All posts by Ομολογητής

Александр Пушкин: Ευγένιος Ονέγκιν. Μυθιστορία σε στίχους

2ο κεφ. XXV Λοιπόν, λεγόταν Τατιανή. Δὲν εἴλκυε τα βλέμματα μήτ’ ἀπ’ τὴν ὀμορφιά τῆς ἀδερφῆς μήτ’ ἀπ’ τὰ δροσερά της χρῶματα. Ἄγρια, θλιμμένη, σιωπηλή δορκάς του δάσους ντροπαλή, στὴν οἰκογένεια τὴ δική της σὰν ξένο ἕμοιαζε κορίτσι. Δὲν ἤξερε πῶς νἀγκαλιάζει τη μάνα της

Charles Baudelaire: Η πνευματική αυγή

Ὅταν στῶν ἀσώτων τὴν κατοικία  ἡ αὐγή λευκή Καὶ σανδύκινη κοινωνεῖ    μὲ τὸ τρωκτικὸ Ἰδανικό Μές στὸ μισοκοιμώμενο    κτῆνος τὶς ἄγγελος Ἑγείρεται μέσῳ τῆς πράξεως  μυστηρίου ἐκδικητή. Τῶν Πνευματικῶν Οὐρανῶν   τἀπρόσιτο γαλάζιο Γιὰ τὸν κατάτροπο ἄνθρωπο   ποὺ ὀνειρεύεται ἀκόμη Κ’ὑποφέρει, ἀνοίγεται καὶ βυθίζεται   στὴν ἕλξη

Frédéric Bastiat: Δύο ηθικές (Οικονομικά σοφίσματα σειρά Β’, ΙΙ)

 Φθάνοντας, αν φθάσει ποτέ, ο αναγνώστης στο τέλος του προηγούμενου κεφαλαίου, νομίζω ότι τον ακούω να στριγγίζει : «Ε καλά! Μην είναι άδικα που μέμφεται κανείς τους οικονομιστές ότι είναι στεγνοί και ψυχροί; Οποία εικονογράφηση της ανθρωπότητας! Τι άλλο! Η Υφαρπαγή (spoliation) θα ήταν μια

Saint-John Perse: Σημαφόροι [Amers]: Στροφή ΙΧ

ΙΧ Ἐραστές, ὦ φθασμένοι ἀργὰ ἀναμέσο τῶν μαρμάρων καὶ τῶν ὀρειχάλκων, ὑπὸ τὴν παράταση τῶν πρώτων πυρῶν τἀπόβραδου, Ἐραστὲς ποὺ σωπαίνατε στὸν κόλπο ξένων ὄχλων, Θὰ δώσετε καὶ σεῖς μαρτυρία τὸ βράδυ τοῦτο πρὸς τιμὴν τῆς Θαλάσσης: I …Στενά εἰναι τὰ σκάφη, στενὴ ἡ κλίνη

Arthur Rimbaud: Αίσθημα

Μέσ’σὲ βράδια γαλάζια θερινά, θὰ πάω στὰ μονοπάτια, Στάχυες νὰ μὲ κεντοῦν, νὰ λαχπατῶ τὸ νιὸ χορτάρι: Ὀνειρευτής, θὰ αἰσθάνομαι τὴν δροσιὰ στὰ ποδάρια θὰ ἀφήσω τὸν ἄνεμο, τὸ γυμνό, νὰ μοῦ λούζει κεφάλι. Δὲν θὰ σκέπτομαι τίποτε, διόλου δὲν θὰ μιλάω Ἄλλ’ ἔρως ἄπειρος

Charles Baudelaire: Τ’ ανεπανόρθωτο

Μποροῦμε ν’ἀποπνίξουμε   τὴν παληά, μακραίωνη Τύψη ####ποὺ ζεῖ, κινεῖται, περιελίσσεται καὶ θρέφεται ἀπ’ ἑμᾶς    πῶς ἀπ’τοὺς νεκροὺς το σκουλήκι, ####πῶς ἡ προνύμφη ἀπ’τὶς βελανιδιές; Μποροῦμε ν’ἀποπνίξουμε   τὴν ἀνυποχώρητη Τύψη; Μές σὲ ποιὸ φίλτρο, σὲ ποιὸ  ἀφέψημα,   σὲ ποιὸ κρασί, ####θὰ πνίξουμε ἐτοῦτον τὸν γέρο-ἐχθρό  καταστροφέα

Ted Hughes: Ο Κόραξ (1970)

Ἀπὸ τὸν βίο καὶ τὰ τραγούδια τοῦ Κόρακα  «Στα λαϊκά παραμύθια, ο πρίγκιπας πηγαίνοντας σε μία περιπέτεια, φθάνει σε ένα στάβλο γεμάτο από όμορφα άλογα και χρειάζεται ένα άλογο μέχρι την επόμενη στάση, και η κόρη του βασιλιά τον συμβουλεύει να μην πάρει κανένα από

Γ.Α. Σιβρίδης: άσμα β΄

 I (The Three Ravens)  Τρία κοράκια κάθονταν    στὸν κλώνο ἐπὰ ἕνος δέντρου· ἦσαν μαῦρα κατάμαυρα    σὰν ἄσβολο φρυγμένα. Κ’ἐρώτησεν ἕν’ἐξ αὐτῶν    τὸν μαῦρο σύντροφό του: «Ποῦ σήμερα θα πάρωμε    τὸ πρωινό μας γεῦμα;» »’Κεῖσε σἀπόμακρη χλωρὴ    πεδιάδα ἕνας Ἱππότης ’ποκάτω στὴν ἀσπίδα του    κεῖται κατασφαγμένος·

Carl Schmitt: Επικυριαρχία του κράτους και ελευθερία των θαλασσών. Αντίθεση της Γής και της Θαλάσσης μέσα στο διεθνές δίκαιο των νέων χρόνων, 1941.

(απόσπασμα) Επιπλέον, οι κυβερνήσεις επιφυλάσσονταν πάντοτε, αφού είχαν αποδεχθή τις υπηρεσίες τους και τα δώρα, να εγκαταλείψουν τους κουρσάρους αυτούς όταν το απαιτούσε η πολιτική κατάσταση. […] Έδρααν λοιπόν με δικό τους κίνδυνο ―με το ακριβές νόημα της λέξης― και έκαναν πόλεμο, όχι ως μία