Category Archives: Μέλος & Λόγος

Ted Hughes: Το γεράκι στη βροχή (1957)

Πνίγομαι μέσ’στὴν πάλλουσα ἀρόσιμη γῆ, τραβῶ τὴ μία φτέρνα μετὰ τὴν ἄλλη ἀπ’τὴν κατάποση τοῦ στόματος της γῆς, καὶ τὸν πηλὸ π’ἁρπάζει κάθε μου βῆμα ἕως τὸ σφύρο μὲ χούι ἐπίμονου τάφου, μὰ τὸ γεράκι στὰ ὕψη εὔκολα κρεμᾶ τἀκίνητό του μάτι. Οἱ φτέρουγές του

Robert Browning: Ο Εραστής της Πορφυρίας

Ἡ βροχὴ ξεκίνησε νωρὶς τὴν βραδιά, Σύντομα εἶχ’ ὁ δύσθυμος ἄνεμος ξυπνήσει, Ἔσχισε ἀπὸ πείσμα τὶς κορφὲς τῆς φτελιᾶς Καὶ ἔκαμε τὰ πάντα νὰ ἐρεθίσῃ τὴν λίμνη: Ἄκουγα μὲ τὴν καρδιὰ ἔτοιμη νὰ σπάσῃ. Ὅταν γλίστρησε μέσα ἡ Πορφυρία· εὐθύς Ἔκλεισε τὸ κρύο ἔξω καὶ

Stéphane Malarmé: Ο τάφος του Καρόλου Baudelaire

Ὁ κατάχωστος ναὸς κοινοποιεῖ ἀπ’τὸ στόμιο τὸ ταφικό τοῦ ὀχετοῦ ποὺ ἐμεῖ ἰλὺ καὶ σάπφειρους μὲ τρόπο ἀποτρόπαιο κάποιο εἴδωλο τοῦ Ἀνούβιδος τὸ ῥύγχος πυρωμένο σὰν ἀλύχτημα ἄγριο ἤ, ἐὰν τὸ πρόσφατον ἀέριο στρεβλοῖ τὸ θολό φιτίλι γιὰ σπόγγο τὸ ξεύρομεν ὑπομείναντων χλευασμῶν ἀγριωπὸν ἀνάβει

Dante: Καινή Ζωή [Vita Nuova, XIX]

«Μὲ ποιό τέλος σὺ ἀγαπᾷς τούτη σου τὴν κυρά, ἀφοῦ δὲν μπορεῖς νὰ ἀντέξῃς τὴν παρουσία της; Πές μας, γιατὶ σίγουρα τὸ τέλος ἑνὸς τέτοιου ἔρωτα πρέπει νἆναι πολύ νεόκοτο. » Κ’ ἀφοῦ μ’ εἶπε τοῦτα τὰ λόγια , ὄχι μόνον αὐτή, μὰ ὅλες οἱ

Jules Laforgue: Το Σιγαρέττο (1880)

Ναί,  ὁ κόσμος τοῦτος εἶν’ πολύ πεζός· ὁ ἄλλος, λόγια τἀγέρα Ἐγώ, ἀνέλπιδα θὰ παραιτηθῶ ἀπό τὴ μοῖρα μου Καὶ, περιμένοντας τὸ θάνατο, νὰ σκοτώνω τὸν χρόνο, Καπνίζω μές στὴ μύτη τῶν θεῶν ἐξαίσια σιγαρέττα Ἄμετε παλέψ’τε, βροτοί,  φτωχά τοῦ μέλλοντος ὀστᾶ. Ἐμέ, ὁ κυανόχρους

Saint-John Perse: Σημαφόροι [Amers]: Επίκλησις

«…Θὰ σᾶς κάνω νὰ κλάψετε, ὑπάρχει χάρις πολλή ἀνάμεσά σας. «Νὰ κλάψετε ἀπὸ χάρι, ὄχι άπὸ πόνο, εἶπε ὁ Ῥαψῳδὸς τῆς πιὸ ὥριας ᾠδῆς• «Κι ἀπ’ αὐτὴν τὴν καθάρια ταραχὴ τῆς καρδιᾶς τῆς ὁποίας ἀγνοῶ τὴν πηγή «Ὄπως ἀπ’αὐτὴν τη καθάρια θαλάσσια στιγμὴ που προάγεται

Samuel Taylor Coleridge : Kubla Khan

Στὸ Ζάναντου κεῖ ὁ Κούμπλαϊ Χὰν γιὰ ἕνα δῶμα ἡδονῶν ἀπεφάνθη κραταιό: Ὅπου ἔτρεχε ποτάμι ἱερὸ ὁ Ἄλφ μέσ’ ἀπὸ σπήλαια ἀβυθομέτρητα στὸν ἄνθρωπο κάτω σε μι’ ἀνήλια θάλασσα. Δὶς πέντε μίλια γόνιμο ἔδαφος μὲ τείχη καὶ μὲ τύρσεις κυκλώθηκαν στέφανο κἀκεῖ ἦσαν κῆποι ποὺ

Percy Bysshe Shelley: Οσυμανδύας

Γνώρισα ἕναν ταξιδευτή ἀπὸ πανάρχαια χώρα Νὰ λέει: Δυὸ πόδια πέτρινα πελώρια ἀπ’ ἄκρα χήρα στέκουν στὴν ἔρημο. Σιμά σαὐτὰ μισοχωμένο, πὰ στην ἄμμο, ἕνα πρόσωπο κεῖται σκόρπιο, τὰ χείλια ζαρωμένα μορφάζοντα κι ἡ ἐντολὴ ποὺ σαρκάζει, λὲν ὅτ’ ὁ γλύπτης διάβασε καλῶς τὰ πάθη

“Στο τέλος δεν απομένει παρά ο Θεός και το Κρασί”

Οι τεχνίτες του συγγράφειν έχουν έρθει πολλές φορές σε σύγκρουση με την εξουσία, θρησκευτική ή πολιτική, αντιμετωπίζοντας αν όχι τον θάνατο, τότε την λογοκρισία ή την απαγόρευση δημοσίευσης (ή, πιο ύπουλα, την μεθοδευμένη απαξίωση). Είτε μιλάμε για τις λίστες του Index Librorum Prohibitorum του Βατικανού,