Category Archives: Μέλος & Λόγος

W.H.Auden: Τα ρεμπέτικα του ρωμαϊκού τείχους [Roman Wall Blues]

Πάν’ἀπό τὸν θάμνο φυσᾶ ὑγρασία γεμάτη ἡ αὔρα Ἔχω στὴ μύτη κρύωμα καὶ ψείρες στὸν χιτῶνα. Ἡ βροχὴ ἔρχετ’ἐξ οὐρανοῦ ποσσικροτώντας φθάνει, ἀπλὸς τοῦ τείχους φύλακας εἶμαι, δὲν ξέρω κάτι. Στὴν σκληρὴ γκρίζα πέτρα ἡ ἀχλύ ἐπάνω ἀναρριχᾶται Στὴν Τούγγρια εἶν’ τὸ κορίτσι μου κἀγὼ

Pierre-Jean Jouve: Μία μόνη κοιμωμένη γυναίκα

Σ’ἕναν καιρὸ ὑγρὸ καὶ βαθὺ ἤσουν πιὸ ὄμορφη Σὲ μίαν ἀπέλπιδα βροχή ἤσουν πιὸ ζεστή Σὲ μίαν ἡμέρα ἐρήμου μἔμοιαζες πιὸ ὑγρή Ὅταν τὰ δένδρα εἶναι μέσα στὸ ἐνυδρεῖο τοῦ καιροῦ Ὅταν τὸ κακὸ μῖσος τοῦ κόσμου εἶναι μὲς στὶς καρδιές Ὅταν ἡ δυστυχία ξεκουράζεται

Charles Baudelaire: XII.Η αλλοτινή ζωή

Πολὺν καιρὸ κατώκησα ὑπὸ πελώριες στοές ποὺ μύριες φλόγες ἔβαφαν ἡλίων θαλασσινῶν, π’ὀρθοὶ καὶ μεγαλόπρεποι οἱ κραταίοι στύλοι αὐτῶν, ὅμοιοι τὸ βράδυ γίνονταν μὲ βασάλτη σπηλιές. Οἱ παλίρροιες, κυλίοντας εἰκόνες οὐρανῶν, ἀνεμείγνυαν μ’ἐμφατικὸ τρόπο καὶ μυστήριες τῆς πλούσιας αὐτῶν μουσικῆς συγχορδίες πανίσχυρες μὲ χρώματα στὰ

Julien Offray de La Mettrie: Επικούρειο σύστημα (1750)

[αποσπάσματα] LXIX. Ο θάνατος και ο έρως ολοκληρούνται από τα ίδια μέσα: την εκπνοή. Αναπαράγεσαι, όταν είν’ απ’ έρωτα το ότι πεθαίνεις• εκμηδενίζεσαι, όταν είναι από το ψαλίδι της Ατροπού. Ας ευχαριστήσουμε την Φύσιν, η οποία έχοντας αφιερώσει τις πλέον ζωντανές απολαύσεις στην παραγωγή του

William Shakespeare: ‘Carpe Diem’ (Δωδεκάτη Νύχτα, 2.3)

(Feste, ὁ γελωτοποιός τῆς κόμισσας Olivia τραγουδᾷ) Ὦ Ἀρχόντισσά μου, μὰ ποῦ σεῖς ἀλᾶσθε; Ὦ, μεῖνε καὶ ἄκου·ἡ ἀληθινή σου ἀγάπη φθάνει, καὐτὴ μπορεῖ νὰ τραγουδᾷ ψηλὰ καὶ χαμηλά· Μὴν ἄλλο τριγυρνᾷς, γλύκεια χαριτωμένη, κάθε ταξίδι στὴν συνάντηση τῶν ἐραστῶν τελεύει— κάθ’ὑγιὸς σοφοῦ ἀνδρὸς τὸ

Ted Hughes: Το γεράκι στη βροχή (1957)

Πνίγομαι μέσ’στὴν πάλλουσα ἀρόσιμη γῆ, τραβῶ τὴ μία φτέρνα μετὰ τὴν ἄλλη ἀπ’τὴν κατάποση τοῦ στόματος της γῆς, καὶ τὸν πηλὸ π’ἁρπάζει κάθε μου βῆμα ἕως τὸ σφύρο μὲ χούι ἐπίμονου τάφου, μὰ τὸ γεράκι στὰ ὕψη εὔκολα κρεμᾶ τἀκίνητό του μάτι. Οἱ φτέρουγές του

Robert Browning: Ο Εραστής της Πορφυρίας

Ἡ βροχὴ ξεκίνησε νωρὶς τὴν βραδιά, Σύντομα εἶχ’ ὁ δύσθυμος ἄνεμος ξυπνήσει, Ἔσχισε μὲ φθόνο τὶς κορφὲς τῆς φτελιᾶς Καὶ ἔκαμε τὰ πάντα νὰ ἐρεθίσῃ τὴν λίμνη: Ἄκουα μὲ τὴν καρδιὰ νὰ σπάσῃ ἐτοίμη. Ὅταν γλίστρησε μέσα ἡ Πορφυρία· εὐθύς Ἐκλίσθη τὸ χεῖμα ἔξω καὶ

Stéphane Malarmé: Ο τάφος του Καρόλου Baudelaire

Ὁ κατάχωστος ναὸς κοινοποιεῖ ἀπ’τὸ στόμιο τὸ ταφικό τοῦ ὀχετοῦ ποὺ ἐμεῖ ἰλὺ καὶ σάπφειρους μὲ τρόπο ἀποτρόπαιο κάποιο εἴδωλο τοῦ Ἀνούβιδος τὸ ῥύγχος πυρωμένο σὰν ἀλύχτημα ἄγριο ἤ, ἐὰν τὸ πρόσφατον ἀέριο στρεβλοῖ τὸ θολό φιτίλι γιὰ σπόγγο τὸ ξεύρομεν ὑπομείναντων χλευασμῶν ἀγριωπὸν ἀνάβει

Dante: Καινή Ζωή [Vita Nuova, XIX]

«Μὲ ποιό τέλος σὺ ἀγαπᾷς τούτη σου τὴν κυρά, ἀφοῦ δὲν μπορεῖς νὰ ἀντέξῃς τὴν παρουσία της; Πές μας, γιατὶ σίγουρα τὸ τέλος ἑνὸς τέτοιου ἔρωτα πρέπει νἆναι πολύ νεόκοτο. » Κ’ ἀφοῦ μ’ εἶπε τοῦτα τὰ λόγια , ὄχι μόνον αὐτή, μὰ ὅλες οἱ

Jules Laforgue: Το Σιγαρέττο (1880)

Ναί,  ὁ κόσμος τοῦτος εἶν’ πολύ πεζός· ὁ ἄλλος, λόγια τἀγέρα Ἐγώ, ἀνέλπιδα θὰ παραιτηθῶ ἀπό τὴ μοῖρα μου Καὶ, περιμένοντας τὸ θάνατο, νὰ σκοτώνω τὸν χρόνο, Καπνίζω μές στὴ μύτη τῶν θεῶν ἐξαίσια σιγαρέττα Ἄμετε παλέψ’τε, βροτοί,  φτωχά τοῦ μέλλοντος ὀστᾶ. Ἐμέ, ὁ κυανόχρους