Category Archives: Μέλος & Λόγος

Александр Пушкин: Ευγένιος Ονέγκιν. Μυθιστορία σε στίχους

2ο κεφ. XXV Λοιπόν, λεγόταν Τατιανή. Δὲν εἴλκυε τα βλέμματα μήτ’ ἀπ’ τὴν ὀμορφιά τῆς ἀδερφῆς μήτ’ ἀπ’ τὰ δροσερά της χρῶματα. Ἄγρια, θλιμμένη, σιωπηλή δορκάς του δάσους ντροπαλή, στὴν οἰκογένεια τὴ δική της σὰν ξένο ἕμοιαζε κορίτσι. Δὲν ἤξερε πῶς νἀγκαλιάζει τη μάνα της

Charles Baudelaire: Η πνευματική αυγή

Ὅταν στῶν ἀσώτων τὴν κατοικία  ἡ αὐγή λευκή Καὶ σανδύκινη κοινωνεῖ    μὲ τὸ τρωκτικὸ Ἰδανικό Μές στὸ μισοκοιμώμενο    κτῆνος τὶς ἄγγελος Ἑγείρεται μέσῳ τῆς πράξεως  μυστηρίου ἐκδικητή. Τῶν Πνευματικῶν Οὐρανῶν   τἀπρόσιτο γαλάζιο Γιὰ τὸν κατάτροπο ἄνθρωπο   ποὺ ὀνειρεύεται ἀκόμη Κ’ὑποφέρει, ἀνοίγεται καὶ βυθίζεται   στὴν ἕλξη

Saint-John Perse: Σημαφόροι [Amers]: Στροφή ΙΧ

ΙΧ Ἐραστές, ὦ φθασμένοι ἀργὰ ἀναμέσο τῶν μαρμάρων καὶ τῶν ὀρειχάλκων, ὑπὸ τὴν παράταση τῶν πρώτων πυρῶν τἀπόβραδου, Ἐραστὲς ποὺ σωπαίνατε στὸν κόλπο ξένων ὄχλων, Θὰ δώσετε καὶ σεῖς μαρτυρία τὸ βράδυ τοῦτο πρὸς τιμὴν τῆς Θαλάσσης: I …Στενά εἰναι τὰ σκάφη, στενὴ ἡ κλίνη

Arthur Rimbaud: Αίσθημα

Μέσ’σὲ βράδια γαλάζια θερινά, θὰ πάω στὰ μονοπάτια, Στάχυες νὰ μὲ κεντοῦν, νὰ λαχπατῶ τὸ νιὸ χορτάρι: Ὀνειρευτής, θὰ αἰσθάνομαι τὴν δροσιὰ στὰ ποδάρια θὰ ἀφήσω τὸν ἄνεμο, τὸ γυμνό, νὰ μοῦ λούζει κεφάλι. Δὲν θὰ σκέπτομαι τίποτε, διόλου δὲν θὰ μιλάω Ἄλλ’ ἔρως ἄπειρος

Charles Baudelaire: Τ’ ανεπανόρθωτο

Μποροῦμε ν’ἀποπνίξουμε   τὴν παληά, μακραίωνη Τύψη ####ποὺ ζεῖ, κινεῖται, περιελίσσεται καὶ θρέφεται ἀπ’ ἑμᾶς    πῶς ἀπ’τοὺς νεκροὺς το σκουλήκι, ####πῶς ἡ προνύμφη ἀπ’τὶς βελανιδιές; Μποροῦμε ν’ἀποπνίξουμε   τὴν ἀνυποχώρητη Τύψη; Μές σὲ ποιὸ φίλτρο, σὲ ποιὸ  ἀφέψημα,   σὲ ποιὸ κρασί, ####θὰ πνίξουμε ἐτοῦτον τὸν γέρο-ἐχθρό  καταστροφέα

Ted Hughes: Ο Κόραξ (1970)

Ἀπὸ τὸν βίο καὶ τὰ τραγούδια τοῦ Κόρακα  «Στα λαϊκά παραμύθια, ο πρίγκιπας πηγαίνοντας σε μία περιπέτεια, φθάνει σε ένα στάβλο γεμάτο από όμορφα άλογα και χρειάζεται ένα άλογο μέχρι την επόμενη στάση, και η κόρη του βασιλιά τον συμβουλεύει να μην πάρει κανένα από

Γ.Α. Σιβρίδης: άσμα β΄

 I (The Three Ravens)  Τρία κοράκια κάθονταν    στὸν κλώνο ἐπὰ ἕνος δέντρου· ἦσαν μαῦρα κατάμαυρα    σὰν ἄσβολο φρυγμένα. Κ’ἐρώτησεν ἕν’ἐξ αὐτῶν    τὸν μαῦρο σύντροφό του: «Ποῦ σήμερα θα πάρωμε    τὸ πρωινό μας γεῦμα;» »’Κεῖσε σἀπόμακρη χλωρὴ    πεδιάδα ἕνας Ἱππότης ’ποκάτω στὴν ἀσπίδα του    κεῖται κατασφαγμένος·

Κωνσταντίνος Σαμπάνης: Θεοδοσιανά τείχη

Δεν θλιβονται τα κτίσματα και τα χαλάσματα τα αφανή μνήματα των αιώνων Δεν θλίβεται η οδός και το παιδί στην ρίζα των τειχών δεν θλίβεται δεν έχει λόγο δεν θλίβεται ο λαμπρός ήλιος και η σκιερή γη κάτω από το δέντρο Μονάχος εγώ θλίβομαι ανάμεσα

Blaise Pascal: Το στοίχημα (στοχασμός 233)

Ναι˙ αλλά πρέπει να στοιχηματίσετε. Αυτό δεν είναι εθελούσιο, έχετε εμπλεχθή. & μην στοιχηματίσετε ότι ο Θεός είναι, είναι να στοιχηματίσετε ότι δεν είναι. Ποιο θα πάρετε λοιπόν; Ας ζυγίσουμε το κέρδος και την απώλεια λαμβάνοντας ως κέρδος να πιστέψουμε ότι ο Θεός είναι. Αν

Arnaut Daniel: Tornadas/Envois (σταλσίματα)

Καὶ δέομαι τὸ τραγούδι μου   νὰ μὴν σᾶς ἐνοχλήσῃ Διού, ἂν θέλετε καὶ χαίρεστε   τὸν ἦχο καὶ τὶς λέξεις Ὁ Arnaut δὲν γνοιάζετ’ ἄν     εὐφραίνῃ κάποιον ἢ διασύρῃ. ﬡ Ἐγὼ εἶμ’ο Arnaut π’ ἐρᾷ την αὔρα Καὶ καταδιώκει τὸν λαγὸ μετά τὸν βοῦν Καὶ κολυμπᾷ