All posts by Ομολογητής

Rihaku/Ezra Pound: Ποίημα παρά την γέφυρα εν Τεν-Σίν [Cathay, 1915]

Ἐπεστάθη ὁ Μάρτιος στὴν γέφυρα σὲ χίλιες πύλες κρέμονται κλῶνες ἀρμενικῆς καὶ περσικῆς μηλιᾶς, πρωῒ ἔχουν ἄνθη ποὺ ἐκκαρδιοῦνται, τὰ ὁποὶα ἡγεμονεύει τὸ βράδυ ἐπὶ τῶν ὑδάτων ποὺ ῥέουν ἀνατολάς. Πέταλα εἶναι στὰ νάματα καὶ κατὰ ῥοῦν, καὶ στὶς παλισσύτους δίνες, ἀλλὰ οἱ σύγχρονοι ἄνδρες

Rainer Maria Rilke: O Sage, Dichter

Ὦ εἰπέ, ποιητά, τί ποιεῖς; —Αἰνῶ. Ὅμως τὸ ὀλέθριο καὶ τὸ τερατῶδες, πῶς τὰ ἀνέχεσαι, πῶς τὰ δέχεσαι; —Αἰνῶ. Ὅμως τἀνωνόμαστο, ἀνώνυμο, πῶς καίτοι σὺ ἐξηγεῖ; —Αἰνῶ. Πόθεν τὸ δίκαιο σου, σὲ ἕκαστο προσωπεῖο, κάθε στολή, νἀληθεύῃς; —Αἰνῶ. Καὶ τὸ ὅτι τὸ σιγηλὸ καὶ τὸ

Μ. Αλ. Λιαρός: Ναι, είμ’ ντροπήν (ποίημα σαρκαστικόν)

Namedropping, namedropping, εἶσαι τοῦ Ἔθνους μας τὸ τόπιν, ποὺ σὲ ρίχνει ὁ ἕνας σὰν πινγκ-πόνγκ στὸν ἄλλον. Namedropping, namedropping, εἶσαι στὴν παρέα τὸ τόπιν, ἐγὼ ξέρω ἀπὸ τὸν ἄλλον ὄνομα πιὸ βαθύ πιὸ λαμπρό, πιὸ μεγάλο, τὸ μάτι του γιὰ νὰ τοῦ βγάλω. Namedropping, namedropping,

Charles Baudelaire: Όψιμη ενοχή

Ὅτε κοιμηθῇς, σκοτεινή    ὀμορφονιά μου σύ, στὸ βάθος μνημείου κτιστοῦ   ἀπὸ μάρμαρο μαῦρο, καὶ ὅτε οὐδεμιὰ ἔχῃς ἐρωτική     κόγχη ἢ ἔπαυλη ἐξὸν ἔνα κελάρι βροχερό    καὶ ἕνα σκαμμένο λάκκο· ὅτε ἡ πέτρα ποὺ τὸ δειλό      στέρνο σου πιέζει καὶ τὰ νεφρὰ ποὺ θελκτική   νωχέλεια μαλακώνει,

Αδέσποτον

  (Fuga)  dramatis personae: ΠΟΙΗΤΗΣ   ΚΟΡΗ   α΄ «Μύρο, μαστίχα, γιασεμὶ καὶ νάρδο, σαφορὰ καὶ βανίλια, ἀπ’ ἕνα φόρτο ἦσουν πλασμένη, λιπαρό, ὑπερπόντιο ἀπὸ καρπούς, φύλλα, ἄνθη καὶ ἔλαια, προίκα ὁλκάδων κοίλων καὶ τῆς τρικυμίας. —Τὰ μάτια σου αὔγαζαν γλυπτὰ τῶν τάφων καὶ ἔλεγαν, ἡ

Ezra Pound: Sub Mare

Εἶναι, καὶ δὲν εἶναι, τὶς φρένες ἄρτιος εἶμαι, ἀφὅτου ἦλθες τοῦτος ὁ τόπος περιεχύθη μοι, τούτη ἡ κατασκευή κτισμένη μὲ φθινοπωρινὰ ρόδα, ἔπειτα ἔνι ἕνα χρῶμα χρυσοειδές, ἀλλόκοτο. Καὶ ψηλαφεῖ τις ἔσω τούτων τῶν πραγμάτων ὅταν λεπτὰ φύκη ἀναδύονται κἀξαπλοῦνται, ἔνερθε νωθρῶν χλωρῶν κλυδώνων τοῦ

Γ.Α. Σιβρίδης: άσμα δ΄

Ι. Τροχάζομε ἀνὰ τὸ ἀργύφεο πέλαγο πελάζομε στὴν ἁλυκὴ ἐπιφάνεια βρίσκομ’ ἀρώματα ἀνοιχτῶν καρπῶν καὶ κήπων βραδινὲς δροσιές. Λείψαμε κατὰ νώτου τὶς τύρσεις στὰ ὀχυρὰ ἄνδηρα, σήματα ἐρωμένων τοῦ Διός, καὶ τὸν θάνατό μας ἑκάς στῆς Τάνιδος τὰ τείχη. Κἂν μᾶς ἀγριεύει ὁ ἀτρύγητος πόντος,

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος: Δύο ποιήματα

ΒΙΛΑΝΕΛΑ: Ο ΘΕΟΣ ΜΙΛΑΕΙ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ… Ὁ Θεὸς μιλάει τὴ γλῶσσα μου, στὸ σπίτι ἀνάβω τὴ φωτιὰ κί ἀπ’ ἔξω μυρωδιὰ βροχῆς. Ὁ χρόνος φέρνει τὶς πληγές, τὰ πρόσωπα, τὶς ἐνοχές. ὁ Θεὸς μιλάει τὴ γλῶσσα μου. Ὅλα τελειώνουν κάποτε, τὴν ὥρα ἐκείνη μιὰ

Δόμος, πόλις ϗ αγορά ―αρχιτεκτονική, πολιτική ϗ οικονομική V: Ο κόσμος των κτιτόρων και των οικοδόμων (α)

Architektur verherrlicht etwas (denn sie dauert). Darum kann es Architektur nicht geben, wo nichts zu verherrlichen ist. Ἡ ἀρχιτεκτονικὴ ὑμνεῖ κάτι (ἐπειδὴ ἀντέχει). Ἐπομένως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀρχιτεκτονικὴ ὅπου οὐδὲν ἔνι νὰ ὑμνήσῃς. Ludwig Wittgenstein MS 167 10v: 1947-8 The good man is the

Κωνσταντίνος Σαμπάνης: Όμηρος versus Αρχίλοχος

Εἰμὶ δ’ ἐγὼ θεράπων μὲν Ἐνυαλίοιο ἄνακτος, καὶ Μουσέων ἐρατὸν δῶρον ἐπιστάμενος Ἀρχίλοχος Μὴν αὐταπατᾶσαι ἄν εἶχες νὰ διαλέξεις ἀνάμεσα στὸν Ὅμηρο καὶ τὸν Ἀρχίλοχο θὰ ἐπιθυμοῦσες καὶ ἐσύ νὰ εἶσαι ὁ Πρῶτος θριαμβευτικά ἐπαναλαμβάνοντας τὴν Ὠκύτητα τοῦ Θανάτου τὴν Ῥοδότητα τῆς Αὐγῆς τὴν Οἰνότητα