάριοι ἀναλαμβάνουν τὰ τυπικὰ τῆς κοινότητας, ἱπποτικῶν ἑταιρειῶν, ἀδελφοτήτων (consorterie), συντεχνιῶν· σχηματίζονται ἔνοπλες δυνάμεις ἀνὰ ἐνορία (vicinia) ὑπὸ τοὺς gonfalonieri· οἱ ἀποφάσεις ἐλαμβάνοντο ὑπὸ τῆς βουλῆς τοῦ λαοῦ ὅπου προήδρευε ὁ capitano del popolo ἐλεγχομένης παρὰ τῆς κοινοτικῆς νομοθετικῆς βουλῆς ἐνῷ τὴν ἐκτελεστικὴ καθ’ ἡμέραν ἐξουσία ―podestà, ἀπετέλουν οἱ anziani (πρόκριτοι, προεστοί, δημογέροντες). Ὁ capitano del popolo ἦταν μία ἀποτελεσματικὴ λύση στὴν ἄμυνα τῆς πόλης ἄλλα ὄχι τόσο ὁ ἔνοπλος λαὸς ποὺ εἶχε τὰ ἐπαγγέλματά του.Ἔτσι οἱ πόλεις ἀνηγκάσθησαν νὰ προσλάβουν μισθοφόρους πολεμιστές, τοὺς condottieri, οἱ ὁποῖοι μάλιστα πλειστάκις ἦσαν τῆς ἐκδιωχθείσης ἀριστοκρατίας. Οἱ ἐσωτερικὲς συγκρούσεις μεταξὺ τῶν παρατάξεων, συντεχνιακῶν ἢ Γουέλφων καὶ Γιβελλίνων, ἔφεραν στὴν ἐξουσία τοὺς contottieri ὡς signori (κυρούς, τυράννους), κύριως στῆς γεωργικῆς οἱκονομίας πόλεις, ἐνόσῳ ἄλλες πόλεις, ὅσες ἦσαν ἀνοικτὲς στὸ θαλάσσιο ἐμπόριο, ὅπου οἱ ταραχὲς ἦσαν ἠπιώτερες, διετήρηθησαν ὡς ὀλιγαρχικὲς reppubliche. Ἐνόσῳ οἱ (γεωργικὲς) signorie γιὰ  πολεμικοὺς πόρους, κατέφευγαν στὸν βραχυπρόθεσμο δανεισμό,  οἱ  (ἐμπορικὲς) reppubliche μετεχειρίζοντο ἀναγκαστικὲς πιστώσεις πλουσίων καὶ ὄχι μόνον, παρόμοιες τῶν rentes, ποὺ ὀνομάζονται prestiti, prestanze, proventus ἢ luoghi, οὐσιαστικῶς μετοχὲς ἐπὶ τοῦ κράτους[xlviii]. Στὶς πρῶτες ἡ συγκομηδή φόρων πήγαινε στὴν ἐξόφληση τῶν δανείων, ἐνόσῳ στὶς δεύτερες, στὴν ἐτησία ἀποπληρωμὴ μόνον τῶν ἀποδόσεων (paghe) καθὼς τὸ χρέος συνελέγετο σὲ μία monte ἢ compere (κεντρικὴ τράπεζα) ὡς κεφάλαιο τοῦ κράτους. Ἀφἑνὸς στὶς πρῶτες ἡ γεωργία ἔδιδε πλειότερους φόρους ἐπὶ σταθερωτέρης οἱκονομικῆς βάσης, ἀφἑτέρου στὶς δεύτερες ἤρχε ὅπως γράφει ὁ Reinhold C. Mueller ἕνα πολιτικὸ (civic) πνεῦμα sub necessitate et pro utilitate publica, δηλαδὴ θὰ λέγαμε, ἕνα πνεῦμα εὐεργεσίας. Πόλεις ὅπως ἡ Φλωρεντία πράγματι εἶχαν καταστῇ ἀπὸ ἐπαρχιακὲς κοινότητες τοπικὲς ἡγεμονικὲς δυνάμεις, καὶ εἶναι διάχυτο ἕνα αἴσθημα αἰσίου καὶ εὐοίωνου μέλλοντος στὰ χρονικὰ τῆς ἐποχῆς. Ὁ μεταξοπράτης Goro Dati στὴν Storia di Firenze, προσπαθεῖ νὰ δικαιολογήσῃ τῆν σύγχρονή του ἄνοδο τῆς Φλωρεντίας μὲ τὴν ἵδρυση τῆς ἀπ’ τοὺς Ῥωμαίους καὶ συνδέει τὴν χριστιανικὴ εὐσέβεια καὶ τὴν εἰρηνοφιλία τῆς πόλης μὲ τὴν ἰσχὺ καὶ ἀρετὴ τῶν Ῥωμαίων, ἕνω ἡ γουελφικὴ (τοῦ Πάπα) παράταξη ἐγγυᾶται τὴν ἐλευθερία πρὸς τὴν γιβελλινικὴ (τοῦ γερμανοῦ αὐτοκράτορα). Στὸ duecento ἤδη γίνεται σε ποιήματα, μνεία στὴν πόλη ὡς καθρέπτισμα τῶν ὑπερουρανίων Ἱεροσολύμων ἢ ὡς «ἡμετέρα μήτηρ» γιὰ ἀκολουθήσουν χρονικὰ ὅπως τὸ παραπάνω ἢ ἐγχειρίδια καλῆς διακυβέρνησης ὅπως τοῦ Brunetto Latini. Βαθμηδὸν ἀναπτύσσεται ἕνας πολιτικός (civic) οὑμανισμὸς κυρίως ἀναμέσο τῶν νοταρίων ποὺ καταφεύγουν στὰ ἀρχαία κείμενα ρητορικῆς τοῦ Κικέρωνα καὶ τοῦ Σενέκα ποὺ ὑπερβαίνει τὴν παραδοθεῖσα χριστιανικὴ ἀντίληψη τῶν πραγμάτων: καὶ οἱ σχολαστικοὶ τῆς ἐποχῆς ἄλλωστε ἀνατρέχουν στὸν Ἀριστοτέλη. Τὸ πρότυπο τῆς ἑλληνικῆς πόλεως φαίνεται προσήκον στὶς λομβαρδικὲς comuni καὶ ἔτσι προσανατολίζονται πρὸς τὴν repubblica. Ἀφἑνὸς οἱ Οὑμανιστὲς ἐπινοοῦν τὴν ἱστορία ὡς κάτι ποὺ ἀντίθετα μὲ ὅ τι εἶναι παρὸν (ῥωμαϊκὸ δίκαιο καὶ μνημεῖα, λατινικὴ γλῶσσα) κεῖται ὀπίσω καὶ πρέπει νὰ μελετηθῇ ὡς κάτι διακριτὸ καὶ ὀλίγο πολὺ αἴτιο τῆς σύγχρονης ἐπιτύχιας, ὅπως κάνει ὁ Leonardo Bruni, ἀφἑτέρου υἱοθετουν κοινωνικὲς ἀξίες τῆς ἀρχαιότητας. Ἡ città τίθεται ὡς θεμελιώδης καὶ τυπικὴ μορφὴ ἀνθρώπινης σχέσης: κάθε ἄνθρωπος γεννᾶται ἐντὸς τῆς οἰκογενείας του, ἄλλ’ εἶναι μετὰ οἰκεῖος τῇ κοινότητί του. Ἡ caritas reipublicae (ἀγάπη τῆς πολιτείας) ἢ φιλοπατρία θέτει κατὰ τὸν Ptolomeo da Lucca, τὰ κοινὰ ἀγαθὰ ὑπεράνω τῶν ἰδιωτικών. Ἔτσι πέραν τῆς χριστιανικῆς κριτικῆς πρὸς τὴν ἀσωτία στὴν ὀποῖα προστίθεται ἡ στωικὴ τῆς ὑπεροχῆς τοῦ στοχαστικοῦ βίου τῶν Οὑμανιστῶν τοῦ trecento, Petrarcha καὶ ὁ Salutati, ἔρχεται ὁ πολιτικὸς οὑμανισμὸς ποὺ ἀποδέχεται τὴν οἰκονομικὴ βάση τῆς πολιτείας καὶ προσανατολίζει τὴν κατανάλωση πρὸς τὸ ἐλευθέριον (γενναιοδωρία). Πράγματι μέχρι τοῦδε ἡ ἐπίδειξη πλούτου ἀποφεύγεται: οὐδεποτὲ νὰ ἐπιδεικνύῃς τὰ πλούτη σου καὶ πάντοτε κάμε τοὺς ἀνθρώπους νὰ πιστεύωσι ῥήμασι καὶ πράξεσι ὅτι κατέχεις τὸ ἥμισυ ὅσων ἔχεις λέει ὁ Giovanni Morelli. Πέραν τοῦ κινδύνου, ἡ κατοχὴ κινητῆς περιουσίας εὐνοοῦσε τὴν φοροδιαφυγὴ καὶ τὴν ἐπαυξησή της ἀπ’ τὴν ἀγορὰ prestiti στὴν δευτερογενὴ ἀγορὰ ὅπου ἀγοράζονταν ὑποτιμημένα ἀλλὰ μὲ paga κατὰ τὴν ἀρχικὴ ὀνομαστικὴ τιμή. Ἡ usura βαθμηδὸν ἀπενοχοποιεῖται: Ὁ Francisco da Empoli στὸ Determinatio de materia  montis θεωρεῖ τὰ ὁμόλογα τοῦτα emptio-venditio (ἀγορασία-πρᾶσι) καὶ ὄχι mutuum (δάνο, δάνειο) ὅπου ὁ τιτλοῦχος ἀγοράζει δικαίωμα νὰ συλλέξει μελλοντικὸ εἰσόδημα ἀπ’ τὸ κράτος. Πλείστοι Δομινικανοὶ καὶ Φραγκισκανοὶ ὅμως συνέχιζαν νὰ θεωροῦν τὴν πώληση τῶν μετοχῶν τῆς monte στὴν δευτερογενὴ ἀγορὰ ὡς ἁμάρτημα. Κατὰ τὸ quattrocento, οἱ Bernardino da Sienna (1425) και sant’Antonino di Firenze (1449) ἀναγνωρίζουν τὸ lucrum cessans (χαμένη ἀπολαβή) ὡς ἐξαίρεση στὴν usura ὅταν πρόκειται γιὰ δάνεια ex pietate. Ἔτσι στὴν Φλωρεντία καὶ ἐν γένει σὲ παρόμοιες πόλεις ἀπαντᾶται τραπεζίτες νὰ προστατεύουν τὴν θρησκευτικὴ τέχνη γιὰ νὰ ἔχουν οἱ ἴδιοι τὴν θεία χάρι παρὰ τὸ πλευρὸ αὐτῶν. Εὐσέβεια καὶ ὄνηση συνδυάζονται, ὅπως ὁ Francesco Datini ποὺ καίτοι τὸν εἶχαν προλέξει νὰ μὴν ἱδρύσῃ τράπεζα στὴν εὐσεβὴ Φλωρεντία, αὐτὸς τὸ ἔπραξε τὸ 1398, ἀλλὰ ἄφησε τὴν περιουσία του σὲ εὐαγὲς ἵδρυμα. Κατὰ τὸν Vespasiano da Bisticci ὁμοίως εἶχε πράξει ὁ Cosimo deMedici ὅταν ἔκτισε τὸν San Marco, ὄχι τόσο γιὰ νὰ σβήσῃ τὴν ἐνοχὴ τοῦ τοκισμοῦ ὅσο γιὰ ζητήσῃ τὴν θεία εὔνοια. Ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴ τῶν Οὑμανιστῶν, τῆς βασικῆς ἰδεολογίας τῶν ἀρχόντων, προβάλλεται ἡ ἀρετὴ τῆς magnificènza (magnificentia, μεγαλοπρέπεια, λαμπρότης, σεμνότης)[xlix], τὴν ὁποία οἱ Οὑμανιστὲς ἐμπνέονται ἀπὸ τὴν μεγαλοψυχία τοῦ Ἀριστοτέλους (ἠθικὰ νικομάχεια 1123a-b):

ἡ δὲ μεγαλοψυχία περὶ μεγάλα μὲν καὶ ἐκ τοῦ ὀνόματος ἔοικεν εἶναι, περὶ ποῖα δ᾽ ἐστὶ πρῶτον λάβωμεν· διαφέρει δ᾽ οὐδὲν τὴν ἕξιν ἢ τὸν κατὰ τὴν ἕξιν σκοπεῖν. δοκεῖ δὴ μεγαλόψυχος εἶναι ὁ μεγάλων αὑτὸν ἀξιῶν ἄξιος ὤν·

Palazzo Strozzi

Ὅμως αὐτὸ δὲν ἦταν ξένο μὲ τὴν ὑπάρχουσα παράδοση τοῦ ἀριστοκρατικοῦ ἰδεώδους: κἂν τάχα ὁ Ἀκυινάτης καὶ ὁ Δάντης θεωροῦν τὴν φιλοτιμία ματαία καὶ ἁμαρτία, γιὰ τὸν ἱερὸ Αὐγουστίνο (ποὺ ἦταν ἄλλωστε ῥωμαῖος πολίτης)  διὰ αὐτῆς καθαίρεται ἡ libido dominandi (φιλαρχία). Ἡ ῥωμαϊκὴ πολιτικὴ ἀρετή, ἡ φιλοπατρία, δὲν εἶναι ἄλλο τὶ παρὰ ἡ καταστολὴ τῆς ἀπληστίας, τῆς φιλαρχίας καὶ ἄλλων παθῶν δι’ ἑνὸς πάθους, τῆς φιλοτιμίας, τῆς ἐπιδίωξης δόξης καὶ τιμῶν[l].  Κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ quattrocento ἦταν πάγκοινον ὅτι τὸ ἐμπόριο εἶναι ἡ ζωοδότρα δύναμη τῆς πολιτείας, καὶ ὁ ἀρχιτέκτων καὶ Οὑμανιστὴς L.B. Alberti ἐπιβεβαιοῖ ὅτι τὸ ἐμπόριο καὶ ἡ μεταποίηση φέρουν στὴν πόλη πλοῦτο καὶ δημιουργοῦν ἐργασία, καὶ ὁ χονδρέμπορος ἀνατιμᾶται κοινωνικῶς πρὸς τὸν ἁπλὸ κάπηλο ἢ ταπεινὸ τεχνίτη. Στὴν Φλωρεντία ἀνακαλύπτουν τὰ εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα τῆς ροῆς τοῦ εἰσοδήματος: ὅπως γράφει ὁ Domenico di Roberto Cecchi κατὰ τὸν καιρὸ τοῦ falò delle vanità (φανοῦ τῆς χλιδής) τοῦ Σαβοναρόλα μέγας θησαυρὸς δύναται νὰ ἐλευθερωθῇ, ἂν χρήματα ἀλλάσσωσι χείρας ἑξάκις τὴν ἡμέρα καταπαντόθεν ἀνὰ τὴν πόλιν, οὕτως ὥστε ἵνα ἀποκατασταθῇ ἡ χώρα καὶ οἱ πτωχοὶ εὕρωσι ἐπικερδὴ ἐργασία, πρᾶγμα καλὸ διὰ τὸν καθέναν καὶ τὸ κράτος, καὶ τιμὴ τῆς πόλεως[li]. Ὁ πλούσιος ἔμπορος, γράφει ὁ Goldthwaite ὄχι μόνον θεωρεῖ ὀλιγώτερο ἀμφίβολη τὴν κοινωνική του θέση ἀλλὰ βλέπει νὰ ἀλλάζουν τὰ κωλύματα ὡς πρὸς τὴν κατανάλωση: ἡ νουθεσία «οὐ δαπανᾷς» τρέπεται σὲ « οὑ δαπανᾷς πλέον ὅσων δύνασαι νἀποκτήσῃς» ποὺ εἶναι οἰκονομικῆς παρὰ ἠθικῆς φύσης. Ἡ ἔννοια ἡ ἴδια τῆς ἀποθησαύρισης ἐπαναπροσδιορίζεται καθὼς δὲν ἀφορᾷ πλέον στὴν παραθήκη χρήματος, ἀλλὰ στὴν ἐπένδυση σὲ ὑπάρχοντα, μέχρι καὶ ἔπιπλα.Ἡ ἀλλαγὴ τούτη νοοτροπίας πρὸς τὴν κατανάλωση εἶναι τὸ κύριο αἴτιο τῆς πατρωνείας τῶν τεχνῶν καὶ τῆς ἀρχιτεκτονικῆς ποὺ θὰ ἐπισύρῃ βέβαια τῆν μῆνιν τοῦ Σαβοναρόλα. Ὁ Guicciardini, κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ cinquecento, γράφει ὅτι παρὅλο ποὺ ὁ λαὸς τῆς Φλωρεντίας ἐν γένει πτῶχος ἐστί, ὁ τρόπος τοῦ ἡμετέρου βίου τοιόσδε ἐστι ὥστε ὅστις ἕκαστος ἐπιθυμῇ ἴνα γίνῃ πλούσιος.

Ὀφείλομε νὰ μνημονεύσωμε ὅτι πλεῖστοι Οὑμανιστές ἀντίθετα μὲ τοὺς ῥωμαίους καὶ ἕλληνες λογίους ποὺ ἦσαν οἱ ἴδιοι πάτρωνες, καὶ ἀπέφευγαν νὰ ὁμιλήσουν περὶ πατρωνείας καὶ εὐεργεσίας, ἦσαν ὅπως λέγει ὁ Lauro Martines, μισθωμένες γραφίδες, ἐπαγγελματίες ῥήτορες ποὺ ἐξέφραζαν ἢ μᾶλλον σχημάτιζαν τὶς ἀξίες τῶν πατρώνων αὐτῶν. Ὅ τι ἐπαινοῦν εἶναι ἡ ἐπίγειος πολιτεία: τὰ πολιτικὰ καὶ τὴν πολιτικὴ κοινωνία, τὴν ἐγκόσμιον ἱστορία καὶ τὰ κατορθώματα, τοὺς πλούτους καὶ τὴν φιλοτιμία[lii]. Ἐξαίρουν τὴν ἐγκύκλιο παιδεία ἢ liberalia studia ποὺ προσήκει στὶς ἀνώτερες τάξεις, καὶ ὅταν ἄσκουν κριτική σὲ ἡγεμόνες ἢ ὀλιγαρχίες τὸ κάμουν ὄχι ὡς ἀντιλογία ἀλλὰ ὡς συμβουλὴ γιὰ νὰ δείξουν στοὺς ἄρχοντες τὶς εὐθύνες ποὺ πρέπει νἀναλάβουν. Καὶ ὅταν οἱ Cristoforo Landino καὶ Angelo Poliziano ἐπαινοῦν τὸν Λαυρέντιο τῶν Μεδίκων (Lorenzo deMedici) γιὰ τὴν γενναιοδωρία, τὴν πολιτική του σύνεση, εὐελιξία καὶ πολυμάθεια του, πέραν τῆς προπαγάνδας δεικνύουν τὶ εἶναι πρέπον καὶ ἀγαθὸ γιὰ τέτοια οἰκογένεια. Ὁ ὑποστηρικτὴς τῆς ῥεπουβλικανικῆς ὀλιγαρχίας Poggio Bracciolini στὸν φιλιππικό του πρὸς τοὺς ἡγεμόνες δὲν διστάζει νὰ μεταχειρισθῇ χριστιανικὰ ἐπιχειρήματα. Οἱ Οὑμανιστὲς μποροῦν καὶ συνδυάζουν τὰ ἠθικὰ καὶ τὰ πολιτικά, καὶ σχηματίζουν τὴν συνείδηση τῶν πατρώνων αὐτῶν, ἡγεμόνων, ὀλιγαρχῶν, πλουσίων πολιτῶν, καθὼς τοὺς προτρέπουν καὶ τοὺς ἐπικελεύουν στὴν γενναιοδωρία[liii]. Ἡ ἔννοια τῆς magnificènza ἀπέδιδε νόημα στὴν κτήση πλούτου καθὼς ἐξέφραζε στὸν χῶρο τὴν ἀξία ἐκείνη ποὺ ἔδιδε στὸν κάτοχό του σεβασμό, φιλίες, ἐξουσία· βασιζόταν στὴν ἐπίδειξη, σεμνὲς τελετές καὶ ἀνέγερση κτηρίων. Γιὰ τὸν Alberti ὅλοι συμφωνοῦμε ὅτι πρέπει νὰ προσπαθήσωμε νἀφήσωμε κάποια φήμη ὅχι μόνον τῆς σοφίας μας ἀλλὰ καὶ τῆς ἐξουσίας μας, γι’ αὐτὸ καὶ ἀνεγείρομε μεγάλες οἰκοδομές, ὥστε οἱ ἔπειτα νὰ δύνανται νὰ ὑποθέσουν ὅτι ὑπήρξαμε μεγάλοι ἄνδρες. Ἔτσι ἡ ἀνέγερση τρέπεται σὲ ἠθικὴ πράξη: ἡ magnificènza τοῦ οἰκήματος πρέπει ν’ ἁρμόζει στὴν dignità (ἀξίωμα) τοῦ κτήτορα, λέγει ὁ Alberti. Καὶ ὅποιος ἐξομοιοῖ τὸ οἰκημά του μὲ τὰ μεγαλοπρεπὴ τῶν εὐγενῶν πολιτῶν χωρὶς νὰ φθάσῃ ἢ ὑπερβῇ τὴν ἀρετὴ αὐτῶν, τὸν πρέπει μόνον ὁ ψόγος, προσθέτει ὁ Palmieri. Ἄλλοτε ἐπιστρατεύονται χριστιανικὰ ἐπιχειρήματα ὅπως ἡ θεώρηση τοῦ Θωμᾶ τοῦ Ἄκυινάτου τῆς magnificentia ὡς ἀρετῆς, στὴν ὑπεράσπιση τῶν ἔργων τοῦ Κοσμᾶ τῶν Μεδίκων (Cosimo deMedici) ἀπ’ τὸν Timoteo Maffei. Πέραν τῆς ῥητορικῆς, εἶναι ἡ ἴδια ἡ πράξη τῆς οἰκοδόμησης ποὺ σημαίνει ἀεὶ στὸν χῶρο τὸν κτίτορα. Ὁ Giovanni Rucellai θεωρεῖ τὰ οἰκοδομήματα τοῦ Cosimo, ἄξια ἐστεμμένου βασιλέως, ἐνῷ ὁ Filippo Strozzi ἔγινε διάσημος ἅμα τῇ θεμελιώσει τοῦ παλατιοῦ του[liv].

Καθὼς οἱ οἰκοδομὲς τοῦτες στοχεύουν στὸ αἰώνιο, λέγει ὁ Goldthwaite, ὀφείλουν νὰ εἶναι αἰσίες κατὰ τὴν κοσμικὴ τάξη: Ὁ Alberti θεωρεῖ ὅτι πρέπει νὰ ἀποφασίζεται βάσει ἀστρολογίας ἡ ἡμέρα θεμελίωσης, καὶ πράγματι στὴν περίπτωση τοῦ παλατιοῦ Strozzi, ἦταν ὁ Marsilio Ficino καὶ ὁ ἐπίσκοπος ποὺ πρότειναν τὴν ἡμερομηνία θεμελίωσης τὴν 6η Αὐγούστου 1489, καὶ τὴν ἀρχὴ τῶν ἐργασιῶν δύο ἐβδομάδες μετά. Τὸ 1534 γιὰ τὴν ἀνέγερση τῆς Fortezza da Basso ὑπὸ τοῦ Δουκὸς Ἀλεξάνδρου τῶν Μεδίκων, οἱ Καρμελίτες ἀπέστειλαν ἀστρολογικὸ  χάρτη στὸν πολιτικὸ καὶ Οὑμανιστὴ Francesco Guicciardini στὴν Bologna νὰ τὸν ἐλέγξουν οἱ ἐκεῖ ἀστρολόγοι[lv]. Τέτοια εἶναι ἡ κοινωνικὴ σημασία τῆς θεμελίωσης ὥστε ἄγεται σεμνὴ τελετὴ μὲ τὸν ἴδιο τὸν κτίτορα νὰ λασπώνει τὸ ὄρυγμα μὲ τὸ φτυάρι ὅπως ὁ Filippo Strozzi, ὁ ὁποῖος καὶ ἔρριψε ἐκεῖ μετάλλιο μὲ τὸ πρόσωπο καὶ τὸ οἰκόσημό του. Στὴν ἴδια περίσταση, περαστικὸς πῆρε καὶ αὐτὸς τὸ φτυάρι καὶ ἔρριψε νόμισμα. Τὴν 3η  Δεκεμβρίου 1489, κατὰ τὴν θεμελίωση τοῦ νέου νεωκορίου τοῦ Santo Spirito μετέχει ἐκτὸς τῶν οἰκοδόμων ἅπασα ἡ κοινότης, ἐνόσῳ εὐλογεῖται ὁ τόπος καθὼς καπνίζουν θυμιάματα[lvi].

Ἡ σημασία τῶν περιφανῶν οἰκοδομῶν γιὰ τοὺς ἴδιους τοὺς κτίτορες διαφαίνεται καταρχὰς στὰ λογιστικὰ καὶ συμβολαιογραφικὰ κατάστιχα: Ὁ Goldthwaite μεταχειρίζεται γιὰ τὴν μελέτη του[lvii] τὰ βιβλία δαπανῶν κτιτόρων ὅπως τοῦ Filippo Strozzi, Giovanni Bartolini, Giuliano Da Gagliano. Ὀ τελευταίος μάλιστα κρατεῖ χωριστὸ λογαριασμὸ γιὰ τὴν πρόσοψη τοῦ παλατιοῦ του, τῆς δαπάνης οὐσιαστικῶς τῆς δημοσίας παρουσίας του[lviii]. Ἔπειτα, καθὼς ἡ κληρονομία μοιραζόταν, φρόντιζαν στὴν διαθήκη νὰ μένει ἡ οἰκογενειακὴ κατοικία στοὺς ἀπογόνους των. Ὁ Bartolini ἄφησε τὸ παλάτι του σὲ ἀδελφό του μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι ἂν δὲν ἔχῃ ἄρρενες ἀπογόνους, θὰ περάσῃ στὴν γενεὰ του ἐπομένου ἀδελφου κ.ο.κ. κάτι ποὺ θὰ λέγαμε ὅτι μᾶς θυμίζῃ τὸν common law ὅπου ἡ ἔγγειος δεσποτεία τοῦ λόρδου καὶ ὁ τίτλος του πάει στὸν πλησιέστερο ἄρρενα. Ὁ Strozzi ποὺ πέθανε προτοῦ περατωθῇ τὸ παλάτι του καὶ εἶχε ἐμμονὴ μὲ τὸ πῶς αὐτὸ θὰ κληρονομηθῇ ὥστε νὰ μείνῃ στὴν οἰκογένεια, ὅπως φαίνεται στὴν μακρὰ καὶ λεπτομερὴ διαθήκη του. Ὁ Giovanni Rucellai ἀπαιτεῖ στὴν διαθήκη του νὰ παραμείνει τουλάχιστον σὲ κάποιον μὲ τὸ ἴδιο ὄνομα, ἀλλὰ ἀπαγορεύει ν’ ἀλλοτριωθῇ (πωληθῇ) ἢ ἀκόμη νὰ ἐνοικιασθῇ. Ἂν δὲ, τελικῶς ἔπαυαν νὰ ὑπάρχουν Rucellai, προκρίνει νὰ μεταβιβασθῇ στὴν κοινότητα, ἡ ὁποία νὰ κάμῃ χρήση του μόνον ὡς κατάλυμμα κάποιου ξένου διπλωμάτου ἢ ἀκόμη νὰ περάσῃ στὴν κατοχὴ ξένου ἡγεμόνα, ἀρκεῖ νὰ μὴν περιέλθη στὴν κατοχὴ ἄλλου φλωρεντινοῦ οἴκου[lix].   Πράγματι οἱ κτίτορες ἤθελαν νὰ δημιουργήσουν δυναστεία ὡσαύτως στὴν ἀριστοκρατία πρᾶγμα ποὺ φαίνεται στὸν χῶρο ὅτι ἄφηναν τὸ ἐμβλημά τοῦ οἴκου νὰ διακρίνεται στὴν πρόσοψη τοῦ οἰκοδομήματος. Μία πρωτότυπη λύση ἦταν νὰ τὸ ἐνθέτουν στὸν διάκοσμο τῶν κιονοκράνων, ὅπως οἱ (μ)πάλλες τῶν Μεδίκων στὴν ἐκκλησία στὸ Bosco ai Frati, οἱ χιαστὶ ἄλυσοι τῶν Alberti στὴν στοὰ αὐτῶν στὴν Via deBenci, καὶ σὲ περιστύλια ἀστικῶν κατοικιῶν, τὰ δελφίνια τῶν Pandolfini καὶ τῶν Pazzi, ἡ μήκων τῶν Bartolini, τὸ ρόδο τῶν Ricasoli, ὁ γρὺψ τῶν Rustici. Ἡ μήκων τοῦ Bartolini ἐμφανίζεται στὴν ζωφόρο τοῦ παλατιοῦ του στὴν Santa Trinita. Τὰ ἱστία τῆς τύχης τοῦ Rucellai κοσμοῦν τὴν πρόσοψη τοῦ παλατιοῦ του, ἀλλὰ καὶ στὴν πρόσοψη τῆς Santa Maria Novella ποὺ ἐδώρησε. Ὁ ἱέραξ τοῦ Gondi ἀπαντᾶται στὸ κεφαλόσκαλο τῆς κλίμακας τοῦ παλατιοῦ του. Ὁ Filippo Strozzi ἀπ’ τὴν ἄλλη προτίμησε νὰ γεμίσῃ διακριτικῶς μέν, ἀλλὰ ὅλο τὸ παλάτι του μὲ τὶς ἡμισελήνους τῆς οἰκογενείας! Ἀπ’ τὰ τύμπανα τῶν παραθύρων καὶ τὰ μεταλλικὰ φανάρια τῆς πρόσοψης, μέχρι σὲ προβόλους στὸ ἐσωτερικό, ὅπου προσθέτει καὶ τὰ προσωπικά του διακριτικά, τὸν ἀμνὸ καὶ τὸ γεράκι. Στὴν ἀποκατάσταση εὐκτηρίου στὸ Lecceto, ἔβαλε τοὔνομά του στὸ ἐπιστύλιο ὑπὲρ τὴν τράπεζα. Πράγματι πιὸ κραυγαλέες λύσεις ποὺ ὅμως ἁρμόζουν στὴν ἰδέα τοῦ κτηρίου ὡς ἔκφραση τοῦ κτίτορος εἶναι ἡ χρήση προτομῶν ὅπως ἔκαμε ὁ Mateo Palmieri στὴν κατοικία του ἢ ὅπως τοῦ εὐεργέτου τοῦ ὁσπιτίου τοῦ San Paolo dei Convalescenti, Ferdinando I deMedici στὴν στοὰ ἐπὶ τῆς πλατείας, ἀναμέσο τῶν ἀναγλύφων κεραμικῶν μεταλλίων τῶν φραγκισκανών ἁγίων. Κεραμικὲς ἢ πέτρινες προτομὲς καὶ ἀνάγλυφα μετάλλια ἔδιδαν μὲν ἐπιπλέον ἐργασία στοὺς γλύπτες, ἐπέσυραν δὲ τὴν κατακραυγὴ τοῦ κλήρου, ὅπως του SantAntonino καὶ φυσικὰ τοῦ Σαβοναρόλα. Ὅταν ἀπηγόρευσαν στὸν Castello Quaratesi νὰ ἐπιδείξῃ τὸ οἰκόσημό του στὴν καινούργια πρόσοψη τοῦ Santa Croce, ἁπλῶς ἀπέσυρε τὴν δώρεα καὶ ἔκτισε δική του ἐκκλησία. Τέτοια ἦταν ἰσχὺ τούτης τῆς πρακτικῆς ὥστε φλωρεντινὸς χρηματιστὴς στὴ Γένουα, γιὰ νὰ πείσῃ τὸν Πέτρο τῶν Μεδίκων νὰ δωρίσῃ κάποιο κτίσμα ἐκεῖ, μετεχειρίσθη τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν ὑπάρχει πουθενὰ στὴν Γένουα σῆμα τῆς παρουσίας τῶν Μεδίκων μὅλο ἦσαν ὁ παλαιότερος ἐμπορικὸς οἶκος ἐκεῖ, ἐν ἀντιθέσει μὲ ἄλλους φλωρεντινοὺς τῶν ὁποίων τὰ διακριτικὰ ἐπεδείκνυντο. Καὶ τούτη ἡ συνήθεια, κυρίως τῶν Φλωρεντινῶν, δὲν ἔπαυε στὰ κτήρια, ἀλλὰ ἐπεκτείνετο σὲ χρηστικὰ ἀντικείμενα ὅπως ἔπιπλα, ἀργυρὰ καὶ κεραμικὰ πιάτα[lx].

ἔμβλημα τῶν Μεδίκων στὸ palazzo Medici

ἄλυσοι, οἰκογενειακὸ ἐμβλημα τῶν Alberti

Palazzo Strozzi: τὸ οἰκογενειακὸ ἔμβλημα στὸ τύμπανο τῶν παραθύρων

Palazzo Strozzi: πρόβολος μὲ τὰ προσωπικὰ ἐμβλήματα τοῦ κτίτορος, Filippo, τὸν ἀετὸ καὶ τὸν άμνό

Palazzo Strozzi: Φανὸς μὲ τὸ ἔμβλημα τῶν Strozzi

Spedale di San Paolo dei Convalescenti: τὸ μπούστο τοῦ δωρητοῦ Ferdinando I de’ Medici ἀνάμεσα στὰ άναγλυφα μετάλλια μὲ τοῦς ἁγίους

Τὸ γεράκι τῶν Gondi σὲ κεραμικὸ πιάτο (Λουβρο)

Πρὸ τῆς ἀνάδειξης τῆς σημασίας τῆς magnificènza οἱ ἄρχοντες διέμεναν σὲ κάποια γειτονιά τῆς πόλης ὅπου ἔκτιζαν κάποιον πύργο μὲ παρακείμενη στοὰ γιὰ τοὺς πελάτες. Εἶναι οἱ τύρσεις ποὺ ἀπαντῶμε στὸ San Gimignano, ποὺ ἐκφράζουν μὲν κάποια ἅμιλλα μεταξὺ τῶν οἰκογενειῶν ἀλλὰ στεροῦνται δημοσίας ἔκφρασης. Συχνὰ μάλιστα ἀλλαζαν γειτονιὰ, ὅπως ὁ Giovanni Morelli τὸ 1394 γιὰ φορολογικοὺς λόγους. Ἡ ἀνέγερση ὅμως ἑνὸς δαπανηροῦ οἰκογενειακοῦ palazzo, προσφέρει τοπόσημο καὶ  αἰωνία φήμη στὴν οἰκογένεια διὰ τῆς ἀρχιτεκτονικῆς, ποὺ μέχρι τότε ἐξεφράζετο σὲ ναοὺς καὶ δημόσια κτήρια ὅπως τὸ μέγαρο τοῦ podestà ἢ τὸ δημαρχεῖο (vid. palazzo comunale, palazzo del popolo, palazzo della signoria). Εὐγενής τινα κατοικία φέρει μεγάλη τιμή, ἕνεκα εἶναι τὸ πλέον ἐκφανές τῆς περιουσίας τινός, ἔλεγε ὁ Michelangelo, καθὼς ἀπέστειλε χρήματα στὸν ἀδελφό του, ὥστε νὰ μεριμνήσει προτίστως γιὰ ἀνέγερση κατοικίας καὶ κατόπιν γιὰ ἄλλη ἐπένδυση, ἀφοῦ ἔτσι θὰ τιμηθῇ  τὸ οἰκογενειακὸ ὄνομα. Τὰ ἐκατὸ palazzi τῆς Φλωρεντίας κατὰ τὸ quattrocento εἶναι μεγάλος ἀριθμὸς ἂν ἀναλογισθῇ κανεὶς ὅτι δέκα χιλιάδες ἦσαν, τὸ 1427, τὰ νοικοκυριὰ ποὺ ἐπλήρωναν φόρο. Ἡ μανία γιὰ κτήρια παρέσυρε καὶ τὶς ὑπόλοιπες πόλεις, ἡγεμονικὲς αὐλὲς καὶ ρεπούβλικες: Φεράρρα, Σιένα, Bologna, Μιλάνο, Βενετία. Στὸ Μιλάνο κτίζουν palazzi οἰκογένειες ὅπως οἱ Borromeo, Vimercati, Parravicini, Fontana, Marliani, Atellani, Dal Verme, Pozzobonellì, Grifi, Simonetta, στὴν Βενετία, οἱ Foscari, Contarini Fasan, Corner Spinelli, Marin Contarini, Dario, Venramin Calergi[lxi].

Καταλαβαίνομε γιατὶ ἅμα τῇ ἀνακαλύψει τοῦ προοπτικοῦ σχεδίου οἱ ἀρχιτέκτονες δίδουν σημασία στὴν πρόσοψη, καὶ μάλιστα στὴν ὁποῖα ἄρχει κατὰ Alberti ἡ concinnitas, ἡ ἁρμονία τῆς φυσικῆς τάξης. Ἂν ἡ παλαίτερη πατρωνεία ἐξέφραζε τὸν κόσμο ὡς δίκαιο, ἡ ἀναγεννησιακή, θὰ τὸν ἐκφράσει ὡς ἀναλογία ―ratio, προετοιμάζοντας ἕνα κινηματικό ἢ μηχανικὸ μοντέλο κόσμου.

[ΠΑΤΡΩΝΕΣ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ] Τὸ ἔθος τῆς magnificènza ἔτσι θὰ περάσῃ στὴν ὑπόλοιπη Εὐρώπη ὡς κοινωνικὴ ἔκφραση ἰσχύος καὶ θὰ τραπῇ σὲ πατρωνεία τῶν τεχνῶν ποὺ μὲ τὴν σειρά της θὰ θεμελιώσῃ τὴν ἔννοια τῆς οἰκονομικῆς ζήτησης: Ὁ Nicholas Barbon λέγει ότι τὸ ἐμπόριο στηρίζεται στὴν ἐργατικότητα [industry] τοῦ πτωχοῦ καὶ τὴν ἐλευθεριότητα [liberality] τοῦ πλουσίου ποὺ άγοράζει ὅ τι ἡ έργατικότητα τοῦ πρώτου παράγει, καὶ μνημονεύει τὴν ἀριστοτέλειο διάκριση· ἡ ἀσωτία [prodigality] δὲν βλάπτει τὸ ἐμπόριο ἀντίθετα μὲ τὴν φιλαργυρία [covetousness]· καὶ ἂν οἱ πλούσιοι ἦσαν φιλάργυροι, τὸ κεφάλαιο αὐτῶν θὰ ἔχανε τὴν άξία του καὶ τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦσαν χειρότερα τοῦ πολέμου.  Εἶναι οἱ εἰσοδηματίες γαιοκτήμονες αὐτοὶ ποὺ δίδουν κίνηση στὴν κατανάλωση δίδοντας ἐπιπλέον καὶ τὸν τόνο τοῦ γούστου, προσθέτει ὁ Richard Cantillon καὶ οἱ Φυσιοκράτες τοῦ ιη΄ αἰῶνα, ἐνῷ ὁ Sir John Stuart, θεωρεῖ τὴν μοναρχία εὐνοϊκὴ γιὰ τὴν άνάπτυξη τῆς μεταποίησης καὶ τὴν κίνηση τοῦ εἰσοδήματος ἐντὸς τῆς χώρας. Πράγματι τὴν ἀνάγκη γιὰ ἀρχιτεκτονικὴ ἔκφραση υἰοθετεῖ πρῶτον ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης μὲ τὸν νέο ναὸ τοῦ ἁγίου Πέτρου καὶ τὴν ἀπόφαση τῆς συνόδου τοῦ Trento (Concilium Tridentinum, 1545-1563) κατὰ τὴν ὁποῖα ἡ ἀντιμεταρρύθμιση ἔπρεπε νὰ κινηθῇ πρὸς τὴν δημοφιλία καὶ τὸ δραματικὸ ὕφος τοῦ baroque εἶναι πιὸ προσήκων στὸ λαὸ παρὰ κάποιο αὐστηρότερο ὕφος ποὺ προσήκει σὲ λογίους. Ἐπειτα, οἱ εὐρωπαῖοι βασιλεῖς ποὺ μέχρι τότε νοιάζονταν μόνον γιὰ τοὺς πολέμους καὶ κατῴκουν σὲ ὀχυροὺς πύργους, κτίζουν πλέον καὶ ἀνάκτορα. Ὁ Ἕρρικος Η΄ τῆς Ἀγγλίας θὰ κτίσῃ (ἀφοῦ κατέσχε μάλιστα τὴν μοναστηριακὴ περιουσία) διάφορα παλάτια καὶ ἐπαύλεις ὅπως τὸ Hampton Court, τὸ Whitehall, τὸ Nonsuch Palace κ.α.

Nonsuch palace σὲ ὑδατογραφία τοῦ 1568

Φραγκῖσκος Α΄ τῆς Γαλλίας θὰ κτίσῃ τὸ Fontainebleau σὲ ἰταλικὸ ὕφος. Τὸ ὅτι, ἅπαξ τὸ ἐπιτρέπει ὁ φίσκος, υἱοθετεῖται ἰταλικὴ ἀρχιτεκτονική, δὲν εἶναι θὰ λέγαμε ἀδιάφορο μὲ τὸ ὅτι ἐκφράζει τὴν ἰταλικὴ magnificènza. Οἱ ἱσπανοὶ βασιλεῖς ποὺ δὲν τοὺς ἔλειπε ἡ οἰκοδομικὴ παράδοση ἕνεκα τῆς Al-Andalus, χάρις στὸν πλοῦτο ποὺ συνέρευσε τῶν ἀμερικανικῶν ἀποικιῶν θὰ ἀνεγείρουν εὐμεγέθη καὶ ἐπιφανὴ κτήρια. Ἐνδεικτικά, τὸ Convento de San Marcos στὴν Λεώνη καὶ τὸ παλάτι τῆς Γρανάδας ὑπὸ τοῦ Καρόλου Κουίντου σὲ ὕφος ἰταλικοῦ μανιερισμοῦ, καὶ βέβαια τὸ περίφημο El Escorial ὑπὸ τοῦ ὑγιοῦ του, Φιλίππου Β΄, στὸ αὐστηρότερο estilo herreriano. Δὲν θὰ παραλείπαμε βέβαια τὸ παλάτι τῶν Versailles ποὺ ὁ Λουδοβίκος ΙΔ΄ θὰ μεταχειρισθῇ ὡς σύμβολο τῆς πατρωνείας του ἐπὶ τῶν ἀριστοκρατῶν: μὲ τὴν ἐξέγερση τῆς Σφενδόνης (La Fronde) κατὰ τοῦ πατρός του νωπή, μεγάλωσε τὸ κυνηγετικὸ περίπτερο ποὺ ἔκτισε κεῖ ὁ πατήρ του (τὸ χωρίο ἦταν παλαιὰ ἰδιοκτησία τῶν ἰταλών τραπεζιτῶν Gondi) καὶ συνήγαγε κεῖ τοὺς ἀνὰ τόπους ἀριστοκράτες ποὺ ἐτράπησαν ἔτσι σὲ αὐλικοί. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμε τὸν Φρειδερίκο Β΄ τῆς Πρωσίας ποὺ ἔκτισε στὸ Potsdam δύο παλάτια, ἕνα γιὰ fanfaronnade, ὅπως εἶπε ὅ ἴδιος, τὸ Neues Palais, σὲ baroque ὕφος, καὶ ἕνα μικρότερο ἰσόγειο, γιὰ ξεγνοιασιά, τὸ Sanssouci, στὸ ἀνάλαφρο ὕφος του rococo, τοῦ ὁποίου τὸ σκαρίφημα ἀπὸ χειρὸς τοῦ βασιλέως σώζεται. Ὀ κῆπος μεταξὺ τῶν δύο παλατιῶν εἶναι διάσπαρτος μὲ follies, μικρὰ κτήρια χωρὶς κάποια χρήση. Ἀκόμη καὶ ὁ γαιοκτήμων καὶ ρεπουβλικανὸς Thomas Jefferson, προτοῦ γίνῃ πρόεδρος, σχεδίασε μὲ ἐπιμέλεια τὴν ἔπαυλή του στὴ φυτεία του στὸ Monticello, σὲ παλλαδιανὸ ὕφος.

Μαρία Θηρεσία τῆς Ἱσπανίας, σύζυγος τοῦ Λουδοβίκου ΙΔ’ ὡς προστάτις τῆς Notre Dame de Paris

σκαρίφημα τοῦ Φρειδερίκου γιὰ τὸ sanssouci

Κἀτοψη καὶ ὄψεις τοῦ sanssouci

Πράγματι τοὺς βασιλεῖς ἀκολουθοῦν οἱ ἀριστοκράτες καὶ ὑψηλοὶ ἀξιωματοῦχοι: Πχ. ὁ John Churchill I Duke of Marlborough, ὁ νικητὴς τῶν πολέμων τῆς ἱσπανικῆς διαδοχῆς, ἔκτισε τὴν ἐπαυλή του στὸ κτῆμα ποὺ τὸν ἐδωρήθη γιὰ τὶς ὑπηρεσίες του, στὴν ὁποία ἔδωσε τοὔνομα τῆς περιοχῆς Blenheim στὴν Βαυαρία ὅπου κατόρθωσε τὴν περίφημη νίκη. Ἡ ἀνέγερση ἦρξε τὸ 1705 μὲ οἰκονομικὴ βοήθεια τῆς βασιλίδος Ἄννης καὶ μάλιστα τὸ παρλαμέντο μετὰ τὴν νίκη του στὴν Ramillies ὑπερψήφισε τὴν διαιώνιση  τίτλων καὶ περιουσίας του ὥστε the memory of these deeds should never lack one of his name to bear it· ὅμως ἀπώλεσε τὴν εὔνοιά της μὲ ἀποτέλεσμα τὸ ἔργο νὰ περατωθῇ τὸ 1733. Ὁ ἀπόγονός του, ἔνατος δούξ, κατάφερε νὰ σῴσει τὸ κτήριο μὲ τὸν γάμο του μὲ πλουσία Ἀμερικανίδα.

πρόσοψη τοῦ Blenheim palace

Ὁ ἔτερος νικηφόρος στρατηγὸς τῶν πολέμων τῆς ἱσπανικῆς διαδοχῆς ἀπὸ πλευρᾶς τοῦ αὐστριακοῦ στρατοῦ πρίγκηψ Εὐγένιος τῆς Σαβοΐας ὑπήρξε πραγματικὸς πάτρων τῶν τεχνῶν, κτίζοντας τὸ χειμέρινό του Stadpalais στὴν Βιέννη, τὸ Savoyai Kastély στὸ νησὶ Csepel στὸν Δάννουβι (τοῦ ὁποίου ἡ ἀνέγερση διήρκεσε εἴκοσι χρόνια) καὶ τὸ περιώνυμο Belvedere στὴν Βιέννη ποὺ ἡ ἀνεψιά του πώλησε στὴν Μαρία Θηρεσία. Ὁ Sir Robert Walpole, πρῶτος πρωθυπουργὸς τῆς Βρεταννίας, καὶ κατηγορούμενος συχνὰ γιὰ διαφθορά, τὸ 1722 (τὴν ἐποχὴ τῆς South Sea bubble) θὰ θεμελιώσῃ, στὸ οἰκογενειακό του κτῆμα, τὸ Houghton Hall, ποὺ θὰ στεγάσῃ τὴν συλλογή του πινάκων καὶ γλυπτῶν.

Ἄλλοι πάτρωνες τῆς τέχνης καὶ τῆς ἀρχιτεκτονικῆς εἶναι οἱ ἀδελφότητες, συντεχνίες, guilds ἢ livery companies ὅπως ὀνομάζονται στὸ City τοῦ Λονδίνου. Ἐπαγγελματικὲς συντεχνίες μὲ θρησκευτικὴ προέλευση καθὼς συνετάσσοντο ὑπὸ τὴν προστασία κάποιου ἁγίου καὶ συνηθροίζοντο σὲ κάποιο ἱερὸ κτήριο. Πχ. ἡ Worshipful Company of Merchant Taylors, ἦταν ἀρχικῶς ἡ Guild and Fraternity of St John the Baptist in the City of London, ποὺ ἔλαβε βασιλικὴ χάρτα τὸ 1327. Μεταξύ τοῦ 1347 καὶ 1392 ἔκτισαν τὸ Taillourshalle γιὰ νὰ στεγάζονται· ἡ Worshipful Company of Mercers ἐστεγάζετο στὸ ὁσπίτιο τῶν ἱπποτῶν τοῦ ἁγίου Θωμᾶ, γιὰ νὰ φτειάξει τὴν δική της hall μαζὶ μὲ εὐκτήριο μεταξὺ 1517 καὶ 1524· ἡ Worshipful Company of Drapers ἱδρύθη ὡς The Master and Wardens and Brethren and Sisters of the Guild or Fraternity of the Blessed Mary the Virgin of the Mystery of Drapers of the City of London καὶ συνεκαλεῖτο στὴν St Mary the Bethlehem στὴ Bishopsgate, κτλ. Μέχρι τοῦ 1832 ἐξέλεγαν τοὺς τέσσερις βουλευτὲς τοῦ City στὸ ἀγγλικὸ παρλαμέντο. Ὅμως σημαίνουσα εἶναι ἡ πατρωνεία τους σὲ εὐκτήρια (chantry chapels), ἐκκλησίες καὶ κυρίως σχολεῖα: καταρχὰς σὲ ἐκπαιδευτήρια τῆς τέχνης (trade) ποὺ ἐκπροσωποῦν, καὶ μετὰ δωρεές στὸ σχῆμα τοῦ trust σχολείων σὲ ὅλη τὴν χώρα. Εἶναι δηλαδή ὥς εἰπεῖν βακουφικοῦ τύπου.

[ΠΑΤΡΩΝΕΙΑ ΠΡΟΣ KULTUR] Ἐνῷ στὴν κλασικὴ πατρωνεία ἡ ἀρχιτεκτονικὴ καὶ οἱ τέχνες εἶναι ἁπλῶς τὸ μέσο της, μὲ τὴν πατρωνεία τῶν τεχνῶν αὐτὲς ἀφἑνὸς αὐτονομοῦνται ὡς ὕφος (style), ἀφἑτέρου καλλιεργεῖται στοὺς λογίους ἡ ἰδέα ὅτι τὸ ὕφος μπορεῖ νὰ ἐπηρεάσῃ τάχα τὴν κοινωνία. Δηλαδὴ ἐνῷ ἦταν τὸ ἴδιο τὸ θαῦμα, ἡ ἐντύπωση στὶς αἰσθήσεις ποὺ ἔδιδε κύρος στὸ κτήριο, λόγιοι τῶν Φώτων μιλοῦν γιὰ κάποια ἀνάγνωση ποὺ κάμει ὁ παρατηρητής βάσει μιᾶς συνείδησης ποὺ εἶναι προικισμένος, προβάλλοντας τὴν δικὴ τοὺς κατάσταση στὸν κάθε ἄνθρωπο. Ἔτσι τὸ ἑλληνικὸ ὕφος ἐκφράζει μὲ τὴν ἁπλότητα τῆς γυμνότητας τὴν ἐλευθερία καὶ ἔτσι τὴν δημοκρατία, ἢ τὸ γοτθικό, τὸ ἔθνος κτλ., ὅλα κατὰ τὴν προσπάθεια νὰ ὁρισθῇ μία Kultur γιὰ τοὺς νέους Burgeois ποὺ ὠρέγοντο τὴν ἐξουσία τῶν βασιλέων. Τὸ ὅτι ἔχει τὶ τὸ ἰδεαλιστικὸ ὅλο τοῦτο εἶναι φανερὸ ἀπ’ τὸ ὅτι ὁ Winckelmann ποὺ ἐφεύρε τὴν ἐρμηνεία τούτη τοῦ ἑλληνικοῦ ὕφους ταξίδεψε στὴν Ῥώμη μὲ παπικὴ πατρωνεία ἐνῷ ἦσαν βασιλεῖς οἱ ἐφαρμόζοντες αὐτό, ὅπως ὁ Λουδοβίκος Α΄ τῆς Βαυαρίας ποὺ ἀνήγειρε μνημεῖα ὅπως ἡ Walhalla, ἕνα ἀντίγραφο τοῦ Παρθενώνα, γιὰ δικὴ του αἰσθητικὴ ἀπόλαυση: δὲν ἔχει κάποια χρήση οὔτε εἶναι τάφος, ἀλλὰ Ruhmeshalle (αἴθουσα ἐπιφανῶν προσώπων, ἐν πανθέου ἢ ἡρώου εἴδει) ὅπως τὸ ἄλλο φερώνυμο μνημεῖο τοῦ ἰδίου. Βέβαια ἡ σύνδεση τῆς φήμης μὲ τὴν πατρωνεία παραμένει καίτοι χωρὶς συμβολική τινα ἀξία γιὰ τὸν λαό. Ὁ δὲ Φραγκίσκος Ἰωσὴφ τῆς Αὐστροουγγαρίας θὰ προχωρήσῃ σὲ ἕνα ἄλλο ἔργο ποὺ ὄμως ἐκφράζει τὸν συμβιβασμό του μὲ τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1848: μετὰ τὴν ἧττα ἀπ’ τὴν Πρωσία, τὸ 1857, γκρεμίζει τὸ τείχος τῆς Βιέννης (Ring) καὶ διανοίγει τὸ βουλεβάρτο ὀνόματι Ringstraße[lxii]. Τὰ ἐπιφανὴ κτήρια ποὺ κτίζονται ἐκεῖ εἶναι τὸ Rathaus (δημαρχεῖο, 1872-1883, νεογοτθικό), τὸ Reichsrat (παρλαμέντο, 1874-1883, νεοελληνικό), τὸ πανεπιστήμιο (1873-1884, νεοαναγεννησιακό), τὸ Hofburgtheater (1874-1888, baroque), τὸ Kunsthistorisches Museum (1872-1891, νεοαναγεννησιακό) ὅλα ἐκφράσεις τῆς bürgliche Kultur, σὲ ἀντίστοιξη μὲ τὸ παλάτι τοῦ Hofburg. Ὑπήρχε καὶ ἕνα σχέδιο τοῦ Semper γιὰ Kaiserforum καὶ Bürgerforum τὸ ὁποῖο ἐγκατελείφθη, ἀλλὰ ὅπως γράφει ὁ Carl E. Schorske, forum ἦταν ἐν τέλει τὸ ἴδιο τὸ βουλεβάρτο ποὺ συνενώνει τὰ κτήρια[lxiii]. Ἡ Ringstraße εἶναι μόνον τὸ πιὸ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τοῦ τὶ συνέβαινε στὸν εὐρωπαϊκὸ κόσμο ἐκείνη τὴν ἐποχή: τὸ ἀγγλικὸ παρλαμέντο εἶχε ἤδη κτισθῇ κατὰ τὸ νεογοτθικὸ ὕφος ἐνῷ ἡ διάνοιξη τῶν παρισινῶν βουλεβάρτων ὑπὸ τοῦ ἐπάρχου Haussmann σήμαινε ὅτι πλέον θὰ ἀνελάμβανε τὸ κράτος τὴν διαχείριση τοῦ δημοσίου χώρου ὑπὲρ κάποιας γενικῆς ὠφελείας καὶ ποὺ οἱ ἱστορικοὶ ρυθμοὶ ἦσαν ἁπλῶς τὸ πέρασμα, τρέποντας τὴν δημοσία ἀρχιτεκτονικὴ ἀπὸ μέσο πατρωνείας σὲ κρατικὴ ἰδεολογία.

[ΠΑΤΡΩΝΕΣ, ΕΜΠΟΡΟΙ KAI ΗΘΙΚΟΛΟΓΟΙ] Παρὰ τὴν προσπάθεια ἰδεολογικῆς χρήσης τῶν ἀρχιτεκτονικῶν μορφῶν, κατὰ τὸν ιθ΄αἰ. αὐτὲς γνώρισαν ἐμπορικὴ ἐπιτυχία, ὡς μόδα: δὲν εἶναι λόγιοι ἢ ὑψηλόβαθμοι λειτουργοί, ἄλλα ἐπιχειρηματίες ἐκεῖνοι ποὺ μετεχειρίσθησαν τοὺς ἱστορικοὺς ρυθμοὺς ὥστε νὰ ἐνδύσουν καὶ νὰ καλλωπίσουν χρηστικὰ κτήρια καὶ δὴ ἐμπορικά, ὅπως κατοικίες, τράπεζες, πολυκατοικίες, καταστήματα, ταχυδρομεῖα κτλ. Εἶναι μία ἐποχὴ ποὺ κυκλοφοροῦν βιβλία μὲ σχέδια ἀρχιτεκτονικῶν μορφῶν ποὺ καὶ ἐλλείψει ἐκπαιδευμένου ἀρχιτέκτονα θὰ μποροῦσε ἕνας τεχνίτης ἀνὰ τὸν κόσμο νὰ τὶς ἀντιγράψῃ. Ἀπ’ τὴν μία πλευρὰ εἶναι ἡ βελτίωση περιοχῶν τῆς πόλης, ὅπως ἡ Belgravia στὸ Λονδίνο ὑπὸ τοῦ κυρίου τῆς γῆς, Richard Grosvenor, 2nd Marquess of Westminster ὁ ὁποῖος ὡς πάτρων ἔκτισε σ’ ἄλλα του κτήματα, ἀγροκτήματα, σχολεῖα, καὶ ἕνα δημαρχεῖο. Βαθμηδὸν αὐτὸ ἔγινε εὐκαιρία ἐμπορικῆς ἐκμετάλλευσης παρὰ ἐργολάβων μὲ μικρότερα detached ἢ semi-detatched σπίτια ἐπὶ γῆς λόρδων ὡς ἀντιπαροχὴ χάρη στὸ leasehold ποὺ ἐπιτρέπει στὸν λόρδο νὰ διατηρεῖ τὴν θέση του ὡς πάτρων. Σὲ περιοχές ἐργατικῶν παραγκουπόλεων ἐργολάβος ἔγινε τὸ ἴδιο τὸ κράτος. Ἔχει σημασία ὅτι ἡ γλῶσσα πλέον γίνεται ὠφελιμιστική: τὸ κράτος δὲν εὐεργετεῖ ἀλλὰ τὸ κάμει ὐπὲρ τῆς γενικῆς ὐγιεινῆς τῆς πόλης. Βεβαίως σ’ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει κάποια δόξα, καὶ πλέον τίθενται οἱ λόγοι γιὰ τὴν ἐμφάνιση τῶν συγκροτημάτων ἐργατικῶν κατοικιῶν ὕπο τὶς ἀρχὲς  του φογξιοναλισμοῦ.

κατοικία J.P. Morgan: ἡ βιβλιοθήκή του εἶναι τὸ λευκό κτήριο δεξιά

Ἀπ’ τὴν ἄλλη, στὶς ΗΠΑ ἡ βιομηχανικὴ της οἰκονομικὴ πολιτική (ὑψηλοὶ δασμοὶ σὲ εἰσαγωγές) εἶχε δημιουργήσει μία νέα τάξη κεφαλαιοκρατῶν ἀρχόντων ποὺ ἐκφράζουν τὴν τελευταία ἀναλαμπὴ τῆς magnificènza. Ἤδη τὸ νεοελληνικὸ ὕφος εἶχε εὐρυτάτη ἐφαρμογὴ, τῶν πιὸ χρηστῶν ὅπως σὲ κτήρια τραπεζῶν μέχρι τῶν πιὸ παρηλλαγμένων ὅπως στὶς ἐπαύλεις φυτειῶν τοῦ ἀμερικανικοῦ νότου. Καὶ ἀκολούθησαν ὅλα τὰ ἱστορικὰ ὕφη σὲ εὐμεγέθεις καὶ δαπανηρὲς ἐπαύλεις τοῦ ἐπιλεγομένου gilded age. Ἐπὶ παραδείγματι, ἡ ἰδιωτικὴ βιβλιοθήκη τοῦ τραπεζίτου John Pierpont Morgan ἀνηγέρθη τὸ 1906 παρὰ τὴν κατοικία του ὅταν ἀγόραζε τὰ γειτονικὰ σπίτια ὥστε νὰ πλησιοικοῦν τὰ παιδιά του. Μὴν ἔχων χῶρο γιὰ τὴν μεγάλη συλλογὴ βιβλίων του, παρήγγειλε κτήριο γιὰ τὸ ὁποῖο ζήτησε τὴν τελειοτέρα κατασκευὴ ποὺ δύναται νὰ ἀνεγερθῇ διὰ χειρῶν ἀνθρώπων, πρόθυμος νὰ δαπανήσῃ ὅ τι χρή. Πράγματι δαπάνησε $1.2 ἐκατομμύρια (περί τὰ 26 σημερινά) τῶν ὁποίων οἱ $50.000 ἦταν τοιχοποιία ἐκ λιθοπλίνθων μαρμάρου Tennesse. Ὅμως πέραν τέτοιου παραδοσιακοῦ ὥς εἰπεῖν εἴδους ἀρχιτεκτονικῆς πατρωνείας, ἕνα νέο εἶδος πατρωνείας ἐμφανίζεται, γιὰ κτήρια ἐμπορικῆς ἐκμετάλλευσης μὲ ἀξιώσεις μνημείου: ἡ ἀνέγερση οὐρανοξυστῶν.

Ὡς σύμβολο, ὁ οὐρανοξύστης ἐκφράζει τὸν αὐτοδημιούργητο ἥρωα, ποὺ εἶναι ὁ πιονέρος τῆς ἀγροτικῆς μεθορίου ποὺ ἀφανισθεὶς ἀπεμείνε μῦθος γιὰ νὰ δωσῃ ὡς ἔννοια νόημα στὸν ἄνθρωπο τοῦ ἀστικοῦ (urban), βιομηχανικοῦ καὶ γραφειοκρατικοῦ συγχρόνου περιβάλλοντος[lxiv]. Τούτη ἡ ἀντίληψη φαίνεται στὸν Henry Ford ὅταν γράφει we are the pioneersthe pathfindersthe roadbuilders, ἢ τὸν Herbert Houver ὁ ὁποῖος γράφει στὸ βιβλίο του American Individualismthere will always be a frontier to conquer as long as men, think, plan and dare. Ὅμως, οὔτε ὀλίγο οὔτε πολύ, ἡ μαζικὴ παραγωγὴ (taylorism) ποὺ τελευτεῖ τὴν ἐποχὴ τῶν ἡρώων περνάει ὡς μιὰ πράξη ἥρωα. Τὸ ἄρθρο τοῦ E.W. Wolner εἶναι διαυγέστατο περὶ τῶν πατρώνων τούτων: Οἱ ἀδελφοὶ O.P. καὶ W.J. van Sweringen τοῦ Cleveland, βαρόνοι τῶν σιδηροδρόμων, αὐτοδημιούργητοι ἐπιχειρηματίες ποὺ ἐκκίνησαν ὡς ἐργολάβοι μὲ τὸν ὑποδειγματικὸ σχεδιασμό τῆς κοινότητας Shaker Heights τὸ 1909, θὰ κτίσουν μεταξὺ 1926-30 τὸν τερματικὸ σιδηροδρομικὸ σταθμὸ τοῦ Cleveland, ποὺ πέραν τῶν μεταφορικῶν χρήσεων, εἶχε πύργο 52 ὁρόφων γραφείων, ξενοδοχείο 1000 δωματίων, δωδεκαώροφο ἐμπορικὸ κατάστημα, ἐστιατόρια ἐξυπηρέτησης 10.000 ἀτόμων καὶ τρία μέσου ὕψους κτήρια γραφείων. Ὁ John J. Emery δὲν ἦταν αὐτοδημιούργητος, κληρονόμησε ὄμως τὸν αὐτοδημιούργητο πάππο του καὶ ἔγινε ὁ ἴδιος πάτρων τῶν τεχνῶν καὶ ἐπιχειρηματίας. Ἔκτισε μεταξὺ 1929 καὶ 1931 στὸ Cincinnati τὸ συγκρότημα τῶν Carew Tower καὶ Netherland Plaza Hotel ἀφοῦ άντικατέστησε ξενοδοχεῖο τοῦ πάππου του. Ἄλλος γόνος αὐτοδημιούργητου έπιχειρηματία, ὁ Robert McCormick, χορήγησε τὸν πρῶτο, παγκόσμιο μάλιστα, ἀρχιτεκτονικὸ διαγωνισμὸ γιὰ ἰδιωτικὸ κτήριο, ἐκεῖνο τῆς Chicago Tribune, τὸ 1922. Ὀ John D. Rockefeller Jr. ὑγιὸς τοῦ ὁμωνύμου αὐτοκράτορα τοῦ πετρελαίου, φιλάνθρωπος καὶ πάτρων τῶν τεχνῶν θὰ κτίσῃ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Μεγάλης Ὕφεσης στὴν Νέα Ὑόρκη τὸ Rockfeller Center (ὡς lease σὲ ἰδιοκτησία τοῦ πανεπιστημίου Columbia) γιὰ νὰ στεγάσθη καταρχὰς ἡ μητροπολιτικὴ ὄπερα (ποὺ δὲν ἠδύνατο νὰ πορίσει νέο κτήριο), ἄλλα τελικὰ θὰ συμπεριλάβῃ 14 κτήρια.

AIU Citatel

θύρωμα ἀνελκυστήρα στὸ Chrysler Building: καπλαμᾶδες καῖ ἐπιτοίχιες ὀρθομαρμαρώσεις

John J. Lentz ἱδρυτὴς τῆς American Insurance Union (ἡ ἑταιρεία χρεοκόπησε στὸ κράχ) αὐτοδημιούργητος καὶ πολιτικὸ πρόσωπο, θεμελιώνει τὸ 1927, στὴν Columbus τοῦ Ohio, τὴν American Union Citadel μὲ ξενοδοχεῖο 1000 δωματίων καὶ θέατρο 4000 θέσεων. Τὸ κτήριο εἶναι χαλύβδινο καὶ κατατάσσεται στὸ art-deco τάχα ἀλλὰ ἀξιώνει νὰ ἐκφράζει πολιτικὲς ἀξίες: θυμίζει τοὺς αντίστοιχους συγχρόνους πύργους art-deco σὲ δημόσια κτήρια ποὺ συνεχίζουν τὴν ἀμερικανικὴ παράδοση στὴ θέση κεντρικοῦ θόλου ὅπως στὸ καπιτώλιο τῆς Nebrasca ἢ τὸ δημαρχεῖο τοῦ Los Angeles, μόνον ποὺ ἐδῶ δὲν ὑψοῦται στὸ κέντρο, ἀλλὰ ἀξιώνει νὰ φαίνεται λίθινο μὲ τὴν χρήση ὑπόλευκη ἐφυαλωμένης κεραμικῆς ἐπένδυσης (στῆς Nebrasca εἶναι ἀσβεστόλιθος τῆς Indiana), ἀναγλύφων καὶ γλυπτῶν ὅπως ῥεπουβλικανικὰ βάκυλα (fasces), μορφὲς ἀγγέλων, γιγάντων καὶ ἀετῶν καὶ ἀφορισμοὶ τοῦ πάτρωνα του, ὅπως he  loves God who serves the man bestan honest man is the noblest work of God and an honest government is the noblest work of man κατ’ ἀπομίμηση τῶν ἀναγλύφων νομοθετῶν καὶ φράσεων στὸ καπιτώλιο τῆς Νεβράσκας. Παρὰ ὅμως τὴν ὡς εἰπεῖν παραδοσιακὴ ἔκφραση μὲ τὰ ἀνάγλυφα καὶ τὶς φράσεις (ὅπως οἱ στίχοι τοῦ Κορανίου στὰ τζαμιά), ἡ ἠθικολογία τῆς AIU εἶναι σύγχρονη: ὁ Lentz ἀγωνιζόταν γιὰ τὴν κρατικὴ στέγαση τῶν ὀρφανῶν καὶ τὴν ποταπαγόρευση, μᾶς θυμίζει ὁ Wolner. Πάλι βλέπομε ἕναν πάτρωνα ποὺ ἀκουσίως ἐναντιοῦται στὸν κόσμο τῶν πατρώνων ἐκφράζοντας διὰ τῆς πατρωνείας τοὺς σκοποὺς τῆς σύγχρονης ὡφελιμιστικῆς γραφειοκρατίας, ὅπως ὁ Ford μὲ τὸν taylorism. Οἱ ἀδελφοὶ Fisher, ἁμαξοποιοὶ καὶ αὐτοκινητοβιομήχανοι, μετὰ τὴν πώληση τῆς ἑταιρείας Fisher Body στὴν General Motors, ἀνήγειραν στὸ Detroit τὸ Fisher Building, στρέφοντες ἔτσι ἑαυτοὺς στὶς κτηματικὲς ἐπιχειρήσεις. Πραγματικὸς μικρόκοσμος ἄστεως (city-within-a-city, ὀνομάζει τοὺς οὐρανοξύστες ὁ Wolner) μὲ θέατρο 3.000 θέσεων, γραφεῖα, νοσοκομειακὴ καὶ ὀδοντοϊατρικὴ πτέρυγα, τριώροφο στοὰ (arcade) μὲ καταστήματα, καὶ δεκαώροφο χῶρο στάθμευσης σὲ ἕνα οἰκοδομικὸ τετράγωνο 28 στρεμμάτων ποὺ προέβλεπε ἄλλους δύο πύργους στὶς γωνίες ποὺ δὲν ἔγιναν ἕνεκα τοῦ κράχ. Ἐδῶ ὁ Wolner ἀποδίδει τὴν ἐπιμέλεια στὴν διακόσμηση στὸ ὅτι οἱ Fisher ἐξὸν αὐτοδημιούργητοι, ἦσαν σχεδιαστὲς αὐτοκινήτων ὅπως ἐπίσης ἄλλοι πάτρωνες μὲ προσήλωση στὸν διάκοσμο ὅπως ὁ Walter Chrysler μὲ τὸ φερώνυμο κτήριο ἢ ὁ Irvin Chanin ποὺ ἦταν πολιτικὸς μηχανικός: καὶ οἱ τρεῖς μετεχειρίσθησαν ἐξωτικὰ ὑλικὰ καὶ τεχνουργήματα μὲ συχνὰ θέμα τὴν δόξα τοῦ αὐτοδημιούργητου (ὁ Chrysler ἐξέθετε μάλιστα τὴν πρώτη του ἐργαλειοθήκη). Ὁ ἴδιος ο Chrysler ἐπέλεξε τὰ ποικίλα μάρμαρα γιὰ τοὺς διαδρόμους μόλις έξησφάλισε τὸ lease τοῦ οἰκοπέδου καὶ τὴν μελέτη τοῦ ἀρχιτέκτονα γιὰ τὸ κτήριό του, καθὼς καὶ τὰ ἐξωτικὰ ξύλα τῶν καπλαμάδων, ἀφηγούμενος μετὰ ὅτι εἶναι ἔργο κάποιου προικισμένου ἐπιπλοποιοῦ.

Βλέπομε ὅτι πέραν ἧστινος ἠθικολογίας περὶ αὐτοδημιούργητου ἐπιχειρηματία ποὺ ζυγιάζει τὴν ὕβριν τοῦ οὐρανοξύστου, ὁ πάτρων ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν δόξα ποὺ ἐγγυᾶται ἡ ἐπιμελημένη τεχνουργία, καὶ ἡ μεγάλη ἀρχιτεκτονικὴ εἶναι, ὡς δείξαμε, δημιουργία πατρωνείας. Καὶ παρὅτι τὰ τελευταῖα τοῦτα ἔργα κατωρθώθησαν διὰ τῆς τεχνικῆς προόδου ―τὸν χάλυβα καὶ τὸν ἀνελκυστήρα, τὰ ἐκφραστικὰ μέσα εἶναι τῆς παράδοσης τῶν τεχνουργῶν οἰκόδομων, ὁ κόσμος τῶν ὁποίων κεῖται παράλληλα μὲ ἐκεῖνoν τῶν πατρώνων, καὶ τὸν ὁποῖο θὰ παρουσιάσωμε ἀμέσως παρακάτω.

Γ.Α. Σιβρίδης

 

[i]Ὁ λόγος γιὰ αὐτὸ ἦταν τὸ ὅτι εἶχε ἐνοχληθῇ ἀρχικὰ μὲ τὸ προσκύνημα στὸν Συμεὼν ἐπειδὴ εὑρίσκετο στὴν ἐπικράτεια τοῦ ἐπικυριάρχου του, πέρσου σάχη.

[ii] Richard E. GOLDTHWAITE, The Building of Renaissance Florence, An Economic and Social History, Baltimore&London 1980, σελ. 116-117

[iii] Εἶναι τὸ παράδειγμα τοῦ Wittgenstein ποὺ ὁ ἀρχιτέκτων παρατηρεῖ τὸν κτίστη καθὼς σχηματίζει ἕνα θύρωμα:

Να αναγνωρίζεις μία έκφραση. Στην αρχιτεκτονική : —σχεδιάζει κανείς μια πόρτα. —«Είναι κάπως ψηλή» — «Λέτε: « έχει διαβήτη στο μάτι». Όχι: βλέπει ότι η πόρτα δεν έχει την σωστή έκφραση — δεν έχει την σωστή συμπεριφορά.

[iv]Alison BURFORD, The Greek Temple Builders at Epidauros. A Social and Economic Study of Building in the Asklepian Sanctuary, during the Fourth and Early Third Centuries B.C., Liverpool 1969

Alison BURFORD, Craftsmen in Greek and Roman Society, London 1972.

[v]Richard DUNCAN-JONES, Structure and Scale in Roman Economy σελ. 174-175: The supply of criminals was not necessarily sufficient. The town-charter at Urso in Spain provided for conscripting citizens and other inhabitants of the town for local building works. In itself this apparently placed the free citizen on a level with the serious criminal. But the amount of time that any citizen had to contribute was insignificant. The stint was five days per year, with exemption for anyone aged over 60 or under 14. The owners of teams of oxen had to contribute these also, the stint for ox-teams being three days per year. In Egypt there was a similar standing requirement of five days’ labour per year, to be spent in cleaning out the irrigation channels on which Egypt depended. In the nature of things, compulsory labour or corvee is very rarely mentioned in building inscriptions. The magistrate who had access to criminal labour or the labour of ordinary townsfolk was unlikely to mention this in the inscription. But there are a few exceptions. The colony of Auzia in Mauretania built a covered market in the year AD 230; the inscription says it was provided from the sportulae of the decurions, but also by the operae, the labour contributions, of the people of the town. At Tiddis, one of the cast ell a of Cirta in central Numidia, big rainwater cisterns were constructed to feed the town baths in the 250s. The work included pulling down the ruins of previous buildings and levelling the site. It was carried out ‘per populum’, by the labour of the citizens. Building labour provided by the citizens is again referred to in Mauretanian inscriptions of the early or mid-third century.8 Direct labour, when specifically mentioned in the inscriptions, appears to be always the labour of free citizens. When the emperor is recorded as a major builder, the labour, unless explicitly provided by the army, may have included criminal labour. An enormous project like Claudius’s attempt to drain the Fucine lake, which occupied 30,000 men for eleven years, is likely to have depended on criminal labour; and when Nero tried to cut a canal through the isthmus of Corinth, he is said to have had criminals, apparently sent from all over the empire, to work on it.

[vi]Richard DUNCAN-JONES, The Economy of the Roman Empire: Quantative Studies, Cambridge 1974, σελ. 2-3.

[vii]op.cit. Goldthwaite, σελ.

[viii]Richard P. SELLER, Personal Patronage under the Early Empire, Cambridge 1982, σελ. 1

[ix]David BRAUND, Function and Dysfunction: Personal Patronage in Roman Imperialism, in A. Wallace-Hadrill (ed.). Patronage in Ancient Sociey, London & New York 1989,  σελ.137-152.

Fergus MILLAR, The Emperor in the Roman World (31BC-337AD), London 1977, σελ. 189-201

[x]op.cit. SALLER, σελ. 42

[xi] Angela V. KALINOWSKY, Patterns of Patronage: The Politics and Ideology of Paublic Building in the Eastern Roman Empire (31BC-600AD), Phd. thesis, University of Toronto, 1996

[xii]Dylan BLOY, Roman Patrons of Greek Communities before the Title πάτρων in Historia: Zeitschrift für Alte Geschichte Bd. 61, H. 2 (2012), pp. 168-201 (34 pages) Published by: Franz Steiner Verlag https://www.jstor.org/stable/23264992

[xiii] R. K. SHERK, Roman Documents from the Greek East. Senatus consulta and epistulae, to the Age of Augustus, Baltimore 1969, σελ. 221-224

[xiv]Arjan ZUIDERHOEK, The Politics of Munificence in the Roman Empire; Citizens, Elites and Benefactors in Asia Minor, Cambridge 2009, σελ. 72

[xv]Guy M. ROGERS, Demosthenes of Oenoanda and Models of Euergetism in The Journal of Roman Studies, Vol. 81 (1991), pp. 91-100 Published by: Society for the Promotion of Roman Studies  http://www.jstor.org/stable/300491 .

[xvi] Giovanni SALMERI, Dio, Rome, and the civic life of Asia Minor in S. Swain (ed.) Dio Chrysostom: politics, letters and philosophy Oxford 2000 53–92.

[xvii]op.cit. ZUIDERHOEK, σελ. 30

[xviii] R. van BREMEN, A Family from Sillyon in Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik, Bd. 104 (1994), pp. 43-56  Published by: Dr. Rudolf Habelt GmbH http://www.jstor.org/stable/20189215

[xix]op.cit. ZUIDERHOEK. σελ. 32-35

[xx]Richard DUNCAN-JONES, Structure and Scale in the Roman Economy, Cambridge 1990, σελ. 175-184

[xxi] Avshalom LANIADO, The Early Byzantine State and the Christian Ideal of Voluntary Poverty, in Charity and Giving in Monotheistic Religions ed. Miriam Frenkel and Yaacov Lev (Studien Zur Geschichte Und Kultur Des Islamischen Orients, 22) Berlin&New York 2009, σελ. 15-

[xxii]nov. 67, c. 2: Deinde non aliter quempia ecclesiam ex novo aedificare, priusquam loquatur ad Deo amabile episcopum, et definiat mensuram quam deputat et ad luminaria, et ad sacrum ministerium, et ad incorrumpendae domus custodiam, et observatium alimenta, et si sufficieter habere videtur, faciat prius donationem eorum quae futura sunt deputari: et ita domus aedificetur

[xxiii]John Philip THOMAS, Private Religious Foundations in the Byzantine Empire, Washington 1987, σελ. 46-58

[xxiv] Γιὰ περισσότερα: John THOMAS, Angela CONSTANTINIDES HERO (ed.), Byzantine Monastic Foundation Documents; a Complete Translation of the Surviving Founders’ Typika and Testaments, Washington 2000.

[xxv] Johannes PAHLITZSCH, Christian Pious Foundations as an Element of Continuity between Late Antiquity and Islam, in Charity and Giving in Monotheistic Religions ed. Miriam Frenkel and Yaacov Lev (Studien Zur Geschichte Und Kultur Des Islamischen Orients, 22) Berlin&New York 2009, σελ.125-150

Garth FOWDEN, Elisabeth KEY FOWDEN, Studies on Hellenism, Christianity and the Umayyads, Athens 2004, σελ. 149-174

[xxvi]Andrew PALMER, Monk and Mason on the Tigris Frontier: The Early History of Tur ‘Abdin, Cambridge 1990,

[xxvii] Michael G. MORONY, Michael the Syrian as a Source for Economic History

[xxviii]Marina RUSTOW, Benefaction (Ni‘ma), Gratitude (Shukr), and the Politics of Giving and Receiving in Letters from the Cairo Geniza, in Charity and Giving in Monotheistic Religions ed. Miriam Frenkel and Yaacov Lev (Studien Zur Geschichte Und Kultur Des Islamischen Orients, 22) Berlin&New York 2009, σελ. 365-390

[xxix]Yehoshua FRENKEL, Piety and Charity in Late Medieval Egypt and Syria in ibid., σελ. 175-177

[xxx]op.cit. PAHLITZSCH, σελ. 145

op.cit. Garth FOWDEN, Elisabeth KEY FOWDEN, σελ. 187-8

γιὰ τὸν ἅγιο Σἐργιο εἰδικὰ: Elisabeth KEY FOWDEN, The Barbarian Plain· Saint Sergius between Rome and Iran, Oakland 1999

[xxxi]Garth FOWDEN, Quṣayr ‘Amra· Art and the Umayyad Elite in Late Antique Syria, London 2004, σελ.143

[xxxii]οp.cit. Garth FOWDEN, Elisabeth KEY FOWDEN, σελ. 149-174

[xxxiii]op.cit. PAHLITZSCH, σελ. 149

[xxxiv]Octave HOUDAS, Réné BASSET, Epigraphie Tunisienne, 20.

[xxxv]op.cit. FOWDEN, σελ. 3

[xxxvi]ibid. σελ. 146

[xxxvii]Marcus MILWRIGHT, Samarra & Abbasid Ornament, in  A Companion to Islamic Art and Architecture, Ed. Finbarr Barry Flood & Gülru Necipoğlu, NY 2017, σελ. 179

[xxxviii] Glaire D. ANDERSON & Jennifer PRUITT, The Three Caliphates,a Comparative Approach in A Companion to Islamic Art and Architecture, ed. Finbarr Barry Flood & Gülru Necipoğlu, NY 2017, σελ. 224-246.

[xxxix]Howard CRANE & Lorenz KORN, Turco-Persian Empires between Anatolia and India in A Companion to Islamic Art and Architecture, ed. Finbarr Barry Flood & Gülru Necipoğlu, NY 2017, σελ. 329-330

[xl] Stefan HEIDEMANN, Charity and Piety for the Transformation of the Cities· the New Direction in Taxation and Waqf Policy in Mid-Twelfth-Century Syria and Northern Mesopotamia in op.cit. Charity and Giving in Monotheistic Religions, σελ. 153-174

[xli] Yehoshua FRENKEL, Piety and Charity in Late Medieval Egypt and Syria in op.cit. Charity and Giving in Monotheistic Religions, σελ. 175-202

[xlii]Anna CONTADINI, Patronage and the Idea of an Urban Bourgeoisie in  A Companion to Islamic Art and Architecture, ed. Finbarr Barry Flood & Gülru Necipoğlu, NY 2017, σελ. 431

[xliii]Eva R. HOFFMAN, Christian-Islamic Encounters on Thirteenth-Century Ayyubid Metalwork: Local Culture, Authenticity, and Memory, Gesta, Vol. 43, No. 2 (2004), σελ. 129-142 published by: The University of Chicago Press on behalf of the International Center of Medieval Art   http://www.jstor.org/stable/25067100

[xliv]Ν.Π. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ, Ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία ἐν Τουρκίᾳ, Ἀθῆναι 1903, σελ. 85

[xlv]John H. MUNRO The Medieval Origins of the Financial Revolution: Usury, Rentes, and Negotiability, The International History Review, 25:3, 2003, σελ. 505-562 Δυο είδη σύμβασης rente  ανεπτύχθησαν: Αρχικά ήταν το bail à rente που είναι η αλλοτρίωση εγγείου ιδιοκτησίας προς ένα σταθερό ετήσιο εισόδημα· εξέλιξη αυτού ήταν η rente constituée ή rente à prix d’argent όπου ο ιδιοκτήτης, ο débirentier, πωλεί προς ένα ωρισμένο ποσό το δικαίωμα λήψης ετησίου εισοδήματος κρατώντας την κατοχή της δεσποτείας. Ουσιαστικά υποθηκεύει την ιδιοκτησία του αντί ενός χρηματικού ποσού.  Ήταν μία διαδεδομένη πρακτική στις αγροτικές οικονομίες των μεσογειακών περιοχών του Πουνέντε, όπου ο έμπορος ή ο τραπεζίτης προμήθευε με κεφάλαιο κάποιον μικροϊδιοκτήτη προς ένα μόνιμο εισόδημα. Όμως δεν είναι στην τότε αγγλοκρατούμενη περιοχή της langue d’oc αλλά στην γαλλοκρατούμενη, της langue d’oïl και στον βορρά, που η πρακτική αυτή υιοθετήθηκε υπέρ της χρηματοδότησης δήμων, υπό δύο μορφές: τη rente héritable, erfelijk rent, erftent ή αργότερα losrent στη φλαμανδική και την ολλανδική γλώσσα, και τη rente viagère, ή lijfrent η οποία δεν είναι διηνεκής αλλά τερματίζεται με τον θάνατο του κατόχου του, του crédirentier αν και κάποιες φορές περνά στους κληρονόμους του. Εμπόριο, εμποροκρατία και σύγχρονο κράτος, Γ΄: ο χρόνος και η πολιτεία (α)

[xlvi] Ernst TROELTSCH, Das Verhältnis des Prostentantismus zur Kultur, Ueberblick 1913, γαλ. μτφ. στὸ Protestantisme et modernité, Paris 1991 σελ. 162

[xlvii]Johann Heinrich Gottlob von JUSTI, Staatswirthschaft, oder systematische Abhandlung aller Oekonomischen und Cameral–Wissenschaften, die zur Regierung eines Landes erfodert werden (1755) βλ. Εμπόριο, εμποροκρατία και σύγχρονο κράτος, Γ΄: ο χρόνος και η πολιτεία (γ)

[xlviii]op.cit. MUNRO

[xlix] magnificènza (ant. magnificènzia) s. f. [dal lat. magnificentia, der. di magnificus «magnifico»]. – 1. a. Naturale disposizione a far cose ammirabili, grandezza nell’operare e nel sentire: la m. di Dio, del Creatore; la tua magnificenza in me custodi (Dante, rivolto a Beatrice: continua a esercitare in me la tua magnificenza, cioè la tua generosità nell’elargire grazie, operando la mia salvazione). Anche, liberalità, generosità che si esplica in atti munifici, con riferimento sia a persone sia a singole azioni e occasioni: la m. del re, dei prìncipi, della corte; la m. del banchetto, dei pubblici festeggiamenti, la loro sontuosità, nella quale si manifesta la munificenza di chi li ha ordinati e ne ha sostenuto le spese. b. Con sign. concr., azione, opera magnifica, generosa: ricordatasidella sua magnificenzia ultima, cioè d’avere ucciso un così fatto falcone per onorarla (Boccaccio); anche al plur.: Le sue magnificenze conosciute Saranno ancora (Dante). c. Titolo attribuito un tempo a prìncipi o grandi signori, oggi soltanto, e raram., in lettere o comunicazioni ufficiali, al rettore di un’università (v. magnifico): vostra M.; prego la M. Vostra di2. a. Qualità di ciò che suscita ammirazione stupefatta per grandiosità e bellezza singolare: la m. della natura; la m. di una messinscena. b. concr. Cosa magnifica, cioè molto bella, comoda, sontuosa, in espressioni fam. enfatiche: una giornata, una villa, un romanzo ch’è una m.; ho comperato una poltrona nuova che è una m.; in frasi esclamative: che magnificenza! Al plur., aspetti di rara bellezza: le m. del creato; le m. di Roma.

[l] Albert O. HIRSCHMAN, The Passions and the Interests· Political Arguments for Capitalism

before Its Triumph, New Jersey 1997, σελ. 10

[li] Iesu. Riforma sancta et pretiosa ha fatta Domenico di Ruberto di ser Mainardo Cecchi per conservatione della città di Firenze et pel ben comune, e questo è ‘l buono e ‘l vero lume e ‘l tesoro d’ognuno et della città et farà conservare la giustitia e ‘l buon governo, et notate bene hogni chosa, che questa è la vera et buona via a venire presto in gran filicità ogni uomo et cet., et di poi in brieve tempo tutta Italia et tutto l’universo mondo, perché impareranno da questa etct. MCCCCLXXXXVI  στὸ U. MAZZONE, “El buon governo“. Un progetto di riforma generale nella Firenze savonaroliana, Firenze 1978, pp. 167-206.

[lii] Lauro MARTINES, Power & Imagination· City-States in Renaissance Italy, Baltimore 1988, σελ. 206

[liii] ibid. σελ. 211

[liv]οp.cit. GOLDTHWAITE, σελ.83-84

[lv]ibid. σελ. 85

[lvi]ibid.

[lvii]Richard A. GOLDTHWAITE, Private Wealth in Renaissance Florence· a Study of Four Famillies, New Jersey 1968

[lviii] οp.cit. GOLDTHWAITE, σελ. 85-86

[lix]ibid. σελ. 88 καὶ Richard A. GOLDTHWAITE, The Florentine Palace as Domestic Architecture in The American Historical Review Vol. 77, No. 4 (Oct., 1972), pp. 977-1012, σελ. 991

[lx]ibid. σελ.86-87

[lxi]op.cit. MARTINES σελ. 256-257

[lxii]Kaizer FRANZ JOSEPH, Es ist Mein Wille, Wiener Zeitung, 25. Dezember 1857, S. 1-2

[lxiii] Carl E. SCHORSKE, Thinking with History· Explorations to the Passage to Modernism, Princeton 1998, σελ. 117

[lxiv] Edward W. WOLNER, The City-within-a-City and Skyscraper Patronage in the 1920’s in Journal of Architectural Education (1984-), Vol. 42, No. 2 (Winter, 1989), pp. 10-23Published by: Taylor & Francis, Ltd. on behalf of the Association of Collegiate Schools ofArchitecture, Inc.Stable URL: http://www.jstor.org/stable/1425087 .